Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C10AA04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FLUVASTATIN

Φλουβαστατίνη

Οι στατίνες είναι πιο ισχυρά φάρμακα από τις ρητίνες ανταλλαγής ιόντων στη μείωση της LDL-χοληστερόλης, αλλά λιγότερο δραστικά στη μείωση των τριγλυκεριδίων και την αύξηση της HDL. Οι σπουδαιότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αναστρέψιμη μυοσίτιδα και η ραβδομυόλυση. Η …

Chemical structure of FLUVASTATIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και μικτή υπερλιπιδαιμία (τύπου ΙΙα και ΙΙβ) όταν έχουν αποτύχει η δίαιτα και τα άλλα μέτρα. Επιβράδυνση της εξέλιξης της αθηροσκλήρυνσης των στεφανιαίων αγγείων σε πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και στεφανιαία νόσο σε ασθενείς…
medication
SPC-LESCOL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από το στόμα
Χορήγηση:
Εφάπαξ ή δύο φορές την ημέρα, με ή χωρίς γεύματα
Δόση έναρξης:
40 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί προς τα πάνω μέχρι 80 mg ημερησίως. Αναπροσαρμογές της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο.
  • Ενήλικες - Δυσλιπιδαιμία
    Δόση20-80 mg/ημερησίως
    Αρχική δόση: 20 mg το βράδυ για μείωση LDL-C < 25% ή 40 mg το βράδυ για μείωση LDL-C ≥ 25%. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί έως 80 mg/ημερησίως (εφάπαξ δόση ή 40 mg δύο φορές την ημέρα). Μέγιστη επίδραση σε 4 εβδομάδες. Αναπροσαρμογές δόσης κάθε 4 εβδομάδες ή περισσότερο.
  • Ενήλικες - Δευτερεύουσα πρόληψη στεφανιαίας νόσου
    Δόση80 mg/ημερησίως
    Μετά από στεφανιαίων παρεμβάσεων.
  • Παιδιά και έφηβοι (9 ετών και άνω) με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία
    Δόση20 mg έως 80 mg/ημερησίως
    Αρχική δόση 20 mg. Αναπροσαρμογές δόσης κάθε 6 εβδομάδες. Μέγιστη ημερήσια δόση 80 mg (40 mg δύο φορές ημερησίως ή 80 mg άπαξ ημερησίως).
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCL <0,5 ml/sec ή 30 ml/min)
    ΔόσηΔόσεις > 40 mg/ημερησίως
    Χρήση με προσοχή λόγω περιορισμένης εμπειρίας.
block
SPC-LESCOL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Ενεργός ηπατοπάθεια ή ανεξήγητες εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών στον ορό.
    Πληθυσμόςασθενείς με ενεργό ηπατοπάθεια ή ανεξήγητες εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών στον ορό
  • Κατά την κύηση και το θηλασμό.
    Πληθυσμόςέγκυες και θηλάζουσες
warning
SPC-LESCOL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ηπατική λειτουργία
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται ώστε να αναφέρουν πιθανά συμπτώματα ή σημάδια ηπατικής ανεπάρκειας (π.χ. ναυτία, έμετος, απώλεια όρεξης, ίκτερος, δυσλειτουργία εγκεφαλικής λειτουργίας, εύκολοι μώλωπες ή εύκολη αιμορραγία) και θα πρέπει να αξιολογείται η διακοπή της θεραπείας.
  • Ηπατική λειτουργία
    συνιστάται
    Συνιστάται να πραγματοποιούνται έλεγχοι της ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη της θεραπείας και στις 12 εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης και ανά τακτά χρονικά διαστήματα μετέπειτα σε όλους τους ασθενείς.
  • Ηπατική λειτουργία
    συνιστάται
    Εάν αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ή της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης είναι υπερτριπλάσια του ανώτατου φυσιολογικού ορίου και εμμένουσα, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία.
  • Ηπατική λειτουργία
    πολύ σπάνιες
    Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, παρατηρήθηκε ηπατίτιδα που πιθανόν σχετίζεται με το φάρμακο, η οποία ανεστράφη κατά τη διακοπή της θεραπείας.
  • Ηπατική λειτουργία
    προσοχή
    Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
  • Σκελετικός μυς
    Εάν αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ή της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης είναι υπερτριπλάσια του ανώτατου φυσιολογικού ορίου και εμμένουσα, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, παρατηρήθηκε ηπατίτιδα που πιθανόν σχετίζεται με το φάρμακο, η οποία ανεστράφη κατά τη διακοπή της θεραπείας. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν το Lescol XL χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό ηπατοπάθειας ή κατάποσης πολύ αλκοόλ.
  • Σκελετικός μυς
    Σε ασθενείς με ανεξήγητες διάχυτες μυαλγίες, μυϊκή ευαισθησία ή μυϊκή αδυναμία ή/και αισθητή αύξηση των τιμών της κινάσης της κρεατινίνης (CK), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μυοπάθεια, μυοσίτιδα ή ραβδομυόλυση. Επομένως, θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς η συμβουλή να αναφέρουν γρήγορα ανεξήγητη μυαλγία, μυϊκή ευαισθησία ή μυϊκή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό.
  • Σκελετικός μυς
    πολύ σπάνιες
    Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες, ή μετά την ολοκλήρωσή της, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας. Η ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια χαρακτηρίζεται από επίμονη αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες.
  • Αλληλεπίδραση με Φουσιδικό οξύ
    αντένδειξη
    Το Lescol XL δεν θα πρέπει να συγχορηγείται με μορφές φουσιδικού οξέος για συστηματική χορήγηση ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση συστηματικά χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται σημαντική, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
  • Αλληλεπίδραση με Φουσιδικό οξύ
    συνιστάται
    Ο ασθενής θα πρέπει να καθοδηγείται να αναζητήσει άμεσα ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάσει οποιοδήποτε από τα συμπτώματα μυϊκή αδυναμία, πόνο ή ευαισθησία.
  • Αλληλεπίδραση με Φουσιδικό οξύ
    συνιστάται
    Η επανεκκίνηση της θεραπείας με στατίνη μπορεί να πραγματοποιηθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος.
  • Αλληλεπίδραση με Φουσιδικό οξύ
    προσοχή
    Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη χρήση συστηματικά χορηγούμενου φουσιδικού οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη για συγχορήγηση του Lescol XL και του φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
  • Μέτρηση κινάσης της κρεατινίνης
    Δεν υπάρχουν τρέχουσες ενδείξεις για τις οποίες να απαιτείται συνήθης παρακολούθηση της ολικής CK πλάσματος ή λοιπών μυϊκών ενζύμων σε ασυμπτωματικούς ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες. Εάν πρέπει να μετρηθεί η CK, δεν θα πρέπει να μετράται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία τυχόν ευλογοφανούς εναλλακτικού αιτίου αύξησης της CK, εφόσον έτσι καθίσταται δύσκολη η ερμηνεία της τιμής.
  • Πριν από τη θεραπεία
    προσοχή
    Όπως με άλλες στατίνες, οι γιατροί θα πρέπει να χορηγούν φλουβαστατίνη με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για ραβδομυόλυση και τις επιπλοκές της. Ένα επίπεδο κινάσης της κρεατινίνης θα πρέπει να μετράται πριν από την έναρξη θεραπείας με φλουβαστατίνη στις εξής καταστάσεις: • Νεφρική δυσλειτουργία • Υποθυρεοειδισμός • Προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών • Παλαιότερο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη • Κατάχρηση οινοπνεύματος • Σήψη • Υπόταση • Υπέρμετρη μυϊκή άσκηση • Μείζον χειρουργείο • Σοβαρές μεταβολικές διαταραχές, ενδοκρινικές διαταραχές ή διαταραχές ηλεκτρολυτών • Στους ηλικιωμένους (ηλικία > 70 ετών), θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα μιας τέτοιας μέτρησης σύμφωνα με την παρουσία λοιπών παραγόντων προδιάθεσης για ραβδομυόλυση
  • Πριν από τη θεραπεία
    συνιστάται
    Σε αυτές τις καταστάσεις, ο κίνδυνος από τη θεραπεία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το πιθανό όφελος και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα στην έναρξη της μελέτης (> 5x ULN), τα επίπεδα θα πρέπει να μετρώνται πάλι 5 έως 7 ημέρες αργότερα προς επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα CK εξακολουθούν να είναι σημαντικά αυξημένα (> 5x ULN) στην έναρξη της θεραπείας, δεν θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία.
  • Κατά τη θεραπεία
    συνιστάται
    Εάν παρουσιαστούν μυϊκά συμπτώματα, όπως άλγος, αδυναμία ή κράμπες σε ασθενείς που λαμβάνουν φλουβαστατίνη, θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα CK. Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν διαπιστωθεί ότι αυτά τα επίπεδα είναι σημαντικά αυξημένα (> 5x ULN).
  • Κατά τη θεραπεία
    συνιστάται
    Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη κι εάν τα επίπεδα CK είναι αυξημένα έως ≤ 5x ULN, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της θεραπείας.
  • Κατά τη θεραπεία
    συνιστάται
    Εάν τα συμπτώματα αποδράμουν και τα επίπεδα CK επανέλθουν στο φυσιολογικό, μπορεί να ληφθεί υπόψη εκ νέου εισαγωγή φλουβαστατίνης ή άλλης στατίνης στην κατώτατη δόση και υπό στενή παρακολούθηση.
  • Κατά τη θεραπεία
    προσοχή
    Έχει αναφερθεί ότι ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης κυκλοσπορίνης), φιβράτες, νικοτινικό οξύ ή ερυθρομυκίνη μαζί με άλλους αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA. Μεμονωμένες περιπτώσεις μυοπάθειας έχουν αναφερθεί μετά από την εμπορική κυκλοφορία για παράλληλη χορήγηση φλουβαστατίνης με κυκλοσπορίνη και φλουβαστατίνης με κολχικίνες. Το Lescol XL θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλα τέτοιο φάρμακο (παράγραφος 4.5).
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Εάν πιθανολογείται ότι ένας ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με στατίνες.
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5.6 έως 6.9 mmol/L, BMI > 30 kg/m , αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά, όσο και βιοχημικά, σύμφωνα με τις εθνικές συστάσεις.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Σε ασθενείς ηλικίας < 18 ετών, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν μελετηθεί για περιόδους θεραπείας μεγαλύτερες των δύο ετών. Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη σωματική, την πνευματική και τη σεξουαλική ωριμότητα για παρατεταμένη θεραπευτική περίοδο. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της θεραπείας με Lescol XL στην παιδική ηλικία για τη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας στην ενήλικη ζωή δεν έχει τεκμηριωθεί. (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η φλουβαστατίνη έχει διερευνηθεί μόνο σε παιδιά ηλικίας 9 ετών και άνω με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (για λεπτομέρειες βλ. Φαρμακοδυναμικές).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    προσοχή
    Στην περίπτωση παιδιών προεφηβικής ηλικίας, εφόσον η εμπειρία είναι πολύ περιορισμένη σε αυτή την ομάδα, θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι και τα οφέλη πριν από την έναρξη της θεραπείας.
  • Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία
    Δεν διατίθενται δεδομένα για τη χρήση φλουβαστατίνης σε ασθενείς με την πολύ σπάνια κατάσταση ομόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας.
swap_horiz
SPC-LESCOL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Φιβράτες (βεζαφιβράτη, γεμφιβροζίλη, σιπροφιβράτη), νιασίνη
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας ή/και ραβδομυόλυσης.
    ΣύστασηΑξιολόγηση οφέλους/κινδύνου, χρήση με προσοχή.
  • Κολχικίνες
    Προσοχή
    Μυοτοξικότητα (μυαλγία, αδυναμία, ραβδομυόλυση).
    ΣύστασηΑξιολόγηση οφέλους/κινδύνου, χρήση με προσοχή.
  • Προσοχή
    Αύξηση έκθεσης σε φλουβαστατίνη (AUC και Cmax x2) σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού.
    ΣύστασηΧρήση με προσοχή, χαμηλότερες δυνατές δόσεις φλουβαστατίνης.
  • Βαρφαρίνη, λοιπά παράγωγα κουμαρίνης
    Πολύ σπάνιες αναφορές αιμορραγικών επεισοδίων ή/και αυξήσεων χρόνων προθρομβίνης.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση χρόνων προθρομβίνης κατά την έναρξη, διακοπή ή μεταβολή δόσης.
  • Μείωση βιοδιαθεσιμότητας φλουβαστατίνης κατά ~50%.
    ΣύστασηΕνδέχεται να απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης φλουβαστατίνης για ικανοποιητική μείωση λιπιδίων.
  • Γλιβενκλαμίδη (γλυβουρίδη)
    Αύξηση Cmax, AUC και t½ γλιβενκλαμίδης (~50%, 69%, 121%). Αύξηση Cmax και AUC φλουβαστατίνης (~44%, 51%).
    ΣύστασηΠαρακολούθηση ασθενών όταν η δόση φλουβαστατίνης αυξηθεί στα 80 mg/ημέρα.
  • Ρητίνες (π.χ. χολεστυραμίνη)
    Σημαντική αλληλεπίδραση λόγω σύνδεσης της ρητίνης στο φάρμακο.
    ΣύστασηΧορήγηση φλουβαστατίνης τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη ρητίνη.
  • Προσοχή
    Αύξηση έκθεσης και μέγιστης συγκέντρωσης φλουβαστατίνης (~84% και ~44%).
    ΣύστασηΕπίδειξη προσοχής.
  • Αύξηση βιοδιαθεσιμότητας φλουβαστατίνης (κλινικά μη σχετική).
  • Σχετικά μικρές, μη κλινικά σημαντικές μεταβολές φαρμακοκινητικής.
  • Δεν παρουσιάζονται κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις φαρμακοκινητικής.
  • Ελάχιστες επιδράσεις στη βιοδιαθεσιμότητα της φλουβαστατίνης.
  • Φουσιδικό οξύ (συστηματικά)
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.
    ΣύστασηΔιακοπή Lescol XL κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
sick
SPC-LESCOL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (εξάνθημα, κνίδωση)
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία
  • Παραισθησία, δυσαισθησία, υπαισθησία
Αγγειακές διαταραχές
  • Αγγειίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Ναυτία, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αγγειοοίδημα, οίδημα προσώπου και άλλες δερματικές αντιδράσεις (π.χ. έκζεμα, δερματίτιδα, πομφολυγώδες εξάνθημα)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυαλγία, μυϊκή αδυναμία, μυοπάθεια
  • Ραβδομυόλυση, σύνδρομο που προσομοιάζει με ερυθηματώδη λύκο, μυοσίτιδα
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Στυτική δυσλειτουργία
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη φωσφοκινάση κρεατινίνης αίματος
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (εξάνθημα, κνίδωση)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Παραισθησία, δυσαισθησία, υπαισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Μη γνωστές
  • Ναυτία, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα, οίδημα προσώπου και άλλες δερματικές αντιδράσεις (π.χ. έκζεμα, δερματίτιδα, πομφολυγώδες εξάνθημα)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Μυαλγία, μυϊκή αδυναμία, μυοπάθεια
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση, σύνδρομο που προσομοιάζει με ερυθηματώδη λύκο, μυοσίτιδα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη φωσφοκινάση κρεατινίνης αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-LESCOL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για τη χρήση της φλουβαστατίνης κατά την κύηση. Εφόσον αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA μειώνουν τη σύνθεση χοληστερόλης και πιθανόν λοιπών βιολογικά δραστικών ουσιών που προέρχονται από τη χοληστερόλη, ενδέχεται να προκαλούν βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Επομένως, το Lescol XL αντενδείκνυται κατά την κύηση.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Με βάση προκλινικά δεδομένα, αναμένεται ότι η φλουβαστατίνη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για τις επιδράσεις της φλουβαστατίνης σε νεογνά/βρέφη. To Lescol XL αντενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Σε μελέτες σε ζώα δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης Η φλουβαστατίνη αναστέλλει επιλεκτικά και ανταγωνιστικά το ηπατικό ένζυμο HMG‑CoA ρεδουκτάση. Η ρεδουκτάση ευθύνεται για τη μετατροπή του HMG‑CoA σε μεβαλονικό οξύ, το βήμα που περιορίζει τον ρυθμό βιοσύνθεσης της χοληστερόλης. Η…
monitor_heart
SPC-LESCOL

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολείς αναγωγάσης HMG-CoA, κωδικός ATC: C10A A04 Η φλουβαστατίνη, ένας πλήρως συνθετικός παράγοντας μείωσης της χοληστερόλης, είναι ανταγωνιστικός αναστολέας της αναγωγάσης HMG-CoA, η οποία ευθύνεται για…

biotech
SPC-LESCOL

Φαρμακοκινητική

expand_more

Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η φλουβαστατίνη απορροφάται ταχέως και εντελώς (98%) μετά από του στόματος χορήγηση διαλύματος σε εθελοντές σε κατάσταση νηστείας. Μετά από χορήγηση Lescol XL (δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης φλουβαστατίνης) από το στόμα…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό κυρίως μέσω υδροξυλίωσης του δακτυλίου της ινδόλης στις θέσεις 5 και 6 σε 5-υδροξυ φλουβαστατίνη και 6-υδροξυ φλουβαστατίνη, αντίστοιχα. Επίσης, συμβαίνει N-αποαλκυλίωση σε N-δεσισοπροπυλ φλουβαστατίνη και…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Κόπρανα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LESCOL
expand_more

Δοσολογία

Ενήλικες

Δυσλιπιδαιμία

Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Lescol XL, οι ασθενείς θα πρέπει να εντάσσονται σε συνήθη δίαιτα μείωσης της χοληστερόλης, η οποία θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη θεραπεία.

Η αρχική δόση και η δόση συντήρησης θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα αρχικά επίπεδα LDL-C και το θεραπευτικό στόχο προς επίτευξη.

Το συνιστώμενο δοσολογικό εύρος είναι 20 με 80 mg/ημερησίως. Για ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μείωση της LDL-C με στόχο < 25% μια αρχική δόση των 20 mg φλουβαστατίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί το βράδυ. Για ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μείωση της LDL-C έως στόχου ≥ 25%, η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 40 mg φλουβαστατίνης το βράδυ. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί προς τα πάνω μέχρι 80 mg ημερησίως, χορηγούμενη ως εφάπαξ δόση (ένα δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης Lescol XL) σε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή ως μία δόση των 40 mg φλουβαστατίνης χορηγούμενη δύο φορές την ημέρα (μία δόση το πρωί και μία δόση το βράδυ).

Η μέγιστη επίδραση μείωσης των λιπιδίων με δεδομένη δόση επιτυγχάνεται μέσα σε 4 εβδομάδες. Αναπροσαρμογές της δόσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή περισσότερο.

Δευτερεύουσα πρόληψη στεφανιαίας νόσου

Σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο μετά στεφανιαίων παρεμβάσεων η κατάλληλη ημερήσια δόση είναι 80 mg.

Το Lescol XL είναι αποτελεσματικό στη μονοθεραπεία. Όταν το Lescol XL χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με χολεστυραμίνη ή λοιπές ρητίνες, θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες μετά από τη ρητίνη, ώστε να αποφευχθεί σημαντική αλληλεπίδραση λόγω σύνδεσης του φαρμάκου στη ρητίνη. Σε περιπτώσεις στις οποίες είναι απαραίτητη η συγχορήγηση με φιβράτη ή νιασίνη, θα πρέπει να ληφθούν προσεκτικά υπόψη το όφελος και ο κίνδυνος της ταυτόχρονης αγωγής (για χρήση μόνο με φιμπράτες ή νιασίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις)).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία

Πριν από την έναρξη θεραπείας με φλουβαστατίνη σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 9 ετών και άνω με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, ο ασθενής θα πρέπει να εντάσσεται σε συνήθη δίαιτα μείωσης της χοληστερόλης και να συνεχίζεται κατά τη θεραπεία.

Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 20 mg φλουβαστατίνης. Αναπροσαρμογές της δόσης, θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε διαστήματα 6 εβδομάδων. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με τα αρχικά επίπεδα LDL-C και το συνιστώμενο στόχο θεραπείας που πρέπει να επιτευχθεί. Η μέγιστη ημερήσια δόση που χορηγείται είναι 80 mg είτε ως φλουβαστατίνη 40 mg δις ημερησίως ή ως ένα δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης Lescol XL 80 mg άπαξ ημερησίως.

Η χρήση φλουβαστατίνης σε συνδυασμό με νικοτινικό οξύ, χολεστυραμίνη ή φιβράτες σε παιδιά και εφήβους δεν έχει διερευνηθεί.

Το Lescol XL έχει διερευνηθεί μόνο σε παιδιά ηλικίας 9 ετών και άνω με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία.

Νεφρική δυσλειτουργία

Το Lescol XL αποβάλλεται από το ήπαρ με λιγότερο από 6% της χορηγούμενης δόσης να αποβάλλεται στα ούρα.

Η φαρμακοκινητική της φλουβαστατίνης παραμένει αμετάβλητη σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.

Επομένως, σε αυτούς τους ασθενείς δεν είναι απαραίτητες αναπροσαρμογές της δόσης, ωστόσο, λόγο της περιορισμένης εμπειρίας με δόσεις > 40 mg/ημερησίως σε περίπτωση σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (CrCL <0,5 ml/sec ή 30 ml/min), αυτές οι δόσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.

Ηπατική δυσλειτουργία

Το Lescol XL αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργό ηπατοπάθεια ή ανεξήγητες εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών στον ορό ((βλ. Αντενδείξεις), (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και (βλ. Φαρμακοκινητικές)).

Ηλικιωμένος πληθυσμός

∆εν είναι απαραίτητες αναπροσαρμογές της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης

Τα δισκία Lescol XL μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς γεύματα και πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό.

block

Αντενδείξεις

SPC-LESCOL
expand_more
To Lescol XL αντενδείκνυται σε ασθενείς: • με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. • με ενεργό ηπατοπάθεια ή ανεξήγητες εμμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών στον ορό (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). • κατά την κύηση και το θηλασμό (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LESCOL
expand_more

Ηπατική λειτουργία Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου έχουν αναφερθεί περιπτώσεις θανατηφόρας και μη θανατηφόρας ηπατικής ανεπάρκειας με ορισμένες στατίνες συμπεριλαμβανομένου του Lescol XL. Παρόλο που μια αιτιολογική συσχέτιση με τη θεραπεία με Lescol XL δεν έχει καθοριστεί, οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται ώστε να αναφέρουν πιθανά συμπτώματα ή σημάδια ηπατικής ανεπάρκειας (π.χ. ναυτία, έμετος, απώλεια όρεξης, ίκτερος, δυσλειτουργία εγκεφαλικής λειτουργίας, εύκολοι μώλωπες ή εύκολη αιμορραγία) και θα πρέπει να αξιολογείται η διακοπή της θεραπείας. Όπως με άλλους παράγοντες μείωσης των λιπιδίων, συνιστάται να πραγματοποιούνται έλεγχοι της ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη της θεραπείας και στις 12 εβδομάδες μετά από την έναρξη της θεραπείας ή την αύξηση της δόσης και ανά τακτά χρονικά διαστήματα μετέπειτα σε όλους τους ασθενείς. Εάν αύξηση της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης ή της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης είναι υπερτριπλάσια του ανώτατου φυσιολογικού ορίου και εμμένουσα, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, παρατηρήθηκε ηπατίτιδα που πιθανόν σχετίζεται με το φάρμακο, η οποία ανεστράφη κατά τη διακοπή της θεραπείας. Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν το Lescol XL χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό ηπατοπάθειας ή κατάποσης πολύ αλκοόλ. Σκελετικός μυς Η μυοπάθεια έχει αναφερθεί σπάνια με φλουβαστατίνη. Μυοσίτιδα και ραβδομυόλυση έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια. Σε ασθενείς με ανεξήγητες διάχυτες μυαλγίες, μυϊκή ευαισθησία ή μυϊκή αδυναμία ή/και αισθητή αύξηση των τιμών της κινάσης της κρεατινίνης (CK), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μυοπάθεια, μυοσίτιδα ή ραβδομυόλυση. Επομένως, θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς η συμβουλή να αναφέρουν γρήγορα ανεξήγητη μυαλγία, μυϊκή ευαισθησία ή μυϊκή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύεται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ορισμένες στατίνες, ή μετά την ολοκλήρωσή της, υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές περί ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας. Η ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια χαρακτηρίζεται από επίμονη αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης στον ορό, τα οποία διατηρούνται ακόμα και μετά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες. A λληλεπίδραση με Φουσιδικό οξύ Το Lescol XL δεν θα πρέπει να συγχορηγείται με μορφές φουσιδικού οξέος για συστηματική χορήγηση ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση συστηματικά χορηγούμενου φουσιδικού οξέος θεωρείται σημαντική, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Έχουν υπάρξει αναφορές ραβδομυόλυσης (που περιλαμβάνουν ορισμένους θανάτους) σε ασθενείς που λάμβαναν συνδυασμό φουσιδικού οξέος και στατινών (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο ασθενής θα πρέπει να καθοδηγείται να αναζητήσει άμεσα ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάσει οποιοδήποτε από τα συμπτώματα μυϊκή αδυναμία, πόνο ή ευαισθησία. Η επανεκκίνηση της θεραπείας με στατίνη μπορεί να πραγματοποιηθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη χρήση συστηματικά χορηγούμενου φουσιδικού οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη για συγχορήγηση του Lescol XL και του φουσιδικού οξέος θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Μέτρηση κινάσης της κρεατινίνης Δεν υπάρχουν τρέχουσες ενδείξεις για τις οποίες να απαιτείται συνήθης παρακολούθηση της ολικής CK πλάσματος ή λοιπών μυϊκών ενζύμων σε ασυμπτωματικούς ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες. Εάν πρέπει να μετρηθεί η CK, δεν θα πρέπει να μετράται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία τυχόν ευλογοφανούς εναλλακτικού αιτίου αύξησης της CK, εφόσον έτσι καθίσταται δύσκολη η ερμηνεία της τιμής. Πριν από τη θεραπεία Όπως με άλλες στατίνες, οι γιατροί θα πρέπει να χορηγούν φλουβαστατίνη με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για ραβδομυόλυση και τις επιπλοκές της. Ένα επίπεδο κινάσης της κρεατινίνης θα πρέπει να μετράται πριν από την έναρξη θεραπείας με φλουβαστατίνη στις εξής καταστάσεις: • Νεφρική δυσλειτουργία • Υποθυρεοειδισμός • Προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών • Παλαιότερο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη • Κατάχρηση οινοπνεύματος • Σήψη • Υπόταση • Υπέρμετρη μυϊκή άσκηση • Μείζον χειρουργείο • Σοβαρές μεταβολικές διαταραχές, ενδοκρινικές διαταραχές ή διαταραχές ηλεκτρολυτών • Στους ηλικιωμένους (ηλικία > 70 ετών), θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα μιας τέτοιας μέτρησης σύμφωνα με την παρουσία λοιπών παραγόντων προδιάθεσης για ραβδομυόλυση Σε αυτές τις καταστάσεις, ο κίνδυνος από τη θεραπεία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το πιθανό όφελος και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα στην έναρξη της μελέτης (> 5x ULN), τα επίπεδα θα πρέπει να μετρώνται πάλι 5 έως 7 ημέρες αργότερα προς επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα CK εξακολουθούν να είναι σημαντικά αυξημένα (> 5x ULN) στην έναρξη της θεραπείας, δεν θα πρέπει να ξεκινά θεραπεία. Κατά τη θεραπεία Εάν παρουσιαστούν μυϊκά συμπτώματα, όπως άλγος, αδυναμία ή κράμπες σε ασθενείς που λαμβάνουν φλουβαστατίνη, θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα CK. Η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί εάν διαπιστωθεί ότι αυτά τα επίπεδα είναι σημαντικά αυξημένα (> 5x ULN). Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη κι εάν τα επίπεδα CK είναι αυξημένα έως ≤ 5x ULN, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα αποδράμουν και τα επίπεδα CK επανέλθουν στο φυσιολογικό, μπορεί να ληφθεί υπόψη εκ νέου εισαγωγή φλουβαστατίνης ή άλλης στατίνης στην κατώτατη δόση και υπό στενή παρακολούθηση. Έχει αναφερθεί ότι ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες (συμπεριλαμβανομένης κυκλοσπορίνης), φιβράτες, νικοτινικό οξύ ή ερυθρομυκίνη μαζί με άλλους αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA. Μεμονωμένες περιπτώσεις μυοπάθειας έχουν αναφερθεί μετά από την εμπορική κυκλοφορία για παράλληλη χορήγηση φλουβαστατίνης με κυκλοσπορίνη και φλουβαστατίνης με κολχικίνες. Το Lescol XL θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλα τέτοιο φάρμακο (παράγραφος 4.5). Διάμεση πνευμονοπάθεια Με ορισμένες στατίνες έχουν αναφερθεί εξαιρετικές περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ειδικά με μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στα συμπτώματα που παρουσιάζονται, μπορεί να συμπεριλαμβάνεται δύσπνοια, μη παραγωγικός βήχας και επιδείνωση της γενικής υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν πιθανολογείται ότι ένας ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, θα πρέπει να διακόπτεται η θεραπεία με στατίνες. Σακχαρώδης διαβήτης Μερικά στοιχεία δείχνουν ότι οι στατίνες ως κατηγορία φαρμάκων που αυξάνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μπορούν να οδηγήσουν σε επίπεδα υπεργλυκαιμίας, σε ορισμένους ασθενείς με υψηλό κίνδυνο για μελλοντικό διαβήτη, όπου τυπική διαβητική θεραπεία είναι κατάλληλη. Ωστόσο, αυτός ο κίνδυνος υπερκαλύπτεται λόγω της μείωσης του αγγειακού κινδύνου με τη χορήγηση των στατινών και για το λόγο αυτό δε θα πρέπει να αποτελεί λόγο για διακοπή της θεραπείας με στατίνες. Ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5.6 έως 6.9 mmol/L, BMI

30 kg/m , αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά, όσο και βιοχημικά, σύμφωνα με τις εθνικές συστάσεις. Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία Σε ασθενείς ηλικίας < 18 ετών, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν μελετηθεί για περιόδους θεραπείας μεγαλύτερες των δύο ετών. Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη σωματική, την πνευματική και τη σεξουαλική ωριμότητα για παρατεταμένη θεραπευτική περίοδο. Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της θεραπείας με Lescol XL στην παιδική ηλικία για τη μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας στην ενήλικη ζωή δεν έχει τεκμηριωθεί. (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η φλουβαστατίνη έχει διερευνηθεί μόνο σε παιδιά ηλικίας 9 ετών και άνω με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (για λεπτομέρειες βλ. Φαρμακοδυναμικές). Στην περίπτωση παιδιών προεφηβικής ηλικίας, εφόσον η εμπειρία είναι πολύ περιορισμένη σε αυτή την ομάδα, θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι και τα οφέλη πριν από την έναρξη της θεραπείας. Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία Δεν διατίθενται δεδομένα για τη χρήση φλουβαστατίνης σε ασθενείς με την πολύ σπάνια κατάσταση ομόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LESCOL
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

Φιβράτες και νιασίνη

Παράλληλη χορήγηση φλουβαστατίνης με βεζαφιβράτη, γεμφιβροζίλη, σιπροφιβράτη ή νιασίνη (νικοτινικό οξύ) δεν παρουσιάζει κλινικά σχετική επίδραση στην βιοδιαθεσιμότητα της φλουβαστατίνης ή του άλλου παράγοντα μείωσης των λιπιδίων. Εφόσον έχει παρατηρηθεί αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας ή/και ραβδομυόλυσης σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA μαζί με οποιοδήποτε από αυτά τα μόρια, θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά το όφελος και ο κίνδυνος της ταυτόχρονης θεραπείας και αυτοί οι συνδυασμοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή ((βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).

Κολχικίνες

Μυοτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης μυαλγίας και αδυναμίας και ραβδομυόλυσης, έχει αναφερθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις με παράλληλη χορήγηση κολχικινών. Θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά το όφελος και ο κίνδυνος της ταυτόχρονης θεραπείας και αυτοί οι συνδυασμοί θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή ((βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).

Κυκλοσπορίνη

Μελέτες σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού δείχνουν ότι η βιοδιαθεσιμότητα της φλουβαστατίνης (μέχρι 40 mg/ημέρα) δεν αυξάνεται σε κλινικά σημαντικό βαθμό σε ασθενείς που λαμβάνουν σταθερά σχήματα κυκλοσπορίνης. Τα αποτελέσματα από μια άλλη μελέτη στην οποία χορηγήθηκε Lescol XL δισκία (80 mg φλουβαστατίνης δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού που λάμβαναν σταθερό σχήμα με κυκλοσπορίνη, έδειξαν ότι η έκθεση σε φλουβαστατίνη (AUC) και η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) αυξήθηκαν 2 φορές σε σχέση με ιστορικά δεδομένα σε υγιείς ασθενείς. Παρά το ότι αυτές οι αυξήσεις των επιπέδων φλουβαστατίνης δεν ήταν κλινικά σημαντικές, αυτός ο συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η αρχική δόση και η δόση συντήρησης της φλουβαστατίνης πρέπει να είναι οι μικρότερες δυνατές κατά το συνδυασμό με κυκλοσπορίνη.

Το Lescol XL (80 mg φλουβαστατίνης δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) δεν είχαν επίδραση στην βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης κατά τη συγχορήγηση.

Βαρφαρίνη και λοιπά παράγωγα κουμαρίνης

Σε υγιείς εθελοντές, η χρήση φλουβαστατίνης και βαρφαρίνης (μεμονωμένη δόση) δεν επηρέασε δυσμενώς τα επίπεδα της βαρφαρίνης στο πλάσμα και τους χρόνους προθρομβίνης σε σχέση με την βαρφαρίνη μεμονωμένα. Ωστόσο, μεμονωμένες επιπτώσεις αιμορραγικών επεισοδίων ή/και αυξήσεων των χρόνων προθρομβίνης έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε ασθενείς με φλουβαστατίνη που λάμβαναν παράλληλα βαρφαρίνη ή λοιπά παράγωγα κουμαρίνης. Συνιστάται να παρακολουθούνται οι χρόνοι προθρομβίνης κατά την έναρξη θεραπείας με φλουβαστατίνη, τη διακοπή ή τη μεταβολή της δοσολογίας σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή λοιπά παράγωγα κουμαρίνης.

Ριφαμπικίνη

Χορήγηση φλουβαστατίνης σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν προκαταρκτική θεραπεία με ριφαμπικίνη (ριφαμπίνη), οδήγησε σε μείωση της βιοδιαθεσιμότητας της φλουβαστατίνης κατά 50% περίπου. Παρά το ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις ότι μεταβάλλεται η αποτελεσματικότητα της φλουβαστατίνης στη μείωση των λιπιδίων, για ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με ριφαμπικίνη (π.χ. θεραπεία φυματίωσης), ενδέχεται να επιβάλλεται κατάλληλη αναπροσαρμογή της δόσης της φλουβαστατίνης, ώστε να διασφαλίζεται ικανοποιητική μείωση των επιπέδων των λιπιδίων.

Από στόματος αντιδιαβητικοί παράγοντες

Για ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος σουλφονυλουρίες (γλιβενκλαμίδη (γλυβουρίδη), τολβουταμίδη) για τη θεραπεία μη εξαρτώμενου από ινσουλίνη (τύπου 2) σακχαρώδους διαβήτη (NIDDM), προσθήκη φλουβαστατίνης δεν οδηγεί σε κλινικά σημαντικές μεταβολές της γλυκαιμικής ρύθμισης. Σε ασθενείς με NIDDM που λαμβάνουν θεραπεία με γλιβενκλαμίδη (n=32), χορήγηση φλουβαστατίνης (40 mg δις ημερησίως για 14 ημέρες), αύξησε τη μέση Cmax, AUC και t½ της γλιβενκλαμίδης κατά περίπου 50%, 69% και 121% αντίστοιχα. Η γλιβενκλαμίδη (5 έως 20 mg ημερησίως) αύξησε τη μέση Cmax και AUC της φλουβαστατίνης κατά 44% και 51% αντίστοιχα. Σε αυτή τη μελέτη, δεν υπήρχαν μεταβολές της γλυκόζης, της ινσουλίνης και των επιπέδων του C-πεπτιδίου. Ωστόσο, ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλη θεραπεία με γλιβενκλαμίδη (γλυβουρίδη) και φλουβαστατίνη, θα πρέπει να συνεχίσουν να παρακολουθούνται κατάλληλα όταν η δόση φλουβαστατίνης αυξηθεί στα 80 mg την ημέρα.

Απολύματα χολικών οξέων

Φλουβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες μετά από τη ρητίνη (π.χ. χολεστυραμίνη), ώστε να αποφεύγεται σημαντική αλληλεπίδραση λόγω σύνδεσης της ρητίνης στο φάρμακο.

Φλουκοναζόλη

Χορήγηση φλουβαστατίνης σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν προκαταρκτική θεραπεία με φλουκοναζόλη (αναστολέας CYP 2C9) οδήγησε σε αύξηση της έκθεσης και της μέγιστης συγκέντρωσης φλουβαστατίνης κατά περίπου 84% και 44%. Παρά το ότι δεν υπήρχαν κλινικές ενδείξεις ότι το προφίλ ασφάλειας της φλουβαστατίνης μεταβλήθηκε σε ασθενείς που είχαν λάβει προκαταρκτική θεραπεία με φλουκοναζόλη επί 4 ημέρες, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν φλουβαστατίνη χορηγείται παράλληλα με φλουκοναζόλη.

Ανταγωνιστές υποδοχέων ισταμίνης Η2 και αναστολείς αντλίας πρωτονίων

Παράλληλη χορήγηση φλουβαστατίνης με σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη ή ομεπραζόλη οδηγεί σε αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της φλουβαστατίνης, η οποία ωστόσο, δεν παρουσιάζει κλινική σχετικότητα.

Φαινυτοΐνη

Το συνολικό μέγεθος των μεταβολών της φαρμακοκινητικής της φαινυτοΐνης κατά τη συγχορήγηση με φλουβαστατίνη είναι σχετικά μικρό και όχι κλινικά σημαντικό. Επομένως, συνήθης παρακολούθηση των επιπέδων φαινυτοΐνης στο πλάσμα είναι επαρκής κατά τη συγχορήγηση με φλουβαστατίνη.

Καρδιαγγειακοί παράγοντες

Δεν παρουσιάζονται κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις φαρμακοκινητικής όταν χορηγείται παράλληλα φλουβαστατίνη με προπρανολόλη, διγοξίνη, λοσαρτάνη, κλοπιδογρέλη ή αμλοδιπίνη. Με βάση τα δεδομένα φαρμακοκινητικής, δεν απαιτείται παρακολούθηση ή αναπροσαρμογές της δόσης όταν χορηγείται παράλληλα φλουβαστατίνη με αυτούς τους παράγοντες.

Ιτρακοναζόλη και ερυθρομυκίνη

Παράλληλη χορήγηση φλουβαστατίνης με τους ισχυρούς αναστολείς του κυτοχρώματος P450 (CYP) 3A4 ιτρακοναζόλη και ερυθρομυκίνη έχει ελάχιστες επιδράσεις στην βιοδιαθεσιμότητα της φλουβαστατίνης. Με δεδομένη την ελάχιστη συμμετοχή αυτού του ενζύμου στο μεταβολισμό της φλουβαστατίνης, αναμένεται ότι άλλοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, κυκλοσπορίνη) είναι απίθανο να επηρεάζουν την βιοδιαθεσιμότητα της φλουβαστατίνης.

Φουσιδικό οξύ

Ο κίνδυνος μυοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί με ταυτόχρονη χρήση συστηματικά χορηγούμενου φουσιδικού οξέος με στατίνες. Ο μηχανισμός αυτής της αλληλεπίδρασης (είτε είναι φαρμακοδυναμική είτε είναι φαρμακοκινητική, είτε και τα δύο) είναι ακόμη άγνωστος. Έχουν υπάρξει αναφορές ραβδομυόλυσης (που περιλαμβάνουν ορισμένους θανάτους) σε ασθενείς που λάμβαναν αυτόν τον συνδυασμό.

Εάν η θεραπεία με συστηματικά χορηγούμενο φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με Lescol XL θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Επίσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Χυμός γκρέιπφρουτ

Με βάση την έλλειψη αλληλεπίδρασης της φλουβαστατίνης με άλλα υποστρώματα του CYP3A4, η φλουβαστατίνη δεν αναμένεται να αλληλεπιδρά με χυμό γκρέιπφρουτ.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LESCOL
expand_more

Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ήπια γαστρεντερικά συμπτώματα, αϋπνία και κεφαλαλγία.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (Πίνακας 1) ταξινομούνται κατά MedDRA κατηγορία οργανικού συστήματος. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται κατά σειρά συχνότητας εμφάνισης, με τις πιο συχνές να αναφέρονται πρώτες. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Επιπλέον, παρέχεται η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας χρησιμοποιώντας την παρακάτω συνθήκη (CIOMS III) για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια του φαρμάκου: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Θρομβοκυτταροπενία

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (εξάνθημα, κνίδωση) Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτική αντίδραση

Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Αϋπνία

Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: Κεφαλαλγία Πολύ σπάνιες: Παραισθησία, δυσαισθησία, υπαισθησία που είναι επίσης γνωστό ότι συσχετίζεται με τις υποκείμενες υπερλιπιδαιμικές διαταραχές

Αγγειακές διαταραχές Πολύ σπάνιες: Αγγειίτιδα

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Μη γνωστές*: Διάμεση πνευμονοπάθεια

Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: Ναυτία, κοιλιακό άλγος, δυσπεψία Πολύ σπάνιες: Παγκρεατίτιδα

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Πολύ σπάνιες: Ηπατίτιδα

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ σπάνιες: Αγγειοοίδημα, οίδημα προσώπου και άλλες δερματικές αντιδράσεις (π.χ. έκζεμα, δερματίτιδα, πομφολυγώδες εξάνθημα)

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Σπάνιες: Μυαλγία, μυϊκή αδυναμία, μυοπάθεια Πολύ σπάνιες: Ραβδομυόλυση, σύνδρομο που προσομοιάζει με ερυθηματώδη λύκο, μυοσίτιδα Μη γνωστές: Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια ((βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις))

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Μη γνωστές*: Στυτική δυσλειτουργία

Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές: Αυξημένη φωσφοκινάση κρεατινίνης αίματος, αυξημένες τρανσαμινάσες αίματος

*Προκύπτει από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του Lescol (φλουβαστατίνη) μέσω περιπτώσεων αυθόρμητων αναφορών και βιβλιογραφικών αναφορών. Επειδή αυτές οι ενέργειες αναφέρονται εθελοντικά από έναν πληθυσμό απροσδιόριστου μεγέθους, δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί με αξιοπιστία η συχνότητα τους και για το λόγο αυτό κατηγοριοποιείται ως μη γνωστή.

Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με ορισμένες στατίνες:

  • Διαταραχές ύπνου, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται αϋπνία και εφιάλτες
  • Απώλεια μνήμης
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
  • Κατάθλιψη
  • Σακχαρώδης διαβήτης: η συχνότητα θα εξαρτάται από την παρουσία ή απουσία παραγόντων κινδύνου (γλυκόζη νηστείας ≥ 5.6 mmol/L, BMI > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, ιστορικό υπέρτασης).
  • Τενοντοπάθεια, ορισμένες φορές με επιπλοκή ρήξης τένοντα

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία

Το προφίλ ασφάλειας της φλουβαστατίνης σε παιδιά και εφήβους με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία αξιολογήθηκε σε 114 ασθενείς ηλικίας 9 έως 17 ετών που έλαβαν θεραπεία σε δύο ανοικτές μη συγκριτικές κλινικές μελέτες, ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρείται σε ενηλίκους. Στις δύο κλινικές μελέτες δεν παρατηρήθηκε επίδραση στην ανάπτυξη και τη σεξουαλική ωρίμανση. Η ικανότητα των μελετών να ανιχνεύουν οποιαδήποτε επίδραση της θεραπείας σε αυτή την περιοχή ήταν, ωστόσο, χαμηλή.

Εργαστηριακά ευρήματα

Μη φυσιολογικές βιοχημικές τιμές ηπατικής λειτουργίας έχουν συσχετισθεί με αναστολείς αναγωγάσης HMG-CoA και λοιπούς παράγοντες μείωσης των λιπιδίων. Με βάση συγκεντρωτικές αναλύσεις ελεγχόμενων κλινικών μελετών, επιβεβαιωμένες αυξήσεις των επιπέδων αλανινικής αμινοτρανσφεράσης ή ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης υπερτριπλάσιες του ανώτατου φυσιολογικού ορίου παρουσιάστηκαν στο 0,2% με καψάκια φλουβαστατίνης 20 mg/ημερησίως, 1,5% έως 1,8% με καψάκια φλουβαστατίνης 40 mg/ημερησίως, 1,9% με Lescol XL δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 80 mg/ημερησίως και στο 2,7% έως 4,9% με δις ημερησίως καψάκια φλουβαστατίνης 40 mg. Η πλειονότητα των ασθενών με αυτά τα μη φυσιολογικά βιοχημικά ευρήματα ήταν ασυμπτωματικοί. Αισθητές αυξήσεις των επιπέδων CK σε περισσότερο από 5x ULN αναπτύχθηκαν σε πολύ μικρό αριθμό ασθενών (0,3 έως 1,0%).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LESCOL
expand_more

Κύηση

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.

Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος κατά τη λήψη Lescol XL, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.

Κύηση

Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για τη χρήση της φλουβαστατίνης κατά την κύηση. Εφόσον αναστολείς της αναγωγάσης HMG-CoA μειώνουν τη σύνθεση χοληστερόλης και πιθανόν λοιπών βιολογικά δραστικών ουσιών που προέρχονται από τη χοληστερόλη, ενδέχεται να προκαλούν βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Επομένως, το Lescol XL αντενδείκνυται κατά την κύηση (βλ. Δοσολογία).

Θηλασμός

Με βάση προκλινικά δεδομένα, αναμένεται ότι η φλουβαστατίνη αποβάλλεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες για τις επιδράσεις της φλουβαστατίνης σε νεογνά/βρέφη.

To Lescol XL αντενδείκνυται σε θηλάζουσες γυναίκες (βλ. Δοσολογία).

Γονιμότητα

Σε μελέτες σε ζώα δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LESCOL
expand_more

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολείς αναγωγάσης HMG-CoA, κωδικός ATC: C10A A04

Η φλουβαστατίνη, ένας πλήρως συνθετικός παράγοντας μείωσης της χοληστερόλης, είναι ανταγωνιστικός αναστολέας της αναγωγάσης HMG-CoA, η οποία ευθύνεται για τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, έναν πρόδρομο των στερολών, συμπεριλαμβανομένης της χοληστερόλης. Η φλουβαστατίνη ασκεί την κύρια δράση της στο ήπαρ και είναι κυρίως ρακεμικό μείγμα των δύο ερυθρο-εναντιομερών, από τα οποία το ένα ασκεί τη φαρμακολογική δράση. Η αναστολή της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης μειώνει τη χοληστερόλη στα ηπατικά κύτταρα, γεγονός που διεγείρει τη σύνθεση υποδοχέων LDL και, συνεπώς, αυξάνει την πρόσληψη σωματιδίων LDL. Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των μηχανισμών είναι μείωση της συγκέντρωσης χοληστερόλης στο πλάσμα.

Το Lescol XL μειώνει την ολική-C, την LDL-C, την Apo B και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-C σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία και μεικτή δυσλιπιδαιμία.

Σε 12 ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ασθενείς με Τύπου IIa ή IIb υπερλιποπρωτεϊναιμία, το Lescol (καψάκια φλουβαστατίνης) μεμονωμένα χορηγήθηκε σε 1.621 ασθενείς σε σχήματα ημερήσιας δόσης των 20 mg, 40 mg και 80 mg (40 mg δις ημερησίως) για διάρκεια τουλάχιστον 6 εβδομάδων. Σε ανάλυση 24 εβδομάδων, ημερήσιες δόσεις των 20 mg, 40 mg και 80 mg παρήγαγαν μειώσεις που σχετίζονται με τη δόση της ολικής-C, της LDL-C, της Apo B και των τριγλυκεριδίων και αυξήσεις της HDL-C (βλ. Πίνακα 2).

Το Lescol XL (φλουβαστατίνη 80 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) χορηγήθηκε σε περισσότερους από 800 ασθενείς σε τρεις πιλοτικές μελέτες με δραστική θεραπεία διάρκειας 24 εβδομάδων και συγκρίθηκε με Lescol (καψάκια φλουβαστατίνης) 40 mg άπαξ ή δις ημερησίως. Χορηγούμενο ως μεμονωμένη ημερήσια δόση 80 mg, το Lescol XL μείωσε σημαντικά την ολική C, την LDL-C, τα τριγλυκερίδια (TG) και την Apo B (βλ. Πίνακα 2).

Η θεραπευτική ανταπόκριση έχει τεκμηριωθεί καλά μέσα σε δύο εβδομάδες και μέγιστη ανταπόκριση επιτυγχάνεται μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Μετά από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας, η διάμεση μείωση της LDL-C ήταν 38% και την εβδομάδα 24 (καταληκτικό σημείο), η διάμεση μείωση της LDL-C ήταν 35%. Παρατηρήθηκαν επίσης σημαντικές αυξήσεις της HDL-C.

Πίνακας 2 Διάμεση ποσοστιαία μεταβολή λιπιδικών παραμέτρων από την έναρξη της μελέτης έως την εβδομάδα 24

Δόση N % ∆ Ολική-C % ∆ TG % ∆ LDL-C % ∆ Apo B % ∆ HDL-C
Όλοι οι ασθενείς
Φλουβαστατίνη καψάκια 20 mg 747 -17 -12 -22 -19 +3
Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg 748 -19 -14 -25 -18 +4
Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg δις ημερησίως 257 -27 -18 -36 -28 +6
Lescol XL 80 mg 750 -25 -19 -35 -27 +7
Αρχικά TG ≥ 200 mg/dl
Φλουβαστατίνη καψάκια 20 mg 148 -16 -17 -22 -19 +6
Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg 179 -18 -20 -24 -18 +7
Φλουβαστατίνη καψάκια 40 mg δις ημερησίως 76 -27 -23 -35 -28 +9
Lescol XL 80 mg 239 -25 -25 -33 -27 +11

*Δεδομένα για τα καψάκια Φλουβαστατίνης 20 mg και 40 mg από 12 ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες *Δεδομένα για το Lescol XL 80 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης από τρεις ελεγχόμενες μελέτες διάρκειας 24 εβδομάδων

Στη Μελέτη Λιποπρωτεΐνη και Αρτηριοσκλήρυνση Στεφανιαίων (LCAS), η επίδραση της φλουβαστατίνης στην αρτηριοσκλήρυνση των στεφανιαίων αξιολογήθηκε με βάση ποσοτική στεφανιαία αγγειογραφία σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς (ηλικίας 35 έως 75 ετών) με στεφανιαία νόσο και αρχικά επίπεδα LDL-C 3,0 έως 4,9 mmol/l (115 έως 190 mg/dl). Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, 429 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με φλουβαστατίνη 40 mg/ημέρα ή εικονικό φάρμακο. Ποσοτικές στεφανιαίες αγγειογραφίες αξιολογήθηκαν στην έναρξη της μελέτης και μετά από 2,5 έτη θεραπείας και ήταν αξιολογήσιμα σε 340 από 429 ασθενείς. Η θεραπεία με φλουβαστατίνη επιβράδυνε την εξέλιξη βλαβών που οφείλονταν σε αρτηριοσκλήρυνση των στεφανιαίων κατά 0,072 mm (95% διαστήματα εμπιστοσύνης για διαφορά ανάμεσα στις θεραπείες από −0,1222 έως −0,022 mm) μέσα σε 2,5 έτη, όπως μετράται με βάση τη μεταβολή της ελάχιστης διαμέτρου του αυλού −0,028 mm έναντι εικονικού φαρμάκου −0,100 mm). Δεν έχει καταδειχθεί άμεση συσχέτιση ανάμεσα στα αγγειογραφικά ευρήματα και τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Στη Μελέτη Πρόληψης Επέμβασης με Lescol (LIPS), η επίδραση της φλουβαστατίνης σε μείζονες καρδιακές ανεπιθύμητες ενέργειες (MACE, δηλ. θάνατος καρδιακής αιτιολογίας, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και στεφανιαία επαναγγείωση) αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, οι οποίοι είχαν υποβληθεί πρώτα σε επιτυχή διαδερμική στεφανιαία επέμβαση. Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν άνδρες και γυναίκες ασθενείς (ηλικίας 18 έως 80 ετών) και με αρχικά επίπεδα ολικής-C που κυμαίνονταν από 3,5 έως 7,0 mmol/l (135 έως 270 mg/dl).

Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, η φλουβαστατίνη (n=844) χορηγούμενη ως 80 mg ημερησίως μέσα σε 4 έτη, μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης της πρώτης MACE κατά 22% (p=0,013) σε σχέση με εικονικό φάρμακο (n=833).

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο MACE παρουσιάστηκε στο 21,4% των ασθενών που έλαβαν φλουβαστατίνη εν. του 26,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (απόλυτη διαφορά κινδύνου: 5,2%, 95% CI: 1,1 έως 9,3). Αυτές οι ευεργετικές επιδράσεις ήταν ιδιαίτερα αξιοσημείωτες σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και σε ασθενείς με πολυαγγειακή νόσο.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Lescol (καψάκια φλουβαστατίνης) και του Lescol XL (δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης φλουβαστατίνης) σε παιδιά και εφήβους ασθενείς ηλικίας 9-16 ετών με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία έχει αξιολογηθεί σε 2 ανοικτές, μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες διάρκειας 2 ετών. 114 ασθενείς (66 αγόρια και 48 κορίτσια) έλαβαν θεραπεία με φλουβαστατίνη χορηγούμενη ως καψάκια φλουβαστατίνης (20 mg/ημερησίως έως 40 mg δις ημερησίως) ή δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης Lescol XL 80 mg άπαξ ημερησίως με χρήση σχήματος τιτλοποίησης της δόσης με βάση την ανταπόκριση της LDL-C.

Στην πρώτη μελέτη εντάχθηκαν 29 προεφηβικά αγόρια, ηλικίας 9-12 ετών, τα οποία είχαν επίπεδο LDL-C > 90 εκατοστημόριο για την ηλικία και ένα γονέα με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία και οικογενειακό ιστορικό πρώιμης ισχαιμικής καρδιοπάθειας ή ξάνθωμα στον τένοντα. Η μέση αρχική LDL-C ήταν 226 mg/dl που ισοδυναμούν με 5,8 mmol/l (εύρος: 137-354 mg/dl που ισοδυναμούν με 3,6-9,2 mmol/l). Όλοι οι ασθενείς ξεκίνησαν να λαμβάνουν καψάκια φλουβαστατίνης 20 mg ημερησίως με αναπροσαρμογές της δόσης ανά 6 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως, έπειτα 80 mg ημερησίως (40 mg δις ημερησίως) προς επίτευξη στοχευόμενης LDL-C 96,7 έως 123,7 mg/dl (2,5 mmol/l έως 3,2 mmol/l).

Στη δεύτερη μελέτη εντάχθηκαν 85 άνδρες και γυναίκες ασθενείς, ηλικίας 10 έως 16 ετών, οι οποίοι είχαν LDL-C > 190 mg/dl (ισοδυναμούν με 4,9 mmol/l) ή LDL-C > 160 mg/dl (ισοδυναμούν με 4,1 mmol/l) και έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο ή LDL-C > 160 mg/dl (ισοδυναμούν με 4,1 mmol/l) και αποδεδειγμένη ανεπάρκεια υποδοχέων της LDL. Η μέση αρχική LDL-C ήταν 225 mg/dl που ισοδυναμούν με 5,8 mmol/l (εύρος: 148-343 mg/dl που ισοδυναμούν με 3,8-8,9 mmol/l). Όλοι οι ασθενείς ξεκίνησαν να λαμβάνουν καψάκια φλουβαστατίνης 20 mg ημερησίως με αναπροσαρμογές της δόσης ανά 6 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως, έπειτα 80 mg ημερησίως (Lescol 80 mg XL δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) προς επίτευξη στοχευόμενης LDL-C < 130 mg/dl (3,4 mmol/l). 70 ασθενείς ήταν εφηβικοί ή μετεφηβικοί (n=69 αξιολογήθηκαν για αποτελεσματικότητα).

Στην πρώτη μελέτη (σε αγόρια σε προεφηβική ηλικία), δόσεις Lescol 20 έως 80 mg ημερησίως μείωσαν τα επίπεδα ολικής C και LDL-C κατά 21% και 27% αντίστοιχα. Η μέση LDL-C που επιτεύχθηκε ήταν 161 mg/dl που ισοδυναμούν με 4,2 mmol/l (εύρος: 74-336 mg/dl που ισοδυναμούν με 1,9-8,7 mmol/l). Στη δεύτερη μελέτη (σε κορίτσια και αγόρια στην εφηβική ή μετ-εφηβική ηλικία), δόσεις Lescol 20 έως 80 mg ημερησίως μείωσαν τα επίπεδα ολικής C και LDL-C κατά 22% και 28% αντίστοιχα. Η μέση LDL-C που επιτεύχθηκε ήταν 159 mg/dl που ισοδυναμούν με 4,1 mmol/l (εύρος: 90-295 mg/dl που ισοδυναμούν με 2,3-7,6 mmol/l).

Η πλειονότητα των ασθενών στις δύο μελέτες (83% στην πρώτη μελέτη και 89% στη δεύτερη μελέτη) τιτλοποιήθηκε στη μέγιστη ημερήσια δόση των 80 mg. Στο καταληκτικό σημείο της μελέτης, 26 έως 30% των ασθενών στις δύο μελέτες πέτυχε τον επιθυμητό στόχο LDL-C < 130 mg/dl (3,4 mmol/l).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LESCOL
expand_more

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση

Η φλουβαστατίνη απορροφάται ταχέως και εντελώς (98%) μετά από του στόματος χορήγηση διαλύματος σε εθελοντές σε κατάσταση νηστείας. Μετά από χορήγηση Lescol XL (δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης φλουβαστατίνης) από το στόμα και σε σχέση με τα καψάκια, ο ρυθμός απορρόφησης φλουβαστατίνης είναι περίπου 60% βραδύτερος, ενώ ο μέσος χρόνος παραμονής φλουβαστατίνης αυξάνεται κατά 4 ώρες περίπου. Μετά τη λήψη φαγητού, η ουσία απορροφάται με μειωμένο ρυθμό.

Κατανομή

Η φλουβαστατίνη ασκεί την κύρια δράση της στο ήπαρ, το οποίο είναι και το κύριο όργανο για το μεταβολισμό της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα που αξιολογήθηκε από συστηματικές συγκεντρώσεις στο αίμα, είναι 24%. Ο προφανής όγκος κατανομής (Vz/f) για το φάρμακο είναι 330 λίτρα. Περισσότερο από το 98% του φαρμάκου στην κυκλοφορία συνδέεται σε πρωτεΐνες στο πλάσμα και αυτή η σύνδεση δεν επηρεάζεται από τη συγκέντρωση της φλουβαστατίνης ή της βαρφαρίνης, του σαλικυλικού οξέος ή της γλυβουρίδης.

Βιομετασχηματισμός

Η φλουβαστατίνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Τα κύρια συστατικά που κυκλοφορούν στο αίμα είναι η φλουβαστατίνη και ο φαρμακολογικά ανενεργός μεταβολίτης Ν-δεσισοπροπυλ-προπιονικό οξύ. Οι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες παρουσιάζουν φαρμακολογική δράση, αλλά δεν κυκλοφορούν συστηματικά.

Υπάρχουν πολλαπλές, εναλλακτικές οδοί του κυτοχρώματος P450 (CYP450) για τον βιομετασχηματισμό της φλουβαστατίνης και επομένως, ο μεταβολισμός της φλουβαστατίνης είναι σχετικά μη ευαίσθητος στην αναστολή του CYP450.

Η φλουβαστατίνη ανέστειλε μόνο το μεταβολισμό ενώσεων που μεταβολίζονται από το CYP2C9. Παρά τη δυνατότητα που επομένως υπάρχει για ανταγωνιστική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε φλουβαστατίνη και ενώσεις που είναι υποστρώματα του CYP2C9, όπως δικλοφαινάκη, φαινυτοΐνη, τολβουταμίδη και βαρφαρίνη, κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι αυτή η αλληλεπίδραση είναι απίθανη.

Αποβολή

Μετά από χορήγηση 3H-φλουβαστατίνης σε υγιείς εθελοντές, η αποβολή της ραδιενέργειας είναι περίπου 6% στα ούρα και 93% στα κόπρανα και η φλουβαστατίνη ευθύνεται για λιγότερο από το 2% της ολικής ραδιενέργειας που αποβάλλεται. Η κάθαρση στο πλάσμα (CL/f) για τη φλουβαστατίνη στον άνθρωπο υπολογίζεται ότι είναι 1,8 ± 0,8 l/min. Συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα δεν παρουσιάζουν ενδείξεις συσσώρευσης της φλουβαστατίνης μετά από χορήγηση 80 mg ημερησίως. Μετά από χορήγηση από το στόμα 40 mg Lescol, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής για την απομάκρυνση της φλουβαστατίνης είναι 2,3 ± 0,9 ώρες.

Χαρακτηριστικά σε ασθενείς

Συγκεντρώσεις στο πλάσμα της φλουβαστατίνης δεν διαφέρουν ως συνάρτηση της ηλικίας ή του φύλου στον γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, βελτιωμένη ανταπόκριση στη θεραπεία παρατηρήθηκε σε γυναίκες και ηλικιωμένα άτομα. Εφόσον η φλουβαστατίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω της χοληφόρου οδού και υπόκειται σε σημαντικό προσυστηματικό μεταβολισμό, υπάρχει δυνατότητα για συσσώρευση φαρμάκου σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ((βλ. Αντενδείξεις) και (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)).

Παιδιά και έφηβοι με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία

Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής σε παιδιά.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1-3 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

98% προσδέεται σε πρωτεΐνες του πλάσματος
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

Βιοδιαθεσιμότητα 24% (εύρος 9-50%)
DrugBank

Απέκκριση

Κόπρανα
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
1548972
Μοριακός τύπος
C24H26FNO4
Μοριακό βάρος
411.5
IUPAC
(E,3S,5R)-7-[3-(4-fluorophenyl)-1-propan-2-ylindol-2-yl]-3,5-dihydroxyhept-6-enoic acid
InChIKey
FJLGEFLZQAZZCD-JUFISIKESA-N

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Δυσλιπιδαιμία Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 C10AA04
    ΒΗΜΑ 1 — Αρχική δόση στατίνης (μέτριος/χαμηλός κίνδυνος)
    • Ασθενής μέτριου ή χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου
    • Μέτριος κίνδυνος: φαρμακευτική αγωγή αν δεν επιτευχθεί ο στόχος μετά 3 μήνες υγιεινοδιαιτητικών μέτρων· χαμηλός: μετά 6 μήνες
    Δοσολογία: Αρχική δόση — εντατική τροποποίηση τρόπου ζωής · Απεριόριστη
  • ΒΗΜΑ 5 C10AA04
    ΒΗΜΑ 5 — Δυσανεξία στις στατίνες
    • Μη ανεκτά μυϊκά συμπτώματα ή CK > 5× ΑΦΤ σε ≥ 3 στατίνες, μετά αποκλεισμό άλλων αιτίων & αλληλεπιδράσεων
    Δοσολογία: Εναλλακτικές χαμηλής έντασης · Απεριόριστη