Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
MEDOVASCIN 20MG/TAB
Διακοπή
|
20 / TAB | 8.33 € |
|
MEDOVASCIN 40MG/TAB
Διακοπή
|
40 / TAB | 11.94 € |
MEDOVASCIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μια φορά την ημέρα με το βραδινό γεύμα
- Δόση έναρξης: 20 mg χορηγούμενη μια φορά την ημέρα με το βραδινό γεύμα
- Τιτλοποίηση: Αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Οι δόσεις πρέπει να προσαρμόζονται μεμονωμένα ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
ΕνήλικεςΔόση20-80 mgΜέγ. δόση80 mg
-
Ασθενείς που απαιτείται μείωση της LDL χοληστερόλης 20% ή περισσότεροΔόση20 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς που απαιτείται μικρότερη μείωση της LDL χοληστερόληςΔόση10 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς με πολύ αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στον ορό (> 300 mg/dl [7,8 mmol/l] υπό δίαιτα)Δόση40 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (κυκλοσπορίνη), γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που μειώνουν τα λιπίδια (≥ 1g ημερησίως)Δόση10 mgΜέγ. δόση20 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληΜέγ. δόση40 mgΗμερησίως
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν συνιστάται
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα συστατικά αυτού του φαρμάκου
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με μιβεφραδίλη, που είναι αναστολέας διαύλων ασβεστίου της κατηγορίας της τετραλόλης
-
Κύηση - Γαλουχία
-
Παιδιά
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Δυσλειτουργία του ήπατοςπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΣυνιστάται να γίνεται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας, την 6η και 12η εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη ή μετά από αύξηση της δόσης και στη συνέχεια, περιοδικά, (π.χ. κάθε 6 μήνες). Ειδική προσοχή θα πρέπει να δίδεται στους ασθενείς που αναπτύσσουν υψηλά επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό και σε αυτούς τους ασθενείς οι μετρήσεις θα πρέπει να επαναλαμβάνονται αμέσως και στην συνέχεια να γίνονται πιο συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών τείνουν να αυξηθούν περισσότερο από τρεις φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο και επιμένουν, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί. Μετά την διακοπή του φαρμάκου, εάν επιμένει η αύξηση, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η διενέργεια βιοψίας του ήπατος.
-
Δυσλειτουργία του ήπατοςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσουΤο φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του συστήματος CYP3A4 (κυκλοσπορίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV, νεφαζοδόνη)Η χορήγηση της λοβαστατίνης ταυτόχρονα θα πρέπει να αποφεύγεται. Αν η θεραπεία με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων, που θεωρείται ότι έχουν ισχυρή ανασταλτική επίδραση στο σύστημα CYP3A4 σε θεραπευτικές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν τα ωφέλη της συνδυασμένης θεραπείας υπερτερούν του αυξημένου κινδύνου.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα με κυκλοσπορίνη, γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που ελαττώνουν τα λιπίδια (≥ 1g ημερησίως)Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 20 mg ημερησίως. Η συνδυασμένη χορήγηση λοβαστατίνης με φιβράτες ή νιασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν το όφελος περαιτέρω μεταβολής των επιπέδων των λιπιδίων είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου αυτού του συνδυασμού φαρμάκων.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληΗ δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως. Η συνδυασμένη χορήγηση της λοβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg ημερησίως με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν το κλινικό όφελος είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου για μυοπάθεια.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυσηΟι θεράποντες γιατροί θα πρέπει να συνταγογραφούν στατίνες με προσοχή.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμό, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών διαταραχών, ιστορικό προηγούμενης εκδήλωσης μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης, αλκοολισμό, ή ηλικίας > 70 ετώνΤα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης θα πρέπει οπωσδήποτε να προσδιορίζονται πριν την έναρξη της αγωγής. Σε περίπτωση που τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης είναι σημαντικά υψηλότερα από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια (> 5XUNL) πριν την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής, το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγηθεί.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λοβαστατίνη ή αυτοί των οποίων η δόση της λοβαστατίνης αυξήθηκεΘα πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μυοπάθειας και να αναφέρουν οποιοδήποτε μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επώδυνο μυϊκό σπασμό (κράμπα).
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επώδυνο μυϊκό σπασμό (κράμπα)Σε ασθενείς με τέτοια συμπτώματα θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης. Εφόσον τα επίπεδα αυτά βρεθούν σημαντικά αυξημένα (> 5XUNL) η θεραπεία πρέπει να διακοπεί. Αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης είναι 5XUNL, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας. Η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαγνωσθεί ή υπάρχει υποψία για μυοπάθεια.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΑν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης επανέλθουν στα φυσιολογικά, επανέναρξη της αγωγής με το φάρμακο ή έναρξη αγωγής με μια άλλη στατίνη θα πρέπει να γίνεται εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο, μόνο στη μικρότερη δυνατή δόση και με στενή κλινική παρακολούθηση.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς πριν την προγραμματισμένη μεγάλη χειρουργική επέμβαση και όταν επισυμβαίνει ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίαςΗ θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να σταματήσει προσωρινά για μερικές ημέρες.
-
Τοξικότητα στο ΚΝΣ - ΟφθαλμόςαντένδειξηΣε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων (μυασθένεια gravis ή οφθαλμική μυασθένεια), η χορήγηση του Λοβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Διάμεση πνευμονική νόσοςαντένδειξηΕάν υπάρχει υποψία για κάποιο ασθενή ότι παρουσίασε διάμεση πνευμονική νόσο, η θεραπεία με Λοβαστατίνη πρέπει να διακοπεί.
-
Σακχαρώδης ΔιαβήτηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI> 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
ΈκδοχααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (κυκλοσπορίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, νεφαζοδόνη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου μυοπάθειας λόγω μειωμένης απέκκρισης της λοβαστατίνης
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΘεραπεία να αρχίσει με 10 mg λοβαστατίνη, μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα. Να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Άλλες φιβράτεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΘεραπεία να αρχίσει με 10 mg λοβαστατίνη, μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα. Να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Νιασίνη (νικοτινικό οξύ, ≥1g/ημέρα)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΘεραπεία να αρχίσει με 10 mg λοβαστατίνη, μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα. Να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας / ραβδομυόλυσηςΣύστασηΗ δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40 mg ημερησίως.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησηΑύξηση του χρόνου προθρομβίνης ή αιμορραγία σε λίγους ασθενείςΣύστασηΝα καθορίζεται ο χρόνος προθρομβίνης πριν την έναρξη και συχνά το πρώτο διάστημα της θεραπείας. Επανάληψη της διαδικασίας αν αλλάξει η δόση της λοβαστατίνης.
-
ΑντιπυρίνηΔεν επιδρά στη φαρμακοκινητική της αντιπυρίνης ή των μεταβολιτών της
-
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση
-
Δεν επέδρασε στις συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα
-
Υπογλυκαιμικά σκευάσματα χορηγούμενα από το στόμα (γλυπιζίδη, χλωρπροπαμίδη)Δεν υπήρξε αλληλεπίδραση
-
β-αναστολείςΧωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
Αναστολείς των διαύλων ασβεστίου (εκτός βεραπαμίλης)Χωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
ΔιουρητικάΧωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακαΧωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
Χυμός κίτρου (πολύ μεγάλες ποσότητες > 1 λίτρο την ημέρα)προσοχήΑύξηση των επιπέδων της ανασταλτικής δραστικότητας της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμαΣύστασηΝα αποφεύγεται
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Οπισθοστερνικός καύσος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Επιγαστρικό άλγος / κράμπες
- Ανορεξία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Μυϊκές κράμπες
- Μυαλγία
- Άλγος στα κάτω άκρα
- Ωμαλγία
- Αρθραλγία
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Επώδυνες μυϊκές συσπάσεις
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Αρθρίτιδα
- Μυασθένεια Gravis
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Παραισθησία
- Διαταραχές της γεύσης
- Πάρεση προσώπου
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Απώλεια μνήμης
- Περιφερική νευροπάθεια
- Περιφερική παράλυση νεύρων
- Μυασθένεια των οφθαλμών
- Αϋπνία
- Ψυχικές διαταραχές
- Άγχος
- Απώλεια libido
- Επηρεασμός των εξωοφθαλμικών κινήσεων
- Θάμβος όρασης
- Οφθαλμικός ερεθισμός
- Επιδείνωση καταρράκτη
- Θολερότητα φακών
- Οφθαλμοπληγία
- Διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας και των εφιαλτών)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πορφύρα
- Οζίδια (δέρματος)
- Αποχρωματισμός (δέρματος)
- Ξηρότητα δερματικών / βλεννογόνιων υμένων
- Μεταβολές κόμης / νυχιών
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Πυρετός
- Ρίγη
- Κακουχία
- Αύξηση των τρανσαμινασών στον ορό
- Ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας)
- Λιπώδεις μεταβολές στο ήπαρ
- Κεραυνοβόλος κίρρωση
- Ηπάτωμα
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική νέκρωση
- Αύξηση των τρανσαμινασών στον ορό
- Αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) (τουλάχιστον δύο φορές πάνω από τη φυσιολογική τιμή)
- Μεγάλη αύξηση της CPK
- Αυξημένα επίπεδα γGT
- Αυξημένα επίπεδα χολυρεθρίνης
- Θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα
- Αναφυλαξία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκο
- Αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών
- Αυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσης
- Ανωμαλία λειτουργίας θυρεοειδούς
- Κατάθλιμψη
- Θρομβοκυτοπενία
- Λευκοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Δύσπνοια
- Διάμεση πνευμονική νόσος
- Γυναικομαστία
- Δυσλειτουργία στύσης
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) (τουλάχιστον δύο φορές πάνω από τη φυσιολογική τιμή)Εργαστηριακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση των τρανσαμινασών στον ορόΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων / Εργαστηριακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιγαστρικό άλγος / κράμπεςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟπισθοστερνικός καύσοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος στα κάτω άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟφθαλμικός ερεθισμόςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαλινδρόμηση οξέοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΩμαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρώνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΘετικά αντιπυρηνικά αντισώματαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚακουχίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΚεραυνοβόλος κίρρωσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜεγάλη αύξηση της CPKΕργαστηριακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΡευματική πολυμυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκοΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση πνευμονική νόσοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία λειτουργίας θυρεοειδούςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός (δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑπώλεια libidoΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα γGTΕργαστηριακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα χολυρεθρίνηςΕργαστηριακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές της γεύσηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας και των εφιαλτών)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔυσλειτουργία στύσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμός των εξωοφθαλμικών κινήσεωνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση καταρράκτηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕπώδυνες μυϊκές συσπάσειςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΗπάτωμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα (περιλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘολερότητα φακώνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΛιπώδεις μεταβολές στο ήπαρΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΜεταβολές κόμης / νυχιώνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΔιαταραχές του μυοσκελετικού
-
Μη γνωστέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΞηρότητα δερματικών / βλεννογόνιων υμένωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΟζίδια (δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΟφθαλμοπληγίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠάρεση προσώπουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική παράλυση νεύρωνΝευρικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨυχικές διαταραχέςΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαπιστώνεται η εγκυμοσύνη. Το Λοβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας μόνο όταν αυτές οι γυναίκες είναι εξαιρετικά απίθανο να συλλάβουν και έχουν ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους.Επειδή δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια στις εγκυμονούσες γυναίκες και δεν υπάρχει εμφανές όφελος από την θεραπεία με Λοβαστατίνη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις). Εάν η γυναίκα μείνει έγκυος ενώ ελάμβανε θεραπεία με Λοβαστατίνη, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί και η ασθενής να ενημερωθεί για τους πιθανούς για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους εάν παίρνουν Λοβαστατίνη (βλ. Αντενδείξεις).Δεν είναι γνωστό εάν η λοβαστατίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή μία μικρή ποσότητα ενός άλλου φαρμάκου της ίδιας κατηγορίας εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και επειδή υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Η λοβαστατίνη είναι μια λευκή, μη υγροσκοπική, κρυσταλλική σκόνη αδιάλυτη στο νερό και ελαφρώς διαλυτή στην αιθανόλη, στη μεθανόλη και στο ακετονιτρίλιο. H λοβαστατίνη είναι {1S-[1α (R), 3α,7β, 8β, (2S, 4S), 8αβ]} 1, 2, 3, 7, 8, 8α - hexahydro - 3, 7-dimethyl - 8 - [2-(tetrahydro-4-hydroxy-6-oxo-2H-pyran-2-yl) ethyl] - 1 - naphthalenyl 2 methylbutanoate. Ο εμπειρικός τύπος της λοβαστατίνης είναι C24H36O5 και το μοριακό βάρος είναι 404,55. Η λοβαστατίνη είναι ένας παράγοντας που μειώνει την χοληστερόλη ο οποίος απομονώθηκε από ένα στέλεχος του Aspergillus terreus.
Μηχανισμός δράσης
Η λοβαστατίνη είναι ένας εξειδικευμένος αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε mevalonate. Όμως, σε θεραπευτικές δόσεις, το ένζυμο δεν αναστέλλεται τελείως επιτρέποντας έτσι να υπάρχουν διαθέσιμες οι βιολογικά απαραίτητες ποσότητες mevalonate. Η μετατροπή του HMG-CoA σε mevalonate είναι ένα αρχικό στάδιο στη βιοσυνθετική οδό της χοληστερόλης. Μετά από χορήγηση από το στόμα, η λοβαστατίνη, που είναι μία αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στην αντίστοιχη μορφή του β-υδροξυοξέος. Αυτό είναι ένας κύριος μεταβολίτης και αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλικού-συνένζυμου Α (HMG-CoA) αναγωγάσης.
Η συμμετοχή της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (LDL - χοληστερόλης) στην αθηρωγένεση έχει σαφώς τεκμηριωθεί τόσο σε κλινικές και παθολογοανατομικές μελέτες, όσο και σε πολλές μελέτες σε πειραματόζωα. Από επιδημιολογικές μελέτες έχει τεκμηριωθεί πως η αυξημένη LDL (χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη) - χοληστερόλη και η μειωμένη HDL (υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη) - χοληστερόλη αποτελούν και οι δύο παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Η μελέτη Lipid Research Clinics Coronary Primary Prevention (LRCCPPT), η οποία συντονίσθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH), μελέτησε άνδρες ηλικίας 35 - 59 ετών με επίπεδα χοληστερόλης 265mg/dl ή μεγαλύτερα και επίπεδα τριγλυκεριδίων όχι μεγαλύτερα από 300mg/dl. Αυτή η επταετής διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη, έδειξε πως η μείωση της LDL-χοληστερόλης με δίαιτα και χολεστυραμίνη, μείωσε τη συχνότητα θανάτων από στεφανιαία νόσο και των μη θανατηφόρων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου.
Η λοβαστατίνη έχει δείξει ότι μειώνει και τις φυσιολογικές και τις υψηλές συγκεντρώσεις της LDL-χοληστερόλης. Η LDL σχηματίζεται από την VLDL και καταβολίζεται κυρίως από τους υψηλής συγγένειας LDL υποδοχείς. Η επίδραση των μεταβολών από τη λοβαστατίνη στα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών συμπεριλαμβανομένης και της μείωσης της χοληστερόλης του ορού, στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο μηχανισμός που επιτυγχάνεται η μείωση της LDL με τη λοβαστατίνη, μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τη μείωση των συγκεντρώσεων της VLDL-χοληστερόλη και την επαγωγή των LDL υποδοχέων με αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή και/ή τον αυξημένο καταβολισμό της LDL-χοληστερόλης. Η απολιποπρωτεΐνη β επίσης μειώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λοβαστατίνη. Επειδή κάθε LDL σωματίδιο περιέχει ένα μόριο απολιποπρωτεΐνης β και επειδή υπάρχει λίγη απολιποπρωτεΐνη β σε άλλες λιποπρωτεΐνες, αυτό υποδεικνύει ότι η λοβαστατίνη δεν προκαλεί μόνον την απομάκρυνση της χοληστερόλης από την LDL, αλλά μειώνει επίσης τη συγκέντρωση των LDL σωματιδίων που κυκλοφορούν. Επίσης, η λοβαστατίνη αυξάνει την HDL-χοληστερόλη και μειώνει την LDL-χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια του πλάσματος (βλ. Πίνακες Ι - IV κάτω από την παράγραφο Κλινικές Μελέτες). Δεν είναι γνωστή επίδραση της λοβαστατίνης στην Lp (α), στο ινωδογόνο και σε άλλους ανεξάρτητους βιοχημικούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.