ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ
C09DB04
SPC
ΕΟΦ
DrugBank
PubChem
Σκευάσματα
TELMISARTAN + AMLODIPINE
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος είναι ένα δισκίο ανά ημέρα.
Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο τελμισαρτάνης 80 mg/αμλοδιπίνης 10 mg ανά ημέρα.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν ενδείκνυται για μακροχρόνια θεραπεία.
Η χορήγηση της αμλοδιπίνης με γκρέηπφρουτ ή χυμό γκρέηπφρουτ δε συνιστάται καθώς η
βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να αυξηθεί σε ορισμένους ασθενείς με αποτέλεσμα αυξημένη δράση στη
μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλ. παράγραφο 4.5).
Επιπρόσθετη θεραπεία
Το Twynsta 40 mg/5 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δε
ρυθμίζεται επαρκώς με μονοθεραπεία αμλοδιπίνης 5 mg.
2 Συνιστάται εξατομικευμένη τιτλοδότηση της δόσης με τα συστατικά (δηλαδή αμλοδιπίνη και
τελμισαρτάνη) πριν την αλλαγή στο σταθερό συνδυασμό δόσεων. Όταν κρίνεται κλινικά αναγκαίο,
άμεση αντικατάσταση της μονοθεραπείας με το σταθερό συνδυασμό δόσεων μπορεί να λαμβάνεται
υπόψη.
Ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν 10 mg αμλοδιπίνης και εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω
δόσης όπως οίδημα, μπορεί να αλλάξουν σε Twynsta 40 mg/5 mg μια φορά ημερησίως, μειώνοντας
τη δόση της αμλοδιπίνης χωρίς να μειώνουν τη συνολική αναμενόμενη αντιυπερτασική απόκριση.
Θεραπεία αντικατάστασης
Ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν τελμισαρτάνη και αμλοδιπίνη από ξεχωριστά δισκία μπορούν
αντ’αυτού να λάβουν δισκία Twynsta που περιέχουν τις ίδιες δόσεις συστατικού σε ένα δισκίο μια
φορά ημερησίως.
Ηλικιωμένοι (ηλικίας > 65 ετών)
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς. Λίγες πληροφορίες είναι διαθέσιμες
για τους πολύ ηλικιωμένους ασθενείς.
Κανονικά δοσολογικά σχήματα αμλοδιπίνης συνιστώνται στους ηλικιωμένους, αλλά η αύξηση της
δόσης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. παράγραφο 4.4).
Νεφρική δυσλειτουργία
Περιορισμένη εμπειρία είναι διαθέσιμη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή
αιμοδιαπίδυση. Προσοχή συνιστάται όταν χορηγείται ο συνδυασμός τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης σε
τέτοιους ασθενείς καθώς η αμλοδιπίνη δεν υφίσταται αιμοδιαπίδυση και η τελμισαρτάνη δεν
απομακρύνεται από το αίμα με αιμοδιήθηση και δεν υφίσταται αιμοδιαπίδυση (βλέπε επίσης
παράγραφο 4.4).
Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική
δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Το Twynsta αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3). Σε
ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ο συνδυασμός τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης θα
πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Για την τελμισαρτάνη η δοσολογία δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα
40 mg ημερησίως (βλέπε παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης σε παιδιά
ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση.
Το Twynsta μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή. Συστήνεται όπως το Twynsta λαμβάνεται με λίγο
υγρό.
Το Twynsta πρέπει να φυλάσσεται στη σφραγισμένη κυψέλη λόγω της υγροσκοπικής ιδιότητας των
δισκίων. Τα δισκία πρέπει να αφαιρούνται από την κυψέλη λίγο πριν από τη χορήγηση (βλ.
παράγραφο 6.6).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, στα παράγωγα της διυδροπυριδίνης, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.6) Αποφρακτικές παθήσεις των χοληφόρων και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία Καταπληξία (συμπεριλαμβανομένης καρδιογενούς καταπληξίας) Απόφραξη της οδού εκροής της αριστερής κοιλίας (π.χ. υψηλού βαθμού στένωση αορτής) Αιμοδυναμικά ασταθής καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
3 Η ταυτόχρονη χρήση του συνδυασμού τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m2) (βλέπε παραγράφους 4.5 και 5.1).
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
Κύηση
Οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δε θα πρέπει να δίνονται κατά τη διάρκεια της
κύησης. Εκτός και αν η συνέχιση της αγωγής με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ
θεωρείται απαραίτητη, ασθενείς που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάζουν σε
εναλλακτικές αντιυπερτασικές αγωγές οι οποίες έχουν αποδεδειγμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση
κατά τη διάρκεια της κύησης. Όταν διαγνωστεί εγκυμοσύνη, η αγωγή με αποκλειστές των υποδοχέων
της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως, και εάν θεωρείται απαραίτητο θα πρέπει να
αρχίσει εναλλακτική αγωγή (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.6).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η τελμισαρτάνη απεκκρίνεται κυρίως από τη χολή. Ασθενείς με αποφρακτικές παθήσεις των
χοληφόρων ή ηπατική ανεπάρκεια αναμένεται να έχουν μειωμένη κάθαρση.
Ο χρόνος ημιζωής της αμλοδιπίνης παρατείνεται και οι τιμές AUC είναι υψηλότερες σε ασθενείς με
διαταραγμένη ηπατική λειτουργία· δεν έχουν καθιερωθεί συστάσεις ως προς τη δόση. Η αμλοδιπίνη
θα πρέπει επομένως να ξεκινήσει στο κατώτερο δοσολογικό εύρος και απαιτείται προσοχή, τόσο κατά
την αρχική θεραπεία όσο και κατά την αύξηση της δόσης.
Ο συνδυασμός τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης θα πρέπει επομένως να χρησιμοποιείται με προσοχή σε
αυτούς τους ασθενείς.
Νεφραγγειακή υπέρταση
Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας όταν ασθενείς με
αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της αρτηρίας με μονήρη λειτουργικό
νεφρό υποβάλλονται σε θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνηςαγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS).
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρού
Όταν ο συνδυασμός τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης χρησιμοποιείται σε ασθενείς με διαταραγμένη
νεφρική λειτουργία, συνιστάται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων καλίου και κρεατινίνης του ορού.
Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χορήγηση του συνδυασμού τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης σε
ασθενείς που έχουν κάνει πρόσφατα μεταμόσχευση νεφρού.
Η αμλοδιπίνη δεν υφίσταται αιμοδιαπίδυση και η τελμισαρτάνη δεν απομακρύνεται από το αίμα με
αιμοδιήθηση και δεν υφίσταται αιμοδιαπίδυση.
Ασθενείς με υποογκαιμία και/ή νατριοπενία
Συμπτωματική υπόταση, ιδιαίτερα μετά την πρώτη δόση, μπορεί να συμβεί σε ασθενείς με
υποογκαιμία και/ή νατριοπενία, που οφείλεται π.χ. σε έντονη διουρητική θεραπεία, διαιτητικό
περιορισμό του άλατος, διάρροια ή έμετο. Τέτοιες καταστάσεις πρέπει να διορθωθούν πριν τη
χορήγηση της τελμισαρτάνης. Εάν εμφανισθεί υπόταση με το συνδυασμό
τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε ύπτια θέση και, εάν είναι
απαραίτητο, να του χορηγείται ενδοφλεβίως φυσιολογικός ορός. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί
μόλις σταθεροποιηθεί η αρτηριακή πίεση.
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS)
Υπάρχουν αποδείξεις ότι η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων
αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης
νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας). Ως εκ τούτου, διπλός
αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RASS) μέσω της συνδυασμένης
χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν
συνιστάται (βλ. παραγράφους 4.5 και 5.1).
Εάν η θεραπεία διπλού αποκλεισμού θεωρείται απολύτως απαραίτητη, αυτό θα πρέπει να λάβει χώρα
μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας,
4 των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης.
Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να
χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Άλλες καταστάσεις με διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης
Σε ασθενείς των οποίων ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από τη
δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή
συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, συμπεριλαμβανομένης της στένωσης
της νεφρικής αρτηρίας), θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν αυτό το σύστημα έχει
συσχετισθεί με οξεία υπόταση, υπεραζωθαιμία, ολιγουρία, ή σπάνια με οξεία νεφρική ανεπάρκεια
(βλέπε παράγραφο 4.8).
Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός
Οι ασθενείς με πρωτοπαθή αλδοστερονισμό γενικά δεν ανταποκρίνονται σε αντιυπερτασικά φάρμακα
που δρουν μέσω αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Ως εκ τούτου, η χρήση της
τελμισαρτάνης δε συνιστάται.
Αορτική και μιτροειδής βαλβιδική στένωση, αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
Όπως και με άλλους αγγειοδιασταλτικούς παράγοντες, συστήνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που
πάσχουν από αορτική ή μιτροειδική βαλβιδική στένωση, ή αποφρακτική υπερτροφική
μυοκαρδιοπάθεια.
Ασταθής στηθάγχη, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση του συνδυασμού τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης
σε ασταθή στηθάγχη και κατά τη διάρκεια ή εντός ενός μήνα από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
Σε μια μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με
σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (τάξης III και IV κατά NYHA), η αναφερόμενη επίπτωση πνευμονικού
οιδήματος ήταν υψηλότερη στη ομάδα που έλαβε θεραπεία με αμλοδιπίνη από εκείνη στην ομάδα του
εικονικού φαρμάκου (βλ. παράγραφο 5.1). Συνεπώς, οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να
αντιμετωπίζονται με προσοχή.
Οι αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου, συμπεριλαμβανομένης της αμλοδιπίνης, θα πρέπει να
χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς μπορεί να
αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβάντων και θνησιμότητας.
Διαβητικοί ασθενείς σε αγωγή με ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά
Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν υπογλυκαιμία κατά τη θεραπεία με τελμισαρτάνη. Ως εκ
τούτου, σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται κατάλληλη παρακολούθηση της γλυκόζης
αίματος. Μπορεί να χρειαστεί ρύθμιση της δόσης της ινσουλίνης ή των αντιδιαβητικών όταν
ενδείκνυται.
Υπερκαλιαιμία
Η χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνηςαλδοστερόνης μπορεί να προκαλέσει υπερκαλιαιμία. Η υπερκαλιαιμία μπορεί να είναι θανατηφόρος
στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, σε διαβητικούς ασθενείς, σε ασθενείς που
λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα
καλίου, και/ή σε ασθενείς με διαμεσολαβούντα γεγονότα.
5 Πριν ληφθεί υπόψη η ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν το σύστημα
ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, η σχέση οφέλους/κινδύνου θα πρέπει να εκτιμηθεί.
Οι κύριοι παράγοντες κινδύνου για την υπερκαλιαιμία που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι:
Σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική δυσλειτουργία, ηλικία (>70 έτη)
Συνδυασμός με ένα ή περισσότερα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα
ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης και/ή με συμπληρώματα καλίου. Φαρμακευτικά
προϊόντα ή θεραπευτικές κατηγορίες φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να προκαλέσουν
υπερκαλιαιμία είναι υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, καλιοσυντηρητικά διουρητικά,
αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, μη-στεροειδή
αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών
αναστολέων της COX-2), ηπαρίνη, ανοσοκατασταλτικά (κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους) και
τριμεθοπρίμη.
Συνυπάρχοντα συμβάντα, ιδιαίτερα αφυδάτωση, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική
οξέωση, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, ξαφνική επιδείνωση της νεφρικής κατάστασης
(π.χ. λοιμώδεις νόσοι), κυτταρική λύση (π.χ. οξεία ισχαιμία άκρου, ραβδομυόλυση, εκτεταμένο
τραύμα).
Συνιστάται στενή παρακολούθηση του καλίου ορού σε αυτούς τους ασθενείς (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η αύξηση της δόσης αμλοδιπίνης θα πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ.
παράγραφο 4.2 και 5.2).
Σορβιτόλη
Κάθε δισκίο περιέχει 168,64 mg σορβιτόλης (E420).
Νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό
που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Ισχαιμική καρδιακή νόσος
Όπως με οποιοδήποτε αντιυπερτασικό φαρμακευτικό προϊόν, η υπερβολική μείωση της αρτηριακής
πίεσης σε ασθενείς με ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια ή ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσο μπορεί να
οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Εντερικό αγγειοοίδημα
Έχει αναφερθεί εντερικό αγγειοοίδημα σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αποκλειστές των
υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, (βλ. παράγραφο 4.8). Οι εν λόγω ασθενείς παρουσίασαν κοιλιακό
άλγος, ναυτία, έμετο και διάρροια. Τα συμπτώματα υποχώρησαν μετά τη διακοπή των αποκλειστών
των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Σε περίπτωση διάγνωσης εντερικού αγγειοοιδήματος, θα πρέπει
να διακόπτεται η χορήγηση της τελμισαρτάνης και θα πρέπει να ξεκινήσει η κατάλληλη
παρακολούθηση μέχρι την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
Δεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δύο συστατικών αυτών των συνδυασμών σταθερής
δόσης σε κλινικές μελέτες.
Αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με τον συνδυασμό
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων φαρμάκων.
Να ληφθεί υπόψη με ταυτόχρονη χορήγηση
Άλλα αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα
Η επίδραση στη μείωση της αρτηριακής πίεσης του συνδυασμού τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης μπορεί
να αυξηθεί με ταυτόχρονη χορήγηση άλλων αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων.
6 Φαρμακευτικά προϊόντα με δυνατότητα μείωσης της αρτηριακής πίεσης
Με βάση τις φαρμακολογικές τους ιδιότητες τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα αναμένεται να
ενισχύσουν τις υποτασικές δράσεις όλων των αντιυπερτασικών συμπεριλαμβανομένων αυτού του
φαρμακευτικού προϊόντος, π.χ. βακλοφαίνη, αμιφοστίνη, νευροληπτικά ή αντικαταθλιπτικά.
Επιπρόσθετα, η ορθοστατική υπόταση μπορεί να επιδεινωθεί από τα οινοπνευματώδη.
Κορτικοστεροειδή (συστηματική οδός)
Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης.
Αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με την τελμισαρτάνη
Η συγχορήγηση δε συνιστάται
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή συμπληρώματα καλίου
Οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ όπως η τελμισαρτάνη, εξασθενούν την
επαγόμενη από τα διουρητικά απώλεια καλίου. Τα καλιοσυντηρητικά διουρητικά π.χ.
σπιρονολακτόνη, επλερενόνη, τριαμτερένη ή αμιλορίδη, συμπληρώματα καλίου, ή υποκατάστατα
άλατος περιέχοντα κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε μια σημαντική αύξηση στο κάλιο ορού. Εάν
ενδείκνυται η συγχορήγηση λόγω καταγεγραμμένης υποκαλιαιμίας, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται
με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου ορού.
Λίθιο
Έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις λιθίου ορού και τοξικότητα κατά τη
διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης λιθίου με αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης
και με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, συμπεριλαμβανομένης της τελμισαρτάνης.
Εάν η χρήση του συνδυασμού είναι απαραίτητη, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των
επιπέδων λιθίου ορού.
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης
(RAAS)
Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνηςαγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ,
αποκλειστών των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης συσχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα
ανεπιθυμήτων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία
(περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνου
παράγοντα που δρα στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) (βλ.
παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.1).
Συγχορήγηση που απαιτεί προσοχή
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα
ΜΣΑΦ (δηλ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε δοσολογικά σχήματα ως αντιφλεγμονώδες, αναστολείς της
COX-2 και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ) μπορεί να ελαττώσουν την αντιυπερτασική δράση των
αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ.
Σε κάποιους ασθενείς με επιβαρημένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι
ασθενείς με επιβαρημένη νεφρική λειτουργία) η συγχορήγηση των αποκλειστών των υποδοχέων της
αγγειοτενσίνης ΙΙ και φαρμακευτικών προϊόντων που αναστέλλουν την κυκλοοξυγενάση μπορεί να
έχει ως αποτέλεσμα περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής
οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Επομένως, ο συνδυασμός θα
πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να
ενυδατώνονται επαρκώς και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας
μετά την έναρξη της συγχορηγούμενης αγωγής και στη συνέχεια κατά περιόδους.
Ραμιπρίλη
Σε μία μελέτη η συγχορήγηση τελμισαρτάνης και ραμιπρίλης οδήγησε σε μια αύξηση έως 2,5 φορές
στην AUC0-24 και Cmax της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης. Η κλινική σχέση αυτού του ευρήματος
δεν είναι γνωστή.
7
Συγχορήγηση που πρέπει να ληφθεί υπόψη
Διγοξίνη
Όταν η τελμισαρτάνη συγχορηγήθηκε με διγοξίνη, παρατηρήθηκαν διάμεσες αυξήσεις στη μέγιστη
συγκέντρωση πλάσματος της διγοξίνης (49%) και στην κατώτερη συγκέντρωση (20%). Κατά την
έναρξη, προσαρμογή και διακοπή της τελμισαρτάνης, συστήνεται η παρακολούθηση των επιπέδων
διγοξίνης, προκειμένου να διατηρηθούν τα επίπεδα εντός του θεραπευτικού εύρους.
Αλληλεπιδράσεις σχετιζόμενες με την αμλοδιπίνη
Ταυτόχρονη χρήση που απαιτεί προσοχή
Αναστολείς CYP3A4
Η ταυτόχρονη χρήση της αμλοδιπίνης με ισχυρούς ή μέτριους αναστολείς CYP3A4 (αναστολείς
πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά αζόλης, μακρολίδια όπως ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη, βεραπαμίλη
ή διλτιαζέμη) μπορεί να προκαλέσει σημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη, με αποτέλεσμα
αυξημένο κίνδυνο υπότασης. Η κλινική μεταφορά αυτών των ΦΚ διακυμάνσεων μπορεί να είναι πιο
έντονη στους ηλικιωμένους. Συνεπώς, ενδέχεται να απαιτείται κλινική παρακολούθηση και
προσαρμογή της δόσης.
Επαγωγείς CYP3A4
Με τη συγχορήγηση γνωστών επαγωγέων του CYP3A4, η συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα
μπορεί να ποικίλλει. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση και να
λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο ρύθμισης της δόσης τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την
ταυτόχρονη φαρμακευτική χορήγηση, ιδιαιτέρως με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 [π.χ.
ριφαμπικίνη, St. John’s wort (Υπερικό/Βαλσαμόχορτο)].
Δαντρολένιο (έγχυση)
Στα ζώα, παρατηρείται θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιαγγειακή κατέρρειψη σε
συνδυασμό με υπερκαλιαιμία μετά τη χορήγηση βεραπαμίλης και ενδοφλέβιου δαντρολενίου. Λόγω
του κινδύνου υπερκαλιαιμίας, συνιστάται να αποφεύγεται η συγχορήγηση αποκλειστών των διαύλων
ασβεστίου όπως η αμλοδιπίνη σε ασθενείς που είναι επιρρεπείς σε κακοήθη υπερθερμία και στη
διαχείριση της κακοήθους υπερθερμίας.
Γκρέηπφρουτ και χυμός γκρέηπφρουτ
Η χορήγηση της αμλοδιπίνης με γκρέηπφρουτ ή χυμό γκρέηπφρουτ δεν συνιστάται, καθώς η
βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να είναι αυξημένη σε ορισμένους ασθενείς οδηγώντας σε αυξημένες
επιδράσεις μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
Ταυτόχρονη χρήση που πρέπει να ληφθεί υπόψη
Τακρόλιμους
Υπάρχει κίνδυνος αυξημένων επιπέδων του τακρόλιμους στο αίμα όταν συγχορηγείται με αμλοδιπίνη,
αλλά ο φαρμακοκινητικός μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης δεν είναι πλήρως κατανοητός.
Προκειμένου να αποφευχθεί η τοξικότητα από το τακρόλιμους, η χορήγηση της αμλοδιπίνης σε
ασθενή υπό αγωγή με τακρόλιμους απαιτεί παρακολούθηση των επιπέδων του τακρόλιμους στο αίμα
και προσαρμογή της δόσης του τακρόλιμους όταν κρίνεται απαραίτητο.
Κυκλοσπορίνη
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων φαρμάκων με την κυκλοσπορίνη και την
αμλοδιπίνη σε υγιείς εθελοντές ή άλλους πληθυσμούς με την εξαίρεση ασθενών που έχουν υποβληθεί
σε μεταμόσχευση νεφρού, όπου παρατηρήθηκαν μεταβλητές αυξήσεις στις κατώτατες συγκεντρώσεις
(μέσος όρος 0%-40%) της κυκλοσπορίνης. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης
των επιπέδων της κυκλοσπορίνης σε ασθενείς υπό αγωγή με αμλοδιπίνη που έχουν υποβληθεί σε
μεταμόσχευση νεφρού, και θα πρέπει να γίνονται μειώσεις στη δόση της κυκλοσπορίνης κατά
περίπτωση.
Μηχανιστικός στόχος της ραπαμυκίνης (mTOR)
Οι αναστολείς mTOR όπως σιρόλιμους, τεμσιρόλιμους και εβερόλιμους είναι υποστρώματα του
CYP3A. Η αμλοδιπίνη είναι ασθενής αναστολέας του CYP3A. Με την ταυτόχρονη χρήση
αναστολέων mTOR, η αμλοδιπίνη μπορεί να αυξήσει την έκθεση των αναστολέων mTOR.
8
Σιμβαστατίνη
Συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων 10 mg αμλοδιπίνης με σιμβαστατίνη 80 mg είχε ως αποτέλεσμα μία
αύξηση στην έκθεση στη σιμβαστατίνη έως και 77% σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο
σιμβαστατίνης. Ως εκ τούτου, η δόση της σιμβαστατίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αμλοδιπίνη θα
πρέπει να περιορίζεται σε 20 mg ημερησίως.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
- Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
- Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ζάλη και περιφερικό οίδημα. Σοβαρή συγκοπή
- μπορεί να συμβεί σπάνια (λιγότερη από 1 περίπτωση στους 1.000 ασθενείς).
- Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στο παρελθόν με ένα από τα μεμονωμένα συστατικά
- (τελμισαρτάνη ή αμλοδιπίνη) μπορεί να αποτελούν πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες με το Twynsta
- επίσης, έστω και εάν δεν παρατηρήθηκαν σε κλινικές δοκιμές ή κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά
- την κυκλοφορία του.
- Περίληψη των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
- Η ασφάλεια και η ανεκτικότητα του Twynsta έχει αξιολογηθεί σε πέντε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες
- με περισσότερους από 3.500 ασθενείς, πάνω από 2.500 των οποίων έλαβαν τελμισαρτάνη σε
- συνδυασμό με αμλοδιπίνη.
- Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί σε κατηγορίες συχνότητας βάσει των ακόλουθων
- κανόνων: πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως 1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως 1/100),
- σπάνιες (1/10.000 έως 1/1.000), πολύ σπάνιες (1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να
- εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
- Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά
- φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
- 10
- Kατηγορία/οργανικό
- Twynsta
- σύστημα
- Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
- Όχι συχνές
- Τελμισαρτάνη
- Σπάνιες
- σηψαιμία
- συμπεριλαμβανομένης
- θανατηφόρας έκβασης1
- Αμλοδιπίνη
- λοίμωξη της ανώτερης
- αναπνευστικής οδού
- συμπεριλαμβανομένης
- φαρυγγίτιδας και
- παραρρινοκολπίτιδας,
- ουρολοίμωξη
- συμπεριλαμβανομένης
- κυστίτιδας
- κυστίτιδα
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Όχι συχνές
- αναιμία
- Σπάνιες
- θρομβοπενία,
- ηωσινοφιλία
- Πολύ σπάνιες
- λευκοπενία,
- θρομβοπενία
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες
- υπερευαισθησία,
- αναφυλακτική
- αντίδραση
- Πολύ σπάνιες
- υπερευαισθησία
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Όχι συχνές
- υπερκαλιαιμία
- Σπάνιες
- υπογλυκαιμία (σε
- διαβητικούς ασθενείς),
- υπονατριαιμία
- Πολύ σπάνιες
- υπεργλυκαιμία
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές
- μεταβολή διάθεσης
- Σπάνιες
- κατάθλιψη, άγχος,
- αϋπνία
- σύγχυση
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές
- ζάλη
- Όχι συχνές
- υπνηλία, ημικρανία,
- κεφαλαλγία,
- παραισθησία
- Σπάνιες
- συγκοπή, περιφερική
- νευροπάθεια,
- 11
- υπαισθησία,
- δυσγευσία, τρόμος
- Πολύ σπάνιες
- εξωπυραμιδικό
- σύνδρομο,
- υπερτονία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Συχνές
- οπτική διαταραχή
- (συμπεριλαμβανομένης
- διπλωπίας)
- Όχι συχνές
- οπτική δυσλειτουργία
- Σπάνιες
- οπτική διαταραχή
- Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Όχι συχνές
- ίλιγγος
- Καρδιακές διαταραχές
- Όχι συχνές
- εμβοές
- βραδυκαρδία, αίσθημα
- παλμών
- Σπάνιες
- ταχυκαρδία
- Πολύ σπάνιες
- Αγγειακές διαταραχές
- Όχι συχνές
- έμφραγμα του
- μυοκαρδίου, αρρυθμία,
- κοιλιακή ταχυκαρδία,
- κολπική μαρμαρυγή
- υπόταση, ορθοστατική
- υπόταση, έξαψη
- Πολύ σπάνιες
- αγγειίτιδα
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Όχι συχνές
- βήχας
- δύσπνοια
- δύσπνοια, ρινίτιδα
- Πολύ σπάνιες
- διάμεση
- πνευμονοπάθεια3
- Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Συχνές
- αλλαγή στις συνήθειες
- του εντέρου
- (συμπεριλαμβανομένης
- διάρροιας και
- δυσκοιλιότητας)
- Όχι συχνές
- κοιλιακό άλγος,
- διάρροια, ναυτία
- μετεωρισμός
- Σπάνιες
- έμετος, υπερτροφία
- των ούλων, δυσπεψία,
- ξηροστομία
- δυσφορία του
- στομάχου
- 12
- Πολύ σπάνιες
- παγκρεατίτιδα,
- γαστρίτιδα
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Σπάνιες
- μη φυσιολογική
- ηπατική λειτουργία,
- διαταραχή ήπατος2
- Πολύ σπάνιες
- ηπατίτιδα, ίκτερος,
- αυξήσεις ηπατικών
- ενζύμων (κυρίως
- συμβατές με
- χολόσταση)
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές
- κνησμός
- υπεριδρωσία
- Σπάνιες
- έκζεμα, ερύθημα,
- εξάνθημα
- αλωπεκία, πορφύρα,
- δυσχρωματισμός
- δέρματος, υπεριδρωσία
- αγγειοοίδημα
- (συμπεριλαμβανομένης
- θανατηφόρας
- έκβασης),
- φαρμακευτικό
- εξάνθημα, τοξικό
- δερματικό εξάνθημα,
- κνίδωση
- Πολύ σπάνιες
- αγγειοοίδημα,
- πολύμορφο ερύθημα,
- κνίδωση,
- αποφολιδωτική
- δερματίτιδα, σύνδρομο
- Stevens-Johnson,
- φωτοευαισθησία
- Μη γνωστές
- τοξική επιδερμική
- νεκρόλυση
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Συχνές
- Όχι συχνές
- αρθραλγία, μυϊκοί
- σπασμοί (κράμπες στα
- κάτω άκρα), μυαλγία
- Σπάνιες
- οσφυαλγία, πόνος στα
- άκρα (πόνος των κάτω
- άκρων)
- οίδημα του
- αστραγάλου
- πόνος τένοντα
- (συμπτώματα
- παρόμοια με
- τενοντίτιδα)
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές
- νεφρική δυσλειτουργία
- συμπεριλαμβανομένης
- οξείας νεφρικής
- 13
- διαταραχή ούρησης,
- πολλακιουρία
- ανεπάρκειας
- Σπάνιες
- νυκτουρία
- Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Όχι συχνές
- στυτική δυσλειτουργία
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές
- περιφερικό οίδημα
- Όχι συχνές
- εξασθένιση, θωρακικό
- άλγος, κόπωση, οίδημα
- Σπάνιες
- αίσθημα κακουχίας
- γριππώδης συνδρομή
- Παρακλινικές εξετάσεις
- Όχι συχνές
- αυξημένα ηπατικά
- ένζυμα
- αυξημένη κρεατινίνη
- αίματος
- Σπάνιες
- αυξημένο ουρικό οξύ
- αίματος
- γυναικομαστία
- άλγος
- αυξημένο σωματικό
- βάρος, μειωμένο
- σωματικό βάρος
- αυξημένη
- κρεατινοφωσφοκινάση
- αίματος, μειωμένη
- αιμοσφαιρίνη
- το συμβάν μπορεί να είναι ένα τυχαίο εύρημα ή να σχετίζεται με ένα μηχανισμό που επί του παρόντος δεν είναι γνωστός. 2: οι περισσότερες περιπτώσεις μη φυσιολογικής λειτουργίας ήπατος / διαταραχής ήπατος από την εμπειρία μετά τη διάθεση στην κυκλοφορία της τελμισαρτάνης παρατηρήθηκαν σε Ιάπωνες ασθενείς. Οι Ιάπωνες ασθενείς είναι περισσότερο πιθανό να εμφανίσουν αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες. 3: έχουν αναφερθεί περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας (κυρίως διάμεσης πνευμονίας και ηωσινοφιλικής πνευμονίας) από την εμπειρία μετά τη διάθεση στην κυκλοφορία της τελμισαρτάνης 1 Περιγραφή των επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Εντερικό αγγειοοίδημα Έχουν αναφερθεί περιστατικά εντερικού αγγειοοιδήματος μετά τη χρήση αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ (βλ. παράγραφο 4.4). Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Κύηση
Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του συνδυασμού τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης σε
έγκυο γυναίκα. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα σε ζώα με
το συνδυασμό τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης.
Τελμισαρτάνη
Η χρήση των αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του
πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλέπε παράγραφο 4.4). Η χρήση των αποκλειστών των
υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου
της εγκυμοσύνης (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
Μελέτες με τελμισαρτάνη σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς
ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης δεν ήταν καταληκτικά. Παρόλ’αυτά,
μια μικρή αύξηση στον κίνδυνο δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Ενώ δεν υπάρχουν ελεγχόμενα
επιδημιολογικά στοιχεία για τον κίνδυνο με τους αποκλειστές των υποδοχεών της αγγειοτενσίνης ΙΙ,
παρόμοιοι κίνδυνοι μπορεί να υπάρχουν για αυτήν την κατηγορία φαρμακευτικών προϊόντων. Εκτός
εάν η συνέχιση της θεραπείας με αποκλειστές υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θεωρηθεί απαραίτητη,
η θεραπεία ασθενών που επιδιώκουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να αλλάζει σε εναλλακτικές
αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν ένα καθιερωμένο ως προς την ασφάλεια προφίλ για χρήση στην
εγκυμοσύνη. Όταν διαγνωσθεί η εγκυμοσύνη, η θεραπεία με αποκλειστές υποδοχέων της
αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να διακοπεί αμέσως, και εάν είναι απαραίτητο, εναλλακτική θεραπεία θα
πρέπει να ξεκινήσει.
Έκθεση σε θεραπεία με αποκλειστές υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια του δεύτερου
και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επάγει την ανθρώπινη εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική
λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική
ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλέπε παράγραφο 5.3).
Εάν η έκθεση σε αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ έχει συμβεί από το δεύτερο τρίμηνο της
εγκυμοσύνης, υπέρηχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου συνιστάται.
Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αποκλειστές υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να
παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλέπε παράγραφο 4.3 και 4.4).
Αμλοδιπίνη
Η ασφάλεια της αμλοδιπίνης στην ανθρώπινη εγκυμοσύνη δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί.
Σε μελέτες σε ζώα, τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα παρατηρήθηκε σε υψηλές δόσεις (βλ.
παράγραφο 5.3).
Θηλασμός
Η αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το ποσοστό της μητρικής δόσης που λαμβάνεται
από το βρέφος έχει εκτιμηθεί με διάστημα μεταξύ 1ου και 3ου τεταρτημορίου 3-7%, με μέγιστο 15%.
Η επίδραση της αμλοδιπίνης στα βρέφη είναι άγνωστη.
Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της τελμισαρτάνης κατά τη διάρκεια
του θηλασμού, ο συνδυασμός τελμισαρτάνης/αμλοδιπίνης δε συνιστάται και εναλλακτικές θεραπείες
με καλύτερα καθιερωμένα προφίλ ασφαλείας κατά τη διάρκεια του θηλασμού είναι προτιμητέες,
ιδιαίτερα κατά το θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρα γεννημένου βρέφους.
9
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με το σταθερό συνδυασμό δόσεων ή με τα
μεμονωμένα συστατικά.
Δεν έχουν διεξαχθεί ξεχωριστές μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγή με το συνδυασμό
τελμισαρτάνης και αμπλιδιπίνης.
Σε προκλινικές μελέτες, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις της τελμισαρτάνης στη γονιμότητα του
άρρενος ή του θήλεος.
Σε ορισμένους ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου, έχουν
αναφερθεί αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων. Τα κλινικά
δεδομένα είναι ανεπαρκή σχετικά με την δυνητική επίδραση της αμλοδιπίνης στη γονιμότητα. Σε μία
μελέτη σε αρουραίους, εντοπίστηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα των αρσενικών (βλ.
παράγραφο 5.3).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης,
αποκλειστές των υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) και αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου,
κωδικός ATC: C09DB04
Το Twynsta συνδυάζει δύο αντιυπερτασικούς παράγοντες με συμπληρωματικούς μηχανισμούς για να
ελέγξουν την αρτηριακή πίεση σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση: έναν αποκλειστή του υποδοχέα
αγγειοτενσίνης ΙΙ, την τελμισαρτάνη, και ένα διυδροπυριδινικό αναστολέα των διαύλων ασβεστίου,
την αμλοδιπίνη.
Ο συνδυασμός αυτών των συστατικών έχει μια πρόσθετη αντιυπερτασική δράση, ελαττώνοντας την
αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι το κάθε συστατικό χωριστά.
Το Twynsta χορηγούμενο μία φορά την ημέρα προκαλεί αποτελεσματικές και ομαλές μειώσεις της
αρτηριακής πίεσης σε όλο το θεραπευτικό εύρος κατά τη διάρκεια του 24ώρου.
Τελμισαρτάνη
Η τελμισαρτάνη είναι ένας από του στόματος δραστικός και ειδικός αποκλειστής των υποδοχέων
(τύπου AT1) της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η τελμισαρτάνη εκτοπίζει την αγγειοτενσίνη ΙΙ με πολύ ισχυρή
χημική συγγένεια από τη θέση συνδέσεώς της στον υπότυπο AT1 του υποδοχέα, ο οποίος είναι
υπεύθυνος για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η τελμισαρτάνη δεν επιδεικνύει καμία
δραστηριότητα μερικού αγωνιστή στον υποδοχέα AT1. Η τελμισαρτάνη συνδέεται εκλεκτικά με τον
AT1 υποδοχέα. Η σύνδεση αυτή διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η τελμισαρτάνη δεν
παρουσιάζει χημική συγγένεια για άλλους υποδοχείς, συμπεριλαμβάνοντας τους AT2 και άλλους
λιγότερο χαρακτηρισμένους ΑΤ υποδοχείς. Ο λειτουργικός ρόλος αυτών των υποδοχέων δεν είναι
γνωστός, ούτε και το αποτέλεσμα πιθανής υπερδιέγερσής τους από την αγγειοτενσίνη ΙΙ, τα επίπεδα
της οποίας αυξάνονται από την τελμισαρτάνη. Τα επίπεδα αλδοστερόνης του πλάσματος μειώνονται
από την τελμισαρτάνη. Η τελμισαρτάνη δεν αναστέλλει την ανθρώπινη ρενίνη πλάσματος ή αποκλείει
τους διαύλους ιόντων. Η τελμισαρτάνη δεν αναστέλλει το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης
(κινινάση ΙΙ), το ένζυμο που διασπά επίσης τη βραδυκινίνη. Ως εκ τούτου, δεν αναμένεται να
επαυξήσει τις ανεπιθύμητες επιδράσεις επαγόμενες από τη βραδυκινίνη.
Σε ανθρώπους, μια δόση 80 mg τελμισαρτάνης αναστέλλει σχεδόν εξ’ ολοκλήρου την αύξηση της
πίεσης που προκαλείται από την αγγειοτενσίνη ΙΙ. Η ανασταλτική δράση διατηρείται για 24 ώρες και
15
είναι υπολογίσιμη μέχρι 48 ώρες.
Μετά τη χορήγηση της πρώτης δόσης της τελμισαρτάνης, η αντιυπερτασική δράση αρχίζει σταδιακά
να εμφανίζεται εντός 3 ωρών. Η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται γενικά 4 έως
8 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και διατηρείται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας
θεραπείας.
Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται σταθερή πέρα των 24 ωρών μετά τη λήψη και περιλαμβάνει τις
τελευταίες 4 ώρες πριν την επόμενη χορήγηση όπως φάνηκε από συνεχείς μετρήσεις της αρτηριακής
πίεσης περιπατητικών ασθενών. Αυτό επιβεβαιώνεται από το λόγο βάσεως προς κορυφή ο οποίος
ήταν διαρκώς άνω του 80% μετά από χορήγηση δόσεων 40 και 80 mg τελμισαρτάνης σε κλινικές
μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο. Υπάρχει μια φαινόμενη τάση στη σχέση δόσης με το
χρονικό διάστημα αποκατάστασης της τιμής αναφοράς της συστολικής αρτηριακής πίεσης. Σε σχέση
με αυτό, τα στοιχεία που αφορούν στη διαστολική αρτηριακή πίεση δεν είναι σταθερά.
Στους ασθενείς με υπέρταση η τελμισαρτάνη μειώνει τόσο τη συστολική όσο και τη διαστολική
αρτηριακή πίεση χωρίς να επηρεάζει τη συχνότητα παλμών. Η συμβολή της διουρητικής και
νατριουρητικής δράσης του φαρμακευτικού προϊόντος στην υποτασική του δράση μένει ακόμα να
καθορισθεί. Η αντιυπερτασική αποτελεσματικότητα της τελμισαρτάνης είναι συγκρίσιμη με την
αποτελεσματικότητα αντιπροσωπευτικών ουσιών από άλλες κατηγορίες αντιυπερτασικών
φαρμακευτικών προϊόντων (αυτό αποδείχθηκε σε κλινικές δοκιμές που συνέκριναν την τελμισαρτάνη
με αμλοδιπίνη, ατενολόλη, εναλαπρίλη, υδροχλωροθειαζίδη και λισινοπρίλη).
Σε απότομη διακοπή της θεραπείας με τελμισαρτάνη, η αρτηριακή πίεση επιστρέφει σταδιακά στις
προ - θεραπείας τιμές σε χρονικό διάστημα μερικών ημερών χωρίς ενδείξεις αντιδραστικής
υπέρτασης.
Η επίπτωση ξηρού βήχα ήταν σημαντικά χαμηλότερη στους ασθενείς που χορηγήθηκε τελμισαρτάνη
σε σύγκριση με αυτούς που χορηγήθηκαν αναστολείς ΜΕΑ σε κλινικές δοκιμές απευθείας σύγκρισης
των δύο αντιυπερτασικών θεραπειών.
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone
and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans
Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ
με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II.
Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή
εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης
τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
και διαβητική νεφροπάθεια
Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις
καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος
υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία.
Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης
σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ.
Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει
να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease
Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία
πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε
ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο.
Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο
καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην
ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα
και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική
δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του
εικονικού φαρμάκου.
16
Αμλοδιπίνη
Η αμλοδιπίνη είναι ένας αναστολέας εισροής ιόντων ασβεστίου της ομάδας της διυδροπυριδίνης
(βραδύς αναστολέας διαύλου ή ανταγωνιστής ιόντος ασβεστίου) και αναστέλλει τη διαμεμβρανική
εισροή ιόντων ασβεστίου στον καρδιακό και αγγειακό λείο μυ. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής
δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται σε μια άμεση μυοχαλαρωτική δράση στον αγγειακό λείο μυ, που
οδηγεί σε μειώσεις στην περιφερική αγγειακή αντίσταση και στην αρτηριακή πίεση. Πειραματικά
δεδομένα δείχνουν ότι η αμλοδιπίνη συνδέεται στις θέσεις σύνδεσης τόσο διυδροπυριδίνης όσο και
μη-διυδροπυριδίνης. Η αμλοδιπίνη είναι σχετικά αγγειο-εκλεκτική, με μια μεγαλύτερη επίδραση στα
κύτταρα του αγγειακού λείου μυός σε σχέση με τα κύτταρα του καρδιακού μυός.
Σε ασθενείς με υπέρταση, η εφάπαξ ημερήσια χορήγηση παρέχει κλινικά σημαντικές μειώσεις της
αρτηριακής πίεσης τόσο στην ύπτια όσο και στην όρθια θέση κατά τη διάρκεια του 24ώρου
διαστήματος. Εξαιτίας της βραχείας έναρξης της δράσης, η οξεία υπόταση δεν είναι χαρακτηριστικό
της χορήγησης αμλοδιπίνης.
Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι θεραπευτικές δόσεις της
αμλοδιπίνης οδήγησαν σε μείωση στη νεφρική αγγειακή αντίσταση και μια αύξηση στο ρυθμό
σπειραματικής διήθησης και στην αποτελεσματική ροή του πλάσματος νεφρού, χωρίς αλλαγή στο
κλάσμα διήθησης ή πρωτεϊνουρίας.
Η αμλοδιπίνη δεν έχει συσχετισθεί με οποιεσδήποτε δυσμενείς μεταβολικές δράσεις ή μεταβολές στα
λιπίδια πλάσματος και είναι κατάλληλη για χρήση σε ασθενείς με άσθμα, διαβήτη και ουρική
αρθρίτιδα.
Χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
Αιμοδυναμικές μελέτες και ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές βασισμένες σε άσκηση σε ασθενείς με
καρδιακή ανεπάρκεια τάξης II-IV κατά ΝΥΗΑ έδειξαν ότι η αμλοδιπίνη δεν οδήγησε σε κλινική
επιδείνωση όπως μετρήθηκε από την ανοχή στην άσκηση, κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας και
κλινική συμπτωματολογία.
Μια ελεγχόμενη μελέτη με εικονικό φάρμακο (PRAISE) σχεδιασμένη για να αξιολογήσει ασθενείς με
καρδιακή ανεπάρκεια τάξης ΙΙΙ-IV κατά NYHA που λαμβάνουν διγοξίνη, διουρητικά και αναστολείς
ΜΕΑ έδειξε ότι η αμλοδιπίνη δεν οδήγησε σε αύξηση στον κίνδυνο θνησιμότητας ή συνδυασμένης
θνησιμότητας και νοσηρότητας με καρδιακή ανεπάρκεια.
Σε μια επακόλουθη, μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (PRAISE-2) της
αμλοδιπίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ΝΥΗΑ III και IV χωρίς κλινικά συμπτώματα ή
αντικειμενικά ευρήματα υποδηλωτικής υποκείμενης ισχαιμικής νόσου, σε σταθερές δόσεις
αναστολέων ΜΕΑ, δακτυλίτιδας και διουρητικών, η αμλοδιπίνη δεν είχε καμία επίδραση στη
συνολική καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Σε αυτόν τον ίδιο πληθυσμό η αμλοδιπίνη συσχετίσθηκε με
αυξημένες αναφορές πνευμονικού οιδήματος.
Τελμισαρτάνη/Αμλοδιπίνη
Σε μια 8 εβδομάδων πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο,
παράλληλων ομάδων, παραγοντική μελέτη σε 1.461 ασθενείς με ήπια έως σοβαρή υπέρταση (μέση
διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση ≥95 και <119 mmHg), θεραπεία με κάθε συνδυασμό
δόσης του Twynsta είχε σαν αποτέλεσμα σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις διαστολικής και
συστολικής αρτηριακής πίεσης και υψηλότερα ποσοστά ελέγχου σε σύγκριση με τις αντίστοιχες
δραστικές ουσίες της μονοθεραπείας.
Το Twynsta έδειξε δοσοεξαρτώμενες μειώσεις στη συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση στο
θεραπευτικό δοσολογικό εύρος των −21,8/−16,5 mmHg (40 mg/5 mg), −22,1/−18,2 mmHg (80 mg
/5 mg), −24,7/−20,2 mmHg (40 mg/10 mg) και −26,4/-20,1 mmHg (80 mg/10 mg). Η μείωση της
διαστολικής αρτηριακής πίεσης <90 mmHg επιτεύχθηκε στο 71,6%, 74,8%, 82,1%, 85,3% των
ασθενών αντίστοιχα. Οι τιμές προσαρμόζονται για την τιμή βάσης και χώρα.
Η πλειοψηφία της αντιυπερτασικής δράσης επιτεύχθηκε μέσα σε 2 εβδομάδες μετά την έναρξη της
17
θεραπείας. Σε ένα υποσύνολο 1.050 ασθενών με μέτρια έως σοβαρή υπέρταση (ΔΑΠ ≥100 mmHg) το
32,7-51,8% ανταποκρίθηκαν επαρκώς σε μονοθεραπεία είτε με τελμισαρτάνη είτε με αμλοδιπίνη. Οι
παρατηρούμενες μέσες μεταβολές στη συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση με μια θεραπεία
συνδυασμού που περιέχει αμλοδιπίνη 5 mg (−22,2/-17,2 mmHg με 40 mg/5 mg· −22,5/-19,1 mmHg
με 80 mg/5 mg) ήταν συγκρίσιμες με ή μεγαλύτερες από αυτές που παρατηρούνται με αμλοδιπίνη
10 mg (−21,0/−17,6 mmHg) και συσχετίστηκαν με σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά οιδήματος (1,4%
με 40 mg/5 mg·0,5% με 80 mg/5 mg 17,6% με αμλοδιπίνη 10 mg).
Αυτόματη περιπατητική καταγραφή της αρτηριακής πίεσης που πραγματοποιήθηκε σε ένα υποσύνολο
των 562 ασθενών επιβεβαίωσε τα αποτελέσματα που εμφανίσθηκαν με τις μειώσεις της εντόςκλινικής συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου
των 24 ωρών.
Σε μια επακόλουθη πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, με παράλληλες ομάδες ελέγχου υπό
ενεργή αγωγή μελέτη, συνολικά 1.097 ασθενείς με ήπια έως σοβαρή υπέρταση που δε ρυθμίστηκαν
επαρκώς με αμλοδιπίνη 5 mg έλαβαν Twynsta (40 mg/5 mg ή 80 mg/5 mg) ή μονοθεραπεία με
αμλοδιπίνη (5 mg ή 10 mg). Έπειτα από 8 εβδομάδες θεραπείας, κάθε ένας από τους συνδυασμούς
ήταν στατιστικώς σημαντικά ανώτερος και από τις δύο δόσεις μονοθεραπείας με αμλοδιπίνη στη
μείωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης (−13,6/−9,4 mmHg, −15,0/−10,6 mmHg
με 40 mg/5 mg, 80 mg/5 mg έναντι −6,2/−5,7 mmHg, −11,1/−8,0 mmHg με αμλοδιπίνη 5 mg και
10 mg) και επιτεύχθησαν υψηλότερα ποσοστά ελέγχου διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση
με τις αντίστοιχες μονοθεραπείες (56,7%, 63,8% με 40 mg/5 mg και 80 mg/5 mg έναντι 42%, 56,7%
με αμλοδιπίνη 5 mg και 10 mg). Τα ποσοστά οιδήματος ήταν σημαντικά χαμηλότερα με 40 mg/5 mg
και 80 mg/5 mg σε σύγκριση με αμλοδιπίνη 10 mg (4,4% έναντι 24,9%, αντίστοιχα).
Σε μια άλλη πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, με παράλληλες ομάδες ελέγχου υπό ενεργή
αγωγή μελέτη, συνολικά 947 ασθενείς με ήπια έως σοβαρή υπέρταση που δε ρυθμίστηκαν επαρκώς
με αμλοδιπίνη 10 mg έλαβαν Twynsta (40 mg/10 mg ή 80 mg/10 mg) ή μονοθεραπεία με αμλοδιπίνη
(10 mg). Έπειτα από 8 εβδομάδες θεραπείας, κάθε ένας από τους συνδυασμούς ήταν στατιστικώς
σημαντικά ανώτερος από τη μονοθεραπεία με αμλοδιπίνη στη μείωση της συστολικής και
διαστολικής αρτηριακής πίεσης (−11,1/−9,2 mmHg, −11,3/−9,3 mmHg με 40 mg/10 mg,
80 mg/10 mg έναντι −7,4/−6,5 mmHg με αμλοδιπίνη 10 mg) και επιτεύχθησαν υψηλότερα ποσοστά
φυσιολογικής διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία (63,7%, 66,5% με
40 mg/10 mg, 80 mg/10 mg έναντι 51,1% με αμλοδιπίνη 10 mg).
Σε δύο αντίστοιχες ανοικτές μακροχρόνιες επακόλουθες μελέτες οι οποίες διεξήχθησαν για επιπλέον
6 μήνες η δράση του Twynsta διατηρήθηκε κατά την περίοδο της δοκιμής. Επιπρόσθετα φάνηκε ότι
ορισμένοι ασθενείς που δεν είχαν ρυθμιστεί επαρκώς με Twynsta 40 mg/10 mg είχαν πρόσθετη
μείωση αρτηριακής πίεσης με τιτλοποίηση σε Twynsta 80 mg/10 mg.
Η συνολική επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών με Twynsta στο κλινικό πρόγραμμα μελετών ήταν
χαμηλή με μόνο το 12,7% των ασθενών σε θεραπεία να εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι πιο
συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν περιφερικό οίδημα και ζάλη, βλέπε επίσης παράγραφο 4.8. Οι
ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ήταν σε συμφωνία με αυτές που αναμένονταν από τα
προφίλ ασφαλείας των συστατικών τελμισαρτάνη και αμλοδιπίνη. Δεν παρατηρήθηκαν νέες ή πιο
σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα συμβάντα που σχετίζονται με οίδημα (περιφερικό οίδημα,
γενικευμένο οίδημα και οίδημα) ήταν σταθερά χαμηλότερα σε ασθενείς που έλαβαν Twynsta σε
σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν αμλοδιπίνη 10 mg. Στη δοκιμή του παραγοντικού σχεδιασμού τα
ποσοστά του οιδήματος ήταν 1,3% με Twynsta 40 mg/5 mg και 80 mg/5 mg, 8,8% με Twynsta
40 mg/10 mg και 80 mg/10 mg και 18,4% με αμλοδιπίνη 10 mg. Σε ασθενείς που δεν είχαν ρυθμιστεί
με αμλοδιπίνη 5 mg τα ποσοστά οιδήματος ήταν 4,4% για το 40 mg/5 mg και 80 mg/5 mg και 24,9%
για την αμλοδιπίνη 10 mg.
Η αντιυπερτασική δράση του Twynsta ήταν παρόμοια ανεξάρτητα από την ηλικία και το φύλο και
ήταν παρόμοια σε ασθενείς με και χωρίς διαβήτη.
Το Twynsta δεν έχει μελετηθεί σε άλλον πληθυσμό ασθενών πέραν της υπέρτασης. Η τελμισαρτάνη
18
έχει μελετηθεί σε μια μεγάλη μελέτη εκβάσεων σε 25.620 ασθενείς με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο
(ONTARGET). Η αμλοδιπίνη έχει μελετηθεί σε ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχη,
αγγειοσπαστική στηθάγχη και καταγεγραμμένη με αγγειογραφία στεφανιαία νόσο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των
αποτελεσμάτων των μελετών με το Twynsta σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού
στην υπέρταση (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική του σταθερού συνδυασμού δόσεων
Το ποσοστό και η έκταση της απορρόφησης του Twynsta είναι ισοδύναμα με τη βιοδιαθεσιμότητα της
τελμισαρτάνης και της αμλοδιπίνης όταν χορηγούνται ως μεμονωμένα δισκία.
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της τελμισαρτάνης είναι ταχεία παρόλο που η ποσότητα που απορροφάται ποικίλλει.
Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα για την τελμισαρτάνη είναι περίπου 50%. Όταν η τελμισαρτάνη
λαμβάνεται με τροφή, η μείωση της περιοχής κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης πλάσματοςχρόνου (AUC0-∞) της τελμισαρτάνης ποικίλλει από περίπου 6%, (δόση 40 mg) έως 19% (δόση
160 mg). 3 ώρες μετά τη χορήγηση, οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι παρόμοιες είτε το telmisartan
λαμβάνεται σε κατάσταση νηστείας είτε με τροφή.
Μετά από του στόματος χορήγηση θεραπευτικών δόσεων, η αμλοδιπίνη απορροφάται καλά με
μέγιστα επίπεδα στο αίμα 6-12 ώρες μετά τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα έχει
υπολογισθεί ότι είναι μεταξύ 64 και 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από
την πρόσληψη τροφής.
Κατανομή
Η τελμισαρτάνη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος σε υψηλό βαθμό (>99,5%), κυρίως με τη
λευκωματίνη και την άλφα-1όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή
κατάσταση (Vdss) είναι περίπου 500 λίτρα.
Ο όγκος κατανομής της αμλοδιπίνης είναι περίπου 21 l/kg. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι περίπου το
97,5% της κυκλοφορούσας αμλοδιπίνης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος σε υπερτασικούς
ασθενείς.
Βιομετασχηματισμός
Η τελμισαρτάνη μεταβολίζεται μέσω σύζευξης στο γλυκουρονίδιο της μητρικής ουσίας. Δεν έχει
εμφανισθεί φαρμακολογική δραστηριότητα του προϊόντος της σύζευξης.
Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς (περίπου 90%) από το ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες.
Αποβολή
Η τελμισαρτάνη χαρακτηρίζεται από διεκθετική φαρμακοκινητική πτώση με τελικό χρόνο ημίσειας
ζωής για την αποβολή >20 ώρες. Η μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (Cmax) και, σε μικρότερη
έκταση, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC), αυξάνονται
δυσανάλογα με τη δόση. Δεν υπάρχει απόδειξη κλινικά σχετικής συσσώρευσης τελμισαρτάνης
λαμβανόμενης στη συνιστώμενη δόση. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος ήταν υψηλότερες στις γυναίκες
από ότι στους άνδρες, χωρίς ανάλογη επίδραση στην αποτελεσματικότητα.
Μετά από του στόματος (και ενδοφλέβια) χορήγηση, η τελμισαρτάνη απεκκρίνεται σχεδόν
αποκλειστικά με τα κόπρανα, κυρίως ως αμετάβλητη ουσία. Η αθροιστική νεφρική απέκκριση είναι
<1% της δόσης. Η συνολική κάθαρση του πλάσματος (Cltot) είναι υψηλή (περίπου 1.000 ml/min) σε
σύγκριση με τη ροή του αίματος του ήπατος (περίπου 1.500 ml/min).
Η αποβολή της αμλοδιπίνης από το πλάσμα είναι διφασική, με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής για την
19
αποβολή περίπου 30 έως 50 ώρες σε συνάρτηση με χορήγηση μία φορά την ημέρα. Τα επίπεδα
πλάσματος στη σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μετά από συνεχή χορήγηση για
7-8 ημέρες. Το δέκα τοις εκατό της αρχικής αμλοδιπίνης και 60% των μεταβολιτών της αμλοδιπίνης
απεκκρίνονται στα ούρα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η μικρή μείωση στην AUC για την τελμισαρτάνη δεν αναμένεται να προκαλέσει μείωση της
θεραπευτικής αποτελεσματικότητας. Δεν υπάρχει γραμμική σχέση μεταξύ των δόσεων και των
επιπέδων πλάσματος. Η Cmax και σε μικρότερο βαθμό η AUC αυξάνονται δυσανάλογα σε δόσεις άνω
των 40 mg.
Η αμλοδιπίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική.
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικία κάτω των 18 ετών)
Δεν είναι διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Φύλο
Παρατηρήθηκαν διαφορές στις συγκεντρώσεις πλάσματος της τελμισαρτάνης, με Cmax και AUC να
είναι περίπου 3 και 2 φορές υψηλότερη, αντίστοιχα, σε γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες.
Ηλικιωμένοι
Η φαρμακοκινητική της τελμισαρτάνης δε διαφέρει σε νεαρούς και ηλικιωμένους ασθενείς.
Ο χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων πλάσματος της αμλοδιπίνης είναι παρόμοιος
σε ηλικιωμένα και νεότερα άτομα. Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η κάθαρση αμλοδιπίνης έχει τάση να
φθίνει με επακόλουθες αυξήσεις στην AUC και στο χρόνο ημίσειας ζωής για αποβολή.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, παρατηρήθηκε διπλασιασμός των
συγκεντρώσεων πλάσματος της τελμισαρτάνης. Παρ’όλα αυτά, παρατηρήθηκαν χαμηλότερες
συγκεντρώσεις πλάσματος σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια που υφίστανται αιμοκάθαρση. Η
τελμισαρτάνη συνδέεται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια και
δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιαπίδυση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή δε
μεταβάλλεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της αμλοδιπίνης δεν
επηρεάζεται σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Φαρμακοκινητικές μελέτες σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία έδειξαν μια αύξηση στην απόλυτη
βιοδιαθεσιμότητα της τελμισαρτάνης έως σχεδόν 100%. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή της
τελμισαρτάνης δε μεταβάλλεται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με ηπατική
ανεπάρκεια έχουν μειωμένη κάθαρση της αμλοδιπίνης με επακόλουθη αύξηση περίπου 40-60% στην
AUC.
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats
Κρίσιμα Στοιχεία
Οδός χορήγησης
oral
Μορφή
tablet
Σκευάσματα σε κυκλοφορία
2
science
Εργαλεία & Οδηγίες
Όλα →
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
CID
72734364
Μοριακός τύπος
C59H61ClN6O10S
Μοριακό βάρος
1081.7
IUPAC
benzenesulfonic acid;3-O-ethyl 5-O-methyl 2-(2-aminoethoxymethyl)-4-(2-chlorophenyl)-6-methyl-1,4-dihydropyridine-3,5-dicarboxylate;2-[4-[[4-methyl-6-(1-methylbenzimidazol-2-yl)-2-propylbenzimidazol-1-yl]methyl]phenyl]benzoic acid
InChIKey
GDHJVBZJCAMUGS-UHFFFAOYSA-N