Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
LESCOL 40MG/TAB
Διακοπή
|
40 / TAB | 5.97 € |
|
LESCOL XL 80 80MG/TAB
Διακοπή
|
80 / TAB | 5.75 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I51 Άλλες καρδιοπάθειες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μείζονες ανεπιθύμητες καρδιακές ενέργειες
-
E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μεικτή δυσλιπιδαιμία · Υπερχοληστερολαιμία
LESCOL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: το βράδυ / σε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας / δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 20 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί προς τα πάνω μέχρι 80 mg ημερησίως. Αναπροσαρμογές της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο (ενήλικες) ή 6 εβδομάδων (παιδιατρικός πληθυσμός).
-
ΕνήλικεςΔόση20-80 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση80 mg/ημερησίωςΗ αρχική δόση και η δόση συντήρησης εξατομικεύονται. Για μείωση LDL-C < 25%, αρχική δόση 20 mg το βράδυ. Για μείωση LDL-C ≥ 25%, αρχική δόση 40 mg το βράδυ. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί έως 80 mg εφάπαξ ή 40 mg δύο φορές την ημέρα. Για δευτερεύουσα πρόληψη στεφανιαίας νόσου, 80 mg ημερησίως.
-
Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (9 ετών και άνω)Δόση20-80 mg/ημερησίωςΜέγ. δόση80 mg/ημερησίωςΑρχική δόση 20 mg. Οι δόσεις εξατομικεύονται. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 80 mg (40 mg δις ημερησίως ή 80 mg άπαξ ημερησίως).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν είναι απαραίτητες αναπροσαρμογές της δόσης. Ωστόσο, δόσεις > 40 mg/ημερησίως σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCL <0,5 ml/sec ή 30 ml/min) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΤο Φλουβαστατίνη XL αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργό ηπατοπάθεια ή ανεξήγητες εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών στον ορό.
-
Ηλικιωμένος πληθυσμόςΔεν είναι απαραίτητες αναπροσαρμογές της δόσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενεργός ηπατοπάθεια ή ανεξήγητες εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών στον ορό
-
Κύηση και θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική λειτουργίαΑσθενείς να αναφέρουν πιθανά συμπτώματα ή σημάδια ηπατικής ανεπάρκειας (π.χ. ναυτία, έμετος, απώλεια όρεξης, ίκτερος, δυσλειτουργία εγκεφαλικής λειτουργίας, εύκολοι μώλωπες ή εύκολη αιμορραγία). Αξιολόγηση διακοπής της θεραπείας. Διακοπή θεραπείας εάν αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ή της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης είναι υπερτριπλάσια του ανώτατου φυσιολογικού ορίου και εμμένουσα. Να επιδεικνύεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό ηπατοπάθειας ή κατάποσης πολύ αλκοόλ.
-
Σκελετικός μυςΟι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν γρήγορα ανεξήγητη μυαλγία, μυϊκή ευαισθησία ή μυϊκή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό. Να λαμβάνεται υπόψη μυοπάθεια, μυοσίτιδα ή ραβδομυόλυση σε ασθενείς με ανεξήγητες διάχυτες μυαλγίες, μυϊκή ευαισθησία ή μυϊκή αδυναμία ή/και αισθητή αύξηση των τιμών της κινάσης της κρεατινίνης (CK).
-
Αλληλεπίδραση με Φουσιδικό οξύΔεν θα πρέπει να συγχορηγείται με μορφές φουσιδικού οξέος για συστηματική χορήγηση ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση συστηματικά χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται σημαντική, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Ο ασθενής θα πρέπει να καθοδηγείται να αναζητήσει άμεσα ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάσει οποιοδήποτε από τα συμπτώματα μυϊκή αδυναμία, πόνο ή ευαισθησία. Η επανεκκίνηση της θεραπείας με στατίνη μπορεί να πραγματοποιηθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις παρατεταμένης χρήσης φουσιδικού οξέος, η ανάγκη για συγχορήγηση του Φλουβαστατίνη XL και του φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Μέτρηση κινάσης της κρεατινίνηςΔεν υπάρχουν τρέχουσες ενδείξεις για συνήθη παρακολούθηση της ολικής CK πλάσματος ή λοιπών μυϊκών ενζύμων σε ασυμπτωματικούς ασθενείς. Εάν πρέπει να μετρηθεί η CK, δεν θα πρέπει να μετράται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία τυχόν ευλογοφανούς εναλλακτικού αιτίου αύξησης της CK.
-
Κίνδυνος ραβδομυόλυσηςπροσοχήΧορήγηση φλουβαστατίνης με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για ραβδομυόλυση. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα στην έναρξη της μελέτης (> 5x ULN), τα επίπεδα θα πρέπει να μετρώνται πάλι 5 έως 7 ημέρες αργότερα προς επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα CK εξακολουθούν να είναι σημαντικά αυξημένα (> 5x ULN) στην έναρξη της θεραπείας, δεν θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη θεραπείαΕάν παρουσιαστούν μυϊκά συμπτώματα (άλγος, αδυναμία ή κράμπες), θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα CK. Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν διαπιστωθεί ότι αυτά τα επίπεδα είναι σημαντικά αυξημένα (> 5x ULN). Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη κι εάν τα επίπεδα CK είναι αυξημένα έως ≤ 5x ULN, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα αποδράμουν και τα επίπεδα CK επανέλθουν στο φυσιολογικό, μπορεί να ληφθεί υπόψη εκ νέου εισαγωγή φλουβαστατίνης ή άλλης στατίνης στην κατώτατη δόση και υπό στενή παρακολούθηση.
-
Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας με συγχορήγησηπροσοχήΤο Φλουβαστατίνη XL θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης κυκλοσπορίνης), φιβράτες, νικοτινικό οξύ ή ερυθρομυκίνη, ή κολχικίνες (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΕάν πιθανολογείται ότι ένας ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια (δύσπνοια, μη παραγωγικός βήχας, επιδείνωση γενικής υγείας), θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με στατίνες.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΑσθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5.6 έως 6.9 mmol/L, BMI > 30 kg/m², αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά, όσο και βιοχημικά, σύμφωνα με τις εθνικές συστάσεις.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμίαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν μελετηθεί για περιόδους θεραπείας μεγαλύτερες των δύο ετών. Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη σωματική, την πνευματική και τη σεξουαλική ωριμότητα για παρατεταμένη θεραπευτική περίοδο. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Στην περίπτωση παιδιών προεφηβικής ηλικίας, θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι και τα οφέλη πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔεν διατίθενται δεδομένα για τη χρήση φλουβαστατίνης σε ασθενείς με την πολύ σπάνια κατάσταση ομόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας ή/και ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑξιολογείται προσεκτικά το όφελος και ο κίνδυνος της ταυτόχρονης θεραπείας. Οι συνδυασμοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
ΚολχικίνεςπροσοχήΜυοτοξικότητα (μυαλγία, αδυναμία, ραβδομυόλυση).ΣύστασηΑξιολογείται προσεκτικά το όφελος και ο κίνδυνος της ταυτόχρονης θεραπείας. Οι συνδυασμοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης σε φλουβαστατίνη (AUC) και μέγιστης συγκέντρωσης (Cmax) κατά 2 φορές. Καμία επίδραση στην βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης.ΣύστασηΗ αρχική δόση και η δόση συντήρησης της φλουβαστατίνης πρέπει να είναι οι μικρότερες δυνατές κατά το συνδυασμό με κυκλοσπορίνη.
-
Βαρφαρίνη, λοιπά παράγωγα κουμαρίνηςπαρακολούθησηΑιμορραγικά επεισόδια ή/και αυξήσεις των χρόνων προθρομβίνης (πολύ σπάνια).ΣύστασηΣυνιστάται να παρακολουθούνται οι χρόνοι προθρομβίνης κατά την έναρξη, διακοπή ή μεταβολή της δοσολογίας της φλουβαστατίνης.
-
Ριφαμπικίνη (ριφαμπίνη)παρακολούθησηΜείωση της βιοδιαθεσιμότητας της φλουβαστατίνης κατά 50% περίπου.ΣύστασηΕνδέχεται να επιβάλλεται κατάλληλη αναπροσαρμογή της δόσης της φλουβαστατίνης για διασφάλιση ικανοποιητικής μείωσης των επιπέδων των λιπιδίων.
-
Από του στόματος σουλφονυλουρίες (γλιβενκλαμίδη (γλυβουρίδη), τολβουταμίδη)παρακολούθησηΦλουβαστατίνη αύξησε Cmax, AUC και t½ της γλιβενκλαμίδης. Γλιβενκλαμίδη αύξησε Cmax και AUC της φλουβαστατίνης.ΣύστασηΑσθενείς που λαμβάνουν γλιβενκλαμίδη και φλουβαστατίνη θα πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα όταν η δόση φλουβαστατίνης αυξηθεί στα 80 mg την ημέρα.
-
Απολύματα χολικών οξέων (π.χ. χολεστυραμίνη)προσοχήΣημαντική αλληλεπίδραση λόγω σύνδεσης της ρητίνης στο φάρμακο.ΣύστασηΦλουβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες μετά από τη ρητίνη.
-
Φλουκοναζόλη (αναστολέας CYP2C9)προσοχήΑύξηση της έκθεσης και της μέγιστης συγκέντρωσης φλουβαστατίνης κατά περίπου 84% και 44%.ΣύστασηΘα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν φλουβαστατίνη χορηγείται παράλληλα με φλουκοναζόλη.
-
Ανταγωνιστές υποδοχέων ισταμίνης Η2 (σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη), αναστολείς αντλίας πρωτονίων (ομεπραζόλη)καμίαΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της φλουβαστατίνης, η οποία ωστόσο δεν παρουσιάζει κλινική σχετικότητα.
-
παρακολούθησηΣχετικά μικρές και όχι κλινικά σημαντικές μεταβολές της φαρμακοκινητικής της φαινυτοΐνης.ΣύστασηΣυνήθης παρακολούθηση των επιπέδων φαινυτοΐνης στο πλάσμα είναι επαρκής.
-
καμίαΔεν παρουσιάζονται κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις φαρμακοκινητικής.ΣύστασηΔεν απαιτείται παρακολούθηση ή αναπροσαρμογές της δόσης.
-
Ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη (ισχυροί αναστολείς CYP3A4)καμίαΕλάχιστες επιδράσεις στην βιοδιαθεσιμότητα της φλουβαστατίνης.
-
Συστηματικά χορηγούμενο φουσιδικό οξύαντένδειξηΟ κίνδυνος μυοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί. Έχουν υπάρξει αναφορές ραβδομυόλυσης (που περιλαμβάνουν ορισμένους θανάτους).ΣύστασηΗ θεραπεία με Φλουβαστατίνη XL θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
Χυμός γκρέιπφρουτκαμίαΔεν αναμένεται να αλληλεπιδρά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοκυτταροπενία
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Δυσαισθησία
- Υπαισθησία
- Απώλεια μνήμης
- Αγγειίτιδα
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατίτιδα
- Οίδημα προσώπου
- άλλες δερματικές αντιδράσεις (π.χ. έκζεμα, δερματίτιδα, πομφολυγώδες εξάνθημα)
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Μυοσίτιδα
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- σύνδρομο που προσομοιάζει με ερυθηματώδη λύκο
- Στυτική δυσλειτουργία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Αυξημένη φωσφοκινάση κρεατινίνης αίματος
- Αυξημένες τρανσαμινάσες αίματος
- Διαταραχές ύπνου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται αϋπνία και εφιάλτες
- Τενοντοπάθεια, ορισμένες φορές με επιπλοκή ρήξης τένοντα
- Σακχαρώδης διαβήτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσες αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη φωσφοκινάση κρεατινίνης αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΔερματικές αντιδράσεις (π.χ. έκζεμα, δερματίτιδα, πομφολυγώδες εξάνθημα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβάνεται αϋπνία και εφιάλτες)
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΤενοντοπάθεια (ορισμένες φορές με επιπλοκή ρήξης τένοντα)
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Φλουβαστατίνη XL αντενδείκνυται κατά την κύηση.Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα. Αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA ενδέχεται να προκαλούν βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαTo Φλουβαστατίνη XL αντενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες.Αναμένεται ότι η φλουβαστατίνη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για τις επιδράσεις της φλουβαστατίνης σε νεογνά/βρέφη.
-
ΓονιμότηταΣε μελέτες σε ζώα δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολείς αναγωγάσης HMG-CoA, κωδικός ATC: C10A A04
Η φλουβαστατίνη, ένας πλήρως συνθετικός παράγοντας μείωσης της χοληστερόλης, είναι ανταγωνιστικός αναστολέας της αναγωγάσης HMG-CoA, η οποία ευθύνεται για τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, έναν πρόδρομο των στερολών, συμπεριλαμβανομένης της χοληστερόλης. Η φλουβαστατίνη ασκεί την κύρια δράση της στο ήπαρ και είναι κυρίως ρακεμικό μείγμα των δύο ερυθρο-εναντιομερών, από τα οποία το ένα ασκεί τη φαρμακολογική δράση. Η αναστολή της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης μειώνει τη χοληστερόλη στα ηπατικά κύτταρα, γεγονός που διεγείρει τη σύνθεση υποδοχέων LDL και, συνεπώς, αυξάνει την πρόσληψη σωματιδίων LDL. Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των μηχανισμών είναι μείωση της συγκέντρωσης χοληστερόλης στο πλάσμα.
Το Φλουβαστατίνη XL μειώνει την ολική-C, την LDL-C, την Apo B και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-C σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία και μεικτή δυσλιπιδαιμία.
Σε 12 ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ασθενείς με Τύπου IIa ή IIb υπερλιποπρωτεϊναιμία, το Φλουβαστατίνη (καψάκια φλουβαστατίνης) μεμονωμένα χορηγήθηκε σε 1.621 ασθενείς σε σχήματα ημερήσιας δόσης των 20 mg, 40 mg και 80 mg (40 mg δις ημερησίως) για διάρκεια τουλάχιστον 6 εβδομάδων. Σε ανάλυση 24 εβδομάδων, ημερήσιες δόσεις των 20 mg, 40 mg και 80 mg παρήγαγαν μειώσεις που σχετίζονται με τη δόση της ολικής-C, της LDL-C, της Apo B και των τριγλυκεριδίων και αυξήσεις της HDL-C (βλ. Πίνακα 2).
Το Φλουβαστατίνη XL (φλουβαστατίνη 80 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) χορηγήθηκε σε περισσότερους από 800 ασθενείς σε τρεις πιλοτικές μελέτες με δραστική θεραπεία διάρκειας 24 εβδομάδων και συγκρίθηκε με Φλουβαστατίνη (καψάκια φλουβαστατίνης) 40 mg άπαξ ή δις ημερησίως. Χορηγούμενο ως μεμονωμένη ημερήσια δόση 80 mg, το Φλουβαστατίνη XL μείωσε σημαντικά την ολική C, την LDL-C, τα τριγλυκερίδια (TG) και την Apo B (βλ. Πίνακα 2).
Η θεραπευτική ανταπόκριση έχει τεκμηριωθεί καλά μέσα σε δύο εβδομάδες και μέγιστη ανταπόκριση επιτυγχάνεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Μετά από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας, η διάμεση μείωση της LDL-C ήταν 38% και την εβδομάδα 24 (καταληκτικό σημείο), η διάμεση μείωση της LDL-C ήταν 35%. Παρατηρήθηκαν επίσης σημαντικές αυξήσεις της HDL-C.
Πίνακας 2 Διάμεση ποσοστιαία μεταβολή λιπιδικών παραμέτρων από την έναρξη της μελέτης έως την εβδομάδα 24
| Ολική-C | TG | LDL-C | Apo B | HDL-C | |
|---|---|---|---|---|---|
| Όλοι οι ασθενείς | |||||
| Φλουβαστατίνη καψάκια 20 mg | -17 | -12 | -22 | -19 | +3 |
| Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg | -19 | -14 | -25 | -18 | +4 |
| Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg δις ημερησίως | -27 | -18 | -36 | -28 | +6 |
| Φλουβαστατίνη XL 80 mg | -25 | -19 | -35 | -27 | +7 |
| Αρχικά TG ≥ 200 mg/dl | |||||
| Φλουβαστατίνη καψάκια 20 mg | -16 | -17 | -22 | -19 | +6 |
| Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg | -18 | -20 | -24 | -18 | +7 |
| Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg δις ημερησίως | -27 | -23 | -35 | -28 | +9 |
| Φλουβαστατίνη XL 80 mg | -25 | -25 | -33 | -27 | +11 |
Δεδομένα για τα καψάκια Φλουβαστατίνης 20 mg και 40 mg από 12 ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες Δεδομένα για το Φλουβαστατίνη XL 80 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης από τρεις ελεγχόμενες μελέτες διάρκειας 24 εβδομάδων
Στη Μελέτη Λιποπρωτεΐνη και Αρτηριοσκλήρυνση Στεφανιαίων (LCAS), η επίδραση της φλουβαστατίνης στην αρτηριοσκλήρυνση των στεφανιαίων αξιολογήθηκε με βάση ποσοτική στεφανιαία αγγειογραφία σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς (ηλικίας 35 έως 75 ετών) με στεφανιαία νόσο και αρχικά επίπεδα LDL-C 3,0 έως 4,9 mmol/l (115 έως 190 mg/dl). Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, 429 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με φλουβαστατίνη 40 mg/ημέρα ή εικονικό φάρμακο. Ποσοτικές στεφανιαίες αγγειογραφίες αξιολογήθηκαν στην έναρξη της μελέτης και μετά από 2,5 έτη θεραπείας και ήταν αξιολογήσιμα σε 340 από 429 ασθενείς. Η θεραπεία με φλουβαστατίνη επιβράδυνε την εξέλιξη βλαβών που οφείλονταν σε αρτηριοσκλήρυνση των στεφανιαίων κατά 0,072 mm (95% διαστήματα εμπιστοσύνης για διαφορά ανάμεσα στις θεραπείες από −0,1222 έως −0,022 mm) μέσα σε 2,5 έτη, όπως μετράται με βάση τη μεταβολή της ελάχιστης διαμέτρου του αυλού −0,028 mm έναντι εικονικού φαρμάκου −0,100 mm). Δεν έχει καταδειχθεί άμεση συσχέτιση ανάμεσα στα αγγειογραφικά ευρήματα και τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων.
Στη Μελέτη Πρόληψης Επέμβασης με Φλουβαστατίνη (LIPS), η επίδραση της φλουβαστατίνης σε μείζονες καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες (MACE, δηλ. θάνατος καρδιακής αιτιολογίας, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και στεφανιαία επαναγγείωση) αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, οι οποίοι είχαν υποβληθεί πρώτα σε επιτυχή διαδερμική στεφανιαία επέμβαση. Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν άνδρες και γυναίκες ασθενείς (ηλικίας 18 έως 80 ετών) και με αρχικά επίπεδα ολικής-C που κυμαίνονταν από 3,5 έως 7,0 mmol/l (135 έως 270 mg/dl). Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, η φλουβαστατίνη (n=844) χορηγούμενη ως 80 mg ημερησίως μέσα σε 4 έτη, μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης της πρώτης MACE κατά 22% (p=0,013) σε σχέση με εικονικό φάρμακο (n=833). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο MACE παρουσιάστηκε στο 21,4% των ασθενών που έλαβαν φλουβαστατίνη εν. του 26,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (απόλυτη διαφορά κινδύνου: 5,2%, 95% CI: 1,1 έως 9,3). Αυτές οι ευεργετικές επιδράσεις ήταν ιδιαίτερα αξιοσημείωτες σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και σε ασθενείς με πολυαγγειακή νόσο.
Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Φλουβαστατίνη (καψάκια φλουβαστατίνης) και του Φλουβαστατίνη XL (δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης φλουβαστατίνης) σε παιδιά και εφήβους ασθενείς ηλικίας 9-16 ετών με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία έχει αξιολογηθεί σε 2 ανοικτές, μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες διάρκειας 2 ετών. 114 ασθενείς (66 αγόρια και 48 κορίτσια) έλαβαν θεραπεία με φλουβαστατίνη χορηγούμενη ως καψάκια φλουβαστατίνης (20 mg/ημερησίως έως 40 mg δις ημερησίως) ή δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης Φλουβαστατίνη XL 80 mg άπαξ ημερησίως με χρήση σχήματος τιτλοποίησης της δόσης με βάση την ανταπόκριση της LDL-C. Στην πρώτη μελέτη εντάχθηκαν 29 προεφηβικά αγόρια, ηλικίας 9-12 ετών, τα οποία είχαν επίπεδο LDL-C > 90ο εκατοστημόριο για την ηλικία και ένα γονέα με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και οικογενειακό ιστορικό πρώιμης ισχαιμικής καρδιοπάθειας ή ξάνθωμα στον τένοντα. Η μέση αρχική LDL-C ήταν 226 mg/dl που ισοδυναμούν με 5,8 mmol/l (εύρος: 137-354 mg/dl που ισοδυναμούν με 3,6-9,2 mmol/l). Όλοι οι ασθενείς ξεκίνησαν να λαμβάνουν καψάκια φλουβαστατίνης 20 mg ημερησίως με αναπροσαρμογές της δόσης ανά 6 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως, έπειτα 80 mg ημερησίως (40 mg δις ημερησίως) προς επίτευξη στοχευόμενης LDL-C 96,7 έως 123,7 mg/dl (2,5 mmol/l έως 3,2 mmol/l). Στη δεύτερη μελέτη εντάχθηκαν 85 άνδρες και γυναίκες ασθενείς, ηλικίας 10 έως 16 ετών, οι οποίοι είχαν LDL-C > 190 mg/dl (ισοδυναμούν με 4,9 mmol/l) ή LDL-C > 160 mg/dl (ισοδυναμούν με 4,1 mmol/l) και έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο ή LDL-C > 160 mg/dl (ισοδυναμούν με 4,1 mmol/l) και αποδεδειγμένη ανεπάρκεια υποδοχέων της LDL. Η μέση αρχική LDL-C ήταν 225 mg/dl που ισοδυναμούν με 5,8 mmol/l (εύρος: 148-343 mg/dl που ισοδυναμούν με 3,8-8,9 mmol/l). Όλοι οι ασθενείς ξεκίνησαν να λαμβάνουν καψάκια φλουβαστατίνης 20 mg ημερησίως με αναπροσαρμογές της δόσης ανά 6 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως, έπειτα 80 mg ημερησίως (Φλουβαστατίνη 80 mg XL δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) προς επίτευξη στοχευόμενης LDL-C < 130 mg/dl (3,4 mmol/l). 70 ασθενείς ήταν εφηβικοί ή μετεφηβικοί (n=69 αξιολογήθηκαν για αποτελεσματικότητα). Στην πρώτη μελέτη (σε αγόρια σε προεφηβική ηλικία), δόσεις Φλουβαστατίνη 20 έως 80 mg ημερησίως μείωσαν τα επίπεδα ολικής C και LDL-C κατά 21% και 27% αντίστοιχα. Η μέση LDL-C που επιτεύχθηκε ήταν 161 mg/dl που ισοδυναμούν με 4,2 mmol/l (εύρος: 74-336 mg/dl που ισοδυναμούν με 1,9-8,7 mmol/l). Στη δεύτερη μελέτη (σε κορίτσια και αγόρια στην εφηβική ή μετ-εφηβική ηλικία), δόσεις Φλουβαστατίνη 20 έως 80 mg ημερησίως μείωσαν τα επίπεδα ολικής C και LDL-C κατά 22% και 28% αντίστοιχα. Η μέση LDL-C που επιτεύχθηκε ήταν 159 mg/dl που ισοδυναμούν με 4,1 mmol/l (εύρος: 90-295 mg/dl που ισοδυναμούν με 2,3-7,6 mmol/l). Η πλειονότητα των ασθενών στις δύο μελέτες (83% στην πρώτη μελέτη και 89% στη δεύτερη μελέτη) τιτλοποιήθηκε στη μέγιστη ημερήσια δόση των 80 mg. Στο καταληκτικό σημείο της μελέτης, 26 έως 30% των ασθενών στις δύο μελέτες πέτυχε τον επιθυμητό στόχο LDL-C < 130 mg/dl (3,4 mmol/l).
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Η φλουβαστατίνη απορροφάται ταχέως και εντελώς (98%) μετά από του στόματος χορήγηση διαλύματος σε εθελοντές σε κατάσταση νηστείας. Μετά από χορήγηση Φλουβαστατίνη XL (δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης φλουβαστατίνης) από το στόμα και σε σχέση με τα καψάκια, ο ρυθμός απορρόφησης φλουβαστατίνης είναι περίπου 60% βραδύτερος, ενώ ο μέσος χρόνος παραμονής φλουβαστατίνης αυξάνεται κατά 4 ώρες περίπου. Μετά τη λήψη φαγητού, η ουσία απορροφάται με μειωμένο ρυθμό.
Κατανομή Η φλουβαστατίνη ασκεί την κύρια δράση της στο ήπαρ, το οποίο είναι και το κύριο όργανο για το μεταβολισμό της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα που αξιολογήθηκε από συστηματικές συγκεντρώσεις στο αίμα, είναι 24%. Ο προφανής όγκος κατανομής (Vz/f) για το φάρμακο είναι 330 λίτρα. Περισσότερο από το 98% του φαρμάκου στην κυκλοφορία συνδέεται σε πρωτεΐνες στο πλάσμα και αυτή η σύνδεση δεν επηρεάζεται από τη συγκέντρωση της φλουβαστατίνης ή της βαρφαρίνης, του σαλικυλικού οξέος ή της γλυβουρίδης.
Βιομετασχηματισμός Η φλουβαστατίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Τα κύρια συστατικά που κυκλοφορούν στο αίμα είναι η φλουβαστατίνη και ο φαρμακολογικά ανενεργός μεταβολίτης Ν-δεσισοπροπυλ-προπιονικό οξύ. Οι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες παρουσιάζουν φαρμακολογική δράση, αλλά δεν κυκλοφορούν συστηματικά. Υπάρχουν πολλαπλές, εναλλακτικές οδοί του κυτοχρώματος P450 (CYP450) για τον βιομετασχηματισμό της φλουβαστατίνης και επομένως, ο μεταβολισμός της φλουβαστατίνης είναι σχετικά μη ευαίσθητος στην αναστολή του CYP450. Η φλουβαστατίνη ανέστειλε μόνο το μεταβολισμό ενώσεων που μεταβολίζονται από το CYP2C9. Παρά τη δυνατότητα που επομένως υπάρχει για ανταγωνιστική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε φλουβαστατίνη και ενώσεις που είναι υποστρώματα του CYP2C9, όπως δικλοφαινάκη, φαινυτοΐνη, τολβουταμίδη και βαρφαρίνη, κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι αυτή η αλληλεπίδραση είναι απίθανη.
Αποβολή Μετά από χορήγηση 3H-φλουβαστατίνης σε υγιείς εθελοντές, η αποβολή της ραδιενέργειας είναι περίπου 6% στα ούρα και 93% στα κόπρανα και η φλουβαστατίνη ευθύνεται για λιγότερο από το 2% της ολικής ραδιενέργειας που αποβάλλεται. Η κάθαρση στο πλάσμα (CL/f) για τη φλουβαστατίνη στον άνθρωπο υπολογίζεται ότι είναι 1,8 ± 0,8 l/min. Συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα δεν παρουσιάζουν ενδείξεις συσσώρευσης της φλουβαστατίνης μετά από χορήγηση 80 mg ημερησίως. Μετά από χορήγηση από το στόμα 40 mg Φλουβαστατίνη, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής για την απομάκρυνση της φλουβαστατίνης είναι 2,3 ± 0,9 ώρες.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς Συγκεντρώσεις στο πλάσμα της φλουβαστατίνης δεν διαφέρουν ως συνάρτηση της ηλικίας ή του φύλου στον γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, βελτιωμένη ανταπόκριση στη θεραπεία παρατηρήθηκε σε γυναίκες και ηλικιωμένα άτομα. Εφόσον η φλουβαστατίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω της χοληφόρου οδού και υπόκειται σε σημαντικό προσυστηματικό μεταβολισμό, υπάρχει δυνατότητα για συσσώρευση φαρμάκου σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής σε παιδιά.