NISOLDIPINE
Νισολδιπίνη
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SYSCOR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: κατά τη διάρκεια των γευμάτων (κατά προτίμηση με το πρόγευμα και επιπρόσθετα με το δείπνο)
- Δόση έναρξης: 1 δισκίο των 5 ή 10mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Μια περαιτέρω σταδιακή αύξηση της δοσολογίας μέχρι 40mg ημερησίως είναι δυνατή, όπου απαιτείται, διηρημένη σε δύο δόσεις μία το πρωί και μία το βράδυ.
-
Χρόνια σταθερή στηθάγχη και υπέρτασηΔόση1 δισκίο των 5 ή 10mg ημερησίως
-
Εάν η δοσολογία δεν είναι επαρκήςΔόσηδύο δισκία των 5 ή 10mg ημερησίως, ένα το πρωί και ένα το βράδυ
-
Σε περιπτώσεις που απαιτείται αύξησηΔόσημέχρι 40mg ημερησίως, διηρημένη σε δύο δόσεις μία το πρωί και μία το βράδυ
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔόση5mg νισολδιπίνης ημερησίωςΗ θεραπεία πρέπει να αρχίσει με τη χαμηλότερη δόση και ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά, επειδή η δραστικότητα του φαρμάκου μπορεί να ενισχυθεί και να παραταθεί.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών)Δόση5mg νισολδιπίνης ημερησίωςΣυνιστάται η τιτλοδότηση της δόσης να γίνεται πιο προσεκτικά.
block
SPC-SYSCOR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
σε περιπτώσεις υπερευαισθησίας στη νισολδιπίνη ή σε άλλες διϋδροπυριδίνες ή σε οποιοδήποτε συστατικό του φαρμάκου
-
σε καταστάσεις shock συμπεριλαμβανομένου του καρδιογενούς shock, ασταθούς στηθάγχης ή κατά τη διάρκεια ή εντός ενός μηνός μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου.
-
κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας
-
σε απόφραξη του χώρου εξώθησης της αριστερής κοιλίας (π.χ.μεγάλου βαθμού αορτική στένωση)
-
σε συνδυασμό με χρόνια χρήση ριφαμπικίνης ή φαινυτοϊνης,καρβαμαζεπίνης ή φαινοβαρβιτάλης.
-
σε συνδυασμό με κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη,φλουκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, τρολεανδομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, ριτοναβίρη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, σακουϊναβίρη ή αμπρεναβίρη.
warning
SPC-SYSCOR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Στηθαγχικές κρίσεις / Έμφραγμα μυοκαρδίουπολύ σπάνια
-
Χαμηλή πίεση του αίματος (βαριά υπόταση)Πληθυσμόςασθενείς με πολύ χαμηλή πίεση του αίματοςΕπιβάλλεται προσοχή
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή με επηρεασμένη κοιλιακή λειτουργίαΘα πρέπει να δίνεται προσοχή, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με β-αναστολείς
-
Ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίαςη θεραπεία πρέπει να ξεκινάει με τη χαμηλότερη δόση και ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη θεραπεία.
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακαΜετά από ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμάκων η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται και εάν είναι απαραίτητο μια μείωση στη δόση της νισολδιπίνης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
-
Σύνθεση (Λακτόζη)Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηφη γλυκόζης - γαλακτόζηςδεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-SYSCOR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΕπιταχύνει τον μεταβολισμό της νισολδιπίνης λόγω ενζυμικής επαγωγής, πιθανώς μειώνοντας την αποτελεσματικότητα.
-
αντένδειξηΧρόνια ταυτόχρονη λήψη μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα της νισολδιπίνης.
-
αντένδειξηΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Μείωση στις συγκεντρώσεις νισολδιπίνης και τη δραστηριότητα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
ΦαινοβαρβιτόνηαντένδειξηΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Μείωση στις συγκεντρώσεις νισολδιπίνης και τη δραστηριότητα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
Αντιβιοτικά μακρολίδια (π.χ. Ερυθρομυκίνη)αντένδειξηΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Το δυνητικό αλληλεπίδρασης φαρμάκων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό.
-
Αναστολείς της αντι-HIV πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη)αντένδειξηΔεν έχουν διεξαχθεί επίσημα μελέτες. Πιθανότητα σημαντικής κλινικά σχετιζόμενης αύξησης των συγκεντρώσεων της νισολδιπίνης δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
Αντιμυκητιασικές αζόλες (π.χ. κετοκοναζόλη)αντένδειξηΤαυτόχρονη χορήγηση αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της νισολδιπίνης περισσότερο από 20 φορές.
-
αντένδειξηΔεν έχουν διεξαχθεί επίσημα μελέτες. Το δυνητικό μιας κλινικά σχετιζόμενης αύξησης των συγκεντρώσεων πλάσματος της νισολδιπίνης δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
παρακολούθησηΤο δυνητικό για μια κλινικά σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της νισολδιπίνης δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
Quinipristin/ DalfopristinπαρακολούθησηΜπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις νισολδιπίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΑναμένεται ότι αναστέλλει τον μεταβολισμό της νισολδιπίνης, οδηγώντας σε αυξημένη αποτελεσματικότητα.
-
παρακολούθησηΟι επιδράσεις της νισολδιπίνης μπορεί να ενισχυθούν.
-
Φάρμακα για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης (διουρητικά, β αναστολείς, αναστολείς ΜΑΟ, ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειορτενσίνης 1 (ΑΤ1), άλλοι ανταγωνιστές ασβεστίου, 1-αδρενεργικοί αποκλειστές, Αναστολείς PDE5, α-μεθυλντόπα)παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
β αναστολείςπαρακολούθησηΣε μεμονωμένες περιπτώσεις σημάδια καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να συμβούν.
-
Χυμός γκρέιπφρουταποφεύγεταιΑναστέλλει το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4, επιφέροντας αυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος και παρατεταμένη δράση. Το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί.
sick
SPC-SYSCOR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις οξείας υπερευαισθησίας
- Αλλεργική αντίδραση
- Εξάνθημα
- Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Αλλεργικό οίδημα/αγγειοοίδημα (συμπερ. Οιδήματος του λάρυγγα*)
- Διαταραχές στη συμπεριφορά & διαταραχές ύπνου
- Αντιδράσεις ανησυχίας
- Διαταραχές ύπνου
- Κατάθλιψη
- Παράξενα όνειρα
- Ταραχή
- Ακαθόριστα αγγειοεγκεφαλικά συμπτώματα
- Ημικρανία
- Ίλιγγος
- Ακαθόριστα νευρολογικά συμπτώματα
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Ακαθόριστα επηρεασμένη περιφερική αντίληψη
- Παραισθησία
- Δυσθαισία
- Ακαθόριστες οπτικές διαταραχές
- Οπτικές διαταραχές
- Πόνος στα μάτια
- Ακαθόριστες διαταραχές ώτος
- Εμβοές
- Ακαθόριστα καρδιακά συμπτώματα
- Πόνος στο στήθος
- Ανωμαλίες στο ΗΚΓ
- Ακαθόριστες αρρυθμίες
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Ακαθόριστα αγγειακά συμπτώματα
- Οίδημα
- Αγγειοδιατολή
- Υπόταση
- Συμπτώματα ανωτέρας αναπνευστικής οδού
- Ρινική συμφόρηση
- Ρινορραγία
- Δύσπνοια
- Γαστρεντερικά συμπτώματα
- Γαστρεντερικός και στομαχικός πόνος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Γαστρεντερίτιδα
- Ξηρό στόμα
- Υπερπλασία ουλών
- Ήπιες έως μέτριες ηπατικές αντιδράσεις
- Παροδική αύξηση στα ηπατικά ένζυμα
- Ακαθόριστες διαταραχές αρθρώσεων και μυών
- Μυασθένεια
- Αθραλγία
- Μυαλγία
- Διαταραχές ουροποιητικού
- Πολυουρία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γενικό αίσθημα ασθένειας
- Αδιαθεσία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΟίδημα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγία
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις οξείας υπερευαισθησίας
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδραση
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
-
Όχι συχνέςΑλλεργικό οίδημα/αγγειοοίδημα (συμπερ. Οιδήματος του λάρυγγα*)
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις ανησυχίας
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ύπνου
-
ΣυχνέςΚατάθλιψη
-
ΣυχνέςΠαράξενα όνειρα
-
ΣυχνέςΤαραχή
-
ΣυχνέςΑκαθόριστα αγγειοεγκεφαλικά συμπτώματα
-
ΣυχνέςΗμικρανία
-
ΣυχνέςΊλιγγος
-
Όχι συχνέςΑκαθόριστα νευρολογικά συμπτώματα
-
ΣυχνέςΖάλη
-
ΣυχνέςΥπνηλία
-
ΣυχνέςΤρόμος
-
Όχι συχνέςΑκαθόριστα επηρεασμένη περιφερική αντίληψη
-
Όχι συχνέςΠαραισθησία
-
Όχι συχνέςΔυσθαισία
-
ΣυχνέςΑκαθόριστες οπτικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟπτικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠόνος στα μάτια
-
ΣυχνέςΑκαθόριστες διαταραχές ώτος
-
Όχι συχνέςΕμβοές
-
ΣυχνέςΑκαθόριστα καρδιακά συμπτώματα
-
ΣυχνέςΠόνος στο στήθος
-
ΣυχνέςΑνωμαλίες στο ΗΚΓ
-
Όχι συχνέςΑκαθόριστες αρρυθμίες
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμών
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδία
-
ΣυχνέςΑκαθόριστα αγγειακά συμπτώματα
-
ΣυχνέςΑγγειοδιατολή
-
ΣυχνέςΥπόταση
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα ανωτέρας αναπνευστικής οδού
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρηση
-
Όχι συχνέςΡινορραγία
-
ΣυχνέςΔύσπνοια
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικά συμπτώματα
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικός και στομαχικός πόνος
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότητα
-
ΣυχνέςΔιάρροια
-
ΣυχνέςΝαυτία
-
ΣυχνέςΈμετος
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδα
-
ΣυχνέςΞηρό στόμα
-
Όχι συχνέςΥπερπλασία ουλών
-
Όχι συχνέςΉπιες έως μέτριες ηπατικές αντιδράσεις
-
Όχι συχνέςΠαροδική αύξηση στα ηπατικά ένζυμα
-
ΣυχνέςΑκαθόριστες διαταραχές αρθρώσεων και μυών
-
Όχι συχνέςΜυασθένεια
-
ΣυχνέςΑθραλγία
-
ΣυχνέςΜυαλγία
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ουροποιητικού
-
ΣυχνέςΠολυουρία
-
ΣυχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργία
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργία
-
ΣυχνέςΓενικό αίσθημα ασθένειας
-
ΣυχνέςΑδιαθεσία
pregnant_woman
SPC-SYSCOR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΜελέτες σε ζώα με δόσεις σαφώς τοξικές για τη μητέρα έχουν εμφανίσει ενδείξεις ανωμαλιών στην διάπλαση (βλ.Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιη νισολδιπίνη διαπερνά πιθανώς στο μητρικό γάλα και δεν υπάρχουν στοιχεία διαθέσιμα, ώστε να εκτιμηθεί η φαρμακοδυναμική επίδρασή της στο έμβρυο(Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΣε μεμονωμένες περιπτώσεις γονιμοποίησης in-vitro, ο παρόμοιος ανταγωνιστής ασβεστίου νιφεδιπίνη έχει συσχετισθεί με αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στην κεφαλή του σπερματοζωαρίου, οι οποίες μπορεί να επιφέρουν σπερματική δυσλειτουργία. Σε άνδρες, οι οποίοι έχουν επανειλημμένα αποτύχει να τεκνοποιήσουν με in-vitro γονιμοποίηση, η νισολδιπίνη πρέπει να θεωρηθεί ως πιθανός λόγος, εαν δεν έχει βρεθεί άλλη αιτιολογία.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SYSCOR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SYSCOR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SYSCOR
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία κατά τη θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενή στο φάρμακο.Για την προσαρμογή της δόσης στις ανάγκες του κάθε ασθενή, το φάρμακο διατίθεται σε δύο περιεκτικότητες 5mg νισολδιπίνης και 10mg νισολδιπίνης. Στη χρόνια σταθερή στηθάγχη και στην υπέρταση συνιστάται αρχική δόση 1 δισκίο των 5 ή 10mg ημερησίως χορηγούμενο το πρωϊ. Εάν η δοσολογία αυτή δεν είναι επαρκής, τότε μπορούν να χορηγηθούν δύο δισκία των 5 ή 10mg ημερησίως, ένα το πρωί και ένα το βράδυ. Μια περαιτέρω σταδιακή αύξηση της δοσολογίας μέχρι 40mg ημερησίως είναι δυνατή, όπου απαιτείται, διηρημένη σε δύο δόσεις μία το πρωί και μία το βράδυ. Γενικά η εξατομίκευση της δοσολογίας με μικρότερα βήματα είναι δυνατή με το Syscor 5mg, ενώ στις περιπτώσεις που απαιτούνται υψηλότερες δόσεις η χρήση του Syscor 10mg είναι η πιο κατάλληλη. Tαυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς του CYP 3A4 ή επαγωγείς του CYP 3A4 μπορεί να επιβάλλει αναπροσαρμογή της δόσης της νισολδιπίνης ή διακοπή της (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης) Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η θεραπεία πρέπει να αρχίσει με τη χαμηλότερη δόση των 5mg νισολδιπίνης ημερησίως και ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά, επειδή η δραστικότητα του φαρμάκου μπορεί να ενισχυθεί και να παραταθεί (Βλ.Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες). Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (Βλ.Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες). Ηλικιωμένοι Η νισολδιπίνη είναι γενικά καλώς ανεκτή σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Συνιστάται πάντως η τιτλοδότηση της δόσης να γίνεται πιο προσεκτικά. Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει με τη χαμηλότερη δόση των 5mg νισολδιπίνης ημερησίως (Βλ.Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες). Παιδιά Το Syscor δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά, αφού δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τη χρήση του φαρμάκου σε ασθενείς αυτής της ηλικίας.
4.2.2 Χορήγηση Τα δισκία γενικά, δε πρέπει να μασώνται αλλά να καταπίνονται με λίγο νερό ή άλλο υγρό κατά τη διάρκεια των γευμάτων (κατά προτίμηση με το πρόγευμα και επιπρόσθετα με το δείπνο). Τα δισκία δε πρέπει να λαμβάνονται με χυμό γκρέιπφρουτ (grapefruit). Ο χυμός γκρέιπφρουτ δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά τη θεραπεία με Syscor. H θεραπεία με Syscor μπορεί να ξεκινήσει μετά από τουλάχιστον 4 ημέρες από τη λήψη χυμού γκρέιπφρουτ (βλ. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). 4.2.3 Διάρκεια θεραπείας Δεν υπάρχει περιορισμός στη διάρκεια της θεραπείας. Η διακοπή του Syscor πρέπει να γίνεται σταδιακά ιδιαίτερα αν λαμβάνεται σε υψηλή δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
SPC-SYSCOR
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Η χορήγηση του Syscor αντενδείκνυται:
- σε περιπτώσεις υπερευαισθησίας στη νισολδιπίνη ή σε άλλες διϋδροπυριδίνες ή σε οποιοδήποτε συστατικό του φαρμάκου
- σε καταστάσεις shock συμπεριλαμβανομένου του καρδιογενούς shock, ασταθούς στηθάγχης ή κατά τη διάρκεια ή εντός ενός μηνός μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου.
- κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας (βλ. Κύηση και γαλουχία)
- σε απόφραξη του χώρου εξώθησης της αριστερής κοιλίας (π.χ.μεγάλου βαθμού αορτική στένωση)
- σε συνδυασμό με χρόνια χρήση ριφαμπικίνης ή φαινυτοϊνης,καρβαμαζεπίνης ή φαινοβαρβιτάλης.
- σε συνδυασμό με κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη,φλουκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, τρολεανδομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, ριτοναβίρη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, σακουϊναβίρη ή αμπρεναβίρη. Η νισολδιπίνη μεταβολίζεται μέσω του συστήματος του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4. Επομένως φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ή επάγουν ισχυρά αυτό το ενζυμικό σύστημα μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό της πρώτης διόδου ή την κάθαρση της νισολδιπίνης (βλ.Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SYSCOR
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση
Όπως και με άλλες αγγειοδραστικές ουσίες, κατά την έναρξη της θεραπείας με το Syscor μπορεί πολύ σπάνια να συμβούν στηθαγχικές κρίσεις. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις έχει αναφερθεί έμφραγμα του μυοκαρδίου, εντούτοις δεν ήταν δυνατόν να διακριθεί εάν οφείλεται στο φάρμακο ή είναι επακόλουθο της φυσιολογικής εξέλιξης της υποκείμενης νόσου. Επιβάλλεται προσοχή σε ασθενείς με πολύ χαμηλή πίεση του αίματος (βαριά υπόταση: συστολική αρτηριακή πίεση μικρότερη από 90mmHg). Η ασφάλεια του Syscor σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια δεν έχει τεκμηριωθεί. Θα πρέπει επομένως να δίνεται προσοχή, όταν το Syscor χορηγείται σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή με επηρεασμένη κοιλιακή λειτουργία, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με β-αναστολείς. Σε ασθενείς με σοβαρές διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας, η δραστικότητα της νισολδιπίνης μπορεί να ενισχυθεί και παραταθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπεία πρέπει να ξεκινάει με τη χαμηλότερη δόση και ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη θεραπεία. Η νισολδιπίνη μεταβολίζεται μέσω του συστήματος του κυτοχρώματος P450 3A4. Επομένως φάρμακα που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ή επάγουν αυτό το ενζυμικό σύστημα μπορεί να επηρεάσουν τον μεταβολισμό της πρώτης διόδου ή την κάθαρση της νισολδιπίνης (βλ.Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, Αντενδείξεις.) Φάρμακα που είναι ήπιοι ή μέτριοι αναστολείς του συστήματος του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 και επομένως μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος της νισολδιπίνης είναι π.χ.
- κινιδίνη / δαλφοπριστίνη
- φλουοξετίνη
- βαλπροϊκό οξύ
- σιμετιδίνη Μετά από ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμάκων η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται και εάν είναι απαραίτητο μια μείωση στη δόση της νισολδιπίνης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Λόγω του ότι αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη, ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηφη γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SYSCOR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φάρμακα που επηρεάζουν τη νισολδιπίνη Η νισολδιπίνη μεταβολίζεται μέσω του συστήματος κυτοχρώματος P450 3A4, που βρίσκεται στον εντερικό βλενογόννο και στο ήπαρ. Φάρμακα που είναι γνωστό ότι είτε επάγουν είτε αναστέλλουν αυτό το ενζυμικό σύστημα μπορούν συνεπώς να επηρεάσουν το μεταβολισμό πρώτης διόδου ή την κάθαρση της νισολδιπίνης (βλ.Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλες μορφές αλληλεπιδράσεις, Αντενδείξεις). Η έκταση καθώς κα ιη διάρκεια των αλληλεπιδράσεων θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν χορηγείται η νισολδιπίνη μαζί με τα παρακάτω φάρμακα: Ριφαμπικίνη Από την εμπειρία με τον δομικά όμοιο ανταγωνιστή ασβεστίου νιφεδιπίνη θα πρέπει να αναμένεται ότι η ριφαμπικίνη επιταχύνει τον μεταβολισμό της νισολδιπίνης λόγω ενζυμικής επαγωγής. Επομένως η αποτελεσματικότητα της νισολδιπίνης πιθανώς να μειωθεί όταν χορηγείται ταυτόχρονα με ριφαμπικίνη. Συνεπώς η χρήση της νισολδιπίνης σε συνδυασμό με ριφαμπικίνη αντενδείκνυται (Βλ. Αντενδείξεις). Φάρμακα που επάγουν το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 όπως η φαινϋτοίνη, φαινοβαρβιτόνη, καρβαμαζεπίνη. Χρόνια ταυτόχρονη λήψη της φαινϋτοίνης μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα της νισολδιπίνης. Επομένως η νισολδιπίνη δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη νισολδιπίνη και την καρβαμαζεπίνη ή φαινοβαρβιτόνη. Καθώς και τα δυο φάρμακα έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τις συγκεντρώσεις πλάσματος του δομικά όμοιου αναστολέα διαύλων ασβεστίου νιμοδιπίνη λόγω ενζυμικής επαγωγής, μια μείωση στις συγκεντρώσεις νισολδιπίνης και τη δραστηριότητα δεν μπορεί να αποκλεισθεί (βλ.Αντενδείξεις) Αντιβιοτικά μακρολίδια (π.χ. Ερυθρομυκίνη) Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ της νισολδιπίνης και των αντιβιοτικών μακρολιδίων. Μερικά αντιβιοτικά μακρολίδια είναι γνωστό ότι αναστέλλουν το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4. Το δυνητικό αλληλεπίδρασης φαρμάκων δεν μπορεί να ληφθεί υποψη σε αυτό το στάδιο. Συνεπώς τα αντιβιοτικά μακρολίδια δεν πρέπει να χρησιμοποιειούνται σε συνδυασμό με τη νισολδιπίνη (βλ. αντενδείξεις). Η αζιθρομυκίνη, αν και δομικά συγγενεύει με την τάξη των αντιβιοτικών μακρολιδίων στερείται της αναστολής του CYP 3A4 και επομένως δεν αντενδείκνυται. Αναστολείς της αντι-HIV πρωτεάσης (π.χ. ριτοναβίρη) Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημα μελέτες για τη διερεύνηση πιθανής αλληλεπίδρασης μεταξύ της νισολδιπίνης και κάποιων από τους αναστολείς της αντι- APPROVED: 3-2-2010 HIV πρωτεάσης. Τα φάρμακα αυτής της ομάδας έχουν αναφερθεί σαν ισχυροί αναστολείς του συστήματος του κυτοχρώματος P450 3A4. Επομένως η πιθανότητα μιας σημαντικής κλινικά σχετιζόμενης αύξησης των συγκεντρώσεων της νισολδιπίνης στο πλάσμα, μετά από συγχορήγηση με αυτούς τους αναστολείς πρωτεάσης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί (βλ. αντενδείξεις). Αντιμυκητιασικές αζόλες (π.χ. κετοκοναζόλη) Ταυτόχρονη χορήγηση 200mg κετοκοναζόλης αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της νισολδιπίνης περισσότερο από 20 φορές. Λόγω του μεγέθους της αλληλεπίδρασης, μείωση της δόσης της νισολδιπίνης δεν συνιστάται (βλ.Αντενδείξεις). Νεφαζοδόνη Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημα μελέτες για τη διερεύνηση πιθανής αλληλεπίδρασης μεταξύ της νισολδιπίνης και της νεφαζοδόνης. Αυτό το φάρμακο έχει αναφερθεί να είναι ισχυρός αναστολέας του συστήματος του κυτοχρώματος P450 3A4. Επομένως το δυνητικό μιας κλινικά σχετιζόμενης αύξησης των συγκεντρώσεων πλάσματος της νισολδιπίνης, μετά από συγχορήγηση με νεφαζοδόνη δεν μπορεί να αποκλειστεί (βλ. αντενδείξεις). Μετά από συγχορήγηση των παρακάτω ήπιων έως μέτριων αναστολέων του συστήματος του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4, η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται και εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μια μείωση στη δόση της νισολδιπίνης (βλ.Δοσολογία και Τρόπος χορήγησης) Φλουοξετίνη Με βάση την εμπειρία με τον διϋδροπυριδικό ανταγωνιστή ασβεστίου νιμοδιπίνη, η ταυτόχρονη χορήγηση με το αντικαταθλίπτικό φλουοξετίνη οδήγησε, σε περίπου 50% υψηλότερες συγκεντρώσεις πλάσματος της νιμοδιπίνης. Η έκθεση με φλουοξετίνη μειώθηκε σημαντικά, ενώ ο ενεργός μεταβολίτης της, νουρφλουοξετίνη δεν επηρεάστηκε. Συνεπώς το δυνητικό για μια κλινικά σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της νισολδιπίνης μετά από συγχορήγηση με φλουοξετίνη δεν μπορεί να αποκλεισθεί (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Quinipristin/ Dalfopristin Mε βάση την εμπειρία με τον ανταγωνιστή ασβεστίου, νιφεδιπίνη, ταυτόχρονη χορήγηση quinipristin / dalfopristin μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις νισολδιπίνης στο πλάσμα (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Βαλπροϊκό οξύ Από την εμπειρία με τον όμοιο δομικά, ανταγωνιστή ασβεστίου νιμοδιπίνη πρέπει να αναμένεται ότι το βαλπροϊκό οξύ αναστέλλει τον μεταβολισμό της νισολδιπίνης. Η προκαλούμενη αύξηση στη συγκέντρωση πλάσματος πρέπει να αναμένεται ότι μεταφράζεται ως αυξημένη αποτελεσματικότητα του φαρμάκου (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Σιμετιδίνη Οι επιδράσεις της νισολδιπίνης μπορεί να ενισχυθούν με ταυτόχονη χορήγηση σιμετιδίνης. Η θεραπεία ασθενών που λαμβάνουν σιμετιδίνη πρέπει να ξεκινήσει με τη χαμηλότερη δόση της νισολδιπίνης και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά (βλ. Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Επιδράσεις της νισολδιπίνης σε άλλα φάρμακα: Φάρμακα για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης H νισολδιπίνη μπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα με αντιϋπερτασικά όπως:
- διουριτικά
- β αναστολείς
- αναστολείς ΜΑΟ
- ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειορτενσίνης 1 (ΑΤ1)
- άλλοι ανταγωνιστές ασβεστίου
- 1-αδρενεργικοί αποκλειστές
- Αναστολείς PDE5
- α-μεθυλντόπα Όταν η νισολδιπίνη χορηγείται ταυτόχρονα με β αναστολείς, ο ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά λόγω του ότι, σε μεμονωμένες περιπτώσεις σημάδια καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να συμβούν. Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων - φαγητού: Ο χυμός γκρέιπφρουτ αναστέλλει το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4. Επομένως χορήγηση νισολδιπίνης μαζί με χυμό γκρέιπφρουτ επιφέρει αυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος και παρατεταμένη δράση της νισολδιπίνης λόγω μειωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου ή μειωμένη κάθαρση. Ως συνέπεια το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί. Μετά τη λήψη χυμού γκρέιπφρουτ, αυτή η επίδραση μπορεί να διαρκέσει τουλάχιστον για 4 ημέρες μετά την τελευταία λήψη χυμού γκρέιπφρουτ. Συνεπώς η λήψη γκρέιπφρουτ / χυμού γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται ενώ λαμβάνεται νισολδιπίνη (βλ. Δοσολογία και Τρόπος χορήγησης) Αλληλεπιδράσεις που έχει αποδειχθεί ότι δεν υπάρχουν Γλυκοσιλιωμένη δακτυλίτιδα H νισολδιπίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της β-ακετυλ-διγοξίνης ή της διγιτοξίνης. Κινιδίνη Η νισολδιπίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της κινιδίνης. Ρανιτιδίνη Η ρανιτιδίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της νισολδιπίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SYSCOR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SYSCOR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χορήγηση κατά τη κύηση Η χορήγηση της νισολδιπίνης κατά την κύηση αντενδείκνυται. Μελέτες σε ζώα με δόσεις σαφώς τοξικές για τη μητέρα έχουν εμφανίσει ενδείξεις ανωμαλιών στην διάπλαση (βλ.Αντενδείξεις).
Χορήγηση κατά τη γαλουχία Η χρησή της νισολδιπίνης κατά τη περίοδο γαλουχίας αντενδείκνυται, επειδή η νισολδιπίνη διαπερνά πιθανώς στο μητρικό γάλα και δεν υπάρχουν στοιχεία διαθέσιμα, ώστε να εκτιμηθεί η φαρμακοδυναμική επίδρασή της στο έμβρυο(Αντενδείξεις).
Ιn vitro γονιμότητα Σε μεμονωμένες περιπτώσεις γονιμοποίησης in-vitro, ο παρόμοιος ανταγωνιστής ασβεστίου νιφεδιπίνη έχει συσχετισθεί με αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στην κεφαλή του σπερματοζωαρίου, οι οποίες μπορεί να επιφέρουν σπερματική δυσλειτουργία. Σε άνδρες, οι οποίοι έχουν επανειλημμένα αποτύχει να τεκνοποιήσουν με in-vitro γονιμοποίηση, η νισολδιπίνη πρέπει να θεωρηθεί ως πιθανός λόγος, εαν δεν έχει βρεθεί άλλη αιτιολογία.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SYSCOR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SYSCOR
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 2.6.2
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
expand_more
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως αντισταθμίζεται από την ελάττωση του μεταφορτίου από την αγγειοδιαστολή. Στα αγγεία προκαλείται ελάττωση του μυϊκού τόνου και αγγειοδιαστολή τόσο στα περιφερικά όσο και στα στεφανιαία αγγεία. Τέλος, στο ερεθισματαγωγό σύστημα προκαλούν ελάττωση της ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος. Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει να αποφεύγονται στην καρδιακή ανεπάρκεια την οποία ενδέχεται να επιδεινώσουν.
Οι εκπρόσωποι της ομάδας αυτής διαφέρουν αρκετά ως προς τα σημεία στα οποία ασκεί ο καθένας την κύρια δράση του. Οι διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους ως προς τη δράση τους οι ποικίλοι ανταγωνιστές ασβεστίου είναι μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες μεταξύ β-αποκλειστών. Υπάρχουν ως εκ τούτου σημαντικές διαφορές μεταξύ βεραπαμίλης και ανταγωνιστών ασβεστίου που είναι παράγωγα της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη, η νικαρδιπίνη και η ισραδιπίνη. Η βεραπαμίλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στηθάγχης, της υπέρτασης και των αρρυθμιών. Μειώνει την καρδιακή παροχή, επιβραδύνει την καρδιακή συχνότητα και πιθανόν να επηρεάσει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, να επιδεινώσει διαταραχές της αγωγιμότητας και να προκαλέσει υπόταση. Κατά κανόνα, δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αποκλειστές. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί την πλέον κοινή ανεπιθύμητη ενέργεια.
Η νιφεδιπίνη μειώνει τον τόνο των λείων μυικών ινών και διαστέλλει τις στεφανιαίες και περιφερικές αρτηρίες. Έχει μεγαλύτερη δράση στα αγγεία και μικρότερη στο μυοκάρδιο σε σχέση με τη βεραπαμίλη και δεν έχει αντιαρρυθμική δράση. Σπάνια προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια γιατί ακόμα και η μάλλον ασήμαντη αρνητική ινότροπη δράση της αντιρροπείται από την αγγειοδιασταλτική της. Η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη μοιάζουν με την νιφεδιπίνη και δεν έχουν αρνητική ινότροπη δράση. Έχουν μακρότερο χρόνο δράσης και μπορούν να χορηγηθούν άπαξ ημερησίως. Η νιφεδιπίνη, η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης. Είναι πολύτιμα φάρμακα στην αγωγή των μορφών στηθάγχης που σχετίζονται με σπασμό των στεφανιαίων αγγείων. Χρησιμοποιούνται σαν φάρμακα επικουρικά των β-αποκλειστών και σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους β-αποκλειστές. Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι οι εξάψεις και η κεφαλαλγία (μειώνεται μετά από μερικές μέρες) καθώς και το οίδημα των κάτω άκρων (δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στη χορήγηση διουρητικών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην αγγειοδιασταλτική δράση των φαρμάκων αυτών.
Η ισραδιπίνη και η λασιδιπίνη έχουν παρόμοια δράση με εκείνη της νιφεδιπίνης. Έχουν ένδειξη μόνο για την αγωγή της αρτηριακής υπέρτασης.
Η διλτιαζέμη έχει δράση ενδιάμεση μεταξύ βεραπαμίλης και διυδροπυριδινών. Είναι δραστική στις περισσότερες μορφές της στηθάγχης. Η συσκευασία μακράς δράσης του φαρμάκου αυτού χρησιμοποιείται επίσης για την αγωγή της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους οι β-αποκλειστές είτε αντενδείκνυνται είτε είναι αναποτελεσματικοί. Έχει μικρότερη αρνητική ινότροπη δράση σε σχέση με την βεραπαμίλη. Η από κοινού χρήση του φαρμάκου με β-αποκλειστές απαιτεί προσοχή.
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου δεν μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανθεκτικά μετά από χορήγηση β-αποκλειστών, νιτρωδών, ασπιρίνης και ηπαρίνης.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απότομη διακοπή φαρμάκου αυτής της κατηγορίας μπορεί να προκαλέσει αύξηση των στηθαγχικών συμπτωμάτων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΙΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ, οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΙΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ, οι ΑΝΑСТОΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΓΓΛΙΑΚΟΙ ΑΝΑСТОΛΕΙΣ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διαστολής των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
4I8HAB65SZ
NISOLDIPINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διυδροπυριδίνης
Χημική Δομή [CS] - Διυδροπυριδίνες
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μείωση Αρτηριακής Πίεσης
Η Νισολδιπίνη είναι ένας Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διυδροπυριδίνης. Ο μηχανισμός δράσης της νισολδιπίνης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου. Η φυσιολογική επίπτωση της νισολδιπίνης είναι μέσω της Μείωσης της Αρτηριακής Πίεσης.
NISOLDIPINE
Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου Διυδροπυριδίνης [EPC]; Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου [MoA]; Διυδροπυριδίνες [CS]; Μείωση Αρτηριακής Πίεσης [PE]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Β-ΑΝΤΙΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ, οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΝΤΙΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ, οι ΑΝΑСТОΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ, οι ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, οι ΑΓΓΛΙΑΚΟΙ ΑΝΑСТОΛΕΙΣ και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διαστολής των αιμοφόρων αγγείων.