Σκευάσματα και τιμές ERCIBA
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 120 / TAB | 11.21 € | |
| 60 / TAB | 8.12 € | |
| 90 / TAB | 8.91 € |
ERCIBA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Ανακούφιση από τα συμπτώματα της οστεοαρθρίτιδας (OA), της ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ), της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας και του άλγους και των σημείων της φλεγμονής που σχετίζονται με την οξεία ουρική αρθρίτιδα
σε: ενήλικες και έφηβους ηλικίας 16 ετών και μεγαλύτερης
-
Μικρής-διάρκειας θεραπεία μέτριου πόνου που σχετίζεται με οδοντιατρική χειρουργική επέμβαση
σε: ενήλικες και έφηβους ηλικίας 16 ετών και μεγαλύτερης
- K91 Διαταραχές του πεπτικού συστήματος μετά από επεμβατικές διαδικασίες, που δεν ταξινομούνται αλλού
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Άπαξ ημερησίως, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 30 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Μείωση της δόσης κατά την τιτλοποίηση στα 60 mg άπαξ ημερησίως (για ΡΑ και αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, εφόσον είχε αυξηθεί στα 90 mg).
-
Γενικός πληθυσμόςΠρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας.
-
ΟστεοαρθρίτιδαΔόση30 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση60 mg ημερησίωςΣε ορισμένους ασθενείς με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα, μία αυξημένη δόση των 60 mg μία φορά ημερησίως μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εάν δεν υπάρξει αύξηση του θεραπευτικού οφέλους, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο άλλων θεραπευτικών επιλογών.
-
Ρευματοειδής ΑρθρίτιδαΔόση60 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση90 mg ημερησίωςΣε μερικούς ασθενείς με μη ικανοποιητική ανακούφιση των συμπτωμάτων, μία αυξημένη δόση των 90 mg μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Μόλις ο ασθενής έχει σταθεροποιηθεί κλινικά, μπορεί να είναι κατάλληλη η μείωση της δόσης κατά την τιτλοποίηση στα 60 mg άπαξ ημερησίως.
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΔόση60 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση90 mg ημερησίωςΣε μερικούς ασθενείς με μη ικανοποιητική ανακούφιση των συμπτωμάτων, μία αυξημένη δόση των 90 mg μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Μόλις ο ασθενής έχει σταθεροποιηθεί κλινικά, μπορεί να είναι κατάλληλη η μείωση της δόσης κατά την τιτλοποίηση στα 60 mg άπαξ ημερησίως.
-
Οξεία Ουρική ΑρθρίτιδαΔόση120 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση120 mg ημερησίωςΓια 8 ημέρες. Η δοσολογία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 120 mg ημερησίως, που περιορίζεται σε μέγιστη διάρκεια θεραπείας 8 ημερών.
-
Μετεγχειρητικός πόνος οδοντιατρικής χειρουργικής επέμβασηςΔόση90 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση90 mg ημερησίωςΠεριορίζεται το μέγιστο σε 3 ημέρες. Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειασθούν άλλη μετεγχειρητική αναλγησία επιπρόσθετα.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Συνιστάται προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 5-6)ΔόσηΜέγιστη δόση 60 mg μία φορά ημερησίωςΑνεξάρτητα από την ένδειξη.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 7-9)ΔόσηΜέγιστη δόση 30 mg μία φορά ημερησίωςΑνεξάρτητα από την ένδειξη. Η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη και συνιστάται προσοχή.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh ≥10)Αντενδείκνυται.
-
Παιδιά και έφηβοι < 16 ετώνΑντενδείκνυται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή ενεργή αιμορραγία από το γαστρεντερικό
-
Βρογχόσπασμο, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση, ή αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2)
-
Κύηση και γαλουχία
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (αλβουμίνη του ορού < 25 g/l ή βαθμολογία Child-Pugh ≥ 10)
-
Υπολογισθείσα τιμή κάθαρσης κρεατινίνης < 30 ml/min
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας μικρότερης των 16 ετών
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV)
-
Υπέρταση με εμμένουσες αυξημένες τιμές αρτηριακής πίεσης πάνω από 140/90 mmHg, οι οποίες δεν έχουν ελεγχθεί επαρκώς
-
Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επιδράσεις στο γαστρεντερικόΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς που λαμβάνουν κάποιο άλλο ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ ταυτόχρονα, ή ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (εξέλκωση και γαστρεντερική αιμορραγία)Συνιστάται προσοχή κατά την θεραπεία
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οστεοαρθρίτιδαΠρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά.
-
Καρδιαγγειακοί παράγοντες κινδύνουΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικούς παράγοντες κίνδυνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)Πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με ετορικοξίμπη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση.
-
Αντιαιμοπεταλιακή αγωγήΠροσοχήΗ αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται.
-
Επιδράσεις στη νεφρική λειτουργίαΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα σημαντική επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας, μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια ή κίρρωσηΠρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.
-
Κατακράτηση υγρών, οίδημα και υπέρτασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενο ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργία της αριστεράς κοιλίας ή υπέρταση και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε άλλης αιτιολογίαςΕάν παρατηρηθεί κλινική ένδειξη επιδείνωσης της κατάστασης, θα πρέπει να γίνονται απαραίτητοι έλεγχοι και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα περιλαμβανομένης της διακοπής της ετορικοξίμπης.
-
ΥπέρτασηΠροσοχήΗ υπέρταση πρέπει να ελέγχεται πριν από την θεραπεία με ετορικοξίμπη και θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ετορικοξίμπη. Εάν η αρτηριακή πίεση αυξηθεί σημαντικά, τότε θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας.
-
Ηπατικές επιδράσειςΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτώματα και/ή σημεία που υποδεικνύουν ηπατική δυσλειτουργία, ή στους οποίους έχει παρουσιασθεί κατά τον έλεγχο μη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΘα πρέπει να παρακολουθούνται. Εάν εμφανισθούν σημεία ηπατικής ανεπάρκειας, ή εάν εξακολουθούν να καταγράφονται μη φυσιολογικές τιμές των εργαστηριακών δοκιμασιών (τρεις φορές πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο), η ετορικοξίμπη πρέπει να διακοπεί.
-
Επιδείνωση λειτουργίας οργανικού συστήματοςΠροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με ετορικοξίμπη.
-
Ιατρική παρακολούθησηΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και ασθενείς με νεφρική, ηπατική, ή καρδιακή δυσλειτουργίαΠρέπει να υφίσταται κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
ΑφυδάτωσηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αφυδάτωσηΠρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή όταν γίνεται έναρξη της θεραπείας με ετορικοξίμπη. Συνιστάται η ενυδάτωση των ασθενών πριν την έναρξη της θεραπείας με ετορικοξίμπη.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΣοβαρήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ χορήγηση της ετορικοξίμπης θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών της βλεννογόνου, ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
-
Κάλυψη συμπτωμάτων φλεγμονήςΠροσοχήΗ ετορικοξίμπη μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα συμπτώματα της φλεγμονής.
-
Συγχορήγηση με βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικάΠροσοχήΘα πρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Γονιμότητα (γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν)ΑποφεύγεταιΠληθυσμόςΓυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουνΔεν συνιστάται.
-
Λακτόζη (έκδοχο)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με έλλειψη της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιπηκτικά χορηγούμενα από το στόμα (βαρφαρίνη)παρακολούθησηΑύξηση του Διεθνούς Ομαλοποιημένου Δείκτη (INR) του χρόνου προθρομβίνης (περίπου 13% με 120 mg ετορικοξίμπης).ΣύστασηΝα παρακολουθείται συχνά ο χρόνος προθρομβίνης ΔΟΔ, ειδικά τις πρώτες ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας με ετορικοξίμπη ή όταν αλλάξει η δόση της ετορικοξίμπης.
-
Διουρητικά, αναστολείς MEA και Ανταγωνιστές της Αγγειοτασίνης ΙΙπροσοχήΜείωση της επίδρασης των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Πιθανή επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας (συνήθως αναστρέψιμη).ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να χορηγηθεί με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα υγρών και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία μετά την έναρξη της συνδυασμένης θεραπείας και κατόπιν σε περιοδικά διαστήματα.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση για καρδιαγγειακή προφύλαξη)προσοχήΔεν επηρεάζει την αντιαιμοπεταλιακή δράση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης των ελκών του γαστρεντερικού ή άλλων επιπλοκών σε σχέση με την χρήση μόνο ετορικοξίμπης.ΣύστασηΜπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (υψηλές δόσεις) ή άλλα ΜΣΑΦαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Κυκλοσπορίνη ή tacrolimusπαρακολούθησηΑύξηση της νεφροτοξικής δράσης της κυκλοσπορίνης ή του τακρόλιμους.ΣύστασηΗ νεφρική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά.
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα λιθίου στο πλάσμα λόγω μειωμένης νεφρικής απέκκρισης.ΣύστασηΘα πρέπει να ελέγχονται συστηματικά τα επίπεδα του λιθίου στο αίμα και να γίνει ρύθμιση της δόσης του λιθίου.
-
παρακολούθησηΕτορικοξίμπη 120 mg αύξησε τις συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στο πλάσμα κατά 28% και μείωσε την νεφρική κάθαρση της μεθοτρεξάτης κατά 13%.ΣύστασηΠρέπει να υπάρχει επαρκής παρακολούθηση για τοξικότητα σχετιζόμενη με τη μεθοτρεξάτη.
-
Αντισυλληπτικά χορηγούμενα από το στόμα (αιθινυλοιστραδιόλη)προσοχήΕτορικοξίμπη 60 mg αύξησε την AUC της ΕΕ κατά 37%. Ετορικοξίμπη 120 mg αύξησε την AUC της ΕΕ κατά 50-60%. Μπορεί να προκαλέσει αύξηση της εμφάνισης ανεπιθυμήτων ενεργειών.ΣύστασηΗ αύξηση της συγκέντρωσης της ΕΕ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν επιλέγεται το αντισυλληπτικό.
-
Θεραπεία Υποκατάστασης Ορμονών (συζευγμένα οιστρογόνα)προσοχήΕτορικοξίμπη 120 mg αύξησε την AUC των μη συζευγμένων οιστρογόνων (41%), equilin (76%) και 17-β-οιστραδιόλη (22%). Αύξηση στην έκθεση των οιστρογόνων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την ΘΥΟ.ΣύστασηΟι αυξήσεις στην συγκέντρωση των οιστρογόνων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή μετεμμηνοπαυσιακής ορμονικής θεραπείας.
-
χωρίς προσοχήΔεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στην φαρμακοκινητική.
-
παρακολούθησηΑύξηση στην τιμή της Cmax της διγοξίνης (περίπου 33%).ΣύστασηΑσθενείς με υψηλό κίνδυνο τοξικότητας από τη διγοξίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από τις σουλφοτρανσφεράσες (π.χ. σαλβουταμόλη, μινοξιδίλη)προσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεων άλλων φαρμάκων λόγω αναστολής των σουλφοτρανσφερασών (ιδίως SULT1E1) από την ετορικοξίμπη.ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή.
-
χωρίς προσοχήΔεν είχε σημαντική κλινικά επίδραση στη φαρμακοκινητική της ετορικοξίμπης (43% αύξηση της AUC).
-
χωρίς προσοχήΜικρή, μη κλινικά σημαντική αύξηση στην έκθεση στην ετορικοξίμπη.
-
προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της ετορικοξίμπης στο πλάσμα περίπου κατά 65%. Μπορεί να οδηγήσει στην επανεμφάνιση των συμπτωμάτων.ΣύστασηΑύξηση της δόσης δεν συνιστάται.
-
Αντιόξιναχωρίς προσοχήΔεν επηρεάζουν την φαρμακοκινητική της ετορικοξίμπης σε κλινικά σημαντικό ποσοστό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Φατνιακή οστεΐτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Αναιμία (κυρίως σχετιζόμενη με γαστρεντερική αιμορραγία)
- Λευκοπενία
- Θρομβοκυτοπενία
- Υπερευαισθησία
- Οίδημα προσώπου
- Αγγειοίδημα/ Αναφυλακτικές/Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της καταπληξίας
- Οίδημα/Κατακράτηση υγρών
- Αύξηση ή μείωση της όρεξης
- Αύξηση βάρους
- Υπερκαλιαιμία
- Ανησυχία
- Κατάθλιψη
- Παραισθήσεις
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Μειωμένη πνευματική οξύτητα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Υπνηλία
- Ίλιγγος
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Θάμβος οράσεως
- Επιπεφυκίτιδα
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Αρρυθμία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Ταχυκαρδία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Στηθάγχη
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Μη ειδικές αλλοιώσεις του ΗΚΓ
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Κρίση υπέρτασης
- Βρογχόσπασμος
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Γαστρίτιδα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Επιγαστρική δυσφορία
- Ναυτία
- Έμετος
- Οισοφαγίτιδα
- Στοματικό έλκος
- Κοιλιακή διάταση
- Ξηροστομία
- Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
- Παγκρεατίτιδα
- Οπισθοστερνικός καύσος/Παλινδρόμηση οξέος
- Μεταβολή της κινητικότητας του εντέρου
- Πεπτικά έλκη συμπεριλαμβανομένης της γαστρεντερικής διάτρησης και αιμορραγίας
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη AST
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού
- Αύξηση αζώτου ουρίας αίματος
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ίκτερος
- Εκχύμωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα
- Μυϊκή κράμπα/σπασμός
- Μυοσκελετικός πόνος/ακαμψία
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρική δυσλειτουργία/Νεφρική ανεπάρκεια
- Εξασθένηση/Κόπωση
- Νόσος παρόμοια της γρίπης
- Θωρακικό άλγος
- Αυξημένη φωσφοκινάση της κρεατινίνης
- Αυξημένο ουρικό οξύ
- Μειωμένο νάτριο στο αίμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑυξημένη ALTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ASTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένηση/ΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕπιγαστρική δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝόσος παρόμοια της γρίπηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟίδημα/Κατακράτηση υγρώνΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟπισθοστερνικός καύσος/Παλινδρόμηση οξέοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΣτοματικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦατνιακή οστεΐτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑναιμία (κυρίως σχετιζόμενη με γαστρεντερική αιμορραγία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη φωσφοκινάση της κρεατινίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένο ουρικό οξύΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ή μείωση της όρεξηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑύξηση αζώτου ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστροδωδεκαδακτυλικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚρίση υπέρτασηςΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη πνευματική οξύτηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜεταβολή της κινητικότητας του εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΜη ειδικές αλλοιώσεις του ΗΚΓΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετικός πόνος/ακαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυϊκή κράμπα/σπασμόςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΝεφρική δυσλειτουργία/Νεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεπτικά έλκη συμπεριλαμβανομένης της γαστρεντερικής διάτρησης και αιμορραγίαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ευερέθιστου εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑγγειοίδημα/ Αναφυλακτικές/Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της καταπληξίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜειωμένο νάτριο στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοπικό φαρμακευτικό εξάνθημαΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν διατίθενται κλινικά δεδομένα. Μελέτες σε ζώα έδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή. Μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλιση του αρτηριακού πόρου κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Εάν κάποια γυναίκα μείνει έγκυος, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εκκρίνεται στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν. Οι γυναίκες που λαμβάνουν ετορικοξίμπη δεν πρέπει να θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΑποφεύγεταιΔεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν, καθώς αναστέλλει την COX-2.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- συμβάματα από το γαστρεντερικό
- συμβάματα από την καρδιά
- συμβάματα από τους νεφρούς
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιφλεγμονώδη και αντιρευματικά προϊόντα, μη στεροειδή, κοξίμπες, Κωδικός ΑΤC: ΜΟ1 ΑΗ05
Μηχανισμός δράσης
Η ετορικοξίμπη, είναι ένας από του στόματος χορηγούμενος εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης - 2 (COX-2) στο εύρος της κλινικής δοσολογίας. Σε όλο το φάσμα φαρμακολογικών κλινικών μελετών, το Ετορικοξίμπη παρουσίασε δοσοεξαρτώμενη αναστολή της COX-2 χωρίς αναστολή της COX-1 σε δόσεις έως 150 mg ημερησίως. Η ετορικοξίμπη δεν ανέστειλε τη σύνθεση της γαστρικής προσταγλανδίνης και δεν είχε επίδραση στη λειτουργία των αιμοπεταλίων. Η κυκλο-οξυγενάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Έχουν αναγνωρισθεί δύο ισομορφές οι COX-1 και COX-2. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου το οποίο φαίνεται να επάγεται από προφλεγμονώδη διέγερση και έχει τεκμηριωθεί ότι είναι κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών, διαμεσολαβητών του πόνου, της φλεγμονής και του πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, την εμφύτευση, τη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, την ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας και σε λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, η αίσθηση του πόνου, και νοητική λειτουργία). Η COX-2 μπορεί επίσης να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην επούλωση του έλκους. Η COX-2 έχει εντοπισθεί στον άνθρωπο σε ιστούς παρακείμενους των γαστρικών ελκών, αλλά δεν έχει αποδειχθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Αποτελεσματικότητα
-
Σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (ΟΑ) η ετορικοξίμπη 60 mg χορηγούμενη μια φορά ημερησίως παρείχε σημαντική βελτίωση του πόνου στους ασθενείς και στις εκτιμήσεις αυτών για την πορεία της νόσου. Αυτές οι ευεργετικές επιδράσεις παρατηρήθηκαν νωρίτερα από την δεύτερη ημέρα της θεραπείας και διατηρήθηκαν έως και 52 εβδομάδες. Μελέτες με ετορικοξίμπη 30 mg μία φορά ημερησίως έδειξαν αποτελεσματικότητα ανώτερη του εικονικού φαρμάκου σε διάστημα θεραπείας έως 12 εβδομάδες. Σε μία μελέτη με κυμαινόμενη δοσολογία, η ετορικοξίμπη 60 mg έδειξε σημαντικά μεγαλύτερη βελτίωση από ό,τι τα 30 mg και για τους 3 πρωταρχικά τελικά σημεία σε διάστημα θεραπείας 6 εβδομάδων. Η δοσολογία των 30 mg δεν έχει μελετηθεί για την οστεοαρθρίτιδα των χεριών.
-
Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα (ΡΑ) η ετορικοξίμπη 60 mg και 90 mg μια φορά ημερησίως παρείχαν και οι δύο σημαντικές βελτιώσεις του πόνου, της φλεγμονής και της κινητικότητας. Σε μελέτες κατά τις οποίες αξιολογήθηκαν η δόση των 60 mg και 90 mg, αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα διατηρήθηκαν καθ’ όλη την περίοδο της θεραπείας των 12 εβδομάδων. Σε μία μελέτη κατά την οποία αξιολογήθηκε η δόση των 60 mg σε σύγκριση με την δόση των 90 mg, η ετορικοξίμπη 60 mg μία φορά ημερησίως και 90 mg μία φορά ημερησίως, ήταν και οι δύο περισσότερο αποτελεσματικές από ό,τι το εικονικό φάρμακο. Η δόση των 90 mg ήταν ανώτερη της δόσης των 60 mg στην Παγκόσμια Αξιολόγηση Πόνου Ασθενών (0-100 mm αναλογική οπτική κλίμακα), με κατά μέσο όρο βελτίωση -2,71 mm (95% CI: -4,98 mm, -0,45 mm).
-
Σε ασθενείς με συμπτώματα οξείας ουρικής αρθρίτιδας, η χορήγηση ετορικοξίμπης 120 mg μια φορά ημερησίως για περίοδο θεραπείας οκτώ ημερών ανακούφισε από τον μέτριο έως ισχυρό πόνο του ισχίου και την φλεγμονή, σε σύγκριση με την ινδομεθακίνη 50 mg τρεις φορές ημερησίως. Η ανακούφιση του πόνου παρατηρήθηκε ήδη τέσσερις ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας.
-
Σε ασθενείς με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, η ετορικοξίμπη 90 mg μία φορά ημερησίως παρείχε σημαντικές βελτιώσεις του πόνου της σπονδυλικής στήλης, της φλεγμονής, της ακαμψίας και της λειτουργικότητας. Το κλινικό όφελος της ετορικοξίμπης παρατηρήθηκε ήδη από την δεύτερη ημέρα μετά την έναρξη της θεραπείας και διατηρήθηκε κατά την διάρκεια των 52 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας. Σε μία δεύτερη μελέτη κατά την οποία αξιολογήθηκε η δόση των 60 mg σε σύγκριση με την δόση των 90 mg, η ετορικοξίμπη 60 mg ημερησίως και 90 mg ημερησίως επέδειξαν παρόμοια αποτελεσματικότητα σε σύγκριση με ναπροξένη 1000 mg ημερησίως. Μεταξύ των μη επαρκώς ανταποκριθέντων στη δόση των 60 mg ημερησίως για 6 εβδομάδες, η κλιμάκωση της δόσης σε 90 mg μία φορά ημερησίως βελτίωσε το σκορ έντασης πόνου της σπονδυλικής στήλης (0-100 mm αναλογική οπτική κλίμακα) σε σύγκριση με την συνέχιση της δόσης των 60 mg ημερησίως, με κατά μέσο όρο βελτίωση -2,70 mm (95% CI: -4,88 mm, -0,52 mm).
-
Σε μία κλινική μελέτη σχετικά με την αξιολόγηση μετεγχειρητικού οδοντιατρικού πόνου, η ετορικοξίμπη 90 mg χορηγήθηκε μία φορά ημερησίως έως τρεις ημέρες. Στην υποομάδα των ασθενών με μέτριο πόνο κατά την έναρξη, η ετορικοξίμπη 90 mg παρείχε παρόμοια αναλγητική επίδραση με αυτή της ιβουπροφαίνης 600 mg (16,11 έναντι 16,39· P=0,722) και μεγαλύτερη από της παρακεταμόλης/κωδεΐνης 600 mg/60 mg (11,00· P<0,001) και εικονικού φαρμάκου (6,84· P<0,001) όπως μετρήθηκε με τη συνολική ανακούφιση του πόνου κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 ωρών (TOPAR6). Το ποσοστό των ασθενών που ανέφεραν τη χρήση θεραπείας διάσωσης εντός των πρώτων 24 ωρών της δοσολογίας ήταν 40,8% για την ετορικοξίμπη 90 mg, 25,5% για την ιμπουπροφαίνη 600 mg Q6h, και 46,7% για παρακεταμόλη/κωδεΐνη 600 mg/60 mg Q6h σε σύγκριση με 76,2% για το εικονικό φάρμακο. Στην μελέτη αυτή ο διάμεσος χρόνος έναρξης της επίδρασης της ετορικοξίμπης 90 mg (αντιληπτή ανακούφιση του πόνου), ήταν 28 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης.
Ασφάλεια
- Πρόγραμμα της μακράς διάρκειας πολυεθνικής μελέτης (MEDAL) με ετορικοξίμπη και δικλοφενάκη για την αρθρίτιδα: Το πρόγραμμα της μελέτης MEDAL ήταν ένα πρόγραμμα προοπτικά σχεδιασμένο για τα αποτελέσματα ασφάλειας του καρδιαγγειακού με συγκεντρωτικά στοιχεία από τρεις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με ενεργό συγκριτικό παράγοντα μελέτες, τη μελέτη MEDAL, και τις μελέτες EDGE II και EDGE.
Η μελέτη MEDAL ήταν μία μελέτη με τελικό σημείο τις καρδιαγγειακές εκβάσεις, που διεξήχθη σε 17.804 ασθενείς με ΟΑ και 5.700 ασθενείς με ΡΑ που έλαβαν ετορικοξίμπη 60 mg ημερησίως (ΟΑ) ή 90 mg ημερησίως (ΟΑ και ΡΑ) ή δικλοφενάκη 150 mg ημερησίως για ένα μέσο διάστημα διάρκειας 20,3 μηνών (μέγιστο 42,3 μήνες, διάμεσο 21,3 μήνες). Στη μελέτη αυτή, καταγράφηκαν μόνο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και διακοπές χορήγησης λόγω οποιωνδήποτε ανεπιθύμητων ενεργειών.
Οι μελέτες EDGE και EDGE II συνέκριναν την ανεκτικότητα από το γαστρεντερικό με ετορικοξίμπη έναντι δικλοφενάκης. Η μελέτη EDGE συμπεριέλαβε 7.111 ασθενείς με ΟΑ που έλαβαν μία δόση ετορικοξίμπης 90 mg ημερησίως (1,5 φορές τη συνιστώμενη δόση για ΟΑ) ή δικλοφενάκη 150 mg ημερησίως για ένα μέσο διάστημα 9,1 μηνών (μέγιστο 16,6 μήνες, διάμεσο 11,4 μήνες). Η μελέτη EDGE II συμπεριέλαβε 4086 ασθενείς με ΡΑ που έλαβαν ετορικοξίμπη 90 mg ημερησίως ή δικλοφενάκη 150 mg ημερησίως για ένα μέσο διάστημα 19,2 μηνών (μέγιστο 33,1 μήνες, διάμεσο 24 μήνες).
Σε ένα πρόγραμμα συγκεντρωτικών στοιχείων της μελέτης MEDAL, 34.701 ασθενείς με ΟΑ ή ΡΑ, έλαβαν θεραπεία για ένα μέσο διάστημα διάρκειας 17,9 μήνες (μέγιστο 42,3 μήνες, διάμεσο 16,3 μήνες), περίπου με 12.800 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για περισσότερο από 24 μήνες. Οι ασθενείς που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα είχαν κατά την έναρξη μεγάλο εύρος καρδιαγγειακών και γαστρεντερικών παραγόντων κινδύνου. Οι ασθενείς με πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου, παράκαμψης στεφανιαίας αρτηρίας με μόσχευμα ή διαδερμικής παρέμβασης της στεφανιαίας εντός 6 μηνών πριν την εισαγωγή στη μελέτη, αποκλείσθηκαν. Η χρήση γαστροπροστατευτικών σκευασμάτων και χαμηλών δόσεων ασπιρίνης επετράπη κατά τις μελέτες αυτές.
-
Συνολική ασφάλεια: Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά μεταξύ ετορικοξίμπης και δικλοφενάκης ως προς το ποσοστό των καρδιαγγειακών θρομβωτικών επεισοδίων. Ανεπιθύμητες ενέργειες από την καρδιά και τους νεφρούς παρατηρήθηκαν πολύ συχνότερα με την ετορικοξίμπη από ό,τι με τη δικλοφενάκη, και αυτό το αποτέλεσμα ήταν δοσοεξαρτώμενο. Ανεπιθύμητες ενέργειες του γαστρεντερικού και ήπατος παρατηρήθηκαν σημαντικά συχνότερα με δικλοφενάκη από ό,τι με ετορικοξίμπη. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών στη μελέτη EDGE και EDGE II και των ανεπιθύμητων ενεργειών που θεωρήθηκαν σοβαρές ή οδήγησαν σε διακοπή κατά τη μελέτη MEDAL ήταν μεγαλύτερη με την ετορικοξίμπη από ό,τι με τη δικλοφενάκη.
-
Αποτελέσματα ασφάλειας από το καρδιαγγειακό: Το ποσοστό των επιβεβαιωμένων θρομβωτικών καρδιαγγειακών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (που αποτελούνται από καρδιακά, αγγειοεγκεφαλικά, και επεισόδια των περιφερικών αγγείων) ήταν συγκρίσιμο μεταξύ της ετορικοξίμπης και της δικλοφενάκης. Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στα ποσοστά θρομβωτικών επεισοδίων μεταξύ της ετορικοξίμπης και της δικλοφενάκης μεταξύ όλων των υποομάδων που έχουν αναλυθεί. Ο σχετικός κίνδυνος επιβεβαιωμένων θρομβωτικών καρδιαγγειακών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών με ετορικοξίμπη 60 mg και 90 mg σε σύγκριση με δικλοφενάκη 150 mg ήταν παρόμοιος. Η θνησιμότητα λόγω καρδιαγγειακών συμβαμάτων, καθώς και η συνολική θνησιμότητα, ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων με ετορικοξίμπη και δικλοφενάκη.
-
Συμβάματα από καρδιά, νεφρούς: Περίπου 50% των ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη MEDAL είχαν ιστορικό υπέρτασης. Η συχνότητα διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την υπέρταση ήταν στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη με την ετορικοξίμπη από ό,τι με τη δικλοφενάκη. Η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας εμφανίσθηκαν με τα ίδια ποσοστά με ετορικοξίμπη 60 mg σε σύγκριση με δικλοφενάκη 150 mg αλλά ήταν μεγαλύτερη για την ετορικοξίμπη 90 mg σε σύγκριση με την δικλοφενάκη 150 mg. Η συχνότητα διακοπής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με οίδημα ήταν μεγαλύτερη με ετορικοξίμπη από ό,τι με δικλοφενάκη 150 mg και αυτό το αποτέλεσμα ήταν δοσοεξαρτώμενο (στατιστικά σημαντικό για την ετορικοξίμπη 90 mg αλλά όχι για την ετορικοξίμπη 60 mg). Τα αποτελέσματα σχετικά με καρδιά και νεφρούς των μελετών EDGE και EDGE II ήταν σύμφωνα με αυτά που αναφέρθηκαν στη μελέτη MEDAL.
-
Αποτελέσματα ανεκτικότητας από το γαστρεντερικό του προγράμματος της μελέτης MEDAL: Παρατηρήθηκε σημαντικά μικρότερη συχνότητα διακοπής της θεραπείας για οποιαδήποτε κλινική ανεπιθύμητη ενέργεια από το γαστρεντερικό (π.χ. δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, έλκος) με ετορικοξίμπη από ό,τι με δικλοφενάκη.
-
Αποτελέσματα ασφάλειας από το γαστρεντερικό της μελέτης MEDAL: Παρατηρήθηκε σημαντικά μικρότερο ποσοστό συμβαμάτων του ανώτερου γαστρεντερικού με ετορικοξίμπη από ό,τι με δικλοφενάκη. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ ετορικοξίμπης και δικλοφενάκης στη συχνότητα των επιπλεγμένων επεισοδίων. Το όφεδος από το ανώτερο γαστρεντερικό με ετορικοξίμπη σε σύγκριση με δικλοφενάκη δεν ήταν στατιστικά σημαντικό σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα μικρές δόσεις ασπιρίνης (περίπου 33% των ασθενών). Τα ποσοστά ανά εκατό ασθενείς-έτη των επιβεβαιωμένων επιπλεγμένων και μη επιπλεγμένων κλινικών επεισοδίων του ανώτερου γαστρεντερικού (διατρήσεις, έλκη, και αιμορραγίες, ΔΕΑ) ήταν 0,67(95% CI 0,57, 0,77) με ετορικοξίμπη και 0,97 (95% CI 0,85, 1,10) με δικλοφενάκη, καταλήγοντας σε ένα σχετικό κίνδυνο του 0,69 (95% CI 0,57, 0,83). Η μεγαλύτερη μείωση παρατηρήθηκε σε ασθενείς ηλικίας ≥ 75 ετών (1,35 [95% CI 0,94, 1,87] έναντι 2,78 [95% CI 2,14, 3,56] επεισόδια ανά εκατό ασθενείς-έτη για την ετορικοξίμπη και δικλοφενάκη αντίστοιχα). Τα ποσοστά των επιβεβαιωμένων κλινικών επεισοδίων του κατώτερου γαστρεντερικού (διάτρηση, απόφραξη ή αιμορραγία του λεπτού ή του παχέος εντέρου (ΔΑΑ)) δεν ήταν σημαντικά διαφορετικά μεταξύ ετορικοξίμπης και δικλοφενάκης.
-
Αποτελέσματα ασφάλειας σχετικά με το ήπαρ του προγράμματος της μελέτης MEDAL: Η ετορικοξίμπη έχει συσχετισθεί με ένα στατιστικά σημαντικά μικρότερο ποσοστό διακοπών λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το ήπαρ από ό,τι η δικλοφενάκη. Στα συγκεντρωτικά στοιχεία του προγράμματος της μελέτης MEDAL, 0,3% των ασθενών με ετορικοξίμπη και 2,7% των ασθενών με δικλοφενάκη διέκοψαν λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το ήπαρ.
-
Επιπρόσθετα στοιχεία ασφάλειας Θρομβωτικών Καρδιαγγειακών επεισοδίων: Δεν παρατηρήθηκε διακριτή διαφορά στο ποσοστό των επιβεβαιωμένων καρδιαγγειακών θρομβωτικών ανεπιθύμητων ενεργειών ανάμεσα στους ασθενείς που ελάμβαναν ετορικοξίμπη ≥60 mg, placebo, ή ΜΣΑΦ εκτός ναπροξένης. Παρόλα αυτά το ποσοστό αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν υψηλότερο σε ασθενείς που ελάμβαναν ετορικοξίμπη σε σύγκριση με αυτούς που ελάμβαναν ναπροξένη 500 mg δύο φορές ημερησίως. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής προστακυκλίνης χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων. Δεν έχει τεκμηριωθεί η κλινική σημασία των παρατηρήσεων αυτών.
-
Επιπρόσθετα στοιχεία ασφάλειας του γαστρεντερικού: Σε δύο διπλά τυφλές μελέτες ενδοσκόπησης διάρκειας 12 εβδομάδων, η συνολική συχνότητα γαστροδωδεκαδακτυλικών εξελκώσεων ήταν σημαντικά χαμηλότερη στους ασθενείς που ελάμβαναν ετορικοξίμπη 120 mg μια φορά ημερησίως σε σύγκριση με τους ασθενείς που ελάμβαναν είτε ναπροξένη 500 mg δύο φορές την ημέρα ή ιβουπροφένη 800 mg τρεις φορές ημερησίως. Στην ομάδα της ετορικοξίμπης η συχνότητα εμφάνισης των εξελκώσεων ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με το placebo.
-
Μελέτη σε ηλικιωμένους σχετικά με την νεφρική λειτουργία: Η ετορικοξίμπη, σελεκοξίμπη, και ναπροξένη είχαν παρόμοιες επιδράσεις στην αποβολή νατρίου μέσω των ούρων, κατά το διάστημα των 2 εβδομάδων θεραπείας. Όλοι οι δραστικοί παράγοντες που συγκρίθηκαν, έδειξαν μία αύξηση σε σύγκριση με το placebo ως προς τη συστολική αρτηριακή πίεση. Ωστόσο, η ετορικοξίμπη σχετίσθηκε με στατιστικά σημαντική αύξηση κατά την ημέρα 14, συγκρινόμενη με τη σελεκοξίμπη και τη ναπροξένη (μέση μεταβολή σε σύγκριση με την αρχική τιμή για τη συστολική αρτηριακή πίεση: ετορικοξίμπη 7,7 mmHg, σελεκοξίμπη 2,4 mmHg, ναπροξένη 3,6 mmHg).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Η ετορικοξίμπη μετά από χορήγηση από το στόμα απορροφάται καλά. H απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 100%. Μετά από δόση 120 mg εφάπαξ ημερησίως σε σταθεροποιημένη κατάσταση, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (μέση γεωμετρική Cmax=3,6 μg/ml) παρατηρήθηκε σε 1 ώρα περίπου (Tmax) μετά τη χορήγηση σε ενήλικες εν νηστεία. Η γεωμετρική μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC0-24 hr) ήταν 37,8 μg·hr/ml. Η φαρμακοκινητική της ετορικοξίμπης είναι γραμμική καθ’ όλο το εύρος της κλινικής δοσολογίας.
H συγχορήγηση με τροφή (γεύμα με υψηλά λιπαρά) δεν είχε επίδραση στο ποσοστό απορρόφησης της ετορικοξίμπης μετά από χορήγηση δόσης 120 mg. O ρυθμός απορρόφησης επηρεάστηκε με αποτέλεσμα να μειωθεί η Cmax κατά 36% και να αυξηθεί η Tmax κατά 2 ώρες. Αυτά τα στοιχεία θεωρείται ότι δεν είναι κλινικά σημαντικά. Στις κλινικές μελέτες η ετορικοξίμπη χορηγήθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη η λήψη τροφής.
Κατανομή
Η ετορικοξίμπη δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 92% περίπου σε συγκεντρώσεις 0,05 μg/ml έως 5 μg/ml. O όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vdss) στον άνθρωπο είναι 120 λίτρα περίπου. Η ετορικοξίμπη διαπερνά τον πλακούντα στους αρουραίους και τα κουνέλια και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό στους αρουραίους.
Βιομετασχηματισμός
Η ετορικοξίμπη μεταβολίζεται εκτεταμένα με περίπου < 1% της δόσης να ανακτάται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο. Η κύρια μεταβολική οδός ώσπου να παραχθεί το 6΄-υδροξυμέθυλο- παράγωγο, καταλύεται μέσω των ενζύμων CYP. Το CYP3A4 φαίνεται να εμπλέπεται στον μεταβολισμό της ετορικοξίμπης in vivo. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι το CYP2D6, CYP2C9, CYP1A2 και το CYP2C19 μπορούν επίσης να συμμετέχουν ως καταλύτες στην κύρια μεταβολική οδό, όμως δεν έχει μελετηθεί in vivo η ποσοτική αναλογία.
Στον άνθρωπο έχουν εντοπισθεί πέντε μεταβολίτες. Ο κύριος μεταβολίτης είναι το παράγωγο του 6΄-καρβοξυλικού οξέος της ετορικοξίμπης, που παράγεται από την περαιτέρω οξείδωση του 6΄-υδροξυμεθυλο παραγώγου. Οι κύριοι αυτοί μεταβολίτες είτε δεν έχουν καμιά δραστηριότητα ή έχουν μόνο ασθενή δράση ως αναστολείς της COX-2. Κανένας από αυτούς τους μεταβολίτες δεν αναστέλλει την COX-1.
Αποβολή
Μετά από χορήγηση από το στόμα μίας εφάπαξ ενδοφλέβιας ραδιοσημασμένης δόσης 25 mg ετορικοξίμπης σε υγιή άτομα, 70% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και 20% στα κόπρανα, κατά το πλείστον ως μεταβολίτες. Λιγότερο από 2% ανακτήθηκε ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η απομάκρυνση της ετορικοξίμπης γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω του μεταβολισμού, ακολουθούμενη από νεφρική απέκκριση. Οι συγκεντρώσεις της ετορικοξίμπης σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται εντός επτά ημερών, με εφάπαξ ημερήσια χορήγηση 120 mg, με ρυθμό συσσώρευσης περίπου 2, που αντιστοιχεί σε χρόνο ημίσειας ζωής 22 ώρες περίπου. Η κάθαρση στο πλάσμα μετά από μία ενδοφλέβια χορήγηση 25 mg, υπολογίζεται ότι είναι περίπου 50 ml/min.
Χαρακτηριστικά σε Ασθενείς
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η φαρμακοκινητική του φαρμάκου στους ηλικιωμένους ασθενείς (65 ετών και άνω) είναι παρόμοια με αυτή σε νεότερους ασθενείς.
-
Φύλο: Η φαρμακοκινητική της ετορικοξίμπης είναι παρόμοια σε άνδρες και γυναίκες.
-
Ηπατική δυσλειτουργία: Οι ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 5-6) στους οποίους χορηγήθηκε εφ’ άπαξ δόση ετορικοξίμπης 60 mg ημερησίως, είχαν περίπου 16% υψηλότερη μέση τιμή AUC σε σχέση με αυτή των υγιών ατόμων στα οποία χορηγήθηκε η ίδια δόση. Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh 7-9) στους οποίους χορηγήθηκε ετορικοξίμπη 60 mg κάθε δεύτερη ημέρα, είχαν παρόμοια μέση τιμή της AUC με εκείνη των υγιών ατόμων στα οποία χορηγήθηκε 60mg ετορικοξίμπη μία φορά ημερησίως. Η ετορικοξίμπη 30 mg άπαξ ημερησίως δεν έχει μελετηθεί σε αυτό τον πληθυσμό. Δεν υπάρχουν κλινικά ή φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία Child-Pugh ≥10) (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
-
Νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική εφ’ άπαξ δόσης 120 mg ετορικοξίμπης σε ασθενείς με μέτρια ως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια και ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, που υποβάλλονται σε αιμοδιύλυση, δεν ήταν σημαντικά διαφορετική από αυτή σε υγιή άτομα. Η συμβολή της αιμοδιάλυσης στην απομάκρυνση (κάθαρση διάλυσης περίπου 50 ml/min) ήταν αμελητέα (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς: Δεν έχει μελετηθεί η φαρμακοκινητική της ετορικοξίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας <12 ετών). Σε μία μελέτη φαρμακοκινητικής (n=16) που διεξήχθη σε έφηβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών) η φαρμακοκινητική στους έφηβους βάρους 40 ως 60 kg, που τους χορηγήθηκε ετορικοξίμπη 60 mg μία φορά ημερησίως και στους έφηβους βάρους > 60 kg, που τους χορηγήθηκε ετορικοξίμπη 90 mg μία φορά ημερησίως, ήταν παρόμοια με την φαρμακοκινητική στους ενήλικες, στους οποίους χορηγήθηκαν 90 mg ημερησίως. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ετορικοξίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. Δοσολογία).