Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C10AC04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

COLESEVELAM

Χολησεβελάμη

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Παράγοντας που μειώνει τα λιπίδια του ορού, δεσμευτικοί παράγοντες των χολικών οξέων, κωδικός ATC: C10A C 04.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
συνοδεία γεύματος και υγρού
Δόση έναρξης:
6 δισκία την ημέρα
  • Ενήλικες (Συνδυαστική θεραπεία)
    Δόση4 με 6 δισκία την ημέρα
    Μέγ. δόση6 δισκία την ημέρα
    Λαμβανόμενα ως 3 δισκία δύο φορές την ημέρα συνοδεία γεύματος ή 6 δισκία μία φορά την ημέρα συνοδεία γεύματος. Μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα ή ξεχωριστά με στατίνες ή εζετιμίμπη.
  • Ενήλικες (Μονοθεραπεία)
    Δόση6 δισκία την ημέρα
    Μέγ. δόση7 δισκία την ημέρα
    Λαμβανόμενα ως 3 δισκία δύο φορές την ημέρα συνοδεία γευμάτων, ή 6 δισκία την ημέρα συνοδεία γεύματος.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Δεν υπάρχει ανάγκη ρύθμισης της δόσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (0-17 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν κατοχυρωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Απόφραξη των εντέρων
  • Απόφραξη των χοληφόρων
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Φαρμακευτικά προϊόντα με κλινικά σημαντικές διακυμάνσεις επιπέδων
    προσοχή
    Μειωμένη απορρόφηση
    ΣύστασηΧορήγηση Χολησεβελάμη τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά το άλλο φάρμακο. Παρακολούθηση επιπέδων ορού ή επιδράσεων.
  • παρακολούθηση
    Καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα
  • παρακολούθηση
    Καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα
  • παρακολούθηση
    Καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα
  • παρακολούθηση
    Καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα
  • παρακολούθηση
    Καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα
  • Βεραπαμίλη βραδείας αποδέσμευσης
    προσοχή
    Μείωση Cmax (31%) και AUC (11%). Κλινική σημασία ασαφής λόγω υψηλής μεταβλητότητας.
  • Ολμεσαρτάνη
    προσοχή
    Ελάττωση της έκθεσης στην ολμεσαρτάνη
    ΣύστασηΗ ολμεσαρτάνη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την κολεσεβελάμη.
  • προσοχή
    Σπάνιες αναφορές μειωμένων επιπέδων φαινυτοΐνης
  • Βαρφαρίνη ή παρόμοιος αντιπηκτικός παράγοντας
    παρακολούθηση
    Μείωση απορρόφησης βιταμίνης Κ, παρεμβαίνοντας στην αντιπηκτική δράση
    ΣύστασηΗ αντιπηκτική θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
  • Λεβοθυροξίνη
    προσοχή
    Μείωση AUC και Cmax της λεβοθυροξίνης αν χορηγηθεί συγχρόνως ή 1 ώρα μετά. Καμία αλληλεπίδραση αν χορηγηθεί Χολησεβελάμη 4 ώρες μετά τη λεβοθυροξίνη.
    ΣύστασηΧολησεβελάμη τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη λεβοθυροξίνη.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά (νορεθινδρόνη, αιθινυλοιστραδιόλη)
    προσοχή
    Μείωση Cmax (νορεθινδρόνη) και AUC/Cmax (αιθινυλοιστραδιόλη) αν χορηγηθεί ταυτόχρονα ή 1 ώρα μετά. Καμία αλληλεπίδραση αν χορηγηθεί Χολησεβελάμη 4 ώρες μετά.
    ΣύστασηΧολησεβελάμη τουλάχιστον 4 ώρες μετά το από του στόματος αντισυλληπτικό χάπι.
  • προσοχή
    Σημαντική μείωση AUC0-inf (34%) και Cmax (44%) της κυκλοσπορίνης
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της κυκλοσπορίνης στο αίμα. Χολησεβελάμη τουλάχιστον 4 ώρες μετά την κυκλοσπορίνη. Η λήψη Χολησεβελάμη να γίνεται πάντα τις ίδιες ώρες.
  • Στατίνες (π.χ. λοβαστατίνη)
    παρακολούθηση
    Επιπλέον μείωση LDL-C. Καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της λοβαστατίνης.
  • Μετφορμίνη ER
    παρακολούθηση
    Αύξηση της έκθεσης στη μετφορμίνη
    ΣύστασηΠαρακολούθηση για κλινική αντίδραση.
  • προσοχή
    Μειώνει την απορρόφηση της γλιμεπιρίδης από τη γαστρεντερική οδό.
    ΣύστασηΗ γλιμεπιρίδη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την κολεσεβελάμη.
  • προσοχή
    Μειώνει την έκθεση σε γλιπιζίδη.
    ΣύστασηΗ γλιπιζίδη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες πριν από την κολεσεβελάμη.
  • Γλυμπουρίδη (γλιβενκλαμίδη)
    προσοχή
    Μείωση AUC0-inf (32%) και Cmax (47%) της γλυμπουρίδης. Καμία αλληλεπίδραση αν χορηγηθεί Χολησεβελάμη 4 ώρες μετά.
    ΣύστασηΧολησεβελάμη τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη γλυμπουρίδη.
  • προσοχή
    Καμία επίδραση στην AUC και μείωση Cmax (19%). Κλινική σημασία άγνωστη. Καμία αλληλεπίδραση αν χορηγηθεί Χολησεβελάμη 1 ώρα μετά.
    ΣύστασηΧολησεβελάμη 1 ώρα μετά τη ρεπαγλινίδη.
  • παρακολούθηση
    Καμία αλληλεπίδραση.
  • Ουρσοδεσοξυχολικό οξύ
    προσοχή
    Το Χολησεβελάμη δεσμεύεται κυρίως σε υδρόφοβα χολικά οξέα. Δεν επέδρασε στην απέκκριση ενδογενούς (υδρόφιλου) ουρσοδεσοξυχολικού οξέος. Δεν υπάρχουν επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης.
    ΣύστασηΧορήγηση Χολησεβελάμη τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά το ουρσοδεσοξυχολικό οξύ. Παρακολούθηση κλινικών επιδράσεων.
  • Βιταμίνες A, D, E ή K
    προσοχή
    Καμία κλινικά σημαντική μείωση στην απορρόφηση για έως ένα χρόνο. Σε ευαίσθητους ασθενείς (ευαισθησία στη βιταμίνη Κ, ανεπάρκεια λιποδιαλυτών βιταμινών, δυσαπορρόφηση), απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
    ΣύστασηΣε ευαίσθητους ασθενείς, παρακολούθηση επιπέδων βιταμινών A, D, E, και κατάστασης βιταμίνης Κ (μέσω παραμέτρων πήξης). Συμπληρωματική χορήγηση βιταμινών αν χρειαστεί.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Μετεωρισμός (Πολύ συχνές)
  • Ασυνήθη κόπρανα (Συχνές)
  • Διάταση κοιλίας (Συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Δυσκοιλιότητα
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Κοιλιακός πόνος
  • Ναυτία
  • Δυσφαγία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Εντερική απόφραξη
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια ορού (Συχνές)
  • Αυξημένη τρανσαμινάση ορού (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ασυνήθη κόπρανα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αυξημένα τριγλυκερίδια ορού
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακός πόνος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αυξημένη τρανσαμινάση ορού
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Εντερική απόφραξη
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Χολησεβελάμη σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, την ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος, τον τοκετό ή την ανάπτυξη μετά τη γέννα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Η ασφάλεια του Χολησεβελάμη στις γυναίκες που θηλάζουν δεν έχει διαπιστωθεί.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του Χολησεβελάμη στη γονιμότητα σε ανθρώπους. Μία μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε αρουραίους δεν οδήγησε σε αλλαγές στις αναπαραγωγικές παραμέτρους μεταξύ των ομάδων που μπορεί να συνεπάγονται επιδράσεις στην αναπαραγωγή οι οποίες αποδίδονται στην colesevelam.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Παράγοντας που μειώνει τα λιπίδια του ορού, δεσμευτικοί παράγοντες των χολικών οξέων, κωδικός ATC: C10A C 04.

Μηχανισμός δράσης

Ο μηχανισμός δράσης σε ό,τι αφορά τη δραστικότητα του colesevelam, τη δραστική ουσία του Χολησεβελάμη, έχει αξιολογηθεί σε διάφορες in vitro και in vivo μελέτες. Οι μελέτες αυτές έχουν καταδείξει ότι το colesevelam δεσμεύει τα χολικά οξέα, συμπεριλαμβανομένου του γλυκοχολικού οξέος, του κύριου χολικού οξέος στον άνθρωπο. Η χοληστερόλη είναι ο μοναδικός πρόδρομος των χολικών οξέων. Κατά τη φυσιολογική πέψη, τα χολικά οξέα εκκρίνονται στο έντερο. Στη συνέχεια, ένα μεγάλο μέρος των χολικών οξέων απορροφάται από την εντερική οδό και επιστρέφει στο ήπαρ διαμέσου της εντεροηπατικής κυκλοφορίας. Το Colesevelam είναι ένα μη απορροφήσιμο πολυμερές που μειώνει τα λιπίδια και δεσμεύει τα χολικά οξέα στο έντερο, εμποδίζοντας την επαναπορρόφησή τους. Ο μηχανισμός μείωσης της LDL-C των δεσμευτικών παραγόντων των χολικών οξέων έχει παλαιότερα διαπιστωθεί ότι λειτουργεί ως εξής: Καθώς το λίμνασμα των χολικών οξέων εξαντλείται, το ηπατικό ένζυμο της χοληστερόλης 7-α-υδροξυλάση ρυθμίζεται προς τα πάνω, αυξάνοντας τη μετατροπή της χολεστερόλης σε χολικά οξέα. Αυτό προκαλεί μία αυξημένη ζήτηση για χοληστερόλη στα ηπατικά κύτταρα, με αποτέλεσμα αφενός την αυξημένη μεταγραφή και δραστηριότητα του βιοσυνθετικού ενζύμου της χολεστερόλης αναγωγάση του υδροξυμεθυλο-γλουταρυλο-συνενζύμου A (HMG-CoA), αφετέρου την αύξηση του αριθμού των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας. Μπορεί να προκύψει συνακόλουθη αύξηση στη σύνθεση λιποπρωτεΐνης πολύ χαμηλής πυκνότητας. Αυτές οι αντισταθμιστικές επιδράσεις οδηγούν σε αυξημένη κάθαρση της LDL-C από το αίμα, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα LDL-C στον ορό.

Σε μία μελέτη 6 μηνών σχετικά με την ανταπόκριση της χορηγούμενης δόσης σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία που λάμβαναν 3,8 ή 4,5 g Χολησεβελάμη ημερησίως, παρατηρήθηκε μία μείωση της τάξης του 15 με 18% στα επίπεδα της LDL-C, που κατέστη εμφανής μέσα σε 2 εβδομάδες χορήγησης. Επιπλέον, η Ολική-C μειώθηκε κατά 7 με 10%, η HDL-C αυξήθηκε κατά 3%, ενώ τα τριγλυκερίδια αυξήθηκαν κατά 9 με 10%. Η απολιποπρωτεΐνη B μειώθηκε κατά 12%. Από την άλλη, στους ασθενείς που λάμβαναν placebo, η LDL-C, η Ολική-C, η HDL-C και η απολιποπρωτεΐνη B παρέμειναν αμετάβλητες, ενώ τα τριγλυκερίδια αυξήθηκαν κατά 5%. Έπειτα από μελέτες όπου εξετάστηκε η χορήγηση του Χολησεβελάμη ως εφάπαξ δόση συνοδεία προγεύματος, ως εφάπαξ δόση συνοδεία δείπνου, ή στα πλαίσια σχήματος διαιρούμενων δόσεων συνοδεία προγεύματος και δείπνου, δεν σημειώθηκαν σημαντικές διαφορές στη μείωση της LDL-C για τα διαφορετικά δοσολογικά σχήματα. Σε μία μελέτη, ωστόσο, τα τριγλυκερίδια είχαν την τάση να αυξάνονται περισσότερο όταν το Χολησεβελάμη χορηγείτο ως εφάπαξ δόση συνοδεία πρωινού.

Σε μια μελέτη 6 εβδομάδων, 129 ασθενείς με υπερλιπιδαιμία μεικτού τύπου τυχαιοποιήθηκαν σε φαινοφιβράτη 160 mg μαζί με 3,8 g Χολησεβελάμη ή μόνο φαινοφιβράτη. Η ομάδα της φαινοφιβράτης μαζί με το Χολησεβελάμη (64 ασθενείς) κατέδειξε μια μείωση των επιπέδων της LDL-C κατά 10% έναντι μιας αύξησης κατά 2% για την ομάδα της φαινοφιβράτης (65 ασθενείς). Οι μειώσεις παρατηρήθηκαν επίσης για την μη-HDL-C, την Ολική-C και την απολιποπρωτεΐνη B. Μία μικρή και μη-σημαντική 5% αύξηση παρατηρήθηκε στα τριγλυκερίδια. Οι επιπτώσεις του συνδυασμού φαινοφιβράτης και Cholesagel στο ρίσκο μυοπάθειας και ηπατοτοξικότητας δεν είναι γνωστές.

Πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές μελέτες ελεγχόμενες με placebo, που πραγματοποιήθηκαν σε 487 ασθενείς, κατέδειξαν μία προσθετική μείωση 8 με 16% στην LDL-C όταν συγχορηγούνταν 2,3 έως 3,8 g Χολησεβελάμη και κάποια στατίνη (ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη ή σιμβαστατίνη).

Η επίδραση της συγχορήγησης 3,8 g Χολησεβελάμη και 10 mg εζετιμίμπης έναντι μεμονωμένης χορήγησης 10 mg εζετιμίμπης στα επίπεδα της LDL-C εκτιμήθηκαν σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη ελεγχόμενη με placebo, η οποία πραγματοποιήθηκε σε παράλληλη ομάδα 86 ασθενών με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία σε χρονικό διάστημα θεραπείας 6 εβδομάδων. Ο συνδυασμός καθημερινής θεραπείας με 10 mg εζετιμίμπης και 3,8 g Χολησεβελάμη με απουσία στατίνης οδήγησε σε σημαντική συνδυαστική επίδραση για μείωση της LDL-C κατά 32% που κατέδειξε επιπρόσθετη επίδραση μειώνοντας τα επίπεδα της LDL-C κατά 11% με το Χολησεβελάμη και την εζετιμίμπη, σε σύγκριση με τη μεμονωμένη χορήγηση εζετιμίμπης.

Η προσθήκη 3,8 g Χολησεβελάμη ημερησίως στη μέγιστα ανεκτή θεραπεία στατίνης και εζετιμίμπης εκτιμήθηκε σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη ελεγχόμενη με placebo, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 86 ασθενείς με οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Συνολικό ποσοστό 85% των ασθενών λάμβαναν είτε ατορβαστατίνη (από τους οποίους το 50% λάμβανε δόση 80 mg) είτε ροσουβαστατίνη (από τους οποίους το 72% λάμβανε δόση 40 mg). Το Χολησεβελάμη επέφερε μια στατιστικά σημαντική μείωση της LDL-C κατά 11% και 11% σε χρονικό διάστημα 6 και 12 εβδομάδων έναντι μιας αύξησης κατά 7% και 1% στην ομάδα placebo. Τα μέσα επίπεδα κατά την έναρξη της μελέτης ήταν 3,75 mmol/L και 3,86 mmol/L αντίστοιχα. Τα τριγλυκερίδια στην ομάδα με το Χολησεβελάμη αυξήθηκαν κατά 19% και 13% σε χρονικό διάστημα 6 και 12 εβδομάδων έναντι μιας αύξησης κατά 6% και 13% στην ομάδα placebo, αλλά οι αυξήσεις δεν διέφεραν σημαντικά. Τα επίπεδα της HDL-C και της hsCRP επίσης δεν διέφεραν σημαντικά σε σύγκριση με το placebo σε χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων.

Παιδιατρικός πληθυσμός Στον παιδιατρικό πληθυσμό, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ημερήσιας χορήγησης 1,9 ή 3,8 g Χολησεβελάμη εκτιμήθηκε σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη ελεγχόμενη με placebo διάρκειας 8 εβδομάδων, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 194 αγόρια και κορίτσια μετά την εμμηναρχή, ηλικίας 10-17 ετών, με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία που λάμβαναν σταθερή δόση στατινών (47 ασθενείς, ποσοστό 24%) ή που δεν είχαν εκτεθεί προηγουμένως σε υπολιπιδαιμική θεραπεία (147 ασθενείς, ποσοστό 76%). Για όλους τους ασθενείς, το Χολησεβελάμη επέφερε μια στατιστικά σημαντική μείωση της LDL-C κατά 11% με ημερήσια χορήγηση 3,8 g και κατά 4% με ημερήσια χορήγηση 1,9 g έναντι μιας αύξησης κατά 3% στην ομάδα placebo. Για ασθενείς που δεν είχαν εκτεθεί προηγουμένως σε θεραπεία με στατίνη ως μονοθεραπεία, το Χολησεβελάμη επέφερε στατιστικά σημαντική μείωση της LDL-C κατά 12% με ημερήσια χορήγηση 3,8 g και κατά 7% με ημερήσια χορήγηση 1,9 g έναντι μιας μείωσης κατά 1% στην ομάδα placebo (βλ. Δοσολογία). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές επιδράσεις στην ανάπτυξη, στη σεξουαλική ωρίμανση, στα επίπεδα λιποδιαλυτών βιταμινών ή σε παράγοντες πήξης, και το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών για το Χολησεβελάμη ήταν συγκρίσιμο με αυτό του placebo.

Το Χολησεβελάμη δεν έχει συγκριθεί άμεσα με άλλους δεσμευτικούς παράγοντες των χολικών οξέων στα πλαίσια κλινικών δοκιμών. Μέχρι τώρα, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες οι οποίες να δείχνουν άμεσα ότι η θεραπεία με Χολησεβελάμη ως μονοθεραπεία ή συνδυαστική θεραπεία έχει οποιαδήποτε επίδραση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα ή νοσηρότητα.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Το Χολησεβελάμη δεν απορροφάται από τη γαστρεντερική οδό.

Μηχανισμός δράσης
Η κολεβελάμη είναι ένα μη απορροφήσιμο, λιποειδομειωτικό πολυμερές που δεσμεύει τα χολικά οξέα στο έντερο, παρεμποδίζοντας την επαναρρόφησή τους. Καθώς η δεξαμενή χολικών οξέων εξαντλείται, το ηπατικό ένζυμο, χοληστερόλη 7-(άλφα)-υδροξυλάση, ρυθμίζεται…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Παράγοντας που μειώνει τα λιπίδια του ορού, δεσμευτικοί παράγοντες των χολικών οξέων, κωδικός ATC: C10A C 04. ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης σε ό,τι αφορά τη δραστικότητα του colesevelam, τη δραστική ουσία του…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Το Χολησεβελάμη δεν απορροφάται από τη γαστρεντερική οδό.

Απέκκριση
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Κολεβελάμη είναι ένας δεσμευτής χολικών οξέων. Η κολεβελάμη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αλλαγές στη διατροφή (περιορισμός πρόσληψης χοληστερόλης και λίπους) και άσκηση για τη μείωση της ποσότητας χοληστερόλης και ορισμένων λιπαρών ουσιών στο αίμα. Λειτουργεί δεσμεύοντας τα χολικά οξέα στο έντερο. Τα χολικά οξέα παράγονται όταν η χοληστερόλη διασπάται στον οργανισμό. Η απομάκρυνση αυτών των χολικών οξέων βοηθά στη μείωση της χοληστερόλης του αίματος.
DrugBank

Indication

expand_more
Για χρήση, μόνο του ή σε συνδυασμό με έναν αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης, ως συμπληρωματική θεραπεία στη δίαιτα και την άσκηση για τη μείωση της αυξημένης LDL χοληστερόλης σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία (Fredrickson Type IIa).
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Η κολεβελάμη είναι ένα μόριο υψηλής χωρητικότητας που δεσμεύει τα χολικά οξέα. Η κολεβελάμη δεσμεύει τα χολικά οξέα στο έντερο, μειώνοντας την ποσότητα των χολικών οξέων που επιστρέφουν στο ήπαρ μέσω της εντεροηπατικής κυκλοφορίας. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης (total-C), LDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Β (Apo B, μια πρωτεΐνη που σχετίζεται με την LDL-C) συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης στους ανθρώπους. Ομοίως, τα μειωμένα επίπεδα της χοληστερόλης λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας (HDL-C) συνδέονται με την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης. Επιδημιολογικές έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι η καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα ποικίλλουν ευθέως με τα επίπεδα της total-C και LDL-C, και αντιστρόφως με το επίπεδο της HDL-C. Ο συνδυασμός της κολεβελάμης με έναν αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης είναι αποτελεσματικός στην περαιτέρω μείωση των επιπέδων της ολικής χοληστερόλης και της LDL-C του ορού, πέραν αυτών που επιτυγχάνονται με κάθε παράγοντα μόνο του.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η κολεβελάμη είναι ένα μη απορροφήσιμο, λιποειδομειωτικό πολυμερές που δεσμεύει τα χολικά οξέα στο έντερο, παρεμποδίζοντας την επαναρρόφησή τους. Καθώς η δεξαμενή χολικών οξέων εξαντλείται, το ηπατικό ένζυμο, χοληστερόλη 7-(άλφα)-υδροξυλάση, ρυθμίζεται προς τα πάνω, αυξάνοντας τη μετατροπή της χοληστερόλης σε χολικά οξέα. Αυτό προκαλεί αυξημένη ζήτηση για χοληστερόλη στα ηπατικά κύτταρα, οδηγώντας στο διπλό αποτέλεσμα της αύξησης της μεταγραφής και της δραστηριότητας του ενζύμου βιοσύνθεσης χοληστερόλης, της υδροξυμεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α (HMG-CoA) αναγωγάσης, και της αύξησης του αριθμού των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL). Αυτές οι αντισταθμιστικές επιδράσεις έχουν ως αποτέλεσμα την αυξημένη κάθαρση της LDL χοληστερόλης (LDL-C) από το αίμα, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα LDL-C ορού. Τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων ορού μπορεί να αυξηθούν ή να παραμείνουν αμετάβλητα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η αυξημένη κάθαρση της LDL-χοληστερόλης από το αίμα με μειωμένη LDL-χοληστερόλη ορού.
DrugBank

Absorption

expand_more
Δεν υδρολύεται από πεπτικά ένζυμα και δεν απορροφάται.
DrugBank

Half life

expand_more
Δεν παρέχεται.
DrugBank

Protein binding

expand_more
Δεν εφαρμόζεται (δεν υδρολύεται από πεπτικά ένζυμα και δεν απορροφάται).
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Απέκκριση: Σε 16 υγιείς εθελοντές, κατά μέσο όρο 0,05% της χορηγούμενης ραδιενέργειας από μία δόση υδροχλωρικής κολεβελάμης σημασμένης με 14C απεκκρίθηκε στα ούρα.
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
Όγκος κατανομής: όχι διαθέσιμος.
DrugBank

Clearance

expand_more
Κάθαρση: όχι διαθέσιμη.
DrugBank

Toxicity

expand_more
Συμπτώματα υπερδοσολογίας μπορεί να περιλαμβάνουν ερεθισμό των ματιών, δυσκοιλιότητα, κοιλιακές κράμπες, ναυτία, έμετο, διάρροια και υπερευαισθησία. Ωστόσο, καθώς η κολεβελάμη δεν απορροφάται, ο κίνδυνος συστημικής τοξικότητας είναι χαμηλός. Δόσεις άνω των 4,5 g ημερησίως δεν έχουν δοκιμαστεί.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Δέσμευση πρωτεϊνών

Δεν εφαρμόζεται
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

0%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Δυσλιπιδαιμία Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 5 C10AC04
    ΒΗΜΑ 5 — Δυσανεξία στις στατίνες
    • Μη ανεκτά μυϊκά συμπτώματα ή CK > 5× ΑΦΤ σε ≥ 3 στατίνες, μετά αποκλεισμό άλλων αιτίων & αλληλεπιδράσεων
    Δοσολογία: Αναμενόμενη μείωση LDL ~30% · Απεριόριστη