FOSRENOL(φοσρενολ)
lanthanum carbonate
Σκευάσματα και τιμές FOSRENOL
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 500 / TAB | 126.14 € | |
| 750 / TAB | 173.59 € |
FOSRENOL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
έλεγχο της υπερφωσφαταιμίας
σε: ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια υπό αιμοκάθαρση ή συνεχή περιπατητική περιτοναιοδιύλιση (CAPD)
ως φωσφοροδεσμευτικός παράγοντας
-
έλεγχο της υπερφωσφαταιμίας
σε: ενήλικες ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο που δεν υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
με επίπεδα φωσφορικών στον ορό ≥1,78 mmol/L στους οποίους μόνο διατροφή με χαμηλό φώσφορο είναι ανεπαρκής
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: με ή αμέσως μετά το φαγητό, με την ημερήσια δόση μοιρασμένη ανάμεσα στα γεύματα
- Δόση έναρξης: 750 mg την ημέρα
- Τιτλοποίηση: να τιτλοποιείται κάθε 2-3 εβδομάδες έως ότου επιτευχθούν αποδεκτά επίπεδα φωσφορικών, με τακτική μετέπειτα παρακολούθηση
-
Ενήλικες, συμπεριλαμβανομένων και των ηλικιωμένων (> 65 ετών)Δόση1500 - 3000 mg λανθανίου την ημέραΜέγ. δόση3750 mgΤο Lanthanum Carbonate θα πρέπει να λαμβάνεται με ή αμέσως μετά το φαγητό, με την ημερήσια δόση μοιρασμένη ανάμεσα στα γεύματα. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμμορφώνονται με τη συνιστώμενη δίαιτα ώστε να ελέγχουν την πρόσληψη φωσφορικών αλάτων και υγρών. Το Lanthanum Carbonate διατίθεται υπό μορφή μασώμενου δισκίου έτσι ώστε να αποφεύγεται η λήψη επιπλέον υγρών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Lanthanum Carbonate σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΟι δόσεις σε περίπτωση ηπατικής δυσλειτουργίας δεν θα πρέπει να τροποποιηθούν, αλλά οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υποφωσφαταιμία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Απόθεση λανθανίου στους ιστούςΑυξανόμενα επίπεδα λανθανίου παρατηρήθηκαν με την πάροδο του χρόνου (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Γαστρεντερικές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς με προδιάθεση για απόφραξη του γαστρεντερικού σωλήνα, ειλεό, ατελή ειλεό και διάτρηση (π.χ. αλλοιωμένη γαστρεντερική ανατομία, διαταραχές υποκινητικότητας)Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, αναφέρθηκαν περιπτώσεις που απαιτούσαν χειρουργική επέμβαση ή εισαγωγή σε νοσοκομείο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Οδηγίες χορήγησης (δισκία)Τα δισκία **Lanthanum Carbonate** πρέπει να μασώνται τελείως και να μην καταπίνονται ολόκληρα για τη μείωση του κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων επιπλοκών του γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. Δοσολογία).
-
ΥπασβεστιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΤα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και να χορηγούνται κατάλληλα συμπληρώματα.
-
Ηπατική λειτουργίαΗ παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας συνιστάται. Μείωση στη ροή της χολής μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη απόθεση λανθανίου στους ιστούς (βλ. Φαρμακοκινητικές και Προκλινικά δεδομένα).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΔεν συνιστάται η χρήση (βλ. Δοσολογία) καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
ΥποφωσφαταιμίαΗ χρήση του **Lanthanum Carbonate** θα πρέπει να διακοπεί αν αναπτυχθεί υποφωσφαταιμία.
-
Ακτινογραφίες κοιλιακής χώραςΟι ακτινογραφίες μπορεί να έχουν ακτινοσκιερή εμφάνιση, χαρακτηριστική ενός σκιαγραφικού μέσου.
-
Σπάνια κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήμειωμένη απορρόφηση λόγω αύξησης γαστρικού pHΣύστασηνα μην λαμβάνονται εντός 2 ωρών από τη χορήγηση Lanthanum Carbonate
-
κιτρικά άλαταπαρακολούθησηδεν επηρεάζεται η απορρόφηση και φαρμακοκινητική του λανθανίου
-
λιποδιαλυτές βιταμίνες A, D, E και Kπαρακολούθησηδεν επηρεάζονται τα επίπεδα στον ορό
-
παρακολούθησηδεν επιφέρονται κλινικά σχετικές αλλαγές στα φαρμακοκινητικά προφίλ
-
παρακολούθησηπεριορισμένη πιθανότητα επίδρασης στην απορρόφηση
-
προσοχήθεωρητικά πιθανή μειωμένη απορρόφησηΣύστασηνα μην λαμβάνονται εντός 2 ωρών από τη χορήγηση Lanthanum Carbonate
-
σιπροφλοξασίνη (από του στόματος)προσοχήμείωση βιοδιαθεσιμότητας κατά περίπου 50%Σύστασητα από του στόματος σκευάσματα φλοξασίνης να λαμβάνονται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά το Lanthanum Carbonate
-
λεβοθυροξίνηπροσοχήμειώνεται η απορρόφησηΣύστασηνα μην λαμβάνεται εντός 2 ωρών από τη χορήγηση του Lanthanum Carbonate και συνιστάται στενότερη παρακολούθηση των επιπέδων TSH
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Γαστρεντερίτιδα
- Λαρυγγίτιδα
- Ηωσινοφιλία
- Υπερπαραθυρεοειδισμός
- Υπασβεστιαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερφωσφαταιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Ανορεξία
- Αυξημένη όρεξη
- Μείωση βάρους
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Μεταβολή της γεύσης
- Ίλιγγος
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Ειλεός
- Ατελής ειλεός
- Εντερική απόφραξη
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
- Οισοφαγίτιδα
- Στοματίτιδα
- Χαλαρά κόπρανα
- Ξηροστομία
- Διαταραχή οδόντος
- Ερυγές
- Εντερική διάτρηση
- Γαστρεντερικές διαταραχές (μη αλλιώς καθοριζόμενες)
- Αλωπεκία
- Αυξημένη εφίδρωση
- αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων δερματικών εξανθημάτων, κνίδωσης και κνησμού)
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Οστεοπόρωση
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Περιφερικό οίδημα
- Άλγος
- Δίψα
- Αργίλιο αίματος αυξημένο
- Αυξημένη γGT
- Αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσες
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςαλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων δερματικών εξανθημάτων, κνίδωσης και κνησμού)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑργίλιο αίματος αυξημένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑτελής ειλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσεςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γGTΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερικές διαταραχές (μη αλλιώς καθοριζόμενες)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή οδόντοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρυγέςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜεταβολή της γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ευερέθιστου εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερπαραθυρεοειδισμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΧαλαρά κόπραναΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕντερική διάτρησηΓαστρεντερικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του Lanthanum Carbonate στις έγκυες γυναίκες. Μια μελέτη σε επίμυες έδειξε αναπαραγωγική εμβρυοτοξικότητα (καθυστέρηση στο άνοιγμα των ματιών και τη σεξουαλική ωρίμανση) και μειωμένο βάρος στα νεογνά σε μεγάλες δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό εάν το λανθάνιο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Η απέκκριση του λανθανίου στο γάλα δεν έχει μελετηθεί στα ζώα. Μεγάλη προσοχή χρειάζεται για την απόφαση αν θα συνεχιστεί ή θα διακοπεί ο θηλασμός ή αν θα συνεχιστεί ή θα διακοπεί η θεραπεία με Lanthanum Carbonate, συνυπολογίζοντας το πιθανό όφελος του θηλασμού για το παιδί και το πιθανό όφελος της θεραπείας με Lanthanum Carbonate για τη μητέρα.
-
ΓονιμότηταΔεν είχε ανεπιθύμητες ενέργειεςΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για το ανθρακικό λανθάνιο στον άνθρωπο. Σε τοξικολογικές μελέτες σε αρουραίους, το ανθρακικό λανθάνιο δεν είχε ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- κεφαλαλγία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για τη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας και της υπερφωσφαταιμίας. Κωδικός ATC: V03A E03.
Μηχανισμός δράσης
Η δράση του ένυδρου ανθρακικού λανθανίου ως φωσφοροδεσμευτικού παράγοντα βασίζεται στην υψηλή χημική συγγένεια των ιόντων λανθανίου, που απελευθερώνονται από το ανθρακικό άλας στο όξινο περιβάλλον του στομάχου, με το φωσφόρο της διατροφής. Σχηματίζεται αδιάλυτο φωσφορικό λανθάνιο, γεγονός που οδηγεί σε μείωση της απορρόφησης φωσφορικών από τo γαστρεντερικó σωλήνα.
Ένα σύνολο 1130 ασθενών με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια υπό θεραπεία συντηρητικής αιμοκάθαρσης ή συνεχή περιπατητική περιτοναιοδιύλιση μελετήθηκαν σε δύο μελέτες φάσης ΙΙ και σε δύο μελέτες φάσης ΙΙΙ. Τρεις μελέτες ήταν ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (η μία με σχεδιασμό σταθερής δόσης και οι άλλες δύο με σχεδιασμό τιτλοποίησης της δόσης) και μία περιελάμβανε ανθρακικό ασβέστιο ως δραστική ουσία σύγκρισης. Κατά τη διάρκεια αυτών των μελετών, 1016 ασθενείς έλαβαν ανθρακικό λανθάνιο, 267 έλαβαν ανθρακικό ασβέστιο και 176 έλαβαν εικονικό φάρμακο. Δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, τυχαιοποιημένες μελέτες συμπεριέλαβαν τους ασθενείς σε αιμοκάθαρση μετά από έκπλυση των προηγούμενων φωσφοροδεσμευτικών παραγόντων. Μετά την τιτλοδότηση του ανθρακικού λανθανίου για την επίτευξη επιπέδου φωσφορικών στον ορό μεταξύ 1,3 και 1,8 mmol/L σε μια μελέτη (δόσεις έως 2250 mg/ημέρα), ή ≤1,8 mmol/L σε μια δεύτερη μελέτη (δόσεις έως 3000 mg/ημέρα), οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε ανθρακικό λανθάνιο ή εικονικό φάρμακο ως θεραπεία συντήρησης. Μετά την τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο φάση 4 εβδομάδων, η συγκέντρωση φωσφορικών στον ορό αυξήθηκε μεταξύ 0,5 και 0,6 mmol/L στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, και στις δύο μελέτες, σε σχέση με τους ασθενείς που παρέμειναν στη θεραπεία με ανθρακικό λανθάνιο. Το 61% των ασθενών στους οποίους χορηγούνταν ανθρακικό λανθάνιο διατήρησαν την απόκρισή τους, σε σύγκριση με το 23% στους οποίους χορηγούνταν εικονικό φάρμακο. Η μελέτη ενεργού ελέγχου έδειξε ότι τα επίπεδα φωσφορικών στον ορό μειώθηκαν στα επιδιωκόμενα επίπεδα του 1,8 mmol/l στο τέλος της περιόδου τιτλοδότησης διάρκειας 5 εβδομάδων, στο 51% της ομάδας του λανθανίου σε σύγκριση με 57% της ομάδας του ανθρακικού ασβεστίου. Μετά από 25 εβδομάδες θεραπείας, το ποσοστό τυχαιοποιημένων ασθενών που παρουσίαζε ελεγχόμενα επίπεδα φωσφορικών στον ορό ήταν παρόμοιο και στις δύο ομάδες, 29% στο ανθρακικό λανθάνιο και 30% στο ανθρακικό ασβέστιο (χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση απουσία=αποτυχία). Τα μέσα επίπεδα φωσφορικών στον ορό μειώθηκαν κατά παρόμοιο ποσοστό και στις δύο ομάδες. Περαιτέρω μελέτες μακροχρόνιας παράτασης έδειξαν διατήρηση της μείωσης των φωσφορικών για ορισμένους ασθενείς μετά από συνεχή, τουλάχιστον 2 χρόνων, χορήγηση ανθρακικού λανθανίου. Υπερασβεστιαιμία αναφέρθηκε σε 0,4% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Lanthanum Carbonate, σε σύγκριση με 20,2% σε συγκριτικές μελέτες, με φωσφοροδεσμευτικούς παράγοντες με βάση το ασβέστιο. Οι συγκεντρώσεις παραθορμόνης (PTH) του ορού μπορεί να εμφανίζουν διακυμάνσεις ανάλογα με την κατάσταση του ασβεστίου του ορού, των φωσφορικών και της βιταμίνης D του ασθενή. Το Lanthanum Carbonate δεν φάνηκε να έχει άμεσες επιδράσεις στις συγκεντρώσεις PTH του ορού. Από τα μέσα δεδομένα των μακροχρόνιων μελετών οστών παρατηρήθηκε με το πέρασμα του χρόνου μια αυξητική τάση των συγκεντρώσεων λανθανίου στα οστά του πληθυσμού ελέγχου, με τη μέση τιμή να τριπλασιάζεται μέσα σε 24 μήνες από τη βάση αναφοράς των 53 μg/kg. Σε ασθενείς που ακολούθησαν αγωγή με ανθρακικό λανθάνιο, η συγκέντρωση λανθανίου στα οστά αυξήθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών της αγωγής με ανθρακικό λανθάνιο έως τη μέση τιμή των 1328 μg/kg (εύρος 122-5513 μg/kg). Οι μέσες συγκεντρώσεις και οι συγκεντρώσεις εύρους στους 18 και τους 24 μήνες ήταν παρόμοιες με εκείνες των 12 μηνών. Η μέση τιμή στους 54 μήνες ήταν 4246 μg/kg (εύρος 1673-9792 μg/kg). Ζεύγη βιοψιών οστών (στη βάση αναφοράς και σε ένα ή δύο έτη) σε ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν είτε με Lanthanum Carbonate είτε με ανθρακικό ασβέστιο σε μια μελέτη και ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν είτε με Lanthanum Carbonate είτε με εναλλακτική θεραπεία σε δεύτερη μελέτη, δεν παρουσίασαν διαφορές στην ανάπτυξη ελαττωμάτων μεταλλοποίησης μεταξύ των ομάδων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Lanthanum Carbonate σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία υπερφωσφαταιμίας. Βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Καθώς η σύνδεση μεταξύ του λανθανίου και του φωσφόρου της διατροφής πραγματοποιείται στον αυλό του στομάχου και στο άνω λεπτό έντερο, η θεραπευτική αποτελεσματικότητα του Lanthanum Carbonate δεν εξαρτάται από τα επίπεδα του λανθανίου στο πλάσμα. Το λανθάνιο βρίσκεται στο περιβάλλον. Μέτρηση των παλιών επιπέδων σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, που δεν έλαβαν θεραπεία με ένυδρο ανθρακικό λανθάνιο, κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών Φάσης ΙΙΙ, αποκάλυψε συγκεντρώσεις <0,05 ως 0,90 ng/mL στο πλάσμα και <0,006 ως 1,0 μg/g στα δείγματα της βιοψίας οστών.
Απορρόφηση
Το ένυδρο ανθρακικό λανθάνιο έχει χαμηλή διαλυτότητα στο νερό (<0,01 mg/mL σε pH 7,5) και απορροφάται ελάχιστα μετά από χορήγηση από του στόματος. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα υπολογίζεται ότι είναι <0,002% στους ανθρώπους. Σε υγιείς εθελοντές, οι AUC και Cmax του πλάσματος αυξήθηκαν ως συνάρτηση της δόσης, αλλά με λιγότερο ανάλογο τρόπο, μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις 250 ως 1000 mg λανθανίου, γεγονός που βρίσκεται σε συμφωνία με την περιορισμένη, λόγω διαλυτοποίησης, απορρόφηση. Ο σχετικός χρόνος ημιζωής της αποβολής από το πλάσμα σε υγιείς εθελοντές ήταν 36 ώρες. Σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση στους οποίους χορηγήθηκε για 10 ημέρες δόση 1000 mg λανθανίου 3 φορές ημερησίως, η μέση (± sd) ανώτερη συγκέντρωση πλάσματος ήταν 1,06 (±1,04) ng/mL, και η μέση AUClast ήταν 31,1 (± 40,5) ng.h/mL. Τακτική παρακολούθηση του επιπέδου αίματος σε 1707 ασθενείς υπό αιμοκάθαρση που έλαβαν ένυδρο ανθρακικό λανθάνιο για διάστημα ως 2 χρόνων δεν έδειξε καμία αύξηση στις συγκεντρώσεις λανθανίου στο πλάσμα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Κατανομή
Το λανθάνιο δεν συσσωρεύεται στο πλάσμα σε ασθενείς ή σε ζώα μετά από επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση ένυδρου ανθρακικού λανθανίου. Το μικρό ποσοστό του από του στόματος χορηγούμενου λανθανίου που απορροφάται, συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (>99,7%) και σε μελέτες με ζώα, κατανεμήθηκε ευρέως σε συστηματικούς ιστούς, στα κυρίως οστά, το ήπαρ και το γαστρεντερικό σωλήνα, περιλαμβανομένων και των μεσεντερίων λεμφαδένων. Σε μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα, οι συγκεντρώσεις λανθανίου σε αρκετούς ιστούς, συμπεριλαμβανομένων του γαστρεντερικού σωλήνα, των οστών και του ήπατος, αυξήθηκαν με το χρόνο σε επίπεδα αρκετών τάξεων μεγέθους πάνω από εκείνες στο πλάσμα. Μια σχετική σταθεροποιημένη κατάσταση του επιπέδου του λανθανίου επιτεύχθηκε σε ορισμένους ιστούς, π.χ. στο ήπαρ, ενώ τα επίπεδα στο γαστρεντερικό σωλήνα αυξήθηκαν με τη διάρκεια της θεραπείας. Οι αλλαγές στα επίπεδα λανθανίου στους ιστούς μετά τη διακοπή της θεραπείας ποίκιλαν μεταξύ των ιστών. Ένα σχετικά υψηλό ποσοστό λανθανίου παρέμεινε στους ιστούς για περισσότερο από 6 μήνες μετά τη διακοπή της χορήγησης (μέσο ποσοστό% που παρέμεινε στα οστά ≤100% (επίμυες) και ≤87% (σκύλοι), και στο ήπαρ ≤6% (επίμυες) και ≤82% (σκύλοι). Καμία ανεπιθύμητη ενέργεια δεν σχετίζεται με τη συγκέντρωση λανθανίου στους ιστούς, που παρατηρήθηκε σε μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα με υψηλές από του στόματος χορηγούμενες δόσεις ανθρακικού λανθανίου (βλ. Προκλινικά δεδομένα) (Βλ. Φαρμακοδυναμικές για πληροφορίες σχετικά με αλλαγές στις συγκεντρώσεις λανθανίου σε βιοψίες οστών που ελήφθησαν από ασθενείς υπό αιμοκάθαρση μετά από ένα χρόνο θεραπείας με λανθάνιο, συγκριτικά με θεραπεία με φωσφοροδεσμευτικούς παράγοντες που περιέχουν ασβέστιο).
Βιομετασχηματισμός
Το λανθάνιο δεν μεταβολίζεται. Μελέτες σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια με ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Σε ασθενείς με συνυπάρχουσες ηπατικές διαταραχές κατά την ένταξή τους σε κλινικές μελέτες Φάσης ΙΙΙ, δεν υπήρξε κανένα στοιχείο αυξημένης έκθεσης του πλάσματος σε λανθάνιο ή επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας μετά τη θεραπεία με Lanthanum Carbonate για περιόδους μέχρι και 2 χρόνια.
Αποβολή
Το λανθάνιο απεκκρίνεται κυρίως με τα κόπρανα, με μόνο γύρω στο 0,000031% μια από του στόματος λαμβανόμενης δόσης να απεκκρίνεται μέσω των ούρων σε υγιείς εθελοντές (νεφρική κάθαρση περίπου 1mL/λεπτό, που αντιπροσωπεύει το <2% της συνολικής κάθαρσης πλάσματος). Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε ζώα, το λανθάνιο απεκκρίνεται κυρίως με τα κόπρανα (74% της δόσης), τόσο μέσω της χολής όσο και άμεσα διαμέσου του εντερικού τοιχώματος. Η νεφρική απέκκριση ήταν μικρότερης σημασίας.