Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1,5 / TAB | 3.39 € | |
|
FLUDEX 2,5MG/TAB
Διακοπή
|
2,5 / TAB | 4.50 € |
FLUDEX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Κάθε 24 ώρες, κατά προτίμηση το πρωί
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα δισκίοΚάθε 24 ώρες, κατά προτίμηση το πρωί, καταπίνεται ολόκληρο με νερό χωρίς να μασηθεί.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΣε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), η αγωγή αντενδείκνυται. Τα διουρητικά θειαζιδικού τύπου είναι αποτελεσματικά μόνο με φυσιολογική ή ελάχιστα διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΣε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η αγωγή αντενδείκνυται.
-
ΗλικιωμένοιΗ τιμή κρεατινίνης στο πλάσμα πρέπει να προσαρμόζεται ως προς την ηλικία, το σωματικό βάρος και το φύλο. Μπορούν να ακολουθούν αγωγή όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις άλλες σουλφοναμίδες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
-
Ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή σοβαρή δυσλειτουργία της ηπατικής λειτουργίας
-
Υποκαλιαιμία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική εγκεφαλοπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική βλάβη, ιδιαίτερα με διαταραχή των ηλεκτρολυτώνΔιακοπή χορήγησης του διουρητικού άμεσα
-
ΦωτοευαισθησίαΣυνιστάται διακοπή της θεραπείας. Εάν η επανεκκίνηση είναι απαραίτητη, συνιστάται προστασία των εκτιθέμενων περιοχών από τον ήλιο ή τεχνητή ακτινοβολία UVA
-
Δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια ολικής λακτάσης, σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια ολικής λακτάσης ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΝα μην λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
-
ΥπονατριαιμίαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, κιρρωτικοί ασθενείςΤακτικός έλεγχος νατρίου πλάσματος, συχνότερα στους ηλικιωμένους και τους κιρρωτικούς
-
ΥποκαλιαιμίαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, υποσιτιζόμενοι ή/και σε πολυφαρμακευτική αγωγή, κιρρωτικοί με οιδήματα και ασκίτη, ασθενείς με στεφανιαία νόσο, ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, άτομα με επιμήκυνση του διαστήματος QTΠρόληψη του κινδύνου. Συχνότερος έλεγχος επιπέδων καλίου πλάσματος. Αποκατάσταση αν διαπιστωθεί. Διόρθωση μαγνησίου αν συνυπάρχει χαμηλό μαγνήσιο.
-
ΥπομαγνησιαιμίαΕπίγνωση της πιθανότητας υπομαγνησιαιμίας λόγω αυξημένης έκκρισης μαγνησίου στα ούρα
-
ΥπερασβεστιαιμίαΔιακοπή θεραπείας πριν τον έλεγχο της παραθυρεοειδικής λειτουργίας εάν υποπτευθεί υπερπαραθυρεοειδισμός
-
Γλυκόζη αίματοςΠληθυσμόςΔιαβητικοί, κυρίως με υποκαλιαιμίαΈλεγχος γλυκόζης αίματος
-
Ουρικό οξύ / Ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερουριχαιμίαΕπίγνωση αυξημένης προδιάθεσης για κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
-
Νεφρική λειτουργία / Αύξηση ουρίας και κρεατινίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκειαΕπίγνωση ότι η αγωγή μπορεί να επιδεινώσει προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια
-
Doping testΠληθυσμόςΑθλητέςΕνημέρωση ότι το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει θετική αντίδραση στις δοκιμασίες anti-doping
-
Χοριοειδής συλλογή, οξεία μυωπία και δευτερογενές γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΠληθυσμόςΑσθενείς (με παράγοντες κινδύνου όπως ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδη ή πενικιλλίνη)Άμεση διακοπή του φαρμάκου. Εξέταση ταχείας ιατρικής ή χειρουργικής αγωγής εάν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει αρρύθμιστη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων λιθίου με σημεία υπερδοσολογίας (μείωση της απέκκρισης λιθίου από τα ούρα).ΣύστασηΑυστηρή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στο πλάσμα και προσαρμογή της δοσολογίας, εάν η χρήση διουρητικών είναι απαραίτητη.
-
Φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes) (π.χ. αντιαρρυθμικά τάξης Ια, ΙΙΙ, ορισμένα αντιψυχωσικά, bepridil, cisapride, erythromycin IV, halofantrine, mizolastine, pentamidine, sparfloxacin, moxifloxacin, vincamine IV, methadone, astemizole, terfenadine)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος κοιλιακών αρρυθμιών, ιδίως κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (υποκαλιαιμία είναι παράγοντας κινδύνου).ΣύστασηΗ υποκαλιαιμία πρέπει να παρακολουθείται και να διορθώνεται πριν την έναρξη χρήσης. Κλινικός έλεγχος, παρακολούθηση ηλεκτρολυτών πλάσματος και ΗΚΓ. Να χρησιμοποιούνται ουσίες που δεν προκαλούν torsades de pointes, όταν συνυπάρχει υποκαλιαιμία.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συστηματική χορήγηση) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2, υψηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≥3 g/ημέρα)προσοχήΠιθανή μείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ινδαπαμίδης. Κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδατωμένους ασθενείς (μείωση της σπειραματικής διήθησης).ΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
-
Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ)προσοχήΚίνδυνος αιφνίδιας υπότασης ή/και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ιδίως παρουσία προϋπάρχουσας έλλειψης νατρίου (π.χ. σε ασθενείς με στένωση νεφρικής αρτηρίας).ΣύστασηΣτην υπέρταση, είτε διακοπή του διουρητικού 3 ημέρες πριν την έναρξη του α-ΜΕΑ, είτε χαμηλές αρχικές δόσεις του α-ΜΕΑ με σταδιακή αύξηση. Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, έναρξη με πολύ χαμηλή δόση α-ΜΕΑ, πιθανώς μετά από μείωση στη δόση του διουρητικού. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας κατά τις πρώτες εβδομάδες.
-
Άλλα φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (amphotericin B, γλυκοκορτικοειδή, tetracosactide, διεγερτικά καθαρτικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας (αθροιστική δράση).ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του καλίου στο πλάσμα και αποκατάσταση, εάν χρειάζεται. Να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη σε περίπτωση συγχορήγησης δακτυλίτιδας. Να χρησιμοποιούνται μη διεγερτικά καθαρτικά.
-
προσοχήΕνίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης.ΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
-
Σκευάσματα δακτυλίτιδαςπροσοχήΗ υποκαλιαιμία και/ή η υπομαγνησιαιμία ευνοούν τις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας.ΣύστασηΣυστήνεται η παρακολούθηση των επιπέδων καλίου, μαγνησίου στο πλάσμα και ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εάν είναι απαραίτητο, να προσαρμόζεται η θεραπεία.
-
προσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τη συχνότητα των αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
-
παρακολούθησηΜπορεί να συμβεί υποκαλιαιμία ή υπερκαλιαιμία (ιδίως σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή διαβήτη).ΣύστασηΝα παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στο πλάσμα και το ΗΚΓ και να αναθεωρείται η αγωγή, αν είναι απαραίτητο.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης προκαλούμενης από τη μετφορμίνη, λόγω της πιθανότητας λειτουργικής νεφρικής ανεπάρκειας που σχετίζεται με τα διουρητικά.ΣύστασηΝα μην χρησιμοποιείται μετφορμίνη, όταν τα επίπεδα κρεατινίνης στο πλάσμα υπερβαίνουν τα 15 mg/l (135 μmol/l) στους άνδρες και 12 mg/l (110 μmol/l) στις γυναίκες.
-
Ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσαπροσοχήΣε περίπτωση αφυδάτωσης που προκαλείται από τα διουρητικά, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, ιδιαίτερα κατά τη χρήση υψηλών δόσεων.ΣύστασηΣυνιστάται η ενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
-
Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, νευροληπτικάπαρακολούθησηΑντιυπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική δράση).
-
Άλατα ασβεστίουπαρακολούθησηΚίνδυνος υπερασβεστιαιμίας, λόγω μείωσης της απέκκρισης του ασβεστίου από τα ούρα.
-
παρακολούθησηΚίνδυνος αύξησης των επιπέδων κρεατινίνης στο πλάσμα, χωρίς μεταβολή των επιπέδων κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία.
-
Κορτικοστεροειδή, tetracosactide (συστηματική χορήγηση)παρακολούθησηΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης (κατακράτηση ύδατος και νατρίου λόγω των κορτικοστεροειδών).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υποχλωριαιμία
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Κόπωση
- Μυωπία
- Θαμπή όραση
- Οπτική διαταραχή
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Χοριοειδής συλλογή
- Αρρυθμία
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Υπόταση
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
- Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
- Ηπατίτιδα
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Επιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Πορφύρα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυαλγία
- Ραβδομυόλυση
- Στυτική δυσλειτουργία
- Παρατεταμένο διάστημα QT ΗΚΓ
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚόπωσηΓενικές
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥποχλωριαιμίαΔιαταραχές μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραγμένη ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ουρικό οξύ αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική εγκεφαλοπάθειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυωπίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαρατεταμένο διάστημα QT ΗΚΓΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΧοριοειδής συλλογήΟφθαλμικές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (κάτω από 300 εκβάσεις κύησης) από τη χρήση της ινδαπαμίδης σε εγκύους. Η παρατεταμένη έκθεση σε θειαζίδη κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης μπορεί να μειώσει τον όγκο πλάσματος της μητέρας, καθώς και τη μητροπλακουντιαία ροή αίματος, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει εμβρυοπλακουντιαία ισχαιμία και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις, αναφορικά με την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Προληπτικά, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της Ινδαπαμίδης κατά την κύηση.
-
ΘηλασμόςΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της Ινδαπαμίδης/μεταβολιτών στο μητρικό γάλα. Μπορεί να εκδηλωθεί υπερευαισθησία σε φάρμακα παράγωγα της σουλφοναμίδης και υποκαλιαιμία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για νεογέννητα/βρέφη. Η Ινδαπαμίδη σχετίζεται στενά με τα θειαζιδικά διουρητικά, που έχουν συνδεθεί, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, με μείωση ή ακόμα και διακοπή της γαλουχίας. Η Ινδαπαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον θηλασμό.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΜελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν έδειξαν επίδραση στη γονιμότητα θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν αναφέρονται επιδράσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφοναμίδες, απλές Κωδικός ATC: C 03 BA 11
Μηχανισμός δράσης
Η ινδαπαμίδη είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο με ένα ινδολικό δακτύλιο, που σχετίζεται από φαρμακολογικής άποψης με τα θειαζιδικά διουρητικά και το οποίο δρα αναστέλλοντας την επαναρρόφηση του νατρίου στο επίπεδο του φλοιώδους τμήματος αραίωσης. Αυξάνει την απέκκριση από τα ούρα του νατρίου και των χλωριούχων και σε μικρότερο βαθμό του καλίου και του μαγνησίου, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη διούρηση και ασκώντας αντιυπερτασική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι μελέτες των φάσεων ΙΙ και ΙΙΙ έδειξαν ότι, με μονοθεραπεία, η αντιυπερτασική δράση διαρκεί 24 ώρες. Η δράση αυτή ήταν εμφανής σε δόσεις στις οποίες δεν εκδηλώνονται παρά ελάχιστα οι διουρητικές της ιδιότητες. Η αντιυπερτασική δράση της ινδαπαμίδης προκαλεί βελτίωση της αρτηριακής διατασιμότητας και μείωση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων και των αντιστάσεων των αρτηριδίων. Μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας. Υπάρχει ένα ανώτατο όριο αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών και παρόμοιας δράσης διουρητικών, όπου, πάνω από μία ορισμένη δόση, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξακολουθούν να αυξάνονται. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξάνεται, αν η θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική. Έχει, επιπλέον, αποδειχθεί ότι η ινδαπαμίδη στους υπερτασικούς ασθενείς, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα:
- δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των λιπιδίων: τριγλυκεριδίων, LDL χοληστερόλης και HDL χοληστερόλης,
- δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων, ακόμα και σε διαβητικούς υπερτασικούς ασθενείς.
Η ινδαπαμίδη 1,5 mg κυκλοφορεί σε μία φαρμακοτεχνική μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης που βασίζεται σε ένα υλικό απελευθέρωσης, στο οποίο η φαρμακευτική ουσία είναι διασπαρμένη και το οποίο επιτρέπει την παρατεταμένη αποδέσμευση της ινδαπαμίδης.
Απορρόφηση
Το κλάσμα της ινδαπαμίδης που αποδεσμεύεται απορροφάται γρήγορα και πλήρως από την πεπτική οδό. Η πρόσληψη τροφής αυξάνει ελαφρά την ταχύτητα απορρόφησης αλλά δεν επηρεάζει την ποσότητα του απορροφούμενου προϊόντος. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται περίπου 12 ώρες μετά τη λήψη και η επαναλαμβανόμενη λήψη μειώνει τη διακύμανση στις συγκεντρώσεις στον ορό, μεταξύ δύο λήψεων. Υπάρχει μια ενδο-ατομική μεταβλητότητα.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι της τάξης του 79%. Η ημιπερίοδος ζωής είναι μεταξύ 14 και 24 ωρών (18 ώρες κατά μέσο όρο). Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 ημέρες. Οι επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις δεν προκαλούν συσσώρευση.
Μεταβολισμός
Η απέκκριση γίνεται κυρίως από τα ούρα (κατά 70% της δόσης) και από τα κόπρανα (22%), με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών.
Άτομα υψηλού κινδύνου
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.