FLUDEX(φλuδεξ)
indapamide
Σκευάσματα και τιμές FLUDEX
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1,5 / TAB | 3.39 € | |
|
FLUDEX 2,5MG/TAB
Διακοπή
|
2,5 / TAB | 4.50 € |
FLUDEX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Ιδιοπαθής υπέρταση
σε: Ενήλικες
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: κάθε 24 ώρες, κατά προτίμηση το πρωί
- Δόση έναρξης: Ένα δισκίο
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα δισκίο
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΣε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης χαμηλότερη από 30 ml/min), η αγωγή αντενδείκνυται. Τα θειαζιδικά και θειαζιδικού τύπου διουρητικά είναι πλήρως αποτελεσματικά, μόνο όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΣε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η αγωγή αντενδείκνυται.
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΙνδαπαμίδη 1,5 mgΑυτή η τιμή κρεατινίνης στο πλάσμα πρέπει να προσαρμόζεται ως προς την ηλικία, το σωματικό βάρος και το φύλο. Μπορούν να ακολουθούν αγωγή όταν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική ή ελάχιστα μόνο διαταραγμένη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις άλλες σουλφοναμίδες ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
-
Ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή σοβαρή δυσλειτουργία της ηπατικής λειτουργίας
-
Υποκαλιαιμία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική βλάβη, ιδιαίτερα με διαταραχή ηλεκτρολυτώνΔιακοπή χορήγησης του διουρητικού άμεσα
-
ΦωτοευαισθησίαΣυνιστάται διακοπή θεραπείας. Εάν κριθεί απαραίτητη η εκ νέου χορήγηση, προστασία των περιοχών του σώματος που εκτίθενται στον ήλιο ή σε τεχνητή ακτινοβολία UVA.
-
Έκδοχα (Δυσανεξία στη γαλακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή με σύνδρομο δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
-
Ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών: Νάτριο πλάσματοςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, κιρρωτικοί ασθενείςΤακτικός έλεγχος του νατρίου πλάσματος, συχνότερα στους ηλικιωμένους και τους κιρρωτικούς ασθενείς.
-
Ισοζύγιο ύδατος και ηλεκτρολυτών: Κάλιο πλάσματος (Υποκαλιαιμία)ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, υποσιτιζόμενοι, πολυφαρμακευτική αγωγή, κιρρωτικοί ασθενείς με οιδήματα και ασκίτη, ασθενείς με στεφανιαία νόσο, ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, άτομα με επιμήκυνση του διαστήματος QTΠρόληψη κινδύνου υποκαλιαιμίας (<3,4 mmol/l) σε ομάδες κινδύνου. Συχνότερος έλεγχος των επιπέδων καλίου, με τον πρώτο προσδιορισμό την πρώτη εβδομάδα. Η διαπίστωση υποκαλιαιμίας απαιτεί αποκατάσταση.
-
Ασβέστιο αίματος (Υπερασβεστιαιμία)Διακοπή θεραπείας πριν τον έλεγχο της παραθυρεοειδικής λειτουργίας εάν υπάρχει υποψία υπερπαραθυρεοειδισμού.
-
Γλυκόζη αίματοςΠληθυσμόςΔιαβητικοί, κυρίως με συνυπάρχουσα υποκαλιαιμίαΈλεγχος της γλυκόζης αίματος
-
Ουρικό οξύ (Υπεουριχαιμία)ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερουριχαιμίαΠροσοχή στην αυξημένη προδιάθεση για κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας.
-
Νεφρική λειτουργία και διουρητικάΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκειαΠροσοχή στην πιθανή επιδείνωση προϋπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας λόγω υπο-ογκαιμίας. Προσαρμογή τιμών κρεατινίνης σε ηλικιωμένους.
-
Αθλητές (Anti-doping)ΠληθυσμόςΑθλητέςΕνημέρωση ότι το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να προκαλέσει θετική αντίδραση σε anti-doping ελέγχους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων λιθίου με σημεία υπερδοσολογίαςΣύστασηαυστηρή παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στο πλάσμα και προσαρμογή της δοσολογίας
-
Φάρμακα που προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (π.χ. quinidine, amiodarone, chlorpromazine, haloperidol, erythromycin IV)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος κοιλιακών αρρυθμιών, ιδίως κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (torsades de pointes)ΣύστασηΗ υποκαλιαιμία πρέπει να παρακολουθείται και να διορθώνεται πριν την έναρξη. Κλινικός έλεγχος, παρακολούθηση των ηλεκτρολυτών στο πλάσμα και του ΗΚΓ. Να χρησιμοποιούνται ουσίες που δεν έχουν το μειονέκτημα της πρόκλησης torsades de pointes, όταν συνυπάρχει υποκαλιαιμία.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συστηματική χορήγηση) συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων COX-2, υψηλή δόση σαλικυλικού οξέος (≥3 g/ημέρα)προσοχήΠιθανή μείωση της αντιυπερτασικής δράσης της ινδαπαμίδης. Κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδατωμένους ασθενείςΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
-
Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ)προσοχήΚίνδυνος αιφνίδιας υπότασης ή/και οξείας νεφρικής ανεπάρκειαςΣύστασηΣτην υπέρταση, είτε να διακοπεί το διουρητικό 3 ημέρες πριν την έναρξη της αγωγής με α-ΜΕΑ, είτε να δοθούν χαμηλές αρχικές δόσεις του α-ΜΕΑ. Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, να αρχίζει η θεραπεία με πολύ χαμηλή δόση του α-ΜΕΑ, πιθανώς μετά από μείωση στη δόση του συγχορηγούμενου διουρητικού. Σε κάθε περίπτωση, να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.
-
Άλλα φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία (amphotericin B, γλυκο-, αλατοκορτικοειδή, tetracosactide, διεγερτικά καθαρτικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας (αθροιστική δράση)ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση του καλίου στο πλάσμα και αποκατάσταση, εάν χρειάζεται. Να χρησιμοποιούνται μη διεγερτικά καθαρτικά.
-
προσοχήΕνισχύεται η αντιυπερτασική δράσηΣύστασηΝα ενυδατώνεται ο ασθενής και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία, κατά την έναρξη της αγωγής.
-
Σκευάσματα δακτυλίτιδαςπροσοχήΥποκαλιαιμία που ευνοεί τις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδαςΣύστασηΝα παρακολουθούνται τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα και το ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εάν είναι απαραίτητο, να προσαρμόζεται η θεραπεία.
-
παρακολούθησηΜπορεί να συμβεί υποκαλιαιμία ή υπερκαλιαιμίαΣύστασηΝα παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στο πλάσμα και το ΗΚΓ και να αναθεωρείται η αγωγή, αν είναι απαραίτητο.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσηςΣύστασηΝα μην χρησιμοποιείται μετφορμίνη, όταν τα επίπεδα κρεατινίνης στο πλάσμα υπερβαίνουν τα 15 mg/l (135 μmol/l) στους άνδρες και 12 mg/l (110 μmol/l) στις γυναίκες.
-
Ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσαπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειαςΣύστασηΣυνιστάται η ενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
-
Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, νευροληπτικάπαρακολούθησηΑντιυπερτασική δράση και αυξημένος κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης
-
Άλατα ασβεστίουπαρακολούθησηΚίνδυνος υπερασβεστιαιμίας
-
παρακολούθησηΚίνδυνος αύξησης των επιπέδων κρεατινίνης στο πλάσμα
-
Κορτικοστεροειδή, tetracosactide (συστηματική χορήγηση)παρακολούθησηΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης (κατακράτηση ύδατος και νατρίου)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Υπερασβεστιαιμία
- Απώλεια καλίου
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Ηπατική εγκεφαλοπάθεια
- Κόπωση
- Μυωπία
- Θαμπή όραση
- Οπτική διαταραχή
- Αρρυθμία
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Υπόταση
- Έμετος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
- Ηπατίτιδα
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Επιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Πορφύρα
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Παρατεταμένο διάστημα QT στο ΗΚΓ
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚόπωσηΓενικές
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραγμένη ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπώλεια καλίουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ουρικό οξύ αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική εγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜυωπίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαρατεταμένο διάστημα QT στο ΗΚΓΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΠροληπτικά, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της Ινδαπαμίδης κατά την κύηση.Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα δεδομένα (κάτω από 300 εκβάσεις κύησης) από τη χρήση της ινδαπαμίδης σε εγκύους. Η παρατεταμένη έκθεση σε θειαζίδη κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης μπορεί να μειώσει τον όγκο πλάσματος της μητέρας, καθώς και τη μητροπλακουντιαία ροή αίματος, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει εμβρυοπλακουντιαία ισχαιμία και επιβράδυνση της ανάπτυξης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις, αναφορικά με την τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΗ Ινδαπαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον θηλασμό.Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της Ινδαπαμίδης/μεταβολιτών στο μητρικό γάλα. Μπορεί να εκδηλωθεί υπερευαισθησία σε φάρμακα παράγωγα της σουλφοναμίδης και υποκαλιαιμία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για νεογέννητα/βρέφη. Η Ινδαπαμίδη σχετίζεται στενά με τα θειαζιδικά διουρητικά, που έχουν συνδεθεί, κατά τη διάρκεια του θηλασμού, με μείωση ή ακόμα και διακοπή της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΜελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν έδειξαν επίδραση στη γονιμότητα θηλυκών και αρσενικών αρουραίων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν αναφέρονται επιδράσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- διαταραχές ύδατος/ηλεκτρολυτών
- υπονατριαιμία
- υποκαλιαιμία
- ναυτία
- έμετος
- αρτηριακή υπόταση
- κράμπες
- ίλιγγος
- υπνηλία
- κατάσταση σύγχυσης
- πολυουρία
- ολιγουρία
- ανουρία (μέσω υπο-ογκαιμίας)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφοναμίδες, απλές Κωδικός ATC: C 03 BA 11
Μηχανισμός δράσης
Η ινδαπαμίδη είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο με έναν ινδολικό δακτύλιο, που σχετίζεται από φαρμακολογικής άποψης με τα θειαζιδικά διουρητικά και το οποίο δρα αναστέλλοντας την επαναρρόφηση του νατρίου στο επίπεδο του φλοιώδους τμήματος αραίωσης. Αυξάνει την απέκκριση από τα ούρα του νατρίου και των χλωριούχων και σε μικρότερο βαθμό του καλίου και του μαγνησίου, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη διούρηση και ασκώντας αντιυπερτασική δράση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι μελέτες των φάσεων ΙΙ και ΙΙΙ έδειξαν ότι, με μονοθεραπεία, η αντιυπερτασική δράση διαρκεί 24 ώρες. Η δράση αυτή ήταν εμφανής σε δόσεις στις οποίες δεν εκδηλώνονται παρά ελάχιστα οι διουρητικές της ιδιότητες. Η αντιυπερτασική δράση της ινδαπαμίδης προκαλεί βελτίωση της αρτηριακής διατασιμότητας και μείωση των ολικών περιφερικών αντιστάσεων και των αντιστάσεων των αρτηριδίων. Μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας. Υπάρχει ένα ανώτατο όριο αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών και παρόμοιας δράσης διουρητικών, όπου, πάνω από μία ορισμένη δόση, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξακολουθούν να αυξάνονται. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξάνεται, αν η θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική. Έχει, επιπλέον, αποδειχθεί ότι η ινδαπαμίδη στους υπερτασικούς ασθενείς, βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα:
- δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των λιπιδίων: τριγλυκεριδίων, LDL χοληστερόλης και HDL χοληστερόλης,
- δεν επηρεάζει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων, ακόμα και σε διαβητικούς υπερτασικούς ασθενείς.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η ινδαπαμίδη 1,5 mg κυκλοφορεί σε μία φαρμακοτεχνική μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης που βασίζεται σε ένα υλικό απελευθέρωσης, στο οποίο η φαρμακευτική ουσία είναι διασπαρμένη και το οποίο επιτρέπει την παρατεταμένη αποδέσμευση της ινδαπαμίδης.
Απορρόφηση
Το κλάσμα της ινδαπαμίδης που αποδεσμεύεται απορροφάται γρήγορα και πλήρως από την πεπτική οδό. Η πρόσληψη τροφής αυξάνει ελαφρά την ταχύτητα απορρόφησης, αλλά δεν επηρεάζει την ποσότητα του απορροφούμενου προϊόντος. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό επιτυγχάνονται περίπου 12 ώρες μετά τη λήψη και η επαναλαμβανόμενη λήψη μειώνει τη διακύμανση στις συγκεντρώσεις στον ορό, μεταξύ δύο λήψεων. Υπάρχει μια ενδο-ατομική μεταβλητότητα.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι της τάξης του 79%. Η ημιπερίοδος ζωής είναι μεταξύ 14 και 24 ωρών (18 ώρες κατά μέσο όρο). Σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 7 ημέρες. Οι επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις δεν προκαλούν συσσώρευση.
Μεταβολισμός
Η απέκκριση γίνεται κυρίως από τα ούρα (κατά 70% της δόσης) και από τα κόπρανα (22%), με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών.
Άτομα υψηλού κινδύνου
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.