Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 200 / TAB | 2193.82 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C22 Κακοήθης νεοπλασία του ήπατος και των ενδοηπατικών χοληφόρων πόρων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα
-
C64 Κακοήθης νεοπλασία του νεφρού, εκτός της νεφρικής πυέλου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Προχωρημένο καρκίνωμα νεφρών
-
C73 Κακόηθες νεόπλασμα του θυρεοειδούς αδένα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνωμα του θυρεοειδούς
NEXAVAR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος χρήση
- Χορήγηση: χωρίς φαγητό ή με ένα γεύμα χαμηλής ή μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά. Εάν ο ασθενής πρόκειται να λάβει ένα υψηλό σε λιπαρά γεύμα, τα δισκία σοραφενίμπης θα πρέπει να λαμβάνονται τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά το γεύμα.
- Δόση έναρξης: 400 mg σοραφενίμπης (δύο δισκία των 200 mg) δύο φορές ημερησίως (ισοδύναμα με ολική ημερήσια δόση 800 mg)
- Τιτλοποίηση: Η αντιμετώπιση των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου μπορεί να απαιτεί προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης της θεραπείας με σοραφενίμπη. Όταν είναι αναγκαία η μείωση της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας του ηπατοκυτταρικού καρκινώματος (HCC) και του προχωρημένου καρκινώματος των νεφρών (RCC), η δόση του Sorafenib/Σοραφενίμπη θα πρέπει να μειωθεί σε δύο δισκία των 200 mg σοραφενίμπης εφάπαξ ημερησίως. Όταν είναι αναγκαία η μείωση της δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας του διαφοροποιημένου καρκινώματος του θυρεοειδούς (DTC), η δόση του Sorafenib/Σοραφενίμπη θα πρέπει να μειωθεί σε 600 mg sorafenib ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις (δύο δισκία των 200 mg και ένα δισκίο των 200 mg σε απόσταση δώδεκα ωρών). Εάν είναι απαραίτητη περαιτέρω μείωση της δόσης, το Sorafenib/Σοραφενίμπη μπορεί να μειωθεί σε 400 mg σοραφενίμπης ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις (δύο δισκία των 200 mg σε απόσταση δώδεκα ωρών), και εάν είναι απαραίτητο μπορεί να μειωθεί περαιτέρω σε ένα δισκίο των 200 mg εφάπαξ ημερησίως. Μετά τη βελτίωση των μη αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών, η δόση του Sorafenib/Σοραφενίμπη μπορεί να αυξηθεί.
-
ΕνήλικεςΔόση400 mg σοραφενίμπης (δύο δισκία των 200 mg) δύο φορές ημερησίωςΜέγ. δόση800 mg/ημέραΗ θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται όσο εξακολουθεί να παρατηρείται κλινικό όφελος ή μέχρι να επισυμβεί μη αποδεκτή τοξικότητα.
-
Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (ήπια, μέτρια, σοβαρού βαθμού)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας. Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς που απαιτούν αιμοκάθαρση (βλ. Φαρμακοκινητικές). Συνιστάται η παρακολούθηση του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών στους ασθενείς με κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Child Pugh A ή Β (ήπια έως μέτρια)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Child Pugh C (σοβαρή)Δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Δερματολογικές τοξικότητεςΟ χειρισμός μπορεί να περιλαμβάνει τοπικές θεραπείες συμπτωματικής ανακούφισης, προσωρινή διακοπή της θεραπείας και/ή αναπροσαρμογή της δόσης ή σε σοβαρές ή εμμένουσες καταστάσεις, μόνιμη διακοπή.
-
ΥπέρτασηΗ αρτηριακή πίεση θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά και να αντιμετωπίζεται. Σε περιπτώσεις σοβαρής ή εμμένουσας υπέρτασης ή υπερτασικής κρίσης παρά τη χορήγηση αντιϋπερτασικής θεραπείας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο μόνιμης διακοπής.
-
Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματοςΟ κίνδυνος πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
ΥπογλυκαιμίαΣε περιπτώσεις συμπτωματικής υπογλυκαιμίας, η σοραφενίμπη θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά. Τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά ώστε να αξιολογηθεί εάν η δόση του αντιδιαβητικού φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να προσαρμοστεί.
-
ΑιμορραγίαΕάν κάποιο αιμορραγικό επεισόδιο καθιστά αναγκαία την ιατρική παρέμβαση, συνιστάται να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης.
-
Καρδιακή ισχαιμία και/ή έμφραγμαΘα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της σοραφενίμπης σε ασθενείς που αναπτύσσουν καρδιακή ισχαιμία και/ή έμφραγμα.
-
Επιμήκυνση του διαστήματος QT/QTcΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν ή μπορεί να αναπτύξουν επιμήκυνση του διαστήματος QTc (όπως ασθενείς με συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου QT, ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή αθροιστική δόση ανθρακυκλινών, ασθενείς που λαμβάνουν ορισμένα αντι-αρρυθμικά φάρμακα ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που οδηγούν σε επιμήκυνση του διαστήματος QT, καθώς επίσης και σε αυτούς που έχουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές, όπως υποκαλιαιμία, υπασβεστιαμία ή υπομαγνησιαιμία)Η σοραφενίμπη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Περιοδική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ηλεκτροκαρδιογραφήματα και ηλεκτρολύτες (μαγνήσιο, κάλιο, ασβέστιο) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήναΗ θεραπεία με σοραφενίμπη θα πρέπει να διακόπτεται.
-
Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου για TLS (υψηλό φορτίο όγκου, προϋπάρχουσα χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ολιγουρία, αφυδάτωση, υπόταση και όξινα ούρα)Οι εν λόγω ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνουν άμεσα θεραπεία όπως ενδείκνυται κλινικά, ενώ θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης προφυλακτικής ενυδάτωσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με Child Pugh C (σοβαρή) ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Η έκθεση μπορεί να αυξηθεί.
-
Συγχορήγηση με βαρφαρίνηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα βαρφαρίνη ή φαινπροκουμόνηΘα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για μεταβολές στο χρόνο προθρομβίνης, το INR ή κλινικά αιμορραγικά επεισόδια.
-
Επιπλοκές επούλωσης τραυμάτωνΠληθυσμόςΑσθενείς που υπόκεινται σε μεγάλες χειρουργικές επεμβάσειςΣυνιστάται η προσωρινή διακοπή της θεραπείας για προληπτικούς λόγους. Η απόφαση επανέναρξης θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση της επαρκούς επούλωσης του τραύματος.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανή ανάγκη παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας.
-
Αλληλεπιδράσεις με ουσίες που μεταβολίζονται/απεκκρίνονται μέσω UGT1A1 (π.χ. ιρινοτεκάνη) ή UGT1A9προσοχήΣυνιστάται προσοχή.
-
Αλληλεπιδράσεις με δοσεταξέληπροσοχήΣυνιστάται προσοχή.
-
Αλληλεπιδράσεις με νεομυκίνη ή άλλα αντιβιοτικά (που προκαλούν μείζονες οικολογικές διαταραχές στη γαστρεντερική μικροχλωρίδα)Ο κίνδυνος μείωσης των συγκεντρώσεων σοραφενίμπης στο πλάσμα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας με αντιβιοτικά.
-
Υψηλότερη θνησιμότητα με χημειοθεραπεία με βάση πλατίναΠληθυσμόςΑσθενείς με επιθηλιακό καρκίνωμα του πνεύμονα που έλαβαν θεραπεία με σοραφενίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπείες με βάση την πλατίνα (π.χ. πακλιταξέλης/καρβοπλατίνης ή γεμσιταβίνης/σισπλατίνης)
-
Αξιολόγηση πρόγνωσης (DTC)ΠληθυσμόςΑσθενείς με Διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς (DTC)Πριν από την έναρξη της θεραπείας, συνιστάται να αξιολογείται η πρόγνωση λαμβάνοντας υπόψη το μέγιστο μέγεθος της βλάβης, τα συμπτώματα που σχετίζονται με τη νόσο και το ρυθμό εξέλιξης.
-
Διαχείριση ανεπιθύμητων ενεργειών (DTC)ΠληθυσμόςΑσθενείς με Διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς (DTC)Η αντιμετώπιση μπορεί να απαιτεί προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης. Συνιστώνται επαναλαμβανόμενες αξιολογήσεις του οφέλους και του κινδύνου.
-
Αιμορραγία στο DTCΠληθυσμόςΑσθενείς με DTC και τραχειακή, βρογχική και οισοφαγική διήθησηΗ διήθηση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με εντοπισμένη θεραπεία πριν από τη χορήγηση του sorafenib.
-
Υπασβεστιαιμία στο DTCΠληθυσμόςΑσθενείς με DTC, ιδίως με ιστορικό υποπαραθυρεοειδισμούΣυνιστάται στενή παρακολούθηση του επιπέδου του ασβεστίου στο αίμα. Η σοβαρή υπασβεστιαιμία θα πρέπει να διορθώνεται.
-
Καταστολή της TSH στο DTCΠληθυσμόςΑσθενείς με Διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς (DTC)Απαιτείται στενή παρακολούθηση του επιπέδου της TSH.
-
Καρκίνωμα νεφρών - ασθενείς υψηλού κινδύνου (MSKCC)ΠληθυσμόςΑσθενείς υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με την προγνωστική ομάδα MSKCC (Memorial Sloan Kettering Cancer Center), με καρκίνωμα νεφρώνΔεν συμπεριλήφθηκαν στην κλινική μελέτη φάσης III, και δεν έχει αξιολογηθεί η αναλογία οφέλους-κινδύνου σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχαΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήμείωση 37% της AUC της σοραφενίμπης
-
Επαγωγείς CYP3A4 και, ή γλυκουρονιδίωσης (Hypericum perforatum, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, δεξαμεθαζόνη)προσοχήαύξηση μεταβολισμού της σοραφενίμπης και μείωση των συγκεντρώσεών της
-
Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A4)παρακολούθησηδεν επηρέασε τη μέση AUC της σοραφενίμπης, κλινικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις απίθανες
-
Κυκλοφωσφαμίδη (CYP2B6 υπόστρωμα)παρακολούθησηχωρίς κλινικά σημαντική αναστολή
-
Πακλιταξέλη (CYP2C8 υπόστρωμα)παρακολούθησηχωρίς κλινικά σημαντική αναστολή
-
Βαρφαρίνη ή φαινπροκουμόνη (CYP2C9 υπόστρωμα)προσοχήδεν είχε ως αποτέλεσμα μεταβολές στο μέσο PT-INR, κίνδυνος για κλινικά σχετική in vivo αναστολή του CYP2C9 αναμένεται χαμηλόςΣύστασηθα πρέπει να ελέγχεται τακτικά το INR
-
Μιδαζολάμη (CYP3A4 υπόστρωμα)παρακολούθησηδεν επηρέασε την έκθεση του παράγοντα, σοραφενίμπη δεν είναι ούτε αναστολέας ούτε επαγωγέας αυτού του ισοενζύμου
-
Δεξτρομεθορφάνη (CYP2D6 υπόστρωμα)παρακολούθησηδεν επηρέασε την έκθεση του παράγοντα, σοραφενίμπη δεν είναι ούτε αναστολέας ούτε επαγωγέας αυτού του ισοενζύμου
-
Ομεπραζόλη (CYP2C19 υπόστρωμα)παρακολούθησηδεν επηρέασε την έκθεση του παράγοντα, σοραφενίμπη δεν είναι ούτε αναστολέας ούτε επαγωγέας αυτού του ισοενζύμου
-
Υποστρώματα UGT1A1 και UGT1A9προσοχήΗ σοραφενίμπη ανέστειλε in vitro τη γλυκουρονιδίωση, κλινική συσχέτιση άγνωστη
-
Υποστρώματα P-gp (π.χ. διγοξίνη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις των υποστρωμάτων P-gp στο πλάσμα δεν μπορούν να αποκλειστούν
-
Πακλιταξέλη, Καρβοπλατίνη (με διάλειμμα 3 ημερών στη σοραφενίμπη)παρακολούθησηχωρίς σοβαρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της πακλιταξέληςΣύστασηδεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης
-
Πακλιταξέλη, Καρβοπλατίνη (χωρίς διάλειμμα στη σοραφενίμπη)προσοχήαύξηση 47% στην έκθεση της σοραφενίμπης, 29% στην πακλιταξέλη, 50% στο 6-OH πακλιταξέλης. Κλινική σημασία άγνωστη.
-
προσοχήχωρίς σημαντική μεταβολή στην έκθεση σε σοραφενίμπη, αλλά αύξηση 15-50% στην έκθεση σε καπεσιταβίνη και 0-52% στην έκθεση σε 5-FU. Κλινική σημασία άγνωστη.
-
προσοχήαύξηση 21% στην AUC της δοξορουβικίνης. Κλινική σημασία άγνωστη.
-
προσοχήαύξηση 67-120% στην AUC του SN-38 και 26-42% στην AUC της ιρινοτεκάνης. Κλινική σημασία άγνωστη.
-
Δοσεταξέληπροσοχήαύξηση 36-80% στην AUC της δοσεταξέλης και 16-32% στην Cmax της δοσεταξέληςΣύστασηΠροσοχή συνιστάται
-
προσοχήμειωμένη έκθεση σε σοραφενίμπη (μέσος όρος μείωσης 54%) λόγω παρεμπόδισης της εντεροηπατικής ανακύκλωσης
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Θυλακίτιδα
- Λεμφοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία (μελέτη 5)
- Θρομβοπενία (μελέτη 5)
- Ουδετεροπενία (μελέτη 5)
- Λεμφοπενία (μελέτη 5)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων δερματικών αντιδράσεων και κνίδωσης)
- Αναφλακτική αντίδραση
- Αγγειοοίδημα
- Ξηροδερμία
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Δερματίτιδα
- Ακμή
- Ερύθημα
- Απολέπιση
- Υπερκεράτωση
- Έκζεμα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπερθυρεοειδισμός
- Ανορεξία
- Υποφωσφαταιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Αφυδάτωση
- Υπογλυκαιμία
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Υποκαλιαιμία (μελέτη 5)
- Υποφωσφαταιμία (μελέτη 5)
- Κατάθλιψη
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Δυσγευσία
- Εγκεφαλοπάθεια
- Αναστρέψιμη οπίσθια λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Εμβοές
- Ισχαιμία του μυοκαρδίου και έμφραγμα
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Επιμήκυνση διαστήματος QT
- Αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης γαστρεντερικής, αναπνευστικής οδού και εγκεφαλικής αιμορραγίας)
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Υπερτασική κρίση
- Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί
- Δυσφωνία
- Ρινόρροια
- Συμβάντα που μοιάζουν με τη διάμεση πνευμονοπάθεια (πνευμονίτιδα, μετακτινική πνευμονίτιδα, οξεία αναπνευστική δυσχέρεια κτλ.)
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσφαγία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Παγκρεατίτιδα
- Γαστρεντερικές διατρήσεις
- Στοματίτιδα (συμπεριλαμβανομένων της γαστρίτιδας, ξηροστομίας και γλωσσοδυνίας)
- Φαρμακευτική ηπατίτιδα
- Αύξηση χολερυθρίνης και ίκτερος
- Χολερυθρίνη αυξημένη (μελέτη 5)
- ALT αυξημένη (μελέτη 5)
- AST αυξημένη (μελέτη 5)
- Χολοκυστίτιδα
- Χολαγγειίτιδα
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Δερματική αντίδραση χεριού ποδιού (σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας)
- Κνησμός του δέρματος
- Κερατοακάνθωμα/καρκίνος του δέρματος από πλακώδη κύτταρα
- Αποφολιδωτική αναμνηστική ακτινοδερματίτιδα
- Λευκοκυτταρολυτική αγγειίτιδα
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Ραβδομυόλυση
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Πρωτεϊνουρία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Κόπωση
- Πυρετός
- Γριππώδης συνδρομή
- Ασθένεια
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Πόνος (συμπεριλαμβανομένου του στόματος, κοιλίας, οστών, πόνος του όγκου και κεφαλαλγία)
- Παροδική αύξηση στις τρανσαμινάσες
- Επίπεδα προθρομβίνης μη φυσιολογικά
- Αμυλάση αυξημένη (μελέτη 5)
- Λιπάση αυξημένη (μελέτη 5)
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη λιπάση
- Μη φυσιολογική INR
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης γαστρεντερικής, αναπνευστικής οδού και εγκεφαλικής αιμορραγίας)Αγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΔερματική αντίδραση χεριού ποδιού (σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΠόνος (συμπεριλαμβανομένου του στόματος, κοιλίας, οστών, πόνος του όγκου και κεφαλαλγία)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδα (συμπεριλαμβανομένων της γαστρίτιδας, ξηροστομίας και γλωσσοδυνίας)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων δερματικών αντιδράσεων και κνίδωσης)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑπολέπισηΔέρμα
-
ΣυχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΙσχαιμία του μυοκαρδίου και έμφραγμαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚνησμός του δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαροδική αύξηση στις τρανσαμινάσεςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερκεράτωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναστρέψιμη οπίσθια λευκοεγκεφαλοπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική αναμνηστική ακτινοδερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑσθένειαΓενικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑύξηση χολερυθρίνης και ίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερικές διατρήσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕπιμήκυνση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚερατοακάνθωμα/καρκίνος του δέρματος από πλακώδη κύτταραΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυμβάντα που μοιάζουν με τη διάμεση πνευμονοπάθεια (πνευμονίτιδα, μετακτινική πνευμονίτιδα, οξεία αναπνευστική δυσχέρεια κτλ.)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥπερτασική κρίσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦαρμακευτική ηπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές
-
ΣπάνιεςΑναφλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑνευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΕπίπεδα προθρομβίνης μη φυσιολογικάΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΛευκοκυτταρολυτική αγγειίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική INRΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΧολαγγειίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σοραφενίμπης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων δυσμορφιών (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε αρουραίους, η σοραφενίμπη και οι μεταβολίτες της έδειξαν ότι διαπερνούν τον πλακούντα και η σοραφενίμπη αναμένεται να προκαλέσει βλαβερές επιδράσεις στο έμβρυο. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να θηλάζουνΔεν είναι γνωστό εάν η σοραφενίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε ζώα, η σοραφενίμπη και/ή οι μεταβολίτες του απεκκρίθηκαν στο γάλα. Λόγω του ότι η σοραφενίμπη θα μπορούσε να βλάψει την ανάπτυξη και εξέλιξη του βρέφους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓονιμότηταΑποτελέσματα από μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν περαιτέρω ότι η σοραφενίμπη μπορεί να επηρεάσει την αντρική και γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- διάρροια
- δερματολογικά συμβάντα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς των πρωτεϊνικών κινασών, κωδικός ATC: L01XE02 Η σοραφενίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που έχει δείξει τόσο αντιπολλαπλασιαστικές όσο και αντι-αγγειογενετικές ιδιότητες in vitro και in vivo.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η σοραφενίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών που μειώνει τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων in vitro. Η σοραφενίμπη αναστέλλει την ανάπτυξη του όγκου σε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινων καρκινικών ξενομοσχευμάτων σε ποντίκια χωρίς θύμο αδένα γεγονός που συνοδεύεται από μείωση της αγγειογένεσης του όγκου. Η σοραφενίμπη αναστέλλει τη δράση των στόχων που είναι παρόντες σε ένα καρκινικό κύτταρο (CRAF, BRAF, V600E BRAF, c-KIT και FLT3) και την αγγείωση του όγκου (CRAF, VEGFR-2, VEGFR-3 και PDGFR-β). Oι RAF κινάσες είναι κινάσες σερίνης/θρεονίνης, ενώ οι c-KIT, FLT-3, VEGFR-2, VEGFR-3 και PDGFR-β είναι υποδοχείς κινασών τυροσίνης.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η κλινική ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σοραφενίμπης έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC), σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνωμα των νεφρών (RCC) και σε ασθενείς με διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς (DTC).
- Ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα Η Μελέτη 3 (μελέτη 100554) ήταν μια Φάσης ΙΙΙ, διεθνής, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε 602 ασθενείς με ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Τα δημογραφικά και τα βασικά χαρακτηριστικά της νόσου ήταν συγκρίσιμα ανάμεσα στην ομάδα της σοραφενίμπης και του εικονικού φαρμάκου όσον αφορά στην κατάσταση ECOG (κατάσταση 0: 54% vs 54%, κατάσταση 1: 38% vs 39%, κατάσταση 2: 8% vs 7%), σταδιοποίηση ΤΝΜ (στάδιο Ι: <1% vs <1%, στάδιο ΙΙ: 10.4% vs 8.3%, στάδιο ΙΙΙ: 37.8% vs 43.6%, στάδιο VI: 50.8% vs 46.9%) και σταδιοποίηση BCLC (στάδιο Β: 18.1% vs 16.8%, στάδιο C: 81.6 vs 83.2%, στάδιο D: <1% vs 0%). Η μελέτη σταμάτησε μετά από μία προγραμματισμένη ενδιάμεση ανάλυση της ολικής επιβίωσης, η οποία διασταυρώθηκε με ένα προκαθορισμένο όριο αποτελεσματικότητας. Αυτή η ανάλυση ολικής επιβίωσης έδειξε ένα στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα για τη σοραφενίμπη έναντι του εικονικού φαρμάκου ως προς την ολική επιβίωση (HR:0,69, p=0,00058, βλ. πίνακα 3). Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από αυτή τη μελέτη σε ασθενείς με ηπατική βλάβη τύπου Child-Pugh B και μόνο ένας ασθενής έχει συμπεριληφθεί με Child-Pugh C.
Πίνακας 3: Δεδομένα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη 3 (μελέτη 100554) στο ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα
| Παράμετρος δραστικότητας | Σοραφενίμπη (N=299) | Placebo (N=303) | P-value | HR (95% CI) |
|---|---|---|---|---|
| Ολική Επιβίωση (OS) [διάμεσος, εβδομάδες (95% CI)] | 46,3 (40,9, 57,9) | 34,4 (29,4, 39,4) | 0,00058* | 0,69 (0,55, 0,87) |
| Χρόνος εξέλιξης (TTP) [διάμεσος, εβδομάδες (95% CI)]** | 24,0 (18,0, 30,0) | 12,3 (11,7, 17,1) | 0,000007 | 0,58 (0,45, 0,74) |
CI=Confidence Interval: Διάστημα αξιοπιστίας, HR= Hazard Ratio: Αναλογία κινδύνου (σοραφενίμπη έναντι εικονικού φαρμάκου)
- στατιστικά σημαντικό λόγω του ότι η τιμή p ήταν κάτω από το προκαθορισμένο όριο διακοπής O’ Brien Flemming, 0,0077 ** ανεξάρτητη ακτινολογική αξιολόγηση
Μία δεύτερη μελέτη Φάσης ΙΙΙ, διεθνής, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (μελέτη 4, 11849) αξιολόγησε το κλινικό όφελος της σοραφενίμπης σε 226 ασθενείς με προχωρημένο ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Αυτή η μελέτη που διεξήχθη στην Κίνα, στην Κορέα και στην Ταιβάν επιβεβαίωσε τα ευρήματα της μελέτης 3 σε σχέση με το ευνοϊκό προφίλ οφέλους - κινδύνου της σοραφενίμπης (HR (OS): 0,68, p=0,01414). Στην προκαθορισμένη διαστρωμάτωση των παραγόντων (κατάσταση κατά ECOG, παρουσία ή απουσία μακροσκοπικής αγγειακής διήθησης και/ ή εξωηπατικής επέκτασης του όγκου) και στις δύο μελέτες 3 και 4, η HR ήταν σταθερά ευνοϊκότερη για τη σοραφενίμπη έναντι του εικονικού φαρμάκου. Οι διερευνητικές αναλύσεις των υποομάδων υποδηλώνουν ότι ασθενείς με απομακρυσμένες μεταστάσεις κατά τη χρονική στιγμή αναφοράς αποκομίζουν ένα λιγότερο καταφανές θεραπευτικό αποτέλεσμα.
-
Καρκίνωμα νεφρών Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της σοραφενίμπης στη θεραπεία του προχωρημένου καρκινώματος των νεφρών (RCC) μελετήθηκε σε δύο κλινικές μελέτες: Η μελέτη 1 (μελέτη 11213) ήταν μία Φάσης ΙΙΙ, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, σε 903 ασθενείς. Μόνο ασθενείς με καρκίνωμα νεφρών εκ διαυγών κυττάρων και χαμηλό και διάμεσο κίνδυνο MSKCC (Memorial Sloan Kettering Cancer Center) συμπεριλήφθησαν. Τα πρωτεύοντα τελικά σημεία ήταν η ολική επιβίωση και η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS). Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς ήταν σε μια κατάσταση απόδοσης κατά ECOG 0, και οι μισοί από τους ασθενείς ήταν στην MSKCC προγνωστική ομάδα χαμηλού κινδύνου. Ο χρόνος επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου αξιολογήθηκε από ανεξάρτητη ακτινολογική τυφλοποιημένη επιτροπή αξιολόγησης χρησιμοποιώντας τα RECIST κριτήρια. Η ανάλυση του χρόνου επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου διενεργήθηκε σε 342 συμβάντα σε 769 ασθενείς. Ο διάμεσος χρόνος επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 167 ημέρες για τους τυχαιοποιημένους με σοραφενίμπη ασθενείς σε σύγκριση με τις 84 ημέρες για τους ασθενείς του εικονικού φαρμάκου (HR=0,44; 95% CI:0,35-0,55; p<0,000001). Η ηλικία, η προγνωστική ομάδα MSKCC, η κατάσταση απόδοσης κατά ECOG και η προηγούμενη θεραπεία δεν επηρέασαν το μέγεθος της επίδρασης της θεραπείας. Μια ενδιάμεση ανάλυση (δεύτερη ενδιάμεση ανάλυση) για την ολική επιβίωση διενεργήθηκε σε 367 θανάτους σε 903 ασθενείς. Η ονομαστική τιμή άλφα για αυτή την ανάλυση ήταν 0,0094. Η διάμεση επιβίωση ήταν 19,3 μήνες για τους τυχαιοποιημένους με σοραφενίμπη ασθενείς σε σύγκριση με τους 15,9 μήνες για τους ασθενείς του εικονικού φαρμάκου (HR=0,77; 95% CI:0,63-0,95; p=0,015). Την περίοδο αυτής της ανάλυσης, περίπου 200 ασθενείς μετέβησαν στην ομάδα της σοραφενιμπης από αυτή του εικονικού φαρμάκου. Η μελέτη 2 ήταν μια Φάσης ΙΙ μελέτη απόσυρσης σε ασθενείς με μεταστατικές κακοήθειες, συμπεριλαμβανομένου του καρκινώματος νεφρών. Οι ασθενείς με σταθερή πορεία νόσου σε θεραπεία με σοραφενίμπη τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο ή συνέχισαν τη θεραπεία με σοραφενίμπη. Ο χρόνος επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με καρκίνωμα νεφρών ήταν σημαντικά μεγαλύτερος στην ομάδα της σοραφενίμπης (163 ημέρες) από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (41 ημέρες) (p=0,0001, HR=0,29).
-
Διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς (DTC) Η μελέτη 5 (μελέτη 14295) ήταν μια διεθνής, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή Φάσης III σε 417 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό DTC ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο. Η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) όπως αξιολογήθηκε από ανεξάρτητη ακτινολογική τυφλοποιημένη επιτροπή αξιολόγησης χρησιμοποιώντας τα κριτήρια RECIST ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης. Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιλάμβαναν την ολική επιβίωση (OS), το ποσοστό ανταπόκρισης του όγκου και τη διάρκεια της ανταπόκρισης. Μετά την εξέλιξη, επιτράπηκε στους ασθενείς να λάβουν sorafenib ανοικτής επισήμανσης. Οι ασθενείς συμπεριλήφθησαν στη μελέτη εάν είχαν παρουσιάσει εξέλιξη εντός 14 μηνών ένταξης και είχαν DTC ανθεκτικό στο ραδιενεργό ιώδιο (RAI). Ως DTC ανθεκτικό στο RAI ορίστηκε η παρουσία βλάβης χωρίς πρόσληψη ιωδίου σε μια σάρωση RAI, ή η λήψη σωρευτικού RAI ≥ 22,2 GBq, ή η εμφάνιση εξέλιξης μετά από θεραπεία RAI εντός 16 μηνών από την ένταξη ή μετά από δύο θεραπείες RAI εντός 16 μηνών η μία από την άλλη. Τα δημογραφικά δεδομένα και τα χαρακτηριστικά των ασθενών κατά την έναρξη ήταν καλά ισορροπημένα και για τις δύο ομάδες θεραπείας. Μεταστάσεις ήταν παρούσες στους πνεύμονες στο 86%, στους λεμφαδένες στο 51% και στα οστά στο 27% των ασθενών. Η διάμεση χορηγηθείσα σωρευτική δραστικότητα ραδιενεργού ιωδίου πριν από την ένταξη ήταν περίπου 14,8 GBq. Η πλειονότητα των ασθενών είχαν θηλώδες καρκίνωμα (56,8%), ακολουθούμενο από θυλακιώδες (25,4%) και κακώς διαφοροποιημένο καρκίνωμα (9,6%). Ο διάμεσος χρόνος PFS ήταν 10,8 μήνες στην ομάδα του sorafenib σε σύγκριση με 5,8 μήνες στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. (HR=0,587, 95% διάστημα αξιοπιστίας (CI): 0,454-0,758, μονόπλευρη τιμή p <0,0001). Η επίδραση του sorafenib στην PFS ήταν σταθερή ανεξάρτητα από τη γεωγραφική περιοχή, την ηλικία άνω ή κάτω των 60 ετών, το φύλο, τον ιστολογικό υπότυπο, και την παρουσία ή την απουσία μετάστασης στα οστά. Σε μία ανάλυση συνολικής επιβίωσης που πραγματοποιήθηκε 9 μήνες μετά την οριακή τιμή αποκοπής δεδομένων της τελικής ανάλυσης PFS δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ολική επιβίωση μεταξύ των ομάδων θεραπείας (HR 0,884, 95% CI: 0,633-1,236, μονόπλευρη τιμή p 0,236). Η διάμεση OS δεν επετεύχθη για το σκέλος του sorafenib και ήταν 36,5 για το σκέλος του εικονικού φαρμάκου. Εκατόν πενήντα επτά (75%) ασθενείς που ήταν τυχαιοποιημένοι σε εικονικό φάρμακο και 61 (30%) ασθενείς που ήταν τυχαιοποιημένοι σε sorafenib έλαβαν ανοικτής επισήμανσης sorafenib. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας στη διπλά τυφλή περίοδο ήταν 46 εβδομάδες (εύρος 0,3-135) για τους ασθενείς που έλαβαν sorafenib και 28 εβδομάδες (εύρος 1,7-132) για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Δεν παρατηρήθηκε πλήρης ανταπόκριση (CR) κατά RECIST. Το ολικό ποσοστό ανταπόκρισης (CR + μερική ανταπόκριση (PR)) σύμφωνα με την ανεξάρτητη ακτινολογική αξιολόγηση ήταν υψηλότερο στην ομάδα του sorafenib (24 ασθενείς, 12,2%) από ό,τι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (1 ασθενής, 0,5%), μονόπλευρη τιμή p <0,0001. Η διάμεση διάρκεια της ανταπόκρισης ήταν 309 ημέρες (95% CI: 226.505 ημέρες) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με sorafenibr οι οποίοι εμφάνισαν PR. Μία post-hoc ανάλυση υποομάδων κατά μέγιστο μέγεθος όγκου κατέδειξε επίδραση της θεραπείας για PFS υπέρ του sorafenib έναντι του εικονικού φαρμάκου για ασθενείς με μέγιστο μέγεθος όγκου 1,5 cm ή μεγαλύτερο (HR 0,54 (95% CI: 0,41-0,71)) ενώ αναφέρθηκε μια αριθμητικά χαμηλότερη επίδραση σε ασθενείς με μέγιστο μέγεθος όγκου μικρότερο από 1,5 cm (HR 0,87 (95% CI: 0,40-1,89). Μία post-hoc ανάλυση υποομάδων με συμπτώματα καρκινώματος του θυρεοειδή στην αρχή της μελέτης κατέδειξε επίδραση της θεραπείας για PFS υπέρ του sorafenib σε έναντι του εικονικού φαρμάκου και για συμπτωματικούς και για ασυμπτωματικούς ασθενείς. Το HR της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη ήταν 0,39 (95% CI: 0,21 - 0,72) για ασθενείς με συμπτώματα στην άρχοι της θεραπείας 0,60 (95% CI: 0,45 - 0,81) για ασθενείς χωρίς συμπτώματα στην αρχή της θεραπείας.
Επιμήκυνση του διαστήματος QT
Σε μία κλινική φαρμακολογική μελέτη, οι μετρήσεις QT/QTc καταγράφηκαν σε 31 ασθενείς στην αρχική εκτίμηση (πριν από τη θεραπεία) και μετά τη θεραπεία. Μετά από έναν κύκλο θεραπείας 28 ημερών, την ώρα της μέγιστης συγκέντρωσης της σοραφενίμπης, το διάστημα QTcB επιμηκύνθηκε κατά 4±19 msec και το διάστημα QTcF κατά 9±18 msec, σε σύγκριση με τη θεραπεία με placebo σε σχέση με την αρχική εκτίμηση. Κανένας ασθενής δεν παρουσίασε QTcB ή QTcF>500 msec κατά τη διάρκεια του ECG ελέγχου μετά τη θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών, σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού, στο καρκίνωμα του νεφρού και της νεφρικής πυέλου (εξαιρώντας το νεφροβλάστωμα, τη νεφροβλαστωμάτωση, το διαυγοκυταρρικό σάρκωμα, το μεσοβλαστικό νέφρωμα, το νεφρικό μυελικό καρκίνωμα και το ραβδοειδή όγκο του νεφρού) και στο ηπατικό και το καρκίνωμα των ενδοηπατικών χοληφόρων (εξαιρώντας το ηπατοβλάστωμα) και στο διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά τη χορήγηση των δισκίων σοραφενίμπης, η μέση σχετική βιοδιαθεσιμότητα ήταν 38-49%, όταν συγκρίθηκε με το από του στόματος διάλυμα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή. Μετά από του στόματος χορήγηση η σοραφενίμπη επιτυγχάνει μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος σε περίπου 3 ώρες. Όταν χορηγήθηκε με υψηλό σε λιπαρά γεύμα, η απορρόφηση της σοραφενίμπης μειώθηκε κατά 30%, σε σύγκριση με χορήγηση σε κατάσταση νηστείας. Η μέση Cmax και AUC αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά με δόσεις πάνω από 400 mg χορηγούμενες δύο φορές ημερησίως. Η in vitro δέσμευση της σοραφενίμπης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος είναι 99,5%. Πολλαπλές δόσεις της σοραφενίμπης για 7 ημέρες είχε ως αποτέλεσμα μια κατά 2,5- έως 7 φορές συσσώρευση σε σύγκριση με χορήγηση εφάπαξ δόσεων. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση οι συγκεντρώσεις πλάσματος της σοραφενίμπης επιτυγχάνονται μέσα σε 7 ημέρες, με αναλογία ανώτερων-χαμηλότερων μέσων συγκεντρώσεων λιγότερο από 2. Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της σοραφενίμπης χορηγούμενη στα 400 mg δύο φορές ημερησίως αξιολογήθηκαν σε ασθενείς με DTC, RCC και HCC. Η υψηλότερη μέση συγκέντρωση παρατηρήθηκε σε ασθενείς με DTC (περίπου διπλάσια από εκείνη που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με RCC και HCC), αν και η μεταβλητότητα ήταν υψηλή για όλους τους τύπους όγκου. Ο λόγος για την αυξημένη συγκέντρωση στους ασθενείς με DTC είναι άγνωστος.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Ο χρόνος ημιζωής της σοραφενίμπης είναι περίπου 25-48 ώρες. Η σοραφενίμπη μεταβολίζεται πρωταρχικά στο ήπαρ και υπόκειται σε οξειδωτικό μεταβολισμό δια μέσω του CYP3A4, καθώς και γλυκουρονιδίωση δια μέσω του UGT1A9. Τα σύμπλοκα της σοραφενίμπης μπορεί να διαχωριστούν στο γαστρεντερικό σύστημα από τη δράση της βακτηριακής γλυκουρονιδάσης, επιτρέποντας την επαναπορρόφηση της μη συζευγμένης δραστικής ουσίας. Συγχορήγηση της νεομυκίνης έχει δείξει ότι παρεμποδίζει αυτή τη διαδικασία, μειώνοντας τη μέση βιοδιαθεσιμότητα της σοραφενίμπης κατά 54%. Η σοραφενίμπη υπολογίζεται ως περίπου το 70-85% των κυκλοφορούντων προσδιοριζόμενων ουσιών στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Οχτώ μεταβολίτες της σοραφενίμπης έχουν βρεθεί, από τους οποίους πέντε έχουν εντοπισθεί στο πλάσμα. Ο κύριος μεταβολίτης της σοραφενίμπης που κυκλοφορεί στο πλάσμα, το pyridine-N-oxide, δείχνει in vitro δραστικότητα παρόμοια με τη σοραφενίμπη. Αυτός ο μεταβολίτης αντιστοιχεί σε περίπου 9-16% των κυκλοφορούντων προσδιοριζόμενων ουσιών σε σταθεροποιημένη κατάσταση. Μετά από του στόματος χορήγηση μιας δόσης 100 mg διαλύματος σοραφενίμπης, το 96% της δόσης ανακτήθηκε μέσα σε 14 ημέρες, με 77% της δόσης να απεκκρίνεται από τα κόπρανα και 19% της δόσης να απεκκρίνεται από τα ούρα ως γλυκουρονιδιωμένοι μεταβολίτες. Αναλλοίωτη σοραφενίμπη, που υπολογίζεται στο 51% της δόσης, βρέθηκε στα κόπρανα αλλά όχι στα ούρα, υποδηλώνοντας ότι η χολική απέκκριση της αναλλοίωτης δραστικής ουσίας μπορεί να συνεισφέρει στην απομάκρυνση της σοραφενίμπης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Η ανάλυση των δημογραφικών δεδομένων υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της φαρμακοκινητικής και της ηλικίας (έως 65 ετών), του φύλου ή του σωματικού βάρους.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες ώστε να ερευνηθεί η φαρμακοκινητική της σοραφενίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς.
-
Φυλή Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική ανάμεσα σε Καυκάσιους και Ασιάτες.
-
Νεφρική δυσλειτουργία Σε τέσσερις κλινικές δοκιμές Φάσης Ι, η έκθεση σε σταθεροποιημένη κατάσταση στη σοραφενίμπη ήταν παρόμοια σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με εκθέσεις σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σε μία κλινική μελέτη φαρμακολογίας (εφάπαξ δόση 400 mg σοραφενίμπη), δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση ανάμεσα στην έκθεση στη σοραφενίμπη και στη νεφρική λειτουργία σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ήπια, μέτρια ή σοβαρού βαθμού νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σε ασθενείς που απαιτούν αιμοκάθαρση.
-
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα (HCC) με Child-Pugh A ή Β (ήπια έως μέτρια) ηπατική δυσλειτουργία, οι μετρήσεις έκθεσης ήταν συγκρίσιμες και μέσα στο εύρος που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς χωρίς ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική (ΡΚ) της σοραφενίμπης στους ασθενείς με Child-Pugh A και Β, χωρίς HCC, ήταν παρόμοια με την ΡΚ σε υγιείς εθελοντές. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με Child-Pugh C (σοβαρή) ηπατική δυσλειτουργία. Η σοραφενίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω του ήπατος και η έκθεση μπορεί να αυξηθεί σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών.