Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ G04BD10 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DARIFENACIN

Δαριφενασίνη

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ουρολογικά, φάρμακα για την αντιμετώπιση της συχνοουρίας και της ακράτειας, κωδικός ATC: G04BD10.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από στόματος
Χορήγηση:
μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
7,5 mg ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 15 mg ημερησίως, με βάση την εξατομικευμένη ανταπόκριση, εφόσον η δόση είναι καλά ανεκτή και απαιτείται μεγαλύτερη ανακούφιση από τα συμπτώματα.
  • Ενήλικες
    Δόση7,5 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση15 mg ημερησίως
    Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 15 mg ημερησίως, με βάση την εξατομικευμένη ανταπόκριση, δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)
    Δόση7,5 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση15 mg ημερησίως
    Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 15 mg ημερησίως, με βάση την εξατομικευμένη ανταπόκριση, δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας, εφόσον παρουσιάζεται αποδεκτή εικόνα ανεκτικότητας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών λόγω έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΔόσηΧωρίς προσαρμογή
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Child Pugh A)
    ΔόσηΧωρίς προσαρμογή
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Child Pugh B)
    Δόση7,5 mg ημερησίως
    Θεραπεία μόνο αν το όφελος αντισταθμίζει τον κίνδυνο, δόση περιορίζεται στα 7,5 mg ημερησίως.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Child Pugh C)
    Αντενδείκνυται.
  • Ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. παροξετίνη, τερμπιναφίνη, κινιδίνη, σιμετιδίνη)
    Δόση7,5 mg
    Μέγ. δόση15 mg ημερησίως
    Η θεραπεία αρχίζει με 7,5 mg. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί στα 15 mg ημερησίως για βελτιωμένη κλινική ανταπόκριση, εφόσον είναι καλά ανεκτή. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
  • Ασθενείς που λαμβάνουν μέτριους αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. φλουκοναζόλη, χυμός γκρέιπφρουτ, ερυθρομυκίνη)
    Δόση7,5 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση15 mg ημερησίως
    Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί στα 15 mg ημερησίως για βελτιωμένη κλινική ανταπόκριση, εφόσον είναι καλά ανεκτή. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Επίσχεση ούρων
  • Γαστρική στάση
  • Μη ελεγχόμενο γλαύκωμα κλειστής γωνίας
  • Μυασθένεια gravis
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Child Pugh C)
  • Σοβαρή ελκώδη κολίτιδα
  • Τοξικό μεγάκολο
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αυτόνομη νευροπάθεια
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με αυτόνομη νευροπάθεια
    χορήγηση με προσοχή
  • Κήλη οισοφαγικού τρήματος
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με κήλη οισοφαγικού τρήματος
    χορήγηση με προσοχή
  • Απόφραξη ροής ουροδόχου κύστης
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με κλινικά σημαντική απόφραξη της ροής της ουροδόχου κύστης
    χορήγηση με προσοχή
  • Κατακράτηση ούρων
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο κατακράτησης ούρων
    χορήγηση με προσοχή
  • Δυσκοιλιότητα
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή δυσκοιλιότητα
    χορήγηση με προσοχή
  • Γαστρεντερικές αποφρακτικές διαταραχές (π.χ. πυλωρική στένωση)
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με γαστρεντερικές αποφρακτικές διαταραχές
    χορήγηση με προσοχή
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για γλαύκωμα κλειστής γωνίας
    χορήγηση με προσοχή (βλ. Αντενδείξεις)
  • Αιτίες συχνής ούρησης
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς
    πρέπει να αξιολογούνται άλλες αιτίες συχνής ούρησης (καρδιακή ανεπάρκεια ή νεφρική νόσος) πριν τη θεραπεία
  • Ουρολοίμωξη
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ουρολοίμωξη
    πρέπει να αρχίζει κατάλληλη αντιβακτηριακή θεραπεία
  • Ελαττωμένη γαστρεντερική κινητικότητα
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο ελαττωμένης γαστρεντερικής κινητικότητας
    χορήγηση με προσοχή
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
    χορήγηση με προσοχή
  • Συγχορήγηση με φαρμακευτικά προϊόντα που επιδεινώνουν την οισοφαγίτιδα
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα (όπως από στόματος διφωσφονικά) τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν την οισοφαγίτιδα
    χορήγηση με προσοχή
  • Υπερδραστηριότητα εξωστήρα μυός νευρογενούς αιτιολογίας
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με υπερδραστηριότητα του εξωστήρα μυός νευρογενούς αιτιολογίας
    η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί
  • Καρδιακές ασθένειες
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσες καρδιακές ασθένειες
    να γίνεται με προσοχή η συνταγογράφηση αντιμουσκαρινικών
  • Οίδημα της γλώσσας ή του τραχειοφάρυγγα, δυσκολία στην αναπνοή
    υψηλός
    Πληθυσμόςασθενείς
    να διακόπτουν το Δαριφενασίνη και να αναζητούν ιατρική φροντίδα
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. παροξετίνη, τερμπιναφίνη, σιμετιδίνη, κινιδίνη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στη δαριφενασίνη (π.χ. 33% με 20 mg παροξετίνης σε δόση δαριφενασίνης 30 mg).
    ΣύστασηΣυνιστώμενη δόση έναρξης 7,5 mg ημερησίως. Δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί στα 15 mg ημερησίως για βελτιωμένη κλινική ανταπόκριση εφόσον είναι καλά ανεκτή. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
  • Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αναστολείς πρωτεάσης, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κυκλοσπορίνη, βεραπαμίλη)
    αντένδειξη
    Πενταπλάσια αύξηση της AUC της δαριφενασίνης σε σταθερή κατάσταση (με κετοκοναζόλη). Δεκαπλάσια αύξηση σε άτομα με ασθενή μεταβολισμό. Εντονότερη επίδραση με δαριφενασίνη 15 mg.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα. Πρέπει να αποφεύγονται.
  • Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, φλουκοναζόλη, χυμός γκρέιπφρουτ)
    προσοχή
    AUC24 και Cmax της δαριφενασίνης ήταν 95% και 128% υψηλότερη όταν συγχορηγούνταν ερυθρομυκίνη.
    ΣύστασηΣυνιστώμενη αρχική δόση δαριφενασίνης 7,5 mg ημερησίως. Η δόση μπορεί να τιτλοποιηθεί στα 15 mg ημερησίως για βελτιωμένη κλινική ανταπόκριση εφόσον είναι καλά ανεκτή. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, βαρβιτουρικά, βαλσαμόχορτο)
    παρακολούθηση
    Πιθανό να ελαττώσουν τη συγκέντρωση της δαριφενασίνης στο πλάσμα.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6, έχουν στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. φλεκαϊνίδη, θειοριδαζίνη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όπως ιμιπραμίνη)
    προσοχή
    Η δαριφενασίνη είναι μέτριος αναστολέας του CYP2D6, κλινικά σημαντικές επιδράσεις κυρίως για υποστρώματα με εξατομικευμένη τιτλοποίηση δόσης.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
  • Υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. μιδαζολάμη)
    ασφαλές
    Μέτρια αύξηση στην έκθεση σε μιδαζολάμη. Δεν μεταβάλλει in vivo τη φαρμακοκινητική των υποστρωμάτων του CYP3A4. Στερείται κλινικής σημασίας.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
  • ασφαλές
    Η επίδραση της βαρφαρίνης στο χρόνο προθρομβίνης δεν επηρεάστηκε.
    ΣύστασηΗ συνήθης θεραπευτική παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης πρέπει να συνεχίζεται.
  • παρακολούθηση
    Μικρή αύξηση της έκθεσης στη διγοξίνη (AUC: 16%, Cmax: 20%).
    ΣύστασηΘεραπευτική παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης κατά την έναρξη, τον τερματισμό και την αλλαγή δοσολογίας της δαριφενασίνης.
  • Άλλοι αντιμουσκαρινικοί παράγοντες (π.χ. οξυβουτυνίνη, τολτεροδίνη, φλαβοξάτη, αντιπαρκινσονικοί παράγοντες, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)
    προσοχή
    Εντονότερη θεραπευτική δράση και πιο έντονες παρενέργειες. Ενίσχυση της αντιχολινεργικής δράσης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
  • Κολπίτιδα
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Μη φυσιολογική σκέψη
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Ψευδαίσθηση
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Καταθλιπτική διάθεση/μεταβολή της διάθεσης*
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Δυσγευσία
  • Υπνηλία
Οφθαλμικές
  • Ξηροφθαλμία
  • Οπτική διαταραχή
  • Θαμπή όραση
Αγγειακές
  • Υπέρταση
Αναπνευστικό
  • Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Ρινίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηροστομία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Διάρροια
  • Εξέλκωση στόματος
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Ξηροδερμία
  • Κνησμός
  • Υπεριδρωσία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν και αγγειοοίδημα*
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυϊκοί σπασμοί*
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Κατακράτηση ούρων
  • Διαταραχή ουροφόρων οδών
  • Άλγος ουροδόχου κύστης
Αναπαραγωγικό
  • Στυτική δυσλειτουργία
Γενικές
  • Περιφερικό οίδημα
  • Εξασθένιση
  • Οίδημα προσώπου
  • Οίδημα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
Τραυματισμοί
  • Κάκωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Άλγος ουροδόχου κύστης
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχή ουροφόρων οδών
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Εξέλκωση στόματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Κάκωση
    Τραυματισμοί
    Όχι συχνές
  • Κατακράτηση ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική σκέψη
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οπτική διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν και αγγειοοίδημα*
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Καταθλιπτική διάθεση/μεταβολή της διάθεσης*
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Μυϊκοί σπασμοί*
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ψευδαίσθηση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Το Δαριφενασίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
    Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη χρήση της δαριφενασίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στον τοκετό (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Θηλασμός
    Η επιλογή για το αν θα αποφευχθεί η γαλουχία ή αν θα διακοπεί η θεραπεία με το Δαριφενασίνη κατά τη γαλουχία θα πρέπει να βασίζεται στη σύγκριση του οφέλους και του κινδύνου.
    Η δαριφενασίνη απεκκρίνεται στο γάλα των επίμυων. Δεν είναι γνωστό εάν η δαριφενασίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Οι γυναίκες με δυνατότητα αναπαραγωγής θα πρέπει να ενημερώνονται για την έλλειψη στοιχείων σχετικά με τη γονιμότητα και το Δαριφενασίνη θα πρέπει να χορηγείται μόνο αφού θα έχουν ληφθεί υπόψη εξατομικευμένα οι κίνδυνοι και τα οφέλη.
    Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την ανθρώπινη γονιμότητα για τη δαριφενασίνη. Η δαριφενασίνη δεν έχει καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών ή θηλυκών επίμυων ή κάποια επίδραση στα όργανα αναπαραγωγής και των δύο φύλων σε επίμυες και σκύλους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Ουρολογικά, φάρμακα για την αντιμετώπιση της συχνοουρίας και της ακράτειας, κωδικός ATC: G04BD10.

Μηχανισμός δράσης

Η δαριφενασίνη είναι εκλεκτικός ανταγωνιστής του μουσκαρινικού υποδοχέα M3 (M3 SRA) in vitro. Ο υποδοχέας M3 είναι μείζων υποτύπος που ελέγχει τη σύσπαση του μυικού τοιχώματος της ουροδόχου κύστης. Δεν είναι γνωστό αν η εκλεκτικότητα αυτή ως προς τον Μ3 υποδοχέα μεταφράζεται σε κάποιο κλινικό πλεονέκτημα κατά τη θεραπεία των συμπτωμάτων του συνδρόμου της υπεραντανακλαστικής κύστης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Οι κυστεομετρικές μελέτες που διενεργήθηκαν με τη δαριφενασίνη σε ασθενείς με ακούσιες συσπάσεις της κύστης έδειξαν αυξημένη χωρητικότητα της κύστης, αυξημένο ουδό όγκου για ασταθείς συσπάσεις και μειωμένη συχνότητα ασταθών συσπάσεων του εξωστήρα μυός. Η θεραπεία με Δαριφενασίνη που χορηγήθηκε σε δόσεις 7,5 mg και 15 mg ημερησίως έχει διερευνηθεί σε τέσσερις διπλά τυφλές, Φάσης ΙΙΙ τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε άνδρες και γυναίκες ασθενείς με συμπτώματα υπεραντανακλαστικής κύστης. Όπως φαίνεται στον Πίνακα 2 παρακάτω, η συγκεντρωτική ανάλυση τριών από τις μελέτες για τη θεραπεία με Δαριφενασίνη 7,5 mg και 15 mg παρείχε στατιστικά σημαντική βελτίωση ως προς το κύριο καταληκτικό σημείο, την ελάττωση των επεισοδίων ακράτειας έναντι του εικονικού φαρμάκου.

Πίνακας 2: Συγκεντρωτική ανάλυση δεδομένων από τρεις κλινικές μελέτες Φάσης III για την αξιολόγηση σταθερών δόσεων Δαριφενασίνη 7,5 mg και 15 mg

Δόση N Αρχικό επίπεδο (διάμεση τιμή) εβδομάδα 12 (διάμεση τιμή) Διαφορές από το εικονικό φάρμακο1 (διάμεση τιμή) Αλλαγή από το αρχικό επίπεδο (διάμεση τιμή) 95% CI Τιμή P2
Δαριφενασίνη 7,5 mg μία φορά την ημέρα 335 16,0 4,9 -2,0 -8,8 (-68%) (-3,6, -0,7) 0,004
Εικονικό φάρμακο 271 16,6 7,9 -7,0 (-54%)
Δαριφενασίνη 15 mg μία φορά την ημέρα 330 16,9 4,1 -3,2 -10,6 (-77%) (-4,5, -2,0) <0,001
Εικονικό φάρμακο 384 16,6 6,4 -7,5 (-58%)

1 Εκτίμηση Hodges Lehmann Διάμεση διαφορά από το εικονικό φάρμακο στη μεταβολή από την αρχική κατάσταση 2 Δοκιμασία διαστρωμάτωσης κατά Wilcoxon για διαφορά από το εικονικό φάρμακο

Το Δαριφενασίνη 7,5 mg και 15 mg ελάττωσε σημαντικά τη βαρύτητα και τον αριθμό των επεισοδίων επείγουσας ανάγκης για ούρηση και των ουρήσεων, ενώ αύξησε σημαντικά το μέσο όγκο κένωσης της κύστης από την αρχική τιμή. Το Δαριφενασίνη 7,5 mg και 15 mg σχετίστηκε με στατιστικά σημαντικές βελτιώσεις έναντι του εικονικού φαρμάκου σε μερικές παραμέτρους της ποιότητας ζωής, όπως μετρήθηκαν με το Kings Health Questionnaire (Ερωτηματολόγιο για την Υγεία Kings) συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων της ακράτειας, του περιορισμού του ρόλου, των κοινωνικών περιορισμών και των μετρήσεων σοβαρότητας της ακράτειας. Και για τις δύο δόσεις των 7,5 mg και 15 mg το διάμεσο ποσοστό μείωσης επεισοδίων ακράτειας ανά εβδομάδα σε σχέση με την αρχική κατάσταση ήταν παρόμοιο μεταξύ ανδρών και γυναικών. Οι παρατηρούμενες διαφορές από το εικονικό φάρμακο στους άνδρες σε ποσοστιαία και απόλυτη μείωση επεισοδίων ακράτειας ήταν χαμηλότερες από εκείνες των γυναικών. Το αποτέλεσμα της θεραπείας με δόσεις 15 mg και 75 mg δαριφενασίνης στο διάστημα QT/ QTc αξιολογήθηκε σε μία μελέτη 179 υγιών ενηλίκων (44% άνδρες, 56% γυναίκες) με ηλικία από 18 ως 65 ετών για 6 ημέρες (σε σταθερή κατάσταση). Οι θεραπευτικές και υπέρ-θεραπευτικές δόσεις δαριφενασίνης δεν κατέληξαν σε αύξηση των περιπτώσεων παράτασης του διαστήματος QT/ QTc από τα αρχικά επίπεδα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο κατά τη μέγιστη έκθεση στη δαριφενασίνη.

Φαρμακοκινητική

Η δαριφενασίνη μεταβολίζεται από το CYP2D6 και το CYP3A4. Εξ αιτίας γενετικών διαφορών, περίπου το 7% των ατόμων της λευκής φυλής έχει έλλειψη του CYP2D6 και χαρακτηρίζονται ως έχοντες ασθενή μεταβολισμό. Ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού έχει αυξημένα επίπεδα του ενζύμου CYP2D6 (έχοντες υπερταχύ μεταβολισμό). Οι παρακάτω πληροφορίες αφορούν σε άτομα με φυσιολογική δραστικότητα του CYP2D6 (με εκτενή μεταβολισμό) εκτός αν δηλώνεται διαφορετικά.

Απορρόφηση

Εξ αιτίας του εκτενούς μεταβολισμού πρώτης διόδου η δαριφενασίνη έχει βιοδιαθεσιμότητα περίπου 15% και 19% μετά από ημερήσιες δόσεις 7,5 mg και 15 mg σε σταθερή κατάσταση. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 7 ώρες μετά τη χορήγηση των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης και τα σταθερά επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται την έκτη ημέρα της χορήγησης. Σε σταθερή κατάσταση, οι διακυμάνσεις μεταξύ μέγιστης και ελάχιστης τιμής των συγκεντρώσεων δαριφενασίνης είναι μικρές (PTF: 0,87 για τα 7,5 mg και 0,76 για τα 15 mg) διατηρώντας έτσι θεραπευτικά επίπεδα πλάσματος κατά το διάστημα μεταξύ των δόσεων. Η τροφή δεν είχε καμία επίδραση στην φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης κατά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης.

Κατανομή

Η δαριφενασίνη είναι μία λιπόφιλη βάση και συνδέεται κατά 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (κυρίως με την άλφα-1-οξυ-γλυκοπρωτεΐνη). Ο όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης (Vss) υπολογίζεται ότι είναι 163 λίτρα.

Βιομετασχηματισμός

Η δαριφενασίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ήπαρ μετά την από στόματος χορήγηση. Η δαριφενασίνη υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό από το κυτόχρωμα CYP3A4 και το CYP2D6 στο ήπαρ και από το CYP3A4 στο εντερικό τοίχωμα. Οι τρεις κύριες μεταβολικές οδοί είναι οι ακόλουθες:

  • μονοϋδροξυλίωση στο δακτύλιο διϋδροβενζοφουρανίου
  • διάνοιξη του δακτυλίου διϋδροβενζοφουρανίου και
  • N-απαλκυλίωση του αζώτου της πυρρολιδίνης.

Τα αρχικά προϊόντα των οδών υδροξυλίωσης και της Ν-απαλκυλίωσης είναι κύριοι μεταβολίτες στην κυκλοφορία αλλά κανείς τους δεν συμβάλλει σημαντικά στη συνολική κλινική δράση της δαριφενασίνης. Η φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης σε σταθερή κατάσταση είναι δοσοεξαρτώμενη, εξ αιτίας του κορεσμού του ενζύμου CYP2D6. Ο διπλασιασμός της δόσης της δαριφενασίνης από τα 7,5 mg στα 15 mg οδηγεί σε αύξηση κατά 150% της έκθεσης στη σταθερή κατάσταση. Αυτή η εξάρτηση από τη δόση πιθανώς προκαλείται με τον κορεσμό του μεταβολισμού που καταλύεται από το CYP2D6, πιθανά σε συνδυασμό με μερικό κορεσμό του μεταβολισμού του εντερικού τοιχώματος με τη μεσολάβηση του CYP3A4.

Αποβολή

Μετά τη χορήγηση μίας δόσης διαλύματος 14C- δαριφενασίνης από στόματος σε υγιείς εθελοντές, το 60% περίπου της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 40% στα κόπρανα. Μόνο ένα μικρό ποσοστό της δόσης που απεκκρίθηκε ήταν αναλλοίωτη δαριφενασίνη (3%). Η υπολογιζόμενη κάθαρση δαριφενασίνης είναι 40 λίτρα/ώρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απέκκριση της δαριφενασίνης μετά από χρόνια χορήγηση είναι περίπου 13-19 ώρες.

Ειδικός πληθυσμός ασθενών

Φύλο Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού των στοιχείων των ασθενών έδειξε ότι η έκθεση στη δαριφενασίνη ήταν κατά 23% χαμηλότερη στους άνδρες από εκείνη στις γυναίκες (βλ. Φαρμακοδυναμικές).

Ηλικιωμένοι ασθενείς Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού των στοιχείων των ασθενών έδειξε μία τάση της κάθαρσης να μειώνεται με την ηλικία (19% ανά δεκαετία με βάση φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού Φάσης ΙΙΙ ασθενών ηλικίας 60-89 ετών) βλ. Δοσολογία.

Παιδιατρικοί ασθενείς Η φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης δεν έχει τεκμηριωθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό.

Άτομα με ασθενή μεταβολισμό από το CYP2D6 Ο μεταβολισμός της δαριφενασίνης στα άτομα με ασθενή μεταβολισμό από το CYP2D6 γίνεται κυρίως με τη μεσολάβηση του CYP3A4. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη η έκθεση σε σταθερή κατάσταση των ατόμων με ασθενή μεταβολισμό ήταν 164% και 99% υψηλότερη κατά τη διάρκεια θεραπείας με 7,5 mg και 15 mg μια φορά την ημέρα, αντίστοιχα. Εν τούτοις, μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση δεδομένων Φάσης ΙΙΙ έδειξε ότι η κατά μέσον όρο έκθεση σε σταθερή κατάσταση είναι 66% υψηλότερη στα άτομα με ασθενή μεταβολισμό απ’ ότι σε ασθενείς με εκτενή μεταβολισμό. Υπήρξε σημαντική επικάλυψη μεταξύ του εύρους της έκθεσης που παρατηρήθηκε στους δύο αυτούς πληθυσμούς (βλ. Δοσολογία).

Νεφρική ανεπάρκεια Μία μικρή μελέτη σε άτομα (n=24) με ποικίλους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 10 ml/min και 136 ml/min) που έλαβαν 15 mg δαριφενασίνη μία φορά την ημέρα σε σταθερή κατάσταση δεν έδειξε καμία σχέση μεταξύ της νεφρικής λειτουργίας και της κάθαρσης της δαριφενασίνης (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης διερευνήθηκε σε άτομα με ήπια (Child Pugh A) ή μέτρια (Child Pugh B) μείωση της ηπατικής λειτουργίας που έλαβαν 15 mg δαριφενασίνη μία φορά την ημέρα σε σταθερή κατάσταση. Η ήπια ηπατική δυσλειτουργία δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της δαριφενασίνης. Εν τούτοις, η πρωτεϊνική δέσμευση της δαριφενασίνης επηρεάστηκε από τη μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η έκθεση της ελεύθερης δαριφενασίνης εκτιμήθηκε ότι είναι 4,7 φορές μεγαλύτερη σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία από εκείνη σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. Δοσολογία).

Μηχανισμός δράσης
Το Darifenacin ανταγωνίζεται εκλεκτικά τον μουσκαρινικό υποδοχέα M3. Οι υποδοχείς M3 εμπλέκονται στη σύσπαση του ανθρώπινου μυός της ουροδόχου κύστης και του γαστρεντερικού σωλήνα, στην παραγωγή σάλιου και στη λειτουργία του σφιγκτήρα της ίριδας.
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ουρολογικά, φάρμακα για την αντιμετώπιση της συχνοουρίας και της ακράτειας, κωδικός ATC: G04BD10. ### Μηχανισμός δράσης Η δαριφενασίνη είναι εκλεκτικός ανταγωνιστής του μουσκαρινικού υποδοχέα M3 (M3 SRA) in vitro. Ο υποδοχέας…

Φαρμακοκινητική
Η δαριφενασίνη μεταβολίζεται από το CYP2D6 και το CYP3A4. Εξ αιτίας γενετικών διαφορών, περίπου το 7% των ατόμων της λευκής φυλής έχει έλλειψη του CYP2D6 και χαρακτηρίζονται ως έχοντες ασθενή μεταβολισμό. Ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού έχει αυξημένα επίπεδα…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ηπατικός. Κυρίως διαμεσολαβείται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP2D6 και CYP3A4. Ημιζωή: Η ημιζωή αποβολής της δαριφενασίνης μετά από χρόνια χορήγηση είναι περίπου 13-19 ώρες.
Απέκκριση
null

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more

Darifenacin (Enablex®, Novartis) είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ακράτειας ούρων.

Το Darifenacin δρα αναστέλλοντας τον μουσκαρινικό υποδοχέα ακετυλοχολίνης M3, ο οποίος είναι υπεύθυνος κυρίως για τις συσπάσεις των μυών της ουροδόχου κύστης. Μειώνει έτσι την επιτακτική ανάγκη για ούρηση. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε άτομα με κατακράτηση ούρων.

Δεν είναι γνωστό εάν αυτή η εκλεκτικότητα για τον υποδοχέα M3 μεταφράζεται σε κάποιο κλινικό πλεονέκτημα κατά τη θεραπεία συμπτωμάτων του συνδρόμου υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης.

DrugBank

Indication

expand_more
Για τη θεραπεία της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης με συμπτώματα επιτακτικής ακράτειας ούρων, επιτακτικότητας και συχνουρίας.
DrugBank

Pharmacology

expand_more

Το Darifenacin είναι ένας ανταγωνιστής μουσκαρινικών υποδοχέων. Μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν ανθρώπινους ανασυνδυασμένους υποτύπους μουσκαρινικών υποδοχέων δείχνουν ότι το darifenacin έχει μεγαλύτερη συγγένεια για τον υποδοχέα M3 σε σύγκριση με τους άλλους γνωστούς μουσκαρινικούς υποδοχείς (9 και 12 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τον M3 σε σύγκριση με τους M1 και M5, αντίστοιχα, και 59 φορές μεγαλύτερη συγγένεια για τον M3 σε σύγκριση με τους M2 και M4).

Οι μουσκαρινικοί υποδοχείς παίζουν σημαντικό ρόλο σε πολλές μείζονες χολινεργικά διαμεσολαβούμενες λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένων των συσπάσεων του λείου μυός της ουροδόχου κύστης και της διέγερσης της σιελογόνου έκκρισης. Ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου, όπως ξηροστομία, δυσκοιλιότητα και ανώμαλη όραση, μπορεί να διαμεσολαβούνται μέσω επιδράσεων στους υποδοχείς M3 σε αυτά τα όργανα.

DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Το Darifenacin ανταγωνίζεται εκλεκτικά τον μουσκαρινικό υποδοχέα M3. Οι υποδοχείς M3 εμπλέκονται στη σύσπαση του ανθρώπινου μυός της ουροδόχου κύστης και του γαστρεντερικού σωλήνα, στην παραγωγή σάλιου και στη λειτουργία του σφιγκτήρα της ίριδας.
DrugBank

Absorption

expand_more
Η μέση από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα σε σταθερή κατάσταση εκτιμάται σε 15% και 19% για δισκία 7,5 mg και 15 mg, αντίστοιχα.
DrugBank

Half life

expand_more
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του darifenacin μετά από χρόνια χορήγηση είναι περίπου 13-19 ώρες.
DrugBank

Protein binding

expand_more
Το Darifenacin συνδέεται περίπου στο 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (κυρίως με την άλφα-1-γλυκοπρωτεΐνη του ορού).
DrugBank

Route of elimination

expand_more
null
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
  • 163 L
DrugBank

Clearance

expand_more
  • 40 L/h [εκτεταμένοι μεταβολιστές]
  • 32 L/h [αργοί μεταβολιστές]
DrugBank

Toxicity

expand_more
Η υπερδοσολογία μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε σοβαρές κεντρικές αντιχολινεργικές επιδράσεις.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

13-19 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

98%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

15-19%
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 4 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
444031
Μοριακός τύπος
C28H30N2O2
Μοριακό βάρος
426.5
IUPAC
2-[(3S)-1-[2-(2,3-dihydro-1-benzofuran-5-yl)ethyl]pyrrolidin-3-yl]-2,2-diphenylacetamide
InChIKey
HXGBXQDTNZMWGS-RUZDIDTESA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH

Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους ΜΟΥΣΚΑΡΙΝΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις των ενδογενών ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή εξωγενών αγωνιστών. Οι μουσκαρινικοί ανταγωνιστές έχουν εκτεταμένες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων δράσεων στην ίριδα και τον ακτινωτό μυ του ματιού, την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία, τις εκκρίσεις της αναπνευστικής οδού, το ΓΕΣ, και τους σιελογόνους αδένες, την κινητικότητα του ΓΕΣ, τον τόνο της ουροδόχου κύστης και το ΚΝΣ.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.