BEXAROTENE
Βηξαροτένιο
**Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: λοιποί αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XF03 ### Μηχανισμός δράσης Το βηξαροτένιο είναι μια συνθετική χημική ένωση η οποία ασκεί τη βιολογική της δράση μέσω της εκλεκτικής δέσμευσης και ενεργοποίησης των τριών ρητινοειδών X …
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή αμέσως μετά από αυτό
- Δόση έναρξης: 300 mg/m2/ημέρα
-
Ασθενείς με δερματικό λέμφωμα κυττάρων Τ (CTCL)Δόση300 mg/m2/ημέραΗ δόση υπολογίζεται ανάλογα με την επιφάνεια του σώματος.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Κύηση και γαλουχία
-
Δυνατότητα τεκνοποίησης χωρίς αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψηςΠληθυσμόςΓυναίκες
-
Ιστορικό παγκρεατίτιδας
-
Μη ελεγχόμενη υπερχοληστερολαιμία
-
Μη ελεγχόμενη υπετριγλυκεριδαιμία
-
Υπερβιταμίνωση A
-
Μη ελεγχόμενη νόσος του θυρεοειδούς
-
Ηπατική ανεπάρκεια
-
Συστηματική λοίμωξη που βρίσκεται σε εξέλιξη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υπερευαισθησία στα ρητινοειδήπροσοχήΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Δωρεά αίματοςΟι ασθενείς δεν πρέπει να δίνουν αίμα για μετάγγιση
-
Ερεθισμός βλεννογόνων από έκδοχο (βουτυλοϋδροξυανισόλη)Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μη μασώνται
-
ΥπερλιπιδαιμίαΣυνιστάται η έναρξη αντιλιπιδαιμικής θεραπείας και, εάν είναι απαραίτητο, η μείωση της δόσης (από 300 mg/m2/ημέρα σε 200 mg/m2/ημέρα και, εάν είναι απαραίτητο, σε 100 mg/m2/ημέρα) ή και η διακοπή της θεραπείας εάν τα τριγλυκερίδια νηστείας είναι αυξημένα ή αυξηθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι αυξήσεις των επιπέδων χοληστερόλης στον ορό πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.
-
ΠαγκρεατίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με δερματικό λέμφωμα κυττάρων Τ (CTCL) που έχουν παράγοντες κινδύνου για παγκρεατίτιδα (π.χ. προηγούμενα επεισόδια παγκρεατίτιδας, μη ελεγχόμενη υπερλιπιδαιμία, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, μη ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, νόσο των χοληφόρων και λήψη φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα τριγλυκεριδίων ή σχετίζονται με παγκρεατική τοξικότητα)Δεν πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με βηξαροτένιο, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος είναι μεγαλύτερο από τον κίνδυνο.
-
Διαταραχές στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίαςΝα εξετάζεται η αναστολή ή η διακοπή του βηξαροτενίου εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων υπερβούν κατά τρεις φορές το ανώτερο όριο των φυσιολογικών τιμών για τις SGOT/AST, SGPT/ALT ή τη χολερυθρίνη.
-
Μεταβολές των εργαστηριακών εξετάσεων λειτουργίας του θυρεοειδούςΑσθενείς με συμπτωματικό υποθυρεοειδισμό αντιμετωπίστηκαν με συμπληρώματα της θυρεοειδικής ορμόνης.
-
ΛευκοπενίαΣτην πλειονότητα των περιπτώσεων, η λευκοπενία υποχωρεί μετά από μείωση της δόσης ή τη διακοπή της θεραπείας.
-
ΑναιμίαΗ ελάττωση της αιμοσφαιρίνης πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική.
-
Ψυχιατρικές διαταραχές (κατάθλιψη, άγχος, μεταβολές της διάθεσης)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κατάθλιψηςΧρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία κατάθλιψης και να παραπέμπονται για κατάλληλη θεραπεία εάν είναι απαραίτητο. Ενημέρωση οικογένειας και φίλων.
-
Θολερότητα του φακούΚάθε ασθενής που υποβάλλεται σε θεραπεία με βηξαροτένιο και παρουσιάζει δυσκολία στην όραση, πρέπει να υποβληθεί στην κατάλληλη οφθαλμολογική εξέταση.
-
Πιθανές προσθετικές τοξικές επιδράσεις με βιταμίνη ΑΝα περιορίζουν τα συμπληρώματα της βιταμίνης Α σε 15.000 IU/ημέρα το πολύ.
-
ΥπογλυκαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη, παράγοντες που ενισχύουν την έκκριση ινσουλίνης (π.χ. σουλφονυλουρίες) ή ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης (π.χ. θειαζολιδινεδιόνες)Πρέπει να δίδεται προσοχή.
-
ΦωτοευαισθησίαΝα ελαχιστοποιούν την έκθεσή τους στο φως του ήλιου και να αποφεύγουν τους ηλιακούς λαμπτήρες κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Μειωμένη αποτελεσματικότητα οιστρο-προγεστερονικών αντισυλληπτικώνΠληθυσμόςΓυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησηςΑπαιτείται η χρήση μιας αξιόπιστης μη ορμονικής μορφής αντισύλληψης λόγω υψηλής επικινδυνότητας εμφάνισης δυσπλασιών.
-
Χρήση σε παιδιάΠληθυσμόςΠαιδιά (ηλικίας κάτω των 18 ετών)Δεν συνιστάται.
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη (λόγω σορβιτόλης)Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
Υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό περιθώριο (ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες όπως κυκλοσπορίνη, tacrolimus, sirolimus, κυτταροτοξικοί παράγοντες όπως κυκλοφωσφαμίδη, ετοποσίδη, φιναστερίδη, ιφοσφαμίδη, ταμοξιφαίνη, vinca-αλκαλοειδή)προσοχήΕνδεχόμενη αλληλεπίδρασηΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
αντένδειξηΣημαντική αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμαΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάστηκε η συγκέντρωση του βηξαροτενίου
-
ΛεβοθυροξίνηπαρακολούθησηΔεν επηρεάστηκε η συγκέντρωση του βηξαροτενίου
-
Αντισυλληπτικά που λαμβάνονται από το στόμα (υποστρώματα CYP3A4)προσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας
-
Ταμοξιφαίνη (υπόστρωμα CYP3A4)προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα
-
Ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες, θειαζολιδινεδιόνεςπροσοχήΔυνητική ενίσχυση της δράσης της ινσουλίνης, οδηγώντας σε υπογλυκαιμία
-
CA125 (εργαστηριακή εξέταση)παρακολούθησηΟι τιμές προσδιορισμού ενδέχεται να αυξηθούν
-
Γεύμα που περιείχε λιπαράπαρακολούθησηΣημαντικά υψηλότερες τιμές AUC και Cmax του βηξαροτενίουΣύστασηΣυνιστάται χορήγηση μαζί με τροφή
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΘεωρητικά αύξηση της συγκέντρωσης του βηξαροτενίου στο πλάσμα
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Αντίδραση παρόμοια με λέμφωμα
- Λεμφαδενοπάθεια
- Δυσκρασία αίματος
- Διαταραχή πήξης
- Θρομβοκυθαιμία
- Λεμφοκυττάρωση
- Ανώμαλα λευκά αιμοσφαίρια
- Ελάττωση θρομβοπλαστίνης
- Ανώμαλα ερυθροκύτταρα
- Καταστολή μυελού των οστών
- Μείωση προθρομβίνης
- Υπόχρωμη αναιμία¹²³
- Αύξηση χρόνου πήξης²³
- Αναιμία¹
- Θρομβοκυτταροπενία³
- Ηωσινοφιλία¹
- Λευκοκυττάρωση²
- Πορφύρα
- Εκχυμώσεις
- Πετέχειες
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Δερματικό έλκος
- Υπερτροφία δέρματος
- Δερματικό οζίδιο
- Ακμή
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Ιδρώτας
- Δερματικές διαταραχές
- Κυστεοφυσσαλιδώδες εξάνθημα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ψωρίαση
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Σμηγματόρροια
- Λειχηνοειδής δερματίτιδα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Απόπνοια οσμής σώματος
- Υποθυρεοειδισμός
- Διαταραχή θυρεοειδούς
- Υπερθυρεοειδισμός
- Αύξηση γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης
- Μείωση γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνης
- Υπερλιπαιμία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Αύξηση βάρους
- Υποπρωτεϊναιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Μείωση λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL)
- Αφυδάτωση
- Απώλεια βάρους
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υποχοληστερολαιμία
- Υπολιπαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Αύξηση γλουταμινικής οξαλοξεϊκής τρανσαμινάσης
- Αύξηση γλουταμινικής πυρουβικής τρανσαμινάσης
- Αύξηση γαλακτικής διυδρογενάσης
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Αύξηση κρεατινοφωσφοκινάσης
- Αύξηση λιπάσης
- Αύξηση αμυλάσης
- Ανώμαλες εργαστηριακές εξετάσεις
- Αύξηση κρεατινίνης
- Ανώμαλη νεφρική λειτουργία
- Αιματουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Διαταραχή ούρησης
- Πολυουρία
- Νυκτουρία
- Ανωμαλίες ούρων
- Χολερυθριναιμία¹³
- Αύξηση του αζώτου ουρίας στο αίμα (BUN) ¹
- Δίψα
- Θωρακικό άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Γενικευμένο οίδημα
- Οίδημα προσώπου
- Πόνος
- Αδυναμία
- Ρίγη
- Κακουχία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Αταξία
- Νευροπάθεια
- Ίλιγγος
- Υπεραισθησία
- Ημικρανία
- Περιφερική νευρίτιδα
- Παραισθησία
- Υπερτονία
- Υπνηλία
- Παραποίηση της γεύσης
- Ανωμαλία βάδισης
- Λήθαργος
- Περιστοματική παραισθησία
- Υποσκληρίδιο αιμάτωμα
- Νυσταγμός
- Αϋπνία
- Εκνευρισμός
- Σύγχυση
- Άγχος
- Συναισθηματική αστάθεια
- Νευρικότητα
- Ανωμαλία σκέψης
- Κατάθλιψη¹²³
- Μειωμένη σεξουαλική διάθεση
- Πυελικό άλγος
- Ανικανότητα
- Διόγκωση μαστών
- Ξηροφθαλμία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Έλλειμμα οπτικού πεδίου
- Βλάβη κερατοειδούς
- Βλεφαρίτιδα
- Νυκτερινή τύφλωση
- Διαταραχή έκκρισης δακρύων
- Οφθαλμικό άλγος
- Ειδικός καταρράκτης¹²³
- Αμβλυωπία³
- Ανωμαλίες όρασης¹²³
- Επιπεφυκίτιδα³
- Κώφωση
- Διαταραχές ωτός
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Αιμορραγία
- Υπέρταση
- Φλεβικοί κιρσοί
- Διαταραχή περιφερικών αγγείων
- Υποογκαιμία
- Αγγειακή ανωμαλία
- Αγγειακές διαταραχές
- Ωχρότητα
- Οίδημα³
- Αγγειοδιαστολή¹²³
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσφαγία
- Έλκος στόματος
- Στοματίτιδα
- Δυσπεψία
- Ανωμαλίες κοπράνων
- Ερυγές
- Μέλαινα
- Τεινεσμός
- Ουλίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή διόγκωση
- Διάρροια¹³
- Ναυτία³
- Ανορεξία¹
- Διαταραχές εργαστηριακών εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας
- Παγκρεατίτιδα¹³
- Γαστρεντερικές διαταραχές¹
- Ορώδης έκκριση¹
- Χειλίτιδα²
- Ξηροστομία²³
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Χολοκυστίτιδα
- Ηπατική βλάβη
- Ίκτερος
- Χολοστατικός ίκτερος
- Φαρυγγίτιδα
- Μονιλίαση στόματος
- Απλός έρπητας
- Έρπητας ζωστήρας
- Δοθιήνωση
- Κυτταρίτιδα
- Λοίμωξη
- Παρασιτική λοίμωξη
- Γριππώδες σύνδρομο
- Ιογενής λοίμωξη
- Πνευμονία
- Κολπίτιδα
- Αλωπεκία¹
- Αποχρωματισμός δέρματος³
- Διαταραχές μαλλιών¹
- Ξηροδερμία²³
- Διαταραχές νυχιών¹³
- Οστικός πόνος
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Κράμπες κάτω άκρων
- Αρθρίτιδα
- Διαταραχές αρθρώσεων
- Μυασθένεια¹
- Λευκωματουρία¹³
- Πυρετός¹²³
- Μεταβολή του επιπέδου των ορμονών ¹
- Διαταραχή των βλεννογόνων³
- Άλγος στην πλάτη¹²³
- Αλλεργική αντίδραση
- Αιμόπτυση
- Δύσπνοια
- Αυξημένος βήχας
- Επίσταξη
- Αναπνευστικές διαταραχές
- Πνευμονικές διαταραχές
- Πλευριτικές διαταραχές
- Σπασμός λάρυγγα
- Ρινίτιδα
- Νεόπλασμα
- Καρκίνωμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠόνοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥπερλιπαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκία¹Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑνορεξία¹Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΑντίδραση παρόμοια με λέμφωμαΑίμα
-
ΣυχνέςΑνώμαλες εργαστηριακές εξετάσειςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑύξηση γαλακτικής διυδρογενάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση γλουταμινικής οξαλοξεϊκής τρανσαμινάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση γλουταμινικής πυρουβικής τρανσαμινάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση κρεατινίνηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔερματικό έλκοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔερματικό οζίδιοΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροια¹³Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιαταραχές εργαστηριακών εξετάσεων ηπατικής λειτουργίαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιαταραχή θυρεοειδούςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜεταβολή του επιπέδου των ορμονών ¹Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτία³Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟφθαλμικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαρασιτική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρετός¹²³Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερτροφία δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποπρωτεϊναιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπόχρωμη αναιμία¹²³Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΆλγος στην πλάτη¹²³Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΈλλειμμα οπτικού πεδίουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοδιαστολή¹²³Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑμβλυωπία³Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑναιμία¹Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑνωμαλίες όρασης¹²³Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑνώμαλη νεφρική λειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπλός έρπηταςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός δέρματος³Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑύξηση του αζώτου ουρίας στο αίμα (BUN) ¹Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑύξηση χρόνου πήξης²³Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΒλάβη κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερικές διαταραχές¹Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΔερματικές διαταραχέςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές μαλλιών¹Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές νυχιών¹³Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ωτόςΑυτί
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή πήξηςΑίμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή των βλεννογόνων³Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκρασία αίματοςΑίμα
-
Όχι συχνέςΕιδικός καταρράκτης¹²³Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕκνευρισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδα³Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλία¹Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυθαιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταροπενία³Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΙδρώταςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψη¹²³Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωση²Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκωματουρία¹³Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΜείωση λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL)Μεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυασθένεια¹Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΝευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝεόπλασμαΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΞηροδερμία²³Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΞηροστομία²³Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΟίδημα³Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟρώδης έκκριση¹Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδα¹³Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΦλεβικοί κιρσοίΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλυκταινώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΧειλίτιδα²Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΧολερυθριναιμία¹³Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΈλκος στόματοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΈρπητας ζωστήραςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειακές διαταραχέςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειακή ανωμαλίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναπνευστικές διαταραχέςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία βάδισηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία σκέψηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑνωμαλίες κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑνωμαλίες ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνώμαλα ερυθροκύτταραΑίμα
-
Μη γνωστέςΑνώμαλα λευκά αιμοσφαίριαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑπόπνοια οσμής σώματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένος βήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση αμυλάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΑύξηση κρεατινοφωσφοκινάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση λιπάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΓενικευμένο οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΓριππώδες σύνδρομοΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΔίψαΓενικές
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή έκκρισης δακρύωνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή περιφερικών αγγείωνΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΔιόγκωση μαστώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔοθιήνωσηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕκχυμώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕλάττωση θρομβοπλαστίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕρυγέςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατική βλάβηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΚακουχίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΚαρκίνωμαΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚαταστολή μυελού των οστώνΑίμα
-
Μη γνωστέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή διόγκωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΚράμπες κάτω άκρωνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚυστεοφυσσαλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛειχηνοειδής δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜείωση γοναδοτρόπου ωχρινοποιητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΜείωση προθρομβίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη σεξουαλική διάθεσηΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΜονιλίαση στόματοςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΝυκτερινή τύφλωσηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΝυσταγμόςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Μη γνωστέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟφθαλμικό άλγοςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠαραποίηση της γεύσηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριστοματική παραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευρίτιδαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠλευριτικές διαταραχέςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠνευμονικές διαταραχέςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠυελικό άλγοςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣμηγματόρροιαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣπασμός λάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤεινεσμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερτονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπολιπαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποογκαιμίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥποσκληρίδιο αιμάτωμαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨωρίασηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΩχρότηταΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο βηξαροτένιο αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη. Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης πρέπει να λαμβάνουν επαρκή μέτρα αντισύλληψης, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα δύο αξιόπιστες μεθόδους αντισύλληψης, εκ των οποίων η μία να είναι μη ορμονική. Οι άνδρες ασθενείς με σεξουαλικούς συντρόφους που είναι έγκυες ή ενδέχεται να μείνουν έγκυες, πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του βηξαροτενίου σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Με βάση τη σύγκριση της έκθεσης ζώων και ασθενών στο βηξαροτένιο, δεν έχει επιδειχθεί ένα περιθώριο ασφάλειας για την τερατογένεση στον άνθρωπο. Εάν αυτό το φάρμακο χρησιμοποιηθεί ακούσια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος, πρέπει να ενημερωθεί για το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο. Το βηξαροτένιο μπορεί δυνητικά να επάγει τα μεταβολικά ένζυμα και έτσι, θεωρητικά, να ελαττώσει την αποτελεσματικότητα των οιστρο-προγεστερονικών αντισυλληπτικών.
-
ΓαλουχίαΤο βηξαροτένιο δεν πρέπει να λαμβάνεται από θηλάζουσες μητέρες.Είναι άγνωστο κατά πόσον το βηξαροτένιο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν μπορούν να αποκλεισθούν δράσεις στη γονιμότητα.Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο σχετικά με τη δράση του βηξαροτενίου στη γονιμότητα. Σε άρρενες σκύλους, κάποιες δράσεις έχουν τεκμηριωθεί.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: λοιποί αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XF03
Μηχανισμός δράσης
Το βηξαροτένιο είναι μια συνθετική χημική ένωση η οποία ασκεί τη βιολογική της δράση μέσω της εκλεκτικής δέσμευσης και ενεργοποίησης των τριών ρητινοειδών X υποδοχέων (RXR): α, β και γ. Μόλις αυτοί οι υποδοχείς ενεργοποιηθούν, λειτουργούν ως μεταγραφικοί παράγοντες που ρυθμίζουν διαδικασίες όπως π.χ. η διαφοροποίηση και ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων, η απόπτωση και η ευαισθητοποίηση στην ινσουλίνη. Η ικανότητα των RXR να σχηματίζουν ετεροδυμίες με διάφορες ουσίες που συνδέουν τους υποδοχείς και είναι σημαντικοί για την κυτταρική λειτουργία και φυσιολογία δείχνει ότι οι βιολογικές δράσεις του βηξαροτενίου έχουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία από αυτή των ενώσεων που ενεργοποιούν τους υποδοχείς του ρητινοϊκού οξέος (RAR). In vitro, το βηξαροτένιο αναστέλλει την ανάπτυξη των σειρών των καρκινικών κυττάρων αιμοποιητικής και επιθηλιακής προέλευσης. In vivo, το βηξαροτένιο προκαλεί υποστροφή του όγκου σε μερικά ζωικά μοντέλα και προλαμβάνει το σχηματισμό όγκων σε άλλα. Ωστόσο, ο ακριθής μηχανισμός δράσης του βηξαροτενίου στη θεραπεία του δερματικού λεμφώματος κυττάρων Τ (CTCL) είναι άγνωστος.
Κλινικά αποτελέσματα
Τα καψάκια βηξαροτενίου αξιολογήθηκαν σε κλινικές δοκιμές στις οποίες συμμετείχαν 193 ασθενείς με CTCL, εκ των οποίων οι 93 έπασχαν από τη νόσο σε προχωρημένο στάδιο και η νόσος τους παρουσίαζε αντίσταση στην προηγούμενη συστηματική θεραπεία. Ανάμεσα στους 61 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε θεραπεία με αρχική δόση 300 mg/m2/ημέρα, το συνολικό ποσοστό απόκρισης σύμφωνα με την καθολική αξιολόγηση που εκτέλεσε ο ιατρός ήταν 51% (31/61), ενώ το ποσοστό πλήρους κλινικής απόκρισης ήταν 3%. Οι αποκρίσεις προσδιορίστηκαν επίσης από το συνολικό άθροισμα της βαθμολογίας πέντε κλινικών σημείων (εμβαδόν επιφάνειας, ερύθημα, ανύψωση πλάκας, απολέπιση και υπο-/υπερμελάχρωση), όπου ελήφθησαν επίσης υπ’ όψη όλες οι εξωδερματικές εκδηλώσεις του CTCL. Σύμφωνα με αυτή τη σύνθετη αξιολόγηση, το συνολικό ποσοστό απόκρισης ήταν 31% (19/61), ενώ το ποσοστό πλήρους κλινικής απόκρισης ήταν 7% (4/61).
Απορρόφηση
Απορρόφηση/δοσοαναλογικότητα: Η φαρμακοκινητική παρουσίασε γραμμική συμπεριφορά μέχρι τη δόση των 650 mg/m2. Οι τιμές ημιζωής της τερματικής αποβολής ήταν γενικά μεταξύ μίας και τριών ωρών. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά ημερησίως δόσεων επιπέδου 230 mg/m2, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) και η επιφάνεια που διαγράφεται κάτω από την καμπύλη (AUC) σε μερικούς ασθενείς ήταν μικρότερες από τις αντίστοιχες τιμές απλής δόσης. Δεν παρατηρήθηκε καμία ένδειξη παρατεταμένης συσσώρευσης. Στο συνιστώμενο επίπεδο αρχικής ημερήσιας δόσης (300 mg/m2), οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της απλής δόσης και των επαναλαμβανόμενων ημερήσιων δόσεων του βηξαροτενίου ήταν παρόμοιες.
Κατανομή
Δέσμευση με πρωτεΐνες/κατανομή: Το βηξαροτένιο δεσμεύεται σε υψηλό ποσοστό (>99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πρόσληψη του βηξαροτενίου από τα όργανα ή τους ιστούς δεν έχει αξιολογηθεί.
Βιομετασχηματισμός
Μεταβολισμός: Οι μεταβολίτες του βηξαροτενίου στο πλάσμα είναι μεταξύ άλλων το 6- και το 7-υδροξυ-βηξαροτένιο και το 6- και 7-οξο-βηξαροτένιο. In vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι η διάσπαση από τη γλυκουρονιδάση αποτελεί μια μεταβολική οδό, καθώς και ότι το κυτόχρωμα P450 3A4 είναι το κύριο ισοένζυμο του κυτοχρώματος P450 που είναι υπεύθυνο για το σχηματισμό των οξειδωτικών μεταβολιτών. Με βάση την in vitro δέσμευση και το προφίλ ενεργοποίησης των ρητινοειδών υποδοχέων των μεταβολιτών, καθώς και τις σχετικές ποσότητες των επιμέρους μεταβολιτών στο πλάσμα, οι μεταβολίτες έχουν μικρή επίπτωση στο φαρμακολογικό προφίλ της ενεργοποίησης των ρητινοειδών υποδοχέων από το βηξαροτένιο.
Αποβολή
Απέκκριση: Ούτε το βηξαροτένιο ούτε οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται με τα ούρα σε υπολογίσιμες ποσότητες. Η εκτιμούμενη νεφρική κάθαρση του βηξαροτενίου είναι μικρότερη από 1 ml/λεπτό. Η νεφρική απέκκριση δεν είναι σημαντική οδός αποβολής του βηξαροτενίου.
Φαρµακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσµούς
Ηλικία: Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού των δεδομένων για 232 ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών και 343 ασθενείς ηλικίας <65 ετών, η ηλικία δεν έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου. Βάρος σώματος και Φύλο: Με βάση την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων για 614 ασθενείς με εύρος σωματικού βάρους από 26 έως 145 kg, η φαινόμενη κάθαρση του βηξαροτενίου αυξάνεται με την αύξηση του βάρους σώματος. Το φύλο δεν έχει στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου. Φυλή: Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων του πληθυσμού για 540 Καυκάσιους και 44 Έγχρωμους ασθενείς, η φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου είναι παρόμοια σε Έγχρωμους και Καυκάσιους. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αξιολογηθούν οι πιθανές διαφορές στη φαρμακοκινητική του βηξαροτενίου για άλλες φυλές.
Απορρόφηση Απορρόφηση/δοσοαναλογικότητα: Η φαρμακοκινητική παρουσίασε γραμμική συμπεριφορά μέχρι τη δόση των 650 mg/m2. Οι τιμές ημιζωής της τερματικής αποβολής ήταν γενικά μεταξύ μίας και τριών ωρών. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | αρχικές τιμές, μία φορά την εβδομάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα | — |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | αρχικές τιμές, μία φορά την εβδομάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα | — |
| Αιμοσφαιρίνη (Hb) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία φορά την εβδομάδα στη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα | — |
| Διαφορικός τύπος λευκών αιμοσφαιρίων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία φορά την εβδομάδα στη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα | — |
| Λευκοκύτταρα (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από την έναρξη της θεραπείας, μία φορά την εβδομάδα στη διάρκεια του πρώτου μήνα και στη συνέχεια μία φορά το μήνα | — |
| Τριγλυκερίδια | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | μία φορά την εβδομάδα μέχρι να εδραιωθεί η απόκριση (2-4 εβδομάδες), και στη συνέχεια μία φορά το μήνα | — |
| Χοληστερόλη | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | μία φορά την εβδομάδα μέχρι να εδραιωθεί η απόκριση (2-4 εβδομάδες), και στη συνέχεια μία φορά το μήνα | — |
| Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | αρχική τιμή, τουλάχιστον μία φορά το μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ως ενδείκνυται από την εμφάνιση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού | — |
| Ολική θυροξίνη (T4) | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | αρχική τιμή, τουλάχιστον μία φορά το μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ως ενδείκνυται από την εμφάνιση συμπτωμάτων υποθυρεοειδισμού | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
99%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βεξαροτένη ανήκει σε μια υποομάδα ρετινοειδών που ενεργοποιούν επιλεκτικά τους υποδοχείς ρετινοειδών Χ (RXR). Αυτοί οι υποδοχείς ρετινοειδών έχουν βιολογική δράση διακριτή από αυτή των υποδοχέων ρετινοϊκού οξέος (RAR).
Η βεξαροτένη ενδείκνυται για τη θεραπεία των δερματικών εκδηλώσεων του δερματικού λεμφώματος Τ-κυττάρων σε ασθενείς που είναι ανθεκτικοί σε τουλάχιστον μία προηγούμενη συστηματική θεραπεία.
- Επιλεκτικά συνδέεται και ενεργοποιεί τους υποτύπους των υποδοχέων ρετινοειδών Χ (RXRα, RXRβ, RXRγ).
- Οι RXRs μπορούν να σχηματίσουν ετεροδιμερή με διάφορους υποδοχείς-εταίρους, όπως οι υποδοχείς ρετινοϊκού οξέος (RARs), ο υποδοχέας βιταμίνης D, ο υποδοχέας του θυροειδούς και οι υποδοχείς ενεργοποιητές πολλαπλασιαστικών περοξεισωμάτων (PPARs).
- Μόλις ενεργοποιηθούν, αυτοί οι υποδοχείς λειτουργούν ως μεταγραφικοί παράγοντες που ρυθμίζουν την έκφραση γονιδίων που ελέγχουν τη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων.
- Η βεξαροτένη αναστέλλει την in vitro ανάπτυξη ορισμένων κυτταρικών σειρών όγκων αιμοποιητικής και πλακώδους προέλευσης.
- Επίσης, προκαλεί όγκική ύφεση in vivo σε ορισμένα ζωικά μοντέλα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βεξαροτένη συνδέεται επιλεκτικά και ενεργοποιεί υποτύπους των υποδοχέων ρετινοειδών Χ (RXR). Υπάρχουν τρεις συνολικά υποτύποι: RXRα, RXRβ, RXRγ.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της βεξαροτένης στη θεραπεία του CTCL είναι άγνωστος, αλλά το φάρμακο έχει δράση σε όλα τα κλινικά στάδια του CTCL.
Η βεξαροτένη συνδέεται επιλεκτικά και ενεργοποιεί τους υποτύπους των υποδοχέων ρετινοειδών Χ (RXRα, RXRβ, RXRγ). Οι RXRs μπορούν να σχηματίσουν ετεροδιμερή με διάφορους υποδοχείς-εταίρους, όπως οι υποδοχείς ρετινοϊκού οξέος (RARs), ο υποδοχέας βιταμίνης D, ο υποδοχέας του θυροειδούς και οι υποδοχείς ενεργοποιητές πολλαπλασιαστικών περοξεισωμάτων (PPARs). Μόλις ενεργοποιηθούν, αυτοί οι υποδοχείς λειτουργούν ως μεταγραφικοί παράγοντες που ρυθμίζουν την έκφραση γονιδίων που ελέγχουν τη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων. Η βεξαροτένη αναστέλλει την in vitro ανάπτυξη ορισμένων κυτταρικών σειρών όγκων αιμοποιητικής και πλακώδους προέλευσης. Επίσης, προκαλεί όγκική ύφεση in vivo σε ορισμένα ζωικά μοντέλα. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της βεξαροτένης στη θεραπεία του δερματικού λεμφώματος Τ-κυττάρων (CTCL) είναι άγνωστος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η νεφρική απέκκριση της βεξαροτένης και των γνωστών μεταβολιτών της αποτελεί μια μικρή οδό απέκκρισης (<1% της χορηγούμενης δόσης).
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η βεξαροτένη απορροφάται με Tmax περίπου δύο ώρες. …Μελέτες σε ασθενείς με προχωρημένες κακοήθειες δείχνουν κατά προσέγγιση γραμμικότητα μονής δόσης εντός του θεραπευτικού εύρους και χαμηλή συσσώρευση με πολλαπλές δόσεις. Οι τιμές AUC και Cmax πλάσματος βεξαροτένης που προκύπτουν από δόση 75 έως 300 mg ήταν 35% και 48% υψηλότερες, αντίστοιχα, μετά από γεύμα πλούσιο σε λιπαρά παρά μετά από διάλυμα γλυκόζης. Η βεξαροτένη συνδέεται σε υψηλό βαθμό (>99%) με πρωτεΐνες πλάσματος. Οι πρωτεΐνες πλάσματος με τις οποίες συνδέεται η βεξαροτένη δεν έχουν διευκρινιστεί, και η ικανότητα της βεξαροτένης να εκτοπίζει φάρμακα που συνδέονται με πρωτεΐνες πλάσματος, καθώς και η ικανότητα των φαρμάκων να εκτοπίζουν τη σύνδεση της βεξαροτένης, δεν έχουν μελετηθεί.
Η νεφρική απέκκριση της βεξαροτένης και των μεταβολιτών της εξετάστηκε σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2. Ούτε η βεξαροτένη ούτε οι μεταβολίτες της απεκκρίθηκαν στα ούρα σε σημαντικές ποσότητες. Η βεξαροτένη θεωρείται ότι απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ηπατοχολικού συστήματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
99%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Τέσσερις μεταβολίτες της βεξαροτένης έχουν αναγνωριστεί στο πλάσμα: 6- και 7-υδροξυ-βεξαροτένη και 6- και 7-οξο-βεξαροτένη. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι το κυτόχρωμα P450 3A4 είναι το κύριο κυτόχρωμα P450 που ευθύνεται για το σχηματισμό των οξειδωτικών μεταβολιτών και ότι οι οξειδωτικοί μεταβολίτες μπορεί να γλυκουρονιδωθούν. Οι οξειδωτικοί μεταβολίτες είναι ενεργοί σε αναλύσεις in vitro ενεργοποίησης υποδοχέων ρετινοειδών, αλλά η σχετική συμβολή της μητρικής ουσίας και τυχόν μεταβολιτών στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της βεξαροτένης είναι άγνωστη.
Η βεξαροτένη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 7-υδροξυ-βεξαροτένη, την 7-οξο-βεξαροτένη και την 6-υδροξυ-βεξαροτένη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της βεξαροτένης είναι περίπου επτά ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των NEOPLASMS.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
A61RXM4375
BEXAROTENE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ρετινοειδές
Χημική Δομή [CS] - Ρετινοειδή
Η βεξαροτένη είναι ένα Ρετινοειδές.
BEXAROTENE
Ρετινοειδές [EPC]; Ρετινοειδή [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των NEOPLASMS.