ESOMEPRAZOLE
Εσομεπραζόλη
Για τη θεραπεία διαταραχών παλινδρόμησης οξέος (GERD), της νόσου του πεπτικού έλκους, της εκρίζωσης του H. pylori και την πρόληψη γαστρεντερικών αιμορραγιών με χρήση ΜΣΑΦ.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ESODEC
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Δόση έναρξης: 40 mg
- Τιτλοποίηση: Δοσολογία που υπερβαίνει τα 80 mg ημερησίως, θα πρέπει να διαιρείται και να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες - Γαστρο-οισοφαγική Παλινδρομική Νόσος (ΓΟΠΝ) - Θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από παλινδρόμησηΔόση40 mg μια φορά την ημέραΣυνέχιση για 4 επιπλέον εβδομάδες αν δεν έχει επουλωθεί ή αν τα συμπτώματα επιμένουν.
-
Ενήλικες - ΓΟΠΝ - Μακροχρόνια αντιμετώπιση για πρόληψη υποτροπήςΔόση20 mg μια φορά την ημέρα
-
Ενήλικες - Συμπτωματική θεραπεία ΓΟΠΝΔόση20 mg μία φορά την ημέραΈλεγχος συμπτωμάτων μετά από 4 εβδομάδες. Συνέχιση με 20 mg μια φορά ημερησίως αν απαιτείται. Κατ' επίκληση λήψη 20 mg μια φορά την ημέρα. Όχι για ασθενείς σε ΜΣΑΦ με κίνδυνο γαστρικών/δωδεκαδακτυλικών ελκών.
-
Ενήλικες - Συνδυασμός για εκρίζωση Helicobacter pylori - Επούλωση δωδεκαδακτυλικού έλκουςΔόση20 mg Esodec με 1 g αμοξικιλλίνη και 500 mg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
-
Ενήλικες - Συνδυασμός για εκρίζωση Helicobacter pylori - Πρόληψη υποτροπής πεπτικού έλκουςΔόση20 mg Esodec με 1 g αμοξικιλλίνη και 500 mg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
-
Ενήλικες - Συνεχής θεραπεία με ΜΣΑΦ - Επούλωση γαστρικών ελκώνΔόση20 mg μια φορά την ημέραΔιάρκεια θεραπείας: 4-8 εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Συνεχής θεραπεία με ΜΣΑΦ - Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκώνΔόση20 mg μια φορά την ημέρα
-
Ενήλικες - Παρατεταμένη θεραπεία μετά από ενδοφλεβίως επαγώμενη πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκώνΔόση40 mg μία φορά την ημέραΓια 4 εβδομάδες.
-
Ενήλικες - Θεραπεία του συνδρόμου Zollinger EllisonΔόση40 mg δύο φορές ημερησίωςΗ πλειοψηφία των ασθενών ελέγχεται με 80-160 mg ημερησίως. Δόσεις >80 mg ημερησίως πρέπει να διαιρούνται και να λαμβάνονται δύο φορές την ημέρα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Χορήγηση με προσοχή σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. 5.2).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ήπια έως μέτρια δυσλειτουργία. Μέγιστη δόση 20 mg σε σοβαρή δυσλειτουργία (βλ. 5.2).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Έφηβοι 12-18 ετών - Γαστρο-οισοφαγική Παλινδρομική Νόσος (ΓΟΠΝ) - Θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από παλινδρόμησηΔόση40 mg μια φορά την ημέραΣυνέχιση για 4 επιπλέον εβδομάδες αν δεν έχει επουλωθεί ή αν τα συμπτώματα επιμένουν.
-
Έφηβοι 12-18 ετών - ΓΟΠΝ - Μακροχρόνια αντιμετώπιση για πρόληψη υποτροπήςΔόση20 mg μια φορά την ημέρα
-
Έφηβοι 12-18 ετών - Συμπτωματική θεραπεία ΓΟΠΝΔόση20 mg μία φορά την ημέραΈλεγχος συμπτωμάτων μετά από 4 εβδομάδες. Συνέχιση με 20 mg μια φορά ημερησίως αν απαιτείται.
-
Έφηβοι 12-18 ετών - Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους που προκαλείται από Helicobacter pyloriΣυνδυασμός με αντιβιοτικά. Βάρος 30-40 kg: 20 mg Esodec, 750 mg αμοξικιλλίνη, 7.5 mg/kg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες. Βάρος >40 kg: 20 mg Esodec, 1 g αμοξικιλλίνη, 500 mg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
block
SPC-ESODEC
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου που εμφανίζονται στον κατάλογο στην παράγραφο 6.1.
-
Η εσομεπραζόλη όπως και οι άλλοι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με νελφιναβίρη
warning
SPC-ESODEC
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Παρουσία ανησυχητικών συμπτωμάτωνΠρέπει πρώτα να αποκλείεται η ύπαρξη κακοήθειας, καθώς η θεραπεία με Esodec μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα, καθυστερώντας έτσι τη διάγνωση.
-
Μακροχρόνια χρήσηΑσθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία (ιδιαίτερα όσοι λαμβάνουν θεραπεία για περισσότερο από ένα χρόνο) πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτικά χρονικά διαστήματα.
-
Κατ’ επίκληση θεραπείαΣτους ασθενείς που λαμβάνουν κατ’ επίκληση θεραπεία πρέπει να δίνεται η συμβουλή να επικοινωνήσουν με το γιατρό τους αν εμφανισθεί αλλαγή στο χαρακτήρα των συμπτωμάτων τους.
-
Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρούΌταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πιθανές αλληλεπιδράσεις της δραστικής ουσίας για όλα τα συστατικά του τριπλού θεραπευτικού σχήματος. Η κλαριθρομυκίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντενδείξεις και οι αλληλεπιδράσεις της κλαριθρομυκίνης όταν χρησιμοποιείται το τριπλό θεραπευτικό σχήμα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 όπως η σιζαπρίδη.
-
Γαστρεντερικές λοιμώξειςΘεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων είναι πιθανόν να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως από Salmonella και Campylobacter
-
Απορρόφηση της βιταμίνης Β12Η εσομεπραζόλη όπως όλα τα αντιόξινα φάρμακα, μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 (κυανοκοβαλαμίνη) λόγω της υπο- ή αχλωρυδρίας. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στους ασθενείς με μειωμένα αποθέματα ή παράγοντες κινδύνου για μειωμένη απορρόφηση Β12 σε μακρόχρονη θεραπεία.
-
ΥπομαγνησιαιμίαΣοβαρή υπομαγνησιαιμία έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν αγωγή με αναστολείς αντλίας πρωτονίων (proton pump inhibitors - PPIs) όπως η εσομεπραζόλη, για τουλάχιστον 3 μήνες και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα χρόνο. Σοβαρές εκδηλώσεις υπομαγνησιαιμίας όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία μπορούν να εμφανιστούν αλλά μπορεί να ξεκινήσουν ύπουλα και να παραβλεφθούν. Στους περισσότερους προσβεβλημένους ασθενείς, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά την αντικατάσταση του μαγνησίου και τη διακοπή της χρήσης PPI. Για τους ασθενείς που αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν PPIs με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ., διουρητικά), οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να εξετάσουν τη μέτρηση των επιπέδων μαγνησίου πριν την έναρξη της θεραπείας με PPI και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Κατάγματα του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήληςΟι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ειδικά αν χρησιμοποιηθούν σε υψηλές δόσεις και για μεγάλα χρονικά διαστήματα (> 1 έτος), μπορεί να αυξήσουν ελαφρώς τον κίνδυνο του κατάγματος του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης, κυρίως σε ηλικιωμένους ή σε παρουσία άλλων γνωστών παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρακολούθησης, δείχνουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσουν τον συνολικό κίνδυνο του κατάγματος κατά 10-40%. Μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Ασθενείς με κίνδυνο οστεοπόρωσης θα πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα, σύμφωνα με τις ισχύουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και θα πρέπει να έχουν επαρκή πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου.
-
Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (SCLE)Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων σχετίζεται με πολύ σπάνιες περιπτώσεις SCLE. Αν συμβούν βλάβες, ειδικά σε εκτεθειμένες στον ήλιο περιοχές του δέρματος, και εφόσον αυτές συνοδεύονται από αρθραλγία, ο ασθενής θα πρέπει να αναζητήσει ιατρική βοήθεια αμέσως και ο επαγγελματίας υγείας θα πρέπει να εξετάσει τη διακοπή του Esodec. Ο SCLE μετά από προηγούμενη θεραπεία με έναν αναστολέα αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης SCLE και με άλλους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων.
-
Συνδυασμός με άλλα φαρμακευτικά προϊόνταΗ συγχορήγηση της εσομεπραζόλης με αταζανιβίρη δεν συνίσταται (βλέπε παράγραφο 4.5). Αν ο συνδυασμός της αταζανιβίρης με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων κρίνεται αναπόφευκτος, συνίσταται στενή κλινική παρακολούθηση σε συνδυασμό με μια αύξηση στη δόση της αταζανιβίρης στα 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Η εσομεπραζόλη δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg. Η εσομεπραζόλη είναι αναστολέας του CYP2C19. Κατά την έναρξη ή την τερματισμό της θεραπείας με εσομεπραζόλη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του CYP2C19. Μια αλληλεπίδραση παρατηρείται ανάμεσα στην κλοπιδογρέλη και την ομεπραζόλη (βλ. παράγραφο 4.5). Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι αβέβαιη. Προληπτικά, η ταυτόχρονη χρήση εσομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης δεν συνίσταται. Όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για κατ’ επίκληση θεραπεία, η πιθανότητα αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα, λόγω διακύμανσης των συγκεντρώσεων εσομεπραζόλης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. (βλ. παράγραφο 4.5)
-
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακές εξετάσειςΤα αυξημένα επίπεδα χρωμογρανίνης Α (CgA) ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων. Για να αποφεύγεται αυτή η αλληλεπίδραση, η θεραπεία με Esodec πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της CgA (βλ. παράγραφο 5.1). Εάν οι τιμές της CgA και της γαστρίνης δεν επανέλθουν εντός του εύρους των τιμών αναφοράς μετά την αρχική μέτρηση, οι μετρήσεις πρέπει να επαναληφθούν 14 ημέρες μετά τη διακοπή της χρήσης αναστολέα αντλίας πρωτονίων.
-
ΣακχαρόζηΤο Esodec περιέχει σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ESODEC
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜειωμένα επίπεδα στον ορό.ΣύστασηΔεν συνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση.
-
αντένδειξηΜειωμένα επίπεδα στον ορό.ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Σακουιναβίρη (με ριτοναβίρη)παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα ορού (80-100%) κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με ομεπραζόλη (40 mg ημερησίως).
-
Δαρουναβίρη (με ριτοναβίρη)παρακολούθησηΔεν υπήρξε επίδραση στην έκθεση με εσομεπραζόλη 20 mg.
-
Αμπρεναβίρη (με και χωρίς ριτοναβίρη)παρακολούθησηΔεν υπήρξε επίδραση στην έκθεση με εσομεπραζόλη 20 mg.
-
Λοπιναβίρη (με ριτοναβίρη)παρακολούθησηΔεν υπήρξε επίδραση στην έκθεση με ομεπραζόλη 40 mg.
-
παρακολούθησηΑύξηση επιπέδων μεθοτρεξάτης.ΣύστασηΕξέταση παροδικής διακοπής εσομεπραζόλης σε υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης.
-
παρακολούθησηΑύξηση επιπέδων τακρόλιμους στον ορό.ΣύστασηΕνίσχυση παρακολούθησης συγκεντρώσεων τακρόλιμους και νεφρικής λειτουργίας, προσαρμογή δόσης τακρόλιμους αν χρειάζεται.
-
παρακολούθησηΜειωμένη απορρόφηση.
-
παρακολούθησηΜειωμένη απορρόφηση.
-
παρακολούθησηΜειωμένη απορρόφηση.
-
παρακολούθησηΑυξημένη απορρόφηση (πιθανή τοξικότητα σε ηλικιωμένους).ΣύστασηΕνίσχυση θεραπευτικής παρακολούθησης της διγοξίνης, ειδικά σε ηλικιωμένους.
-
Βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνηςπαρακολούθησηΑύξηση του INR (κλινικά σημαντική σε μερικές περιπτώσεις).ΣύστασηΈλεγχος κατά την έναρξη και λήξη της ταυτόχρονης θεραπείας.
-
παρακολούθησηΜειωμένη έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη (έως 40%) και μειωμένη μέγιστη αναστολή συσσώμάτωσης αιμοπεταλίων (έως 14%).ΣύστασηΑποθάρρυνση ταυτόχρονης χορήγησης.
-
ΑμοξικιλλίνηπαρακολούθησηΌχι κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
παρακολούθησηΌχι κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
-
παρακολούθησηΌχι κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
-
παρακολούθησηΌχι κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
-
Κλαριθρομυκίνη (αναστολέας CYP3A4)παρακολούθησηΔιπλασιασμός της έκθεσης (AUC) στην εσομεπραζόλη.ΣύστασηΕξέταση προσαρμογής δόσης σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία με μακρόχρονη θεραπεία.
-
Βορικοναζόλη (αναστολέας CYP2C19 και CYP3A4)παρακολούθησηΑύξηση AUCτ της εσομεπραζόλης κατά 280%.ΣύστασηΕξέταση προσαρμογής δόσης σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία με μακρόχρονη θεραπεία.
-
Ριφαμπικίνη (επαγωγέας CYP2C19/CYP3A4)παρακολούθησηΜειωμένα επίπεδα εσομεπραζόλης στον ορό.
-
Βαλσαμόχορτο (επαγωγέας CYP2C19/CYP3A4)παρακολούθησηΜειωμένα επίπεδα εσομεπραζόλης στον ορό.
sick
SPC-ESODEC
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θροµβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία
- Περιφερικό οίδημα
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία (σοβαρή υπομαγνησιαιμία μπορεί να συσχετιστεί με υποασβεστιαιμία)
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Επιθετικότητα
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Διαταραχές της γεύσης
- Θάμβος οράσεως
- Ίλιγγος
- Βρογχόσπασμος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Ναυτία/έμετος
- Πολύποδες αδενίων θόλου (καλοήθεις)
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Γαστρεντερική καντιντίαση
- Μικροσκοπική κολίτιδα
- Ηπατικά ένζυμα αυξημένα
- Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ)
- Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Νεφρική ανεπάρκεια (ταυτόχρονη)
- Γυναικομαστία
- Αίσθημα κακουχίας
- Αυξημένη εφίδρωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘροµβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝαυτία/έμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠολύποδες αδενίων θόλου (καλοήθεις)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική καντιντίασηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜικροσκοπική κολίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΗπατικά ένζυμα αυξημέναΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα με ή χωρίς ίκτεροΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσοΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήληςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική ανεπάρκεια (ταυτόχρονη)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ESODEC
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα για τη χορήγηση εσομεπραζόλης στην κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες σε μεγάλο αριθμό κυήσεων, με το ρακεμικό μίγμα, την ομεπραζόλη, δεν έδειξαν δυσμορφική ή εμβρυοτοξική δράση. Οι μελέτες σε ζώα με την εσομεπραζόλη δεν έχουν δείξει άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Μελέτες σε ζώα με το ρακεμικό μίγμα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την κύηση, τον τοκετό ή την ανάπτυξη του νεογνού. Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε εγκύους. Ένας μέτριος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (μεταξύ 300-1000 κυήσεων) υποδεικνύει έλλειψη δυσμορφικής ή εμβρυοτοξικής/νεογνοτοξικής δράσης της εσομεπραζόλης. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική δράση σε σχέση με αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3)
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό αν η εσομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις της εσομεπραζόλης σε νεογνά/βρέφη. Το Esodec δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜελέτες σε ζώα με το από του στόματος χορηγούμενο ρακεμικό μείγμα της ομεπραζόλης δεν έδειξαν επίδραση σε σχέση με τη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ESODEC
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για διαταραχές της γαστρικής έκκρισης, αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, Κωδικός ATC: Α02Β C05 Η εσομεπραζόλη είναι το S-ισομερές της ομεπραζόλης και ελαττώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός συγκεκριμένου…
biotech
SPC-ESODEC
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ESODEC
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες
- Γαστρο-οισοφαγική Παλινδρομική Νόσος (ΓΟΠΝ):
- Θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση: 40 mg μια φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες. Συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για 4 επιπλέον εβδομάδες σε όσους ασθενείς δεν έχει επιτευχθεί επούλωση των βλαβών της οισοφαγίτιδας ή σε όσους έχουν συμπτώματα που επιμένουν.
- Μακροχρόνια αντιμετώπιση ασθενών στους οποίους οι βλάβες από την οισοφαγίτιδα έχουν επουλωθεί, για την πρόληψη υποτροπής: 20 mg μια φορά την ημέρα.
- Συμπτωματική θεραπεία της γαστροοισοφαγικής παλινδρομικής νόσου (ΓΟΠΝ): 20 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς χωρίς οισοφαγίτιδα. Αν δεν επιτευχθεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από 4 εβδομάδες, πρέπει να γίνεται περαιτέρω έλεγχος του ασθενή. Μετά την απαλλαγή από τα συμπτώματα, ο έλεγχος των συμπτωμάτων στο μέλλον μπορεί να επιτευχθεί με 20 mg μια φορά ημερησίως. Όταν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να γίνει κατ’ επίκληση λήψη 20 mg μια φορά την ημέρα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ΜΣΑΦ και βρίσκονται σε κίνδυνο να εμφανίσουν γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη, κατ’ επίκληση λήψη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων δε συνιστάται.
- Σε συνδυασμό με κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα αντιβιοτικών για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού:
- Επούλωση του δωδεκαδακτυλικού έλκους που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού
- Πρόληψη της υποτροπής του πεπτικού έλκους σε ασθενείς με έλκος που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού: 20 mg Esodec με 1 g αμοξικιλλίνη και 500 mg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
- Σε ασθενείς που απαιτούν συνεχή θεραπεία με ΜΣΑΦ:
- Επούλωση γαστρικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ: Η συνήθης δοσολογία είναι 20 mg μια φορά την ημέρα. Η διάρκεια της θεραπείας είναι 4-8 εβδομάδες.
- Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο: 20 mg μια φορά την ημέρα.
- Παρατεταμένη θεραπεία μετά από ενδοφλεβίως επαγώμενη πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών: 40 mg μία φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες μετά από ενδοφλεβίως επαγώμενη πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών.
- Θεραπεία του συνδρόμου Zollinger Ellison: Η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 40 mg Esodec δύο φορές ημερησίως. Στη συνέχεια η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και η θεραπεία να συνεχίζεται για όσο διάστημα ενδείκνυται κλινικά. Βάσει των διαθέσιμων κλινικών δεδομένων, η πλειοψηφία των ασθενών μπορεί να ελεγχθεί με δόσεις μεταξύ 80 και 160 mg εσομεπραζόλης ημερησίως. Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 80 mg ημερησίως, θα πρέπει να διαιρούνται και να λαμβάνονται δύο φορές την ημέρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να θεραπεύονται με προσοχή (βλ. παράγραφο 5.2).
- Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η μέγιστη δόση των 20 mg Esodec δεν πρέπει να υπερβαίνεται (βλέπε παράγραφο 5.2).
- Ηλικιωμένοι ασθενείς: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Έφηβοι από 12 ετών και άνω:
- Γαστρο-οισοφαγική παλινδρομική νόσο (ΓΟΠΝ):
- Θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση: 40 mg μια φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες. Συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για 4 επιπλέον εβδομάδες σε όσους ασθενείς δεν έχει επιτευχθεί επούλωση των βλαβών της οισοφαγίτιδας ή σε όσους έχουν συμπτώματα που επιμένουν.
- Μακροχρόνια αντιμετώπιση ασθενών στους οποίους οι βλάβες από την οισοφαγίτιδα έχουν επουλωθεί, για την πρόληψη υποτροπής: 20 mg μια φορά την ημέρα.
- Συμπτωματική θεραπεία της γαστροοισοφαγικής παλινδρομικής νόσου (ΓΟΠΝ): 20 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς χωρίς οισοφαγίτιδα. Αν δεν επιτευχθεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από 4 εβδομάδες, πρέπει να γίνεται περαιτέρω έλεγχος του ασθενή. Μετά την απαλλαγή από τα συμπτώματα, ο έλεγχος των συμπτωμάτων στο μέλλον μπορεί να επιτευχθεί με 20 mg μια φορά ημερησίως.
- Θεραπεία του δωδεκαδακτυλικού έλκους που προκαλείται από το Helicobacter pylori: Όταν επιλέγεται κατάλληλος συνδυασμός θεραπείας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες εθνικές, περιφερειακές και τοπικές οδηγίες σχετικά με τη μικροβιακή αντοχή, τη διάρκεια της θεραπείας (πιο συχνά 7 ημέρες αλλά μερικές φορές έως 14 ημέρες), και την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων. Η θεραπεία θα πρέπει να εποπτεύεται από έναν ειδικό. Η προτεινόμενη δοσολογία είναι:
- Βάρος 30 - 40 kg: Συνδυασμός με δύο αντιβιοτικά: Esodec 20 mg, αμοξικιλλίνη 750 mg και κλαριθρομυκίνη 7.5 mg/kg βάρους σώματος δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
- Βάρος > 40 kg: Συνδυασμός με δύο αντιβιοτικά: Esodec 20 mg, αμοξικιλλίνη 1 g και κλαριθρομυκίνη 500 mg δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
- Γαστρο-οισοφαγική παλινδρομική νόσο (ΓΟΠΝ):
- Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών: To Esodec δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά μικρότερα των 12 ετών καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Τρόπος χορήγησης
Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με υγρό. Δεν πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται. Για ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκολία στην κατάποση, τα καψάκια μπορούν να ανοιχτούν και τα κοκκία να διαλυθούν σε μισό ποτήρι μη ανθρακούχο νερό. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλα υγρά, καθώς μπορεί να διαλυθεί η εντερική επικάλυψη των κοκκίων. Πιείτε το νερό με τα κοκκία αμέσως ή εντός 30 λεπτών. Στη συνέχεια, ξεπλύνετε το ποτήρι με μισό ποτήρι νερό και πιείτε το. Τα κοκκία δεν πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται. Για ασθενείς που παρουσιάζουν αδυναμία κατάποσης, τα καψάκια μπορούν επίσης να ανοιχτούν και τα κοκκία να διαλυθούν σε μη ανθρακούχο νερό και να χορηγηθούν μέσω γαστρικού σωλήνα. Είναι σημαντικό να ελέγχεται προσεκτικά η καταλληλότητα της επιλεγμένης σύριγγας και του σωλήνα πριν τη χρήση (βλ. παράγραφο 6.6). Το αποξηραντικό καψάκιο που παρέχεται στον περιέκτη δεν θα πρέπει να τρώγεται.
block
Αντενδείξεις
SPC-ESODEC
expand_more
Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου που εμφανίζονται στον κατάλογο στην παράγραφο 6.1.
Η εσομεπραζόλη όπως και οι άλλοι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με νελφιναβίρη (βλέπε παράγραφο 4.5).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ESODEC
expand_more
Προειδοποιήσεις
Παρουσία ανησυχητικών συμπτωμάτων
Παρουσία ανησυχητικών συμπτωμάτων (π.χ. σημαντική μη επιδιωκόμενη απώλεια βάρους, επαναλαμβανόμενοι έμετοι, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και σε περίπτωση υποψίας ή παρουσίας γαστρικού έλκους, πρέπει πρώτα να αποκλείεται η ύπαρξη κακοήθειας, καθώς η θεραπεία με Esodec μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα, καθυστερώντας έτσι τη διάγνωση.
Μακροχρόνια χρήση
Ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία (ιδιαίτερα όσοι λαμβάνουν θεραπεία για περισσότερο από ένα χρόνο) πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτικά χρονικά διαστήματα.
Κατ’ επίκληση θεραπεία
Στους ασθενείς που λαμβάνουν κατ’ επίκληση θεραπεία πρέπει να δίνεται η συμβουλή να επικοινωνήσουν με το γιατρό τους αν εμφανισθεί αλλαγή στο χαρακτήρα των συμπτωμάτων τους.
Εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού
Όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πιθανές αλληλεπιδράσεις της δραστικής ουσίας για όλα τα συστατικά του τριπλού θεραπευτικού σχήματος. Η κλαριθρομυκίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντενδείξεις και οι αλληλεπιδράσεις της κλαριθρομυκίνης όταν χρησιμοποιείται το τριπλό θεραπευτικό σχήμα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 όπως η σιζαπρίδη.
Γαστρεντερικές λοιμώξεις
Θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων είναι πιθανόν να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως από Salmonella και Campylobacter (βλέπε παράγραφο 5.1).
Απορρόφηση της βιταμίνης Β12
Η εσομεπραζόλη όπως όλα τα αντιόξινα φάρμακα, μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 (κυανοκοβαλαμίνη) λόγω της υπο- ή αχλωρυδρίας. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στους ασθενείς με μειωμένα αποθέματα ή παράγοντες κινδύνου για μειωμένη απορρόφηση Β12 σε μακρόχρονη θεραπεία.
Υπομαγνησιαιμία
Σοβαρή υπομαγνησιαιμία έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν αγωγή με αναστολείς αντλίας πρωτονίων (proton pump inhibitors - PPIs) όπως η εσομεπραζόλη, για τουλάχιστον 3 μήνες και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα χρόνο. Σοβαρές εκδηλώσεις υπομαγνησιαιμίας όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία μπορούν να εμφανιστούν αλλά μπορεί να ξεκινήσουν ύπουλα και να παραβλεφθούν. Στους περισσότερους προσβεβλημένους ασθενείς, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά την αντικατάσταση του μαγνησίου και τη διακοπή της χρήσης PPI.
Για τους ασθενείς που αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν PPIs με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ., διουρητικά), οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να εξετάσουν τη μέτρηση των επιπέδων μαγνησίου πριν την έναρξη της θεραπείας με PPI και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κατάγματα του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ειδικά αν χρησιμοποιηθούν σε υψηλές δόσεις και για μεγάλα χρονικά διαστήματα (> 1 έτος), μπορεί να αυξήσουν ελαφρώς τον κίνδυνο του κατάγματος του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης, κυρίως σε ηλικιωμένους ή σε παρουσία άλλων γνωστών παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρακολούθησης, δείχνουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσουν τον συνολικό κίνδυνο του κατάγματος κατά 10-40%. Μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Ασθενείς με κίνδυνο οστεοπόρωσης θα πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα, σύμφωνα με τις ισχύουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και θα πρέπει να έχουν επαρκή πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου.
Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (SCLE)
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων σχετίζεται με πολύ σπάνιες περιπτώσεις SCLE. Αν συμβούν βλάβες, ειδικά σε εκτεθειμένες στον ήλιο περιοχές του δέρματος, και εφόσον αυτές συνοδεύονται από αρθραλγία, ο ασθενής θα πρέπει να αναζητήσει ιατρική βοήθεια αμέσως και ο επαγγελματίας υγείας θα πρέπει να εξετάσει τη διακοπή του Esodec. Ο SCLE μετά από προηγούμενη θεραπεία με έναν αναστολέα αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης SCLE και με άλλους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων.
Συνδυασμός με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η συγχορήγηση της εσομεπραζόλης με αταζανιβίρη δεν συνίσταται (βλέπε παράγραφο 4.5). Αν ο συνδυασμός της αταζανιβίρης με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων κρίνεται αναπόφευκτος, συνίσταται στενή κλινική παρακολούθηση σε συνδυασμό με μια αύξηση στη δόση της αταζανιβίρης στα 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Η εσομεπραζόλη δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg.
Η εσομεπραζόλη είναι αναστολέας του CYP2C19. Κατά την έναρξη ή την τερματισμό της θεραπείας με εσομεπραζόλη θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του CYP2C19. Μια αλληλεπίδραση παρατηρείται ανάμεσα στην κλοπιδογρέλη και την ομεπραζόλη (βλ. παράγραφο 4.5). Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι αβέβαιη. Προληπτικά, η ταυτόχρονη χρήση εσομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης δεν συνίσταται.
Όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για κατ’ επίκληση θεραπεία, η πιθανότητα αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα, λόγω διακύμανσης των συγκεντρώσεων εσομεπραζόλης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. (βλ. παράγραφο 4.5)
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακές εξετάσεις
Τα αυξημένα επίπεδα χρωμογρανίνης Α (CgA) ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων. Για να αποφεύγεται αυτή η αλληλεπίδραση, η θεραπεία με Esodec πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της CgA (βλ. παράγραφο 5.1). Εάν οι τιμές της CgA και της γαστρίνης δεν επανέλθουν εντός του εύρους των τιμών αναφοράς μετά την αρχική μέτρηση, οι μετρήσεις πρέπει να επαναληφθούν 14 ημέρες μετά τη διακοπή της χρήσης αναστολέα αντλίας πρωτονίων.
Σακχαρόζη
Το Esodec περιέχει σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σακχαράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ESODEC
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αναστολείς πρωτεασών: Η ομεπραζόλη έχει αναφερθεί ότι αλληλεπιδρά με κάποιους αναστολείς της πρωτεάσης. Η κλινική σημασία και οι μηχανισμοί αυτών των αλληλεπιδράσεων δεν είναι πάντοτε γνωστοί. Μειωμένα επίπεδα στον ορό έχουν αναφερθεί για την αταζαναβίρη και νελφιναβίρη όταν χορηγείται μαζί με ομεπραζόλη.
- Αταζαναβίρη: Η ταυτόχρονη χορήγηση με εσομεπραζόλη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4).
- Νελφιναβίρη: Η ταυτόχρονη χορήγηση με εσομεπραζόλη αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3).
- Σακουιναβίρη (με ριτοναβίρη): Αυξημένα επίπεδα ορού (80-100%) έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με ομεπραζόλη (40 mg ημερησίως).
- Δαρουναβίρη (με ριτοναβίρη): Η θεραπεία με εσομεπραζόλη 20 mg δεν είχε επίδραση στην έκθεση.
- Αμπρεναβίρη (με ή χωρίς ριτοναβίρη): Η θεραπεία με εσομεπραζόλη 20 mg δεν είχε επίδραση στην έκθεση.
- Λοπιναβίρη (με ριτοναβίρη): Η θεραπεία με ομεπραζόλη 40 mg δεν είχε επίδραση στην έκθεση.
Μεθοτρεξάτη: Σε ορισμένους ασθενείς έχει αναφερθεί αύξηση των επιπέδων της μεθοτρεξάτης όταν συγχορηγείται με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Σε χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης μπορεί να χρειαστεί να εξεταστεί μια παροδική διακοπή της εσομεπραζόλης.
Τακρόλιμους: Η ταυτόχρονη χορήγηση με εσομεπραζόλη έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα του τακρόλιμους στον ορό. Πρέπει να ενισχύεται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του τακρόλιμους και της νεφρικής λειτουργίας και να γίνεται προσαρμογή της δοσολογίας του τακρόλιμους αν χρειάζεται.
Φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η απορρόφηση εξαρτάται από το pH: Η καταστολή της γαστρικής οξύτητας μπορεί να μειώσει ή να αυξήσει την απορρόφηση κάποιων φαρμακευτικών προϊόντων. Η απορρόφηση της κετοκοναζόλης, ιτρακοναζόλης και ερλοτινίμπης μπορεί να μειωθεί. Η απορρόφηση της διγοξίνης μπορεί να αυξηθεί (κίνδυνος τοξικότητας σε ηλικιωμένους).
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP2C19: Η εσομεπραζόλη αναστέλλει το CYP2C19. Αυτό μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα φαρμάκων όπως η βαρφαρίνη, φαινυτοΐνη, σιταλοπράμη, ιμιπραμίνη, κλομιπραμίνη, διαζεπάμη, οδηγώντας σε πιθανή ανάγκη μείωσης της δόσης τους.
- Διαζεπάμη: Η ταυτόχρονη χορήγηση 30 mg εσομεπραζόλης μείωσε την κάθαρση της διαζεπάμης κατά 45%.
- Φαινυτοΐνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης αύξησε τα χαμηλότερα επίπεδα της φαινυτοΐνης στο πλάσμα κατά 13%. Συνιστάται έλεγχος των συγκεντρώσεων.
- Βορικοναζόλη: Η ομεπραζόλη (40 mg) αύξησε την Cmax και την AUC της βορικοναζόλης κατά 15% και 41% αντίστοιχα.
- Σιλοσταζόλη: Η ομεπραζόλη (40 mg) αύξησε τη Cmax και την AUC για τη σιλοσταζόλη κατά 18% και 26% αντίστοιχα.
- Σιζαπρίδη: Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης αύξησε το AUC της σιζαπρίδης κατά 32% και παράτεινε τον χρόνο ημιζωής της, χωρίς σημαντική αύξηση των μέγιστων επιπέδων.
- Βαρφαρίνη (ή άλλα παράγωγα κουμαρίνης): Αναφέρθηκαν περιπτώσεις αύξησης του INR. Συνιστάται έλεγχος κατά την έναρξη και λήξη της ταυτόχρονης θεραπείας.
- Κλοπιδογρέλη: Η ταυτόχρονη χορήγηση (40 mg εσομεπραζόλης) μείωσε την έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης κατά μέσο όρο 40% και τη μέγιστη αναστολή της συσσώμάτωσης των αιμοπεταλίων κατά 14%. Η ταυτόχρονη χορήγηση με συνδυασμό εσομεπραζόλης 20 mg + ΑΣΑ 81 mg έδειξε μειωμένη έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη, αλλά τα μέγιστα επίπεδα αναστολής ήταν ίδια. Συνιστάται να αποθαρρύνεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
Μη κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις:
- Αμοξικιλλίνη και κινιδίνη: Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική.
- Ναπροξένη ή ροφεκοξίμπη: Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη φαρμακοκινητική της εσομεπραζόλης:
- Αναστολείς του CYP2C19 και/ή CYP3A4 (π.χ. κλαριθρομυκίνη, βορικοναζόλη): Μπορεί να διπλασιάσουν και πλέον τις συγκεντρώσεις της εσομεπραζόλης. Συνήθως δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης, εκτός από ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και μακρόχρονη θεραπεία.
- Επαγωγείς του CYP2C19 και/ή CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, βαλσαμόχορτο): Μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένα επίπεδα εσομεπραζόλης στον ορό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ESODEC
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η κεφαλαλγία, το κοιλιακό άλγος, η διάρροια και η ναυτία είναι ανάμεσα στις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί πιο συχνά στις κλινικές δοκιμές (αλλά και μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου). Το προφίλ ασφάλειας είναι παρόμοιο για τις διαφορετικές μορφές, θεραπευτικές ενδείξεις, ηλικιακές ομάδες και πληθυσμούς ασθενών. Δεν έχουν εντοπιστεί ανεπιθύμητες ενέργειες που να σχετίζονται με τη δόση.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν διαπιστωθεί ή υπάρχει υποψία συσχέτισής τους με την εσομεπραζόλη στο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών και μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Καμία απ’ αυτές δεν έχει βρεθεί να είναι δοσοεξαρτώμενη.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται σύμφωνα με τη συχνότητα:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Σπάνιες: Λευκοπενία, θροµβοπενία
- Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Όχι συχνές: Περιφερικό οίδημα
- Σπάνιες: Υπονατριαιμία
- Μη γνωστές: Υπομαγνησιαιμία (βλέπε παράγραφο 4.4), σοβαρή υπομαγνησιαιμία μπορεί να συσχετιστεί με υποασβεστιαιμία.
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Αϋπνία
- Σπάνιες: Διέγερση, σύγχυση, κατάθλιψη
- Πολύ σπάνιες: Επιθετικότητα, ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Κεφαλαλγία
- Όχι συχνές: Ζάλη, παραισθησία, υπνηλία
- Σπάνιες: Διαταραχές της γεύσης
Οφθαλμικές διαταραχές
- Σπάνιες: Θάμβος οράσεως
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Όχι συχνές: Ίλιγγος
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Σπάνιες: Βρογχόσπασμος
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Συχνές: Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία/έμετος, πολύποδες αδενίων θόλου (καλοήθεις)
- Όχι συχνές: Ξηροστομία
- Σπάνιες: Στοματίτιδα, γαστρεντερική καντιντίαση
- Μη γνωστές: Μικροσκοπική κολίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Όχι συχνές: Ηπατικά ένζυμα αυξημένα
- Σπάνιες: Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο
- Πολύ σπάνιες: Ηπατική ανεπάρκεια, εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Όχι συχνές: Δερματίτιδα, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση
- Σπάνιες: Αλωπεκία, φωτοευαισθησία
- Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ)
- Μη γνωστές: Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (βλ. ενότητα 4.4)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Όχι συχνές: Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης (βλέπε παράγραφο 4.4)
- Σπάνιες: Αρθραλγία, μυαλγία
- Πολύ σπάνιες: Μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Πολύ σπάνιες: Διάμεση νεφρίτιδα, σε μερικούς ασθενείς έχει αναφερθεί και ταυτόχρονη νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Πολύ σπάνιες: Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Σπάνιες: Αίσθημα κακουχίας, αυξημένη εφίδρωση
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ESODEC
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα για τη χορήγηση εσομεπραζόλης στην κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες σε μεγάλο αριθμό κυήσεων, με το ρακεμικό μίγμα, την ομεπραζόλη, δεν έδειξαν δυσμορφική ή εμβρυοτοξική δράση. Οι μελέτες σε ζώα με την εσομεπραζόλη δεν έχουν δείξει άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Μελέτες σε ζώα με το ρακεμικό μίγμα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την κύηση, τον τοκετό ή την ανάπτυξη του νεογνού. Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε εγκύους. Ένας μέτριος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (μεταξύ 300-1000 κυήσεων) υποδεικνύει έλλειψη δυσμορφικής ή εμβρυοτοξικής/νεογνοτοξικής δράσης της εσομεπραζόλης. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική δράση σε σχέση με αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3)
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό αν η εσομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις της εσομεπραζόλης σε νεογνά/βρέφη. Το Esodec δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα με το από του στόματος χορηγούμενο ρακεμικό μείγμα της ομεπραζόλης δεν έδειξαν επίδραση σε σχέση με τη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ESODEC
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για διαταραχές της γαστρικής έκκρισης, αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, Κωδικός ATC: Α02Β C05
Η εσομεπραζόλη είναι το S-ισομερές της ομεπραζόλης και ελαττώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός συγκεκριμένου στοχευμένου μηχανισμού δράσης. Είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων στα τοιχωματικά κύτταρα. Το R- και το S-ισομερές της ομεπραζόλης έχουν παρόμοια φαρμακοδυναμική δράση.
Μηχανισμός δράσης
Η εσομεπραζόλη είναι μια ασθενής βάση, που συγκεντρώνεται και μετατρέπεται σε δραστική μορφή στο πολύ όξινο περιβάλλον των εκκριτικών σωληναρίων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου και αναστέλλει το ένζυμο Η
, Κ
-ΑΤΡάση, δηλαδή την αντλία πρωτονίων και αναστέλλει τόσο τη βασική, όσο και την μετά από διέγερση έκκριση οξέος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μετά την από του στόματος λήψη δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης η έναρξη της δράσης εμφανίζεται εντός μίας ώρας. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 20 mg εσομεπραζόλης μία φορά την ημέρα για πέντε ημέρες, η μέση μέγιστη έκκριση οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη μειώνεται κατά 90% όταν μετράται 6-7 ώρες μετά τη λήψη της δόσης κατά την πέμπτη ημέρα. Μετά από πέντε ημέρες από του στόματος χορήγηση δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης σε ασθενείς με συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, τιμές του ενδογαστρικού pH άνω του 4 διατηρήθηκαν για διάστημα 13 ωρών και 17 ωρών κατά μέσο όρο αντίστοιχα, στη διάρκεια του 24ώρου. Το ποσοστό των ασθενών στους οποίους διατηρείται ενδογαστρικό pH > 4 για τουλάχιστο 8, 12 και 16 ώρες με 20 mg εσομεπραζόλης είναι 76%, 54% και 24% αντίστοιχα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα 40 mg εσομεπραζόλης ήταν 97%, 92% και 56%.
Χρησιμοποιώντας την AUC ως παράμετρο για την εκτίμηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου στο πλάσμα, καταδεικνύεται μία σχέση μεταξύ της αναστολής της έκκρισης του γαστρικού οξέος και της έκθεσης στο φάρμακο.
Η επούλωση της οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση με 40 mg εσομεπραζόλης επιτυγχάνεται στο 78% περίπου των ασθενών μετά από τέσσερις εβδομάδες και στο 93% μετά από οκτώ εβδομάδες θεραπείας.
Θεραπεία μιας εβδομάδας με εσομεπραζόλη 20 mg δύο φορές την ημέρα και τα κατάλληλα αντιβιοτικά έχει ως αποτέλεσμα την επιτυχή εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού περίπου στο 90% των ασθενών.
Μετά από τη θεραπεία εκρίζωσης για μία εβδομάδα, δεν υπάρχει ανάγκη επακόλουθης μονοθεραπείας με αντι-εκκριτικές δραστικές ουσίες για την αποτελεσματική επούλωση του έλκους και την εξάλειψη των συμπτωμάτων σε δωδεκαδακτυλικά έλκη χωρίς επιπλοκές.
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, ασθενείς με ενδοσκοπικά επιβεβαιωμένο πεπτικό έλκος με αιμορραγία, τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να λάβουν εσομεπραζόλη διάλυμα προς έγχυση ή εικονικό φάρμακο. Μετά την ενδοσκοπική αιμόσταση, οι ασθενείς έλαβαν είτε 80 mg εσομεπραζόλη ενδοφλεβίως για 72 ώρες ή εικονικό φάρμακο. Μετά την αρχική περίοδο των 72 ωρών, όλοι οι ασθενείς έλαβαν 40 mg από του στόματος εσομεπραζόλη για 27 μέρες. Η επανεμφάνιση αιμορραγίας εντός τριών ημερών ήταν 5,9% στην ομάδα εσομεπραζόλης έναντι 10,3% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Σε 30 μέρες μετά τη θεραπεία, η επανεμφάνιση αιμορραγίας ήταν 7,7% έναντι 13,6%.
Κατά τη θεραπεία με αντιεκκριτικά φαρμακευτικά προϊόντα, η μείωση της έκκρισης οξέων προκαλεί αύξηση των επιπέδων γαστρίνης στον ορό. Ομοίως, αυξάνονται τα επίπεδα CgA λόγω της μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Τα αυξημένα επίπεδα CgA ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων. Συνιστάται η διακοπή της θεραπείας με PPI 5 ημέρες έως 2 εβδομάδες πριν τις μετρήσεις της CgA.
Αυξημένος αριθμός ECL-κυττάρων που πιθανά σχετίζεται με τα αυξημένα επίπεδα της γαστρίνης στον ορό έχουν παρατηρηθεί σε παιδιά και ενήλικες, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με εσομεπραζόλη. Τα ευρήματα θεωρούνται ως μη κλινικώς σημαντικά.
Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας με αντι-εκκριτικές δραστικές ουσίες έχει αναφερθεί η εμφάνιση γαστρικών αδενωδών κύστεων με κάπως αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές είναι ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες.
Μειωμένη γαστρική οξύτητα οποιασδήποτε αιτιολογίας συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηρίων. Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter και σε νοσηλευόμενους ασθενείς, πιθανώς επίσης από Clostridium difficile.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε δύο μελέτες με φάρμακο σύγκρισης τη ρανιτιδίνη, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην επούλωση των γαστρικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ. Σε δύο μελέτες σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μια μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΓΟΠΝ (<1 έως 17 ετών) που λαμβάνουν μακροχρόνια αγωγή με αναστολείς αντλίας πρωτονίων, το 61% των παιδιών ανέπτυξε μικρού βαθμού κυτταρική υπερπλασία ECL.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ESODEC
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η εσομεπραζόλη είναι οξεο-ευαίσθητη ουσία και χορηγείται από το στόμα υπό μορφή εντεροδιαλυτών κοκκίων. Η in vivo μετατροπή στο R-ισομερές είναι αμελητέα. Η απορρόφηση της εσομεπραζόλης είναι ταχεία, με επίτευξη μέγιστων επιπέδων στο πλάσμα εντός περίπου 1-2 ωρών από τη λήψη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 64% (40 mg εφάπαξ) και αυξάνεται σε 89% μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις. Για τα 20 mg, οι αντίστοιχες τιμές είναι 50% και 68%.
Η λήψη τροφής καθυστερεί και μειώνει την απορρόφηση, χωρίς όμως σημαντική επίδραση στη δράση της εσομεπραζόλης στην ενδογαστρική οξύτητα.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε υγιή άτομα είναι περίπου 0,22 L/Kg. Η εσομεπραζόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 97%.
Βιομετασχηματισμός
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται εξολοκλήρου από το κυτόχρωμα P450 (CYP). Ο μεταβολισμός εξαρτάται κυρίως από το πολυμορφικό CYP2C19 (σχηματισμός υδρόξυ- και δεσμεθυλ- μεταβολιτών) και δευτερευόντως από το CYP3A4 (σχηματισμός σουλφονικής εσομεπραζόλης, κυρίου μεταβολίτη στο πλάσμα).
Αποβολή
Η ολική κάθαρση πλάσματος είναι περίπου 17 L/h (εφάπαξ δόση) και 9 L/h (επαναλαμβανόμενες δόσεις). Ο χρόνος ημιζωής είναι περίπου 1,3 ώρες. Η εσομεπραζόλη απομακρύνεται πλήρως από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων.
Οι κύριοι μεταβολίτες δεν έχουν δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος. Το 80% της δόσης αποβάλλεται ως μεταβολίτες στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα. Λιγότερο από 1% της αρχικής ένωσης βρίσκεται στα ούρα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) αυξάνει μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, λόγω μείωσης του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης, πιθανώς από αναστολή του CYP2C19.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
- Άτομα με πτωχό μεταβολισμό (έλλειψη CYP2C19): Το 2,9% του πληθυσμού. Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4. Το AUC είναι περίπου 100% υψηλότερο και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα αυξάνεται περίπου 60%. Δεν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας.
- Φύλο: Στις γυναίκες, το AUC είναι περίπου 30% υψηλότερο μετά από εφάπαξ δόση, αλλά η διαφορά εξαφανίζεται μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις. Δεν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας.
- Ηπατική δυσλειτουργία: Ο μεταβολισμός επηρεάζεται δυσμενώς σε ήπια έως μέτρια δυσλειτουργία. Σε σοβαρή δυσλειτουργία, το AUC διπλασιάζεται. Η δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg. Δεν παρατηρείται συσσώρευση με εφάπαξ ημερήσια χορήγηση.
- Νεφρική δυσλειτουργία: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Δεν αναμένεται αλλαγή στον μεταβολισμό.
- Ηλικιωμένοι: Ο μεταβολισμός δεν αλλάζει σημαντικά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η εσομεπραζόλη ασκεί τις γαστρικές εκκρίσεις που καταστέλλουν τα οξέα, αναστέλλοντας το τελικό βήμα στην παραγωγή γαστρικού οξέος μέσω μη αναστρέψιμης σύνδεσης με σουλφιδρυλικές ομάδες κυστεϊνών που βρίσκονται στην (H+, K+)-ATPase στον εκκριτικό επιφάνεια των γαστρικών βρεγματικών κυττάρων. Αυτό το αποτέλεσμα οδηγεί στην αναστολή τόσο της βασικής όσο και της διεγερμένης έκκρισης γαστρικού οξέος, ανεξάρτητα από το ερέθισμα. Καθώς η σύνδεση της εσομεπραζόλης με το ένζυμο (H+, K+)-ATPase είναι μη αναστρέψιμη και νέο ένζυμο πρέπει να εκφραστεί για να συνεχιστεί η έκκριση οξέος, η διάρκεια της αντιεκκριτικής δράσης της εσομεπραζόλης διαρκεί περισσότερο από 24 ώρες.
Η εσομεπραζόλη είναι ένας αναστολέας της αντλίας πρωτονίων που καταστέλλει την έκκριση γαστρικού οξέος μέσω ειδικής αναστολής της H+/K+-ATPase στο γαστρικό βρεγματικό κύτταρο. Τα S- και R-ισομερή της ομεπραζόλης πρωτονιώνονται και μετατρέπονται στο όξινο διαμέρισμα του βρεγματικού κυττάρου σχηματίζοντας τον ενεργό αναστολέα, τη σαφηνική σουλφεναμίδη. Δρώντας ειδικά στην αντλία πρωτονίων, η εσομεπραζόλη μπλοκάρει το τελικό βήμα στην παραγωγή οξέος, μειώνοντας έτσι την γαστρική οξύτητα. Αυτή η επίδραση εξαρτάται από τη δόση έως μια ημερήσια δόση 20 έως 40 mg και οδηγεί στην αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) εμφανίζονται σε περίπου 1,5 ώρα (Tmax). Η Cmax αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση της δόσης, και υπάρχει τριπλάσια αύξηση στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) από 20 έως 40 mg. Με επαναλαμβανόμενη μία φορά ημερησίως δόση 40 mg, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 90% σε σύγκριση με 64% μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg. Η μέση έκθεση (AUC) στην εσομεπραζόλη αυξάνεται από 4,32 μmolhr/L την Ημέρα 1 σε 11,2 μmolhr/L την Ημέρα 5 μετά από δόση 40 mg μία φορά ημερησίως. Η AUC μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 40 mg εσομεπραζόλης μειώνεται κατά 43% έως 53% μετά τη λήψη τροφής σε σύγκριση με τις συνθήκες νηστείας. Η εσομεπραζόλη πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον μία ώρα πριν από τα γεύματα.
Συνδυαστική Θεραπεία με Αντιμικροβιακά: Εσομεπραζόλη μαγνήσιο 40 mg μία φορά ημερησίως χορηγήθηκε σε συνδυασμό με [DB01211] 500 mg δύο φορές ημερησίως και [DB01060] 1000 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες σε 17 υγιείς άνδρες και γυναίκες. Η μέση κατάσταση ισορροπίας AUC και Cmax της εσομεπραζόλης αυξήθηκε κατά 70% και 18% αντίστοιχα κατά τη διάρκεια της τριπλού συνδυασμού σε σύγκριση με τη θεραπεία μόνο με εσομεπραζόλη. Η παρατηρούμενη αύξηση της έκθεσης στην εσομεπραζόλη κατά τη συνχορήγηση με κλαριθρομυκίνη και αμοξικιλλίνη δεν αναμένεται να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα ασφαλείας.
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής στο πλάσμα της εσομεπραζόλης είναι περίπου 1 έως 1,5 ώρα. Λιγότερο από 1% του μητρικού φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα. Περίπου το 80% μιας από του στόματος δόσης εσομεπραζόλης απεκκρίνεται ως ανενεργά μεταβολίτες στα ούρα, και το υπόλοιπο βρίσκεται ως ανενεργά μεταβολίτες στα κόπρανα.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής κατά την κατάσταση ισορροπίας σε υγιείς εθελοντές είναι περίπου 16 L.
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής στο πλάσμα της εσομεπραζόλης είναι περίπου 1 έως 1,5 ώρα. Λιγότερο από 1% του μητρικού φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα. Περίπου το 80% μιας από του στόματος δόσης εσομεπραζόλης απεκκρίνεται ως ανενεργά μεταβολίτες στα ούρα, και το υπόλοιπο βρίσκεται ως ανενεργά μεταβολίτες στα κόπρανα.
Η εσομεπραζόλη δεσμεύεται στο 97% στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι σταθερή στην περιοχή συγκέντρωσης 2 έως 20 umol/L. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής κατά την κατάσταση ισορροπίας σε υγιείς εθελοντές είναι περίπου 16 L.
Τα NEXIUM Delay-Release Capsules και NEXIUM For Delayed-Release Oral Suspension περιέχουν μια βιοϊσοδύναμη επικαλυμμένη με εντερική επικάλυψη μορφή κόκκων μαγνησίου εσομεπραζόλης. Η βιοϊσοδυναμία βασίζεται σε μια μελέτη εφάπαξ δόσης (40 mg) σε 94 υγιείς άνδρες και γυναίκες εθελοντές υπό συνθήκες νηστείας. Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) εμφανίζονται σε περίπου 1,5 ώρα (Tmax). Η Cmax αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση της δόσης, και υπάρχει τριπλάσια αύξηση στην περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) από 20 έως 40 mg. Με επαναλαμβανόμενη μία φορά ημερησίως δόση 40 mg, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 90% σε σύγκριση με 64% μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg. Η μέση έκθεση (AUC) στην εσομεπραζόλη αυξάνεται από 4,32 umolhr/L την Ημέρα 1 σε 11,2 umolhr/L την Ημέρα 5 μετά από δόση 40 mg μία φορά ημερησίως.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το σύστημα ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP). Οι μεταβολίτες της εσομεπραζόλης στερούνται αντιεκκριτικής δράσης. Το μεγαλύτερο μέρος του μεταβολισμού της εσομεπραζόλης εξαρτάται από το ισοένζυμο CYP2C19, το οποίο σχηματίζει τους υδροξυ- και δεσμεθυλο- μεταβολίτες. Το υπόλοιπο ποσό εξαρτάται από την CYP3A4, η οποία σχηματίζει τον σουλφονικό μεταβολίτη. Το ισοένζυμο CYP2C19 παρουσιάζει πολυμορφισμό στο μεταβολισμό της εσομεπραζόλης, καθώς περίπου το 3% των Καυκάσιων και το 15-20% των Ασιατών στερούνται CYP2C19 και ονομάζονται «Φτωχοί Μεταβολιστές». Ωστόσο, η επίδραση του πολυμορφισμού του CYP 2C19 είναι λιγότερο έντονη για την εσομεπραζόλη σε σύγκριση με την ομεπραζόλη. Κατά την κατάσταση ισορροπίας, ο λόγος AUC στους Φτωχούς Μεταβολιστές προς την AUC στον υπόλοιπο πληθυσμό (Εκτεταμένοι Μεταβολιστές) είναι περίπου 2. Μετά τη χορήγηση ισομοριακών δόσεων, τα S- και R-ισομερή μεταβολίζονται διαφορετικά από το ήπαρ, με αποτέλεσμα υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του S- σε σύγκριση με το R-ισομερές.
Έχουν ανιχνευθεί εννέα κύριοι ουρικοί μεταβολίτες. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί ως υδροξυ-εσομεπραζόλη και το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ. Τρεις κύριοι μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί στο πλάσμα: οι 5-O-δεσμεθυλο- και σουλφονικές παράγωγοι και η υδροξυ-εσομεπραζόλη. Οι κύριοι μεταβολίτες της εσομεπραζόλης δεν έχουν επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος.
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το σύστημα ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP). Οι μεταβολίτες της εσομεπραζόλης στερούνται αντιεκκριτικής δράσης. Το μεγαλύτερο μέρος του μεταβολισμού της εσομεπραζόλης εξαρτάται από το ισοένζυμο CYP 2C19, το οποίο σχηματίζει τους υδροξυ- και δεσμεθυλο- μεταβολίτες. Το υπόλοιπο ποσό εξαρτάται από την CYP 3A4, η οποία σχηματίζει τον σουλφονικό μεταβολίτη. Το ισοένζυμο CYP 2C19 παρουσιάζει πολυμορφισμό στο μεταβολισμό της εσομεπραζόλης, καθώς περίπου το 3% των Καυκάσιων και το 15-20% των Ασιατών στερούνται CYP 2C19 και ονομάζονται «Φτωχοί Μεταβολιστές». Κατά την κατάσταση ισορροπίας, ο λόγος AUC στους Φτωχούς Μεταβολιστές προς την AUC στον υπόλοιπο πληθυσμό (Εκτεταμένοι Μεταβολιστές) είναι περίπου 2. Μετά τη χορήγηση ισομοριακών δόσεων, τα S- και R-ισομερή μεταβολίζονται διαφορετικά από το ήπαρ, με αποτέλεσμα υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του S- σε σύγκριση με το R-ισομερές.
Η εσομεπραζόλη έχει γνωστούς μεταβολίτες στον άνθρωπο που περιλαμβάνουν 5-Υδροξυομεπραζόλη, 5-O-Δεσμεθυλομεπραζόλη και Ομεπραζόλη σουλφόνη.
Κυρίως ηπατική. Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται πλήρως από το σύστημα κυτοχρώματος P450 μέσω CYP2C19 και CYP3A4. Ο μεταβολισμός παράγει ανενεργούς υδροξυ- και δεσμεθυλο- μεταβολίτες, οι οποίοι δεν έχουν καμία επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος. Λιγότερο από 1% του μητρικού φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα. Οδός Αποβολής: Περίπου το 80% της χορηγούμενης δόσης εσομεπραζόλης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες στα ούρα και το υπόλοιπο 20% απεκκρίνεται στα κόπρανα. Χρόνος Ημιζωής: 1-1,5 ώρες
Ηπατική. Η ομεπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από το σύστημα κυτοχρώματος P450 (CYP). Τα δύο κύρια ισοένζυμα CYP που εμπλέκονται είναι η CYP2C19 και η CYP3A4. Ο μεταβολισμός είναι στερεοεκλεκτικός, όπου το S-ισομερές μετατρέπεται σε 5’O-δεσμεθυλομεπραζόλη μέσω της CYP2C19. Η CYP3A4 μετατρέπει το S-ισομερές σε 3-υδροξυομεπραζόλη. Το R-ισομερές μετατρέπεται σε 5-υδροξυομεπραζόλη από την CYP2C19. Η CYP3A4 μετατρέπει το R-ισομερές σε οποιονδήποτε από τους τέσσερις διαφορετικούς μεταβολίτες: 5-υδροξυομεπραζόλη (5-OH OME), ομεπραζόλη σουλφόνη (OME sulfone), 5’-O-δεσμεθυλομεπραζόλη (5’-desmethyl OME) και 3-υδροξυομεπραζόλη (3-OH OME). Οδός Αποβολής: Η απέκκριση στα ούρα είναι μια κύρια οδός απέκκρισης των μεταβολιτών της ομεπραζόλης. Ελάχιστη, αν υπήρχε, αμετάβλητο φάρμακο απεκκρίνεται στα ούρα. Η πλειοψηφία της δόσης (περίπου 77%) αποβάλλεται στα ούρα ως τουλάχιστον έξι μεταβολίτες. Δύο ταυτοποιήθηκαν ως υδροξυομεπραζόλη και το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ. Το υπόλοιπο της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα. Χρόνος Ημιζωής: 0,5-1 ώρα (υγιείς εθελοντές, κάψουλα καθυστερημένης αποδέσμευσης); 3 ώρες (ηπατική ανεπάρκεια)
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία λοιμώξεων από HELICOBACTER; ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ; και ΑΝΤΙΟΞΥΔΩΤΙΚΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΗ ΑΤΡΑΣΗ. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙ-ΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
N3PA6559FT
ΕΣΟΜΕΠΡΑΖΟΛΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C19
Η εσομεπραζόλη είναι ένας αναστολέας αντλίας πρωτονίων. Ο μηχανισμός δράσης της εσομεπραζόλης είναι ως αναστολέας αντλίας πρωτονίων και αναστολέας κυτοχρώματος P450 2C19.
ΕΣΟΜΕΠΡΑΖΟΛΗ
Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων [EPC]; Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
- Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία λοιμώξεων από HELICOBACTER; ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ; και ΑΝΤΙΟΞΥΔΩΤΙΚΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
- Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΗ ΑΤΡΑΣΗ. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙ-ΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Gastroprotection A02BC05ΓαστροπροστασίαICD-10 T88.7 — Πρόληψη επιπλοκών ανωτέρου πεπτικού από ΜΣΑΦ/αντιαιμοπεταλιακά/κορτικοστεροειδήΔοσολογία: 20–40 mg × 1 · Όσο διαρκεί η αγωγή
-
ΒΗΜΑ GERD A02BC05Γαστροοισοφαγική Παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ) — Εμπειρική ΘεραπείαICD-10 K20/K21 — τυπικά συμπτώματα ΓΟΠΝ χωρίς προηγούμενη γαστροσκόπησηΔοσολογία: 40 mg × 1 · 8 εβδομάδες