Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

CASPOFUNGIN/TEVA

caspofungin

cασποφuνγην/τεβα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
50 / VIAL 174.52 €
70 / VIAL 218.15 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • B44 Ασπεργίλλωση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διηθητική ασπεργίλλωση

  • B37 Καντιντίαση

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διηθητική καντιντίαση

  • B49 Μυκητίαση, μη καθορισμένη

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μυκητιασική λοίμωξη

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

CASPOFUNGIN/TEVA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ενδοφλέβιας έγχυσης
Χορήγηση:
μία ώρα
Δόση έναρξης:
70 mg εφάπαξ δόση εφόδου την Ημέρα-1
Τιτλοποίηση:
Εάν η δόση των 50 mg/m2 ημερησίως είναι καλώς ανεκτή αλλά δεν παρέχει επαρκή κλινική ανταπόκριση, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί σε 70 mg/m2 ημερησίως (να μην υπερβαίνεται μία πραγματική δόση των 70 mg ημερησίως).
  • Ενήλικες
    Δόση50 mg ημερησίως
    Μία εφ’ άπαξ δόση εφόδου 70 mg την Ημέρα-1. Σε ασθενείς που έχουν βάρος πάνω από 80 kg, συνιστάται 70 mg ημερησίως μετά την αρχική δόση εφόδου 70 mg. Δεν αναπροσαρμόζεται βάσει γένους και φυλής.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (12 μηνών έως 17 ετών)
    Δόση50 mg/m2 ημερησίως
    Μέγ. δόση70 mg ημερησίως
    Δόση εφόδου 70 mg/m2 (max 70 mg) την Ημέρα 1. Δόση βασιζόμενη στο εμβαδόν της επιφάνειας του σώματος.
  • Νεογνά και βρέφη (<12 μηνών)
    Δόση25 mg/m2 ημερησίως (για <3 μηνών), 50 mg/m2 ημερησίως (για 3-11 μηνών)
    Συνιστάται προσοχή. Περιορισμένα στοιχεία.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών ή περισσότερο)
    Δεν απαιτείται συστηματική αναπροσαρμογή δοσολογίας. Περιορισμένη εμπειρία.
  • Ενήλικες ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score 5 έως 6)
    Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score 7 έως 9)
    Δόση35 mg ημερησίως
    Αρχική δόση εφόδου 70 mg την Ημέρα-1.
  • Ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score μεγαλύτερο από 9) και παιδιατρικούς ασθενείς με οποιουδήποτε βαθμού ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία.
  • Ενήλικες ασθενείς με συγκεκριμένους επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων
    Δόση70 mg ημερησίως
    Μετά τη δόση εφόδου των 70 mg.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 12 μηνών έως 17 ετών) με επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων
    Δόση70 mg/m2 ημερησίως
    Μέγ. δόση70 mg ημερησίως
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αναφυλαξία και αντιδράσεις υπερευαισθησίας (με πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης)
    προσοχή
    Εάν συμβεί αναφυλαξία, θα πρέπει να διακοπεί το caspofungin και να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης (εξάνθημα, οίδημα προσώπου, αγγειοοίδημα, κνησμός, αίσθηση θερμότητας, βρογχόσπασμος) μπορεί να απαιτήσουν τη διακοπή και/ή τη χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας.
  • Μυκητιασικές λοιμώξεις από ζυμομύκητες non-Candida και ευρωτομύκητες non-Aspergillus
    προσοχή
    Περιορισμένα στοιχεία υποστηρίζουν ότι λιγότερο συχνοί ζυμομύκητες non-Candida και ευρωτομύκητες non-Aspergillus δεν καλύπτονται από το caspofungin. Η αποτελεσματικότητα του caspofungin έναντι αυτών των μυκητιασικών παθογόνων δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με κυκλοσπορίνη
    προσοχή
    Πληθυσμόςενήλικες υγιείς εθελοντές και ενήλικες ασθενείς
    Σε μερικούς ενήλικες υγιείς εθελοντές που έλαβαν caspofungin και κυκλοσπορίνη, παρατηρήθηκε παροδική αύξηση της ALT και AST. Το caspofungin μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη όταν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Συνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης σε 35 mg. Το caspofungin θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σε παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού, καθώς αναμένεται μεγαλύτερη έκθεση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
  • Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας / Κλινικά σημαντική ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςυγιείς εθελοντές, ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς
    Ασθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια θεραπείας με caspofungin θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας και η σχέση κινδύνου/οφέλους για τη συνέχιση της θεραπείας με caspofungin πρέπει να επανεξετάζεται.
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (TEN)
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματος
    Προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματος (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    πληροφορία
    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • κυκλοσπορίνη Α
    προσοχή
    Αύξηση στην AUC του caspofungin κατά 35% περίπου. Παροδικές αυξήσεις ηπατικών ALT και AST.
    ΣύστασηΣυστηματικός έλεγχος των ηπατικών ενζύμων.
  • παρακολούθηση
    Το caspofungin μείωσε την ελάχιστη συγκέντρωση του tacrolimus κατά 26%.
    ΣύστασηΚαθορισμένος έλεγχος της συγκέντρωσης του tacrolimus στο αίμα και κατάλληλη αναπροσαρμογή της δόσης του tacrolimus.
  • Η φαρμακοκινητική του caspofungin δεν επηρεάζεται κατά κλινικά σημαντικό ποσοστό. Το caspofungin δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική των αμφοτερικίνης Β, ιτρακοναζόλης, ριφαμπικίνης ή μυκοφαινολικής μοφετίλης.
    ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
  • προσοχή
    Αύξηση 60% στην AUC και 170% στο τμήμα χαμηλής συγκέντρωσης του caspofungin την πρώτη ημέρα. Σταδιακή μείωση ελάχιστων επιπέδων, μετά από 2 εβδομάδες περιορισμένη επίδραση στην AUC, αλλά ελάχιστα επίπεδα 30% χαμηλότερα.
    ΣύστασηΕάν συγχορηγούνται επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν μια αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg σε ενήλικες ασθενείς. Σε παιδιατρικούς ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών) μία δόση 70 mg/m2 ημερησίως (max 70 mg).
  • Μείωση της AUC του caspofungin.
    ΣύστασηΕάν συγχορηγούνται, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν μια αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg σε ενήλικες ασθενείς. Σε παιδιατρικούς ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών) μία δόση 70 mg/m2 ημερησίως (max 70 mg).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων (Πολύ συχνές)
  • αιμοσφαιρίνη μειωμένη (Συχνές)
  • αιματοκρίτης μειωμένος (Συχνές)
  • αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος (Συχνές)
  • αναιμία (Όχι συχνές)
  • θρομβοπενία (Όχι συχνές)
  • διαταραχή της πήξης του αίματος (Όχι συχνές)
  • λευκοπενία (Όχι συχνές)
  • αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος (Όχι συχνές)
  • αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος (Όχι συχνές)
  • αριθμός αιμοπεταλίων αυξημένος (Όχι συχνές)
  • αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένος (Όχι συχνές)
  • αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος (Όχι συχνές)
Μεταβολισμός
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπασβεστιαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • υπερφόρτωση με υγρά (Όχι συχνές)
  • υπομαγνησιαιμία (Όχι συχνές)
  • ηλεκτρολυτικές διαταραχές (Όχι συχνές)
  • μεταβολική οξέωση (Όχι συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Ανορεξία
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Ξηροστομία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Μετεωρισμός
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • άγχος (Όχι συχνές)
  • αποπροσανατολισμός (Όχι συχνές)
  • αϋπνία (Όχι συχνές)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Παραισθησία
  • Τρόμος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • δυσγευσία (Όχι συχνές)
  • υπασθησία (Όχι συχνές)
Ψυχιατρικές
  • Υπνηλία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • οφθαλμικός ίκτερος (Όχι συχνές)
  • όραση θαμπή (Όχι συχνές)
  • οίδημα βλεφάρου (Όχι συχνές)
Οφθαλμικές
  • Αυξημένη δακρύρροια
Καρδιακές διαταραχές
  • ταχυκαρδία (Συχνές)
  • αίσθημα παλμών (Όχι συχνές)
  • κολπική μαρμαρυγή (Όχι συχνές)
  • καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική (Όχι συχνές)
Καρδιά
  • Αρρυθμία
Αγγειακές διαταραχές
  • φλεβίτιδα (Συχνές)
  • υπόταση (Συχνές)
  • εξάψεις (Όχι συχνές)
  • υπέρταση (Όχι συχνές)
Αγγειακές
  • Έξαψη
  • Θρομβοφλεβίτιδα
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Ρινική συμφόρηση
  • Βρογχόσπασμος
  • Συριγμός
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • φαρυγγολαρυγγικό άλγος (Όχι συχνές)
  • ταχύπνοια (Όχι συχνές)
  • βήχας (Όχι συχνές)
  • δύσπνοια παροξυσμική νυχτερινή (Όχι συχνές)
  • υποξία (Όχι συχνές)
  • ρόγχοι (Όχι συχνές)
  • πνευμονικό οίδημα (Μη γνωστές)
  • σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS) (Μη γνωστές)
  • ακτινολογικές διηθήσεις (Μη γνωστές)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • ναυτία (Συχνές)
  • κοιλιακό άλγος (Όχι συχνές)
  • άλγος άνω κοιλιακής χώρας (Όχι συχνές)
  • δυσπεψία (Όχι συχνές)
  • δυσφορία του στομάχου (Όχι συχνές)
  • διάταση της κοιλίας (Όχι συχνές)
  • ασκίτης (Όχι συχνές)
  • δυσφαγία (Όχι συχνές)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος) (Συχνές)
  • αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT) (Συχνές)
  • χολόσταση (Όχι συχνές)
  • ηπατομεγαλία (Όχι συχνές)
  • υπερχολερυθριναιμία (Όχι συχνές)
  • ίκτερος (Όχι συχνές)
  • ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική (Όχι συχνές)
  • ηπατοτοξικότητα (Όχι συχνές)
  • ηπατική διαταραχή (Όχι συχνές)
  • γγλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη (Όχι συχνές)
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Ερύθημα
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Κνίδωση
  • Βλάβη δέρματος
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Οίδημα προσώπου
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • υπερίδρωση (Συχνές)
  • εξάνθημα κηλιδώδες (Όχι συχνές)
  • εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες (Όχι συχνές)
  • εξάνθημα κνησμώδες (Όχι συχνές)
  • δερματική αλλεργία (Όχι συχνές)
  • κνησμός γενικευμένος (Όχι συχνές)
  • εξάνθημα ερυθηματώδες (Όχι συχνές)
  • εξάνθημα γενικευμένο (Όχι συχνές)
  • εξάνθημα ιλαροειδές (Όχι συχνές)
  • Σύνδρομο Stevens Johnson (Μη γνωστές)
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Οσφυαλγία
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Θωρακικό άλγος
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • πόνος σε άκρο (Όχι συχνές)
  • οστικός πόνος (Όχι συχνές)
  • μυαλγία (Όχι συχνές)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • νεφρική ανεπάρκεια οξεία (Όχι συχνές)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • πυρετός (Πολύ συχνές)
  • κνησμός της θέσης έγχυσης (Συχνές)
  • πόνος στο σημείο του καθετήρα (Συχνές)
  • άλγος (Όχι συχνές)
  • άλγος της θέσης καθετήρα (Όχι συχνές)
  • αίσθηση ψυχρού (Όχι συχνές)
  • αίσθηση θερμού (Όχι συχνές)
  • ερύθημα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • σκλήρυνση της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • άλγος της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • οίδημα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • φλεβίτιδα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
  • οίδημα περιφερικό (Όχι συχνές)
  • ευαισθησία (Όχι συχνές)
  • θωρακική δυσφορία (Όχι συχνές)
  • αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος (Όχι συχνές)
  • σκλήρυνση (Όχι συχνές)
  • εξαγγείωση της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • ερεθισμός της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • φλεβίτιδα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • εξάνθημα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • κνίδωση της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
  • ερύθημα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
  • οίδημα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
  • οίδημα (Όχι συχνές)
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης) (Μη γνωστές)
Γενικές
  • Πυρεξία
  • Ρίγη
  • Κόπωση
  • Αίσθημα κακουχίας
Παρακλινικές εξετάσεις
  • μειωμένη τιμή του καλίου (Συχνές)
  • αυξημένη γλυκόζη (Συχνές)
  • μειωμένη τιμή φωσφόρου (Συχνές)
  • αυξημένη τιμή φωσφόρου (Συχνές)
  • κάλιο αίματος μειωμένο (Συχνές)
  • λευκωματίνη αίματος μειωμένη (Συχνές)
  • κρεατινίνη αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
  • θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα (Όχι συχνές)
  • πρωτεΐνη ολική μειωμένη (Όχι συχνές)
  • πρωτεΐνη ούρων θετική (Όχι συχνές)
  • χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένος (Όχι συχνές)
  • χρόνος προθρομβίνης μειωμένος (Όχι συχνές)
  • νάτριο αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
  • νάτριο αίματος αυξημένο (Όχι συχνές)
  • ασβέστιο αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
  • ασβέστιο αίματος αυξημένο (Όχι συχνές)
  • χλωριούχα αίματος μειωμένα (Όχι συχνές)
  • γλυκόζη αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
  • μαγνήσιο αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
  • φωσφόρος αίματος μειωμένος (Όχι συχνές)
  • φωσφόρος αίματος αυξημένος (Όχι συχνές)
  • ουρία αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
  • χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος (Όχι συχνές)
  • διττανθρακικά αίματος μειωμένα (Όχι συχνές)
  • χλωριούχα αίματος αυξημένα (Όχι συχνές)
  • κάλιο αίματος αυξημένο (Όχι συχνές)
  • αρτηριακή πίεση αυξημένη (Όχι συχνές)
  • oυρικό οξύ αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
  • αίμα στα ούρα υπάρχει (Όχι συχνές)
  • αναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικό (Όχι συχνές)
  • διοξείδιο του άνθρακα μειωμένο (Όχι συχνές)
  • επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημένα (Όχι συχνές)
  • διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη (Όχι συχνές)
  • νεφρικοί κύλινδροι (Όχι συχνές)
  • λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Όχι συχνές)
  • pΗ ούρων αυξημένο (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός στη θέση έγχυσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
    Αίμα
    Συχνές
  • Μειωμένη λευκωματίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένο κάλιο αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένος αιματοκρίτης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
    Αίμα
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Πόνος στο σημείο του καθετήρα
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Υπερίδρωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • αυξημένη γλυκόζη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • αυξημένη τιμή φωσφόρου
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • μειωμένη τιμή του καλίου
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • μειωμένη τιμή φωσφόρου
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • oυρικό οξύ αίματος μειωμένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • pΗ ούρων αυξημένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Άλγος θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Άλγος στη θέση έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Αίμα στα ούρα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση θερμού
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αίσθηση ψυχρού
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αποπροσανατολισμός
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ασκίτης
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένα χλωριούχα αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο ασβέστιο αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο νάτριο αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένος αριθμός ηωσινοφίλων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένος αριθμός λευκοκυττάρων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αυξημένος φωσφόρος αίματος
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Βλάβη δέρματος
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένο εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένος κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Δερματική αλλεργία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή πήξης αίματος
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφορία στομάχου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα της θέσης έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Εξαγγείωση θέσης έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός στη θέση έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα στη θέση έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ευαισθησία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Ηπατική διαταραχή
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Θετικά λευκοκύτταρα ούρων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θετική πρωτεΐνη ούρων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοφλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Θωρακική δυσφορία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ιλαροειδές εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση στη θέση έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Κνησμώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένα χλωριούχα αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη ολική πρωτεΐνη
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένο ασβέστιο αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένο διοξείδιο του άνθρακα
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένο νάτριο αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος φωσφόρος αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος χρόνος προθρομβίνης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μεταβολική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικό αναπνευστικό ψιθύρισμα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Νεφρικοί κύλινδροι
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα βλεφάρου
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Οίδημα της θέσης έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Οστικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Οφθαλμικός ίκτερος
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Παροξυσμική νυχτερινή δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Πόνος σε άκρο
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ρινική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ρόγχοι
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Σκλήρυνση
    Άλλο
    Όχι συχνές
  • Σκλήρυνση της θέσης έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Συριγμός
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ταχύπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερφόρτωση με υγρά
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερχολερυθριναιμία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υποξία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Φλεβίτιδα της θέσης έγχυσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Φλεβίτιδα της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Χολόσταση
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • άλγος της θέσης καθετήρα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • γγλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • γλυκόζη αίματος αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • μαγνήσιο αίματος μειωμένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
  • υπασθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ακτινολογικές διηθήσεις
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Το caspofungin δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν είναι σαφώς αναγκαίο.
    Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία από τη χρήση του caspofungin σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε μελέτες σε ζώα έχει δειχθεί ότι το caspofungin διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα.
  • Γαλουχία
    Οι γυναίκες που λαμβάνουν caspofungin δεν πρέπει να θηλάζουν.
    Δεν είναι γνωστό εάν το caspofungin εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν έκκριση του caspofungin στο ανθρώπινο γάλα.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για το caspofungin ώστε να αξιολογηθεί η επίδρασή του στη γονιμότητα.
    Δεν υπάρχουν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες που διεξήχθησαν σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • δεν προκάλεσαν κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Σακχαρόζη
Μαννιτόλη
Οξικό οξύ
Υδροξείδιο του νατρίου (για την ρύθμιση του pH)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: J02ΑΧ04

Μηχανισμός δράσης

Το caspofungin acetate είναι μια ημισυνθετική λιποπεπτιδική ένωση (echinocandin), η οποία συντίθεται από ένα προϊόν ζύμωσης του Glarea lozoyensis. Το caspofungin acetate αναστέλλει τη σύνθεση της βήτα (1,3)-D-γλυκάνης που είναι βασικό συστατικό του κυτταρικού τοιχώματος πολλών νηματοειδών μυκήτων και ζυμομυκήτων. Η βήτα (1,3)-D γλυκάνη δεν υπάρχει στα κύτταρα των θηλαστικών. Μυκητοκτόνος δραστικότητα με το caspofungin έχει αποδειχτεί έναντι μυκήτων Candida. Μελέτες in vitro και in vivo έδειξαν ότι η έκθεση του Aspergillus στο caspofungin οδήγησε σε λύση και θάνατο των κορυφαίων άκρων και των σημείων διακλάδωσης των υφών, όπου εμφανίζεται κυτταρική ανάπτυξη και διαίρεση.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Το caspofungin έχει in vitro δραστικότητα έναντι των ειδών Aspergillus (Aspergillus fumigatus [N = 75], Aspergillus flavus [N = 111], Aspergillus niger [N = 31], Aspergillus nidulans [N = 8], Aspergillus terreus [N = 52], και Aspergillus candidus [N = 3]). Το Caspofungin έχει επίσης δραστικότητα in vitro έναντι των ειδών Candida (Candida albicans [N = 1032], Candida dubliniensis [N = 100], Candida glabrata [N = 151], Candida guilliermondii [N = 67], Candida kefyr [N = 62], Candida krusei [N = 147], Candida lipolytica [N = 20], Candida lusitaniae [N = 80), Candida parapsilosis [N = 215], Cancida rugosa [N = 1] και Cancida tropicalis [N = 258]), συμπεριλαμβανομένων των απομονωθέντων με μεταλλάξεις με μεταφορά με πολλαπλή ανθεκτικότητα και αυτών με επίκτητο ή ενδογενή ανθεκτικότητα σε fluconazole, amphotericin B, και 5-flucytosine. Ο έλεγχος ευαισθησίας διεξήχθη σύμφωνα με μια τροποποίηση και των δυο μεθόδων του Ινστιτούτου Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών (CLSI, επισήμως γνωστού ως Εθνική Επιτροπή για Σταθερές Κλινικών Εργαστηρίων (NCCLS), της μεθόδου Μ38-A2 (για είδη Aspergillus), και της μεθόδου Μ27-Α3 (για είδη Candida). Προτυποποιημένες τεχνικές για έλεγχο ευαισθησίας έχουν καθιερωθεί για ζυμομύκητες από την EUCAST. Δεν έχουν ακόμα καθοριστεί όρια ευαισθησίας για το caspofungin από την EUCAST, λόγω της σημαντικής διεργαστηριακής διακύμανσης στο εύρος της MIC για την εν λόγω δραστική ουσία. Αντί ορίων ευαισθησίας, τα απομονωθέντα στελέχη Candida τα οποία είναι ευαίσθητα στο anidulafungin όπως επίσης και στο micafungin θα πρέπει να θεωρούνται ευαίσθητα στο caspofungin. Ομοίως, απομονωθέντα στελέχη C. parapsilosis ενδιάμεσα του anidulafungin και του micafungin μπορούν να θεωρηθούν ενδιάμεσα του caspofungin.

Μηχανισμός αντοχής

Απομονωθέντα στελέχη Candida με μειωμένη ευαισθησία στο caspofungin έχουν ταυτοποιηθεί σε έναν μικρό αριθμό ασθενών κατά την διάρκεια της θεραπείας (τιμές MICs για το caspofungin >2 mg/L (4- έως 30-πλάσιες αυξήσεις της MIC) έχουν αναφερθεί χρησιμοποιώντας προτυποποιημένες τεχνικές ελέγχου MIC εγκεκριμένες από τo Ινστιτούτο Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών CLSI). Ο μηχανισμός ανθεκτικότητας που ταυτοποιήθηκε είναι FKS1 ή/και FKS2 (για το C. glabrata) γονιδιακές μεταλλάξεις. Αυτές οι περιπτώσεις συνδέθηκαν με πτωχά κλινικά αποτελέσματα. Έχει ταυτοποιηθεί η in vitro ανάπτυξη ανθεκτικότητας στο caspofungin, από τα είδη Aspergillus. Βάσει περιορισμένης κλινικής εμπειρίας παρατηρήθηκε ανθεκτικότητα στο caspofungin σε ασθενείς με διηθητική ασπεργίλλωση. Ο μηχανισμός της ανθεκτικότητας δεν έχει τεκμηριωθεί. Η συχνότητα της ανθεκτικότητας στο caspofungin από διάφορα κλινικά στελέχη Aspergillus, είναι σπάνια. Έχει παρατηρηθεί ανθεκτικότητα του caspofungin στο Candida αλλά η συχνότητα μπορεί να διαφέρει ανά είδος ή περιοχή.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Διηθητική Καντιντίαση σε Ενήλικες Ασθενείς: Διακόσιοι τριάντα εννέα ασθενείς εισήχθηκαν σε μια αρχική μελέτη σύγκρισης του caspofungin και της αμφοτερικίνης B για τη θεραπεία της διηθητικής καντιντίασης. Εικοσιτέσσερις ασθενείς είχαν ουδετεροπενία. Η πιο συχνή διάγνωση ήταν οι αιματολογικές λοιμώξεις (καντινταιμία) (77%, n=186) και η περιτονίτιδα από Candida (8%, n=19). Οι ασθενείς με ενδοκαρδίτιδα, οστεομυελίτιδα ή μηνιγγίτιδα προερχόμενη από Candida είχαν αποκλεισθεί από την μελέτη. To caspofungin 50 mg χορηγήθηκε ημερησίως μετά από μια δόση εφόδου 70 mg, και η αμφοτερικίνη Β χορηγήθηκε σε 0,6 έως 0,7 mg/kg/ημέρα σε μη ουδετεροπενικούς ασθενείς ή 0,7 έως 1,0 mg/kg/ ημέρα σε ουδετεροπενικούς ασθενείς. Η μέση διάρκεια της ενδοφλέβιας θεραπείας ήταν 11,9 ημέρες, με ένα εύρος από 1 ως 28 ημέρες. Θετική ανταπόκριση απαιτούσε την υποχώρηση των συμπτωμάτων και μικροβιολογική κάθαρση από τη λοίμωξη με Candida. Διακόσιοι είκοσι τέσσερις ασθενείς συμπεριλήφθηκαν στην αρχική ανάλυση αποτελεσματικότητας (ανάλυση MITT) για την ανταπόκριση κατά τη λήξη της μελέτης με ενδοφλέβια (IV) θεραπεία. Τα ποσοστά θετικής ανταπόκρισης στη θεραπεία της διηθητικής καντιντίασης ήταν συγκρίσιμα για το caspofungin (73% [80/109]) και την αμφοτερικίνη Β (62% [71/115]) [% διαφορά 12,7 (95,6% CI -0,7, 26,0). Μεταξύ των ασθενών με καντινταιμία, τα ποσοστά θετικής ανταπόκρισης στο τέλος της ενδοφλέβιας (IV) θεραπείας της μελέτης ήταν συγκρίσιμα για το caspofungin (72% [66/92]) και για την αμφοτερικίνη Β(63% [59/94]) κατά την αρχική ανάλυση αποτελεσματικότητας (ανάλυση MITT) [% διαφορά 10,0 (95,0% CI -4,5, 24,5)]. Είναι περιορισμένα τα στοιχεία για ασθενείς με λοίμωξη σε μη αιματογενείς περιοχές. Τα ποσοστά θετικής ανταπόκρισης στους ουδετεροπενικούς ασθενείς ήταν 7/14 (50%) στην ομάδα του caspofungin και 4/10 (40%) στην ομάδα της αμφοτερικίνης Β. Αυτά τα περιορισμένα στοιχεία υποστηρίζονται από τα αποτελέσματα της μελέτης της εμπειρικής θεραπείας. Σε μια δεύτερη μελέτη, οι ασθενείς με διηθητική καντιντίαση έλαβαν ημερήσιες δόσεις caspofungin των 50 mg/ημερησίως (μετά από μία δόση εφόδου των 70 mg κατά την Ημέρα 1) ή caspofungin των 150 mg/ημερησίως (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σ’ αυτή τη μελέτη, η δόση του caspofungin χορηγήθηκε εντός διαστήματος 2 ωρών (αντί της καθιερωμένης χορήγησης εντός μίας ώρας). Η μελέτη απέκλεισε ασθενείς με πιθανολογούμενη ενδοκαρδίτιδα από Candida, μηνιγγίτιδα ή οστεομυελίτιδα. Επειδή αυτή ήταν μια μελέτη πρωταρχικής θεραπείας, οι ασθενείς που ήταν ανθεκτικοί σε προηγούμενους αντιμυκητιασικούς παράγοντες είχαν επίσης αποκλεισθεί. Ο αριθμός των ουδετεροπενικών ασθενών που εντάχθηκαν σ’ αυτήν τη μελέτη ήταν επίσης περιορισμένος (8,0%). Η αποτελεσματικότητα ήταν ένας δευτερεύων στόχος αυτής της μελέτης. Οι ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής και έλαβαν μία ή περισσότερες δόσεις θεραπείας της μελέτης με caspofungin συμπεριελήφθησαν στην ανάλυση αποτελεσματικότητας. Τα συνολικά ευνοϊκά ποσοστά ανταπόκρισης κατά το τέλος της θεραπείας με caspofungin ήταν παρόμοια και στις 2 ομάδες θεραπείας: 72% (73/102) και 78% (74/95) για τις ομάδες θεραπείας με caspofungin 50 mg και 150 mg, αντιστοίχως (διαφορά 6,3% [95% CI -5,9, 18,4]). Διηθητική Ασπεργίλλωση σε Ενήλικες Ασθενείς: Εξήντα εννέα ενήλικες ασθενείς (ηλικίας 18-80) με διηθητική ασπεργίλλωση εισήχθηκαν σε μια ανοιχτή, μη συγκριτική μελέτη για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και αποτελεσματικότητα του caspofungin. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι είτε ανθεκτικοί (εξέλιξη της ασθένειας ή αποτυχία βελτίωσης με άλλες αντιμυκητιασικές θεραπείες, που χορηγήθηκαν για 7 ημέρες τουλάχιστον) (84% των εισαχθέντων ασθενών) ή μη ανεκτικοί (16% των εισαχθέντων ασθενών) σε άλλες καθιερωμένες αντιμυκητιασικές θεραπείες. Πολλοί από τους ασθενείς είχαν υποκείμενες ασθένειες (αιματολογικές κακοήθειες [Ν = 24], αλλογενή μεταμόσχευση μυελού οστών ή κυτταρική μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων [Ν = 18], μεταμόσχευση οργάνων [Ν = 8], συμπαγή όγκο [Ν = 3], ή άλλες ασθένειες [Ν = 10]). Χρησιμοποιήθηκαν αυστηροί ορισμοί, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Ομάδας Μελέτης για Μυκητιάσεις, για τη διάγνωση της διηθητικής ασπεργίλλωσης και για την ανταπόκριση στη θεραπεία (για την αξιολόγηση της ευνοϊκής ανταπόκρισης απαιτήθηκε κλινικά σημαντική βελτίωση σε ακτινογραφίες καθώς επίσης στα σημεία και συμπτώματα). Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 33,7 ημέρες, με ένα εύρος από 1 έως 162 ημέρες. Μια ανεξάρτητη ομάδα εμπειρογνωμόνων διαπίστωσε ότι 41% (26/63) των ασθενών που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση caspofungin είχαν ευνοϊκή ανταπόκριση. Από τους ασθενείς που έλαβαν περισσότερο από 7 ημέρες θεραπεία με caspofungin, το 50% (26/52) παρουσίασε ευνοϊκή ανταπόκριση. Τα πιο ευνοϊκά ποσοτικά ανταπόκρισης για ασθενείς που ήταν είτε ανθεκτικοί ή είχαν δυσανεξία σε προηγούμενες θεραπείες ήταν 36% (19/53) και 70% (7/10) αντίστοιχα. Παρόλο που οι δόσεις προηγούμενων αντιμυκητιασικών θεραπειών σε 5 ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη ήταν χαμηλότερες από αυτές που χορηγούνται συχνά για τη θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης, το ποσοστό της ευνοϊκής ανταπόκρισης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με caspofungin σ’ αυτούς τους ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό που παρουσίασαν οι υπόλοιποι ασθενείς, που ήταν ανθεκτικοί (2/5 έναντι 17/48 αντιστοίχως). Τα ποσοστά ανταπόκρισης μεταξύ των ασθενών με πνευμονική νόσο και εξωπνευμονική νόσο, ήταν 47% (21/45) και 28% (5/18) αντίστοιχα. Μεταξύ των ασθενών με εξωπνευμονική νόσο, 2 από τους 8 ασθενείς, οι οποίοι είχαν βέβαιη, πιθανή ή δυνατή συμμετοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), παρουσίασαν ευνοϊκή ανταπόκριση. Εμπειρική Θεραπεία σε Εμπύρετους, Ουδετεροπενικούς Ενήλικες Ασθενείς: Ένας συνολικός αριθμός 1.111 ασθενών με επίμονο πυρετό και ουδετεροπενία εισήχθηκαν σε μια κλινική μελέτη και έλαβαν θεραπεία είτε με caspofungin 50 mg ημερησίως κατόπιν μίας δόσης εφόδου 70 mg, ή με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 3,0 mg/kg/ημερησίως. Κατάλληλοι ασθενείς έλαβαν χημειοθεραπεία για κακοήθεια ή είχαν υποστεί αιμοποιητική μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων, και έχοντας ουδετεροπενία (<500 κύτταρα/mm3 για 96 ώρες) και πυρετό (>38,0 C) δεν ανταποκρίθηκαν σε ≥ 96 ώρες στην παρεντερική αντιβακτηριακή θεραπεία. Οι ασθενείς επρόκειτο να λάβουν θεραπεία έως και 72 ώρες αφότου υποχωρήσει η ουδετεροπενία, με μέγιστη διάρκεια 28 ημέρες. Ωστόσο, οι ασθενείς για τους οποίους είχε διαγνωστεί μια μυκητιασική λοίμωξη μπορούσαν να λάβουν θεραπεία για μεγαλύτερο διάστημα. Εάν το φαρμακευτικό προϊόν ήταν καλά ανεκτό αλλά ο πυρετός του ασθενούς επέμενε και η κλινική κατάσταση χειροτέρευε μετά από 5 ημέρες θεραπείας, η δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης μπορούσε να αυξηθεί σε 70 mg/ημερησίως caspofungin (13,3% των ασθενών της θεραπείας) ή σε 5,0 mg/kg/ημερησίως της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β (14,3% των ασθενών της θεραπείας). Είχαν συμπεριληφθεί 1.095 ασθενείς στην πρωταρχικά τροποποιημένη Modified Intention To Treat (MITT) ανάλυση αποτελεσματικότητας της συνολικής ευνοϊκής ανταπόκρισης. Το caspofungin (33,9%) ήταν τόσο αποτελεσματικό όσο η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (33,7%) [% διαφορά 0,2 (95,2% Cl-5,6, 6,0)]. Μια συνολική ευνοϊκή ανταπόκριση απαιτούσε να πληρείται ένα από τα 5 κριτήρια: (1) επιτυχής θεραπεία κάποιας βασικής μυκητιασικής λοίμωξης (caspofungin 51,9 % [14/27], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 25,9% [7/27], (2) καμία νέα μυκητιασική λοίμωξη κατά τη διάρκεια της μελέτης με το φαρμακευτικό προϊόν ή εντός 7 ημερών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (caspofungin 94,8% [527/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 95,5% [515/539], (3) επιβίωση για 7 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας της μελέτης (caspofungin 92,6% [515/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 89,2% [48/539]), (4) καμία διακοπή από το φαρμακευτικό προϊόν της μελέτης λόγω τοξικότητας σχετιζόμενης με το φαρμακευτικό προϊόν ή έλλειψης αποτελεσματικότητας (caspofungin 89,7% [499/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 85,5% [461/539]) και (5) υποχώρηση του πυρετού κατά τη διάρκεια της περιόδου με ουδετεροπενία (caspofungin 41,2% [229/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 41,4% [223/539]). Το εύρος της ανταπόκρισης στο caspofungin και στη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β για βασικές μυκητιασικές λοιμώξεις που προκαλούνται από τα είδη Aspergillus, ήταν αντίστοιχα, 41,7% (5/12) και 8,3% (1/12), και από τα είδη Candida ήταν 66,7% (8/12) και 41,7% (5/12). Οι ασθενείς στην ομάδα του caspofungin παρουσίασαν νέες λοιμώξεις λόγω των ακόλουθων μη συχνών ζυμομυκήτων και ευρωτομυκήτων: Είδη Trichosporon(1), Είδη Fusarium(1), Είδη Mucor(1), και Είδη Rhizopus(1). Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του caspofungin εκτιμήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως 17 ετών, σε δύο προοπτικές, πολυκεντρικές κλινικές δοκιμές. Ο σχεδιασμός της μελέτης, τα διαγνωστικά κριτήρια και τα κριτήρια εκτίμησης της αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια με αυτά των αντίστοιχων μελετών σε ενήλικες ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η πρώτη μελέτη, στην οποία εντάχθηκαν 82 ασθενείς μεταξύ 2 και 17 ετών, ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη σύγκρισης του caspofungin (50 mg/m2 IV μία φορά ημερησίως μετά από μία δόση εφόδου των 70 mg/m2 την Ημέρα l (χωρίς υπέρβαση των 70 mg ημερησίως) με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (3 mg/kg IV ημερησίως) σε μια αναλογία θεραπείας 2:1 (56 σε caspofungin, 26 σε λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β) ως εμπειρική θεραπεία σε παιδιατρικούς ασθενείς με επιμένοντα πυρετό και ουδετεροπενία. Τα συνολικά ποσοστά επιτυχίας στην ΜΙΤΤ ανάλυση των αποτελεσμάτων, ρυθμισμένη ως προς τη διαστρωμάτωση κινδύνου, είχαν ως ακολούθως: 46,6% (26/56) για το caspofungin και 32,2% (8/25) για τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β. Η δεύτερη μελέτη ήταν μια προοπτική, ανοικτής επισήμανσης, μη συγκριτική μελέτη εκτίμησης της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του caspofungin σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας από 6 μηνών έως 17 ετών) με διηθητική καντιντίαση, καντιντίαση οισοφάγου και διηθητική ασπεργίλλωση (ως θεραπεία διάσωσης). Εντάχθηκαν σαράντα εννέα ασθενείς και έλαβαν caspofungin 50 mg /m2 IV μία φορά ημερησίως μετά από μία δόση εφόδου των 70- mg/m2 την Ημέρα l (χωρίς υπέρβαση των 70 mg ημερησίως), από τους οποίους 48 συμπεριελήφθησαν στην MITT ανάλυση. Από αυτούς, 37 είχαν διηθητική καντιντίαση, 10 είχαν διηθητική ασπεργίλλωση, και 1 ασθενής είχε καντιντίαση οισοφάγου. Το ευνοϊκό ποσοστό ανταπόκρισης, ως προς την ένδειξη, κατά το πέρας της θεραπείας με caspofungin είχε ως ακολούθως κατά την MITT ανάλυση: 81% (30/37) στη διηθητική καντιντίαση, 50% (5/10) στη διημητική ασπεργίλλωση και 100% (1/1) στην καντιντίαση οισοφάγου. Σε μία διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη (2:1) ελεγχόμενη με συγκριτικό φάρμακο μελέτη αξιολογήθηκε η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και αποτελεσματικότητα του caspofungin (2 mg/kg/d ενδοφλεβίως, με έγχυση διάρκειας πάνω από 2 ώρες) έναντι της amphothericin B deoxycholate (1 mg/kg/d) σε νεογνά και βρέφη ηλικίας μικρότερης από 3 μηνών με διηθητική καντιντίαση (επιβεβαιωμένη με καλλιέργεια). Λόγω ανεπαρκούς εισαγωγής ασθενών, η μελέτη τερματίστηκε νωρίς και μόνο 51 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν. Το ποσοστό των ασθενών με επιβίωση χωρίς μυκητιασική λοίμωξη στις 2 εβδομάδες μετά τη θεραπεία στην ομάδα θεραπείας με caspofungin (71%) ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στην ομάδα θεραπείας με amphothericin B deoxycholate (68,8%). Bάσει αυτής της μελέτης, δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις για τη δοσολογία σε νεογνά και βρέφη.

Φαρμακοκινητική

Κατανομή

Το caspofungin συνδέεται εκτενώς με τη λευκωματίνη. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα του caspofungin ποικίλει από 3,5% σε υγιείς ασθενείς έως 7,6% σε ασθενείς με διηθητική καντιντίαση. Η κατανομή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη φαρμακοκινητική του caspofungin στο πλάσμα και είναι το στάδιο που ελέγχεται με τη δοσολογία τόσο στην α-όσο και στη β-φάση. Η κατανομή σε ιστούς έφτασε στο μέγιστο όριο σε 1,5 έως 2 ημέρες μετά τη δόση όταν είχε κατανεμηθεί στους ιστούς 92% της δόσης. Είναι πιθανόν ένα μικρό μόνο κλάσμα του caspofungin που διαπερνά τους ιστούς να επιστρέφει αργότερα στο πλάσμα ως αρχική ένωση. Γι’ αυτό, η αποβολή γίνεται απουσία ενός ισοζυγίου κατανομής, και είναι έως τώρα αδύνατον να γίνει μια πραγματική εκτίμηση του όγκου κατανομής του caspofungin.

Βιομετασχηματισμός

Το caspofungin υφίσταται αυτόματη διάσπαση σε μια ένωση με ανοικτό δακτύλιο. Περαιτέρω μεταβολισμός περιλαμβάνει υδρόλυση των πεπτιδίων και Ν-ακετυλίωση. Δύο ενδιάμεσα προϊόντα, που σχηματίζονται κατά τη διάσπαση του caspofungin σ’αυτή την ένωση με τον ανοικτό δακτύλιο, συνδέονται μέσω ομοιοπολικού δεσμού με πρωτεΐνες του πλάσματος, με αποτέλεσμα χαμηλού βαθμού, μη αναστρέψιμη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το caspofungin δεν είναι αναστολέας των ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450 1Α2, 2Α6, 2C9, 2C19, 2D6 ή 3Α4. Σε κλινικές μελέτες, το caspofungin δεν προκάλεσε επαγωγή ούτε ανέστειλε τον μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μέσω του CYP3A4. Το caspofungin δεν είναι υπόστρωμα για την Ρ-γλυκοπρωτεΐνη και είναι πτωχό υπόστρωμα για τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450.

Αποβολή

Η αποβολή του caspofungin από το πλάσμα γίνεται αργά με ρυθμό κάθαρσης 10-12 mL/min. Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα μειώνονται με ένα πολυφασικό τρόπο, μετά από εφ’ άπαξ ενδοφλέβιες εγχύσεις μίας ώρας. Μια σύντομη άλφα-φάση απαντάται αμέσως μετά την έγχυση, ακολουθούμενη από μια β - φάση με χρόνο ημιζωής από 9 έως 11 ώρες. Μια πρόσθετη γ - φάση απαντάται επίσης με χρόνο ημιζωής 45 ωρών. Η κατανομή, περισσότερο από την απέκκριση ή τη βιομετατροπή, είναι ο επικρατέστερος μηχανισμός, που επηρεάζει την κάθαρση του πλάσματος. Περίπου το 75% της ραδιενεργούς δόσης ανακτήθηκε σε 27 ημέρες: 41% από τα ούρα και 34% από τα κόπρανα. Υπάρχει μια μικρή απέκκριση ή βιομετατροπή του caspofungin κατά τη διάρκεια των πρώτων 30 ωρών μετά τη χορήγηση. Η απέκκριση είναι αργή και ο τελικός χρόνος ημιζωής της ραδιενέργειας ήταν 12 έως 15 ημέρες. Ένα μικρό ποσοστό caspofungin εκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα (περίπου 1,4% της δόσης). Το caspofungin επέδειξε μέτρια μη γραμμική φαρμακοκινητική με αυξημένη συσσώρευση κατά την αύξηση της δόσης, και δοσοεξάρτηση, όσον αφορά το χρόνο επίτευξης σταθερής κατάστασης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων.

Ειδικοί πληθυσμοί

Αυξημένη έκθεση στο caspofungin παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ήπια ηπατική βλάβη, σε θηλυκά άτομα, και στους ηλικιωμένους. Γενικά η αύξηση ήταν μέτρια και όχι αρκετά μεγάλη για να δικαιολογηθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική βλάβη ή σε υπέρβαρους ασθενείς, μπορεί να είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας (βλ. παρακάτω).

Βάρος: Σε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ενήλικες ασθενείς με καντιντίαση βρέθηκε ότι το βάρος επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του caspofungin. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται όταν αυξάνεται το βάρος. Η μέση έκθεση σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 80 kg υπολογίστηκε να είναι 23% μικρότερη από αυτή σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 60 kg (βλ Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία: Σε ενήλικες ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική βλάβη, η AUC αυξάνεται περίπου κατά 20 και 75%, αντίστοιχα. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία όσον αφορά ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων, η μείωση της δοσολογίας από την ημερήσια δόση σε 35 mg σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία έδειξε ότι παρέχει καμπύλη AUC παρόμοια με αυτή που λαμβάνεται σε ενήλικα άτομα με κανονική ηπατική λειτουργία που έλαβαν το καθιερωμένο σχήμα (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική δυσλειτουργία: Σε μια κλινική μελέτη εφάπαξ δόσεων 70 mg, η φαρμακοκινητική του caspofungin ήταν παρόμοια σε ενήλικες εθελοντές με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50 έως 80 mL/min) και στα άτομα ελέγχου. Μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 31 έως 49 mL/min), προχωρημένη (κάθαρση κρεατινίνης 5 έως 30 mL/min) και τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης <10 mL/min και εξαρτώμενων από την διάλυση) νεφρική δυσλειτουργία αύξησε μέτρια τις συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση (εύρος: 30 έως 49% για το AUC). Ωστόσο, σε ενήλικες ασθενείς με διηθητική καντιντίαση, οισοφαγική καντιντίαση ή διηθητική ασπεργίλλωση που έλαβαν πολλαπλές ημερήσιες δόσεις caspofungin 50 mg, δεν υπήρξε σημαντική δράση της ήπιας έως προχωρημένου σταδίου νεφρικής βλάβης, στις συγκεντρώσεις του caspofungin. Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Το caspofungin δεν μπορεί να διηθηθεί, γι αυτό δεν απαιτείται συμπληρωματική δοσολογία μετά την αιμοδιύλιση.

Φύλο: Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα ήταν κατά μέσο όρο 17-38% υψηλότερες στις γυναίκες απ’ότι στους άντρες.

Ηλικιωμένοι: Μια μέτρια αύξηση στην AUC (28%) και C24h (32%) παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους άντρες σε σύγκριση με νέους άντρες. Στους ασθενείς που έλαβαν εμπειρική θεραπεία ή οι οποίοι είχαν διηθητική καντιντίαση, μια παρόμοια επίδραση με την ηλικία παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σχέση με νεώτερους ασθενείς.

Φυλή: Δεδομένα φαρμακοκινητικής των ασθενών δεν παρουσίασαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του caspofungin, ανάμεσα στην Καυκάσια, Μαύρη, Ισπανική και Μεστίτζος φυλή.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών) που ελάμβαναν caspofungin των 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin ήταν γενικά συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Όλοι οι έφηβοι έλαβαν δόσεις >50 mg ημερησίως και στην πραγματικότητα 6 από τους 8 έλαβαν τη μέγιστη δόση των 70 mg/ημέρα. Οι συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα σε αυτούς τους εφήβους ήταν μειωμένες συγκριτικά με αυτές των ενηλίκων που ελάμβαναν 70 mg ημερησίως, την πλέον συχνή δόση που χορηγήθηκε στους εφήβους. Σε παιδιά (ηλικίες 2 έως 11 ετών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg / ημερησίως. Σε μικρά παιδιά και νήπια (ηλικίας 12 έως 23 μηνών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως και με αυτή των μεγαλύτερων παιδιών (ηλικίας 2 έως 11 ετών) που έλαβαν 50 mg/m2 ημερησίως. Συνολικά, τα διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής, αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι περιορισμένα σε ασθενείς ηλικίας 3 έως 10 μηνών. Δεδομένα φαρμακοκινητικής ενός παιδιού 10 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2 ημερησίως κατέδειξαν την AUC0-24hr εντός του ιδίου εύρους όπως παρατηρήθηκε σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες στη δόση των 50 mg/m2 και 50 mg, αντιστοίχως, ενώ σε ένα παιδί ηλικίας 6 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2, η AUC0-24hr ήταν κατά τι μεγαλύτερη. Σε νεογνά και βρέφη (<3 μηνών) που έλαβαν caspofungin στα 25 mg/m2 ημερησίως (που αντιστοιχεί σε μέση ημερήσια δόση των 2,1 mg /kg), η μέγιστη συγκέντρωση caspofungin (C1 hr) και η ελάχιστη συγκέντρωση caspofungin (C24 hr) μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που έλαβαν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Την Ημέρα 1, η C1 hr ήταν συγκρίσιμη και η C24 hr μετρίως αυξημένη (36%) σε αυτά τα νεογνά και βρέφη σε σχέση με τους ενήλικες. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε μεταβλητότητα τόσο στη C1 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 11,73 μg/mL, κυμαινόμενη από 2,63 έως 22,05 μg/mL) όσο και στη C24 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 3,55 μg/mL, κυμαινόμενη από 0,13 έως 7,17 μg/mL). Μετρήσεις της AUC0-24hr δεν πραγματοποιήθηκαν σε αυτή τη μελέτη λόγω των αραιών δειγμάτων πλάσματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του caspofungin δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε προοπτικές κλινικές δοκιμές σε νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνών.

Μηχανισμός δράσης
Ο Caspofungin αναστέλλει τη σύνθεση της β-1,3-D- γλυκάνης, ενός βασικού συστατικού του τοιχώματος των ειδών Aspergillus και Candida. Η β-1,3-D- γλυκάνη δεν υπάρχει στα ευπαθή κύτταρα των θηλαστικών. Ο κύριος στόχος είναι η συνθάση γλυκάνης β-1,3.
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: J02ΑΧ04 ### Μηχανισμός δράσης Το caspofungin acetate είναι μια ημισυνθετική λιποπεπτιδική ένωση (echinocandin), η οποία συντίθεται από ένα προϊόν ζύμωσης του Glarea lozoyensis….
Φαρμακοκινητική

Κατανομή Το caspofungin συνδέεται εκτενώς με τη λευκωματίνη. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα του caspofungin ποικίλει από 3,5% σε υγιείς ασθενείς έως 7,6% σε ασθενείς με διηθητική καντιντίαση. Η κατανομή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη φαρμακοκινητική του…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Αργός μεταβολισμός με υδρόλυση και Ν-ακετυλίωση. Αργός μεταβολισμός με υδρόλυση και Ν-ακετυλίωση· υφίσταται επίσης αυθόρμητη χημική αποδόμηση και περαιτέρω υδρόλυση σε δομικά αμινοξέα και τα προϊόντα αποδόμησής τους, συμπεριλαμβανομένης της…
Απέκκριση
Νεφρά/Κόπρανα
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

caspofungin

Κωδικός ATC5

J02AX04

Κάτοχος Άδειας

Teva
pill