NIMODIPINE
Νιμοδιπίνη
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NIMOTOP
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση, Ενστάλλαξη στον υπαραχνοειδή χώρο, Από του στόματος (μετά την έγχυση)
- Χορήγηση: Συνεχής ενδοφλέβια έγχυση, χορήγηση σε 4ωρα διαστήματα (από του στόματος)
- Δόση έναρξης: 1mg/h (περίπου 15μg/kg/h)
- Τιτλοποίηση: Αύξηση μετά τη δεύτερη ώρα σε 2mg/h (περίπου 30μg/kg/h) αν είναι ανεκτό
-
Γενική δοσολογία (Ενδοφλέβια έγχυση)ΔόσηΑρχικά 1mg/h (περίπου 15μg/kg/h), αυξάνεται σε 2mg/h (περίπου 30μg/kg/h) αν είναι ανεκτόΜέγ. δόση2mg/hΣε ασθενείς <70kg ή με ασταθή ΑΠ, έναρξη με 0.5mg/h. Μείωση δόσης σε περίπτωση δυσανεξίας.
-
Ενστάλλαξη στον υπαραχνοειδή χώροΔόση1ml νιμοδιπίνης διάλυμα για έγχυση + 19ml διαλύματος Ringer, προθερμασμένο στη θερμοκρασία του αίματος
-
Ηπατική δυσλειτουργία (σοβαρή)Μείωση δόσης ανάλογα με την ΑΠ, πιθανή διακοπή.
-
Προφυλακτική χρήση (μετά την αιμορραγία)Ενδοφλέβια: Έναρξη εντός 4 ημερών, διάρκεια έως 10-14 ημέρες. Μετά από χειρουργική επέμβαση, τουλάχιστον 5 ημέρες μετά. Συνέχιση από του στόματος: 7 ημέρες (6x60mg/ημέρα).
-
Θεραπευτική χρήση (αγγειόσπασμος)Έναρξη το ταχύτερο δυνατό, διάρκεια 5-14 ημέρες. Συνέχιση από του στόματος: 7 ημέρες (6x60mg/ημέρα).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς <18 ετών.
block
SPC-NIMOTOP
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη νιμοδιπίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
-
Η νιμοδιπίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς κατά τη διάρκεια ή εντός μηνός απο ένα επεισόδιο ασταθούς στηθάγχης ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.
warning
SPC-NIMOTOP
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Εγκεφαλική πίεσηπαρακολούθησηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση σε περιπτώσεις γενικευμένου εγκεφαλικού οιδήματος.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή υπόταση (συστολική πίεση < 100mmHg)Απαιτείται προσοχή.
-
Ηπατική και νεφρική λειτουργίαπαρακολούθησηΑπαιτείται προσοχή.
-
ΣταθερότηταΗ δραστική ουσία είναι ευαίσθητη στο φως, πρέπει να αποφεύγεται η αποθήκευση και η χρήση στο άμεσο ηλιακό φως. Κατά τη διάρκεια των εγχύσεων, συνιστάται η προστασία της αντλίας και των σωλήνων με αδιαφανή καλύμματα ή η χρησιμοποίηση συριγγών και σωλήνων έγχυσης με μαύρο ή καστανό χρώμα. Στο διάχυτο φως της ημέρας ή στο τεχνητό φως, το Nimotop παραμένει δραστικό για 10 ώρες.
-
ΑιθανόληΠληθυσμόςΈγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες, παιδιά και ομάδες υψηλού κινδύνου όπως ασθενείς με παθήσεις του ήπατος ή επιληψία.Το περιεχόμενο αιθανόλης (23.7% κατ’ όγκο, έως 50g/ημερήσια δόση) μπορεί να είναι επιβλαβές για αυτούς που υποφέρουν από αλκοολισμό ή επηρεασμένο μεταβολισμό αλκοολών και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακαπαρακολούθησηΗ ποσότητα του αλκοόλ μπορεί να επηρεάσει τις επιδράσεις άλλων φαρμάκων. Η Nimodipine μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 3Α4. Τα φάρμακα που αναστέλλουν ή επάγουν αυτό το ένζυμο μπορεί να επηρεάσουν την κάθαρση της Nimodipine. Φάρμακα που είναι γνωστοί αναστολείς του κυτοχρώματος P450 3Α4 (π.χ. μακρολίδια αντιβιοτικά, αναστολείς HIV πρωτεάσης, αντιμυκητιασικές αζόλες, νεφαζοδόνη, φλουοξετίνη, Quinipristin/dalfopristin, σιμετιδίνη, βαλπροϊκό οξύ) μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις της nimodipine στο πλάσμα. Μετά από συγχορήγηση, η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται και εάν είναι απαραίτητο, μια μείωση στη δόση της Nimodipine να ληφθεί υπόψη.
swap_horiz
SPC-NIMOTOP
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων νιμοδιπίνης στο πλάσμα (~50%)ΣύστασηΜείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν χρειαστεί
-
ΠαρακολούθησηΜικρή μείωση των επιπέδων νιμοδιπίνης
-
ΑντένδειξηΕπιταχύνει το μεταβολισμό της νιμοδιπίνης
-
ΑντένδειξηΜειώνει σημαντικά τη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης Nimodipine
-
Μακρολίδια αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη)ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
Αναστολείς της HIV πρωτεάσης (π.χ. ritonavir)ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
Αντιμυκητιασικές αζόλες (π.ζ. κετοκοναζόλη)ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
Quinipristin / dalfopristinΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΈλεγχος ΑΠ, μείωση δόσης νιμοδιπίνης εάν απαραίτητο
-
Φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεσηΠαρακολούθησηΕνισχυμένη αντιυπερτασική δράσηΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή
-
β-αναστολείς (ενδοφλέβια)ΠροσοχήΑμοιβαία επίταση αρνητικής ινοτρόπου δράσης, κίνδυνος καρδιακής ανεπάρκειας
-
ΠαρακολούθησηΕπιδείνωση νεφρικής λειτουργίαςΣύστασηΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας, διακοπή θεραπείας εάν επιδεινωθεί
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση AUC του zidovudine, μείωση όγκου κατανομής και κάθαρσης
-
ΑλκοόλΠροσοχήΠιθανή ασυμβατότητα λόγω περιεκτικότητας αλκοόλ στο διάλυμα Nimotop
sick
SPC-NIMOTOP
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- θρομβοκυτοπενία
- Αλλεργική αντίδραση
- Εξάνθημα
- Κεφαλαλγία
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Υπόταση
- Αγγειοδιαστολή
- Ναυτία
- Ειλεός
- Παροδική αύξηση στα ηπατικά ένζυμα
- Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και της έγχυσης
- (Θρομβο) φλεβίτιδα στο σημείο της έγχυσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςθρομβοκυτοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη συχνέςΑλλεργική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη συχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη συχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές διαταραχές
-
Μη συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕιλεόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη συχνέςΠαροδική αύξηση στα ηπατικά ένζυμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη συχνέςΑντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και της έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη συχνές(Θρομβο) φλεβίτιδα στο σημείο της έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-NIMOTOP
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΕάν το διάλυμα για έγχυση nimodipine πρόκειται να χορηγηθεί κατά την κύηση, τα ωφέλη και οι πιθανοί κίνδυνοι πρέπει επομένως να υπολογιστούν προσεκτικά σύμφωνα με τη σοβαρότητα της κλινικής εικόνας. Η ενδοφλέβια χρήση της nimodipine κατά τη διάρκεια της κύησης μπορεί να γίνει μόνο, όταν η ωφέλεια για τον ασθενή δικαιολογείται, σε σχέση με τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ nimodipine και οι μεταβολίτες της έχουν δείξει ότι εμφανίζονται στο μητρικό γάλα σε συγκεντρώσεις παρόμοιου μεγέθους όσο οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις πλάσματος της μητέρας. Συστήνεται στις θηλάζουσες μητέρες να μη θηλάζουν τα μωρά τους όταν λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΣε μεμονωμένες περιπτώσεις in-vitro γονιμοποίησης, ανταγωνιστές ασβεστίου έχουν συσχετισθεί με αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στο τμήμα της κεφαλής των σπερματοζωαρίων, το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα επηρεασμένη λειτουργία του σπέρματος.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NIMOTOP
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-NIMOTOP
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NIMOTOP
expand_more
Δοσολογία
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, συνιστάται η ακόλουθη δοσολογία:
Ενδοφλέβια έγχυση Στην αρχή της θεραπείας επί 2 ώρες 1mg/h nimodipine (=5ml διαλύματος Nimotop την ώρα) (περίπου 15μg/kg βάρους σώματος την ώρα). Αν αυτό γίνει καλά ανεκτό και ιδιαίτερα, εάν δεν παρατηρηθούν εκσεσημασμένες πτώσεις της αρτηριακής πίεσης, η δόση αυξάνεται μετά τη δεύτερη ώρα σε 2mg=10ml διαλύματος Nimotop την ώρα (περίπου 30μg/kg βάρους σώματος την ώρα). Σε ασθενείς με βάρος σώματος σημαντικά μικρότερο από 70kg ή που παρουσιάζουν ασταθή αρτηριακή πίεση, η θεραπεία μπορεί να αρχίσει με δόση 0.5mg=2.5ml nimodipine διάλυμα για έγχυση την ώρα. Σε περίπτωση σημείων δυσανεξίας, η δόση πρέπει να ελαττώνεται και άλλο.
Ενστάλλαξη στον υπαραχνοειδή χώρο Κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης ένα φρέσκο προετοιμασμένο αραιωμένο διάλυμα για έγχυση Nimotop (1ml νιμοδιπίνης διάλυμα για έγχυση και 19ml διαλύματος Ringer) προθερμασμένο στη θερμοκρασία του αίματος μπορεί να ενσταλλαχθεί στον υπαραχνοειδή χώρο. Αυτό το αραιωμένο διάλυμα νιμοδιπίνης πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μετά την παρασκευή του.
Ειδικές πληθυσμοί/Καταστάσεις Σε ασθενείς που παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες, η δοσολογία πρέπει να μειωθεί όσο χρειάζεται ή η θεραπεία να διακοπεί. Σοβαρού βαθμού ηπατική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα η κίρρωση του ήπατος, μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα της νιμοδιπίνης λόγω ελάττωσης της ικανότητας πρώτης διόδου και της μεταβολικής κάθαρσης. Οι επιδράσεις και οι ανεπιθήμητες ενέργειες, π.χ. η πτώση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να είναι πιο εκσεσημασμένες. Στις περιπτώσεις αυτές η δόση πρέπει να μειωθεί, όπως ενδείκνυται ανάλογα με την αρτηριακή πίεση. Εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας.
Τρόπος χορήγησης Το διάλυμα για έγχυση Nimotop, χορηγείται ως συνεχής ενδοφλέβια έγχυση μέσα από κεντρικό καθετήρα χρησιμοποιώντας αντλία έγχυσης. Πρέπει να χορηγείται μέσω μιας τρίοδης στρόφιγγας (three-way stopcock) ενός τριών διόδων συστήματος χορήγησης ελέγχου ροής, είτε μαζί με glucose 5% ή, sodium chloride 0.9% ή lactated Ringer’s solution ή lactated Ringer’s solution με μαγνήσιο, ή διάλυμα dextran 40 ή HAES (poly (O-2-hydroxyethyl) starch 6%, σε αναλογία περίπου 1:4 (Nimotop συγχορηγούμενο). Επίσης, η μανιτόλη, η ανθρώπινη αλβουμίνη ή αίμα είναι κατάλληλα για ταυτόχρονη έγχυση. Η τρίοδη στρόφιγγα θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη σύνδεση του σωλήνα πολυαιθυλενίου της νιμοδιπίνης με τη γραμμή ταυτόχρονης έγχυσης και τον κεντρικό καθετήρα. Το διάλυμα για έγχυση Nimotop δεν πρέπει να προστίθεται σε σάκο ή φιάλη έγχυσης και δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φάρμακα. Η χορήγηση Nimotop διάλυμα για έγχυση θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια αναισθησίας, εγχείρησης και αγγειογραφίας.
Διάρκεια χορήγησης
- Προφυλακτική χρήση: Η ενδοφλέβια θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει όχι αργότερα από 4 ημέρες μετά την αιμορραγία και να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια του μέγιστου κινδύνου για αγγειόσπασμο δηλ. έως την 10η -14η ημέρα μετά την αιμορραγία. Εάν κατά τη διάρκεια της προφυλακτικής χορήγησης του Nimotop διάλυμα για έγχυση, η προέλευση της αιμορραγίας αντιμετωπισθεί χειρουργικά, η ενδοφλέβια χορήγηση του Nimotop διάλυμα για έγχυση θα πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 5 ημέρες μετά την εγχείρηση. Μετά το τέλος της θεραπείας έγχυσης, συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας με από του στόματος χορήγηση, για άλλες 7 περίπου ημέρες με ημερήσια δόση 6x2 επικαλυμμένα δισκία Νimotop 30mg (6x60mg) χορηγούμενα σε 4ωρα διαστήματα.
- Θεραπευτική χρήση: Όταν υπάρχει αγγειόσπασμος οφειλόμενος σε ισχαιμικές νευρολογικές διαταραχές, που εμφανίζονται ύστερα από υπαραχνοειδή αιμορραγία ανευρυσματικής προέλευσης, η θεραπεία πρέπει να αρχίζει το ταχύτερο δυνατό και να συνεχίζεται τουλάχιστον για 5 ημέρες και όχι περισσότερο από 14 ημέρες. Μετά, συνιστάται η χορήγηση επικαλυμμένων δισκίων 6x60mg Nimodipine ημερησίως χορηγούμενα ανά τετράωρο επί επταήμερον. Εάν κατά τη διάρκεια της προφυλακτικής χορήγησης του Nimotop διάλυμα για έγχυση, η προέλευση της αιμορραγίας αντιμετωπισθεί χειρουργικά, η ενδοφλέβια χορήγηση του Nimotop διάλυμα για έγχυση θα πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 5 ημέρες μετά την εγχείρηση.
Ειδικοί πληθυσμοί Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της Nimodipine σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
SPC-NIMOTOP
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NIMOTOP
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NIMOTOP
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φάρμακα που επηρεάζουν τη νιμοδιπίνη:
- Fluoxetine: Περίπου 50% υψηλότερες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης στο πλάσμα. Μειωμένα επίπεδα fluoxetine.
- Nortriptyline: Μικρή μείωση των επιπέδων νιμοδιπίνης.
- CYP3A4 inhibitors/inducers: Η nimodipine μεταβολίζεται μέσω του CYP3A4. Φάρμακα που αναστέλλουν ή επάγουν αυτό το σύστημα μπορεί να επηρεάσουν την κάθαρση της nimodipine.
- Rifampicin: Επιταχύνει το μεταβολισμό (ένζυμη επαγωγή). Αντένδειξη.
- Αντιεπιληπτικά (φαινoβαρβιτόλη, φαινυτοϊνη, καρβαμαζεπίνη): Μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος. Αντένδειξη.
- Αναστολείς CYP3A4 (μακρολίδια, αναστολείς HIV πρωτεάσης, αντιμυκητιασικές αζόλες, νεφαζοδόνη, φλουοξετίνη, quinipristin/dalfopristin, σιμετιδίνη, βαλπροϊκό οξύ): Αυξημένες συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης. Παρακολούθηση ΑΠ, πιθανή μείωση δόσης nimodipine.
Επιδράσεις της νιμοδιπίνης σε άλλα φάρμακα:
- Φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεση (διουρητικά, β-αναστολείς, α-ΜΕΑ, Α1-ανταγωνιστές, άλλοι ανταγωνιστές ασβεστίου, α-αδρενεργικοί αποκλειστές, αναστολείς φωσφοδιεστεράσης τύπου 5, α-methyldopa): Ενισχυμένη αντιυπερτασική δράση. Ιδιαίτερη προσοχή.
- β-αναστολείς (ενδοφλέβια): Αμοιβαία αρνητική ινοτρόπος δράση, πιθανή καρδιακή ανεπάρκεια.
- Δυνητικά νεφροτοξικά φάρμακα (αμινογλυκοσίδες, κεφαλοσπορίνες, φουροσεμίδη): Επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
- Zidovudine: Αύξηση AUC του zidovudine, μείωση όγκου κατανομής και κάθαρσης.
Άλλες μορφές αλληλεπίδρασης:
- Αλκοόλ (23.7% κ.ο. διάλυμα Nimotop): Προσοχή σε ασυμβατότητα.
Αλληλεπιδράσεις που δείχθηκε ότι δεν υπάρχουν:
- Aripiprazole: Καμία αλληλεπίδραση.
- Diazepam, digoxin, glibenclamide, indomethacin, ranitidine, warfarin (από του στόματος): Καμία αλληλεπίδραση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NIMOTOP
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν αναφερθεί με τη nimodipine συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Οι συχνότητες ορίζονται ως:
- πολύ συχνές (≥ 1/10)
- συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
- μη συχνές (≥ 1/1,000 έως < 1/1,000)
- σπάνιες (≥ 1/10,000 έως < 1/1,000)
- πολύ σπάνιες (<1/10,000)
ΠΙΝΑΚΑΣ 01: Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
| Σύστημα κατηγορίας οργάνου (MedDRA) | Mη συχνές | Σπάνιες |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | θρομβοκυτοπενία | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αλλεργική αντίδραση, Εξάνθημα | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | |
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία | Βραδυκαρδία |
| Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, Αγγειοδιαστολή | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Ναυτία | Ειλεός |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Παροδική αύξηση στα ηπατικά ένζυμα | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης και της έγχυσης (Θρομβο) φλεβίτιδα στο σημείο της έγχυσης |
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-NIMOTOP
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκής και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Εάν το διάλυμα για έγχυση nimodipine πρόκειται να χορηγηθεί κατά την κύηση, τα ωφέλη και οι πιθανοί κίνδυνοι πρέπει επομένως να υπολογιστούν προσεκτικά σύμφωνα με τη σοβαρότητα της κλινικής εικόνας. Η ενδοφλέβια χρήση της nimodipine κατά τη διάρκεια της κύησης μπορεί να γίνει μόνο, όταν η ωφέλεια για τον ασθενή δικαιολογείται, σε σχέση με τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Η nimodipine και οι μεταβολίτες της έχουν δείξει ότι εμφανίζονται στο μητρικό γάλα σε συγκεντρώσεις παρόμοιου μεγέθους όσο οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις πλάσματος της μητέρας. Συστήνεται στις θηλάζουσες μητέρες να μη θηλάζουν τα μωρά τους όταν λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Γονιμότητα
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις in-vitro γονιμοποίησης, ανταγωνιστές ασβεστίου έχουν συσχετισθεί με αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στο τμήμα της κεφαλής των σπερματοζωαρίων, το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα επηρεασμένη λειτουργία του σπέρματος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NIMOTOP
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η νιμοδιπίνη είναι ένας ανταγωνιστής ασβεστίου που ανήκει στην ομάδα των 1,4- διϋδροπυριδινών. Οι διαδικασίες συστολής των κυττάρων του λείου μυϊκού ιστού εξαρτώνται από τα ιόντα ασβεστίου, τα οποία εισέρχονται στα κύτταρα αυτά κατά την εκφόρτιση ως βραχέα διαμεμβρανικά ιονικά ρεύματα. Η νιμοδιπίνη αναστέλει τη μεταφορά ιόντων ασβεστίου μέσα σε αυτά τα κύτταρα και επομένως αναστέλει τις συσπάσεις του αγγειακού λείου μυϊκού ιστού. Σε πειράματα σε ζώα, η νιμοδιπίνη είχε μια μεγαλύτερη επίδραση στις εγκεφαλικές αρτηρίες από ότι σε αρτηριές αλλού στο σώμα. Επειδή ίσως είναι πολύ λιπόφιλη, διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμού. Έχουν εντοπιστεί συγκεντρώσεις νιμοδιπίνης τόσο υψηλές ως και 12,5ng/mL στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε ασθενείς με υπαραχνοειδή αιμορραγία που θεραπεύθηκαν με νιμοδιπίνη.
Η νιμοδιπίνη έχει μία κατά προτίμηση εγκεφαλική αγγειοδιασταλτική και αντισχαιμική δράση. Η αγγειοσύσπαση που προκαλείται in vitro από διάφορες αγγειοδραστικές ουσίες (π.χ. σεροτονίνη, προσταγλαδίνες, ή ισταμίνη) ή aπό αίμα ή προϊόντα διασπάσεως του αίματος, μπορούν να προληφθούν ή να εξαλειφθούν με τη χρήση νιμοδιπίνης. Η νιμοδιπίνη έχει επίσης νευροφαρμακολογικές και ψυχοφαρμακολογικές ιδιότητες.
Σύμφωνα με έρευνες σε ασθενείς, που υπέφεραν από οξείες διαταραχές της εγκεφαλικής κυκλοφορίας η νιμοδιπίνη έδειξε ότι διαστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου και αυξάνει την εγκεφαλική κυκλοφορία. Η αύξηση της αιμάτωσης είναι κατά κανόνα μεγαλύτερη στην προηγουμένως βλαφθείσα και υποαιματούμενη περιοχή του εγκεφάλου συγκριτικά με τις υγιείς. Η ισχαιμική νευρολογική βλάβη σε ασθενείς με υπαραχνοειδή αιμορραγία και ο ρυθμός θνησιμότητας είναι μειώνονται σημαντικά με τη χρήση της νιμοδιπίνης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NIMOTOP
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η από του στόματος χορηγούμενη δραστική ουσία νιμοδιπίνη, απορροφάται σχεδόν πλήρως. Η αναλοίωτη δραστική ουσία και οι αρχικοί μεταβολίτες της «πρώτης διόδου» εντοπίζονται στο πλάσμα ήδη 10-15 λεπτά μετά τη λήψη του δισκίου. Μετά από χορήγηση πολλαπλών από του στόματος δόσεων (3 x 30mg/day), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) είναι 7,3-43,2 ng/mL σε ηλικιωμένα άτομα, ενώ αυτές επιτυγχάνονται μετά από 0,6-1,6h (tmax). Εφάπαξ δόσεις 30mg και 60mg σε νεαρά άτομα, επέφεραν μέσες συγκεντρώσεις πλάσματος 16 ± 8ng/mL και 31 ± 12 ng/mL, αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις και η περιοχή υπό την καμπύλη αυξάνουν αναλογικά με τη δόση έως και την υψηλότερη ελεγχθείσα δόση (90 mg). Μετά από συνεχή έγχυση 0,03mg/kg/h επιτυγχάνονται οι μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση 17,6- 26,6 ng/mL. Μετά από ενδοφλέβιες ενέσεις έναρξης (bolus) oι συγκεντρώσεις πλάσματος της νιμοδιπίνης μειώνονται διφασικά με χρόνους ημίσειας ζωής 5-10min και περίπου 60min. Ο όγκος κατανομής (Vss, 2-χωρο μοντέλο) για ενδοφλέβια χορήγηση υπολογίζεται σε 0,9-1,6l/kg βάρους σώματος. Η ολική (συστηματική) κάθαρση είναι 0,6-1,9l/h/kg.
Κατανομή Η νιμοδιπίνη δεσμεύεται κατά 97-99% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος Σε μελέτες σε πειραματόζωα η ραδιενέργεια από επισημασμένη (C)-nimodipine διέπερασε το φράγμα του πλακούντα. Παρόμοια κατανομή είναι πιθανή για τους ανθρώπους, παρότι δεν υπάρχουν πειραματικά δεδομένα σε αυτόν τον τομέα. Η νιμοδιπίνη και/ή οι μεταβολίτες της έχει δειχθεί οτι εμφανίζονται στο γάλα των αρουραίων σε συγκεντρώσεις πολύ υψηλότερες από ότι στο μητρικό γάλα. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου, που προσδιορίσθηκαν στο μητρικό γάλα ήταν ανάλογου εύρους των αντιστοίχων συγκεντρώσεων πλάσματος στη μητέρα. Μετά από χορήγηση από του στόματος και ενδοφλέβια, η nimodipine μπορεί να ανιχνευθεί στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε συγκεντρώσεις περίπου 0.5% των μετρουμένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Αυτές αντιστοιχούν περίπου στις ελεύθερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός-Αποβολή Η νιμοδιπίνη απομακρύνεται με μεταβολισμό μέσω του συστήματος του κυτοχρώματος P 450 3A4, κυρίως με αφυδρογόνωση του διυδροπυριδινικού δακτυλίου και οξειδωτική απομεθυλίωση του εστέρα. Η οξειδωτική εστερική απομεθυλίωση, η υδροξυλίωση των 2-6 μεθυλομάδων και η σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ, είναι τα επόμενα σημαντικά μεταβολικά βήματα. Oι 3 κύριοι μεταβολίτες, που βρίσκονται στο πλάσμα δείχνουν είτε καμία ή μόνο ασήμαντη θεραπευτική υπολοιπόμενη δραστικότητα. Επίδραση στα ηπατικά ένζυμα δια επαγωγής ή αναστολής δεν είναι γνωστά. Στους ανθρώπους οι μεταβολίτες αποβάλλονται κατά 50% δια των νεφρών και κατά 30% με τη χολή. Η κινητική της απομάκρυνσης είναι γραμμική. Η ημιπερίοδος ζωής για τη νιμοδιπίνη είναι ανάμεσα στις 1,1 και 1,7h. Ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι 5-10h και δεν έχει σημασία για τον καθορισμό του δοσολογικού διαστήματος.
Βιοδιαθεσιμότητα Λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου (περίπου 85-95%), η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 5-15%.
ΕΟΦ · 2.6.2
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
expand_more
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως αντισταθμίζεται από την ελάττωση του μεταφορτίου από την αγγειοδιαστολή. Στα αγγεία προκαλείται ελάττωση του μυϊκού τόνου και αγγειοδιαστολή τόσο στα περιφερικά όσο και στα στεφανιαία αγγεία. Τέλος, στο ερεθισματαγωγό σύστημα προκαλούν ελάττωση της ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος. Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει να αποφεύγονται στην καρδιακή ανεπάρκεια την οποία ενδέχεται να επιδεινώσουν.
Οι εκπρόσωποι της ομάδας αυτής διαφέρουν αρκετά ως προς τα σημεία στα οποία ασκεί ο καθένας την κύρια δράση του. Οι διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους ως προς τη δράση τους οι ποικίλοι ανταγωνιστές ασβεστίου είναι μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες μεταξύ β-αποκλειστών. Υπάρχουν ως εκ τούτου σημαντικές διαφορές μεταξύ βεραπαμίλης και ανταγωνιστών ασβεστίου που είναι παράγωγα της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη, η νικαρδιπίνη και η ισραδιπίνη. Η βεραπαμίλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στηθάγχης, της υπέρτασης και των αρρυθμιών. Μειώνει την καρδιακή παροχή, επιβραδύνει την καρδιακή συχνότητα και πιθανόν να επηρεάσει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, να επιδεινώσει διαταραχές της αγωγιμότητας και να προκαλέσει υπόταση. Κατά κανόνα, δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αποκλειστές. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί την πλέον κοινή ανεπιθύμητη ενέργεια.
Η νιφεδιπίνη μειώνει τον τόνο των λείων μυικών ινών και διαστέλλει τις στεφανιαίες και περιφερικές αρτηρίες. Έχει μεγαλύτερη δράση στα αγγεία και μικρότερη στο μυοκάρδιο σε σχέση με τη βεραπαμίλη και δεν έχει αντιαρρυθμική δράση. Σπάνια προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια γιατί ακόμα και η μάλλον ασήμαντη αρνητική ινότροπη δράση της αντιρροπείται από την αγγειοδιασταλτική της. Η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη μοιάζουν με την νιφεδιπίνη και δεν έχουν αρνητική ινότροπη δράση. Έχουν μακρότερο χρόνο δράσης και μπορούν να χορηγηθούν άπαξ ημερησίως. Η νιφεδιπίνη, η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης. Είναι πολύτιμα φάρμακα στην αγωγή των μορφών στηθάγχης που σχετίζονται με σπασμό των στεφανιαίων αγγείων. Χρησιμοποιούνται σαν φάρμακα επικουρικά των β-αποκλειστών και σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους β-αποκλειστές. Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι οι εξάψεις και η κεφαλαλγία (μειώνεται μετά από μερικές μέρες) καθώς και το οίδημα των κάτω άκρων (δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στη χορήγηση διουρητικών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην αγγειοδιασταλτική δράση των φαρμάκων αυτών.
Η ισραδιπίνη και η λασιδιπίνη έχουν παρόμοια δράση με εκείνη της νιφεδιπίνης. Έχουν ένδειξη μόνο για την αγωγή της αρτηριακής υπέρτασης.
Η διλτιαζέμη έχει δράση ενδιάμεση μεταξύ βεραπαμίλης και διυδροπυριδινών. Είναι δραστική στις περισσότερες μορφές της στηθάγχης. Η συσκευασία μακράς δράσης του φαρμάκου αυτού χρησιμοποιείται επίσης για την αγωγή της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους οι β-αποκλειστές είτε αντενδείκνυνται είτε είναι αναποτελεσματικοί. Έχει μικρότερη αρνητική ινότροπη δράση σε σχέση με την βεραπαμίλη. Η από κοινού χρήση του φαρμάκου με β-αποκλειστές απαιτεί προσοχή.
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου δεν μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανθεκτικά μετά από χορήγηση β-αποκλειστών, νιτρωδών, ασπιρίνης και ηπαρίνης.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απότομη διακοπή φαρμάκου αυτής της κατηγορίας μπορεί να προκαλέσει αύξηση των στηθαγχικών συμπτωμάτων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η νιμοδιπίνη ανήκει στην κατηγορία φαρμακολογικών παραγόντων που ονομάζονται αναστολείς διαύλων ασβεστίου. Η νιμοδιπίνη ενδείκνυται για τη βελτίωση της νευρολογικής έκβασης μειώνοντας τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ισχαιμικών ελλειμμάτων σε ασθενείς με υπαραχνοειδή αιμορραγία από ρήξη συγγενούς ανευρύσματος, οι οποίοι βρίσκονται σε καλή νευρολογική κατάσταση μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο (π.χ. Βαθμίδες Hunt και Hess I-III).
Οι διαδικασίες σύσπασης των λείων μυϊκών κυττάρων εξαρτώνται από τα ιόντα ασβεστίου, τα οποία εισέρχονται σε αυτά τα κύτταρα κατά την εκπόλωση ως βραδείες ιοντικές διαμεμβρανικές ρεύσεις. Η νιμοδιπίνη αναστέλλει τη μεταφορά ιόντων ασβεστίου σε αυτά τα κύτταρα και, ως εκ τούτου, αναστέλλει τις συσπάσεις του αγγειακού λείου μυός.
Σε πειραματόζωα, η νιμοδιπίνη είχε μεγαλύτερη επίδραση στις εγκεφαλικές αρτηρίες παρά στις αρτηρίες αλλού στο σώμα, ίσως επειδή είναι εξαιρετικά λιπόφιλη, επιτρέποντάς της να διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι γνωστός, η νιμοδιπίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική εισροή ασβεστίου μέσω εξαρτώμενων από τάση και ενεργοποιούμενων από υποδοχέα βραδέων διαύλων ασβεστίου, διαμέσου των μεμβρανών των κυττάρων του μυοκαρδίου, του αγγειακού λείου μυός και των νευρικών κυττάρων.
Με τη συγκεκριμένη σύνδεσή του με τους διαύλους ασβεστίου τύπου L που εξαρτώνται από τάση, η νιμοδιπίνη αναστέλλει τη μεταφορά ιόντων ασβεστίου, με αποτέλεσμα την αναστολή της σύσπασης του αγγειακού λείου μυός.
Ενδείξεις υποστηρίζουν ότι η διάταση των μικρών εγκεφαλικών αγγείων αντίστασης, με επακόλουθη αύξηση της παράπλευρης κυκλοφορίας, ή/και μια άμεση επίδραση που περιλαμβάνει την πρόληψη της υπερφόρτωσης ασβεστίου στους νευρώνες, μπορεί να ευθύνονται για την κλινική δράση της νιμοδιπίνης σε ασθενείς με υπαραχνοειδή αιμορραγία.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Στον άνθρωπο, η νιμοδιπίνη απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις συνήθως επιτυγχάνονται εντός μίας ώρας.
Η βιοδιαθεσιμότητα είναι 100% μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και 3-30% μετά από από του στόματος χορήγηση, λόγω εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου.
Η νιμοδιπίνη απεκκρίνεται σχεδόν αποκλειστικά με τη μορφή μεταβολιτών και λιγότερο από 1% ανακτάται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο. Έχουν αναγνωριστεί πολυάριθμοι μεταβολίτες, όλοι εκ των οποίων είναι είτε ανενεργοί είτε σημαντικά λιγότερο δραστικοί από τη μητρική ένωση.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
95% συνδέεται με πρωτεΐνες πλάσματος
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός μεταβολισμός μέσω CYP 3A4.
Η νιμοδιπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν Unii-96S4GG1upr, Dehydro nimodipine, και 2,6-Dimethyl-4-(3-nitrophenyl)-5-propan-2-yloxycarbonyl-1,4-dihydropyridine-3-carboxylic acid.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
1.7-9 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ, οι Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΤΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισροής ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διάτασης των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
57WA9QZ5WH
ΝΙΜΟΔΙΠΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διυδροπυριδίνης
Χημική Δομή [CS] - Διυδροπυριδίνες
Η νιμοδιπίνη είναι ένας Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου τύπου Διυδροπυριδίνης. Ο μηχανισμός δράσης της νιμοδιπίνης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου.
ΝΙΜΟΔΙΠΙΝΗ
Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διυδροπυριδίνης [EPC]; Διυδροπυριδίνες [CS]; Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ, οι Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΤΑΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισροής ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διάτασης των αιμοφόρων αγγείων.