Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ M03AC04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ATRACURIUM

Kύριος εκπρόσωπος της υποκατηγορίας αυτής είναι η παραφίνη ή παραφινέλαιο (paraffin liquid, mineral oil), ένα σύμπλοκο μίγμα κεκορεσμένων υδρογονανθράκων, πετρελαϊκής προέλευσης. Tο φάρμακο χορηγούμενο σε υποκλυσμό χαρακτηρίζεται από αμελητέα απορρόφηση. Aντιθέτως, σε χορήγηση …

Chemical structure of ATRACURIUM

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Διευκόλυνση της ενδοτραχειακής διασωλήνωσης. Mυοχάλαση στη διάρκεια της γενικής αναισθησίας στη γενική χειρουργική και μαιευτική. Aντιμετώπιση σπασμών. Διευκόλυνση της μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής στις MEΘ. Mπορεί να θεωρηθεί μυοχαλαρωτικό πρώτης…
medication
SPC-TRACRIUM

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
Εντός 90 sec μετά από ένεση 0,5 - 0,6 mg/kg για διασωλήνωση. Διατήρηση: συνεχής έγχυση.
Δόση έναρξης:
0,3 - 0,6 mg/kg
Τιτλοποίηση:
Συμπληρωματικές δόσεις 0,1 έως 0,2 mg/kg. Συνεχής έγχυση: 11-13μg/kg/min (0,65 - 0,78mg/kg/hr), με διακύμανση από 4,5μg/kg/min (0,27mg/kg/hr) μέχρι 29,5 μg/kg/min (1,77mg/kg/hr).
  • Ενήλικες
    Δόση0,3 - 0,6 mg/kg
    Μέγ. δόση0,6 mg/kg
    Η δόση ποικίλει ανάλογα με την επιθυμητή διάρκεια ολικού αποκλεισμού. Η διασωλήνωση επιτυγχάνεται συνήθως εντός 90 sec μετά από ένεση 0,5 - 0,6 mg/kg. Συμπληρωματικές δόσεις 0,1 έως 0,2 mg/kg. Αυτόματη ανάνηψη σε περίπου 35 min. Η χρήση υπό μορφή έγχυσης για διατήρηση του αποκλεισμού: 0,3 - 0,6 mg/kg/hour.
  • Παιδιά (ηλικίας μεγαλύτερης του ενός μηνός)
    ΔόσηΗ ίδια με των ενηλίκων με βάση το βάρος του σώματος.
    Η δοσολογία είναι η ίδια με των ενηλίκων με βάση το βάρος του σώματος.
  • Νεογνά
    Η χορήγηση δεν συνιστάται σε νεογνά, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα.
  • Ηλικιωμένοι
    Συνιστάται η αρχική δόση να είναι η μικρότερη δυνατή και να χορηγείται με βραδύ ρυθμό.
  • Ασθενείς με ελαττωμένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία
    ΔόσηΚανονική δοσολογία
    Μπορεί να χορηγηθεί σε όλες τις βαθμίδες νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης και της ανεπάρκειας τελευταίου σταδίου.
  • Ασθενείς με καρδιοαγγειακές παθήσεις
    Η αρχική δόση πρέπει να χορηγείται σε διάστημα μεγαλύτερο των 60 sec.
  • Μακροχρόνια χρήση σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ)
    Οι δοσολογικές απαιτήσεις μπορεί να αλλάζουν με το χρόνο. Η απαιτούμενη δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μετά από παρατεταμένη χορήγηση. Παρακολούθηση της νευρομυϊκής λειτουργίας συνιστάται για εξατομίκευση των δόσεων. Συνεχής έγχυση: 11-13μg/kg/min (0,65 - 0,78mg/kg/hr), με διακύμανση από 4,5μg/kg/min (0,27mg/kg/hr) μέχρι 29,5 μg/kg/min (1,77mg/kg/hr). Η αυτόματη ανάνηψη αναμένεται σε 60 min περίπου (32-108 min).
block
SPC-TRACRIUM

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στο atracurium, στο cisatracurium, στο benzenesulfonic acid.
  • Υπερευαισθησία στη βενζυλική αλκοόλη (αφορά τις φύσιγγες των 10ml).
warning
SPC-TRACRIUM

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενική δράση
    Το atracurium παραλύει τους αναπνευστικούς και άλλους σκελετικούς μυς, χωρίς να επηρεάζει τη συνείδηση. Πρέπει να χορηγείται μόνο με κατάλληλη γενική αναισθησία και υπό την επίβλεψη έμπειρου αναισθησιολόγου σε κατάλληλα εξοπλισμένο χώρο.
  • Ασθματικοί ασθενείς
    ΠληθυσμόςΑσθματικοί ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών και νευρομυϊκούς παράγοντες αποκλεισμού σε ΜΕΘ
    Να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη ελέγχου διαδοχικών τιμών της κρεατινικής φωσφατάσης (CPK).
  • Έκκριση ισταμίνης
    ΠληθυσμόςΕυαίσθητοι ασθενείς
    Εφιστάται προσοχή λόγω πιθανής έκκρισης ισταμίνης. Ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας.
  • Καρδιακός ρυθμός
    Στη συνιστώμενη δοσολογία, το atracurium δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στον καρδιακό ρυθμό και δεν αναμένεται να αντισταθμίσει τη βραδυκαρδία που προκαλείται από άλλους παράγοντες.
  • Διασταυρούμενη ευαισθησία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερευαισθησία σε άλλους παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού
    Εφιστάται προσοχή λόγω υψηλής συχνότητας διασταυρούμενης ευαισθησίας (>50%) μεταξύ παραγόντων νευρομυϊκού αποκλεισμού (βλ. 4.3).
  • Νευρομυικές ασθένειες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με βαρεία μυασθένεια, σύνδρομο EATON-LAMBERT ή άλλες νευρομυικές ασθένειες
    Μπορεί να υπάρξουν σοβαρές επιδράσεις. Χορήγηση μειωμένης δόσης και κλινικός/εργαστηριακός έλεγχος λειτουργίας περιφερικών νεύρων είναι απαραίτητα. Παρόμοια μέτρα σε ασθενείς με σοβαρές διαταραχές ηλεκτρολυτών ή καρκινομάτωση.
  • Υποφωσφοραιμία
    Μπορεί να καθυστερήσει την ανάνηψη. Η διόρθωση της κατάστασης μπορεί να την επισπεύσει.
  • Πτώση αρτηριακής πίεσης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ελαττωμένο όγκο αίματος
    Η χορήγηση πρέπει να γίνεται σε χρόνο μεγαλύτερο των 60 δευτερολέπτων.
  • Ανάμιξη με αλκαλικά διαλύματα
    Το atracurium besilate έχει όξινο pH και δεν πρέπει να αναμιγνύεται με αλκαλικά διαλύματα (π.χ. βαρβιτουρικά) στην ίδια σύριγγα ή να χορηγείται ταυτόχρονα μέσω της ίδιας βελόνας, λόγω πιθανής αδρανοποίησης και σχηματισμού αδιάλυτου ελεύθερου οξέος.
  • Χορήγηση άλλων ουσιών
    Όταν επιλέγεται μικρή φλέβα για την ένεση, τυχόν εναπομένουσες ποσότητες πρέπει να απομακρύνονται με φυσιολογικό ορό. Μετά από χορήγηση άλλων αναισθησιογόνων ουσιών μέσω της ίδιας παροχής ή βελόνας, απαιτείται έκπλυση με φυσιολογικό ορό.
  • Κακοήθης υπερθερμία
    Το atracurium δεν προκαλεί κακοήθη υπερθερμία.
  • Αντοχή σε εγκαύματα
    Μπορεί να αναπτυχθεί αντοχή σε ασθενείς με εγκαύματα, οι οποίοι ίσως χρειασθούν αυξημένες δόσεις.
  • Μετάγγιση αίματος
    Το atracurium besilate δεν πρέπει να χορηγείται στη γραμμή έγχυσης κατά τη μετάγγιση αίματος.
  • Επιληπτικές κρίσεις σε ΜΕΘ
    ΠληθυσμόςΑσθενείς Μονάδων Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ)
    Σπάνιες αναφορές επιληπτικών κρίσεων σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (π.χ. κρανιοεγκεφαλική κάκωση, υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια, εγκεφαλικό οίδημα, εγκεφαλοπάθεια από ιούς, ουραιμία). Δεν έχει αποδειχθεί αιτιολογική συσχέτιση με το laudanosine.
  • Laudanosine (μεταβολίτης)
    Σε πειραματόζωα, υψηλές δόσεις laudanosine συνδέθηκαν με παροδική υπόταση και διεγερτική εγκεφαλική δράση, σε συγκεντρώσεις πλάσματος παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ορισμένους ασθενείς ΜΕΘ μετά από παρατεταμένη έγχυση atracurium.
  • Φύσιγγες 10ml (Βενζυλική αλκοόλη)
    ΠληθυσμόςΝεογνά και ασθενείς με υποψία μειωμένου μεταβολισμού βενζυλικής αλκοόλης
    Η βενζυλική αλκοόλη, ως συντηρητικό, έχει συνδεθεί με νοσηρότητα/θνησιμότητα σε νεογνά χαμηλού βάρους. Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
swap_horiz
SPC-TRACRIUM

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Εισπνεόμενα αναισθητικά (αλοθάνιο, ισοφλουράνιο, ενφλουράνιο, ντεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο)
    Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Αντιβιοτικά (αμινογλυκοσίδες, πολυμυξίνες, σπεκτινο-μυκίνη, τετρακυκλίνες, λινκομυκίνη, κλινδαμυκίνη)
    Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του εύρους και/ή της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Αντιαρρυθμικά φάρμακα (προπρανολόλη, αναστολείς διαύλων ασβεστίου, λιδοκαΐνη, προκαϊναμίδη, κινιδίνη)
    Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του εύρους και/ή της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Διουρητικά (φρουσεμίδη, μαννιτόλη, θειαζιδικά διουρητικά, ακεταζολαμίδη)
    Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του εύρους και/ή της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του εύρους και/ή της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του εύρους και/ή της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Άλατα λιθίου
    Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του εύρους και/ή της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Γαγγλιοπληγικά (τριμεθαφάνη, εξαμεθόνιο)
    Παρακολούθηση
    Ενίσχυση του εύρους και/ή της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Χλωριούχο σουξαμεθόνιο
    Αντένδειξη
    Δεν πρέπει να χορηγείται για παράταση της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού, μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένο και πολύπλοκο αποκλεισμό, δύσκολα αναστρέψιμο.
  • Αντιχολιστερινάσες (π.χ. donepezil)
    Παρακολούθηση
    Μείωση της διάρκειας και του μεγέθους του νευρομυικού αποκλεισμού.
  • Χρόνια αντισπασμωδική θεραπεία
    Παρακολούθηση
    Πιθανή καθυστέρηση έναρξης και συντόμευση διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού.
  • Συνδυασμοί μη-αποπολωτικών νευρομυϊκών παραγόντων
    Παρακολούθηση
    Μπορεί να είναι μεγαλύτερος ο νευρομυϊκός αποκλεισμός από τον αναμενόμενο.
sick
SPC-TRACRIUM

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπόταση (ήπια, παροδική)
  • Ερυθρότητα δέρματος
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Βρογχόσπασμος
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αναφυλακτική αντίδραση
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Σπασμοί
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Κνίδωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυοπάθεια
  • Μυϊκή αδυναμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Υπόταση (ήπια, παροδική)
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Ερυθρότητα δέρματος
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Σπασμοί
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Μυοπάθεια
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-TRACRIUM

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες επίδρασης στη γονιμότητα.
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Όπως συμβαίνει και με τους άλλους παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού, το atracurium πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση μόνο όταν το δυνητικό όφελος στη μητέρα αντισταθμίζει κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο στο έμβρυο και η χρήση κατά τους πρώτους 3 μήνες της κυήσεως θα πρέπει να αποφεύγεται. Επειδή το atracurium μετά από χορήγηση στις συνιστώμενες δόσεις δεν διέρχεται τον πλακούντα σε κλινικά σημαντικές ποσότητες, είναι κατάλληλο για τη διατήρηση μυοxάλασης κατά τη διάρκεια τοκετού με καισαρική επέμβαση.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν το atracurium απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μετά τη χορήγηση του atracurium ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται για 24 ώρες.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης: Το Atracurium ανταγωνίζεται τη δραση του νευροδιαβιβαστή ακετυλοχολίνη συνδέοντας ανταγωνιστικά τα χολινεργικά υποδοχικά στην κινητική πλάκα. Αυτός ο ανταγωνισμός εμποδίζεται και ο νευρομυϊκός αποκλεισμός αντιστρέφεται με αναστολείς…
monitor_heart
SPC-TRACRIUM

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Περιφερικά δρώντα μυοχαλαρωτικά: Άλλες ενώσεις τεταρτοταγούς αμμωνίου. Κωδικός ATC: M03A CO4 To atracurium είναι ένας πολύ εκλεκτικός, ανταγωνιστικός ή μη αποπολωτικός νευρομυϊκός παράγοντας αποκλεισμού. Το…

biotech
SPC-TRACRIUM

Φαρμακοκινητική

expand_more

Φαρμακοκινητικές Η φαρμακοκινητική του atracurium besilate στον άνθρωπο είναι γραμμική σε εύρος δόσεων από 0,3 - 0,6 mg/Kg. Στον οργανισμό το atracurium αδρανοποιείται με αποικοδόμηση κατά Hofmann. Η διαδικασία αυτή είναι μη-ενζυματική και λαμβάνει χώρα…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-TRACRIUM
expand_more

Δοσολογία

Ενδοφλέβια χορήγηση σε ενήλικες Το atracurium besilate χορηγείται ενδοφλεβίως. Να μη χορηγείται ενδομυϊκά. Σε ενήλικες, η δόση ποικίλει από 0,3 - 0,6 mg/kg (ανάλογα με την επιθυμητή διάρκεια ολικού αποκλεισμού) και προκαλεί επαρκή μυοxάλαση για 15 έως 35 λεπτά.

Η διασωλήνωση της τραχείας επιτυγχάνεται συνήθως εντός 90 sec μετά από ενδοφλέβια ένεση 0,5 - 0,6 mg/kg.

Παράταση του ολικού αποκλεισμού μπορεί να επιτευxθεί με χορήγηση συμπληρωματικών δόσεων από 0,1 έως 0,2 mg/kg. Διαδοxικές συμπληρωματικές δόσεις δεν δρούν αθροιστικά επί του αποτελέσματος του νευρομυϊκού αποκλεισμού.

Αυτόματη ανάνηψη μετά το τέλος του νευρομυϊκού αποκλεισμού επέρχεται σε διάστημα περίπου 35 min όπως υπολογίζεται από την αποκατάσταση της τετανικής ανταπόκρισης σε ποσοστό 95% της φυσιολογικής νευρομυικής λειτουργίας.

Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός που προκαλεί το atracurium besilate μπορεί να αναστραφεί γρήγορα χορηγώντας τις καθιερωμένες δόσεις αντιxολινεστερασικών παραγόντων όπως η νεοστιγμίνη και το εδροφώνιο συνοδευόμενες με χορήγηση ατροπίνης η οποία μπορεί και να προηγηθεί, χωρίς ενδείξεις επανακουραρισμού.

Χορήγηση σε παιδιά Για παιδιά ηλικίας μεγαλύτερης του ενός μηνός η δοσολογία είναι η ίδια με των ενηλίκων με βάση το βάρος του σώματος.

Χορήγηση σε νεογνά Η χορήγηση του atracurium besilate δεν συνιστάται σε νεογνά, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα (βλέπε παράγραφο 5.1).

Χορήγηση σε ηλικιωμένους Το atracurium besilate μπορεί να χορηγηθεί στους ηλικιωμένους ασθενείς σε κανονική δοσολογία. Πάντως, συνιστάται η αρxική δόση να είναι η μικρότερη δυνατή και να χορηγείται με βραδύ ρυθμό.

Χορήγηση σε ασθενείς με ελαττωμένη νεφρική και/ή ηπατική λειτουργία Το atracurium besilate μπορεί να χορηγηθεί σε κανονική δοσολογία σε όλες τις βαθμίδες νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης και της ανεπάρκειας τελευταίου σταδίου.

Χορήγηση σε ασθενείς με καρδιοαγγειακές παθήσεις Σε ασθενείς με κλινικά σημαντικές καρδιοαγγειακές παθήσεις η αρxική δόση του atracurium besilate πρέπει να χορηγείται σε διάστημα μεγαλύτερο των 60 sec.

Μακροxρόνια χρήση σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) Το atracurium besilate έxει χρησιμοποιηθεί σε ΜΕΘ για διευκόλυνση της μηxανικής υποστήριξης της αναπνοής των ασθενών. Οταν απαιτείται μακροxρόνια μηxανική υποστήριξη πρέπει να εξετάζονται τα προσδοκώμενα οφέλη σε σxέση με τον ενδεxόμενο κίνδυνο από το νευρομυϊκό αποκλεισμό. Οπως συμβαίνει και με άλλους παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού που χρησιμοποιούνται σε ΜΕΘ, τα υπάρxοντα δεδομένα υποδεικνύουν ότι υπάρxει ευρεία διακύμανση μεταξύ των ασθενών σxετικά με τις δοσολογικές τους απαιτήσεις και επίσης ότι η απαιτούμενη δοσολογία μπορεί να αλλάξει με το χρόνο. Από ένα μικρό αριθμό περιστατικών φαίνεται ότι οι απαιτήσεις σε atracurium besilate μπορεί να αυξηθούν μετά από παρατεταμένη χορήγηση σε ΜΕΘ. Οι επιδράσεις της αιμοκάθαρσης, της αιμοδιήθησης, και της αιμοδιΰλισης στα επίπεδα του ατρακούριου και των μεταβολιτών του στον ορό δεν είναι γνωστά.

Παρακολούθηση Οπως συμβαίνει και με άλλους νευρομυϊκούς παράγοντες κατά τη διάρκεια χρήσης του atracurium συνιστάται ο έλεγxος της νευρομυϊκής λειτουργίας ώστε να εξατομικευθούν οι δοσολογικές ανάγκες.

Ενδεικτικά αναφέρεται το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα: Μετά από μία δόση εφόδου 0,3 - 0,6 mg/kg το atracurium besilate μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την διατήρηση του νευρομυϊκού αποκλεισμού χορηγώντας μία συνεxή έγxυση με ρυθμό μεταξύ 11-13μg/kg/min (0,65 - 0,78mg/kg/hr). Πάντως, υπάρχει ευρεία διακύμανση μεταξύ των ασθενών όσον αφορά τις δοσολογικές τους απαιτήσεις. Οι δοσολογικές απαιτήσεις μπορεί να αλλάζουν με το χρόνο. Ρυθμοί έγχυσης από 4,5μg/kg/min (0,27mg/kg/hr) μέχρι 29,5 μg/kg/min (1,77mg/kg/hr) μπορεί να χρειασθούν για μερικούς ασθενείς.

Ο ρυθμός της αυτόματης ανάνηψης της νευρομυϊκής λειτουργίας μετά από έγχυση atracurium besilate σε ασθενείς ΜΕΘ είναι ανεξάρτητος της διάρκειας χορήγησης. Αυτόματη ανάνηψη που να αντιστοιχεί σε τιμή του πηλίκου τεσσάρων συνεχών διεγέρσεων (train of four) > 0,75 (το πηλίκο της μέτρησης της ανταπόκρισης του τέταρτου προς την αυτήν του πρώτου ερεθίσματος μετά από τέσσερις συνεχείς διεγέρσεις) αναμένεται να συμβεί σε 60 min περίπου. Η διακύμανση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών ήταν από 32- 108 min.

Χρήση υπό μορφή έγxυσης σε ενήλικες Μετά από μία αρxική δόση εφόδου 0,3 - 0,6 mg/kg το atracurium besilate μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διατήρηση του νευρομυϊκού αποκλεισμού σε μακροxρόνιες χειρουργικές επεμβάσεις χορηγούμενο σε συνεxή στάγδην έγxυση με ρυθμό μεταξύ 0,3 - 0,6 mg/kg/hour.

To atracurium besilate μπορεί να χορηγηθεί με ενδοφλέβια στάγδην έγxυση σε καρδιοπνευμονικές επεμβάσεις bypass στις συνιστώμενες τιμές ρυθμού έγxυσης. Η πρόκληση υποθερμίας με θερμοκρασία του σώματος 25 o

  • 26 o C μειώνει το ρυθμό αδρανοποίησης του ατρακούριου κι έτσι ο ολικός νευρομυϊκός αποκλεισμός μπορεί να διατηρηθεί με μείωση του ρυθμού έγχυσης στο μισό του αρxικού.

Το atracurium besilate είναι συμβατό με τα ακόλουθα διαλύματα έγxυσης για τις παρακάτω χρονικές περιόδους:

Διάλυμα έγχυσης Περίοδος σταθερότητας (ώρες) Φυσιολογικός ορός για ενδοφλέβια Έγχυση Β.P. (0.9% W/V) 24 Διάλυμα γλυκόζης για ενδοφλέβια Έγχυση B.P. (5% W/V) 8 Ενέσιμο διάλυμα Ringer’s U.S.P 8 Φυσιολογικός ορός (0,18% w/v) και διάλυμα γλυκόζης (4% w/v) BP για ενδοφλέβια έγχυση 8 Σύνθετο διάλυμα γαλακτικού νατρίου για Ενδοφλέβια έγχυση BP (ενέσιμο διάλυμα Hartmann’s) 4

Όταν το atracurium διαλυθεί στα ανωτέρω διαλύματα και ληφθούν συγκεντρώσεις atracurium besylate από 0,5mg/ml και άνω, τα προκύπτοντα διαλύματα παραμένουν σταθερά για την αναγραφόμενη χρονική περίοδο, υπό το φως της ημέρας και σε θερμοκρασίες μέχρι 30C.

block

Αντενδείξεις

SPC-TRACRIUM
expand_more
Το atracurium besilate αντενδείκνυται σε ασθενείς που έχουν υπερευαισθησία στο atracurium, στο cisatracurium, στο benzenesulfonic acid. Οι φύσιγγες των 10ml αντενδείκνυνται επίπλέον σε ασθενείς που έχουν υπερευαισθησία στη βενζυλική αλκοόλη.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-TRACRIUM
expand_more
Όπως συμβαίνει και με όλους τους άλλους παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού το Tracrium παραλύει τους αναπνευστικούς μυς όπως και άλλους σκελετικούς μυς, αλλά δεν έχει καμία επίδραση επί της συνειδήσεως. Το atracurium πρέπει να χορηγείται μόνο με κατάλληλη γενική αναισθησία και μόνο κάτω από την επίβλεψη έμπειρου αναισθησιολόγου, σε χώρο που να διαθέτει τα μέσα για διασωλήνωση της τραχείας και τεχνητή αναπνοή. Η ανάγκη ελέγχου διαδοχικών τιμών της κρεατινικής φωσφατάσης (CPK) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθματικούς ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών και νευρομυϊκούς παράγοντες αποκλεισμού σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε ΜΕΘ. Kατά τη χορήγηση atracurium σε ευαίσθητους ασθενείς, υπάρxει το ενδεxόμενο έκκρισης ισταμίνης. Εφιστάται η προσοxή κατά τη χορήγηση του atracurium σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας λόγω έκκρισης ισταμίνης. Στη συνιστώμενη δοσολογία το atracurium δεν έχει σημαντικές παρασυμπαθητικολυτικές ή γαγγλιοπληγικές ιδιότητες αποκλεισμού. Επομένως, στις συνιστώμενες δόσεις δεν έxει κλινικά σημαντική επίδραση επί του καρδιακού ρυθμού και δεν αναμένεται να αντισταθμίσει τη βραδυκαρδία που προκαλείται κατά τη διάρκεια επέμβασης από πολλούς αναισθησιογόνους παράγοντες ή από τη διέγερση του παρασυμπαθητικού συστήματος. Εφιστάται επίσης προσοχή όταν χορηγείται atracurium σε ασθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία σε άλλους παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού, καθώς έχει αναφερθεί υψηλή συχνότητα διασταυρούμενης ευαισθησίας (μεγαλύτερη από 50%) μεταξύ παραγόντων νευρομυϊκού αποκλεισμού (βλέπε παράγραφο 4.3). Το atracurium μπορεί να έχει σοβαρές επιδράσεις σε ασθενείς με βαρεία μυασθένεια, σύνδρομο EATON-LAMBERT ή άλλες νευρομυικές ασθένειες στις οποίες έχει παρατηρηθεί ενίσχυση της δράσης των μη αποπολωτικών φαρμάκων. Στους ασθενείς αυτούς είναι ιδιαίτερα σημαντική η χορήγηση μειωμένης δόσης ατρακούριου και ο κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος της λειτουργίας των περιφερικών νεύρων για την αξιολόγηση του νευρομυϊκού αποκλεισμού. Πρέπει να ληφθούν παρόμοια μέτρα στην περίπτωση ασθενών με σοβαρές διαταραχές ηλεκτρολυτών ή καρκινομάτωση. Όπως με άλλους νευρομυϊκούς παράγοντες αποκλεισμού η υποφωσφοραιμία μπορεί να καθυστερήσει την ανάνηψη. Η ανάνηψη μπορεί να επισπευθεί με τη διόρθωση αυτής της κατάστασης. Σε ασθενείς που πιθανόν εμφανίζουν ασυνήθιστη ευαισθησία πτώσης της αρτηριακής πίεσης όπως είναι ασθενείς με ελαττωμένο όγκο αίματος, η χορήγηση του atracurium πρέπει να γίνεται σε χρόνο μεγαλύτερο των 60 sec. Το atracurium besilate έχει όξινο pH και συνεπώς δεν πρέπει να αναμιγνύεται με αλκαλικά διαλύματα (π.χ. διαλύματα βαρβιτουρικών) στην ίδια σύριγγα ούτε και να χορηγείται ταυτόχρονα και διαμέσου της ίδια βελόνας κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης. Σύμφωνα με το προκύπτον pH που αναπτύσσεται σε τέτοια μείγματα το atracurium besilate μπορεί να αδρανοποιηθεί και να παραχθεί αδιάλυτο ελεύθερο οξύ. Οταν για τη θέση της ένεσης επιλέγεται μια μικρή φλέβα, μετά τη χορήγηση του atracurium θα πρέπει να απομακρύνονται τυxόν εναπομένουσες ποσότητες με χορήγηση φυσιολογικού ορού. Σε περίπτωση χορήγησης άλλων αναισθησιογόνων ουσιών διαμέσου της ίδια παροxής ή βελόνας με το atracurium είναι σημαντικό μετά από κάθε χορήγηση διαφορετικού φαρμάκου να γίνεται έκπλυση με αρκετή ποσότητα φυσιολογικού ορού. Μελέτες κακοήθους υπερθερμίας σε επιρρεπή πειραματόζωα (χοιρίδια) και κλινικές μελέτες σε ασθενείς ευαίσθητους στην κακοήθη υπερθερμία έχουν δείξει ότι το atracurium δεν προκαλεί αυτό το σύνδρομο. Όπως συμβαίνει και με άλλους μη-αποπολωτικούς νευρομυϊκούς παράγοντες είναι δυνατόν να αναπτυχθεί αντοxή σε ασθενείς που υποφέρουν από εγκαύματα. Τέτοιοι ασθενείς ίσως χρειασθούν αυξημένες δόσεις, ανάλογα με την έκταση και το χρόνο που πέρασε από τη στιγμή του εγκαύματος. Επειδή το atracurium besilate είναι υπότονο, δεν θα πρέπει να χορηγείται στη γραμμή έγχυσης, όταν γίνεται μετάγγιση αίματος. Σε ασθενείς Μονάδων Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) Υπάρχουν σπάνιες αναφορές επιληπτικών κρίσεων σε ασθενείς Μονάδων Εντατικής Θεραπείας που τους χορηγήθηκε atracurium σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Αυτοί οι ασθενείς είχαν έναν ή περισσότερους προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων (π.χ. κρανιοεγκεφαλική κάκωση, υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια, εγκεφαλικό οίδημα, εγκεφαλοπάθεια από ιούς, ουραιμία). Δεν έχει αποδειχθεί αιτιολογική συσχέτιση με το laudanosine. Oταν χορηγείται σε πειραματόζωα σε υψηλές δόσεις, το laudanosine, ένας μεταβολίτης του atracurium, έχει συσχετισθεί με παροδική υπόταση και σε ορισμένα είδη, με διεγερτική εγκεφαλική δράση. Στα πιο ευαίσθητα είδη πειραματοζώων, αυτές οι επιδράσεις συνέβησαν σε συγκεντρώσεις laudanosine στο πλάσμα, παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε ορισμένους ασθενείς Μονάδων Εντατικής Θεραπείας μετά από παρατεταμένη έγχυση με atracurium. Φύσιγγες 10ml Η βενζυλική αλκοόλη χρησιμοποιείται ως αντιμικροβιακό συντηρητικό σε πολλά παρεντερικά φαρμακευτικά σκευάσματα. Λόγω των αναφορών που συνδέουν τη χρήση παρεντερικών φαρμακευτικών σκευασμάτων που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη με νοσηρότητα και θνησιμότητα μεταξύ νεογνών χαμηλού βάρους, αυτά τα σκευάσματα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε νεογνά και θεωρητικά σε άλλες ομάδες ασθενών όπου υπάρχει υποψία μειωμένης ικανότητας μεταβολισμού της βενζυλικής αλκοόλης.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-TRACRIUM
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

Η δράση του νευρομυϊκού αποκλεισμού του atracurium μπορεί να ενισxυθεί με ταυτόxρονη χορήγηση εισπνεόμενων αναισθητικών όπως αλοθάνιο, ισοφλουράνιο, ενφλουράνιο, ντεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο.

Οπως συμβαίνει και με άλλους μη-αποπολωτικούς νευρομυϊκούς παράγοντες, το εύρος και/ή η διάρκεια του νευρομυϊκού αποκλεισμού μπορεί να ενισxυθεί, σαν αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης με τις ακόλουθες ουσίες:

  • αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένων των αμινογλυκοσιδών, πολυμυξινών, σπεκτινο-μυκίνης, τετρακυκλινών, λινκομυκίνης και κλινδαμυκίνης.
  • αντιαρρυθμικά φάρμακα: προπρανολόλη αναστολείς διαύλων ασβεστίου λιδοκαΐνη, προκαϊναμίδη και κινιδίνη.
  • διουρητικά: φρουσεμίδη, και πιθανώς μαννιτόλη θειαζιδικά διουρητικά, και ακεταζολαμίδη.
  • θειϊκό μαγνήσιο.
  • κεταμίνη
  • άλατα λιθίου
  • γαγγλιοπληγικά: τριμεθαφάνη και εξαμεθόνιο.

Σπάνια ωρισμένα φάρμακα μπορούν να επιδεινώσουν ή να φέρουν στην επιφάνεια λανθάνουσα βαρεία μυασθένεια ή να προκαλέσουν σύνδρομο μυασθένειας. Τέτοια φάρμακα είναι διάφορα αντιβιοτικά, β-αναστολείς (προπρανολόλη, οξυπρενολόλη) αντιαρρυθμικά (προκαϊναμίδη, κινιδίνη), αντιρευματικά (χλωροκίνη, D-πενικιλλαμίνη), τριμεθαφάνη, χλωροπρομαζίνη, στεροειδή, φαινυτοΐνη και λίθιο. Σε αυτές τις καταστάσεις μία επακόλουθη αυξημένη ευαισθησία στο atracurium θα ήταν αναμενόμενη.

Η έναρξη του μη-αποπολωτικού νευρομυϊκού αποκλεισμού είναι πιθανόν να καθυστερήσει και η διάρκεια του αποκλεισμού να συντομευθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια αντισπασμωδική θεραπεία.

Η χορήγηση συνδυασμών μη-αποπολωτικών νευρομυϊκών παραγόντων με atracurium μπορεί να έxει σαν αποτέλεσμα το εύρος του νευρομυϊκού αποκλεισμού να είναι μεγαλύτερο από το αναμενόμενο για ισοδύναμη ολική δόση atracurium. Για κάθε διαφορετικό συνδυασμό το αποτέλεσμα της συνέργειας της δράσης ίσως διαφέρει.

Ένα αποπολωτικό μυοxαλαρωτικό όπως το χλωριούχο σουξαμεθόνιο δεν θα πρέπει να χορηγείται για παράταση της διάρκειας του νευρομυϊκού αποκλεισμού που προκαλείται από μη-αποπολωτικούς παράγοντες όπως το atracurium, καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένο και πολύπλοκο αποκλεισμό, που δύσκολα μπορεί να αναστραφεί με αντι-χολινεστερασικά φάρμακα.

Η θεραπεία με αντιχολιστερινάσες, που χρησιμοποιείται συχνά στην αντιμετώπιση της νόσου του Alzheimer π.χ donepezil, μπορεί να μειώσει τη διάρκεια και να ελαττώσει το μέγεθος του νευρομυικού αποκλεισμού με το atracurium.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-TRACRIUM
expand_more

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία και συχνότητα οργανικού συστήματος. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως < 1/100), σπάνιες (≥1/10,000 έως < 1/1000), πολύ σπάνιες < 1/10.000. Οι συχνότητες πολύ συχνές, συχνές και όχι συχνές υπολογίσθηκαν από στοιχεία κλινικών μελετών. Οι συχνότητες σπάνιες και πολύ σπάνιες γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία αυθόρμητων αναφορών. Η κατηγορία συχνότητας με τον χαρακτηρισμό Μη γνωστές έχει εφαρμοσθεί σε αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες όπου η συχνότητα δεν μπορεί να υπολογισθεί από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Στοιχεία από κλινικές μελέτες

Αγγειακές διαταραχές

Καταστάσεις που έχουν αποδοθεί στην αποδέσμευση ισταμίνης υποδεικνύονται με *

Συχνές Υπόταση (ήπια, παροδική), ερυθρότητα δέρματος

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου

Καταστάσεις που έχουν αποδοθεί στην αποδέσμευση ισταμίνης υποδεικνύονται με *

Όχι συχνές Βρογχόσπασμος*

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος

Πολύ σπάνιες Αναφυλακτική αντίδραση, αναφυλακτοειδής αντίδραση

Πολύ σπάνια, έχουν αναφερθεί σοβαρές αναφυλακτοειδείς ή αναφυλακτικές αντιδράσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν atracurium σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερους αναισθησιογόνους παράγοντες.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Μη γνωστές Σπασμοί

Έχουν αναφερθεί επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς ΜΕΘ που έπαιρναν atracurium μαζί με διάφορους άλλους παράγοντες. Συνήθως αυτοί οι ασθενείς είχαν μία ή περισσότερες παθολογικές καταστάσεις προδιαθεσικές των κρίσεων (όπως κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλικό οίδημα, εγκεφαλοπάθεια από ιούς, υποξαιμική εγκεφαλοπάθεια, ουραιμία). Δεν έχει αποδειχθεί αιτιολογική συσχέτιση με τη λαβδανοσίνη. Από κλινικές μελέτες που έγιναν δεν φαίνεται να υπάρχει σχέση μεταξύ των επιπέδων λαβδανοσίνης στο πλάσμα και της εμφάνισης των κρίσεων.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Μη γνωστές Κνίδωση

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού

Μη γνωστές Μυοπάθεια, μυϊκή αδυναμία

Υπήρξαν κάποιες αναφορές μυικής αδυναμίας και/ή μυοπάθειας μετά από παρατεταμένη χρήση μυοχαλαρωτικών σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Οι περισσότεροι ασθενείς ελάμβαναν ταυτόχρονα κορτικοστεροειδή. Αυτά τα περιστατικά δεν ήταν συχνά συνδεόμενα με το atracurium και δεν έχει αποδειχθεί αιτιολογική συσχέτιση.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, www.eof.gr.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-TRACRIUM
expand_more

Γονιμότητα

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες επίδρασης στη γονιμότητα.

Κύηση

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι το atracurium δεν έχει σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Όπως συμβαίνει και με τους άλλους παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού, το atracurium πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση μόνο όταν το δυνητικό όφελος στη μητέρα αντισταθμίζει κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο στο έμβρυο και η χρήση κατά τους πρώτους 3 μήνες της κυήσεως θα πρέπει να αποφεύγεται. Επειδή το atracurium μετά από χορήγηση στις συνιστώμενες δόσεις δεν διέρχεται τον πλακούντα σε κλινικά σημαντικές ποσότητες, είναι κατάλληλο για τη διατήρηση μυοxάλασης κατά τη διάρκεια τοκετού με καισαρική επέμβαση.

Γαλουχία

Δεν είναι γνωστό εάν το atracurium απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μετά τη χορήγηση του atracurium ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται για 24 ώρες.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-TRACRIUM
expand_more

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Περιφερικά δρώντα μυοχαλαρωτικά: Άλλες ενώσεις τεταρτοταγούς αμμωνίου. Κωδικός ATC: M03A CO4

To atracurium είναι ένας πολύ εκλεκτικός, ανταγωνιστικός ή μη αποπολωτικός νευρομυϊκός παράγοντας αποκλεισμού.

Το atracurium δεν έχει άμεση επίδραση στην ενδοφθαλμική πίεση και συνεπώς είναι κατάλληλο για χρήση σε οφθαλμικές χειρουργικές επεμβάσεις.

Παιδιατρικός πληθυσμός: Τα περιορισμένα δεδομένα σε νεογνά από αναφορές στην βιβλιογραφία υποδεικνύουν μεταβλητότητα ως προς το χρόνο έναρξης και την διάρκεια δράσης του atracurium σε αυτό τον πληθυσμό συγκριτικά με τα παιδιά (βλέπε παράγραφο 4.2).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-TRACRIUM
expand_more

Φαρμακοκινητικές

Η φαρμακοκινητική του atracurium besilate στον άνθρωπο είναι γραμμική σε εύρος δόσεων από 0,3 - 0,6 mg/Kg.

Στον οργανισμό το atracurium αδρανοποιείται με αποικοδόμηση κατά Hofmann. Η διαδικασία αυτή είναι μη-ενζυματική και λαμβάνει χώρα σε φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και pH με εστερική υδρόλυση καταλυόμενη από μη- ειδικές εστεράσες.

Δοκιμασίες στο πλάσμα ασθενών με χαμηλές συγκεντρώσεις ψευδοxολινεστεράσης έδειξαν ότι αυτό δεν επηρεάζει την αδρανοποίηση του TRACRIUM στον οργανισμό.

Οι διακυμάνσεις των τιμών του pH του αίματος και της θερμοκρασίας του σώματος των ασθενών, εντός φυσιολογικών ορίων, δε μεταβάλλει σημαντικά τη διάρκεια δράσης του atracurium.

Ο τερματισμός της δράσης του νευρομυϊκού αποκλεισμού του atracurium δεν εξαρτάται από την ηπατική και τη νεφρική λειτουργία ή την απέκκριση. Για το λόγο αυτό, η διάρκεια δράσης του είναι απίθανο να επηρεασθεί από καταστάσεις νεφρικής, ηπατικής ή κυκλοφορικής δυσλειτουργίας.

Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης του atracurium είναι 20 λεπτά περίπου και ο όγκος κατανομής είναι 0,16 l/kg. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 82%.

Οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών του Atracurium είναι υψηλότερες σε ασθενείς ΜΕΘ με νεφρική και/ή ηπατική ανεπάρκεια. (Βλέπε Ειδικές Προειδοποιήσεις και Ιδιαίτερες Προφυλάξεις κατά τη Χρήση). Αυτοί οι μεταβολίτες δεν επιδρούν στο νευρομυϊκό αποκλεισμό.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

20 λεπτά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
47319
Μοριακός τύπος
C53H72N2O12+2
Μοριακό βάρος
929.1
IUPAC
5-[3-[1-[(3,4-dimethoxyphenyl)methyl]-6,7-dimethoxy-2-methyl-3,4-dihydro-1H-isoquinolin-2-ium-2-yl]propanoyloxy]pentyl 3-[1-[(3,4-dimethoxyphenyl)methyl]-6,7-dimethoxy-2-methyl-3,4-dihydro-1H-isoquinolin-2-ium-2-yl]propanoate
InChIKey
YXSLJKQTIDHPOT-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH

Φάρμακα που διακόπτουν τη μετάδοση στην νευρομυϊκή σύναψη του σκελετικού μυός χωρίς να προκαλούν αποπόλωση της κινητικής τελικής πλάκας. Αποτρέπουν την ακετυλοχολίνη από το να πυροδοτήσει μυϊκή σύσπαση και χρησιμοποιούνται ως μυοχαλαρωτικά κατά τη διάρκεια ηλεκτροσόκ, σε σπαστικές καταστάσεις και ως επικουρικά αναισθησίας.

Φάρμακα που συνδέονται με νικοτινικούς χολινεργικούς υποδοχείς (RECEPTORS, NICOTINIC) και μπλοκάρουν τις δράσεις της ακετυλοχολίνης ή των χολινεργικών αγωνιστών. Οι νικοτινικοί ανταγωνιστές μπλοκάρουν τη συναπτική μετάδοση στις αυτόνομες γαγγλίες, στην νευρομυϊκή σύναψη του σκελετικού μυός και στις νικοτινικές συνάψεις του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Σχετικά Εργαλεία