NIFEDIPINE
Νιφεδιπίνη
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ADALAT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: 30 mg ημερησίως (για στηθάγχη) ή 20 mg ημερησίως (για υπέρταση).
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία αυξάνεται προοδευτικά ανάλογα με την κλινική εικόνα.
-
Ενήλικες - Στεφανιαία νόσος (Στηθάγχη προσπάθειας)Δόση1 δισκίο Adalat CR 30mg ή 60 mg άπαξ ημερησίωςΗ θεραπεία πρέπει να αρχίζει με 30 mg ημερησίως. Δόσεις μεγαλύτερες από 90 mg ημερησίως για τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης CR δεν συνιστώνται.
-
Ενήλικες - ΥπέρτασηΔόση1 δισκίο Adalat CR 20mg εφάπαξ ημερησίωςΗ συνιστώμενη θεραπεία μπορεί να αρχίζει με 20 mg εφ’ άπαξ ημερησίως. Η μέγιστη ημερήσια δόση των 90 mg ημερησίως για τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης CR δεν πρέπει να υπερβαίνεται.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΣε σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητη προσεκτική παρακολούθηση και μείωση της δόσης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 65 ετών)Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
block
SPC-ADALAT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη νιφεδιπίνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του προϊόντος.
-
Καρδιοκυκλοφορικό shock.
-
Ασθενείς με Kock pouch (ειλεοστομία μετά από πρωκτοκολεκτομή).
-
Πορφυρία.
-
Συνδυασμός με ριφαμπικίνη, διότι λόγω ενζυμικής επαγωγής δεν επιτυγχάνονται ικανοποιητικά επίπεδα νιφεδιπίνης στο πλάσμα.
warning
SPC-ADALAT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χαμηλή αρτηριακή πίεση, καρδιακή ανεπάρκεια, αορτική στένωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με πολύ χαμηλή αρτηριακή πίεση (συστολική πίεση < 90mmHg), έκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια ή σοβαρή αορτική στένωση.Απαιτείται προσοχή.
-
Διαβητικοί ασθενείςΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείςΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της αγωγής.
-
Διακοπή β-αναστολέωνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν β-αναστολείςΗ διακοπή των β-αναστολέων πρέπει να γίνεται σταδιακά κατά την έναρξη της θεραπείας με νιφεδιπίνη.
-
ΚύησηΠληθυσμόςΓυναίκεςΝα μην χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με τη νιφεδιπίνη. Να χορηγείται με επιφύλαξη σε γυναίκες με σοβαρή υπέρταση που δεν ανταποκρίνονται στην καθιερωμένη θεραπεία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
ΘηλασμόςΠληθυσμόςΓυναίκες που θηλάζουνΔεν συνιστάται η χρήση διότι η νιφεδιπίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και οι επιδράσεις της απορρόφησης σε μικρές ποσότητες δεν είναι γνωστές (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Συνδυασμός με ενδοφλέβιο θειικό μαγνήσιοΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκεςΠροσοχή, λόγω πιθανότητας εκσεσημασμένης πτώσης της αρτηριακής πίεσης που μπορεί να βλάψει τη μητέρα αλλά και το έμβρυο.
-
Αιμοκάθαρση και κακοήθης υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με κακοήθη υπέρταση και ολιγαιμίαΕπιβάλλεται προσοχή διότι μπορεί να προκύψει έντονη πτώση της αρτηριακής πίεσης λόγω αγγειοδιαστολής.
-
Θεραπεία στεφανιαίας νόσουΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία νόσοΥπάρχει ανησυχία για αυξημένη θνησιμότητα και νοσηρότητα, ιδιαίτερα με υψηλές δόσεις.
-
Ισχαιμικός πόνος ή επιδείνωση στηθάγχηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν νιφεδιπίνηΝα αναθεωρείται ή να διακόπτεται η θεραπεία.
-
ΔιάρροιαΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν διάρροιαΜεταβάλλεται η θεραπευτική αποτελεσματικότητα του φαρμάκου.
-
Ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργίαΑπαιτείται προσεκτική παρακολούθηση και σε σοβαρές περιπτώσεις μείωση της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Στένωση γαστρεντερικούΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα σοβαρή στένωση του γαστρεντερικούΠροσοχή, μπορεί να προκύψουν συμπτώματα απόφραξης. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί πίλημα και να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση.
-
Απόφραξη γαστρεντερικού σωλήναΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς ιστορικό γαστρεντερικών διαταραχώνΣε μεμονωμένες περιπτώσεις έχουν περιγραφεί συμπτώματα απόφραξης του γαστρεντερικού σωλήνα με νιφεδιπίνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης.
-
Απεικονίσεις με βάριοΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε απεικονίσεις με βάριοΤο Adalat CR μπορεί να προκαλέσει ψευδώς θετικές απεικονίσεις (π.χ. ανωμαλίες πληρώσεως που μπορούν να ερμηνευτούν ως πολύποδας).
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική βλάβηΑπαιτείται προσεκτική παρακολούθηση και σε σοβαρές περιπτώσεις μείωση της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Αλληλεπίδραση με CYP3A4ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που αναστέλλουν ή επάγουν το CYP3A4Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται και εάν είναι απαραίτητο, μια μείωση στη δόση της νιφεδιπίνης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
-
Χλωριούχο νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς υπό ελεγχόμενη σε νάτριο δίαιταΈνα δισκίο CR 30mg περιέχει 23,9mg χλωριούχο νάτριο. Τιτλοποίηση της δόσης έως τη μέγιστη δόση των 90mg μπορεί να επιφέρει λήψη 71,7mg χλωριούχου νατρίου καθημερινά. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
-
Ειδικοί πληθυσμοίΓια τη χρήση σε ειδικούς πληθυσμούς δείτε την παράγραφο 4.2.
swap_horiz
SPC-ADALAT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑντένδειξηΜειώνει δραστικά τη βιοδιαθεσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης.
-
Αντιβιοτικά μακρολίδια (π.χ. Ερυθρομυκίνη)ΠροσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεων πλάσματος νιφεδιπίνης.
-
Αναστολείς της HIV πρωτεάσης (π.χ. ritonavir)ΠροσοχήΠιθανή σημαντική αύξηση συγκεντρώσεων πλάσματος νιφεδιπίνης λόγω μειωμένου μεταβολισμού.
-
Αντιμυκητιασικές αζόλες (π.χ. Κετοκοναζόλη)ΠροσοχήΠιθανή σημαντική αύξηση συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας νιφεδιπίνης.
-
ΠροσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεων πλάσματος νιφεδιπίνης.
-
ΠροσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεων πλάσματος νιφεδιπίνης.
-
Quinupristin / DalfopristinΠροσοχήΜπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα πλάσματος νιφεδιπίνης.
-
ΠροσοχήΠιθανή αύξηση επιπέδων πλάσματος νιφεδιπίνης και αποτελεσματικότητας.
-
ΠροσοχήΑυξάνει τα επίπεδα νιφεδιπίνης στο πλάσμα και μπορεί να ενισχύσει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα.
-
ΠροσοχήΜειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα και την αποτελεσματικότητα της νιφεδιπίνης. Απαιτείται παρακολούθηση και πιθανή αύξηση δόσης νιφεδιπίνης. Μείωση δόσης νιφεδιπίνης μετά τη διακοπή φαινυτοΐνης.
-
ΠροσοχήΠιθανή μείωση επιπέδων πλάσματος νιφεδιπίνης και αποτελεσματικότητας.
-
ΦαινοβαρβιτόνηΠροσοχήΠιθανή μείωση επιπέδων πλάσματος νιφεδιπίνης και αποτελεσματικότητας.
-
ΔιουρητικάΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
β-αναστολείςΠροσοχήΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης. Κίνδυνος επιδείνωσης καρδιακής ανεπάρκειας.
-
Αναστολείς ΜΕΑΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
Ανταγωνιστές των υποδοχέων 1 της Αγγειοτενσίνης (ΑΤ1)ΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
Άλλοι ανταγωνιστές ασβεστίουΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
α-αδρενεργικοί αποκλειστέςΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
Αναστολείς PDE 5ΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
α- μεθυλντόπαΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
-
ΠροσοχήΜείωση κάθαρσης διγοξίνης, αύξηση επιπέδων πλάσματος διγοξίνης. Απαιτείται προληπτικός έλεγχος για δακτυλιδισμό και πιθανή μείωση δόσης.
-
ΠροσοχήΜεταβλητή επίδραση στα επίπεδα κινιδίνης (μείωση ή αύξηση). Απαιτείται παρακολούθηση συγκεντρώσεων κινιδίνης και πιθανή αναπροσαρμογή δόσης. Παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης.
-
ΠροσοχήΠιθανή ανάγκη μείωσης δόσης tacrolimus. Απαιτείται παρακολούθηση συγκεντρώσεων tacrolimus.
-
Χυμός γκρέιπφρουτΑποφεύγεταιΑυξημένα επίπεδα πλάσματος και παρατεταμένη δράση νιφεδιπίνης, ενίσχυση αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
Θειικό μαγνήσιο (παρεντερικά)ΠροσοχήΥπόταση από νευρομυϊκό αποκλεισμό.
sick
SPC-ADALAT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Λευκοπενία
- Αλλεργική αντίδραση
- Αλλεργικό οίδημα/ αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένου οιδήματος του λάρυγγα*)
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Αναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Αντιδράσεις ανησυχίας
- Διαταραχές ύπνου
- Υπεργλυκαιμία
- Κεφαλαλγία
- Ίλιγγος
- Ζάλη
- Τρόμος
- Παραισθησία δυσαισθησία
- Υπαισθησία
- Υπνηλία
- Ημικρανία
- Οπτικές διαταραχές
- Πόνος στα μάτια
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Πόνος στο στήθος (στηθάγχη)
- Οίδημα (συμπεριλαμβανομένου περιφερικού οιδήματος)
- Αγγειοδιαστολή
- Υπόταση
- Συγκοπή
- Ρινορραγία
- Δύσπνοια
- Ρινική συμφόρηση
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρεντερικός και στομαχικός πόνος
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Ξηρό στόμα
- Υπερπλασία ουλών
- Πίλημα
- Δυσφαγία
- Εντερική απόφραξη
- Εντερικό έλκος
- Έμετος
- Ανεπάρκεια του γαστροοισοφαγικού σφικτήρα
- Παροδική αύξηση στα ηπατικά ένζυμα
- Ίκτερος
- Ερύθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Φωτοευαισθησία
- Αλλεργική αντίδραση
- Ψηλαφητή πορφύρα
- Μυϊκές κράμπες
- Πρήξιμο αρθρώσεων
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Πολυουρία
- Δυσουρία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Αίσθημα ασθένειας
- Aκαθόριστος πόνος
- Ρίγη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδρασηΔιαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑλλεργικό οίδημα/ αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένου οιδήματος του λάρυγγα*)Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΔιαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις ανησυχίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές Νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές Νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές Νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές Νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαραισθησία δυσαισθησίαΔιαταραχές Νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΔιαταραχές Νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές Νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΟπτικές διαταραχέςΟπτικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠόνος στα μάτιαΟπτικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠόνος στο στήθος (στηθάγχη)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟίδημα (συμπεριλαμβανομένου περιφερικού οιδήματος)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡινορραγίαΔιαταραχές του Αναπνευστικού
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του Αναπνευστικού
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΔιαταραχές του Αναπνευστικού
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικός και στομαχικός πόνοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΞηρό στόμαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπερπλασία ουλώνΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠίλημαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕντερικό έλκοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑνεπάρκεια του γαστροοισοφαγικού σφικτήραΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠαροδική αύξηση στα ηπατικά ένζυμαΗπατοχολικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΗπατοχολικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑλλεργική αντίδρασηΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΨηλαφητή πορφύραΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΔιαταραχές μυοσκελετικού και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΠρήξιμο αρθρώσεωνΔιαταραχές μυοσκελετικού και συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές μυοσκελετικού και συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές μυοσκελετικού και συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΠολυουρίαΔιαταραχές νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΔιαταραχές νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑίσθημα ασθένειαςΓενικές διαταραχές και διαταραχές του σημείου χορήγησης
-
ΣυχνέςAκαθόριστος πόνοςΓενικές διαταραχές και διαταραχές του σημείου χορήγησης
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και διαταραχές του σημείου χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ADALAT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ νιφεδιπίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με τη νιφεδιπίνη. Η νιφεδιπίνη θα πρέπει να χορηγείται με επιφύλαξη σε γυναίκες με σοβαρή υπέρταση οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην καθιερωμένη θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν κατάλληλες καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες (βλ. Φαρμακοκινητικές). Οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι ανεπαρκείς ώστε να αποκλεισθούν οι επιδράσεις των φαρμάκων για το αγέννητο και το νεογέννητο παιδί. Σε μελέτες σε ζώα η νιφεδιπίνη έχει δειχθεί να εμφανίζει εμβρυοτοξικότητα και τερατογέννεση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Από κλινικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα, ένας συγκεκριμένος προγεννετικός κίνδυνος δεν έχει εντοπιστεί. Εντούτοις μια αύξηση στην προγεννετική ασφυξία, στον τοκετό με καισαρική καθώς και προωρότητα και ενδομητρική καθυστέρηση ανάπτυξης, έχουν αναφερθεί. Δεν είναι ξεκάθαρο εάν αυτές οι αναφορές είναι λόγω της υποκείμενης υπέρτασης, της θεραπείας της ή σε συγκεκριμένη επίδραση του φαρμάκου.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ νιφεδιπίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η συγκέντρωση της νιφεδιπίνης στο γάλα είναι σχεδόν συγκρίσιμη με τη συγκέντρωση στον ορό της μητέρας. Για τις μορφές άμεσης αποδέσμευσης, προτείνεται μια καθυστέρηση στο θηλασμό ή στην εξαγωγή γάλατος από 3 έως 4 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου ώστε να μειωθεί η έκθεση του νήπιου στη νιφεδιπίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΣε μεμονωμένες περιπτώσεις in vitro γονιμοποίησης, οι ανταγωνιστές ασβεστίου, όπως η νιφεδιπίνη συνδέθηκαν με αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στο τμήμα της κεφαλής των σπερματοζωαρίων που μπορεί να καταλήγει σε ελαττωματική σπερματική λειτουργία. Σε άνδρες με επαναλαμβανόμενα ανεπιτυχείς προσπάθειες in - vitro γονιμοποίησης, και όταν δεν υπάρχει κάποια άλλη αιτιολόγηση, οι ανταγωνιστές ασβεστίου όπως η νιφεδιπίνη θα πρέπει να θεωρηθεί σαν πιθανή αιτία.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ADALAT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ADALAT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ADALAT
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία κατά τη θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται όσο το δυνατόν, ανάλογα με το βαθμό βαρύτητας της νόσου και την ανταπόκριση του ασθενή στο φάρμακο. Η δοσολογία του Αdalat CR αυξάνεται προοδευτικά ανάλογα με την εκάστοτε κλινική εικόνα. Σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία, επιβάλλεται συχνή παρακολούθηση και στις σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να καταστεί αναγκαία η μείωση της δοσολογίας. Στις περιπτώσεις αυτές συνιστώνται οι μορφές άμεσης αποδέσμευσης νιφεδιπίνης. Εκτός αν έχει συνταγογραφηθεί διαφορετικά, οι παρακάτω δοσολογικές οδηγίες συνιστώνται για τους ενήλικες:
Στεφανιαία νόσος
Στηθάγχη προσπάθειας H συνήθης δοσολογία για τη θεραπεία της στεφανιαίας νόσου είναι: 1 δισκίο Adalat CR 30mg ή 60 mg άπαξ ημερησίως (1x 30 ή 60 mg/ημερησίως)
Στη Στηθάγχη η θεραπεία πρέπει να αρχίζει με 30 mg ημερησίως. Η εμπειρία με δόσεις μεγαλύτερες των 90 mg ημερησίως σε ασθενείς με στηθάγχη είναι περιορισμένη. Δόσεις μεγαλύτερες από 90 mg ημερησίως για τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης CR δεν συνιστώνται. Ασθενείς με στηθάγχη που ρυθμίζονται με καψάκια νιφεδιπίνης μπορούν να μεταβούν σε μορφές νιφεδιπίνης ελεγχόμενης αποδέσμευσης (CR) στην πλησιέστερη ισοδύναμη ημερήσια δόση. Ενδεχόμενος καθορισμός μεγαλύτερων ή μικρότερων δόσεων μπορεί να είναι απαραίτητος και πρέπει να αρχίζει μόλις αιτιολογηθεί κλινικά.
Υπέρταση
Η συνήθης δοσολογία για τη θεραπεία της υπέρτασης είναι: 1 δισκίο Adalat CR 20mg εφάπαξ ημερησίως (1x 20mg/ημερησίως) 1 δισκίο nifedipine CR 30mg ή 60 mg άπαξ ημερησίως (1x 30 ή 60 mg/ημερησίως)
Στην Υπέρταση η συνιστώμενη θεραπεία μπορεί να αρχίζει με 20 mg εφ’ άπαξ ημερησίως. Η μέγιστη ημερήσια δόση των 90 mg ημερησίως για τα δισκία ελεγχόμενης αποδέσμευσης CR δεν πρέπει να υπερβαίνεται. Δεν υπάρχει μέχρις στιγμής πληροφόρηση που να αποδεικνύει εάν οι υπερτασικοί ασθενείς που ρυθμίζονται με νιφεδιπίνη βραδείας αποδέσμευσης (retard) μπορούν να μεταφερθούν σε θεραπεία με νιφεδιπίνη ελεγχόμενης αποδέσμευσης (CR). Δεν έχει παρατηρηθεί φαινόμενο rebound μετά τη διακοπή χορήγησης της νιφεδιπίνης CR. Πάντως εάν είναι απαραίτητη η μη συνέχιση θεραπείας με νιφεδιπίνη η κλινική πρακτική συνιστά ότι η δοσολογία πρέπει να μειώνεται προοδευτικά κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση.
Συγχορήγηση με αναστολείς του CYP3A4 ή επαγωγείς του CYP3A4 μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη σύσταση για αναπροσαρμογή της δόσης ή τη μη χρήση της νιφεδιπίνης καθόλου (δείτε παράγραφο 4.5).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η νιφεδιπίνη δε συνιστάται για χρήση σε παιδιά. Τα διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση της νιφεδιπίνης στην υπέρταση περιγράφονται στην παράγραφο 5.1
Διάρκεια θεραπείας Την διάρκεια θεραπείας θα την καθορίσει ο θεράπων ιατρός. Λόγω της αντιισχαιμικής και αντιυπερτασικής δράσης τα δισκία νιφεδιπίνης θα πρέπει να διακόπτονται σταδιακά, ειδικά αν χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις.
Χορήγηση Ως κανόνας, τα δισκία Adalat CR πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με λίγο υγρό ανεξάρτητα από τα γεύματα. Ταυτόχρονη λήψη φαγητού επιβραδύνει αλλά δεν μειώνει την απορρόφηση. Ο χυμός γκρέιπφρουτ θα πρέπει να αποφεύγεται. (δείτε παράγραφο 4.5)
Επιπρόσθετες πληροφορίες για ειδικούς πληθυσμούς Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Adalat CR σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση της Nifedipine στην υπέρταση περιγράφονται στην παράγραφο 5.1.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Σύμφωνα με φαρμακοκινητικά δεδομένα για το Adalat CR, δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή δόσης σε ηλικιωμένους ανθρώπους ηλικίας άνω των 65 ετών.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να είναι απαραίτητη, σε σοβαρές περιπτώσεις, προσεκτική παρακολούθηση και μείωση της δόσης.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σύμφωνα με φαρμακοκινητικά στοιχεία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (δείτε παράγραφο 5.1).
Τα δισκία δεν πρέπει να μασώνται ή να σπάζονται!
block
Αντενδείξεις
SPC-ADALAT
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ADALAT
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ADALAT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα
Φάρμακα που επηρεάζουν τη νιφεδιπίνη: Η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται μέσω του συστήματος του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4, που βρίσκεται τόσο στον εντερικό βλεννογόνο, όσο και στο ήπαρ. Φάρμακα που είναι γνωστό, ότι παρεμποδίζουν ή επάγουν το ενζυμικό αυτό σύστημα μπορούν να μεταβάλουν την πρώτη δίοδο (μετά την από του στόματος χορήγηση) ή την κάθαρση της νιφεδιπίνης (δείτε παράγραφο 4.4). Η έκταση καθώς και η διάρκεια των αλληλεπιδράσεων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν η νιφεδιπίνη χορηγείται ταυτόχρονα με τα παρακάτω φάρμακα:
-
Ριφαμπικίνη Η ριφαμπικίνη επάγει ισχυρά το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4. Κατά τη συγχορήγηση με ριφαμπικίνη, η βιοδιαθεσιμότητα της νιφεδιπίνης μειώνεται δραστικά και αυτό έχει ως συνέπεια τη μείωση της αποτελεσματικότητάς της. Για το λόγο αυτό, ο συνδυασμός των δύο φαρμάκων αντενδείκνυται (δείτε παράγραφο 4.3).
-
Ήπιοι έως μέτριοι αναστολείς του συστήματος του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 (Αντιβιοτικά μακρολίδια, Αναστολείς της HIV πρωτεάσης, Αντιμυκητιασικές αζόλες, Φλουοξετίνη, Νεφαζοδόνη, Quinupristin / Dalfopristin, Βαλπροϊκό οξύ, Σιμετιδίνη): Μετά από συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων, η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται και εάν είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη μια μείωση στη δόση της νιφεδιπίνης (δείτε παράγραφο 4.2).
- Αντιβιοτικά μακρολίδια (π.χ. Ερυθρομυκίνη): Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης. Η δυνατότητα αύξησης των συγκεντρώσεων πλάσματος της νιφεδιπίνης κατά τη συγχορήγηση δε μπορεί να αποκλεισθεί (δείτε παράγραφο 4.4).
- Αναστολείς της HIV πρωτεάσης (π.χ. ritonavir): Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Μια σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της νιφεδιπίνης, λόγω μειωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου και μειωμένη απομάκρυνση, δεν μπορεί να αποκλεισθεί (δείτε παράγραφο 4.4).
- Αντιμυκητιασικές αζόλες (π.χ. Κετοκοναζόλη): Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες. Δε μπορεί να αποκλεισθεί σημαντική αύξηση στη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της νιφεδιπίνης, λόγω μειωμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου (δείτε παράγραφο 4.4).
- Φλουοξετίνη: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Μια αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της νιφεδιπίνης κατόπιν συγχορήγησης δε μπορεί να αποκλεισθεί. (δείτε παράγραφο 4.4).
- Νεφαζοδόνη: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Μια αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της νιφεδιπίνης μετά από συγχορήγηση δε μπορεί να αποκλεισθεί. (δείτε παράγραφο 4.4).
- Quinupristin / Dalfopristin: Ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα πλάσματος νιφεδιπίνης. (δείτε παράγραφο 4.4).
- Βαλπροϊκό οξύ: Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες. Μια αύξηση στα επίπεδα πλάσματος της νιφεδιπίνης και επομένως μια αύξηση της αποτελεσματικότητας δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί (δείτε παράγραφο 4.4).
- Σιμετιδίνη: Αυξάνει τα επίπεδα νιφεδιπίνης στο πλάσμα και μπορεί να ενισχύσει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα (δείτε παράγραφο 4.4).
-
Αντιεπιληπτικά φάρμακα που επάγουν το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ 450 3Α4 (Φαινυτοΐνη, Καρβαμαζεπίνη, Φαινοβαρβιτόνη):
- Φαινυτοΐνη: Η βιοδιαθεσιμότητα της νιφεδιπίνης μειώνεται και υπάρχει μείωση της αποτελεσματικότητας. Η κλινική ανταπόκριση στη νιφεδιπίνη πρέπει να παρακολουθείται και εάν είναι αναγκαίο μια αύξηση της δόσης της νιφεδιπίνης πρέπει να ληφθεί υπόψη. Εάν η δόση της νιφεδιπίνης αυξηθεί κατά τη συγχορήγηση, μια μείωση της δόσης της νιφεδιπίνης πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν η θεραπεία με φαινυτοΐνη διακόπτεται.
- Καρβαμαζεπίνη, Φαινοβαρβιτόνη: Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες. Μια μείωση στα επίπεδα πλάσματος της νιφεδιπίνης και επομένως μια μείωση της αποτελεσματικότητας δεν θα μπορεί να αποκλεισθεί.
Επιδράσεις της νιφεδιπίνης σε άλλα φάρμακα:
-
Φάρμακα που μειώνουν την αρτηριακή πίεση (Διουρητικά, β-αναστολείς, Αναστολείς ΜΕΑ, Ανταγωνιστές των υποδοχέων 1 της Αγγειοτενσίνης (ΑΤ1), Άλλοι ανταγωνιστές ασβεστίου, α-αδρενεργικοί αποκλειστές, Αναστολείς PDE 5, α- μεθυλντόπα): Η νιφεδιπίνη μπορεί να αυξήσει την επίδραση της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
- β-αναστολείς: Ενδείκνυται προσεκτική παρακολούθηση, διότι είναι γνωστό ότι σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να αναπτυχθεί επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας.
-
Διγοξίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της κάθαρσης της διγοξίνης και αύξηση των επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα. Ο ασθενής πρέπει να ελέγχεται για συμπτώματα δακτυλιδισμού προληπτικά, και εάν είναι απαραίτητο, η δόση της δακτυλίτιδας να μειωθεί λαμβάνοντας υπόψη τα επίπεδα δακτυλίτιδας του πλάσματος.
-
Κινιδίνη: Σε μεμονωμένες περιπτώσεις διαπιστώθηκε μείωση ή σαφής αύξηση των επιπέδων κινιδίνης στο πλάσμα μετά τη διακοπή της νιφεδιπίνης. Συνιστάται έλεγχος των συγκεντρώσεων κινιδίνης και εάν είναι απαραίτητο, αναπροσαρμογή της δόσης. Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά, όταν προστίθεται κινιδίνη σε υπάρχουσα θεραπεία με νιφεδιπίνη. Εάν κριθεί απαραίτητο, η δόση της νιφεδιπίνης θα πρέπει να μειωθεί.
-
Tacrolimus: Η δόση tacrolimus που χορηγείται ταυτόχρονα με νιφεδιπίνη μπορεί να μειωθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος του tacrolimus πρέπει να παρακολουθούνται και εάν κριθεί απαραίτητο η δόση του tacrolimus να μειωθεί.
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με φαγητό:
- Χυμός γκρέιπφρουτ: Αναστέλλει το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4. Η χορήγηση νιφεδιπίνης μαζί με χυμό γκρέιπφρουτ επιφέρει αυξημένα επίπεδα πλάσματος και παρατεταμένη δράση νιφεδιπίνης. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί. Αυτή η επίδραση μπορεί να διατηρηθεί για τουλάχιστον 3 ημέρες μετά τη λήψη του χυμού. Να μη χορηγείται νιφεδιπίνη ταυτόχρονα με grapefruit / χυμό grapefruit (δείτε παράγραφο 4.2).
Άλλες μορφές αλληλεπίδρασης:
- Θειικό μαγνήσιο (παρεντερικά): Παρατηρήθηκε υπόταση από νευρομυϊκό αποκλεισμό.
- Φασματοφωτομετρικές τιμές βανιλυλοαμυγδαλικού οξέος στα ούρα: Η νιφεδιπίνη μπορεί να αυξήσει ψευδώς αυτές τις τιμές. Οι μετρήσεις με HPLC δεν επηρεάζονται.
- Αιμοπετάλια: Η νιφεδιπίνη μειώνει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων in vitro και μπορεί να μειώσει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και να αυξήσει το χρόνο πήξης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ADALAT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες Ενέργειες με βάση ελεγχόμενες με Placebo μελέτες με νιφεδιπίνη κατηγοριοποιημένες κατά CIOMS III ανά συχνότητα επίπτωσης (βάση δεδομένων κλινικών μελετών: nifedipine n=2,661, placebo n=1,486, Status: 22 Φεβρουαρίου 2006 και η μελέτη ACTION: nifedipine n= 3,825, placebo n=3,840) βρίσκονται παρακάτω:
Ανεπιθύμητες ενέργειες ως «συχνές» παρατηρήθηκαν με συχνότητα κάτω του 3% με εξαίρεση το οίδημα (9.9%) και την κεφαλαλγία (3.9%).
Οι συχνότητες των Ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν αναφερθεί με τη νιφεδιπίνη συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα. Μέσα σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά μείωσης της σοβαρότητας. Οι συχνότητες καθορίζονται ώς συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1,000 έως < 1/100) και σπάνιες (≥ 1/10,000 έως < 1/1,000). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν εντοπισθεί μόνο κατα τη διάρκεια παρακολούθησης αναφορών μετά την κυκλοφορία του ιδιοσκευάσματος και για τις οποίες η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί, κατηγοριοποιούνται ως ΄΄μη γνωστές΄΄.
| Σύστημα κατηγορίας οργάνου (MedDRA) | |
|---|---|
| Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1,000 έως < 1/100) |
| Δiaταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος | |
| Ακοκκιοκυτταραιμία, Λευκοπενία | |
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Αλλεργική αντίδραση, Αλλεργικό οίδημα/ αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομέ νου οιδήματος του λάρυγγα*), Κνησμός, Κνίδωση, Εξάνθημα | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αντιδράσεις ανησυχίας, Διαταραχές ύπνου |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπεργλυκαιμία |
| Διαταραχές Νευρικού συστήματος | |
| Ίλιγγος, Ζάλη, Τρόμος, Παραισθησία δυσαισθησία, Υπαισθησία, Υπνηλία | |
| Οπτικές διαταραχές | |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Ταχυκαρδία, Αίσθημα παλμών, Πόνος στο στήθος (στηθάγχη) | |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Αγγειοδιαστολή, Υπόταση, Συγκοπή | |
| Οίδημα (συμπερ. περιφερικού οιδήματος) | |
| Διαταραχές του Αναπνευστικού | Ρινορραγία, Δύσπνοια, Ρινική συμφόρηση |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | |
| Γαστρεντερικός και στομαχικός πόνος, Ναυτία, Δυσπεψία, Μετεωρισμός, Ξηρό στόμα | |
| Δυσκοιλιότητα | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | |
| Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού | |
| Ερύθημα | |
| Διαταραχές μυοσκελετικού και συνδετικού ιστού | |
| Μυϊκές κράμπες, Πρήξιμο αρθρώσεων | |
| Διαταραχές νεφρικού και ουροποιητικού συστήματος | |
| Πολυουρία, Δυσουρία | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος | |
| Στυτική δυσλειτουργία | |
| Γενικές διαταραχές και διαταραχές του σημείου χορήγησης | |
| Αίσθημα ασθένειας, Aκαθόριστος πόνος, Ρίγη |
*= μπορεί να επιφέρει απειλητική για τη ζωή έκβαση
Σε ασθενείς σε αιμοκάθαρση με κακοήθη υπέρταση και υποογκαιμία μια σημαντική πτώση της πίεσης μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα της αγγειοδιαστολής.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ADALAT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η νιφεδιπίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με τη νιφεδιπίνη. Η νιφεδιπίνη θα πρέπει να χορηγείται με επιφύλαξη σε γυναίκες με σοβαρή υπέρταση οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην καθιερωμένη θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν κατάλληλες καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες (βλ. Φαρμακοκινητικές). Οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι ανεπαρκείς ώστε να αποκλεισθούν οι επιδράσεις των φαρμάκων για το αγέννητο και το νεογέννητο παιδί. Σε μελέτες σε ζώα η νιφεδιπίνη έχει δειχθεί να εμφανίζει εμβρυοτοξικότητα και τερατογέννεση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Από κλινικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα, ένας συγκεκριμένος προγεννετικός κίνδυνος δεν έχει εντοπιστεί. Εντούτοις μια αύξηση στην προγεννετική ασφυξία, στον τοκετό με καισαρική καθώς και προωρότητα και ενδομητρική καθυστέρηση ανάπτυξης, έχουν αναφερθεί. Δεν είναι ξεκάθαρο εάν αυτές οι αναφορές είναι λόγω της υποκείμενης υπέρτασης, της θεραπείας της ή σε συγκεκριμένη επίδραση του φαρμάκου.
Θηλασμός
Η νιφεδιπίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η συγκέντρωση της νιφεδιπίνης στο γάλα είναι σχεδόν συγκρίσιμη με τη συγκέντρωση στον ορό της μητέρας. Για τις μορφές άμεσης αποδέσμευσης, προτείνεται μια καθυστέρηση στο θηλασμό ή στην εξαγωγή γάλατος από 3 έως 4 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου ώστε να μειωθεί η έκθεση του νήπιου στη νιφεδιπίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γονιμότητα
Σε μεμονωμένες περιπτώσεις in vitro γονιμοποίησης, οι ανταγωνιστές ασβεστίου, όπως η νιφεδιπίνη συνδέθηκαν με αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στο τμήμα της κεφαλής των σπερματοζωαρίων που μπορεί να καταλήγει σε ελαττωματική σπερματική λειτουργία. Σε άνδρες με επαναλαμβανόμενα ανεπιτυχείς προσπάθειες in - vitro γονιμοποίησης, και όταν δεν υπάρχει κάποια άλλη αιτιολόγηση, οι ανταγωνιστές ασβεστίου όπως η νιφεδιπίνη θα πρέπει να θεωρηθεί σαν πιθανή αιτία.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ADALAT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η νιφεδιπίνη είναι ανταγωνιστής του ασβεστίου του τύπου 1,4 - διυδροπυριδινών, δηλαδή, ουσία που αναστέλλει την εισροή ιόντων ασβεστίου στα κύτταρα του μυοκαρδίου και τα λεία μυϊκά κύτταρα των αγγείων. Η νιφεδιπίνη δρα κυρίως στα κύτταρα του μυοκαρδίου και στα λεία μυϊκά κύτταρα των στεφανιαίων αρτηριών και των περιφερικών αγγείων.
Στην καρδιά, η νιφεδιπίνη διαστέλλει τις στεφανιαίες αρτηρίες, ιδιαίτερα τα μεγάλα αγγεία, ακόμα και στα ελεύθερα τοιχώματα των τμημάτων περιοχών μερικής στένωσης. Επιπλέον, η νιφεδιπίνη μειώνει τον αγγειακό λείο μυϊκό τόνο στις στεφανιαίες αρτηρίες και προλαμβάνει την αγγειοσύσπαση. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια αύξηση της μεταστενωτικής ροής του αίματος και μια αύξηση στην παροχή οξυγόνου. Παράλληλα με αυτό, η νιφεδιπίνη μειώνει τις ανάγκες οξυγόνου ελαττώνοντας τις περιφερικές αντιστάσεις (μεταφορτίο). Η μακροπρόθεσμη χρήση της νιφεδιπίνης φαίνεται να συνδέεται με αντιαθηρωματική δράση.
Η νιφεδιπίνη επιδρά στον λείο μυϊκό τόνο των αρτηριολίων, επομένως μειώνει τις περιφερικές αντιστάσεις και την αρτηριακή πίεση.
Κατά την έναρξη της θεραπείας με νιφεδιπίνη μπορεί να υπάρξει αντανακλαστική ταχυκαρδία. Ωστόσο, αυτό το φαινόμενο δεν αντισταθμίζει την προκαλούμενη αγγειοδιαστολή. Παράλληλα η χορήγησή της ευνοεί την αποβολή του νατρίου και του νερού τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Η επίδραση της μείωσης της πίεσης του αίματος της νιφεδιπίνης είναι ιδιαίτερα επιβεβαιωμένη στους υπερτασικούς ασθενείς.
Σε μια πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, προοπτική μελέτη (INSIGHT) 6.321 ασθενών ηλικίας 55-80 ετών με υπέρταση (ΑΠ >150/95mmHg ή >160mmHg συστολική) με έναν τουλάχιστον επιπρόσθετο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο, όπως υπερχοληστερολαιμία (ολική χοληστερόλη >6,43mmol/l κατά την έναρξη της μελέτης), κάπνισμα, οικογενειακό ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου πριν από την ηλικία των 50 ετών, πρόσφατη υπερτροφία αριστεράς κοιλίας που διαπιστώθηκε με υπερηχογράφημα καρδιάς, στεφανιαία νόσο, περιφερική αγγειακή νόσο ή γάγγραινα, σακχαρώδη διαβήτη και πρωτεϊνουρία, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για 3 με 4,8 χρόνια, το Adalat CR 30mg και 60mg έδειξε ότι μειώνει την αρτηριακή πίεση και τα καρδιαγγειακά και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια σε συγκρίσιμο βαθμό, όπως ένας καθιερωμένος συνδυασμός διουρητικών.
Σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με placebo, διπλά τυφλή μελέτη (ACTION) ερευνήθηκαν με παρακολούθηση περιόδου 5 ετών, που συμπεριλήφθησαν 76,665 ασθενείς με σταθερή στηθάγχη υπό κλασική θεραπεία, η επίδραση των κλινικών εκβάσεων της νιφεδιπίνης CR έναντι του placebo.
Το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας (συνδυασμένη συχνότητα θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ανθεκτική στηθάγχη, νέα περιστατικά καρδιακής ανεπάρκειας, εγκεφαλικό επεισόδιο που προκαλεί αναπηρία και περιφερική επαναγγείωση) δεν διέφερε ανάμεσα σε ασθενείς στην ομάδα της νιφεδιπίνης CR (n= 3825) και ασθενείς στην ομάδα του placebo (n=3840) (P=0.54). Σε μια προκαθορισμένη προομάδα ανάλυσης που περιελάμβανε 3997 στηθαγχικούς ασθενείς μες υπέρταση από την αρχή (baseline), με νιφεδιπίνη CR, οδήγησε σε μια σημαντική μείωση 13% του πρωτεύοντος τελικού σημείου.
Η νιφεδιπίνη CR έχει δείξει να είναι ασφαλής μιας και το πρωτεύον τελικό σημείο για ασφάλεια (συνδυασμένη συχνότητα θανάτου από οποιαδήποτε αιτία, έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικό επεισόδιο που προκαλεί αναπηρία) ήταν παρόμοιο και στις δυο ομάδες θεραπείας (Ρ=0.86).
Η νιφεδιπίνη CR είχε μια θετική επίδραση σε 2 από τα 3 προκαθορισμένα δευτερεύοντα τελικά σημεία. Η συνδυασμένη συχνότητα θανάτου, τα μείζοντα καρδιαγγειακά συμβάντα, η επαναγγείωση και η στεφανιαία αγγειογραφία (CAG) μειώθηκαν κατά 11% (Ρ=0.0012), με την κύρια αιτία να είναι η έκδηλη μείωση για την ανάγκη της νέας στεφανιογραφίας. Έγιναν 150 λιγότερες στεφανιαίες στην ομάδα νιφεδιπίνης συγκριτικά με placebo. Τα οποιαδήποτε αγγειακά συμβάματα μειώθηκαν κατά 9% (Ρ=0.027), με την κύρια αιτία να είναι η μειωμένη ανάγκη για διαδερμικές στεφανιαίες παρεμβάσεις και εγχειρήσεις αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (bypass).
Παιδιατρικός πληθυσμός Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες όσο αφορά τη σύγκριση της νιφεδιπίνης με άλλα αντιυπερτασικά στην οξεία υπέρταση και την μακροχρόνια υπέρταση, σε διαφορετικές περιεκτικότητες και διαφορετικά δοσολογικά σχήματα. Η αντιυπερτασική δράση της νιφεδιπίνης έχει καταδειχθεί σε αυτές τις μελέτες αλλά δοσολογικές συστάσεις, δεδομένα για μακροχρόνια ασφάλεια και αποτελέσματα όσο αφορά καρδιαγγειακές εκβάσεις δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν παιδιατρικές δοσολογικές μορφές.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ADALAT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από το στόμα η νιφεδιπίνη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν απόλυτα. Η συστηματική κατανομή της από του στόματος χορηγούμενης νιφεδιπίνης είναι 45-56% εξ’ αιτίας φαινομένου πρώτης διόδου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και τον ορό επιτυγχάνονται μετά από 30-60 λεπτά στις συμβατικές μορφές (καψάκια) και μετά από 1,5 έως 4,2 ώρες στις (retard) μορφές. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής καθυστερεί αλλά δεν μειώνει την απορρόφηση. Oι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα αυξάνουν με ελεγχόμενο ρυθμό μετά τη δόση νιφεδιπίνης CR και επιτυγχάνεται σταθεροποίηση σε περίπου 6-12 ώρες μετά την πρώτη δόση. Μετά από πολλαπλές μέρες δόσεων, σχετικά σταθερές συγκεντρώσεις πλάσματος, διατηρούνται σε αυτό το επίπεδο με ελάχιστες διακυμάνσεις μεταξύ μέγιστης και ελάχιστης συγκέντρωσης μέσα σε διάστημα 24 ωρών (0.90 - 0.12 ng/ml) Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) των δισκίων Adalat CR και το χρόνο που χρειάζεται για να φτάσουν τις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (tmax)
Πίνακας 2
| Cmax | tmax | |
|---|---|---|
| Adalat CR 20 mg παρατεταμένης αποδέσμευσης | 6-9 | 4-16* |
| Adalat CR 30 mg παρατεταμένης αποδέσμευσης | 20-21 | 12-15* |
| Adalat CR 60 mg παρατεταμένης αποδέσμευσης | 43-55 | 7-9* |
| *όχι εκσεσημασμένες λόγω επιπεδωμένης σχεδόν καμπύλης συγκέντρωσης πλάσματος σε σχέση με το χρόνο. |
Κατανομή Η ημιπερίοδος κατανομής μετά από ενδοφλέβια χορήγηση έχει εξακριβωθεί ότι είναι 5-6 λεπτά. Η νιφεδιπίνη δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος (λευκωματίνη) σε ποσοστό περίπου 95%.
Βιομετατροπή Η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και στα τοιχώματα του εντέρου μετά από του στόματος χορήγηση, κυρίως με οξειδωτική διαδικασία. Οι μεταβολίτες δεν έχουν φαρμακοδυναμική δραστηριότητα. Η νιφεδιπίνη αποβάλλεται με τη μορφή των μεταβολιτών της κυρίως δια των νεφρών και σε ένα ποσοστό 5-15% μέσω των χοληφόρων στα κόπρανα. Η αμετάβλητη ουσία ανιχνεύεται σε ίχνη (κάτω από 0.1%) στα ούρα.
Απομάκρυνση Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι 1,7 - 3,4 ώρες για το Adalat καψάκια. Μετά απο παρεντερική χορήγηση είναι περίπου 1,7 ώρες. Σε περιπτώσεις επηρεασμένης νεφρικής λειτουργίας δεν έχουν διαπιστωθεί ουσιαστικές μεταβολές σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές. Σε περιπτώσεις επηρεασμένης ηπατικής λειτουργίας, ο χρόνος ημιζωής είναι σαφώς παρατεταμένος και η ολική κάθαρση μειωμένη. Μείωση της δοσολογίας μπορεί να είναι αναγκαία σε σοβαρές περιπτώσεις.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής στα δισκία Adalat CR δεν αντιπροσωπεύει μια αξιόπιστη παράμετρο, λόγω του ότι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα διατηρούνται κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης απο τα δισκία και κατά την απορρόφηση. Μετά την απελευθέρωση και απορρόφηση της τελευταίας δόσης, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα, τελικά μειώνονται με τελικό χρόνο ημιτολής ζωής, όπως στις συμβατικές μορφές (καψάκια).
Δισκία Adalat CR ελεγχόμενης αποδέσμευσης Το δισκίο Adalat CR ελεγχόμενης αποδέσμευσης είναι στην εμφάνιση όμοιο με το συμβατικό. Όμως το δισκίο Adalat CR αποτελείται απο έναν οσμωτικά ενεργό πυρήνα, ο οποίος περιβάλλεται από μία ημιδιαπερατή μεμβράνη. Ο πυρήνας του δισκίου διαιρείται σε δύο επίπεδα: 1) Ένα “δραστικό” επίπεδο που περιέχει την δραστική ουσία του φαρμάκου και 2) ένα “ωθητικό” επίπεδο το οποίο περιέχει φαρμακολογικά αδρανή, αλλά οσμωτικά ενεργά συστατικά. Όταν το δισκίο διαβρέχεται από το υγρό της γαστρεντερικής οδού, αυξάνεται η πίεση στο οσμωτικό επίπεδο, με αποτέλεσμα την ώθηση του επιπέδου της δραστικής ουσίας. Έτσι αποδεσμεύεται η δραστική ουσία του φαρμάκου, μέσα από ένα στόμιο που έχει κατασκευαστεί με μεγάλη ακρίβεια με ακτίνες λέιζερ. Το Adalat CR σχεδιάστηκε ώστε να παρέχει ένα σταθερό ποσοστό νιφεδιπίνης για 24 ώρες. Αυτό το ελεγχόμενο ποσοστό της αποδέσμευσης της δραστικής ουσίας του φαρμάκου μέσα στον γαστρεντερικό αυλό, είναι ανεξάρτητο από το pH και την γαστρεντερική κινητικότητα.
Η λειτουργία του Adalat CR οφείλεται στην ύπαρξη οσμωτικής διαφοράς μεταξύ των περιεχομένων του πυρήνα και του υγρού του γαστρεντερικού σωλήνα. Η αποδέσμευση της δραστικής ουσίας είναι σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια που η οσμωτική διαφορά παραμένει σταθερή και κατόπιν σταδιακά μηδενίζεται. Μετά την κατάποση, τα βιολογικώς αδρανή συστατικά του δισκίου, παραμένουν αμετάβλητα κατά τη διάρκεια της διέλευσης αυτού από την γαστρεντερική οδό και αποβάλλονται σαν αδιάλυτο κέλυφος δια μέσου των κοπράνων.
Η νιφεδιπίνη απορροφάται πλήρως μετά από του στόματος χορήγηση. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα αυξάνουν προοδευτικά με ελεγχόμενο ρυθμό μετά από μία δόση Adalat CR και φθάνουν σε ένα επίπεδο περίπου 6 ώρες μετά την πρώτη δόση. Στις μετέπειτα δόσεις διατηρούνται σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα σ’ αυτό το επίπεδο, με ελάχιστες διακυμάνσεις κατά το 24ωρο. Παρατηρήθηκε ότι ο δείκτης διακυμάνσεων (το πηλίκο των μεγίστων με τις ελάχιστες συγκεντρώσεις) ήταν 4πλάσιος με την παραδοσιακή μορφή της άμεσης απελευθέρωσης του Adalat στο δασολογικό σχήμα T.I.D. παρά με το Adalat CR. Υπό φυσιολογικές συνθήκες η βιοδιαθεσιμότητα του Adalat CR είναι 80% της βιοδιαθεσιμότητας του Adalat καψάκια. Η παρουσία τροφής επηρεάζει ελαφρώς την αρχική φάση απορρόφησης του φαρμάκου αλλά δεν επηρεάζει το μέγεθος της βιοδιαθεσιμότητάς του. Η εκσεσημασμένη μείωση της κατακράτησης του φαρμάκου για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα (Short Bowel Syndrome) μπορεί να επηρεάσει την φαρμακοκινητική με πιθανό αποτέλεσμα χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Η φαρμακοκινητική του Adalat CR είναι γραμμική για εύρος δοσολογίας 30-180mg με συγκεντρώσεις στο πλάσμα ανάλογα με τη δόση που χορηγείται. Η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς σε πολύ υδατοδιαλυτούς αδρανείς μεταβολίτες, οι οποίοι αποβάλλονται σε ποσοστό 60-80% της δόσης από τα ούρα. Μόνο ίχνη (λιγότερο από 0.1% της δόσης) της αναλλοίωτης μορφής μπορεί να ανιχνευθεί στα ούρα. Το υπόλοιπο αποβάλλεται με τα κόπρανα υπό τη μορφή μεταβολιτών, κυρίως σαν αποτέλεσμα αποβολής μέσω της χολής. Έτσι η φαρμακοκινητική της νιφεδιπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά σε νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με αιμοκάθαρση ή με χρόνια περιτοναϊκή κάθαρση δεν έχουν αναφερθεί σημαντικές μεταβολές της φαρμακοκινητικής της νιφεδιπίνης. Η φαρμακοκινητική της νιφεδιπίνης σε ασθενείς με χρόνια ηπατική πάθηση μπορεί να μεταβληθεί επειδή η βιομετατροπή γίνεται κυρίως στο ήπαρ. Οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (κίρρωση του ήπατος) παρουσιάζουν μεγαλύτερη βιοδιαθεσιμότητα και χρόνο ημίσειας ζωής στη νιφεδιπίνη μεγαλύτερο από υγιείς εθελοντές.
Η πρωτεϊνική δέσμευση στο ορό είναι υψηλή (92-98%). Η πρωτεϊνική δέσμευση μπορεί να είναι πολύ μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 2.6.2
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
expand_more
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως αντισταθμίζεται από την ελάττωση του μεταφορτίου από την αγγειοδιαστολή. Στα αγγεία προκαλείται ελάττωση του μυϊκού τόνου και αγγειοδιαστολή τόσο στα περιφερικά όσο και στα στεφανιαία αγγεία. Τέλος, στο ερεθισματαγωγό σύστημα προκαλούν ελάττωση της ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος. Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει να αποφεύγονται στην καρδιακή ανεπάρκεια την οποία ενδέχεται να επιδεινώσουν.
Οι εκπρόσωποι της ομάδας αυτής διαφέρουν αρκετά ως προς τα σημεία στα οποία ασκεί ο καθένας την κύρια δράση του. Οι διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους ως προς τη δράση τους οι ποικίλοι ανταγωνιστές ασβεστίου είναι μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες μεταξύ β-αποκλειστών. Υπάρχουν ως εκ τούτου σημαντικές διαφορές μεταξύ βεραπαμίλης και ανταγωνιστών ασβεστίου που είναι παράγωγα της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη, η νικαρδιπίνη και η ισραδιπίνη. Η βεραπαμίλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στηθάγχης, της υπέρτασης και των αρρυθμιών. Μειώνει την καρδιακή παροχή, επιβραδύνει την καρδιακή συχνότητα και πιθανόν να επηρεάσει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, να επιδεινώσει διαταραχές της αγωγιμότητας και να προκαλέσει υπόταση. Κατά κανόνα, δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αποκλειστές. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί την πλέον κοινή ανεπιθύμητη ενέργεια.
Η νιφεδιπίνη μειώνει τον τόνο των λείων μυικών ινών και διαστέλλει τις στεφανιαίες και περιφερικές αρτηρίες. Έχει μεγαλύτερη δράση στα αγγεία και μικρότερη στο μυοκάρδιο σε σχέση με τη βεραπαμίλη και δεν έχει αντιαρρυθμική δράση. Σπάνια προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια γιατί ακόμα και η μάλλον ασήμαντη αρνητική ινότροπη δράση της αντιρροπείται από την αγγειοδιασταλτική της. Η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη μοιάζουν με την νιφεδιπίνη και δεν έχουν αρνητική ινότροπη δράση. Έχουν μακρότερο χρόνο δράσης και μπορούν να χορηγηθούν άπαξ ημερησίως. Η νιφεδιπίνη, η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης. Είναι πολύτιμα φάρμακα στην αγωγή των μορφών στηθάγχης που σχετίζονται με σπασμό των στεφανιαίων αγγείων. Χρησιμοποιούνται σαν φάρμακα επικουρικά των β-αποκλειστών και σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους β-αποκλειστές. Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι οι εξάψεις και η κεφαλαλγία (μειώνεται μετά από μερικές μέρες) καθώς και το οίδημα των κάτω άκρων (δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στη χορήγηση διουρητικών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην αγγειοδιασταλτική δράση των φαρμάκων αυτών.
Η ισραδιπίνη και η λασιδιπίνη έχουν παρόμοια δράση με εκείνη της νιφεδιπίνης. Έχουν ένδειξη μόνο για την αγωγή της αρτηριακής υπέρτασης.
Η διλτιαζέμη έχει δράση ενδιάμεση μεταξύ βεραπαμίλης και διυδροπυριδινών. Είναι δραστική στις περισσότερες μορφές της στηθάγχης. Η συσκευασία μακράς δράσης του φαρμάκου αυτού χρησιμοποιείται επίσης για την αγωγή της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους οι β-αποκλειστές είτε αντενδείκνυνται είτε είναι αναποτελεσματικοί. Έχει μικρότερη αρνητική ινότροπη δράση σε σχέση με την βεραπαμίλη. Η από κοινού χρήση του φαρμάκου με β-αποκλειστές απαιτεί προσοχή.
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου δεν μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανθεκτικά μετά από χορήγηση β-αποκλειστών, νιτρωδών, ασπιρίνης και ηπαρίνης.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απότομη διακοπή φαρμάκου αυτής της κατηγορίας μπορεί να προκαλέσει αύξηση των στηθαγχικών συμπτωμάτων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η νιφεδιπίνη είναι αναστολέας των καναλιών ασβεστίου τύπου L που εξαρτώνται από την τάση, μειώνοντας την αρτηριακή πίεση και αυξάνοντας την παροχή οξυγόνου στην καρδιά. Η βραχείας αποδέσμευσης νιφεδιπίνη απαιτεί δοσολογία 3 φορές ημερησίως. Η δοσολογία της νιφεδιπίνης είναι γενικά 10-120mg ημερησίως. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο υπερβολικής υπότασης, στηθάγχης και εμφράγματος του μυοκαρδίου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η νιφεδιπίνη αναστέλλει τους εξαρτώμενους από την τάση, τύπου L, διαύλους ασβεστίου στα κύτταρα των λείων μυών των αγγείων και στα μυοκαρδιακά κύτταρα. Αυτή η αναστολή εμποδίζει την είσοδο ιόντων ασβεστίου στα κύτταρα κατά την εκπόλωση, μειώνοντας την περιφερική αρτηριακή αγγειακή αντίσταση και διαστέλλοντας τις στεφανιαίες αρτηρίες. Αυτές οι δράσεις μειώνουν την αρτηριακή πίεση και αυξάνουν την παροχή οξυγόνου στην καρδιά, ανακουφίζοντας τη στηθάγχη.
Η κύρια φυσιολογική δράση της νιφεδιπίνης είναι η αναστολή της διαμεμβρανικής εισροής εξωκυτταρίων ιόντων ασβεστίου μέσω των μεμβρανών των μυοκαρδιακών και των λείων μυών των αγγείων κυττάρων, χωρίς αλλαγή των συγκεντρώσεων ασβεστίου στον ορό. Το ασβέστιο παίζει σημαντικό ρόλο στις διαδικασίες σύζευξης διέγερσης-συστολής των καρδιακών και των λείων μυών των αγγείων κυττάρων και στην ηλεκτρική εκφόρτιση των εξειδικευμένων κυττάρων αγωγής της καρδιάς. Οι μεμβράνες αυτών των κυττάρων περιέχουν πολυάριθμους διαύλους που μεταφέρουν μια αργή εσωτερική ρεύση και είναι εκλεκτικοί για το ασβέστιο. Η ενεργοποίηση αυτών των αργών διαύλων ασβεστίου συμβάλλει στη φάση πλατό (φάση 2) του δυναμικού δράσης των καρδιακών και των λείων μυών των αγγείων κυττάρων. Ο ακριβής μηχανισμός μέσω του οποίου η νιφεδιπίνη αναστέλλει την εισροή ιόντων ασβεστίου μέσω των αργών διαύλων ασβεστίου δεν είναι γνωστός, αλλά πιστεύεται ότι το φάρμακο αναστέλλει τους μηχανισμούς πύλης που ελέγχουν τα ιόντα του διαύλου, παραμορφώνει τον αργό δίαυλο ή/και παρεμβαίνει στην απελευθέρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο. Αναστέλλοντας την εισροή ασβεστίου, η νιφεδιπίνη αναστέλλει τις συσταλτικές διαδικασίες των καρδιακών και των λείων μυών των αγγείων, διαστέλλοντας έτσι τις κύριες στεφανιαίες και συστηματικές αρτηρίες.
Η νιφεδιπίνη είναι ένας περιφερικός αρτηριακός αγγειοδιασταλτικός παράγοντας που δρα απευθείας στους λείους μύες των αγγείων. Η πρόσδεση της νιφεδιπίνης σε διαύλους που εξαρτώνται από την τάση και πιθανώς σε διαύλους που λειτουργούν με υποδοχείς στους λείους μύες των αγγείων έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της εισροής ασβεστίου μέσω αυτών των διαύλων. Οι αποθήκες ενδοκυττάριου ασβεστίου στους λείους μύες των αγγείων είναι περιορισμένες και επομένως εξαρτώνται από την εισροή εξωκυττάριου ασβεστίου για να συμβεί συστολή. Η μείωση της εισροής ασβεστίου από τη νιφεδιπίνη προκαλεί αγγειοδιαστολή των αρτηριών και μειωμένη περιφερική αγγειακή αντίσταση, η οποία οδηγεί σε μειωμένη αρτηριακή πίεση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η υπογλώσσια χορήγηση οδηγεί σε Cmax 10ng/mL, με Tmax 50min και AUC 25ngh/mL. Η από του στόματος χορήγηση οδηγεί σε Cmax 82ng/mL, με Tmax 28min και AUC 152ngh/mL. Η νιφεδιπίνη είναι φάρμακο του Συστήματος Βιοφαρμακευτικής Ταξινόμησης Κατηγορίας II, που σημαίνει ότι έχει χαμηλή διαλυτότητα και υψηλή εντερική διαπερατότητα. Απορροφάται σχεδόν πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά έχει βιοδιαθεσιμότητα 45-68%, εν μέρει λόγω μεταβολισμού πρώτης διόδου.
Η νιφεδιπίνη ανακτήθηκε κατά 60-80% στα ούρα ως ανενεργά υδατοδιαλυτά μεταβολικά προϊόντα, και το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα κόπρανα ως μεταβολικά προϊόντα.
Ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση της νιφεδιπίνης είναι 0.62-0.77L/kg και ο όγκος κατανομής του κεντρικού διαμερίσματος είναι 0.25-0.29L/kg.
Η συνολική κάθαρση σώματος της νιφεδιπίνης είναι 450-700mL/min.
Περίπου το 90% μιας δόσης νιφεδιπίνης από το στόμα απορροφάται ταχέως από το ΓΕΣ μετά από χορήγηση του φαρμάκου ως συμβατικών καψουλών. Μόνο περίπου 45-75% μιας δόσης από το στόμα ως συμβατικών καψουλών φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία ως αμετάβλητο φάρμακο, καθώς η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό συνήθως επιτυγχάνονται εντός 0.5-2 ωρών μετά από χορήγηση από το στόμα ως συμβατικών καψουλών. Το φαγητό φαίνεται να μειώνει τον ρυθμό αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης της νιφεδιπίνης ως συμβατικών καψουλών.
Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα αυξάνονται με σταδιακό, ελεγχόμενο ρυθμό μετά από δόση δισκίου νιφεδιπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης και φτάνουν σε ένα πλατό περίπου έξι ώρες μετά την πρώτη δόση. Για μεταγενέστερες δόσεις, διατηρούνται σχετικά σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε αυτό το πλατό με ελάχιστες διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του 24ωρου διαστήματος δοσολογίας. Παρατηρήθηκε περίπου τετραπλάσια υψηλότερη δείκτης διακύμανσης (λόγος μέγιστης προς ελάχιστη συγκέντρωση στο πλάσμα) με την συμβατική κάψουλα νιφεδιπίνης άμεσης αποδέσμευσης σε t.i.d. δοσολογία σε σύγκριση με το δισκίο νιφεδιπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μία φορά ημερησίως.
Σε σταθερή κατάσταση, η βιοδιαθεσιμότητα του δισκίου νιφεδιπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι 86% σε σχέση με τις κάψουλες νιφεδιπίνης άμεσης αποδέσμευσης. Η χορήγηση του δισκίου νιφεδιπίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης παρουσία τροφής μεταβάλλει ελαφρώς τον πρώιμο ρυθμό απορρόφησης του φαρμάκου, αλλά δεν επηρεάζει την έκταση της βιοδιαθεσιμότητας του φαρμάκου. Ωστόσο, η σημαντικά μειωμένη χρόνος διατήρησης στο ΓΕΣ για παρατεταμένες περιόδους (δηλ. σύνδρομο βραχέος εντέρου) μπορεί να επηρεάσει το φαρμακοκινητικό προφίλ του φαρμάκου, το οποίο θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Ο κατασκευαστής δηλώνει ότι η σχετική βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα διαφέρει ελάχιστα εάν οι συμβατικές κάψουλες νιφεδιπίνης καταπίνονται άθικτες, μασώνται και καταπίνονται, ή μασώνται και διατηρούνται υπογλωσσίως. Ωστόσο, ορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης της νιφεδιπίνης μετά από υπογλώσσια χορήγηση μπορεί να μειωθούν σημαντικά. Η βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα της νιφεδιπίνης μπορεί να αυξηθεί έως και διπλάσια σε ασθενείς με κίρρωση ήπατος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Νιφεδιπίνη (10 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η νιφεδιπίνη συνδέεται με πρωτεΐνες του ορού σε ποσοστό 92-98%. Η νιφεδιπίνη συνδέεται σε ποσοστό 97±12% σε διάλυμα αλβουμίνης 40g/L. Η νιφεδιπίνη συνδέεται σε ποσοστό 51,4±5,9% σε διάλυμα α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης 50mg/100mL και 75,5±3,5% σε διάλυμα 150mg/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4. Η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται κυρίως σε 2,6-διμεθυλ-4-(2-νιτροφαινυλ)-5-μεθοξυκαρβονυλ-πυριδίνη-3-καρβοξυλικό οξύ, και στη συνέχεια περαιτέρω σε 2-υδροξυμεθυλ-πυριδίνη-καρβοξυλικό οξύ. Η νιφεδιπίνη μεταβολίζεται επίσης σε μικρότερο βαθμό σε δεϋδρο-νιφεδιπίνη.
Το φάρμακο μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ (σε υδατοδιαλυτά, ανενεργά μεταβολικά προϊόντα) από το σύστημα ενζύμων του κυτοχρώματος P-450, συμπεριλαμβανομένου του CYP3A.
Η νιφεδιπίνη έχει γνωστά ανθρώπινα μεταβολικά προϊόντα που περιλαμβάνουν την οξειδωμένη νιφεδιπίνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της νιφεδιπίνης είναι περίπου 2 ώρες.
Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της νιφεδιπίνης είναι περίπου 2 ώρες όταν χορηγείται ως συμβατικές κάψουλες, και περίπου 7 ώρες όταν χορηγείται ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης (Adalat CC).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω επιλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διαστολής των αιμοφόρων αγγείων.
Φάρμακα που αποτρέπουν τον πρόωρο τοκετό και τη μη ώριμη γέννηση καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Οι παράγοντες που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν το θειικό μαγνήσιο, τους β-μιμητικούς, τους ανταγωνιστές της ωκυτοκίνης, τους αναστολείς διαύλων ασβεστίου και τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς αγωνιστές. Η χρήση ενδοφλέβιου αλκοόλ ως τοκολυτικού έχει πλέον καταργηθεί.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
I9ZF7L6G2L
NIFEDIPINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας διαύλων ασβεστίου διυδροπυριδίνης
Χημική Δομή [CS] - Διυδροπυριδίνες
Η νιφεδιπίνη είναι Αναστολέας διαύλων ασβεστίου διυδροπυριδίνης. Ο μηχανισμός δράσης της νιφεδιπίνης είναι ως Ανταγωνιστής διαύλων ασβεστίου.
NIFEDIPINE
Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου [MoA]; Διυδροπυριδίνες [CS]; Αναστολέας διαύλων ασβεστίου διυδροπυριδίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω επιλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διαστολής των αιμοφόρων αγγείων.
Φάρμακα που αποτρέπουν τον πρόωρο τοκετό και τη μη ώριμη γέννηση καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Οι παράγοντες που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν το θειικό μαγνήσιο, τους β-μιμητικούς, τους ανταγωνιστές της ωκυτοκίνης, τους αναστολείς διαύλων ασβεστίου και τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς αγωνιστές. Η χρήση ενδοφλέβιου αλκοόλ ως τοκολυτικού έχει πλέον καταργηθεί.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-CCB C08CA05Συμπτωματική 1ης γραμμής — αναστολείς ασβεστίουΣταθερή στηθάγχη — εναλλακτικά ή σε συνδυασμό. Σε ΥΤ/βρογχόσπασμο/μη ανοχή β-αναστολέαΔοσολογία: 30–60 mg × 1 · Συνεχής
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΔΑ — Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.