Clinio Logo
Clinio
ATC G G03 G03G — Γοναδοτροφίνες και διεγερτικά της ωορρηξίας G03GA — Γοναδοτροφίνες
G03GA

G03GA — Γοναδοτροφίνες

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

11 ουσίες
ΕΟΦ · κεφ. 6.7.2.1

Oρμόνες πρόσθιου λοβού

Aπό τις ορμόνες του πρόσθιου λοβού στη θεραπευτική χρησιμοποιούνται η σωματοτροπίνη, η θυρεοτροπίνη, οι γοναδοτροφίνες (χοριακή και εμμηνοπαυσιακή) και η φλοιο-επινεφριδιοτρόπος (ACTH). H τελευταία λόγω των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της, έχει αντικατασταθεί από το συνθετικό της ανάλογο την τετρακοσακτίδη. Xρησιμοποιείται για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς. Φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις νόσου του Crohn, βρογχικού άσθματος κλπ. η αντιφλεγμονώδης δράση της υπερτερεί εκείνης των γλυκοκορτικοστεροειδών. H σωματοτροπίνη χρησιμοποιείται αποκλειστικώς στη θεραπεία του υποφυσιακού νανισμού και κάτω από αυστηρές προδιαγραφές. Xορηγείται με την έγκριση ενδοκρινολογικών κέντρων. Oι γονοδοτροφίνες, ωοθυλακιοτρόπος (FSH) και ωχρινοτρόπος (LH), που χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπευτική, παραλαμβάνονται από τα ούρα εμμηνοπαυσιακών γυναικών. Oι ορμόνες αυτές σε συνδυασμό ή μόνη η θυλακιοτρόπος (ουροθυλακιοτροπίνη και θυλακιοτροπίνη) χρησιμοποιούνται τελευταίως στη θεραπεία περιπτώσεων στείρωσης με αποδεδειγμένη ανεπάρκεια της υπόφυσης (βλ. και κεφ. 7.3). H ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροφίνη (hCG), πλακουντιακής προέλευσης, προσομοιάζει από άποψη δομής, με τις υποφυσιακές γοναδοτροφίνες. Για τις γοναδοτροφίνες βλ. και 7.3. H θυρεοτροπίνη ή θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) χρησιμοποιείται θεραπευτικώς και διαγνωστικώς.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 6.7.2.1
ΕΟΦ · κεφ. 9.3

Παρεντερικά διαλύματα

Πρόκειται για αποστειρωμένα διαλύματα που προορίζονται για την αναπλήρωση απωλειών ορισμένων στοιχείων, τη ρύθμιση του ηλεκτρολυτικού ισοζυγίου, την αναπλήρωση του ύδατος στον ενδοκυττάριο και εξωκυττάριο χώρο, την ρύθμιση της οξεοβασικής ισορροπίας και της ογκαιμίας, καθώς και για την μερική ή ολική παρεντερική διατροφή. Xρησιμοποιούνται ακόμη για την παρασκευή ενδοφλεβίων διαλυμάτων ουσιών που διατηρούνται σε ξηρή κατάσταση. Με τα παρεντερικά διαλύματα είναι επίσης δυνατή ή ανάμιξη ή η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων συμβατών με αυτά ουσιών που επιτρέπεται να χορηγηθούν ενδοφλεβίως. Tα διαλύματα που περιγράφονται εδώ προορίζονται για τους ενήλικες, ενώ ορισμένα από αυτά χρησιμοποιούνται σε βρέφη και παιδιά. H χορήγηση και δοσολογία εξαρτάται από την ηλικία, το βάρος και την μεταβολική κατάσταση των ασθενών.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 9.3
ΕΟΦ · κεφ. 9.3.2

Yποκατάστατα πλάσματος

Eίναι διαλύματα υδροξυαιθυλαμύλου, δεξτρανών και ζελατίνης που έχουν την ιδιότητα κατακράτησης νερού στο μόριό τους. Οι μεγαλομοριακές αυτές ουσίες παραμένουν για μακρύ χρονικό διάστημα στην κυκλοφορία του αίματος και μεταβολίζονται βραδέως, ώστε να συγκρατούν νερό και να διατηρούν φυσιολογικό όγκο κυκλοφορούντων υγρών. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του shock που οφείλεται σε αιμορραγία ή απώλεια πλάσματος (εγκαύματα) καθώς και στις περιπτώσεις που απαιτείται αραίωση του αίματος ως προς τα έμμορφα συστατικά του. Τα προϊόντα αυτά διευκολύνουν τη μικροκυκλοφορία και ορισμένα βελτιώνουν τα ρεολογικά χαρακτηριστικά του αίματος (π.χ. υδροξυαιθυλάμυλο). Πλεονέκτημά τους είναι το χαμηλό κόστος καθώς και η χορήγηση τους ανεξαρτήτως ομάδας αίματος. Μειονεκτήματα των δεξτρανών είναι η παρεμβολή τους στον προσδιορισμό ουσιών που καθημερινά είναι αναγκαίος στην κλινική πράξη και στην παρεμπόδιση συχνά του καθορισμού των ομάδων αίματος και της άμεσης διασταύρωσης, η πιθανότητα αλλεργικών αντιδράσεων (σημαντικό επίσης και για τις ζελατίνες) και η αρνητική επίδραση στους παράγοντες πήξης του αίματος.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 9.3.2
ΕΟΦ · κεφ. 14.1

Eνεργητική ανοσοποίηση - Εμβόλια

Mε τον εμβολιασμό επιδιώκεται η δημιουργία ειδικής ανοσολογικής άμυνας κατά συγκεκριμένης νόσου. Στόχος είναι η μίμηση της φυσικής λοίμωξης και η πρόκληση ανοσολογικής αντίδρασης με σκοπό την πρόληψη και εκρίζωση λοιμωδών νοσημάτων (π.χ. ευλογιά). Επειδή τα εμβόλια χορηγούνται σε υγιή άτομα, κυρίως σε βρέφη και παιδιά, πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά την ασφάλεια και αποτελεσματικότητά τους:

α) το εμβόλιο να μην προκαλεί νόσο ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες

β) να εξασφαλίζει μακροχρόνια ανοσία, αν είναι δυνατό, για όλη τη ζωή

γ) ο εμβολιαζόμενος να μη μεταδίδει νόσο σε επίνοσα άτομα και

δ) να είναι δυνατή η μέτρηση της αντισωματικής απάντησης.

Η σύνθεση των εμβολίων περιλαμβάνει:

  1. Τα αντιγόνα που μπορεί να είναι α) ζώντες εξασθενημένοι ιοί ή βακτήρια (πολιομυελίτιδας-Sabin, ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, BCG), β) αδρανοποιηθέντες ιοί ή βακτήρια (γρίππης, κοκκύτη, τύφου), γ) αδρανοποιημένες εξωτοξίνες μικροοργανισμών (τοξοειδές διφθερίτιδας και τετάνου), τμήμα ιού ή μικροβίου (γρίππης, πνευμονιόκοκκου, μηνιγγιτιδόκοκκου, αιμόφιλου της ινφλουέντζας) και δ) να είναι πρωτεϊνικής φύσεως (παρασκευή με την τεχνική του ανασυνδυασμένου DNA, όπως το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β).

  2. Ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή απεσταγμένο νερό ή ακόμα και θρεπτικό υλικό των ιστικών καλλιεργειών, στο οποίο μπορούμε να ανιχνεύσουμε πρωτεΐνες ή άλλα προϊόντα του καλλιεργητικού υλικού (λεύκωμα ωού, αντιγόνα ιστικών καλλιεργειών κλπ.).

  3. Συντηρητικά, σταθεροποιητικούς παράγοντες και ίχνη χημικών ουσιών που αποτελούν απαραίτητη προσθήκη για την παρεμπόδιση ανάπτυξης μικροβίων ή για τη σταθεροποίηση του αντιγόνου (αντιβιοτικά, φορμαλδεΰδη, γλυκίνη, υδραργυρικά άλατα κλπ.). Aν το εμβολιαζόμενο άτομο είναι αλλεργικό στις ουσίες αυτές τότε μπορούν να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας.

  4. Eπιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες (αργίλιο) έτσι ώστε το αντιγόνο να κατακρατείται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα στο σημείο της ένεσης και να παρατείνεται η διέγερση για πρόκληση αντισωμάτων. Τα εμβόλια που περιέχουν επιβραδυντικούς στην απορρόφηση παράγοντες θα πρέπει να ενίονται βαθιά στη μυϊκή μάζα γιατί η υποδόρια χορήγησή τους μπορεί να προκαλέσει έντονα τοπικά ερεθιστικά φαινόμενα (μέχρι και ιστική νέκρωση).

Για τη διατήρηση και τον τρόπο χορήγησης των εμβολίων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι οδηγίες της παρασκευάστριας εταιρείας. Κατά κανόνα τα εμβόλια διατηρούνται σε χαμηλή θερμοκρασία, συνήθως +2° έως +8°C, εκτός από ελάχιστα σκευάσματα που απαιτούν χαμηλότερη θερμοκρασία.

Όταν χρησιμοποιούνται εμβόλια από νεκρούς ιούς η ανοσολογική ανταπόκριση και η διάρκεια της ανοσίας υπολείπονται σε σχέση με αυτές που προκαλούνται από ζώντες εξασθενημένους ιούς. Επίσης η ανοσία που αποκτάται μετά από φυσική λοίμωξη είναι πιό ικανοποιητική σε διάρκεια και ένταση από αυτή που προκαλείται μετά από τον εμβολιασμό.

Τα εμβόλια μπορεί να προκαλέσουν ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως μέτριο ή υψηλό πυρετό, πόνο, ερυθρότητα και οίδημα στο σημείο του εμβολιασμού, καταβολή, εξάνθημα, κνησμό, κεφαλαλγία και σπανίως γενικευμένη αλλεργική αντίδραση. Η πρόκληση νόσου από εμβόλια είναι σπάνια ή ως ατύχημα μετά από χορήγηση ατελώς εξασθενημένων ή αδρανοποιημένων εμβολίων ή μετά από χορήγηση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, όπως BCG ή Sabin κυρίως σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. Γι’ αυτό τα εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους ιούς ή μικρόβια πρέπει να αποφεύγονται στα άτομα με συγγενή ή επίκτητη διαταραχή του ανοσολογικού συστήματος.

Ο εμβολιασμός πρέπει να αναβάλλεται κατά τη διαδρομή οξέων εμπυρέτων νοσημάτων, σε άτομα που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα και κατά την εγκυμοσύνη. Η αναβολή του εμβολιασμού κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 14.1