Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 50 / VIAL | 174.52 € | |
| 70 / VIAL | 218.15 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
B44 Ασπεργίλλωση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διηθητική ασπεργίλλωση
-
B37 Καντιντίαση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διηθητική καντιντίαση
-
B49 Μυκητίαση, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μυκητιασική λοίμωξη
FUNGIZOR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβιας έγχυσης
- Χορήγηση: μία ώρα
- Δόση έναρξης: 70 mg εφάπαξ δόση εφόδου την Ημέρα-1
- Τιτλοποίηση: Εάν η δόση των 50 mg/m2 ημερησίως είναι καλώς ανεκτή αλλά δεν παρέχει επαρκή κλινική ανταπόκριση, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί σε 70 mg/m2 ημερησίως (να μην υπερβαίνεται μία πραγματική δόση των 70 mg ημερησίως).
-
ΕνήλικεςΔόση50 mg ημερησίωςΜία εφ’ άπαξ δόση εφόδου 70 mg την Ημέρα-1. Σε ασθενείς που έχουν βάρος πάνω από 80 kg, συνιστάται 70 mg ημερησίως μετά την αρχική δόση εφόδου 70 mg. Δεν αναπροσαρμόζεται βάσει γένους και φυλής.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (12 μηνών έως 17 ετών)Δόση50 mg/m2 ημερησίωςΜέγ. δόση70 mg ημερησίωςΔόση εφόδου 70 mg/m2 (max 70 mg) την Ημέρα 1. Δόση βασιζόμενη στο εμβαδόν της επιφάνειας του σώματος.
-
Νεογνά και βρέφη (<12 μηνών)Δόση25 mg/m2 ημερησίως (για <3 μηνών), 50 mg/m2 ημερησίως (για 3-11 μηνών)Συνιστάται προσοχή. Περιορισμένα στοιχεία.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών ή περισσότερο)Δεν απαιτείται συστηματική αναπροσαρμογή δοσολογίας. Περιορισμένη εμπειρία.
-
Ενήλικες ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score 5 έως 6)Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score 7 έως 9)Δόση35 mg ημερησίωςΑρχική δόση εφόδου 70 mg την Ημέρα-1.
-
Ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score μεγαλύτερο από 9) και παιδιατρικούς ασθενείς με οποιουδήποτε βαθμού ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχει κλινική εμπειρία.
-
Ενήλικες ασθενείς με συγκεκριμένους επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμωνΔόση70 mg ημερησίωςΜετά τη δόση εφόδου των 70 mg.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 12 μηνών έως 17 ετών) με επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμωνΔόση70 mg/m2 ημερησίωςΜέγ. δόση70 mg ημερησίως
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αναφυλαξία και αντιδράσεις υπερευαισθησίας (με πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης)προσοχήΕάν συμβεί αναφυλαξία, θα πρέπει να διακοπεί το caspofungin και να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης (εξάνθημα, οίδημα προσώπου, αγγειοοίδημα, κνησμός, αίσθηση θερμότητας, βρογχόσπασμος) μπορεί να απαιτήσουν τη διακοπή και/ή τη χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας.
-
Μυκητιασικές λοιμώξεις από ζυμομύκητες non-Candida και ευρωτομύκητες non-AspergillusπροσοχήΠεριορισμένα στοιχεία υποστηρίζουν ότι λιγότερο συχνοί ζυμομύκητες non-Candida και ευρωτομύκητες non-Aspergillus δεν καλύπτονται από το caspofungin. Η αποτελεσματικότητα του caspofungin έναντι αυτών των μυκητιασικών παθογόνων δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με κυκλοσπορίνηπροσοχήΠληθυσμόςενήλικες υγιείς εθελοντές και ενήλικες ασθενείςΣε μερικούς ενήλικες υγιείς εθελοντές που έλαβαν caspofungin και κυκλοσπορίνη, παρατηρήθηκε παροδική αύξηση της ALT και AST. Το caspofungin μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη όταν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου. Συνιστάται στενή παρακολούθηση των ηπατικών ενζύμων.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης σε 35 mg. Το caspofungin θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή σε παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού, καθώς αναμένεται μεγαλύτερη έκθεση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα στις εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας / Κλινικά σημαντική ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςυγιείς εθελοντές, ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείςΑσθενείς οι οποίοι αναπτύσσουν μη φυσιολογικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια θεραπείας με caspofungin θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας και η σχέση κινδύνου/οφέλους για τη συνέχιση της θεραπείας με caspofungin πρέπει να επανεξετάζεται.
-
Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση (TEN)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματοςΠροσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων του δέρματος (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοπληροφορίαΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κυκλοσπορίνη ΑπροσοχήΑύξηση στην AUC του caspofungin κατά 35% περίπου. Παροδικές αυξήσεις ηπατικών ALT και AST.ΣύστασηΣυστηματικός έλεγχος των ηπατικών ενζύμων.
-
παρακολούθησηΤο caspofungin μείωσε την ελάχιστη συγκέντρωση του tacrolimus κατά 26%.ΣύστασηΚαθορισμένος έλεγχος της συγκέντρωσης του tacrolimus στο αίμα και κατάλληλη αναπροσαρμογή της δόσης του tacrolimus.
-
Η φαρμακοκινητική του caspofungin δεν επηρεάζεται κατά κλινικά σημαντικό ποσοστό. Το caspofungin δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική των αμφοτερικίνης Β, ιτρακοναζόλης, ριφαμπικίνης ή μυκοφαινολικής μοφετίλης.ΣύστασηΔεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις.
-
προσοχήΑύξηση 60% στην AUC και 170% στο τμήμα χαμηλής συγκέντρωσης του caspofungin την πρώτη ημέρα. Σταδιακή μείωση ελάχιστων επιπέδων, μετά από 2 εβδομάδες περιορισμένη επίδραση στην AUC, αλλά ελάχιστα επίπεδα 30% χαμηλότερα.ΣύστασηΕάν συγχορηγούνται επαγωγείς των μεταβολικών ενζύμων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν μια αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg σε ενήλικες ασθενείς. Σε παιδιατρικούς ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών) μία δόση 70 mg/m2 ημερησίως (max 70 mg).
-
προσοχήΜείωση της AUC του caspofungin.ΣύστασηΕάν συγχορηγούνται, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν μια αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας του caspofungin σε 70 mg, κατόπιν της δόσης εφόδου των 70 mg σε ενήλικες ασθενείς. Σε παιδιατρικούς ασθενείς (12 μηνών έως 17 ετών) μία δόση 70 mg/m2 ημερησίως (max 70 mg).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- αυξημένος αριθμός ηωσινόφιλων (Πολύ συχνές)
- αιμοσφαιρίνη μειωμένη (Συχνές)
- αιματοκρίτης μειωμένος (Συχνές)
- αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος (Συχνές)
- αναιμία (Όχι συχνές)
- θρομβοπενία (Όχι συχνές)
- διαταραχή της πήξης του αίματος (Όχι συχνές)
- λευκοπενία (Όχι συχνές)
- αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος (Όχι συχνές)
- αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος (Όχι συχνές)
- αριθμός αιμοπεταλίων αυξημένος (Όχι συχνές)
- αριθμός λευκοκυττάρων αυξημένος (Όχι συχνές)
- αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος (Όχι συχνές)
- Υποκαλιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- υπερφόρτωση με υγρά (Όχι συχνές)
- υπομαγνησιαιμία (Όχι συχνές)
- ηλεκτρολυτικές διαταραχές (Όχι συχνές)
- μεταβολική οξέωση (Όχι συχνές)
- Ανορεξία
- Διάρροια
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- άγχος (Όχι συχνές)
- αποπροσανατολισμός (Όχι συχνές)
- αϋπνία (Όχι συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Τρόμος
- δυσγευσία (Όχι συχνές)
- υπασθησία (Όχι συχνές)
- Υπνηλία
- οφθαλμικός ίκτερος (Όχι συχνές)
- όραση θαμπή (Όχι συχνές)
- οίδημα βλεφάρου (Όχι συχνές)
- Αυξημένη δακρύρροια
- ταχυκαρδία (Συχνές)
- αίσθημα παλμών (Όχι συχνές)
- κολπική μαρμαρυγή (Όχι συχνές)
- καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική (Όχι συχνές)
- Αρρυθμία
- φλεβίτιδα (Συχνές)
- υπόταση (Συχνές)
- εξάψεις (Όχι συχνές)
- υπέρταση (Όχι συχνές)
- Έξαψη
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Δύσπνοια
- Ρινική συμφόρηση
- Βρογχόσπασμος
- Συριγμός
- φαρυγγολαρυγγικό άλγος (Όχι συχνές)
- ταχύπνοια (Όχι συχνές)
- βήχας (Όχι συχνές)
- δύσπνοια παροξυσμική νυχτερινή (Όχι συχνές)
- υποξία (Όχι συχνές)
- ρόγχοι (Όχι συχνές)
- πνευμονικό οίδημα (Μη γνωστές)
- σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS) (Μη γνωστές)
- ακτινολογικές διηθήσεις (Μη γνωστές)
- ναυτία (Συχνές)
- κοιλιακό άλγος (Όχι συχνές)
- άλγος άνω κοιλιακής χώρας (Όχι συχνές)
- δυσπεψία (Όχι συχνές)
- δυσφορία του στομάχου (Όχι συχνές)
- διάταση της κοιλίας (Όχι συχνές)
- ασκίτης (Όχι συχνές)
- δυσφαγία (Όχι συχνές)
- αυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος) (Συχνές)
- αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT) (Συχνές)
- χολόσταση (Όχι συχνές)
- ηπατομεγαλία (Όχι συχνές)
- υπερχολερυθριναιμία (Όχι συχνές)
- ίκτερος (Όχι συχνές)
- ηπατική λειτουργία μη φυσιολογική (Όχι συχνές)
- ηπατοτοξικότητα (Όχι συχνές)
- ηπατική διαταραχή (Όχι συχνές)
- γγλουταμυλτρανσφεράση αυξημένη (Όχι συχνές)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Κνίδωση
- Βλάβη δέρματος
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οίδημα προσώπου
- υπερίδρωση (Συχνές)
- εξάνθημα κηλιδώδες (Όχι συχνές)
- εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες (Όχι συχνές)
- εξάνθημα κνησμώδες (Όχι συχνές)
- δερματική αλλεργία (Όχι συχνές)
- κνησμός γενικευμένος (Όχι συχνές)
- εξάνθημα ερυθηματώδες (Όχι συχνές)
- εξάνθημα γενικευμένο (Όχι συχνές)
- εξάνθημα ιλαροειδές (Όχι συχνές)
- Σύνδρομο Stevens Johnson (Μη γνωστές)
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Θωρακικό άλγος
- πόνος σε άκρο (Όχι συχνές)
- οστικός πόνος (Όχι συχνές)
- μυαλγία (Όχι συχνές)
- Νεφρική ανεπάρκεια
- νεφρική ανεπάρκεια οξεία (Όχι συχνές)
- πυρετός (Πολύ συχνές)
- κνησμός της θέσης έγχυσης (Συχνές)
- πόνος στο σημείο του καθετήρα (Συχνές)
- άλγος (Όχι συχνές)
- άλγος της θέσης καθετήρα (Όχι συχνές)
- αίσθηση ψυχρού (Όχι συχνές)
- αίσθηση θερμού (Όχι συχνές)
- ερύθημα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- σκλήρυνση της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- άλγος της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- οίδημα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- φλεβίτιδα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- οίδημα περιφερικό (Όχι συχνές)
- ευαισθησία (Όχι συχνές)
- θωρακική δυσφορία (Όχι συχνές)
- αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος (Όχι συχνές)
- σκλήρυνση (Όχι συχνές)
- εξαγγείωση της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- ερεθισμός της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- φλεβίτιδα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- εξάνθημα της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- κνίδωση της θέσης έγχυσης (Όχι συχνές)
- ερύθημα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- οίδημα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- οίδημα (Όχι συχνές)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης) (Μη γνωστές)
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- μειωμένη τιμή του καλίου (Συχνές)
- αυξημένη γλυκόζη (Συχνές)
- μειωμένη τιμή φωσφόρου (Συχνές)
- αυξημένη τιμή φωσφόρου (Συχνές)
- κάλιο αίματος μειωμένο (Συχνές)
- λευκωματίνη αίματος μειωμένη (Συχνές)
- κρεατινίνη αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
- θετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούρα (Όχι συχνές)
- πρωτεΐνη ολική μειωμένη (Όχι συχνές)
- πρωτεΐνη ούρων θετική (Όχι συχνές)
- χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένος (Όχι συχνές)
- χρόνος προθρομβίνης μειωμένος (Όχι συχνές)
- νάτριο αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
- νάτριο αίματος αυξημένο (Όχι συχνές)
- ασβέστιο αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
- ασβέστιο αίματος αυξημένο (Όχι συχνές)
- χλωριούχα αίματος μειωμένα (Όχι συχνές)
- γλυκόζη αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
- μαγνήσιο αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
- φωσφόρος αίματος μειωμένος (Όχι συχνές)
- φωσφόρος αίματος αυξημένος (Όχι συχνές)
- ουρία αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
- χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος (Όχι συχνές)
- διττανθρακικά αίματος μειωμένα (Όχι συχνές)
- χλωριούχα αίματος αυξημένα (Όχι συχνές)
- κάλιο αίματος αυξημένο (Όχι συχνές)
- αρτηριακή πίεση αυξημένη (Όχι συχνές)
- oυρικό οξύ αίματος μειωμένο (Όχι συχνές)
- αίμα στα ούρα υπάρχει (Όχι συχνές)
- αναπνευστικό ψιθύρισμα μη φυσιολογικό (Όχι συχνές)
- διοξείδιο του άνθρακα μειωμένο (Όχι συχνές)
- επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου αυξημένα (Όχι συχνές)
- διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη (Όχι συχνές)
- νεφρικοί κύλινδροι (Όχι συχνές)
- λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Όχι συχνές)
- pΗ ούρων αυξημένο (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένος αριθμός ηωσινόφιλωνΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμός στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη λευκωματίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένο κάλιο αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός λευκοκυττάρωνΑίμα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στο σημείο του καθετήραΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
Συχνέςαυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςαυξημένη γλυκόζηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Συχνέςαυξημένη τιμή φωσφόρουΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Συχνέςαυξημένοι ηπατικοί δείκτες (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αλκαλική φωσφατάση αίματος, χολερυθρίνη συζευγμένη, χολερυθρίνη αίματος)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςμειωμένη τιμή του καλίουΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Συχνέςμειωμένη τιμή φωσφόρουΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςoυρικό οξύ αίματος μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςpΗ ούρων αυξημένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγος στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑίμα στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑίσθηση θερμούΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση ψυχρούΓενικές
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα επίπεδα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκουΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα χλωριούχα αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο ασβέστιο αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο κάλιο αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο νάτριο αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός ηωσινοφίλωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός λευκοκυττάρωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένος φωσφόρος αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΒλάβη δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓενικευμένο εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΓενικευμένος κνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματική αλλεργίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή πήξης αίματοςΑίμα
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα της θέσης έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξαγγείωση θέσης έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημα στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΕυαισθησίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΗπατική διαταραχήΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατομεγαλίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘετικά λευκοκύτταρα ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘετική εξέταση ερυθροκυττάρων στα ούραΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘετική πρωτεΐνη ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΙλαροειδές εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωση στη θέση έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένα διττανθρακικά αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένα χλωριούχα αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη ολική πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο ασβέστιο αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο διοξείδιο του άνθρακαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο νάτριο αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετεροφίλωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένος φωσφόρος αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένος χρόνος προθρομβίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜεταβολική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό αναπνευστικό ψιθύρισμαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρικοί κύλινδροιΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟίδημα της θέσης έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟφθαλμικός ίκτεροςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος χρόνος προθρομβίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠαροξυσμική νυχτερινή δύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠόνος σε άκροΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡόγχοιΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣκλήρυνσηΆλλο
-
Όχι συχνέςΣκλήρυνση της θέσης έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΤαχύπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερφόρτωση με υγράΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποξίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδα της θέσης έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδα της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΧολόστασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςάλγος της θέσης καθετήραΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςγγλουταμυλτρανσφεράση αυξημένηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςγλυκόζη αίματος αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςμαγνήσιο αίματος μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςυπασθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑκτινολογικές διηθήσειςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία και ανεπιθύμητες αντιδράσεις από πιθανή μεσολάβηση ισταμίνης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκωνΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο caspofungin δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός και αν είναι σαφώς αναγκαίο.Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία από τη χρήση του caspofungin σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε μελέτες σε ζώα έχει δειχθεί ότι το caspofungin διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες που λαμβάνουν caspofungin δεν πρέπει να θηλάζουν.Δεν είναι γνωστό εάν το caspofungin εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν έκκριση του caspofungin στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για το caspofungin ώστε να αξιολογηθεί η επίδρασή του στη γονιμότητα.Δεν υπάρχουν επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες που διεξήχθησαν σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- δεν προκάλεσαν κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιμυκητιασικά για συστηματική χρήση, κωδικός ATC: J02ΑΧ04
Μηχανισμός δράσης
Το caspofungin acetate είναι μια ημισυνθετική λιποπεπτιδική ένωση (echinocandin), η οποία συντίθεται από ένα προϊόν ζύμωσης του Glarea lozoyensis. Το caspofungin acetate αναστέλλει τη σύνθεση της βήτα (1,3)-D-γλυκάνης που είναι βασικό συστατικό του κυτταρικού τοιχώματος πολλών νηματοειδών μυκήτων και ζυμομυκήτων. Η βήτα (1,3)-D γλυκάνη δεν υπάρχει στα κύτταρα των θηλαστικών. Μυκητοκτόνος δραστικότητα με το caspofungin έχει αποδειχτεί έναντι μυκήτων Candida. Μελέτες in vitro και in vivo έδειξαν ότι η έκθεση του Aspergillus στο caspofungin οδήγησε σε λύση και θάνατο των κορυφαίων άκρων και των σημείων διακλάδωσης των υφών, όπου εμφανίζεται κυτταρική ανάπτυξη και διαίρεση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το caspofungin έχει in vitro δραστικότητα έναντι των ειδών Aspergillus (Aspergillus fumigatus [N = 75], Aspergillus flavus [N = 111], Aspergillus niger [N = 31], Aspergillus nidulans [N = 8], Aspergillus terreus [N = 52], και Aspergillus candidus [N = 3]). Το Caspofungin έχει επίσης δραστικότητα in vitro έναντι των ειδών Candida (Candida albicans [N = 1032], Candida dubliniensis [N = 100], Candida glabrata [N = 151], Candida guilliermondii [N = 67], Candida kefyr [N = 62], Candida krusei [N = 147], Candida lipolytica [N = 20], Candida lusitaniae [N = 80), Candida parapsilosis [N = 215], Cancida rugosa [N = 1] και Cancida tropicalis [N = 258]), συμπεριλαμβανομένων των απομονωθέντων με μεταλλάξεις με μεταφορά με πολλαπλή ανθεκτικότητα και αυτών με επίκτητο ή ενδογενή ανθεκτικότητα σε fluconazole, amphotericin B, και 5-flucytosine. Ο έλεγχος ευαισθησίας διεξήχθη σύμφωνα με μια τροποποίηση και των δυο μεθόδων του Ινστιτούτου Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών (CLSI, επισήμως γνωστού ως Εθνική Επιτροπή για Σταθερές Κλινικών Εργαστηρίων (NCCLS), της μεθόδου Μ38-A2 (για είδη Aspergillus), και της μεθόδου Μ27-Α3 (για είδη Candida). Προτυποποιημένες τεχνικές για έλεγχο ευαισθησίας έχουν καθιερωθεί για ζυμομύκητες από την EUCAST. Δεν έχουν ακόμα καθοριστεί όρια ευαισθησίας για το caspofungin από την EUCAST, λόγω της σημαντικής διεργαστηριακής διακύμανσης στο εύρος της MIC για την εν λόγω δραστική ουσία. Αντί ορίων ευαισθησίας, τα απομονωθέντα στελέχη Candida τα οποία είναι ευαίσθητα στο anidulafungin όπως επίσης και στο micafungin θα πρέπει να θεωρούνται ευαίσθητα στο caspofungin. Ομοίως, απομονωθέντα στελέχη C. parapsilosis ενδιάμεσα του anidulafungin και του micafungin μπορούν να θεωρηθούν ενδιάμεσα του caspofungin.
Μηχανισμός αντοχής
Απομονωθέντα στελέχη Candida με μειωμένη ευαισθησία στο caspofungin έχουν ταυτοποιηθεί σε έναν μικρό αριθμό ασθενών κατά την διάρκεια της θεραπείας (τιμές MICs για το caspofungin >2 mg/L (4- έως 30-πλάσιες αυξήσεις της MIC) έχουν αναφερθεί χρησιμοποιώντας προτυποποιημένες τεχνικές ελέγχου MIC εγκεκριμένες από τo Ινστιτούτο Κλινικών και Εργαστηριακών Σταθερών CLSI). Ο μηχανισμός ανθεκτικότητας που ταυτοποιήθηκε είναι FKS1 ή/και FKS2 (για το C. glabrata) γονιδιακές μεταλλάξεις. Αυτές οι περιπτώσεις συνδέθηκαν με πτωχά κλινικά αποτελέσματα. Έχει ταυτοποιηθεί η in vitro ανάπτυξη ανθεκτικότητας στο caspofungin, από τα είδη Aspergillus. Βάσει περιορισμένης κλινικής εμπειρίας παρατηρήθηκε ανθεκτικότητα στο caspofungin σε ασθενείς με διηθητική ασπεργίλλωση. Ο μηχανισμός της ανθεκτικότητας δεν έχει τεκμηριωθεί. Η συχνότητα της ανθεκτικότητας στο caspofungin από διάφορα κλινικά στελέχη Aspergillus, είναι σπάνια. Έχει παρατηρηθεί ανθεκτικότητα του caspofungin στο Candida αλλά η συχνότητα μπορεί να διαφέρει ανά είδος ή περιοχή.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Διηθητική Καντιντίαση σε Ενήλικες Ασθενείς: Διακόσιοι τριάντα εννέα ασθενείς εισήχθηκαν σε μια αρχική μελέτη σύγκρισης του caspofungin και της αμφοτερικίνης B για τη θεραπεία της διηθητικής καντιντίασης. Εικοσιτέσσερις ασθενείς είχαν ουδετεροπενία. Η πιο συχνή διάγνωση ήταν οι αιματολογικές λοιμώξεις (καντινταιμία) (77%, n=186) και η περιτονίτιδα από Candida (8%, n=19). Οι ασθενείς με ενδοκαρδίτιδα, οστεομυελίτιδα ή μηνιγγίτιδα προερχόμενη από Candida είχαν αποκλεισθεί από την μελέτη. To caspofungin 50 mg χορηγήθηκε ημερησίως μετά από μια δόση εφόδου 70 mg, και η αμφοτερικίνη Β χορηγήθηκε σε 0,6 έως 0,7 mg/kg/ημέρα σε μη ουδετεροπενικούς ασθενείς ή 0,7 έως 1,0 mg/kg/ ημέρα σε ουδετεροπενικούς ασθενείς. Η μέση διάρκεια της ενδοφλέβιας θεραπείας ήταν 11,9 ημέρες, με ένα εύρος από 1 ως 28 ημέρες. Θετική ανταπόκριση απαιτούσε την υποχώρηση των συμπτωμάτων και μικροβιολογική κάθαρση από τη λοίμωξη με Candida. Διακόσιοι είκοσι τέσσερις ασθενείς συμπεριλήφθηκαν στην αρχική ανάλυση αποτελεσματικότητας (ανάλυση MITT) για την ανταπόκριση κατά τη λήξη της μελέτης με ενδοφλέβια (IV) θεραπεία. Τα ποσοστά θετικής ανταπόκρισης στη θεραπεία της διηθητικής καντιντίασης ήταν συγκρίσιμα για το caspofungin (73% [80/109]) και την αμφοτερικίνη Β (62% [71/115]) [% διαφορά 12,7 (95,6% CI -0,7, 26,0). Μεταξύ των ασθενών με καντινταιμία, τα ποσοστά θετικής ανταπόκρισης στο τέλος της ενδοφλέβιας (IV) θεραπείας της μελέτης ήταν συγκρίσιμα για το caspofungin (72% [66/92]) και για την αμφοτερικίνη Β(63% [59/94]) κατά την αρχική ανάλυση αποτελεσματικότητας (ανάλυση MITT) [% διαφορά 10,0 (95,0% CI -4,5, 24,5)]. Είναι περιορισμένα τα στοιχεία για ασθενείς με λοίμωξη σε μη αιματογενείς περιοχές. Τα ποσοστά θετικής ανταπόκρισης στους ουδετεροπενικούς ασθενείς ήταν 7/14 (50%) στην ομάδα του caspofungin και 4/10 (40%) στην ομάδα της αμφοτερικίνης Β. Αυτά τα περιορισμένα στοιχεία υποστηρίζονται από τα αποτελέσματα της μελέτης της εμπειρικής θεραπείας. Σε μια δεύτερη μελέτη, οι ασθενείς με διηθητική καντιντίαση έλαβαν ημερήσιες δόσεις caspofungin των 50 mg/ημερησίως (μετά από μία δόση εφόδου των 70 mg κατά την Ημέρα 1) ή caspofungin των 150 mg/ημερησίως (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σ’ αυτή τη μελέτη, η δόση του caspofungin χορηγήθηκε εντός διαστήματος 2 ωρών (αντί της καθιερωμένης χορήγησης εντός μίας ώρας). Η μελέτη απέκλεισε ασθενείς με πιθανολογούμενη ενδοκαρδίτιδα από Candida, μηνιγγίτιδα ή οστεομυελίτιδα. Επειδή αυτή ήταν μια μελέτη πρωταρχικής θεραπείας, οι ασθενείς που ήταν ανθεκτικοί σε προηγούμενους αντιμυκητιασικούς παράγοντες είχαν επίσης αποκλεισθεί. Ο αριθμός των ουδετεροπενικών ασθενών που εντάχθηκαν σ’ αυτήν τη μελέτη ήταν επίσης περιορισμένος (8,0%). Η αποτελεσματικότητα ήταν ένας δευτερεύων στόχος αυτής της μελέτης. Οι ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής και έλαβαν μία ή περισσότερες δόσεις θεραπείας της μελέτης με caspofungin συμπεριελήφθησαν στην ανάλυση αποτελεσματικότητας. Τα συνολικά ευνοϊκά ποσοστά ανταπόκρισης κατά το τέλος της θεραπείας με caspofungin ήταν παρόμοια και στις 2 ομάδες θεραπείας: 72% (73/102) και 78% (74/95) για τις ομάδες θεραπείας με caspofungin 50 mg και 150 mg, αντιστοίχως (διαφορά 6,3% [95% CI -5,9, 18,4]). Διηθητική Ασπεργίλλωση σε Ενήλικες Ασθενείς: Εξήντα εννέα ενήλικες ασθενείς (ηλικίας 18-80) με διηθητική ασπεργίλλωση εισήχθηκαν σε μια ανοιχτή, μη συγκριτική μελέτη για να αξιολογηθεί η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και αποτελεσματικότητα του caspofungin. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι είτε ανθεκτικοί (εξέλιξη της ασθένειας ή αποτυχία βελτίωσης με άλλες αντιμυκητιασικές θεραπείες, που χορηγήθηκαν για 7 ημέρες τουλάχιστον) (84% των εισαχθέντων ασθενών) ή μη ανεκτικοί (16% των εισαχθέντων ασθενών) σε άλλες καθιερωμένες αντιμυκητιασικές θεραπείες. Πολλοί από τους ασθενείς είχαν υποκείμενες ασθένειες (αιματολογικές κακοήθειες [Ν = 24], αλλογενή μεταμόσχευση μυελού οστών ή κυτταρική μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων [Ν = 18], μεταμόσχευση οργάνων [Ν = 8], συμπαγή όγκο [Ν = 3], ή άλλες ασθένειες [Ν = 10]). Χρησιμοποιήθηκαν αυστηροί ορισμοί, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Ομάδας Μελέτης για Μυκητιάσεις, για τη διάγνωση της διηθητικής ασπεργίλλωσης και για την ανταπόκριση στη θεραπεία (για την αξιολόγηση της ευνοϊκής ανταπόκρισης απαιτήθηκε κλινικά σημαντική βελτίωση σε ακτινογραφίες καθώς επίσης στα σημεία και συμπτώματα). Η μέση διάρκεια της θεραπείας ήταν 33,7 ημέρες, με ένα εύρος από 1 έως 162 ημέρες. Μια ανεξάρτητη ομάδα εμπειρογνωμόνων διαπίστωσε ότι 41% (26/63) των ασθενών που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση caspofungin είχαν ευνοϊκή ανταπόκριση. Από τους ασθενείς που έλαβαν περισσότερο από 7 ημέρες θεραπεία με caspofungin, το 50% (26/52) παρουσίασε ευνοϊκή ανταπόκριση. Τα πιο ευνοϊκά ποσοτικά ανταπόκρισης για ασθενείς που ήταν είτε ανθεκτικοί ή είχαν δυσανεξία σε προηγούμενες θεραπείες ήταν 36% (19/53) και 70% (7/10) αντίστοιχα. Παρόλο που οι δόσεις προηγούμενων αντιμυκητιασικών θεραπειών σε 5 ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη ήταν χαμηλότερες από αυτές που χορηγούνται συχνά για τη θεραπεία της διηθητικής ασπεργίλλωσης, το ποσοστό της ευνοϊκής ανταπόκρισης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με caspofungin σ’ αυτούς τους ασθενείς ήταν παρόμοιο με αυτό που παρουσίασαν οι υπόλοιποι ασθενείς, που ήταν ανθεκτικοί (2/5 έναντι 17/48 αντιστοίχως). Τα ποσοστά ανταπόκρισης μεταξύ των ασθενών με πνευμονική νόσο και εξωπνευμονική νόσο, ήταν 47% (21/45) και 28% (5/18) αντίστοιχα. Μεταξύ των ασθενών με εξωπνευμονική νόσο, 2 από τους 8 ασθενείς, οι οποίοι είχαν βέβαιη, πιθανή ή δυνατή συμμετοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), παρουσίασαν ευνοϊκή ανταπόκριση. Εμπειρική Θεραπεία σε Εμπύρετους, Ουδετεροπενικούς Ενήλικες Ασθενείς: Ένας συνολικός αριθμός 1.111 ασθενών με επίμονο πυρετό και ουδετεροπενία εισήχθηκαν σε μια κλινική μελέτη και έλαβαν θεραπεία είτε με caspofungin 50 mg ημερησίως κατόπιν μίας δόσης εφόδου 70 mg, ή με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 3,0 mg/kg/ημερησίως. Κατάλληλοι ασθενείς έλαβαν χημειοθεραπεία για κακοήθεια ή είχαν υποστεί αιμοποιητική μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων, και έχοντας ουδετεροπενία (<500 κύτταρα/mm3 για 96 ώρες) και πυρετό (>38,0 C) δεν ανταποκρίθηκαν σε ≥ 96 ώρες στην παρεντερική αντιβακτηριακή θεραπεία. Οι ασθενείς επρόκειτο να λάβουν θεραπεία έως και 72 ώρες αφότου υποχωρήσει η ουδετεροπενία, με μέγιστη διάρκεια 28 ημέρες. Ωστόσο, οι ασθενείς για τους οποίους είχε διαγνωστεί μια μυκητιασική λοίμωξη μπορούσαν να λάβουν θεραπεία για μεγαλύτερο διάστημα. Εάν το φαρμακευτικό προϊόν ήταν καλά ανεκτό αλλά ο πυρετός του ασθενούς επέμενε και η κλινική κατάσταση χειροτέρευε μετά από 5 ημέρες θεραπείας, η δόση του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης μπορούσε να αυξηθεί σε 70 mg/ημερησίως caspofungin (13,3% των ασθενών της θεραπείας) ή σε 5,0 mg/kg/ημερησίως της λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β (14,3% των ασθενών της θεραπείας). Είχαν συμπεριληφθεί 1.095 ασθενείς στην πρωταρχικά τροποποιημένη Modified Intention To Treat (MITT) ανάλυση αποτελεσματικότητας της συνολικής ευνοϊκής ανταπόκρισης. Το caspofungin (33,9%) ήταν τόσο αποτελεσματικό όσο η λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (33,7%) [% διαφορά 0,2 (95,2% Cl-5,6, 6,0)]. Μια συνολική ευνοϊκή ανταπόκριση απαιτούσε να πληρείται ένα από τα 5 κριτήρια: (1) επιτυχής θεραπεία κάποιας βασικής μυκητιασικής λοίμωξης (caspofungin 51,9 % [14/27], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 25,9% [7/27], (2) καμία νέα μυκητιασική λοίμωξη κατά τη διάρκεια της μελέτης με το φαρμακευτικό προϊόν ή εντός 7 ημερών μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (caspofungin 94,8% [527/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 95,5% [515/539], (3) επιβίωση για 7 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας της μελέτης (caspofungin 92,6% [515/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 89,2% [48/539]), (4) καμία διακοπή από το φαρμακευτικό προϊόν της μελέτης λόγω τοξικότητας σχετιζόμενης με το φαρμακευτικό προϊόν ή έλλειψης αποτελεσματικότητας (caspofungin 89,7% [499/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 85,5% [461/539]) και (5) υποχώρηση του πυρετού κατά τη διάρκεια της περιόδου με ουδετεροπενία (caspofungin 41,2% [229/556], λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β 41,4% [223/539]). Το εύρος της ανταπόκρισης στο caspofungin και στη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β για βασικές μυκητιασικές λοιμώξεις που προκαλούνται από τα είδη Aspergillus, ήταν αντίστοιχα, 41,7% (5/12) και 8,3% (1/12), και από τα είδη Candida ήταν 66,7% (8/12) και 41,7% (5/12). Οι ασθενείς στην ομάδα του caspofungin παρουσίασαν νέες λοιμώξεις λόγω των ακόλουθων μη συχνών ζυμομυκήτων και ευρωτομυκήτων: Είδη Trichosporon(1), Είδη Fusarium(1), Είδη Mucor(1), και Είδη Rhizopus(1). Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του caspofungin εκτιμήθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως 17 ετών, σε δύο προοπτικές, πολυκεντρικές κλινικές δοκιμές. Ο σχεδιασμός της μελέτης, τα διαγνωστικά κριτήρια και τα κριτήρια εκτίμησης της αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια με αυτά των αντίστοιχων μελετών σε ενήλικες ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η πρώτη μελέτη, στην οποία εντάχθηκαν 82 ασθενείς μεταξύ 2 και 17 ετών, ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη σύγκρισης του caspofungin (50 mg/m2 IV μία φορά ημερησίως μετά από μία δόση εφόδου των 70 mg/m2 την Ημέρα l (χωρίς υπέρβαση των 70 mg ημερησίως) με λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β (3 mg/kg IV ημερησίως) σε μια αναλογία θεραπείας 2:1 (56 σε caspofungin, 26 σε λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β) ως εμπειρική θεραπεία σε παιδιατρικούς ασθενείς με επιμένοντα πυρετό και ουδετεροπενία. Τα συνολικά ποσοστά επιτυχίας στην ΜΙΤΤ ανάλυση των αποτελεσμάτων, ρυθμισμένη ως προς τη διαστρωμάτωση κινδύνου, είχαν ως ακολούθως: 46,6% (26/56) για το caspofungin και 32,2% (8/25) για τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β. Η δεύτερη μελέτη ήταν μια προοπτική, ανοικτής επισήμανσης, μη συγκριτική μελέτη εκτίμησης της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του caspofungin σε παιδιατρικούς ασθενείς (ηλικίας από 6 μηνών έως 17 ετών) με διηθητική καντιντίαση, καντιντίαση οισοφάγου και διηθητική ασπεργίλλωση (ως θεραπεία διάσωσης). Εντάχθηκαν σαράντα εννέα ασθενείς και έλαβαν caspofungin 50 mg /m2 IV μία φορά ημερησίως μετά από μία δόση εφόδου των 70- mg/m2 την Ημέρα l (χωρίς υπέρβαση των 70 mg ημερησίως), από τους οποίους 48 συμπεριελήφθησαν στην MITT ανάλυση. Από αυτούς, 37 είχαν διηθητική καντιντίαση, 10 είχαν διηθητική ασπεργίλλωση, και 1 ασθενής είχε καντιντίαση οισοφάγου. Το ευνοϊκό ποσοστό ανταπόκρισης, ως προς την ένδειξη, κατά το πέρας της θεραπείας με caspofungin είχε ως ακολούθως κατά την MITT ανάλυση: 81% (30/37) στη διηθητική καντιντίαση, 50% (5/10) στη διημητική ασπεργίλλωση και 100% (1/1) στην καντιντίαση οισοφάγου. Σε μία διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη (2:1) ελεγχόμενη με συγκριτικό φάρμακο μελέτη αξιολογήθηκε η ασφάλεια, η ανεκτικότητα και αποτελεσματικότητα του caspofungin (2 mg/kg/d ενδοφλεβίως, με έγχυση διάρκειας πάνω από 2 ώρες) έναντι της amphothericin B deoxycholate (1 mg/kg/d) σε νεογνά και βρέφη ηλικίας μικρότερης από 3 μηνών με διηθητική καντιντίαση (επιβεβαιωμένη με καλλιέργεια). Λόγω ανεπαρκούς εισαγωγής ασθενών, η μελέτη τερματίστηκε νωρίς και μόνο 51 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν. Το ποσοστό των ασθενών με επιβίωση χωρίς μυκητιασική λοίμωξη στις 2 εβδομάδες μετά τη θεραπεία στην ομάδα θεραπείας με caspofungin (71%) ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στην ομάδα θεραπείας με amphothericin B deoxycholate (68,8%). Bάσει αυτής της μελέτης, δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις για τη δοσολογία σε νεογνά και βρέφη.
Κατανομή
Το caspofungin συνδέεται εκτενώς με τη λευκωματίνη. Το μη συνδεδεμένο κλάσμα του caspofungin ποικίλει από 3,5% σε υγιείς ασθενείς έως 7,6% σε ασθενείς με διηθητική καντιντίαση. Η κατανομή παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη φαρμακοκινητική του caspofungin στο πλάσμα και είναι το στάδιο που ελέγχεται με τη δοσολογία τόσο στην α-όσο και στη β-φάση. Η κατανομή σε ιστούς έφτασε στο μέγιστο όριο σε 1,5 έως 2 ημέρες μετά τη δόση όταν είχε κατανεμηθεί στους ιστούς 92% της δόσης. Είναι πιθανόν ένα μικρό μόνο κλάσμα του caspofungin που διαπερνά τους ιστούς να επιστρέφει αργότερα στο πλάσμα ως αρχική ένωση. Γι’ αυτό, η αποβολή γίνεται απουσία ενός ισοζυγίου κατανομής, και είναι έως τώρα αδύνατον να γίνει μια πραγματική εκτίμηση του όγκου κατανομής του caspofungin.
Βιομετασχηματισμός
Το caspofungin υφίσταται αυτόματη διάσπαση σε μια ένωση με ανοικτό δακτύλιο. Περαιτέρω μεταβολισμός περιλαμβάνει υδρόλυση των πεπτιδίων και Ν-ακετυλίωση. Δύο ενδιάμεσα προϊόντα, που σχηματίζονται κατά τη διάσπαση του caspofungin σ’αυτή την ένωση με τον ανοικτό δακτύλιο, συνδέονται μέσω ομοιοπολικού δεσμού με πρωτεΐνες του πλάσματος, με αποτέλεσμα χαμηλού βαθμού, μη αναστρέψιμη δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το caspofungin δεν είναι αναστολέας των ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450 1Α2, 2Α6, 2C9, 2C19, 2D6 ή 3Α4. Σε κλινικές μελέτες, το caspofungin δεν προκάλεσε επαγωγή ούτε ανέστειλε τον μεταβολισμό άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μέσω του CYP3A4. Το caspofungin δεν είναι υπόστρωμα για την Ρ-γλυκοπρωτεΐνη και είναι πτωχό υπόστρωμα για τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450.
Αποβολή
Η αποβολή του caspofungin από το πλάσμα γίνεται αργά με ρυθμό κάθαρσης 10-12 mL/min. Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα μειώνονται με ένα πολυφασικό τρόπο, μετά από εφ’ άπαξ ενδοφλέβιες εγχύσεις μίας ώρας. Μια σύντομη άλφα-φάση απαντάται αμέσως μετά την έγχυση, ακολουθούμενη από μια β - φάση με χρόνο ημιζωής από 9 έως 11 ώρες. Μια πρόσθετη γ - φάση απαντάται επίσης με χρόνο ημιζωής 45 ωρών. Η κατανομή, περισσότερο από την απέκκριση ή τη βιομετατροπή, είναι ο επικρατέστερος μηχανισμός, που επηρεάζει την κάθαρση του πλάσματος. Περίπου το 75% της ραδιενεργούς δόσης ανακτήθηκε σε 27 ημέρες: 41% από τα ούρα και 34% από τα κόπρανα. Υπάρχει μια μικρή απέκκριση ή βιομετατροπή του caspofungin κατά τη διάρκεια των πρώτων 30 ωρών μετά τη χορήγηση. Η απέκκριση είναι αργή και ο τελικός χρόνος ημιζωής της ραδιενέργειας ήταν 12 έως 15 ημέρες. Ένα μικρό ποσοστό caspofungin εκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα (περίπου 1,4% της δόσης). Το caspofungin επέδειξε μέτρια μη γραμμική φαρμακοκινητική με αυξημένη συσσώρευση κατά την αύξηση της δόσης, και δοσοεξάρτηση, όσον αφορά το χρόνο επίτευξης σταθερής κατάστασης κατόπιν χορήγησης πολλαπλών δόσεων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Αυξημένη έκθεση στο caspofungin παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και ήπια ηπατική βλάβη, σε θηλυκά άτομα, και στους ηλικιωμένους. Γενικά η αύξηση ήταν μέτρια και όχι αρκετά μεγάλη για να δικαιολογηθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική βλάβη ή σε υπέρβαρους ασθενείς, μπορεί να είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας (βλ. παρακάτω).
Βάρος: Σε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ενήλικες ασθενείς με καντιντίαση βρέθηκε ότι το βάρος επηρεάζει τη φαρμακοκινητική του caspofungin. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μειώνονται όταν αυξάνεται το βάρος. Η μέση έκθεση σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 80 kg υπολογίστηκε να είναι 23% μικρότερη από αυτή σε ενήλικα ασθενή που ζύγιζε 60 kg (βλ Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία: Σε ενήλικες ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική βλάβη, η AUC αυξάνεται περίπου κατά 20 και 75%, αντίστοιχα. Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία όσον αφορά ενήλικες ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και παιδιατρικούς ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία οποιουδήποτε βαθμού. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων, η μείωση της δοσολογίας από την ημερήσια δόση σε 35 mg σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία έδειξε ότι παρέχει καμπύλη AUC παρόμοια με αυτή που λαμβάνεται σε ενήλικα άτομα με κανονική ηπατική λειτουργία που έλαβαν το καθιερωμένο σχήμα (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία: Σε μια κλινική μελέτη εφάπαξ δόσεων 70 mg, η φαρμακοκινητική του caspofungin ήταν παρόμοια σε ενήλικες εθελοντές με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50 έως 80 mL/min) και στα άτομα ελέγχου. Μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 31 έως 49 mL/min), προχωρημένη (κάθαρση κρεατινίνης 5 έως 30 mL/min) και τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης <10 mL/min και εξαρτώμενων από την διάλυση) νεφρική δυσλειτουργία αύξησε μέτρια τις συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση (εύρος: 30 έως 49% για το AUC). Ωστόσο, σε ενήλικες ασθενείς με διηθητική καντιντίαση, οισοφαγική καντιντίαση ή διηθητική ασπεργίλλωση που έλαβαν πολλαπλές ημερήσιες δόσεις caspofungin 50 mg, δεν υπήρξε σημαντική δράση της ήπιας έως προχωρημένου σταδίου νεφρικής βλάβης, στις συγκεντρώσεις του caspofungin. Δεν είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Το caspofungin δεν μπορεί να διηθηθεί, γι αυτό δεν απαιτείται συμπληρωματική δοσολογία μετά την αιμοδιύλιση.
Φύλο: Οι συγκεντρώσεις του caspofungin στο πλάσμα ήταν κατά μέσο όρο 17-38% υψηλότερες στις γυναίκες απ’ότι στους άντρες.
Ηλικιωμένοι: Μια μέτρια αύξηση στην AUC (28%) και C24h (32%) παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους άντρες σε σύγκριση με νέους άντρες. Στους ασθενείς που έλαβαν εμπειρική θεραπεία ή οι οποίοι είχαν διηθητική καντιντίαση, μια παρόμοια επίδραση με την ηλικία παρατηρήθηκε σε ηλικιωμένους ασθενείς σε σχέση με νεώτερους ασθενείς.
Φυλή: Δεδομένα φαρμακοκινητικής των ασθενών δεν παρουσίασαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του caspofungin, ανάμεσα στην Καυκάσια, Μαύρη, Ισπανική και Μεστίτζος φυλή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε εφήβους (ηλικίας 12 έως 17 ετών) που ελάμβαναν caspofungin των 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin ήταν γενικά συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Όλοι οι έφηβοι έλαβαν δόσεις >50 mg ημερησίως και στην πραγματικότητα 6 από τους 8 έλαβαν τη μέγιστη δόση των 70 mg/ημέρα. Οι συγκεντρώσεις caspofungin στο πλάσμα σε αυτούς τους εφήβους ήταν μειωμένες συγκριτικά με αυτές των ενηλίκων που ελάμβαναν 70 mg ημερησίως, την πλέον συχνή δόση που χορηγήθηκε στους εφήβους. Σε παιδιά (ηλικίες 2 έως 11 ετών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg / ημερησίως. Σε μικρά παιδιά και νήπια (ηλικίας 12 έως 23 μηνών) που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg/m2 ημερησίως (μέγιστο 70 mg ημερησίως), η AUC0-24hr στο πλάσμα για το caspofungin, μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που ελάμβαναν caspofungin στα 50 mg ημερησίως και με αυτή των μεγαλύτερων παιδιών (ηλικίας 2 έως 11 ετών) που έλαβαν 50 mg/m2 ημερησίως. Συνολικά, τα διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής, αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είναι περιορισμένα σε ασθενείς ηλικίας 3 έως 10 μηνών. Δεδομένα φαρμακοκινητικής ενός παιδιού 10 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2 ημερησίως κατέδειξαν την AUC0-24hr εντός του ιδίου εύρους όπως παρατηρήθηκε σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες στη δόση των 50 mg/m2 και 50 mg, αντιστοίχως, ενώ σε ένα παιδί ηλικίας 6 μηνών που έλαβε τη δόση των 50 mg/m2, η AUC0-24hr ήταν κατά τι μεγαλύτερη. Σε νεογνά και βρέφη (<3 μηνών) που έλαβαν caspofungin στα 25 mg/m2 ημερησίως (που αντιστοιχεί σε μέση ημερήσια δόση των 2,1 mg /kg), η μέγιστη συγκέντρωση caspofungin (C1 hr) και η ελάχιστη συγκέντρωση caspofungin (C24 hr) μετά από πολλαπλές δόσεις ήταν συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που έλαβαν caspofungin στα 50 mg ημερησίως. Την Ημέρα 1, η C1 hr ήταν συγκρίσιμη και η C24 hr μετρίως αυξημένη (36%) σε αυτά τα νεογνά και βρέφη σε σχέση με τους ενήλικες. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε μεταβλητότητα τόσο στη C1 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 11,73 μg/mL, κυμαινόμενη από 2,63 έως 22,05 μg/mL) όσο και στη C24 hr (γεωμετρική μέση τιμή την Ημέρα 4, 3,55 μg/mL, κυμαινόμενη από 0,13 έως 7,17 μg/mL). Μετρήσεις της AUC0-24hr δεν πραγματοποιήθηκαν σε αυτή τη μελέτη λόγω των αραιών δειγμάτων πλάσματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του caspofungin δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε προοπτικές κλινικές δοκιμές σε νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνών.