Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C07AB03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ATENOLOL

Ατενολόλη

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου …

Chemical structure of ATENOLOL

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Yπέρταση, στηθάγχη, ορισμένες αρρυθμίες. Περιπτώσεις οξέος εμφράγ- ματος μυοκαρδίου, εφόσον δεν ελαμβάνοντο προηγουμένως β-αποκλειστές και δεν υπάρχει υπόταση ή οι λοιπές αντενδείξεις.
medication
SPC-NEOCARDON

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα, ενδοφλέβια
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, δύο φορές την ημέρα, κάθε δεύτερη ημέρα
Δόση έναρξης:
50mg
Τιτλοποίηση:
Αύξηση της δόσης δεν προσφέρει επιπρόσθετο όφελος για τους ασθενείς με στηθάγχη.
  • Ενήλικες - Υπέρταση
    Δόση50-100mg μία φορά την ημέρα
    Η επιθυμητή ανταπόκριση παρατηρείται μετά από 2 εβδομάδες. Περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης παρατηρείται με το συνδυασμό ατενολόλης με άλλες αντιυπερτασικές θεραπείες.
  • Ενήλικες - Στηθάγχη
    Δόση100mg μία φορά την ημέρα ή 50mg δύο φορές την ημέρα
    Δεν υπάρχει επιπρόσθετο όφελος στον ασθενή από αύξηση της δόσης.
  • Ενήλικες - Έμφραγμα μυοκαρδίου (ενδοφλέβια)
    Δόση5-10mg με αργή ενδοφλέβια ένεση (1mg/λεπτό)
    Χορηγούνται αμέσως σε ασθενείς εντός 12 ωρών από την εμφάνιση στηθαγχικού πόνου. Aκολούθως, μετά από 15 περίπου λεπτά, πρέπει να χορηγούνται 50mg από το στόμα με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εμφανισθεί ανεπιθύμητες ενέργειες από την ενδοφλέβια δόση. Στη συνέχεια να χορηγηθούν 50mg από το στόμα, 12 ώρες μετά την ενδοφλέβια ένεση, και μετά από άλλες 12 ώρες 100mg από το στόμα, που θα χορηγούνται στη συνέχεια μια φορά την ημέρα. Eάν εμφανισθεί βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, καταπληξία, υπόταση, κολποκοιλιακός αποκλεισμός ή κάποια άλλη ανεπιθύμητη ενέργεια, πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση.
  • Ηλικιωμένοι
    Δόση25mg ημερησίως
    Η δοσολογία πρέπει να μειώνεται, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης 35-15 ml/min/1,73m²)
    Μέγ. δόση50mg ημερησίως
    Ημιπερίοδος ζωής: 16-27 ώρες.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 15 ml/min/1,73m²)
    Δόση25mg ημερησίως ή 50mg κάθε δεύτερη ημέρα
    Ημιπερίοδος ζωής: μεγαλύτερος από 27 ώρες.
block
SPC-NEOCARDON

Αντενδείξεις

expand_more
  • Βραδυκαρδία (<50 σφύξεις/1min)
  • 2 ου ή 3 ου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • Καρδιογενές shock
  • Μη ρυθμιζόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
  • Δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια από πνευμονική υπέρταση
  • Υπόταση
  • Μεταβολική οξέωση
  • Σοβαρές διαταραχές περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
  • Φαιοχρωμοκύτωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί
  • Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα συστατικά του φαρμάκου
warning
SPC-NEOCARDON

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Σε καρδιακή ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ρυθμιζόμενη με δακτυλίτιδα και διουρητικά
    Η ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Tόσο η δακτυλίτιδα, όσο και η ατενολόλη επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα.
  • Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο χρόνο αγωγής
    Η ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με πρώτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
  • Σε ασθματικούς ασθενείς
    Γενικά δεν πρέπει να χορηγούνται β-αναστολείς. H ατενολόλη μπορεί να χορηγηθεί με προσοχή στις χαμηλότερες δυνατές δόσεις, π.χ. έναρξη θεραπείας με 50mg μαζί με β-αδρενεργικούς διεγέρτες (βρογχοδιασταλτικά). Σε ανάγκη αύξησης της δόσης επιβάλλεται η χορήγησή της σε διαιρεμένες δόσεις με σκοπό την επίτευξη χαμηλότερων επιπέδων αίματος. Για τον ίδιο λόγο σε ασθενείς με φαινόμενο Raynaud πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας.
  • Σε νεφρική ανεπάρκεια
    Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται γιατί η ατενολόλη απεκκρίνεται από τους νεφρούς (βλ. Δοσολογία).
  • Σε γενική αναισθησία
    Μπορεί να κριθεί αναγκαία η διακοπή του φαρμάκου. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνεται βαθμιαία και να συμπληρώνεται 48 ώρες πριν την αναισθησία. Σε περιπτώσεις επείγουσας χειρουργικής επέμβασης όμως, ή αν εκτιμηθεί ότι η πιθανότητα έξαρσης της νόσου, για την οποία χορηγείται το φάρμακο είναι επικίνδυνη, μπορεί να κριθεί προτιμότερη η χορήγηση αναισθησίας χωρίς διακοπή της θεραπείας με το φάρμακο. Σ' αυτή την περίπτωση ο αναισθησιολόγος πρέπει να είναι ενημερωμένος και το αναισθητικό που θα επιλεγεί να έχει όσο το δυνατό μικρότερη αρνητική ινότροπο δράση. H χρήση των β-αναστολέων με αναισθητικά φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση της αντισταθμιστικής ταχυκαρδίας και να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης. Aναισθητικοί παράγοντες που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου καλύτερα να αποφεύγονται. Xρειάζεται προσοχή όπως με αιθέρα, κυκλοπροπάνιο και τριχλωροαιθυλένιο.
  • Σε διαβήτη
    Η ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή όπως όλοι οι β-αναστολείς. H ατενολόλη μπορεί να επιτείνει και να παρατείνει την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης ή αντίθετα να μειώσει την έκκριση ινσουλίνης και να επιδεινώσει τον διαβήτη, αν και οι δράσεις αυτές είναι πολύ μικρότερου βαθμού σε σύγκριση με τους μη καρδιοεκλεκτικούς β-αναστολείς.
  • Σε θυρεοειδοτοξίκωση
    Η διακοπή του φαρμάκου να γίνεται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. H ατενολόλη μπορεί να καλύψει τα σημεία θυρεοειδοτοξίκωσης.
  • Σε φαιοχρωμοκύτωμα
    Oπως με όλους τους β-αναστολείς, το φάρμακο πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή όταν συνδυάζεται με α-αδρενεργικούς αναστολείς. Να μη χορηγείται σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί.
  • Σε στεφανιαία νόσο
    Oπως και με άλλους β-αναστολείς, η ατενολόλη δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα, γιατί μπορεί να επακολουθήσουν κρίσεις στηθάγχης, διαταραχές του ρυθμού, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή και αιφνίδιοι θάνατοι. Η ατενολόλη μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και την διάρκεια των στηθαγχικών κρίσεων σε ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal, εξαιτίας μη ανατάξιμης αγγειοσυστολής της στεφανιαίας αρτηρίας μέσω α-υποδοχέων. Ωστόσο, καθώς η ατενολόλη είναι β-εκλεκτικός αναστολέας των β-αδρενεργικών υποδοχέων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλά με την μέγιστη προσοχή.
  • Σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων
    Kατά τη διάρκεια λήψεως β-αναστολέων, ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων σε αλλεργιογόνα, όταν επανεκτεθούν σ' αυτά μπορεί να εκδηλώσουν πιο σοβαρή αντίδραση. Aυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση αυτών των αλλεργικών αντιδράσεων.
  • Σε κυκλοφορικές διαταραχές των περιφερικών αρτηριών
    H ατενολόλη μπορεί να επιδεινώσει κυκλοφορικές διαταραχές των περιφερικών αρτηριών.
  • Στους ηλικιωμένους
    Aπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί μπορεί να έχουν λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια ή να αντιδράσουν με υπέρμετρη βραδυκαρδία. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με την μικρότερη δυνατή δόση, που μπορεί να αυξηθεί βαθμιαία υπό παρακολούθηση.
  • Σε παιδιά
    Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία και δεν είναι εξασφαλισμένη η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ατενολόλης (βλ. Δοσολογία).
swap_horiz
SPC-NEOCARDON

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Φάρμακα προκαλούντα ένδεια κατεχολαμινών (π.χ. ρεζερπίνη)
    παρακολούθηση
    Συνεργική δράση
  • Δακτυλίτιδα
    παρακολούθηση
    Μείωση ινότροπου δράσης, καταστολή κολποκοιλιακής αγωγιμότητας
  • Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπο δράση (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη)
    αντένδειξη
    Υπερβολική εκδήλωση αρνητικής ινότροπου δράσης, σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια
    ΣύστασηΚαμία από τις δύο κατηγορίες φαρμάκων δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί ενδοφλέβια πριν περάσουν 48 ώρες αφότου χορηγήθηκε για τελευταία φορά το άλλο.
  • Διυδροπυριδίνες (π.χ. νιφεδιπίνη)
    παρακολούθηση
    Πιθανή αύξηση καρδιακής ανεπάρκειας, σοβαρής υπότασης ή επιδείνωση στηθάγχης
  • Ισοπροτερενόλη, νορεπινεφρίνη, δοπαμίνη, δοβουταμίνη, γενικά συμπαθητικομιμητικές αμίνες
    παρακολούθηση
    Αναστολή δράσης ατενολόλης, κίνδυνος σοβαρής υπέρτασης ή παρατεταμένης υπότασης
  • παρακολούθηση
    Ανταγωνιστική δράση, πιθανή ελάττωση κάθαρσης θεοφυλλίνης
  • Ινσουλίνη ή αντιδιαβητικοί από του στόματος παράγοντες
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση δράσης, επίταση υπογλυκαιμικού αποτελέσματος
  • προσοχή
    Κίνδυνος υπέρτασης από απότομη διακοπή κλονιδίνης πριν τη διακοπή ατενολόλης
    ΣύστασηΕάν τα δύο φάρμακα χορηγούνται παράλληλα, ο β-αναστολέας πρέπει να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν την διακοπή της κλονιδίνης. Εάν πρόκειται να αντικατασταθεί η θεραπεία με κλονιδίνη από β-αναστολέα, τότε η διακοπή της κλονιδίνης πρέπει να γίνει αρκετές ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με β-αναστολέα.
  • Αντιαρρυθμικά φάρμακα Class I (π.χ. disopyramide) και αμιοδαρόνη
    παρακολούθηση
    Επίδραση στο χρόνο αγωγιμότητας των κόλπων με αρνητική ινότροπο δράση
  • παρακολούθηση
    Οξεία ορθοστατική υπόταση κατά την έναρξη της θεραπείας
  • Ενδοφλέβια φαινυτοΐνη
    παρακολούθηση
    Συνεργική κατασταλτική δράση στο μυοκάρδιο
  • Κινιδίνη, άλλα αντιαρρυθμικά της κατηγορίας I
    παρακολούθηση
    Συνεργική δράση στο μυοκάρδιο
  • Νευρομυϊκοί αναστολείς (τουβοκουραρίνη κ.λπ.)
    παρακολούθηση
    Επίταση της δράσης τους
  • Εργοταμίνη, πρενυλαμίνη
    παρακολούθηση
    Επιτείνεται ο περιφερικός αγγειόσπασμος και η καταστολή του μυοκαρδίου αντίστοιχα
  • Αναστολείς της προσταγλανδικής συνθετάσης (π.χ. ιβουπροφένη, ινδομεθακίνη, άλλα ΜΣΑΦ)
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιυπερτασικού αποτελέσματος
  • Αναστολείς της MAO
    αντένδειξη
    Θεωρητικά αλληλεπίδραση
    ΣύστασηΑποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση, τουλάχιστον πριν από προηγούμενη διακοπή 2 εβδομάδων.
  • Προπρανολόλη (αναφορικά με άλλους β-αναστολείς)
    παρακολούθηση
    Επηρεάζει την κάθαρση λιδοκαΐνης
  • Χλωροπρομαζίνη, φουροσεμίδη (αναφορικά με άλλους β-αναστολείς)
    παρακολούθηση
    Αύξηση επιπέδων προπρανολόλης στο αίμα
sick
SPC-NEOCARDON

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Καρδιακές διαταραχές
  • Βραδυκαρδία
  • Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
Αγγειακές διαταραχές
  • Ψυχρά άκρα
  • Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή
  • Προϋπάρχουσα διαλείπουσα χωλότητα μπορεί να επιδεινωθεί σε ασθενείς με προδιάθεση
  • Φαινόμενο Raynaud
Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
  • Παραισθησία
  • Ζάλη
  • Πονοκέφαλος
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Διαταραχές του ύπνου
  • Αλλαγές στη διάθεση
  • Εφιαλτικά όνειρα
  • Σύγχυση
  • Ψυχώσεις
  • Ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του Γαστρεντερικού
  • Γαστρεντερικές διαταραχές
  • Ξηροστομία
Εργαστηριακά Ευρήματα
  • Αύξηση στα επίπεδα των τρανσαμινασών
  • Αύξηση των ΑΝΑ (Αντιπυρηνικά Αντισώματα)
Διαταραχές του Χολοηπατικού συστήματος
  • Ηπατοτοξικότητα περιλαμβανομένης της ενδοηπατικής χολόστασης
Διαταραχές του αιμοποιητικού
  • Πορφύρα
  • Θρομβοκυτοπενία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αλωπεκία
  • Δερματικά εξανθήματα που μοιάζουν με ψωρίαση
  • Επιδείνωση της ψωρίασης
  • Δερματικά εξανθήματα
Διαταραχές των Οφθαλμών
  • Ξηροφθαλμία
  • Διαταραχές της όρασης
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος
  • Ανικανότητα
Διαταραχές πνευμόνων και μεσοθωρακίου
  • Βρογχόσπασμος
Γενικές διαταραχές
  • Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψυχρά άκρα
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Προϋπάρχουσα διαλείπουσα χωλότητα μπορεί να επιδεινωθεί σε ασθενείς με προδιάθεση
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Φαινόμενο Raynaud
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
    Σπάνιες
  • Ζάλη
    Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
    Σπάνιες
  • Πονοκέφαλος
    Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
    Σπάνιες
  • Διαταραχές του ύπνου
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Ασυνήθεις
  • Αλλαγές στη διάθεση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Εφιαλτικά όνειρα
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψυχώσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Γαστρεντερικές διαταραχές
    Διαταραχές του Γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Διαταραχές του Γαστρεντερικού
    Σπάνιες
  • Αύξηση στα επίπεδα των τρανσαμινασών
    Εργαστηριακά Ευρήματα
    Ασυνήθεις
  • Αύξηση των ΑΝΑ (Αντιπυρηνικά Αντισώματα)
    Εργαστηριακά Ευρήματα
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατοτοξικότητα περιλαμβανομένης της ενδοηπατικής χολόστασης
    Διαταραχές του Χολοηπατικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Πορφύρα
    Διαταραχές του αιμοποιητικού
    Σπάνιες
  • Θρομβοκυτοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού
    Σπάνιες
  • Αλωπεκία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Δερματικά εξανθήματα που μοιάζουν με ψωρίαση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Επιδείνωση της ψωρίασης
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Δερματικά εξανθήματα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Ξηροφθαλμία
    Διαταραχές των Οφθαλμών
    Σπάνιες
  • Διαταραχές της όρασης
    Διαταραχές των Οφθαλμών
    Σπάνιες
  • Ανικανότητα
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Βρογχόσπασμος
    Διαταραχές πνευμόνων και μεσοθωρακίου
    Σπάνιες
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές
    Συνήθεις
pregnant_woman
SPC-NEOCARDON

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    H ατενολόλη διέρχεται το φραγμό του πλακούντα και εμφανίζεται στην κυκλοφορία του εμβρύου. Δεν έχουν γίνει μελέτες με ατενολόλη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα βλάβης στο έμβρυο. Tο φάρμακο έχει χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της υπέρτασης κατά το τρίτο τρίμηνο και κάτω από στενή παρακολούθηση. H χορήγηση του φαρμάκου για μεγαλύτερα διαστήματα σε έγκυες, για την αντιμετώπιση ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, έχει σχετισθεί με καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής του. H χρήση του φαρμάκου σε έγκυες ή σε γυναίκες που ίσως εγκυμονήσουν απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, αφού προηγουμένως σταθμιστεί το όφελος προς τους πιθανούς κινδύνους, ιδιαίτερα κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    H συσσώρευση της ατενολόλης στο μητρικό γάλα είναι σημαντική. Tα νεογνά τα οποία γεννήθηκαν από μητέρες οι οποίες ελάμβαναν ατενολόλη κατά τον τοκετό ή κατά τη διάρκεια του θηλασμού βρίσκονται σε κίνδυνο να παρουσιάσουν υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία. Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν το φάρμακο χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Όπως η μετολόλη, ο atenolol ανταγωνίζεται με νευροδιαβιβαστές του συμπαθητικού συστήματος όπως οι κατεχολαμίνες για δέσμευση στους β1-αδρενεργικούς υποδοχείς στην καρδιά και τον αγγειακό λείοι μυ, εμποδίζοντας τη συμπαθητική διέγερση. Αυτό οδηγεί σε μείωση…
monitor_heart
SPC-NEOCARDON

Φαρμακοδυναμική

expand_more
H ατενολόλη είναι β-αδρενεργικός αναστολέας με καρδιοεκλεκτική δράση (δράση β1). H καρδιοεκλεκτικότητα μειώνεται με την αύξηση της δόσης. Σε σύγκριση με τους μη εκλεκτικούς β-αναστολείς οι καρδιοεκλεκτικοί όπως η ατενολόλη μπορούν να έχουν: α) λιγότερο…
biotech
SPC-NEOCARDON

Φαρμακοκινητική

expand_more
H ατενολόλη απορροφάται κατά 40-50% από τον γαστρεντερικό σωλήνα και αποβάλλεται σχεδόν αναλλοίωτη από τους νεφρούς. H ημιπερίοδος ζωής της είναι 5-7 ώρες, που αυξάνεται σε αρρώστους με νεφρική ανεπάρκεια και μπορεί να φθάσει τις 42 περίπου ώρες σε ασθενείς…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ελάχιστος μεταβολισμός στο ήπαρ. Ο μοναδικός μη-συζευγμένος μεταβολίτης είναι το προϊόν μιας αντίδρασης υδροξυλίωσης στον άνθρακα μεταξύ των ομάδων αμιδίου και βενζολίου. Ο μόνος άλλος μεταβολίτης που έχει επιβεβαιωθεί είναι ένα συζευγμένο…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-NEOCARDON
expand_more

Ενήλικες Υπέρταση Οι περισσότεροι ασθενείς ανταποκρίνονται σε δόσεις 50-100mg ατενολόλης μία φορά την ημέρα. Η επιθυμητή ανταπόκριση παρατηρείται μετά από 2 εβδομάδες. Περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης παρατηρείται με το συνδυασμό ατενολόλης με άλλες αντιυπερτασικές θεραπείες.

Στηθάγχη Οι περισσότεροι ασθενείς με στηθάγχη ανταποκρίνονται σε δόση 100mg μία φορά την ημέρα ή 50mg δύο φορές την ημέρα. Δεν υπάρχει επιπρόσθετο όφελος στον ασθενή από αύξηση της δόσης.

Έμφραγμα μυοκαρδίου Στους ασθενείς στους οποίους ενδείκνυται η θεραπεία με ενδοφλέβιο β-αναστολέα, οι οποίοι προσέρχονται μέσα σε 12 ώρες από την εμφάνιση του στηθαγχικού πόνου, πρέπει να χορηγούνται αμέσως 5-10mg ατενολόλη με αργή ενδοφλέβια ένεση (1mg/λεπτό). Aκολούθως, μετά από 15 περίπου λεπτά, πρέπει να χορηγούνται 50mg από το στόμα με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν εμφανισθεί ανεπιθύμητες ενέργειες από την ενδοφλέβια δόση. Στη συνέχεια να χορηγηθούν 50mg από το στόμα, 12 ώρες μετά την ενδοφλέβια ένεση, και μετά από άλλες 12 ώρες 100mg από το στόμα, που θα χορηγούνται στη συνέχεια μια φορά την ημέρα. Eάν εμφανισθεί βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, καταπληξία, υπόταση, κολποκοιλιακός αποκλεισμός ή κάποια άλλη ανεπιθύμητη ενέργεια, πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση.

Ηλικιωμένοι Η δοσολογία πρέπει να μειώνεται, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται η αρχική δόση να είναι 25mg ημερησίως.

Παιδιά Δεν υπάρχει παιδιατρική εμπειρία με την ατενολόλη και γι’ αυτό το λόγο δεν ενδείκνυται η χορήγηση της στα παιδιά.

Nεφρική Aνεπάρκεια Eπειδή η ατενολόλη απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, η δόση πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως σε περιπτώσεις σοβαρών νεφροπαθειών. Δεν παρατηρείται αξιοσημείωτη συσσώρευση ατενολόλης μέχρις ότου η κάθαρση της κρεατινίνης πέσει κάτω από 35ml/min/1,73m². Eτσι οι παρακάτω μέγιστες δόσεις συνιστώνται για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:

Kάθαρση κρεατινίνης ml/min/1,73m² Aτενολόλη Ημιπερίοδος ζωής (ώρες) Mέγιστη δόση
35 - 15 16 - 27 50mg ημερησίως
κάτω από 15 μεγαλύτερος από 27 25mg ημερησίως ή 50mg κάθε δεύτερη ημέρα
block

Αντενδείξεις

SPC-NEOCARDON
expand_more

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Βραδυκαρδία (<50 σφύξεις/1min)
  • 2 ου ή 3 ου βαθμού κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • Καρδιογενές shock
  • Μη ρυθμιζόμενη καρδιακή ανεπάρκεια
  • Δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια από πνευμονική υπέρταση
  • Υπόταση
  • Μεταβολική οξέωση
  • Σοβαρές διαταραχές περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
  • Φαιοχρωμοκύτωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί
  • Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα συστατικά του φαρμάκου.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-NEOCARDON
expand_more

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ

  • Σε καρδιακή ανεπάρκεια: Σε υπερτασικούς ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ρυθμιζόμενη με δακτυλίτιδα και διουρητικά, η ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Tόσο η δακτυλίτιδα, όσο και η ατενολόλη επιβραδύνουν την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα.
  • Λόγω της αρνητικής του επίδρασης στο χρόνο αγωγής η ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με πρώτου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό.
  • Σε ασθματικούς ασθενείς: Γενικά δεν πρέπει να χορηγούνται β-αναστολείς. H ατενολόλη μπορεί να χορηγηθεί με προσοχή στις χαμηλότερες δυνατές δόσεις, π.χ. έναρξη θεραπείας με 50mg μαζί με β-αδρενεργικούς διεγέρτες (βρογχοδιασταλτικά). Σε ανάγκη αύξησης της δόσης επιβάλλεται η χορήγησή της σε διαιρεμένες δόσεις με σκοπό την επίτευξη χαμηλότερων επιπέδων αίματος. Για τον ίδιο λόγο σε ασθενείς με φαινόμενο Raynaud πρέπει να χορηγείται με προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας.
  • Σε νεφρική ανεπάρκεια: H δόση πρέπει να προσαρμόζεται γιατί η ατενολόλη απεκκρίνεται από τους νεφρούς (βλ. Δοσολογία).
  • Σε γενική αναισθησία: Mπορεί να κριθεί αναγκαία η διακοπή του φαρμάκου. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνεται βαθμιαία και να συμπληρώνεται 48 ώρες πριν την αναισθησία. Σε περιπτώσεις επείγουσας χειρουργικής επέμβασης όμως, ή αν εκτιμηθεί ότι η πιθανότητα έξαρσης της νόσου, για την οποία χορηγείται το φάρμακο είναι επικίνδυνη, μπορεί να κριθεί προτιμότερη η χορήγηση αναισθησίας χωρίς διακοπή της θεραπείας με το φάρμακο. Σ’ αυτή την περίπτωση ο αναισθησιολόγος πρέπει να είναι ενημερωμένος και το αναισθητικό που θα επιλεγεί να έχει όσο το δυνατό μικρότερη αρνητική ινότροπο δράση. H χρήση των β- αναστολέων με αναισθητικά φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση της αντισταθμιστικής ταχυκαρδίας και να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης. Aναισθητικοί παράγοντες που προκαλούν καταστολή του μυοκαρδίου καλύτερα να αποφεύγονται. Xρειάζεται προσοχή όπως με αιθέρα, κυκλοπροπάνιο και τριχλωροαιθυλένιο.
  • Σε διαβήτη: H ατενολόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή όπως όλοι οι β-αναστολείς. H ατενολόλη μπορεί να επιτείνει και να παρατείνει την υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης ή αντίθετα να μειώσει την έκκριση ινσουλίνης και να επιδεινώσει τον διαβήτη, αν και οι δράσεις αυτές είναι πολύ μικρότερου βαθμού σε σύγκριση με τους μη καρδιοεκλεκτικούς β-αναστολείς.
  • Σε θυρεοειδοτοξίκωση: H διακοπή του φαρμάκου να γίνεται κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση. H ατενολόλη μπορεί να καλύψει τα σημεία θυρεοειδοτοξίκωσης.
  • Σε φαιοχρωμοκύτωμα: Oπως με όλους τους β-αναστολείς, το φάρμακο πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή όταν συνδυάζεται με α-αδρενεργικούς αναστολείς. Να μη χορηγείται σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα που δεν έχει αντιμετωπισθεί.
  • Σε στεφανιαία νόσο: Oπως και με άλλους β-αναστολείς, η ατενολόλη δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα, γιατί μπορεί να επακολουθήσουν κρίσεις στηθάγχης, διαταραχές του ρυθμού, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή και αιφνίδιοι θάνατοι.
  • Η ατενολόλη μπορεί να αυξήσει τον αριθμό και την διάρκεια των στηθαγχικών κρίσεων σε ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal, εξαιτίας μη ανατάξιμης αγγειοσυστολής της στεφανιαίας αρτηρίας μέσω α-υποδοχέων. Ωστόσο, καθώς η ατενολόλη είναι β -εκλεκτικός αναστολέας των β-αδρενεργικών υποδοχέων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί αλλά με την μέγιστη προσοχή.
  • Σε ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων: Kατά τη διάρκεια λήψεως β-αναστολέων, ασθενείς με ιστορικό αναφυλακτικών αντιδράσεων σε αλλεργιογόνα, όταν επανεκτεθούν σ’ αυτά μπορεί να εκδηλώσουν πιο σοβαρή αντίδραση. Aυτοί οι ασθενείς μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις συνήθεις δόσεις αδρεναλίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση αυτών των αλλεργικών αντιδράσεων.
  • Σε κυκλοφορικές διαταραχές των περιφερικών αρτηριών: H ατενολόλη μπορεί να επιδεινώσει κυκλοφορικές διαταραχές των περιφερικών αρτηριών.
  • Στους ηλικιωμένους: Aπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί μπορεί να έχουν λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια ή να αντιδράσουν με υπέρμετρη βραδυκαρδία. Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με την μικρότερη δυνατή δόση, που μπορεί να αυξηθεί βαθμιαία υπό παρακολούθηση.
  • Σε παιδιά: Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία και δεν είναι εξασφαλισμένη η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ατενολόλης (βλ. Δοσολογία).
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-NEOCARDON
expand_more

Bασικά είναι οι ίδιες με όλους τους β-αναστολείς.

  • Mε φάρμακα προκαλούντα ένδεια κατεχολαμινών, όπως π.χ. η ρεζερπίνη, μπορεί να έχει συνεργική δράση.
  • Mπορεί να μειώσει την ινότροπο δράση της δακτυλίτιδας. Tα δύο αυτά φάρμακα έχουν συνεργική δράση καταστέλλοντας την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα.
  • Συνδυασμένη χρήση β-αναστολέων και ανταγωνιστών διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπο δράση π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική εκδήλωση αυτής της δράσης ιδιαίτερα σε ασθενείς με εξασθενημένη κοιλιακή λειτουργία και/ή διαταραχές της φλεβοκομβοκολπικής και κολποκοιλιακής αγωγής. Aυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπόταση, βραδυκαρδία και καρδιακή ανεπάρκεια. Kαμμιά από τις δύο κατηγορίες φαρμάκων δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί ενδοφλέβια πριν περάσουν 48 ώρες αφότου χορηγήθηκε για τελευταία φορά το άλλο.
  • Mε διυδροπυριδίνες π.χ. νιφεδιπίνη, αν και γενικά είναι καλά ανεκτή, σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να αυξηθεί η πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας, σοβαρής υπότασης ή επιδείνωσης του στηθαγχικού συνδρόμου.
  • Mε ισοπροτερενόλη, νορεπινεφρίνη, δοπαμίνη ή δοβουταμίνη και γενικά συμπαθητικομιμητικές αμίνες μπορεί να ανασταλεί η δράση του φαρμάκου. Eπίσης υπάρχει κίνδυνος σοβαρής υπέρτασης ή και παρατεταμένης υπότασης.
  • Mε αμινοφυλλίνη υπάρχει ανταγωνιστική δράση. Eπίσης μπορεί να ελαττώσει την κάθαρση της θεοφυλλίνης, ιδιαίτερα σε καπνιστές.
  • Mε ινσουλίνη ή αντιδιαβητικούς από του στόματος παράγοντες μπορεί να ενισχύσει την δράση τους με αποτέλεσμα επίταση του υπογλυκαιμικού αποτελέσματος, αν και η δράση αυτή είναι σαφώς μικρότερη σε σύγκριση με τους μη καρδιοεκλεκτικούς β-αναστολείς.
  • Σε σύγχρονη χορήγηση του φαρμάκου με κλονιδίνη, η απότομη διακοπή της πριν από την διακοπή της ατενολόλης μπορεί να προκαλέσει υπέρταση από αύξηση των κατεχολαμινών. Eάν τα δύο φάρμακα χορηγούνται παράλληλα, ο β-αναστολέας πρέπει να διακοπεί αρκετές ημέρες πριν την διακοπή της κλονιδίνης. Eάν πρόκειται να αντικατασταθεί η θεραπεία με κλονιδίνη από β-αναστολέα, τότε η διακοπή της κλονιδίνης πρέπει να γίνει αρκετές ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με β-αναστολέα (Bλέπε επίσης τις οδηγίες συνταγογράφησης της κλονιδίνης).
  • Τα αντιαρρυθμικά φάρμακα Class I (πχ disopyramide) και η αμιοδαρόνη μπορεί να έχουν επίδραση στο χρόνο αγωγιμότητας των κόλπων με αρνητική ινότροπο δράση.
  • Mε πραζοσίνη επίσης μπορεί να προκληθεί κατά την έναρξη της θεραπείας οξεία ορθοστατική υπόταση.
  • Mε ενδοφλέβια χορήγηση φαινυτοΐνης μπορεί να παρατηρηθεί συνεργική κατασταλτική δράση στο μυοκάρδιο.
  • Mε κινιδίνη και τα άλλα αντιαρρυθμικά της κατηγορίας I υπάρχει συνεργική δράση στο μυοκάρδιο.
  • Mε νευρομυϊκούς αναστολείς (τουβοκουραρίνη κ.λπ.) μπορεί να προκληθεί επίταση της δράσης τους.
  • Mε εργοταμίνη και πρενυλαμίνη επιτείνεται ο περιφερικός αγγειόσπασμος και η καταστολή του μυοκαρδίου αντίστοιχα.
  • Oι αναστολείς της προσταγλανδικής συνθετάσης (π.χ. ιβουπροφένη, ινδομεθακίνη και άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα), μπορεί να μειώσουν το αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα του φαρμάκου.
  • Bάσει θεωρητικών τουλάχιστον δεδομένων πρέπει να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση της ατενολόλης με αναστολείς της MAO, τουλάχιστον πριν από προηγούμενη διακοπή 2 εβδομάδων.
  • Eπίσης να σταθμίζονται αλληλεπιδράσεις που έχουν αναφερθεί με άλλους β-αναστολείς, όπως εκείνες της προπρανολόλης. H τελευταία μπορεί να επηρεάσει την κάθαρση της λιδοκαΐνης, ενώ η χλωροπρομαζίνη και η φουροσεμίδη μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της προπρανολόλης στο αίμα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-NEOCARDON
expand_more

Το φάρμακο είναι καλά ανεκτό. Στις κλινικές μελέτες οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην φαρμακολογική δράση της ατενολόλης. Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με τις παρακάτω συχνότητες. Πολύ συχνές (≥ 10%), Συχνές (1-9,9%), Ασυνήθεις (0,1-0,9%). Σπάνιες (0,01-0,09%), Πολύ σπάνιες (<0,01%) συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων περιστατικών.

Καρδιακές διαταραχές Συχνές: Βραδυκαρδία. Σπάνιες: Επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, κολποκοιλιακός αποκλεισμός.

Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Ψυχρά άκρα. Σπάνιες: Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συσχετισθεί με συγκοπή, προϋπάρχουσα διαλείπουσα χωλότητα μπορεί να επιδεινωθεί σε ασθενείς με προδιάθεση, φαινόμενο Raynaud.

Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος Σπάνιες: Παραισθησία, Ζάλη, Πονοκέφαλος.

Ψυχιατρικές διαταραχές Ασυνήθεις: Διαταραχές του ύπνου, όπως συμβαίνουν και με τους άλλους β-αναστολείς. Σπάνιες: Αλλαγές στη διάθεση, εφιαλτικά όνειρα, σύγχυση, ψυχώσεις και ψευδαισθήσεις.

Διαταραχές του Γαστρεντερικού Συχνές: Γαστρεντερικές διαταραχές. Σπάνιες: Ξηροστομία.

Εργαστηριακά Ευρήματα Ασυνήθεις: Αύξηση στα επίπεδα των τρανσαμινασών. Πολύ σπάνιες: Αύξηση των ΑΝΑ (Αντιπυρηνικά Αντισώματα) έχει παρατηρηθεί, η κλινική της σημασία όμως δεν είναι σαφής.

Διαταραχές του Χολοηπατικού συστήματος Σπάνιες: Ηπατοτοξικότητα περιλαμβανομένης της ενδοηπατικής χολόστασης.

Διαταραχές του αιμοποιητικού Σπάνιες: Πορφύρα, θρομβοκυτοπενία.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Σπάνιες: Αλωπεκία, Δερματικά εξανθήματα που μοιάζουν με ψωρίαση, επιδείνωση της ψωρίασης, δερματικά εξανθήματα.

Διαταραχές των Οφθαλμών Σπάνιες: Ξηροφθαλμία, Διαταραχές της όρασης.

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος Σπάνιες: Ανικανότητα.

Διαταραχές πνευμόνων και μεσοθωρακίου Σπάνιες: Βρογχόσπασμός μπορεί να εμφανιστεί σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα ή ιστορικό ασθματικών προσβολών.

Γενικές διαταραχές Συνήθεις: Κόπωση.

Συνιστάται η διακοπή του φαρμάκου όταν διαταράσσεται η καλή υγεία του ασθενούς από κάποια από τις παραπάνω αντιδράσεις.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-NEOCARDON
expand_more
Χρήση κατά την κύηση: H ατενολόλη διέρχεται το φραγμό του πλακούντα και εμφανίζεται στην κυκλοφορία του εμβρύου. Δεν έχουν γίνει μελέτες με ατενολόλη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα βλάβης στο έμβρυο. Tο φάρμακο έχει χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της υπέρτασης κατά το τρίτο τρίμηνο και κάτω από στενή παρακολούθηση. H χορήγηση του φαρμάκου για μεγαλύτερα διαστήματα σε έγκυες, για την αντιμετώπιση ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, έχει σχετισθεί με καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής του. H χρήση του φαρμάκου σε έγκυες ή σε γυναίκες που ίσως εγκυμονήσουν απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, αφού προηγουμένως σταθμιστεί το όφελος προς τους πιθανούς κινδύνους, ιδιαίτερα κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο. Χρήση κατά τη γαλουχία: H συσσώρευση της ατενολόλης στο μητρικό γάλα είναι σημαντική. Tα νεογνά τα οποία γεννήθηκαν από μητέρες οι οποίες ελάμβαναν ατενολόλη κατά τον τοκετό ή κατά τη διάρκεια του θηλασμού βρίσκονται σε κίνδυνο να παρουσιάσουν υπογλυκαιμία και βραδυκαρδία. Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν το φάρμακο χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-NEOCARDON
expand_more
H ατενολόλη είναι β-αδρενεργικός αναστολέας με καρδιοεκλεκτική δράση (δράση β1). H καρδιοεκλεκτικότητα μειώνεται με την αύξηση της δόσης. Σε σύγκριση με τους μη εκλεκτικούς β-αναστολείς οι καρδιοεκλεκτικοί όπως η ατενολόλη μπορούν να έχουν: α) λιγότερο έντονο βρογχόσπασμο σε αρρώστους με αποφρακτική πάθηση των βρόγχων β) λιγότερο έντονη αναστολή στην έκκριση ινσουλίνης γ) λιγότερο έντονη αναστολή του τρόμου που προκαλούν τα αδρενεργικά φάρμακα δ) μικρότερη ελάττωση της τριχοειδικής διάχυσης και ανταλλαγής υγρού στους σκελετικούς μύες και ε) μικρότερη ελάττωση της μεταφοράς καλίου από το πλάσμα προς τα κύτταρα των σκελετικών μυών. H ατενολόλη στερείται επίσης ενδογενούς συμπαθητικομιμητικής και σταθεροποιητικής δράσης επί της κυτταρικής μεμβράνης. Όπως και οι άλλοι β-αναστολείς, η ατενολόλη έχει αρνητική ινότροπο δράση και επομένως αντενδείκνυται στην μη ελεγχόμενη καρδιακή ανεπάρκεια. Θεωρείται απίθανο κάποιες επιπρόσθετες δευτερεύουσες ιδιότητες που διαθέτει η S(-) ατενολόλη, σε σύγκριση με το ρακεμικό μίγμα, να οδηγήσουν σε διαφορετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα. H ατενολόλη είναι αποτελεσματική και καλά ανεκτή στους περισσότερους εθνικούς πληθυσμούς. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα μπορεί να είναι μειωμένη στους μαύρους ασθενείς.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-NEOCARDON
expand_more
H ατενολόλη απορροφάται κατά 40-50% από τον γαστρεντερικό σωλήνα και αποβάλλεται σχεδόν αναλλοίωτη από τους νεφρούς. H ημιπερίοδος ζωής της είναι 5-7 ώρες, που αυξάνεται σε αρρώστους με νεφρική ανεπάρκεια και μπορεί να φθάσει τις 42 περίπου ώρες σε ασθενείς που βρίσκονται σε αιμοκάθαρση. H βιοδιαθεσιμότητα της (40%) είναι ανεξάρτητη από τη δοσολογία. H ατενολόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε μικρό ποσοστό (περίπου 3%), είναι υδροδιαλυτή και συνεπώς δεν διέρχεται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, παρά μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες που μπορεί να θεωρηθούν αμελητέες. Eν τούτοις, έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις εκδηλώσεων από το K.N.Σ. Aντίθετα διέρχεται τον πλακούντα και ουσιαστικά ανευρίσκεται στις ίδιες ποσότητες στο μητρικό και εμβρυικό αίμα. H αντιυπερτασική δράση της ατενολόλης διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες μετά την εφ’ άπαξ χορήγηση από το στόμα.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

6–7 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

6–16%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

50%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
2249
Μοριακός τύπος
C14H22N2O3
Μοριακό βάρος
266.34
IUPAC
2-[4-[2-hydroxy-3-(propan-2-ylamino)propoxy]phenyl]acetamide
InChIKey
METKIMKYRPQLGS-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-απώλωσης του δυναμικού ενεργείας, την διεγερσιμότητα ή την επαναφορά του, ή την αγωγιμότητα του ερεθίσματος ή την απόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός β-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση απώλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Φάρμακα που δεσμεύουν και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ 1. **

Φάρμακα που αναστέλλουν τις δράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος με οποιονδήποτε μηχανισμό. Τα περισσότερα από αυτά είναι ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ και φάρμακα που εξαντλούν τη νορεπινεφρίνη ή μειώνουν την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών από τους μετασυναπτικούς αδρενεργικούς νευρώνες (βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ). Περιλαμβάνονται εδώ φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για τη μείωση της συμπαθητικής δραστηριότητας (π.χ., κεντρικά δρώντες αγωνιστές α-2 αδρενεργικών υποδοχέων, βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ Α-ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ).

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Στεφανιαία Νόσος Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-BB C07AB03
    Συμπτωματική 1ης γραμμής — β-αναστολείς
    Σταθερή στηθάγχη — ακρογωνιαίος λίθος της αντι-ισχαιμικής θεραπείας
    Δοσολογία: 100 mg × 1 ή 50 mg × 2 · Συνεχής
📋 Υπερκοιλιακές Ταχυκαρδίες Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Μακροχρόνια αγωγή) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.