CLOMIPRAMINE
Κλομιπραμίνη
Για τη θεραπεία της κατάθλιψης, διαταραχής εμμονών-καταναγκασμού (OCD), κρίσεων πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία, νορκαλεψίας, χρόνιου πόνου και ενούρησης.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ANAFRANIL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος ή παρεντερικά
- Χορήγηση: κατά τη φάση συντήρησης με ή χωρίς τροφή, κατά τη φάση τιτλοποίησης με τροφή
- Δόση έναρξης: 10-25 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Βαθμιαία αύξηση (ανάλογα με την ανοχή και την αποτελεσματικότητα της αγωγής) μέχρι τα 100 mg στις δύο πρώτες εβδομάδες. Για τις επόμενες εβδομάδες η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι την μέγιστη ημερήσια δόση των 250 mg. Η ημερήσια δόση των 10 mg για τους ηλικιωμένους πρέπει να αυξάνεται προοδευτικά μέχρι ένα άριστο επίπεδο 30-50 mg την ημέρα, που πρέπει να επιτευχθεί μετά από περίπου 10 ημέρες.
-
ΕνήλικεςΔόση10-25 mg ημερησίωςΜέγ. δόση250 mgΒαθμιαία αύξηση μέχρι τα 100 mg τις δύο πρώτες εβδομάδες. Χορήγηση σε διαιρεμένες δόσεις μαζί με τροφή κατά την αρχική τιτλοποίηση. Μετά την περίοδο τιτλοποίησης, η συνολική δόση μπορεί να χορηγηθεί μια φορά ημερησίως, το βράδυ.
-
ΗλικιωμένοιΔόση10 mg την ημέραΜέγ. δόση30-50 mg την ημέραΠροοδευτική αύξηση της δοσολογίας μέχρι το άριστο επίπεδο μετά από περίπου 10 ημέρες.
block
SPC-ANAFRANIL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην κλομιπραμίνη και σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα, καθώς και διασταυρούμενη ευαισθησία στα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά της ομάδας των διβενζαζεπινών.
-
H υδροχλωρική κλομιπραμίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό εντός 3 εβδομάδων πριν ή μετά τη θεραπεία με έναν αναστολέα της ΜΑΟ. Η ταυτόχρονη θεραπεία με εκλεκτικούς, αναστρέψιμους αναστολείς της ΜΑΟ-Α, όπως μοκλοβεμίδη αντενδείκνυται επίσης.
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου.
-
Κατακράτηση ούρων
-
καρδιακός αποκλεισμός ή άλλες καρδιακές αρρυθμίες
-
μανία
-
σοβαρή ηπατική νόσος
-
Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
-
Σύνδρομο συγγενούς επιμήκυνσης του διαστήματος QT.
warning
SPC-ANAFRANIL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αυτοκτονική συμπεριφορά και αντικαταθλιπτικά φάρμακαΠληθυσμόςπαιδιά, έφηβοι και νεαροί ενήλικεςΟποιοσδήποτε σκέφτεται τη χρήση υδροχλωρικής κλομιπραμίνης ή άλλων αντικαταθλιπτικών σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες πρέπει να σταθμίζει τους κινδύνους με το κλινικό όφελος.
-
Κλινική επιδείνωση και κίνδυνος αυτοκτονίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή, τόσο ενήλικες όσο και παιδιάΌλοι οι ασθενείς υπό θεραπεία με αντικαταθλιπτικά για οποιαδήποτε ένδειξη θα πρέπει να παρακολουθούνται καταλλήλως και να παρατηρούνται στενά για κλινική επιδείνωση, αυτοκτονικότητα ή ασυνήθιστες μεταβολές της συμπεριφοράς τους, ειδικά τους πρώτους μήνες από την έναρξη της θεραπείας ή στις φάσεις μεταβολής της δοσολογίας (αύξησης ή μείωσης).
-
Άλλες ψυχιατρικές δράσειςΠληθυσμόςασθενείς με διαταραχές πανικούΗ υδροχλωρική κλομιπραμίνη δεν είναι εγκεκριμένη για χρήση σε ηλικίες 10 έως 17 ετών. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Anafranil σε παιδιά κάτω των 10 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Ενεργοποίηση της ψύχωσηςΠληθυσμόςασθενείς με σχιζοφρένειασυνιστάται ταυτόχρονη χορήγηση νευροληπτικών.
-
Υπομανιακά ή μανιακά επεισόδιαΠληθυσμόςασθενείς με κυκλοθυμικές διαταραχέςΣε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να είναι αναγκαία η μείωση της δοσολογίας της υδροχλωρικής κλομιπραμίνης ή η διακοπή της και η χορήγηση ενός αντιψυχωτικού φαρμάκου. Μόλις υποχωρήσουν παρόμοια επεισόδια, μπορεί να αρχίσει πάλι η αγωγή με χαμηλή δοσολογία υδροχλωρικής κλομιπραμίνης, εάν χρειασθεί.
-
Φαρμακογενείς (παραληρητικές) ψυχώσειςΠληθυσμόςπροδιατεθειμένους ασθενείςΑυτές εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ημέρες από τη διακοπή του φαρμάκου.
-
Καρδιακές και αγγειακές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς με καρδιαγγειακές διαταραχές, ιδιαίτερα εκείνους με καρδιακή ανεπάρκεια, διαταραχές αγωγιμότητας (π.χ. κολποκοιλιακός αποκλεισμός βαθμών Ι έως ΙΙΙ) ή αρρυθμίεςΈλεγχος της καρδιακής λειτουργίας και του ΗΚΓ ενδείκνυται σ’ αυτούς τους ασθενείς.
-
Κίνδυνος επιμήκυνσης του διαστήματος QTc και εμφάνισης Torsades de PointesΠληθυσμόςυψηλότερες από τις θεραπευτικές δόσεις ή σε υψηλότερες από τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις της κλομιπραμίνης στο πλάσμαπρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση φαρμάκων τα οποία μπορούν να προκαλέσουν συσσώρευση της κλομιπραμίνης. Ομοίως, πρέπει να αποφεύγεται συγχορήγηση φαρμάκων που μπορούν να επιμηκύνουν το διάστημα QTc.
-
ΥποκαλιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν Anafranilπριν την έναρξη της θεραπείας με Anafranil θα πρέπει να θεραπεύεται η υποκαλιαιμία.
-
Πτώση της αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςασθενείς με ορθοστατική υπόταση ή με ευμετάβλητη κυκλοφορίαΠριν από την έναρξη της αγωγής με Anafranil συνιστάται ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης.
-
Σύνδρομο της σεροτονίνηςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν AnafranilΛόγω του κινδύνου τοξικότητας στη σεροτονίνη, συνιστάται να ακολουθούνται πιστά οι συνιστώμενες δόσεις. Όταν η κλομιπραμίνη συγχορηγείται με σεροτονινεργικά σκευάσματα όπως SSRIs, SNaRIs, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ή λίθιο, μπορεί να εμφανιστεί σύνδρομο σεροτονίνης, με συμπτώματα όπως υπερπυρεξία, μυοκλονία, διέγερση, σπασμοί, παραλήρημα και κώμα.
-
ΣπασμοίΠληθυσμόςασθενείς με επιληψία και άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες π.χ. βλάβη του εγκεφάλου ποικίλης αιτιολογίας, ταυτόχρονη λήψη νευροληπτικών, απόσυρση οινοπνεύματος ή φαρμάκων με αντισπασμωδικές ιδιότητες (π.χ. βενζοδιαζεπίνες)το Anafranil πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή.
-
Ηλεκτροσπασμωδική θεραπείαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν Anafranilτο Anafranil πρέπει να χορηγείται με ηλεκτροσπασμωδική θεραπεία μόνον κάτω από προσεκτική επιτήρηση.
-
Αντιχολινεργικές δράσειςΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, γλαύκωμα κλειστής γωνίας ή κατακράτηση ούρων (π.χ. νόσος του προστάτη)το Anafranil πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Βλάβη στον κερατοειδήΠληθυσμόςασθενείς με φακούς επαφήςΜειωμένη έκκριση δακρύων και συσσώρευση βλεννωδών εκκρίσεων, λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, μπορεί να προκαλέσει βλάβη στον κερατοειδή.
-
Ιδιαίτερες κατηγορίες ασθενώνΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο και όγκους του μυελού των επινεφριδίων (π.χ. φαιοχρωμοκύτωμα, νευροβλάστωμα)Απαιτείται προσοχή όταν χορηγούνται τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
-
Καρδιακή τοξικότηταΠληθυσμόςασθενείς με υπερθυρεοειδισμό ή ασθενείς που λαμβάνουν θυρεοειδικά σκευάσματαΑπαιτείται προσοχή.
-
Ηπατική και νεφρική νόσοΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική και νεφρική νόσοσυνιστάται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων και της νεφρικής λειτουργίας.
-
Χρόνια δυσκοιλιότηταΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια δυσκοιλιότηταΤα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να προκαλέσουν παραλυτικό ειλεό, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και σε κλινήρεις ασθενείς.
-
Φαρμακογενείς (παραληρηματικές) ψυχώσειςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΑυτές υποχωρούν εντός ολίγων ημερών από την διακοπή του φαρμάκου.
-
Καρδιακή λειτουργία και ΗΚΓΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςσυνιστάται παρακολούθηση.
-
Οδοντική τερηδόναΠληθυσμόςασθενείς υπό μακροχρόνια αγωγή με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάσυνιστώνται συχνοί οδοντιατρικοί έλεγχοι.
-
Επίπεδα σακχάρου στο αίμαΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείςΣυνιστάται προσοχή, επειδή μεταβάλλουν (αυξάνουν ή ελαττώνουν) τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα.
-
Σεξουαλική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςάρρενες ασθενείςΤο Anafranil μπορεί να προκαλέσει σεξουαλική δυσλειτουργία (ανικανότητα) σε άρρενες ασθενείς όπως επίσης και μεταβολές του βάρους.
-
Ασφάλεια σε παιδιά και εφήβουςΠληθυσμόςπαιδιά και εφήβουςΔεν είναι διαθέσιμα μακροχρόνια δεδομένα για την ασφάλεια σε παιδιά και εφήβους, σχετικά με την ανάπτυξη, ωρίμανση, τη γνωσιακή εξέλιξη και την εξέλιξη της συμπεριφοράς.
-
Έλεγχος των λευκών αιμοσφαιρίωνΠληθυσμόςασθενείς υπό θεραπεία με Anafranilαπαιτούνται περιοδικές μετρήσεις των αιμοσφαιρίων καθώς και έλεγχοι για συμπτώματα, όπως πυρετός και κυνάγχη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων μηνών θεραπείας και κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας αγωγής, διότι μπορεί να προκαλέσουν λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία, αναιμία, πανκυτοπενία.
-
ΑναισθησίαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν AnafranilΠριν από γενική ή τοπική αναισθησία, πρέπει να αναφερθεί στον αναισθησιολόγο ότι ο ασθενής λαμβάνει Anafranil.
-
Διακοπή της θεραπείαςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν AnafranilΠρέπει να αποφεύγεται η απότομη διακοπή του φαρμάκου λόγω πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών. Εάν έχει αποφασιστεί η διακοπή της θεραπείας, η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να μειώνεται, με τον ταχύτερο εφικτό ρυθμό, αλλά αναγνωρίζοντας ότι η απότομη διακοπή μπορεί να συσχετιστεί με κάποια συμπτώματα.
-
Λακτόζη και σακχαρόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, στη φρουκτόζη, σοβαρή ανεπάρκεια λακτάσης, ανεπάρκεια σακχαράσης-ισομαλτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν θα πρέπει να λαμβάνουν τα επικαλυμμένα δισκία του Anafranil.
swap_horiz
SPC-ANAFRANIL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της ΜΑΟαντένδειξηΚίνδυνος σοβαρών συμπτωμάτων όπως υπερτασική κρίση, υπερπυρεξία, Σύνδρομο της Σεροτονίνης (μυοκλονία, ανησυχία, παραλήρημα, κώμα, θάνατος).ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης. Ελάχιστο διάστημα 3 εβδομάδων μετά τη διακοπή αναστολέων ΜΑΟ πριν τη χορήγηση κλομιπραμίνης, ή 24 ώρες μετά από αναστρέψιμο αναστολέα ΜΑΟ-Α (μοκλοβεμίδη). 2 εβδομάδες εάν ο αναστολέας ΜΑΟ-Α χορηγείται μετά την κλομιπραμίνη. Σταδιακή αύξηση δόσεων.
-
Αντιαρρυθμικά (κινιδίνη, προπαφαινόνη)μη συνιστώμενη συγχορήγησηΑναστολή CYP2D6, πιθανή αύξηση συγκεντρώσεων κλομιπραμίνης.
-
Διουρητικάμη συνιστώμενη συγχορήγησηΠιθανότητα πρόκλησης υποκαλιαιμίας, αύξηση κινδύνου επιμήκυνσης QT και Torsades de Pointes.ΣύστασηΘεραπεία υποκαλιαιμίας πριν τη χορήγηση Anafranil.
-
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) (π.χ. φλουοξετίνη, παροξετίνη, σερτραλίνη, φλουβοξαμίνη)μη συνιστώμενη συγχορήγησηΑναστολή CYP2D6, CYP1A2, CYP2C19. Πιθανή αύξηση συγκεντρώσεων κλομιπραμίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΠαρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες. Για φλουοξετίνη, απαιτείται περίοδος έκπλυσης 2-3 εβδομάδων πριν και μετά.
-
μη συνιστώμενη συγχορήγησηΚίνδυνος Σύνδρομου Σεροτονίνης.ΣύστασηΠροσοχή, παρακολούθηση.
-
Αναστολείς του CYP2D6προσοχήΑύξηση συγκέντρωσης κλομιπραμίνης και Ν-desmethylclomipramine.
-
Αναστολείς του CYP1A2, CYP2C19, CYP3A4προσοχήΑύξηση συγκέντρωσης κλομιπραμίνης, μείωση συγκέντρωσης Ν-desmethylclomipramine.
-
ΤερμπιναφίνηπροσοχήΙσχυρός αναστολέας CYP2D6. Αυξημένη έκθεση και συσσώρευση κλομιπραμίνης και του μεταβολίτη της.ΣύστασηΠιθανή αναπροσαρμογή δόσης Anafranil.
-
προσοχήΑναστολέας CYP2D6 και CYP3A4. Αύξηση συγκεντρώσεων τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών.ΣύστασηΜείωση δοσολογίας Anafranil.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (υψηλές δόσεις οιστρογόνων, 50 μg)προσοχήΠιθανή αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών και θεραπευτικής ανταπόκρισης.ΣύστασηΠαρακολούθηση και προσαρμογή δόσης.
-
Αντιψυχωσικά (π.χ. φαινοθειαζίνες)προσοχήΑύξηση επιπέδων τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, μειωμένος ουδός έκλυσης σπασμών, επιληπτικές κρίσεις. Θειοριδαζίνη: σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών.ΣύστασηΜείωση δόσης τρικυκλικού αντικαταθλιπτικού.
-
ΒαλπροϊκόπροσοχήΠιθανή αναστολή CYP2C/UGT. Αυξημένα επίπεδα κλομιπραμίνης και Ν-απομεθυλοκλομιπραμίνης.
-
Γκρέϊπφρουτ, χυμός γκρέϊπφρουτ ή χυμός cranberryπροσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεων κλομιπραμίνης στο πλάσμα.
-
προσοχήΕπαγωγέας CYP3A, CYP2C. Ελάττωση συγκεντρώσεων κλομιπραμίνης.ΣύστασηΜείωση αποτελεσματικότητας.
-
προσοχήΕπαγωγείς CYP3A, CYP2C. Πιθανή μείωση συγκεντρώσεων κλομιπραμίνης.ΣύστασηΜείωση αποτελεσματικότητας.
-
Κάπνισμα τσιγάρωνπροσοχήΕπαγωγός CYP1A2. Μείωση συγκεντρώσεων τρικυκλικών φαρμάκων.
-
Κολεστιπόλη, χολεστυραμίνηπροσοχήΜείωση επιπέδων κλομιπραμίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΧορήγηση κλομιπραμίνης 2 ώρες πριν ή 4-6 ώρες μετά τις ρητίνες.
-
ΥπέρικοπροσοχήΜείωση συγκεντρώσεων κλομιπραμίνης στο πλάσμα.
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντεςπροσοχήΕνίσχυση επιδράσεων (οφθαλμός, ΚΝΣ, έντερο, κύστη).
-
προσοχήΜείωση ή εξουδετέρωση αντιυπερτασικής δράσης.ΣύστασηΧρήση εναλλακτικών αντιυπερτασικών.
-
Κατασταλτικά του ΚΝΣ (οινόπνευμα, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες)προσοχήΕνίσχυση κατασταλτικών επιδράσεων.
-
προσοχήΕνίσχυση καρδιαγγειακών επιδράσεων.
-
Αντιπηκτικά (κουμαρινικά, βαρφαρίνη)προσοχήΠιθανή ενίσχυση αντιπηκτικού αποτελέσματος (αναστολή CYP2C9).ΣύστασηΠροσεκτική μέτρηση χρόνου προθρομβίνης.
-
Φάρμακα που προκαλούν επιμήκυνση του QT διαστήματος (π.χ. αντιαρρυθμικά Ia, III, τρικυκλικά, τετρακυκλικά, αντιψυχωσικά, αντιισταμινικά, λίθιο, κινίνη, πενταμιδίνη)μη συνιστώμενη συγχορήγησηΑυξημένος κίνδυνος επιμήκυνσης QT και Torsade de Pointes.
-
Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα κλομιπραμίνης στο πλάσμα (αναστολείς CYP2D6)μη συνιστώμενη συγχορήγησηΑυξημένος κίνδυνος επιμήκυνσης QT και Torsade de Pointes.
-
Φάρμακα που λειτουργούν ως υπόστρωμα ή αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. αντιαρρυθμικά, SSRIs, τρικυκλικά, μοκλοβεμίδη, αντιψυχωσικά, β-αποκλειστές, αναστολείς πρωτεάσης, οπιούχα, MDMA, σιμετιδίνη, τερβιναφίνη)μη συνιστώμενη συγχορήγησηΑύξηση συγκέντρωσης ANAFRANIL στο πλάσμα.
sick
SPC-ANAFRANIL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- λευκοπενία
- ακοκκιοκυτταραιμία
- θρομβοκυτοπενία
- ηωσινοφιλία
- κολπική ταχυκαρδία
- αίσθημα παλμών
- ορθοστατική υπόταση
- κλινικά ασήμαντες μεταβολές του ΗΚΓ (π.χ. μεταβολές των επαρμάτων ST και T)
- αρρυθμίες
- αυξημένη αρτηριακή πίεση
- διαταραχές αγωγιμότητας του μυοκαρδίου (π.χ. διεύρυνση του συμπλέγματος QRS, επιμήκυνση του διαστήματος QTc, μεταβολές του PQ, σκελικός αποκλεισμός, Torsade de Pointes)
- Εμβοές
- SIADH (σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης)
- Διαταραχή της προσαρμογής
- θολή όραση
- Μυδρίαση
- Γλαύκωμα
- ναυτία
- ξηροστομία
- δυσκοιλιότητα
- έμετος
- κοιλιακές διαταραχές
- διάρροια
- Κόπωση
- Οίδημα (τοπικό ή γενικευμένο)
- αλωπεκία
- υπερπυρεξία
- Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο
- Αναφυλακτικές και /αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, περιλαμβανόμενης της υπότασης
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα
- αυξημένα επίπεδα προλακτίνης στο αίμα
- Αυξημένη όρεξη
- Μειωμένη όρεξη
- Μυϊκή αδυναμία
- Ραβδομυόλυση (ως επιπλοκή κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου)
- Ζάλη
- τρόμος
- κεφαλαλγία
- μυόκλωνος
- υπνηλία
- διαταραχές λόγου
- παραισθησίες
- μυϊκή υπερτονία
- δυσγευσία
- διαταραχή μνήμης
- διαταραχή στην προσοχή
- Σπασμοί
- αταξία
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Σύνδρομο σεροτονίνης
- εξωπυραμιδικά συμπτώματα (περιλαμβανομένων ακαθισίας και όψιμης δυσκινησίας)
- Ανησυχία
- Συγχυτική κατάσταση
- αποπροσανατολισμός
- ψευδαισθήσεις
- άγχος
- διέγερση
- διαταραχές ύπνου
- μανία
- υπομανία
- επιθετικότητα
- αποπροσωποποίηση
- επιδείνωση της κατάθλιψης
- αϋπνία
- εφιάλτες
- παραλήρημα
- ενεργοποίηση ψυχωσικών συμπτωμάτων
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- αυτοκτονική συμπεριφορά
- Διαταραχή της ούρησης
- Κατακράτηση ούρων
- Διαταραχή της γενετήσιας ορμής
- στυτική δυσλειτουργία
- Γαλακτόρροια
- διόγκωση μαστού
- Χασμουρητό
- Κυψελιδίτιδα αλλεργική (πνευμονίτιδα) με ή χωρίς ηωσινοφιλία
- Εφίδρωση
- Αλλεργική δερματίτιδα (δερματικό εξάνθημα, κνίδωση)
- αντίδραση φωτοευαισθησίας
- κνησμός
- Πορφύρα
- Εξάψεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςλευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςακοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςθρομβοκυτοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςηωσινοφιλίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Συχνέςκολπική ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Συχνέςαίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Συχνέςορθοστατική υπότασηΚαρδιακές διαταραχές
-
Συχνέςκλινικά ασήμαντες μεταβολές του ΗΚΓ (π.χ. μεταβολές των επαρμάτων ST και T)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςαρρυθμίεςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςαυξημένη αρτηριακή πίεσηΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςδιαταραχές αγωγιμότητας του μυοκαρδίου (π.χ. διεύρυνση του συμπλέγματος QRS, επιμήκυνση του διαστήματος QTc, μεταβολές του PQ, σκελικός αποκλεισμός, Torsade de Pointes)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕμβοέςΩτός και λαβυρίνθου
-
Πολύ σπάνιεςSIADH (σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης)Ενδοκρινικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή της προσαρμογήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςθολή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜυδρίασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΓλαύκωμαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ ΣυχνέςναυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ ΣυχνέςξηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ ΣυχνέςδυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςέμετοςΓαστρεντερικό
-
Συχνέςκοιλιακές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςδιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα (τοπικό ή γενικευμένο)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςαλωπεκίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςυπερπυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδα με ή χωρίς ίκτεροΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές και /αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, περιλαμβανόμενης της υπότασηςΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρουςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη Γνωστέςαυξημένα επίπεδα προλακτίνης στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμού και θρέψης
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμού και θρέψης
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυση (ως επιπλοκή κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου)Μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςτρόμοςΝευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςκεφαλαλγίαΝευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςμυόκλωνοςΝευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςυπνηλίαΝευρικού συστήματος
-
Συχνέςδιαταραχές λόγουΝευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςπαραισθησίεςΝευρικού συστήματος
-
Συχνέςμυϊκή υπερτονίαΝευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςδυσγευσίαΝευρικού συστήματος
-
Συχνέςδιαταραχή μνήμηςΝευρικού συστήματος
-
Συχνέςδιαταραχή στην προσοχήΝευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςαταξίαΝευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο σεροτονίνηςΝευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςεξωπυραμιδικά συμπτώματα (περιλαμβανομένων ακαθισίας και όψιμης δυσκινησίας)Νευρικού συστήματος
-
Πολύ ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςαποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςψευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςάγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςδιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνέςδιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςμανίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςυπομανίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςεπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςαποπροσωποποίησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνέςεπιδείνωση της κατάθλιψηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςαϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςεφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςπαραλήρημαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςενεργοποίηση ψυχωσικών συμπτωμάτωνΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςαυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή της ούρησηςΝεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΚατακράτηση ούρωνΝεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή της γενετήσιας ορμήςΑναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςστυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Συχνέςδιόγκωση μαστούΑναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΧασμουρητόΑναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςΚυψελιδίτιδα αλλεργική (πνευμονίτιδα) με ή χωρίς ηωσινοφιλίαΑναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΕφίδρωσηΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑλλεργική δερματίτιδα (δερματικό εξάνθημα, κνίδωση)Δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνέςαντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςκνησμόςΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠορφύραΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-ANAFRANIL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από την χρήση του Anafranil σε έγκυες γυναίκες που δείχνουν πιθανή βλάβη στο έμβρυο ή πρόκληση συγγενούς δυσπλασίας. Το Anafranil πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο αν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο. Νεογνά μητέρων, που είχαν λάβει τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μέχρι τον τοκετό, εμφάνισαν στερητικά συμπτώματα, όπως δύσπνοια, λήθαργο, κολικό, ευερεθιστότητα, υπόταση ή υπέρταση και τρόμο/σπασμούς κατά τις πρώτες λίγες ώρες ή ημέρες. Για να αποφευχθούν τέτοια συμπτώματα, το Anafranil πρέπει, εάν είναι δυνατόν, να διακοπεί σταδιακά τουλάχιστον 7 εβδομάδες πριν από την υπολογισμένη ημερομηνία τοκετού.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕπειδή η δραστική ουσία περνά στο μητρικό γάλα, το Αnafranil πρέπει να διακόπτεται σταδιακά ή να απογαλακτίζεται το βρέφος, εάν η ασθενής θηλάζει.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΣε επίμυες που εκτέθηκαν σε δόσεις έως 24 mg/kg δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στην αναπαραγωγική ικανότητα, συμπεριλαμβανομένης της ανδρικής και της γυναικείας γονιμότητας. Δεν διαπιστώθηκε τερατογόνος δράση σε μύες, επίμυες και κονίκλους που εκτέθηκαν σε δόσεις έως 100, 50 και 60 mg/kg αντίστοιχα (βλέπε παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Δεν έχει παρατηρηθεί αλληλεπίδραση ανάμεσα στην χρόνια χρήση των από του στόματος αντισυλληπτικών (15 ή 30 μικρογραμμάρια αιθινυλοιστραδιόλης ημερησίως) και του Anafranil (25 mg ημερησίως) (βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ANAFRANIL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ANAFRANIL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Δοσολογία
Πριν την έναρξη της θεραπείας με Anafranil, θα πρέπει να έχει θεραπευτεί πιθανή υποκαλιαιμία (βλ. 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και να προσαρμόζεται στην κατάσταση του κάθε ασθενή. Ο σκοπός είναι η επίτευξη του βέλτιστου αποτελέσματος με διατήρηση των χαμηλότερων δυνατών δόσεων και προσεκτική αύξησή τους.
Μετά την επίτευξη θεραπευτικής ανταπόκρισης, πρέπει να συνεχίζεται η θεραπεία συντήρησης στη βέλτιστη δόση ώστε να αποφεύγεται υποτροπή. Ασθενείς με ιστορικό υποτροπιάζουσας κατάθλιψης χρειάζονται μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία συντήρησης. Η διάρκεια της θεραπείας συντήρησης και η ανάγκη συνέχισης της θεραπείας πρέπει να αναθεωρούνται περιοδικά.
Συνιστάται να ακολουθούνται πιστά οι συνιστώμενες δόσεις του Anafranil για προφύλαξη από πιθανή επιμήκυνση του διαστήματος QTc και τοξικότητα στη σεροτονίνη. Εάν συγχορηγούνται φάρμακα που επιμηκύνουν το διάστημα QTc και άλλοι σεροτονινεργικοί παράγοντες πρέπει να γίνεται με προσοχή οποιαδήποτε αύξηση της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Η απότομη διακοπή της θεραπείας με Anafranil πρέπει να αποφεύγεται εξαιτίας των πιθανών συμπτωμάτων στέρησης. Ως εκ τούτου, μετά από τακτική χρήση επί μακρό χρονικό διάστημα, η δοσολογία πρέπει να σταματάει σταδιακά και όταν η θεραπεία με Anafranil διακόπτεται, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Οι φαρμακοτεχνικές μορφές άμεσης αποδέσμευσης (επικαλυμμένα δισκία) και τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης δυνατόν να εναλλάσσονται σε ισοδύναμες δόσεις.
Έναρξη αγωγής και προσαρμογή δόσης (Ενήλικες) Έναρξη της αγωγής με 10-25 mg ημερησίως και βαθμιαία αύξηση (ανάλογα με την ανοχή και την αποτελεσματικότητα της αγωγής) μέχρι τα 100 mg στις δύο πρώτες εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια αυτής της αρχικής τιτλοποίησης το Anafranil θα πρέπει να χορηγείται σε διαιρεμένες δόσεις και μαζί με λήψη τροφής, ώστε να περιοριστούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα. Για τις επόμενες εβδομάδες η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι την μέγιστη ημερήσια δόση των 250 mg. Μετά την περίοδο τιτλοποίησης η συνολική δόση μπορεί να χορηγηθεί μια φορά ημερησίως, το βράδυ, για να ελαχιστοποιηθεί η καταστολή κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφανίζουν γενικά υψηλότερη ανταπόκριση στο Anafranil από τους ασθενείς ενδιάμεσων ηλικιακών ομάδων. Σε ηλικιωμένους ασθενείς το Anafranil πρέπει να χορηγείται με προσοχή και οι δόσεις πρέπει να αυξάνονται προσεκτικά Έναρξη της θεραπείας με 10 mg την ημέρα. Προοδευτική αύξηση της δοσολογίας μέχρι ένα άριστο επίπεδο 30 - 50 mg την ημέρα, που πρέπει να επιτευχθεί μετά από περίπου 10 ημέρες και στη συνέχεια να διατηρηθεί μέχρι το τέλος της αγωγής.
Νεφρική δυσλειτουργία Το Anafranil πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και 5. Φαρμακολογικές ιδιότητες).
Ηπατική δυσλειτουργία Το Anafranil πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και 5. Φαρμακολογικές ιδιότητες).
Τρόπος χορήγησης Ο τρόπος χορήγησης (από του στόματος ή παρεντερικά) πρέπει να εξατομικεύεται και να προσαρμόζεται στην κατάσταση του κάθε ασθενούς. Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης πρέπει να λαμβάνονται ολόκληρα.
Το Anafranil μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή στη φάση συντήρησης. Στη φάση τιτλοποίησης συνιστάται η λήψη τροφής ώστε να περιοριστούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.
block
Αντενδείξεις
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις που συνεπάγονται αντένδειξη
Αναστολείς της ΜΑΟ: Μη χορηγείτε υδροχλωρική κλομιπραμίνη για τουλάχιστον 3 εβδομάδες μετά τη διακοπή της αγωγής με αναστολείς της ΜΑΟ (υπάρχει κίνδυνος σοβαρών συμπτωμάτων όπως υπερτασική κρίση, υπερπυρεξία και αυτά που είναι συμβατά με το Σύνδρομο της Σεροτονίνης, δηλ. μυοκλονία, ανησυχία, παραλήρημα, κώμα και θάνατος).Το ίδιο ισχύει όταν χορηγείται ένας αναστολέας της ΜΑΟ μετά από προγενέστερη αγωγή με υδροχλωρική κλομιπραμίνη. Και στις δύο περιπτώσεις η υδροχλωρική κλομιπραμίνη ή ο αναστολέας της MAO πρέπει να χορηγείται αρχικά σε μικρές, σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, και να ελέγχονται οι επιδράσεις του (βλ. Αντενδείξεις). Υπάρχει ένδειξη που υποδηλοί ότι η υδροχλωρική κλομιπραμίνη μπορεί να χορηγηθεί μόλις 24 ώρες μετά από έναν αναστρέψιμο αναστολέα της ΜΑΟ-Α όπως μοκλοβεμίδη, αλλά πρέπει να τηρηθεί η ελεύθερη φαρμάκου περίοδος δύο εβδομάδων, εάν ο αναστολέας της ΜΑΟ-Α χορηγείται μετά τη χρήση της υδροχλωρικής κλομιπραμίνης.
Αλληλεπιδράσεις που συνεπάγονται μη συνιστώμενη συγχορήγηση
Αντιαρρυθμικά Τα αντιαρρυθμικά (όπως η κινιδίνη και η προπαφαινόνη) που είναι ισχυροί αναστολείς του CYP2D6, δεν πρέπει να συγχορηγούνται με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
Διουρητικά: Τα διουρητικά μπορεί να οδηγήσουν σε υποκαλιαιμία, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο επιμήκυνσης του QT και του φαινομένου Torsades de Pointes. Επομένως η υποκαλιαιμία θα πρέπει να θεραπευτεί πριν την χορήγηση του Anafranil (βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης(SSRIs): Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) οι οποίοι είναι αναστολείς του CYP2D6, όπως η φλουοξετίνη, η παροξετίνη και η σερτραλίνη αλλά και άλλων ενζύμων όπως των CYP1A2 και CYP2C19 (π.χ. φλουβοξαμίνη) είναι επίσης πιθανό να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της κλομιπραμίνης στο πλάσμα με συνδεόμενες με αυτό ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα επίπεδα της κλομιπραμίνης στον ορό στη σταθερή κατάσταση αυξήθηκαν 4 φορές κατά τη συγχορήγηση φλουβοξαμίνης (η Ν -desmethylclomipramine ελαττώθηκε στο μισό) (βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Σεροτονινεργικοί παράγοντες Όταν η κλομιπραμίνη συγχορηγείται με σεροτονινεργικούς παράγοντες όπως εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs), αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (SNaRIs), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ή λίθιο, μπορεί να εμφανιστεί Σύνδρομο Σεροτονίνης (βλ. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις). Για τη φλουοξετίνη, χρειάζεται μια περίοδος έκπλυσης δύο έως τριών εβδομάδων πριν και μετά τη θεραπεία με αυτήν.
Αλληλεπιδράσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη
Αλληλεπιδράσεις που συνεπάγονται αυξημένη δράση του Anafranil Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης και των 2 ενεργών συστατικών (κλομιπραμίνη και Ν -desmethylclomipramine) έως τρεις φορές σε ασθενείς με φαινότυπο «ισχυρού μεταβολιστή» της δεβρισοκίνης/σπαρτεΐνης και να τους μετατρέψει σε ασθενείς με φαινότυπο «πτωχού μεταβολιστή». Η ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του CYP1A2, CYP2C19 και CYP3A4 αναμένεται να αυξήσει τη συγκέντρωση της κλομιπραμίνης και να μειώσει την συγκέντρωση της Ν -desmethylclomipramine κι έτσι να μην επηρεάσει απαραίτητα τη συνολική φαρμακολογική δράση.
Τερμπιναφίνη Η συγχορήγηση του Anafranil με το από του στόματος χορηγούμενο αντιμυκητιασικό τερμπιναφίνη, έναν ισχυρό αναστολέα του CYP2D6, ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση και συσσώρευση της κλομιπραμίνης και του Ν-απομεθυλιωμένου μεταβολίτη της. Ως εκ τούτου, πιθανόν να χρειάζεται αναπροσαρμογή της δόσης του Anafranil όταν συγχορηγείται με τερμπιναφίνη.
Σιμετιδίνη Συγχορήγηση με τον ανταγωνιστή των Η -ισταμινικών υποδοχέων σιμετιδίνη (έναν αναστολέα αρκετών ενζύμων του κυτοχρώματος Ρ450 συμπεριλαμβανομένου του CYP2D6 και του CYP3A4), μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών στο πλάσμα, των οποίων η δοσολογία επομένως πρέπει να μειωθεί.
Από του στόματος αντισυλληπτικά Δεν έχει αποδειχθεί καμία αλληλεπίδραση μεταξύ της χρόνιας χρήσης των από του στόματος αντισυλληπτικών (15 ή 30 μg αιθινυλοιστραδιόλης ημερησίως) και του Anafranil (25 mg ημερησίως). Τα οιστρογόνα δεν είναι γνωστό αν είναι αναστολείς του CYP2D6, του κυριότερου ενζύμου που εμπλέκεται στην κάθαρση της κλομιπραμίνης και επομένως δεν αναμένεται καμία αλληλεπίδραση. Παρά το γεγονός αυτό, σε λίγες περιπτώσεις με αυξημένη δόση οιστρογόνων (50 μg ημερησίως) και με το τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό ιμιπραμίνη καταγράφηκαν αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες και θεραπευτική ανταπόκριση. Δεν είναι ξεκάθαρη η σχέση αυτών των περιπτώσεων με την κλομιπραμίνη και τα σκευάσματα οιστρογόνων χαμηλότερης δόσης. Συνιστάται η παρακολούθηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης στα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά κατά τη συγχορήγηση σκευασμάτων υψηλής δόσης οιστρογόνων (50 μg ημερησίως) και προσαρμογές της δόσης μπορεί να είναι απαραίτητες.
Αντιψυχωσικά Συγχορήγηση αντιψυχωσικών (π.χ. φαινοθειαζινών) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα πλάσματος των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, μειωμένο ουδό έκλυσης σπασμών και επιληπτικές κρίσεις. Η συγχορήγηση με θειοριδαζίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες.
Μεθυλφαινιδάτη Η μεθυλφαινιδάτη μπορεί επίσης να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών πιθανώς αναστέλλοντας τον μεταβολισμό τους και μπορεί να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης του τρικυκλικού αντικαταθλιπτικού.
Βαλπροϊκό Η συγχορήγηση βαλπροϊκού με κλομιπραμίνη πιθανόν να προκαλέσει αναστολή του CYP2C και/ή των ενζύμων UGT και να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα κλομιπραμίνης και Ν-απομεθυλοκλομιπραμίνης στο πλάσμα.
Γκρέϊπφρουτ, χυμός γκρέϊπφρουτ ή χυμός cranberry Η συγχορήγηση του Anafranil με γκρέϊπφρουτ, χυμό γκρέϊπφρουτ ή χυμό cranberry πιθανόν να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της κλομιπραμίνης στο πλάσμα.
Αλληλεπιδράσεις που συνεπάγονται μειωμένη δράση του Anafranil
Ριφαμπικίνη Η ριφαμπικίνη (επαγωγέας των CYP3A και CYP2C) μπορεί να ελαττώσει τις συγκεντρώσεις της κλομιπραμίνης δεδομένου ότι η συγχορήγηση φαρμάκων που επάγουν τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, ιδιαίτερα των CYP3A4, CYP2C19, μπορεί να επιταχύνουν τον μεταβολισμό και να μειώσουν την αποτελεσματικότητα του Anafranil.
Αντιεπιληπτικά Τα αντιεπιληπτικά (επαγωγείς των CYP3A και CYP2C) π.χ. βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη και φαινυτοΐνη πιθανόν να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της κλομιπραμίνης δεδομένου ότι η συγχορήγηση φαρμάκων που επάγουν τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450, ιδιαίτερα των CYP3A4, CYP2C19 πιθανόν να επιταχύνουν τον μεταβολισμό και να μειώσουν την αποτελεσματικότητα του Anafranil.
Κάπνισμα τσιγάρων Γνωστοί επαγωγείς του CYP1A2 (π.χ. συστατικά του καπνού του τσιγάρου) ελαττώνουν τις συγκεντρώσεις των τρικυκλικών φαρμάκων στο πλάσμα. Στους καπνιστές, οι συγκεντρώσεις της κλομιπραμίνης στο πλάσμα, στη σταθερή κατάσταση ήταν 2 φορές χαμηλότερες συγκρινόμενες με αυτές των μη καπνιστών (καμία αλλαγή στη Ν - desmethylclomipramine).
Κολεστιπόλη και χολεστυραμίνη Η συγχορήγηση με ρητίνες ανταλλαγής ιόντων όπως η χολεστυραμίνη ή η κολεστιπόλη μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της κλομιπραμίνης στο πλάσμα. Συνιστάται ρύθμιση της λήψης της κλομιπραμίνης και των ρητινών έτσι ώστε το φάρμακο να χορηγείται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 4-6 ώρες μετά τη λήψη των ρητινών.
Υπέρικο Η ταυτόχρονη χορήγηση του Anafranil με υπέρικο μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της κλομιπραμίνης στο πλάσμα.
Αλληλεπιδράσεις που επηρεάζουν άλλα φάρμακα
Αντιχολινεργικοί παράγοντες: Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να ενισχύσουν τις επιδράσεις αυτών των φαρμάκων (π.χ. φαινοθειαζίνη, αντιπαρκινσονικοί παράγοντες, αντιισταμινικά, ατροπίνη, μεπεριδίνη) στον οφθαλμό, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στο έντερο και στην ουροδόχο κύστη.
Αντιαδρενεργικοί παράγοντες: Το Anafranil μπορεί να μειώσει ή να εξουδετερώσει τις αντιυπερτασικές δράσεις των αδρενεργικών νευροαποκλειστών όπως της γουανεθιδίνης, βετανιδίνης, ρεζερπίνης, κλονιδίνης και α- μεθυλντόπα. Σε ασθενείς που χρειάζονται ταυτόχρονη αγωγή για υπέρταση πρέπει, ως εκ τούτου, να χορηγούνται αντιυπερτασικά διαφορετικού τύπου (π.χ. αγγειοδιασταλτικά ή β-αναστολείς).
Κατασταλτικά του ΚΝΣ: Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να ενισχύσουν τις επιδράσεις των οινοπνευματωδών και άλλων κεντρικών κατασταλτικών ουσιών (π.χ. βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες ή γενικά αναισθητικά).
Συμπαθομιμητικά φάρμακα: Το Anafranil μπορεί να ενισχύσει τις καρδιαγγειακές επιδράσεις των συμπαθομιμητικών όπως της αδρεναλίνης, νοραδρεναλίνης, ισοπρεναλίνης, εφεδρίνης και φαινυλεφρίνης (π.χ. τοπικά αναισθητικά).
Αντιπηκτικά Μερικά τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να ενισχύσουν το αντιπηκτικό αποτέλεσμα των κουμαρινικών αντιπηκτικών φαρμάκων, όπως η βαρφαρίνη, και αυτό μπορεί να γίνει μέσω αναστολής του μεταβολισμού τους (CYP2C9). Δεν υπάρχει απόδειξη για την ικανότητα της κλομιπραμίνης να αναστέλλει το μεταβολισμό των κουμαρινικών αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη αλλά παρόλα αυτά συνιστάται η προσεκτική μέτρηση του χρόνου προθρομβίνης του πλάσματος για αυτή την κατηγορία των φαρμάκων.
Η κλομιπραμίνη είναι επίσης τόσο in vitro (Κ i = 2.2 μΜ) όσο και in vivo αναστολέας της δραστηριότητας του CYP2D6 και επομένως, μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις σε συγχορηγούμενες ουσίες, οι οποίες πρωτογενώς μεταβολίζονται εκτενώς από το CYP2D6.
Φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν αύξηξη των επιπέδων της κλομιπραμίνης στο πλάσμα ή φάρμακα που προκαλούν επιμήκυνση του QT διαστήματος Σε περίπτωση όπου το ANAFRANIL συγχορηγείται με άλλα φάρμακα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν επιμήκυνση του QT διαστήματος, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος πρόκλησης επιμήκυνσης και του Torsade de Pointes. Για το λόγο αυτό η σύγχρονη χρήση τέτοιων παραγόντων με το ANAFRANIL δεν συνιστάται (βλέπε λήμμα 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις). Παραδείγματα τέτοιων παραγόντων περιλαμβάνουν ορισμένα αντιαρρυθμικά όπως αυτά που ανήκουν στη κατηγορία 1Α (κινδίνη, δισοπυραμίδη και προκαϊναμίδη) και στη κατηγορία ΙΙΙ (όπως αμιοδαρόνη και σοταλολόλη), τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (όπως αμιτρυπτιλίνη), ορισμένα τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά (όπως μαπροτιλίνη) ορισμένα αντιψυχωσικά φάρμακα (όπως οι φαινοθειαζίνες και η πιμοζίδη) ορισμένα αντιϊσταμινικά (όπως τερφεναδίνη), λίθιο, κινίνη και πενταμιδίνη. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος επιμήκυνσης του QT διαστήματος και του Torsade de Pointes σε περίπτωση που το ANAFRANIL με φάρμακα τα οποία προκαλούν αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα. Το ANAFRANIL μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα CYP2D6. Για το λόγο αυτό η συγκέντρωση του ANAFRANIL στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί κατά τη παρουσία φαρμάκων που λειτουργούν ως υπόστρωμα ή αναστολείς αυτού του ισοενζύμου. Για το λόγο αυτό η σύγχρονη χρήση τέτοιων φαρμάκων με το ANAFRANIL δεν συνιστάται (βλέπε λήμμα 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις). Παραδείγματα φαρμάκων τα οποία λειτουργούν ως υπόστρωμα ή αναστολείς του CYP2D6 περιλαμβάνουν αντιαρρυθμικά, ορισμένα αντικαταθλιπτικά περιλαμβανομένων των SSRIs, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και μοκλοβεμίδη, ορισμένα αντιψυχωσικά, β- αποκλειστές, αναστολείς της πρωτεάσης, οπιούχα, έκσταση (MDMA), σιμετιδίνη και τερβιναφίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές και εξαφανίζονται ενώ συνεχίζεται η θεραπεία ή με μείωση της δοσολογίας. Δε συσχετίζονται πάντα με τα επίπεδα του φαρμάκου στο πλάσμα ή με τη δόση. Συχνά είναι δύσκολος ο διαχωρισμός ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών από τα συμπτώματα της κατάθλιψης όπως κόπωση, διαταραχές ύπνου, διέγερση, ανησυχία, άγχος, δυσκοιλιότητα και ξηροστομία.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι: κόπωση, διαταραχές ύπνου, ανησυχία, άγχος, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία, ναυτία, δυσπεψία, ανορεξία, αλλαγές libido, αδυναμία εκσπερμάτωσης, ανικανότητα, αυξημένη όρεξη, αύξηση βάρους, μεταβολές όρασης.
Εάν συμβούν σοβαρές νευρολογικές ή ψυχιατρικές αντιδράσεις, το Anafranil πρέπει να διακοπεί.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται σύμφωνα με τη συχνότητά τους, και οι συχνότερες αναφέρονται πρώτες, χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο πρότυπο κανόνα: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), συμπεριλαμβανονοντας μεμονωμένες αναφορές. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω βασίζονται στα αποτελέσματα κλινικών μελετών και σε αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
- Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες: λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτοπενία, ηωσινοφιλία
- Καρδιακές διαταραχές Συχνές: κολπική ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ορθοστατική υπόταση, κλινικά ασήμαντες μεταβολές του ΗΚΓ (π.χ. μεταβολές των επαρμάτων ST και T) σε ασθενείς με φυσιολογική καρδιολογική κατάσταση. Όχι συχνές: αρρυθμίες, αυξημένη αρτηριακή πίεση Πολύ σπάνιες: διαταραχές αγωγιμότητας του μυοκαρδίου (π.χ. διεύρυνση του συμπλέγματος QRS, επιμήκυνση του διαστήματος QTc, μεταβολές του PQ, σκελικός αποκλεισμός, Torsade de Pointes (ιδιαίτερα σε ασθενείς με υποκαλιαιμία)
- Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Συχνές: Εμβοές
- Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Πολύ σπάνιες: SIADH (σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης).
- Οφθαλμικές διαταραχές Πολύ συχνές: Διαταραχή της προσαρμογής, θολή όραση Συχνές: Μυδρίαση Πολύ σπάνιες: Γλαύκωμα
- Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ Συχνές: ναυτία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα Συχνές: έμετος, κοιλιακές διαταραχές, διάρροια
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές: Κόπωση Πολύ σπάνιες: Οίδημα (τοπικό ή γενικευμένο), αλωπεκία, υπερπυρεξία
- Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Πολύ σπάνιες: Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτικές και /αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, περιλαμβανόμενης της υπότασης.
- Παρακλινικές εξετάσεις Πολύ συχνές: Αύξηση βάρους Συχνές: Αυξημένες τρανσαμινάσες. Πολύ σπάνιες: Μη φυσιολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα Μη Γνωστές: αυξημένα επίπεδα προλακτίνης στο αίμα
- Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές: Αυξημένη όρεξη Συχνές: Μειωμένη όρεξη
- Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές: Μυϊκή αδυναμία Μη γνωστές: Ραβδομυόλυση (ως επιπλοκή κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου)
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές: Ζάλη, τρόμος κεφαλαλγία, μυόκλωνος, υπνηλία Συχνές: διαταραχές λόγου, παραισθησίες, μυϊκή υπερτονία, δυσγευσία, διαταραχή μνήμης, διαταραχή στην προσοχή. Όχι συχνές: Σπασμοί, αταξία Πολύ σπάνιες: Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο Μη γνωστές: Σύνδρομο σεροτονίνης, εξωπυραμιδικά συμπτώματα (περιλαμβανομένων ακαθισίας και όψιμης δυσκινησίας).
- Ψυχιατρικές διαταραχές Πολύ Συχνές: Ανησυχία. Συχνές: Συγχυτική κατάσταση, αποπροσανατολισμός, ψευδαισθήσεις (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς και ασθενείς με νόσο του Parkinson), άγχος, διέγερση, διαταραχές ύπνου, μανία, υπομανία, επιθετικότητα, αποπροσωποποίηση, επιδείνωση της κατάθλιψης, αϋπνία, εφιάλτες, παραλήρημα. Όχι συχνές: ενεργοποίηση ψυχωσικών συμπτωμάτων Μη γνωστές: Αυτοκτονικός ιδεασμός, αυτοκτονική συμπεριφορά. Περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικών συμπεριφορών έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με clomipramine ή λίγο μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ συχνές: Διαταραχή της ούρησης Πολύ σπάνιες: Κατακράτηση ούρων
- Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Πολύ συχνές: Διαταραχή της γενετήσιας ορμής, στυτική δυσλειτουργία Συχνές: Γαλακτόρροια, διόγκωση μαστού
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Συχνές: Χασμουρητό Πολύ σπάνιες; Κυψελιδίτιδα αλλεργική (πνευμονίτιδα) με ή χωρίς ηωσινοφιλία
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές: Εφίδρωση Συχνές: Αλλεργική δερματίτιδα (δερματικό εξάνθημα, κνίδωση), αντίδραση φωτοευαισθησίας, κνησμός Πολύ σπάνιες: Πορφύρα
- Αγγειακές διαταραχές Συχνές: Εξάψεις
Συμπτώματα διακοπής της θεραπείας Τα ακόλουθα συμπτώματα παρατηρούνται συχνά μετά από την απότομη διακοπή ή μείωση της δόσης του φαρμάκου: ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, αϋπνία, κεφαλαλγία, νευρικότητα, και άγχος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Kατάγματα οστών Επιδημιολογικές μελέτες, οι οποίες διενεργήθηκαν κυρίως σε ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω, έδειξαν αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων των οστών σε ασθενείς υπό αγωγή με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Ο μηχανισμός που διέπει αυτόν τον κίνδυνο παραμένει άγνωστος.
Ηλικιωμένοι ασθενείς Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις αντιχολινεργικές, νευρολογικές, ψυχιατρικές ή καρδιαγγειακές επιδράσεις. Η ικανότητά τους να μεταβολίζουν και να αποβάλουν τα φάρμακα πιθανόν να έχει μειωθεί, με αποτέλεσμα κίνδυνο αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα σε θεραπευτικές δόσεις.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR- 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από την χρήση του Anafranil σε έγκυες γυναίκες που δείχνουν πιθανή βλάβη στο έμβρυο ή πρόκληση συγγενούς δυσπλασίας. Το Anafranil πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο αν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο.
Νεογνά μητέρων, που είχαν λάβει τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μέχρι τον τοκετό, εμφάνισαν στερητικά συμπτώματα, όπως δύσπνοια, λήθαργο, κολικό, ευερεθιστότητα, υπόταση ή υπέρταση και τρόμο/σπασμούς κατά τις πρώτες λίγες ώρες ή ημέρες. Για να αποφευχθούν τέτοια συμπτώματα, το Anafranil πρέπει, εάν είναι δυνατόν, να διακοπεί σταδιακά τουλάχιστον 7 εβδομάδες πριν από την υπολογισμένη ημερομηνία τοκετού.
Γαλουχία
Επειδή η δραστική ουσία περνά στο μητρικό γάλα, το Αnafranil πρέπει να διακόπτεται σταδιακά ή να απογαλακτίζεται το βρέφος, εάν η ασθενής θηλάζει.
Γονιμότητα
Σε επίμυες που εκτέθηκαν σε δόσεις έως 24 mg/kg δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στην αναπαραγωγική ικανότητα, συμπεριλαμβανομένης της ανδρικής και της γυναικείας γονιμότητας. Δεν διαπιστώθηκε τερατογόνος δράση σε μύες, επίμυες και κονίκλους που εκτέθηκαν σε δόσεις έως 100, 50 και 60 mg/kg αντίστοιχα (βλέπε παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
Δεν έχει παρατηρηθεί αλληλεπίδραση ανάμεσα στην χρόνια χρήση των από του στόματος αντισυλληπτικών (15 ή 30 μικρογραμμάρια αιθινυλοιστραδιόλης ημερησίως) και του Anafranil (25 mg ημερησίως) (βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπιδράσεις).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα Τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό. Αναστολέας της επαναπρόσληψης νοραδρεναλίνης και εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (μη εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της μονοαμίνης), κωδικός ATC: Ν06Α Α04.
Μηχανισμός δράσης Η θεραπευτική δράση του Anafranil πιστεύεται ότι βασίζεται στην ικανότητά του να αναστέλλει την επαναπρόσληψη στους νευρώνες της νοραδρεναλίνης (NA) και της σεροτονίνης (5-HT), που απελευθερώνονται στο συναπτικό χάσμα. Η πιο σημαντική από αυτές τις δραστηριότητες είναι η αναστολή επαναπρόσληψης της σεροτονίνης.
Το Anafranil έχει επίσης ένα ευρύ φαρμακολογικό φάσμα δράσης, που περιλαμβάνει α -αδρενολυτικές, αντιχολινεργικές, αντιισταμινικές και αντισεροτονεργικές (αποκλεισμός του 5- HT υποδοχέα) ιδιότητες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Το Anafranil ενεργεί στο καταθλιπτικό σύνδρομο σαν σύνολο, περιλαμβανόμενων ιδιαίτερα τυπικών χαρακτηριστικών, όπως ψυχοκινητική επιβράδυνση, καταθλιπτική διάθεση και άγχος. Γίνεται έναρξη της κλινικής ανταπόκρισης συνήθως μετά από 2 - 3 εβδομάδες αγωγής.
Το Anafranil ασκεί επίσης ειδική δράση στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, χαρακτηριστική από τις αντικαταθλιπτικές δράσεις του.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ANAFRANIL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση, η κλομιπραμίνη απορροφάται πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της αναλλοίωτης κλομιπραμίνης μειώνεται περίπου στο 50% μετά από μεταβολισμό πρώτης-διόδου στο ήπαρ προς τον δραστικό μεταβολίτη Ν-desmethylclomipramine. Μετά από εφάπαξ χορήγηση 25 mg με τη μορφή επικαλυμμένου δισκίου και 75 mg με τη μορφή δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης, η μέση μέγιστη συγκέντρωση κλομιπραμίνης στο πλάσμα (Cmax) ήταν 63,37 ± 12,71 ng/mL (Tmax 4,83 ± 0,39 ώρες) και 32,55 ± 8,10 (Tmax 9,00 ± 1,81 ώρες), αντίστοιχα. Η δόση των 75 mg την ημέρα, που χορηγείται είτε σαν επικαλυμμένα δισκία των 25 mg 3 φορές την ημέρα ή σαν δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 75 mg μία φορά την ημέρα, επιφέρει συγκεντρώσεις στη σταθερή κατάσταση στο πλάσμα, που κυμαίνονται από περίπου 20 έως 175 ng/mL. Οι συγκεντρώσεις στη σταθερή κατάσταση στο πλάσμα του δραστικού μεταβολίτη Ν-desmethylclomipramine ακολουθούν ένα παρόμοιο σχήμα. Όμως σε δόση 75 mg Anafranil την ημέρα, τα επίπεδα του μεταβολίτη είναι 40 - 85% υψηλότερα από εκείνα της κλομιπραμίνης.
Κατανομή Η κλομιπραμίνη συνδέεται κατά 97.6% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η κλομιπραμίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα με φαινόμενο όγκο κατανομής περίπου 12 έως 17 L/kg σωματικού βάρους. Οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι περίπου το 2% των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Η κλομιπραμίνη περνά στο μητρικό γάλα σε συγκεντρώσεις όμοιες με αυτές του πλάσματος και διαπερνά τον πλακούντα.
Βιομετασχηματισμός Η κύρια οδός μεταβολισμού της κλομιπραμίνης είναι η απομεθυλίωσή της προς τον ενεργό μεταβολίτη Ν- desmethylclomipramine. Η Ν-desmethylclomipramine μπορεί να σχηματιστεί από διάφορα ένζυμα Ρ450, από αρχικό CYP3Α4, CYP2C19 και CYP1Α2. Η κλομιπραμίνη και η Ν- desmethylclomipramine υδροξυλιώνονται σε 8-υδροξυκλομιπραμίνη ή 8-υδροξυ-Ν-desmethylclomipramine. Η κλομιπραμίνη υδροξυλιώνεται επίσης σε δύο θέσεις και η Ν- desmethylclomipramine μπορεί επιπλέον να απομεθυλιωθεί για να σχηματιστεί η didesmethylclomipramine. Οι 2- και 8- υδροξυ μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα ως γλυκονουρίδια. Η απέκκριση των δραστικών συστατικών κλομιπραμίνης και Ν-desmethylclomipramine μέσω σχηματισμού των 2- και 8- υδροξυ κλομιπραμίνης καταλύεται από το CYP2D6.
Αποβολή Η κλομιπραμίνη αποβάλλεται από το αίμα με μέσο χρόνο ημιζωής 21 ώρες (φάσμα: 12 - 36 ώρες) και η Ν- desmethylclomipramine με μέση ημιζωή 36 ώρες. Περίπου τα δύο τρίτα μιας εφάπαξ δόσης κλομιπραμίνης απεκκρίνονται σε μορφή υδατοδιαλυτών συζευγμένων μεταβολιτών στα ούρα και περίπου το ένα τρίτο στα κόπρανα. Η ποσότητα της αμετάβλητης κλομιπραμίνης και της Ν- desmethylclomipramine που απεκκρίνεται στα ούρα είναι περίπου 2% και 0.5% της δόσης που χορηγήθηκε, αντίστοιχα.
Επίδραση της τροφής Η λήψη τροφής δεν επηρεάζει σημαντικά την φαρμακοκινητική της κλομιπραμίνης. Μια μικρή καθυστέρηση στην έναρξη της απορρόφησης μπορεί να παρατηρηθεί κατά την χορήγηση του Anafranil με τροφή.
Γραμμικότητα της δοσολογίας Το φάρμακο εμφανίζει δοσοεξαρτώνη φαρμακοκινητική σε εύρος δόσεων από 25 έως 150 mg.
Επίδραση της ηλικίας Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η κλομιπραμίνη εμφανίζει σχετικά χαμηλή κάθαρση συγκριτικά με νεώτερους ενήλικες ασθενείς. Έχει διαπιστωθεί ότι επιτυγχάνει σταθερή θεραπευτική κατάσταση με δόσεις χαμηλότερες από αυτές που αναφέρονται σε μεσήλικες ασθενείς. Η κλομιπραμίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν ειδικές αναφορές που να περιγράφουν την φαρμακοκινητική του φαρμάκου σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Αν και το φάρμακο αποβάλλεται υπό μορφή ανενεργών μεταβολιτών στα ούρα και στα κόπρανα, η συσσώρευση ανενεργών μεταβολιτών μπορεί ακολούθως να προκαλέσει συσσώρευση του μητρικού φαρμάκου και του ενεργού μεταβολίτη του. Σε μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, συνιστάται παρακολούθηση του ασθενούς κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηπατική δυσλειτουργία Η κλομιπραμίνη μεταβολίζεται ευρέως στο ήπαρ από τα CYP2D6, CYP3A4, CYP2C19 και CYP1A2, η ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να επηρεάσει την φαρμακοκινητική της. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, η κλομιπραμίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
Φυλετική / εθνοτική ευαισθησία Aν και δεν έχει μελετηθεί εκτενώς η επίδραση της φυλετικής και εθνοτικής ευαισθησίας στη φαρμακοκινητική της κλομιπραμίνης, ο μεταβολισμός της κλομιπραμίνης και του ενεργού μεταβολίτη της ρυθμίζεται από γενετικούς παράγοντες που συνεπάγονται πτωχό ή εκτεταμένο μεταβολισμό του φαρμάκου και του μεταβολίτη του. Ο μεταβολισμός της κλομιπραμίνης σε Καυκάσιους πιθανώς να μην ομοιάζει με αυτόν σε Ασιάτες, ιδιαίτερα Ιάπωνες και Κινέζους, εξαιτίας των σημαντικών διαφορών στο μεταβολισμό της κλομιπραμίνης που υφίστανται ανάμεσα σε αυτές τις δύο εθνοτικές ομάδες.
Φαρμακοτεχνική μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης Η παρατεταμένη αποδέσμευση της κλομιπραμίνης από τη φαρμακοτεχνική μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης του Anafranil παρέχει ομαλότερο φαρμακοκινητικό προφίλ διατηρώντας θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επί 24 ώρες. Οι μέγιστες μέσες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 9 ωρών μετά τη λήψη της δόσης. Μετά από χορήγηση 75 mg κλομιπραμίνης σε μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης, η παρατηρούμενη Cmax είναι μισή της μέγιστης συγκέντρωσης που επιτυγχάνεται μετά από χορήγηση δισκίων 25 mg τρείς φορές ημερησίως. Ωστόσο, η συνολική έκθεση παραμένει αμετάβλητη. Μετά από πολλαπλές χορηγήσεις της μορφής παρατεταμένης απελευθέρωσης, τα επίπεδα Cmin και Cmax που επιτυγχάνονται στη σταθερή κατάσταση είναι εντός του θεραπευτικού εύρους. Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι βιοϊσοδύναμα με τα επικαλυμμένα δισκία και τα καψάκια.
Κλινικές μελέτες Δεν έχουν διεξαχθεί πρόσφατες κλινικές μελέτες με το Anafranil.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η κλομιπραμίνη είναι ένας ισχυρός, αλλά όχι απόλυτα εκλεκτικός, αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SRI), καθώς ο ενεργός κύριος μεταβολίτης δεσμιθύλκλομιπραμίνη δρα προτιμησιακά ως αναστολέας επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης. Έχει παρατηρηθεί αποκλεισμός α1-υποδοχέων και μείωση της ευαισθησίας β-υποδοχέων (down-regulation), οι οποίοι πιθανότατα διαδραματίζουν ρόλο στις βραχυπρόθεσμες επιδράσεις της κλομιπραμίνης. Ένας αποκλεισμός των διαύλων νατρίου και των NDMA-υποδοχέων, όπως και με άλλα τρικυκλικά, μπορεί να εξηγεί τη δράση της στη χρόνια νόσο, ιδιαίτερα στον νευροπαθητικό τύπο.
Η φαρμακολογία της κλομιπραμίνης είναι πολύπλοκη και από πολλές απόψεις μοιάζει με αυτήν άλλων αντικαταθλιπτικών, ιδίως εκείνων των ουσιών (π.χ., εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, τραζοδόνη) που κυρίως ενισχύουν τις φαρμακολογικές επιδράσεις της σεροτονίνης (5-HT). Παρόλο που η κύρια φαρμακολογική δράση της κλομιπραμίνης in vitro είναι η εκλεκτική αναστολή της επαναπρόσληψης σεροτονίνης, in vivo η φαρμακολογική δραστηριότητα του φαρμάκου δεν είναι τόσο εκλεκτική λόγω της δράσης του δεσμεθυλιωμένου μεταβολίτη του, της δεσμεθυλκλομιπραμίνης, ως αναστολέα επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης. Ως αποτέλεσμα αυτών και άλλων επιδράσεων, η κλομιπραμίνη μοιράζεται επίσης το φαρμακολογικό προφίλ άλλων τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης που είναι υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητα της κλομιπραμίνης στη θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής παραμένει ασαφής. Ωστόσο, λόγω της έντονης ισχύος της στην αναστολή της επαναπρόσληψης σεροτονίνης στην προσυναπτική νευρωνική μεμβράνη και της αποτελεσματικότητάς της στη θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, έχει αναπτυχθεί μια υπόθεση σεροτονίνης για την εξήγηση της παθογένεσης της κατάστασης. Η υπόθεση υποδηλώνει ότι η δυσλειτουργία της σεροτονίνης είναι υπεύθυνη για την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και ότι η κλομιπραμίνη είναι αποτελεσματική επειδή διορθώνει αυτήν την ανισορροπία.
Η κλομιπραμίνη και ο κύριος μεταβολίτης της, η δεσμιθύλκλομιπραμίνη, έχουν αποδειχθεί ότι αναστέλλουν την επαναπρόσληψη σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης, αντίστοιχα, στην προσυναπτική νευρωνική μεμβράνη. Οι επιδράσεις της σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης ενδέχεται έτσι να ενισχύονται. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι η τροποποίηση των μετασυναπτικών υποδοχέων είναι κυρίως υπεύθυνη για την αντικαταθλιπτική δράση που παρατηρείται κατά τη μακροχρόνια χορήγηση αντικαταθλιπτικών παραγόντων. Κατά τη μακροχρόνια θεραπεία με τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά (π.χ., τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναστολείς μονοαμινοξειδάσης [ΜΑΟ]), αυτές οι προσαρμοστικές αλλαγές γενικά συνίστανται σε υποευαισθησία του συστήματος αδενυλικής κυκλάσης νορεπινεφρίνης σε συνδυασμό με μείωση του αριθμού των β-αδρενεργικών υποδοχέων· τέτοιες επιδράσεις στη λειτουργία των νορεπινεφρινικών υποδοχέων αναφέρονται συνήθως ως “down-regulation”. Επιπλέον, ορισμένα αντικαταθλιπτικά αναφέρουν ότι μειώνουν τον αριθμό των θέσεων πρόσδεσης 5-HT μετά από χρόνια χορήγηση.
Ο κύριος μεταβολίτης της κλομιπραμίνης, η δεσμιθύλκλομιπραμίνη, είναι αναστολέας της επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης. Η κλομιπραμίνη μειώνει τη συγκέντρωση της 3-μεθοξυ-4-υδροξυφαινυλογλυκόλης (MHPG), ενός μεταβολίτη της νορεπινεφρίνης, στο ΕΝΥ σε ασθενείς με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Ασθενείς με καταθλιπτικές διαταραχές διάθεσης (π.χ., μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο) παρουσιάζουν επίσης μειώσεις στις συγκεντρώσεις 5-HIAA και MHPG στο ΕΝΥ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κλομιπραμίνη. Η μείωση της συγκέντρωσης του 5-HIAA στο ΕΝΥ συσχετίστηκε με την αναστολή της in vitro πρόσληψης 3H-σεροτονίνης στο πλάσμα. Η αλλαγή στη συγκέντρωση του MHPG στο ΕΝΥ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κλομιπραμίνη συσχετίστηκε με βελτίωση της κατάθλιψης.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρης) για την Κλομιπραμίνη (10 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 50% από του στόματος λόγω εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου. Η βιοδιαθεσιμότητα δεν επηρεάζεται από την τροφή. Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρατηρήθηκαν 2-6 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 50 mg. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα κυμάνθηκε από 56 ng/mL έως 154 mg/mL (μέσος όρος, 92 ng/mL). Υπάρχουν μεγάλες δια-ατομικές διαφορές στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα, εν μέρει λόγω γενετικών διαφορών στο μεταβολισμό της κλομιπραμίνης. Κατά μέσο όρο, επιτυγχάνονται σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάμα εντός 1-2 εβδομάδων μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις. Το κάπνισμα φαίνεται να μειώνει τη συγκέντρωση σταθερής κατάστασης της κλομιπραμίνης στο πλάσμα, αλλά όχι του ενεργού μεταβολίτη της δεσμιθύλκλομιπραμίνης.
Ουρικό (51-60%) και κόπρανα μέσω χολικής απέκκρισης (24-32%).
~ 17 L/kg (εύρος: 9-25 L/kg). Η κλομιπραμίνη μπορεί να διανεμηθεί στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, τον εγκέφαλο και στο μητρικό γάλα.
Η κλομιπραμίνη υδροχλωρική φαίνεται να απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, ο εκτεταμένος μεταβολισμός πρώτης διόδου μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητά της από του στόματος σε περίπου 50%. Οι από του στόματος κάψουλες και το διάλυμα κλομιπραμίνης υδροχλωρικής αναφέρονται ως βιοϊσοδύναμα. Η τροφή φαίνεται να μην επηρεάζει σημαντικά τη βιοδιαθεσιμότητα της κλομιπραμίνης από τις κάψουλες.
Σε μια αναφορά περίπτωσης, μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις κλομιπραμίνης στο πλάσμα ενός βρέφους του οποίου η μητέρα λάμβανε κλομιπραμίνη υδροχλωρική 125 mg ημερησίως κατά τη διάρκεια της κύησης. … Μετά την πρώτη εβδομάδα μετά τον τοκετό, η δόση κλομιπραμίνης υδροχλωρικής της μητέρας αυξήθηκε σε 150 mg ημερησίως και η συγκέντρωση κλομιπραμίνης στο γάλα ήταν 80-160% της ταυτόχρονης συγκέντρωσης κλομιπραμίνης στο πλάμα σε σταθερή κατάσταση. …
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις κλομιπραμίνης στο πλάσμα περίπου 56-154 ng/mL (μέσος όρος: 92 ng/mL) συνήθως παρατηρούνται εντός 2-6 ωρών (μέσος όρος: 4,7 ώρες) μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 50 mg κλομιπραμίνης υδροχλωρικής. Όπως και άλλα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, η κλομιπραμίνη παρουσιάζει σημαντική δια-ατομική μεταβλητότητα στις συγκεντρώσεις του πλάσματος που επιτυγχάνονται με μια δεδομένη δόση, οφειλόμενη, τουλάχιστον εν μέρει, σε γενετικές διαφορές στο μεταβολισμό του φαρμάκου.
Μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις κλομιπραμίνης, οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της φαρμακευτικής ουσίας στο πλάσμα γενικά επιτυγχάνονται εντός περίπου 1-2 εβδομάδων. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της δεσμιθύλκλομιπραμίνης (του κύριου μεταβολίτη) στο πλάμα μπορεί να επιτευχθούν περίπου την ίδια χρονική στιγμή με τις συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της κλομιπραμίνης στο πλάμα ή αργότερα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις στις συγκεντρώσεις δεσμιθύλκλομιπραμίνης στο πλάμα κατά τη διάρκεια 4-6 εβδομάδων χορήγησης σταθερής δόσης κλομιπραμίνης υδροχλωρικής. Οι συγκεντρώσεις δεσμιθύλκλομιπραμίνης στο πλάμα γενικά υπερβαίνουν εκείνες της μητρικής ουσίας μετά από πολλαπλή ημερήσια χορήγηση κλομιπραμίνης υδροχλωρικής.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρης) για την Κλομιπραμίνη (13 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης είναι η δεσμιθύλκλομιπραμίνη, η οποία σχηματίζεται με N-δεσμεθυλίωση της κλομιπραμίνης μέσω CYP2C19, 3A4 και 1A2. Παράγονται επίσης άλλοι μεταβολίτες και τα συζεύγη τους με γλυκουρονικό οξύ. Άλλοι μεταβολίτες της κλομιπραμίνης περιλαμβάνουν την 8-υδροξυκλομιπραμίνη που σχηματίζεται μέσω 8-υδροξυλίωσης, την 2-υδροξυκλομιπραμίνη που σχηματίζεται μέσω 2-υδροξυλίωσης και το οξείδιο της κλομιπραμίνης N-οξείδιο που σχηματίζεται μέσω N-οξείδωσης. Η δεσμιθύλκλομιπραμίνη μεταβολίζεται περαιτέρω σε 8-υδροξυδεσμιθύλκλομιπραμίνη και δι-δεσμιθύλκλομιπραμίνη, οι οποίες σχηματίζονται μέσω 8-υδροξυλίωσης και N-δεσμεθυλίωσης, αντίστοιχα. Η 8-υδροξυκλομιπραμίνη και η 8-υδροξυδεσμιθύλκλομιπραμίνη είναι φαρμακολογικά ενεργές· ωστόσο, η κλινική τους σημασία παραμένει άγνωστη.
Η ακριβής μεταβολική πορεία της κλομιπραμίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Η κλομιπραμίνη φαίνεται να μεταβολίζεται εκτενώς σε δεσμιθύλκλομιπραμίνη και άλλους μεταβολίτες και τα συζεύγη τους με γλυκουρονικό οξύ. Η δεσμιθύλκλομιπραμίνη, ο κύριος μεταβολίτης, σχηματίζεται με N-δεσμεθυλίωση της κλομιπραμίνης. Άλλοι μεταβολίτες της κλομιπραμίνης περιλαμβάνουν την 8-υδροξυκλομιπραμίνη, την 2-υδροξυκλομιπραμίνη και το οξείδιο της κλομιπραμίνης N, τα οποία φαίνεται να σχηματίζονται μέσω 8-υδροξυλίωσης, 2-υδροξυλίωσης και N-οξείδωσης, αντίστοιχα. Οι μεταβολίτες της δεσμιθύλκλομιπραμίνης περιλαμβάνουν την 8-υδροξυδεσμιθύλκλομιπραμίνη και τη δι-δεσμιθύλκλομιπραμίνη, οι οποίες εμφανώς σχηματίζονται μέσω 8-υδροξυλίωσης και N-δεσμεθυλίωσης, αντίστοιχα. Παρόλο που η δεσμιθύλκλομιπραμίνη είναι φαρμακολογικά ενεργή, η αποτελεσματικότητά της στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή δεν είναι γνωστή. Η 8-υδροξυκλομιπραμίνη και η 8-υδροξυδεσμιθύλκλομιπραμίνη είναι επίσης φαρμακολογικά ενεργές, αλλά η κλινική σημασία της παρουσίας τους παραμένει άγνωστη.
Η υδροξυλίωση της κλομιπραμίνης και της δεσμιθύλκλομιπραμίνης φαίνεται να ελέγχεται γενετικά (παρόμοια με αυτήν της δεβρισοκίνης και σπαρτεΐνης). Σε υγιείς ενήλικες που τυποποιήθηκαν για υδροξυλίωση δεβρισοκίνης, οι εκτενείς μεταβολιστές διακρίνονταν από τους ασθενείς μεταβολιστές ως προς την έκταση της υδροξυλίωσης της δεσμιθύλκλομιπραμίνης. Οι συγκεντρώσεις δεσμιθύλκλομιπραμίνης στο αίμα ήταν υψηλότερες από τις αναμενόμενες σε περιορισμένο αριθμό ασθενών που αργότερα βρέθηκαν να είναι ασθενείς μεταβολιστές. Περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η CYP2D6, ένα ισόμορφο κυτοχρώματος P-450 που εμπλέκεται στον πολυμορφισμό οξείδωσης σπαρτεΐνης/δεβρισοκίνης, εμπλέκεται στην 8-υδροξυλίωση της κλομιπραμίνης και της δεσμιθύλκλομιπραμίνης και στην 2-υδροξυλίωση της κλομιπραμίνης. Επιπλέον, η δεσμεθυλίωση της κλομιπραμίνης μπορεί να περιλαμβάνει την CYP2C, η οποία εμπλέκεται στον πολυμορφισμό οξείδωσης S-μεφενυτοΐνης, και την CYP1A2.
Η πορεία της κλομιπραμίνης (CMI) και του κύριου δεσμεθυλιωμένου μεταβολίτη της, της δεσμιθύλκλομιπραμίνης (DCMI), μελετήθηκε σε δύο στελέχη ποντικών Swiss (NMRI και CD1) μετά από ενδοπεριτοναϊκή ένεση. Μια μελέτη της κατανομής της μεταξύ διαφόρων ιστών έδειξε ότι η δέσμευση ήταν πιο έντονη στους πνεύμονες, το περινεφρικό λίπος και τα νεφρά, και μόνο μέτρια στον εγκέφαλο. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι και των δύο μορίων προσδιορίστηκαν στον εγκεφαλικό ιστό και στο πλάσμα. Η απορρόφηση ήταν ταχεία (tmax CMI = 14 λεπτά), ο μεταβολισμός άμεσος (tmax DCMI = 17 ή 18 λεπτά ανάλογα με τη φυλή) και η απέκκριση ταχεία τόσο από το πλάσμα όσο και από τον εγκεφαλικό ιστό. Τα δύο πρώτα στάδια ήταν παρόμοια στα δύο στελέχη, αλλά η απέκκριση της CMI τόσο από το πλάσμα όσο και από τον εγκέφαλο ήταν ταχύτερη στα ποντίκια NMRI (plasma t1/2 = 53 λεπτά έναντι 165 λεπτών στα CD1). Και οι δύο τιμές ήταν πολύ κάτω από αυτές που αναφέρονται για τον άνθρωπο (μέσος όρος plasma t1/2 = 24 ώρες). …
Η κλομιπραμίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 2-υδροξυ-κλομιπραμίνη, την N-Δεσμιθύλκλομιπραμίνη, την 10-υδροξυ-κλομιπραμίνη και την 8-υδροξυ-κλομιπραμίνη.
Μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Ο κύριος ενεργός μεταβολίτης είναι η δεσμιθύλκλομιπραμίνη, η οποία σχηματίζεται με N-δεσμεθυλίωση της κλομιπραμίνης μέσω CYP2C19, 3A4 και 1A2. Παράγονται επίσης άλλοι μεταβολίτες και τα συζεύγη τους με γλυκουρονικό οξύ. Άλλοι μεταβολίτες της κλομιπραμίνης περιλαμβάνουν την 8-υδροξυκλομιπραμίνη που σχηματίζεται μέσω 8-υδροξυλίωσης, την 2-υδροξυκλομιπραμίνη που σχηματίζεται μέσω 2-υδροξυλίωσης και το οξείδιο της κλομιπραμίνης N-οξείδιο που σχηματίζεται μέσω N-οξείδωσης. Η δεσμιθύλκλομιπραμίνη μεταβολίζεται περαιτέρω σε 8-υδροξυδεσμιθύλκλομιπραμίνη και δι-δεσμιθύλκλομιπραμίνη, οι οποίες σχηματίζονται μέσω 8-υδροξυλίωσης και N-δεσμεθυλίωσης, αντίστοιχα. Η 8-υδροξυκλομιπραμίνη και η 8-υδροξυδεσμιθύλκλομιπραμίνη είναι φαρμακολογικά ενεργές· ωστόσο, η κλινική τους συμβολή παραμένει άγνωστη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 150 mg κλομιπραμίνης, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κλομιπραμίνης ήταν 32 ώρες (εύρος: 19-37 ώρες) και της δεσμιθύλκλομιπραμίνης ήταν 69 ώρες (εύρος: 54-77 ώρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μπορεί να ποικίλλει σημαντικά με διαφορετικές δόσεις λόγω κορεσμένων κινητικών (δηλ. μεταβολισμού).
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κλομιπραμίνης είναι κατά μέσο όρο περίπου 32 ώρες (εύρος: 19-37 ώρες) και της δεσμιθύλκλομιπραμίνης περίπου 69 ώρες (εύρος: 54-77 ώρες) μετά από μια εφάπαξ, 150 mg από του στόματος δόση του φαρμάκου.
Για τον προσδιορισμό της φαρμακοκινητικής της κλομιπραμίνης και του κύριου μεταβολίτη της (δεσμιθύλκλομιπραμίνη) στο πλάσμα σκύλων μετά από IV ή από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης. 6 αρσενικά και 6 θηλυκά Beagles. Η κλομιπραμίνη χορηγήθηκε IV (2 mg/kg), PO (4 mg/kg) αφού τα σκυλιά είχαν νηστέψει για 15 ώρες, και PO (4 mg/kg) εντός 25 λεπτών μετά την τροφή των σκύλων. … Για την κλομιπραμίνη, μετά από IV χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 5 ώρες …
/Ο στόχος αυτής της μελέτης ήταν/ ο προσδιορισμός της φαρμακοκινητικής της κλομιπραμίνης και του κύριου μεταβολίτη της (δεσμιθύλκλομιπραμίνη) στο πλάσμα σκύλων μετά από εφάπαξ δόση και επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις σε διάφορες δοσολογίες. … Η κλομιπραμίνη χορηγήθηκε από του στόματος σε δόση 1, 2 ή 4 mg/kg σε 3 αρσενικά και 3 θηλυκά σκυλιά, αρχικά ως εφάπαξ δόση και στη συνέχεια, μετά από διάστημα 14 ημερών, δύο φορές ημερησίως για 10 ημέρες. … Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αυξήθηκε ελαφρώς (1,6 φορές για την κλομιπραμίνη και 1,2 φορές για τη δεσμιθύλκλομιπραμίνη) με επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης, αλλά παρέμεινε βραχύς σε όλες τις ομάδες (< ή = 4 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που περιέχουν μια συντηγμένη τριπλής δακτυλίου δομή και χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της κατάθλιψης. Αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν την πρόσληψη νορεπινεφρίνης και σεροτονίνης στους αξονικούς ακραίους νευρώνες και μπορεί να αναστέλλουν ορισμένους υποτύπους υποδοχέων σεροτονίνης, αδρενεργικών και υποδοχέων ισταμίνης. Ωστόσο, ο μηχανισμός των αντικαταθλιπτικών τους επιδράσεων δεν είναι σαφής, διότι οι θεραπευτικές επιδράσεις συνήθως αναπτύσσονται εντός εβδομάδων και μπορεί να αντανακλούν αντισταθμιστικές αλλαγές στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης στον εγκέφαλο.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
NUV44L116D
CLOMIPRAMINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τρικυκλικό Αντικαταθλιπτικό
Η κλομιπραμίνη είναι ένα Τρικυκλικό Αντικαταθλιπτικό.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ουσίες που περιέχουν μια συντηγμένη τριπλής δακτυλίου δομή και χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της κατάθλιψης. Αυτά τα φάρμακα αναστέλλουν την πρόσληψη νορεπινεφρίνης και σεροτονίνης στους αξονικούς ακραίους νευρώνες και μπορεί να αναστέλλουν ορισμένους υποτύπους υποδοχέων σεροτονίνης, αδρενεργικών και υποδοχέων ισταμίνης. Ωστόσο, ο μηχανισμός των αντικαταθλιπτικών τους επιδράσεων δεν είναι σαφής, διότι οι θεραπευτικές επιδράσεις συνήθως αναπτύσσονται εντός εβδομάδων και μπορεί να αντανακλούν αντισταθμιστικές αλλαγές στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης στον εγκέφαλο.