Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 40 / VIAL | 7.06 € | |
| 40 / VIAL | 35.29 € | |
| 40 / VIAL | 7.06 € | |
| 40 / VIAL | 35.29 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
G89 Πόνος, που δεν ταξινομείται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μετεγχειρητικός πόνος
PYRIXIP — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια ή Ενδομυϊκά
- Χορήγηση: Κάθε 6 έως 12 ώρες για επαναλαμβανόμενες δόσεις
- Δόση έναρξης: 40 mg
-
ΕνήλικεςΔόση40 mgΜέγ. δόση80 mg/ημέραΑκολουθούμενη κάθε 6 έως 12 ώρες από 20 mg ή 40 mg όπως απαιτείται. Χρησιμοποιείται η βραχύτερη δυνατή διάρκεια και η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση.
-
Συγχορήγηση με οπιοειδή αναλγητικάΔοσολογία όπως αναφέρεται στην κύρια παράγραφο. Η παρεκοξίμπη χορηγείται σε σταθερά χρονικά διαστήματα, ενώ τα οπιοειδή χορηγούνται κατ’ επίκληση.
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Κατά κανόνα δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης.
-
Ηλικιωμένοι βάρους <50 kgΜέγ. δόση40 mgΗ θεραπεία αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh ≥10)Αντενδείκνυται.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 5-6)Κατά κανόνα δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 7-9)Μέγ. δόση40 mgΗ χορήγηση ξεκινάει με προσοχή και στο ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min) ή προδιάθεση για κατακράτηση υγρώνΔόση20 mgΞεκινάει με την χαμηλότερη συνιστώμενη δόση. Η λειτουργία των νεφρών του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται στενά.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min)Δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Δεν συνιστάται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ιστορικό προηγούμενης σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης οποιουδήποτε τύπου σε φάρμακο, ειδικότερα δερματικών αντιδράσεων, όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα
-
Γνωστή υπερευαισθησία στα σουλφοναμίδια
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική (ΓΕΣ) αιμορραγία
-
Βρογχόσπασμος, οξεία ρινίτιδα, ρινικοί πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της COX-2
-
Τρίτο τρίμηνο κύησης
-
Θηλασμός
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού < 25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥ 10)
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV)
-
Θεραπεία μετεγχειρητικού πόνου μετά από χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα (CABG)
-
Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Περιορισμένη εμπειρία χρήσηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα χρησιμοποιείται με προσοχή σε επεμβάσεις εκτός των μελετηθέντων
-
Οδοί χορήγησηςΝα μη χρησιμοποιούνται άλλες οδοί χορήγησης εκτός ΕΦ ή ΕΜ
-
Αύξηση δοσολογίαςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα παρακολουθούνται οι ασθενείς μετά την αύξηση της δοσολογίας και να εξετάζονται εναλλακτικές θεραπείες εάν δεν υπάρχει αύξηση της αποτελεσματικότητας
-
Διάρκεια θεραπείαςΠροσοχήΝα χρησιμοποιείται με προσοχή για θεραπεία πέρα των τριών ημερών λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας
-
Επιδείνωση λειτουργίας οργανικών συστημάτωνΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας
-
Καρδιαγγειακός και θρομβωτικός κίνδυνοςΝα λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος, ειδικά σε μακροχρόνια χορήγηση
-
Ασθενείς με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνουΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμαΝα αντιμετωπίζονται θεραπευτικά μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση
-
Επιδείνωση καρδιαγγειακών συμπτωμάτωνΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξεταστεί η διακοπή της θεραπείας
-
Έλλειψη αντιαιμοπεταλιακής δράσηςΟι αντιαιμοπεταλιακές θεραπείες δεν πρέπει να διακόπτονται
-
Συγχορήγηση με βαρφαρίνη και άλλα από του στόματος αντιπηκτικάΠροσοχήΝα δίνεται προσοχή
-
Ταυτόχρονη χρήση με άλλα ΜΣΑΦ (εκτός ακετυλοσαλικυλικού οξέος)ΠροσοχήΝα αποφεύγεται
-
Κάλυψη συμπτωμάτων λοίμωξηςΠροσοχήΠληθυσμόςΕγχειρισμένοι ασθενείςΝα δίνεται προσοχή στον έλεγχο της τομής για σημεία λοίμωξης
-
Γαστρεντερικές επιπλοκές (διατρήσεις, έλκη, αιμορραγίες)ΠροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς σε ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα ΜΣΑΦ/ασπιρίνη/γλυκοκορτικοειδή/SSRI/αλκοόλ, ασθενείς με ιστορικό ΓΕΣ νόσουΝα χορηγείται με προσοχή
-
Αυξημένος γαστρεντερικός κίνδυνος με ακετυλοσαλικυλικό οξύΝα λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (πολύμορφο ερύθημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, SJS, TEN, ΓΠΣΦΕ, DRESS)ΣοβαρόΝα παρακολουθούνται οι ασθενείς για δερματικές αντιδράσεις, να ενημερώνουν αμέσως τον ιατρό
-
Διακοπή λόγω δερματικών αντιδράσεωνΝα διακοπεί η παρεκοξίμπη με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή υπερευαισθησίας
-
Κίνδυνος δερματικών αντιδράσεων σε ασθενείς με αλλεργία στα σουλφοναμίδιαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργίας στα σουλφοναμίδιαΝα λαμβάνεται υπόψη ο μεγαλύτερος κίνδυνος
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, αγγειοοίδημα)ΣοβαρόΝα διακοπεί η παρεκοξίμπη με την πρώτη εμφάνιση σημείων υπερευαισθησίας
-
Σοβαρή υπότασηΣοβαρόΟ ιατρός να είναι προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη καρδιακή λειτουργία, προϋπάρχον οίδημα, προδιάθεση για κατακράτηση υγρών, σε θεραπεία με διουρητικά, κίνδυνο υποογκαιμίαςΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Επιδείνωση κατάστασης λόγω κατακράτησης υγρώνΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ληφθούν κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής της παρεκοξίμπης
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια / Επηρεασμένη νεφρική λειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, υπέρταση, διαταραγμένη καρδιακή/ηπατική λειτουργία, προδιάθεση για κατακράτηση υγρώνΝα χορηγείται με προσοχή
-
ΑφυδάτωσηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αφυδάτωσηΝα γίνεται πρώτα ενυδάτωση των ασθενών και μετά να αρχίζει η θεραπεία
-
Υπέρταση (νέα έναρξη ή επιδείνωση)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπέρτασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Να παρακολουθείται στενά η αρτηριακή πίεση και να εκτιμάται εναλλακτική θεραπεία εάν αυξηθεί σημαντικά
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child-Pugh 7-9)Να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Ταυτόχρονη χρήση με από του στόματος αντιπηκτικάΠροσοχήΝα λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικάπαρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος για αιμορραγικές επιπλοκές.ΣύστασηΗ αντιπηκτική θεραπεία και ο χρόνος προθρομβίνης INR πρέπει να παρακολουθούνται στενά, κυρίως τις πρώτες μέρες κατά την έναρξη ή τροποποίηση της δόσης της παρεκοξίμπης.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση ≤ 325 mg)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκών.ΣύστασηΜπορεί να χορηγείται, αλλά με αυξημένο κίνδυνο.
-
Δεν επηρεάζει τη φαρμακοδυναμική της ηπαρίνης.
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ), ανταγωνιστές της Αγγειοτενσίνης ΙΙ, β-αποκλειστές, διουρητικάπροσοχήΜείωση της δράσης τους. Σε ηλικιωμένους, με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο ή νεφρική δυσλειτουργία, μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας (αναστρέψιμες αντιδράσεις).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση να γίνεται με προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι και η νεφρική λειτουργία να παρακολουθείται κατά την έναρξη και περιοδικά.
-
παρακολούθησηΑύξηση της νεφροτοξικής δράσης.ΣύστασηΘα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.
-
παρακολούθησηΑύξηση της νεφροτοξικής δράσης.ΣύστασηΘα πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.
-
Οπιοειδή αναλγητικάΜείωση της ημερήσιας ανάγκης για κατ’ επίκληση χορήγηση οπιοειδών.
-
Φλουκοναζόλη (κυρίως αναστολέας του CYP2C9)προσοχήΑυξημένη έκθεση στο πλάσμα (AUC και Cmax) της βαλντεκοξίμπης (62% και 19%, αντίστοιχα).ΣύστασηΗ δόση της παρεκοξίμπης θα πρέπει να μειώνεται.
-
Κετοκοναζόλη (αναστολέας του CYP3Α4)Αυξημένη έκθεση στο πλάσμα (AUC και Cmax) της βαλντεκοξίμπης (38% και 24%, αντίστοιχα).ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ο μεταβολισμός της βαλντεκοξίμπης μπορεί να αυξάνει.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6, έχουν στενά θεραπευτικά περιθώρια (π.χ. φλεκαϊνίδη, προπαφαινόνη, μετοπρολόλη)προσοχήΤριπλάσια αύξηση στις συγκεντρώσεις πλάσματος της δεξτρομεθορφάνης (υπόστρωμα CYP2D6) - η βαλντεκοξίμπη είναι αναστολέας CYP2D6.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
προσοχήΗ βαλντεκοξίμπη μπορεί να είναι αναστολέας του CYP2C19 (π.χ. αύξηση έκθεσης ομεπραζόλης).ΣύστασηΠρέπει να δίδεται προσοχή.
-
προσοχήΜικρή ή καθόλου δράση στις συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης, αλλά ΜΣΑΦ ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα μεθοτρεξάτης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή και επαρκής παρακολούθηση της τοξικότητας που σχετίζεται με μεθοτρεξάτη.
-
παρακολούθησηΣημαντικές μειώσεις στην κάθαρση του λιθίου από τον ορό (25%) και από τους νεφρούς (30%), με υψηλότερη κατά 34% έκθεση στον ορό.ΣύστασηΗ συγκέντρωση του λιθίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη ή την αλλαγή της θεραπείας με παρεκοξίμπη.
-
Γλιβενκλαμίδη (υπόστρωμα CYP3A4)Δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική.
-
Προποφόλη (υπόστρωμα CYP2C9)Δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική.
-
Μιδαζολάμη (υπόστρωμα CYP3A4)Δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική. Δεν κλινικά σημαντική δράση στον ηπατικό ή εντερικό μεταβολισμό μέσω του CYP3A4 της από του στόματος χορηγούμενης μιδαζολάμης.
-
ΕΦ Φαιντανύλη (υπόστρωμα CYP3A4)Δεν σημαντική δράση στη φαρμακοκινητική.
-
ΕΦ Αλφαιντανύλη (υπόστρωμα CYP3A4)Δεν σημαντική δράση στη φαρμακοκινητική.
-
Υποξείδιο του αζώτουΚαμία ένδειξη φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης.
-
Καμία ένδειξη φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Φαρυγγίτιδα
- Μετεξακτική φατνιακή οστεΐτιδα (Συχνές)
- Μη φυσιολογική ορώδης παροχέτευση από τη στερνική τομή (Όχι συχνές)
- Λοίμωξη τραύματος (Όχι συχνές)
- Αναιμία
- Εκχύμωση
- Θρομβοπενία μετεγχειρητική (Σπάνιες)
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση (Όχι συχνές)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και του αγγειοοιδήματος) (Μη γνωστές)
- Υποκαλιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Ανορεξία (Σπάνιες)
- Διέγερση
- Αϋπνία
- Υπαισθησία
- Ζάλη
- Αγγειοεγκεφαλική διαταραχή (Όχι συχνές)
- Ωταλγία
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Βραδυκαρδία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Ταχυκαρδία
- Κυκλοφορική κατέρρειψη (Σπάνιες)
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Επιδεινωθείσα υπέρταση (Όχι συχνές)
- Πνευμονική εμβολή (Σπάνιες)
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Τυμπανισμός (Συχνές)
- Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος (Όχι συχνές)
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές)
- Ήχοι από το γαστρεντερικό μη φυσιολογικοί (Όχι συχνές)
- Οίδημα στόματος (περιστοματικό οίδημα) (Όχι συχνές)
- Οισοφαγίτιδα (Σπάνιες)
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Ολιγουρία (Όχι συχνές)
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (Σπάνιες)
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οίδημα περιφερικό (Συχνές)
- Εξασθένιση (Όχι συχνές)
- Αντίδραση της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- Άλγος της θέσης ένεσης
- Αύξηση κρεατινίνης στο αίμα (Όχι συχνές)
- Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη (Σπάνιες)
- Γαλακτική αφυδρογενάση αίματος αυξημένη (Σπάνιες)
- Αύξηση SGOT (Σπάνιες)
- Αύξηση SGPT (Σπάνιες)
- Αύξηση του αζώτου ουρίας στο αίμα (Σπάνιες)
- Επιπλοκή μετά από θεραπευτικούς χειρισμούς (δέρμα) (Όχι συχνές)
- Ηπατίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Άλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
Συχνές(≥1/100)ΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Έμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Ήχοι από το γαστρεντερικό μη φυσιολογικοίΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αγγειοεγκεφαλική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑναιμίαΑίμα
-
Σπάνιες(≥1/10000)Αναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αναφυλακτοειδής αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)Αυξημένη γαλακτική αφυδρογενάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Σπάνιες(≥1/10000)Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Σπάνιες(≥1/10000)Αύξηση SGOTΉπαρ
-
Σπάνιες(≥1/10000)Αύξηση SGPTΕργαστηριακές
-
Σπάνιες(≥1/10000)Αύξηση αζώτου ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αύξηση κρεατινίνης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Γαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Συχνές(≥1/100)ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Συχνές(≥1/100)ΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΕκχύμωσηΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Επιδεινωθείσα υπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Επιπλοκή μετά από θεραπευτικούς χειρισμούς (δέρμα)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Συχνές(≥1/100)ΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Σπάνιες(≥1/10000)Θρομβοπενία μετεγχειρητικήΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΚνίδωσηΔέρμα
-
Συχνές(≥1/100)ΚνησμόςΔέρμα
-
Συχνές(≥1/100)Κοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)Κυκλοφορική κατάρρευσηΑγγειακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Λοίμωξη τραύματοςΛοιμώξεις
-
Συχνές(≥1/100)Μετεξακτική φατνιακή οστεΐτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Μη φυσιολογική ορώδης παροχέτευση από τη στερνική τομήΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνές(≥1/10)ΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Οίδημα στόματοςΓαστρεντερικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)Οξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Ορθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Συχνές(≥1/100)ΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Συχνές(≥1/100)Περιφερικό οίδημαΓενικές
-
Σπάνιες(≥1/10000)Πνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Σπάνιες(≥1/10000)Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Συχνές(≥1/100)ΤυμπανισμόςΓαστρεντερικό
-
Συχνές(≥1/100)ΥπέρτασηΑγγειακές
-
Συχνές(≥1/100)ΥπαισθησίαΝευρικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Συχνές(≥1/100)ΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Συχνές(≥1/100)ΥπότασηΑγγειακές
-
Συχνές(≥1/100)ΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Συχνές(≥1/100)ΩταλγίαΑυτί
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΚατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο δεν θα πρέπει να χορηγείται εκτός εάν είναι ξεκάθαρα απαραίτητο, με τη χαμηλότερη δυνατή δόση και διάρκεια. Αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου.Η αναστολή της σύνθεσης της προσταγλανδίνης ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη, με αυξημένο κίνδυνο αποβολής. Από την 20ή εβδομάδα της κύησης και μετά ενδέχεται να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο και συστολή του αρτηριακού πόρου. Κατά το τρίτο τρίμηνο ενδέχεται να εκθέσει το έμβρυο σε καρδιοπνευμονική τοξικότητα και νεφρική δυσλειτουργία, και τη μητέρα/νεογνό σε παράταση του χρόνου αιμορραγίας και αναστολή των συσπάσεων της μήτρας.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΜεταφορά μικρής ποσότητας παρεκοξίμπης και βαλντεκοξίμπης στο ανθρώπινο γάλα, με αποτέλεσμα χαμηλή δόση για το βρέφος (περίπου 1% της μητρικής δόσης προσαρμοσμένης ανάλογα με το βάρος).
-
ΓονιμότηταΑποφεύγεταιΗ χρήση δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Μπορεί να καθυστερήσει ή να εμποδίσει τη ρήξη των ωοθυλακίων, γεγονός που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα
Αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά προϊόντα, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH04.
Μηχανισμός δράσης
Η παρεκοξίμπη είναι προφάρμακο της βαλντεκοξίμπης. Η βαλντεκοξίμπη αποτελεί έναν εκλεκτικό αναστολέα της COX-2, όταν χορηγείται σε κλινικές δόσεις. Η κυκλοοξυγενάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Δύο ισομορφές, η COX-1 και η COX-2, έχουν προσδιορισθεί. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι παράγεται επαγωγικά κατόπιν προφλεγμονωδών ερεθισμάτων και θεωρείται κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών που διαμεσολαβούν στην πρόκληση άλγους, φλεγμονής και πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, στην εμφύτευση, στη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, στη ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας, καθώς και στη ρύθμιση των λειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθημα πόνου και γνωσιακή λειτουργία). Επίσης είναι πιθανόν να παίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία του έλκους. Η COX-2 έχει ανιχνευτεί στον ιστό που περιβάλλει τα γαστρικά έλκη στον άνθρωπο, ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους.
Η διαφορά στην αντιαιμοπεταλιακή δράση μεταξύ ορισμένων ΜΣΑΦ που αναστέλλουν την COX-1 και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, μπορεί να είναι κλινικής σημασίας σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Οι αναστολείς της COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής (και επομένως πιθανά ενδοθηλιακής) προστακυκλίνης, χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων. Η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η αποτελεσματικότητα του Παρεκοξίμπη διαπιστώθηκε σε μελέτες πόνου που προκλήθηκε από οδοντιατρικές, γυναικολογικές (υστερεκτομή), ορθοπεδικές (αντικαταστάσεις ισχίου και γόνατος) χειρουργικές επεμβάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα.
Η πρώτη αντιληπτή αναλγητική επίδραση συνέβη σε 7-13 λεπτά, με κλινικής σημασίας αναλγησία που εμφανίστηκε σε 23-39 λεπτά και με μέγιστη δράση εντός 2 ωρών, μετά τη χορήγηση άπαξ δόσεων 40 mg ΕΦ ή ΕΜ Παρεκοξίμπη. Το μέγεθος της αναλγητικής δράσης της δόσης των 40 mg ήταν συγκρίσιμο με εκείνο της κετορολάκης 60 mg ΕΜ ή κετορολάκης 30 mg ΕΦ. Μετά από άπαξ δόση, η διάρκεια της αναλγησίας εξαρτήθηκε από τη δόση και από το κλινικό μοντέλο του πόνου και κυμάνθηκε από 6 μέχρι πάνω από 12 ώρες.
Χρήση της παρεκοξίμπης πέραν των 3 ημερών
Οι περισσότερες δοκιμές είχαν σχεδιαστεί για τη χορήγηση δοσολογίας παρεκοξίμπης για έως και 3 ημέρες. Τα δεδομένα από 3 τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές, στις οποίες τα πρωτόκολλα επέτρεψαν τη θεραπεία με παρεκοξίμπη για > 3 ημέρες, συγκεντρώθηκαν και αναλύθηκαν. Στη ανάλυση δεδομένων που συγκεντρώθηκαν από 676 ασθενείς, 318 έλαβαν εικονικό φάρμακο και 358 έλαβαν παρεκοξίμπη. Από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με παρεκοξίμπη, 317 ασθενείς έλαβαν παρεκοξίμπη για έως και 4 ημέρες, 32 ασθενείς για έως και 5 ημέρες, ενώ μόνο 8 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για έως και 6 ημέρες και 1 ασθενής για 7 ή περισσότερες ημέρες. Από τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο, 270 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο για έως και 4 ημέρες, 43 ασθενείς για έως και 5 ημέρες, ενώ μόνο 3 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για έως και 6 ημέρες και 2 ασθενείς για 7 ή περισσότερες ημέρες. Και οι δύο ομάδες είχαν παρόμοια δημογραφικά στοιχεία. Η μέση (SD) διάρκεια θεραπείας ήταν 4,1 (0,4) ημέρες για την παρεκοξίμπη και 4,2 (0,5) ημέρες για το εικονικό φάρμακο, ενώ το εύρος ήταν 4-7 ημέρες για την παρεκοξίμπη και 4-9 ημέρες για το εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στους ασθενείς που λάμβαναν παρεκοξίμπη επί 4-7 ημέρες (διάμεση διάρκεια 4 ημέρες) ήταν χαμηλό μετά την Ημέρα 3 θεραπείας και παρόμοιο με εκείνο του εικονικού φαρμάκου.
Επίδραση της μείωσης των οπιοειδών
Σε μία, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη, ορθοπεδικού και γενικού χειρουργείου (n =1050), οι ασθενείς έλαβαν Παρεκοξίμπη, με μία αρχική παρεντερική δόση των 40 mg ΕΦ, που ακολουθήθηκε από 20 mg, δύο φορές ημερησίως, για τουλάχιστον 72 ώρες, επιπλέον της λήψης συνήθους θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των οπιοειδών που λαμβάνονταν συμπληρωματικά, κατ’ επίκληση του ασθενούς. Η μείωση της χρήσης των οπιοειδών με θεραπεία με Παρεκοξίμπη, τις Ημέρες 2 και 3 ήταν 7,2 mg και 2,8 mg (37% και 28%, αντίστοιχα). Αυτή η μείωση της χρήσης οπιοειδών συνοδεύτηκε από σημαντική μείωση της ανησυχίας, που αναφέρθηκε από τους ασθενείς για τα συμπτώματα που προκαλούνται από τα οπιοειδή. Αποδείχθηκε επιπλέον ανακούφιση από τον πόνο, σε σύγκριση με τη χρήση μόνο οπιοειδών. Επιπρόσθετες μελέτες, σε άλλα χειρουργικά πεδία παρείχαν όμοιες παρατηρήσεις. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδεικνύουν συνολικά λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη χρήση της παρεκοξίμπης, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με οπιοειδή.
Γαστρεντερικές μελέτες
Σε βραχυχρόνιες μελέτες (7 ημέρες), η συχνότητα εμφάνισης των ενδοσκοπικά παρατηρηθέντων γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών ή διαβρώσεων σε υγιή νεαρά και ηλικιωμένα (> 65 ετών) άτομα, στα οποία χορηγήθηκε το Παρεκοξίμπη (5-21%), αν και υψηλότερη από ότι με το εικονικό φάρμακο (5-12%), ήταν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερη από αυτή που παρατηρήθηκε με ΜΣΑΦ (66-90%).
Μελέτες μετεγχειρητικής ασφάλειας CABG
Επιπροσθέτως των συνηθισμένων αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών, μελετήθηκαν προκαθορισμένες κατηγορίες συμβαμάτων, οι οποίες αποφασίστηκαν από ανεξάρτητη επιτροπή εμπειρογνωμόνων, σε δύο μελέτες ασφάλειας ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, όπου οι ασθενείς έλαβαν παρεκοξίμπη για τουλάχιστον 3 ημέρες και στη συνέχεια έλαβαν βαλντεκοξίμπη από του στόματος για μια συνολική περίοδο 10-14 ημερών. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν την καθιερωμένη αναλγητική φροντίδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς έλαβαν χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος πριν την τυχαιοποίηση και καθόλη την διάρκεια των δύο μελετών χειρουργικής επέμβασης CABG.
Η πρώτη μελέτη χειρουργικής επέμβασης CABG αξιολόγησε ασθενείς που ελάμβαναν ΕΦ 40 mg παρεκοξίμπης δύο φορές ημερησίως, για τουλάχιστον 3 ημέρες και ακολούθως θεραπεία με βαλντεκοξίμπη 40 mg δύο φορές ημερησίως (ομάδα παρεκοξίμπης/βαλντεκοξίμπης) (n=311) ή θεραπεία με εικονικό φάρμακο (n=151) για 14 ημέρες, σε μία διπλά-τυφλή μελέτη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο. Αξιολογήθηκαν εννέα προκαθορισμένες κατηγορίες ανεπιθύμητων συμβαμάτων (καρδιαγγειακά/θρομβοεμβολικά επεισόδια, περικαρδίτιδα, νέα εμφάνιση ή παρόξυνση συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, νεφρική ανεπάρκεια/δυσλειτουργία, επιπλοκές έλκους ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος, μείζονες μη γαστρεντερικές αιμορραγίες, λοιμώξεις, μη λοιμώδεις πνευμονικές επιπλοκές και θάνατος). Υπήρξε μία σημαντικά (p<0,05) μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών θρομβοεμβολικών επεισοδίων (έμφραγμα μυοκαρδίου, ισχαιμία, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή) η οποία ανιχνεύθηκε στην ομάδα θεραπείας παρεκοξίμπης-βαλντεκοξίμπης, συγκριτικά με την ομάδα θεραπείας εικονικού φαρμάκου, για την περίοδο ΕΦ χορήγησης (2,2% και 0,0%, αντίστοιχα) και καθόλη τη διάρκεια της μελέτης (4,8% και 1,3%, αντίστοιχα). Επιπλοκές χειρουργικών τραυμάτων (κυρίως του στερνικού τραύματος) παρατηρήθηκαν σε αυξημένη συχνότητα με τη θεραπεία παρεκοξίμπης-βαλντεκοξίμπης.
Στη δεύτερη μελέτη χειρουργικής επέμβασης CABG αξιολογήθηκαν τέσσερις κατηγορίες προκαθορισμένων συμβαμάτων (καρδιαγγειακά/θρομβοεμβολικά, νεφρική δυσλειτουργία/νεφρική ανεπάρκεια, έλκος ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος/αιμορραγία, επιπλοκή χειρουργικού τραύματος). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν μέσα σε 24 ώρες μετά από την χειρουργική επέμβαση CABG στις παρακάτω ομάδες: αρχική δόση 40 mg παρεκοξίμπης ΕΦ, κατόπιν 20 mg ανά 12 ώρες ΕΦ για τουλάχιστον 3 ημέρες και ακολούθως βαλντεκοξίμπη από του στόματος (20 mg ανά 12 ώρες) (n=544) για την υπόλοιπη περίοδο της 10ήμερης θεραπείας∙ χορήγηση εικονικού φαρμάκου ενδοφλεβίως και στη συνέχεια βαλντεκοξίμπης από του στόματος (n=544)∙ ή χορήγηση εικονικού φαρμάκου ΕΦ και ακολούθως εικονικού φαρμάκου από του στόματος (n=548). Σημαντικά μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης συμβαμάτων (p=0,033) στην κατηγορία των καρδιαγγειακών/θρομβοεμβολικών επεισοδίων ανιχνεύθηκε στην ομάδα θεραπείας παρεκοξίμπης/βαλντεκοξίμπης (2,0%), συγκριτικά με την ομάδα θεραπείας εικονικού φαρμάκου/εικονικού φαρμάκου (0,5%). Η θεραπεία με εικονικό φάρμακο/βαλντεκοξίμπη συσχετίσθηκε επίσης με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών/θρομβοεμβολικών επεισοδίων έναντι της θεραπείας με εικονικό φάρμακο, ωστόσο αυτή η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Τρία από τα έξι καρδιαγγειακά/θρομβοεμβολικά επεισόδια στην ομάδα θεραπείας με εικονικό φάρμακο-βαλντεκοξίμπη συνέβησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας με εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς αυτοί δεν έλαβαν βαλντεκοξίμπη. Τα προκαθορισμένα συμβάματα, τα οποία εμφανίζονται με την υψηλότερη συχνότητα και στις τρεις ομάδες θεραπείας, ανήκαν στην κατηγορία των επιπλοκών χειρουργικών τραυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των εν τω βάθει χειρουργικών λοιμώξεων και των συμβαμάτων επούλωσης στερνικών τραυμάτων.
Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των υπό μελέτη θεραπειών και του εικονικού φαρμάκου για οποιαδήποτε από τις άλλες κατηγορίες προκαθορισμένων συμβαμάτων (νεφρική δυσλειτουργία/ανεπάρκεια, επιπλοκές έλκους ανώτερου γαστρεντερικού συστήματος ή επιπλοκές χειρουργικών τραυμάτων).
Γενική χειρουργική
Σε μία μεγάλη κλινική δοκιμή (Ν=1.050) μείζονος ορθοπεδικής/γενικής χειρουργικής επέμβασης, οι ασθενείς έλαβαν μία αρχική δόση παρεκοξίμπης 40 mg ΕΦ, κατόπιν 20 mg ΕΦ ανά 12 ώρες για τουλάχιστον 3 ημέρες και ακολούθως βαλντεκοξίμπη από του στόματος (20 mg ανά 12 ώρες) (n=525) για την υπόλοιπη περίοδο της 10ήμερης θεραπείας ή εικονικό φάρμακο ΕΦ και στη συνέχεια εικονικό φάρμακο από του στόματος (n=525). Σε αυτούς τους μετεγχειρητικούς ασθενείς δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στο συνολικό προφίλ ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων προκαθορισμένων κατηγοριών συμβαμάτων που περιγράφηκαν ανωτέρω στη δεύτερη μελέτη χειρουργικής επέμβασης CABG, για τη θεραπεία παρεκοξίμπης-βαλντεκοξίμπης, συγκριτικά με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο.
Μελέτες σε αιμοπετάλια
Σε μια σειρά από μικρές μελέτες πολλαπλής δόσης σε υγιή νεαρά και ηλικιωμένα άτομα, το Παρεκοξίμπη 20 mg και 40 mg δυο φορές ημερησίως δεν είχε καμιά επίδραση στη συσσώρευση αιμοπεταλίων ή αιμορραγίας, συγκρινόμενο με το εικονικό φάρμακο. Σε νεαρά άτομα, το Παρεκοξίμπη 40 mg δύο φορές ημερησίως δεν είχε καμιά κλινικά σημαντική επίδραση στην αναστολή της αιμοπεταλιακής λειτουργίας που προκαλείται από το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Μετά από ΕΦ ή ΕΜ ένεση, η παρεκοξίμπη μετατρέπεται γρήγορα σε βαλντεκοξίμπη, τη φαρμακολογικά δραστική ουσία, με ενζυματική υδρόλυση στο ήπαρ.
Απορρόφηση
Η έκθεση της βαλντεκοξίμπης μετά από άπαξ δόσεις του Παρεκοξίμπη, όπως μετρήθηκε τόσο βάσει της περιοχής υπό την καμπύλη της συγκεντρώσεως πλάσματος έναντι του χρόνου (AUC) όσο και από τη μέγιστη έκθεση (Cmax), είναι περίπου γραμμική στο εύρος των κλινικών δόσεων. Η AUC και η Cmax μετά από χορήγηση δυο φορές ημερησίως είναι γραμμικές μέχρι τα 50 mg ΕΦ και τα 20 mg ΕM. Σταθερές συγκεντρώσεις πλάσματος της βαλντεκοξίμπης επιτυγχάνονται μέσα σε 4 ημέρες μετά από χορήγηση δυο φορές ημερησίως.
Μετά από άπαξ ΕΦ και ΕΜ χορήγηση δόσεων παρεκοξίμπης 20 mg, η Cmax της βαλντεκοξίμπης επιτυγχάνεται σε περίπου 30 λεπτά και περίπου 1 ώρα, αντίστοιχα. Η έκθεση της βαλντεκοξίμπης ήταν όμοια όσον αφορά τις AUC και Cmax μετά από ΕΦ και ΕΜ χορήγηση. Η έκθεση της παρεκοξίμπης ήταν όμοια μετά από ΕΦ ή ΕΜ χορήγηση όσον αφορά την AUC. Ο μέσος όρος Cmax της παρεκοξίμπης μετά από ΕΜ δοσολογία ήταν μικρότερος συγκρινόμενος με την ΕΦ δοσολογία εφόδου (bolus), το οποίο αποδίδεται σε βραδύτερη εξωαγγειακή απορρόφηση μετά από ΕΜ χορήγηση. Αυτές οι μειώσεις δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές, καθώς η Cmax της βαλντεκοξίμπης είναι συγκρίσιμη μετά από ΕΜ και ΕΦ χορήγηση παρεκοξίμπης.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της βαλντεκοξίμπης μετά από ΕΦ χορήγηση είναι περίπου 55 λίτρα. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 98% στο εύρος των συγκεντρώσεων που επιτυγχάνονται με την υψηλότερη συνιστώμενη δόση, 80 mg/ημέρα. Η βαλντεκοξίμπη, αλλά όχι η παρεκοξίμπη, διαμοιράζεται εκτενώς στα ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Η παρεκοξίμπη μετατρέπεται ταχέως και σχεδόν πλήρως σε βαλντεκοξίμπη και προπιονικό οξύ in vivo με χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα περίπου 22 λεπτά. Η αποβολή της βαλντεκοξίμπης γίνεται με εκτεταμένο ηπατικό μεταβολισμό που περιλαμβάνει πολλαπλές οδούς, συμπεριλαμβανομένων των ισοενζύμων (CYP) 3A4 και CYP2C9 του κυτοχρώματος P450 και γλυκουρονιδίωσης (περίπου 20%) του τμήματος σουλφοναμιδίου. Ένας υδροξυλιωμένος μεταβολίτης της βαλντεκοξίμπης (μέσω της οδού κυτοχρώματος) έχει ταυτοποιηθεί στο ανθρώπινο πλάσμα ότι δρα ως αναστολέας της COX-2. Αντιπροσωπεύει περίπου το 10% της συγκέντρωσης της βαλντεκοξίμπης. Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης αυτού του μεταβολίτη, αυτός δεν αναμένεται να συμβάλλει σημαντικά στην κλινική αποτελεσματικότητα μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων παρεκοξίμπης.
Αποβολή
Η βαλντεκοξίμπη αποβάλλεται μέσω του ηπατικού μεταβολισμού και λιγότερο από 5% αμετάβλητης βαλντεκοξίμπης ανακτάται στα ούρα. Καμιά ποσότητα αμετάβλητης παρεκοξίμπης δεν ανιχνεύεται στα ούρα και μόνον ίχνη ανιχνεύονται στα κόπρανα. Περίπου το 70% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή αδρανών μεταβολιτών. Η κάθαρση πλάσματος (CLp) για την βαλντεκοξίμπη είναι περίπου 6 l/hr. Μετά την ΕΦ ή ΕΜ χορήγηση της παρεκοξίμπης, ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής (t½) της βαλντεκοξίμπης είναι περίπου 8 ώρες.
Ηλικιωμένοι
Το Παρεκοξίμπη χορηγήθηκε σε 335 ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας 65-96 ετών) σε μελέτες φαρμακοκινητικής και αποτελεσματικότητας. Σε υγιή ηλικιωμένα άτομα, η φαινομενική από του στόματος κάθαρση της βαλντεκοξίμπης μειώθηκε, έχοντας ως αποτέλεσμα μια περίπου 40% αύξηση στην έκθεση της βαλντεκοξίμπης στο πλάσμα, σε σύγκριση με υγιή νεαρά άτομα. Αφού προσαρμοσθεί ανάλογα με το σωματικό βάρος, η έκθεση στο πλάσμα της βαλντεκοξίμπης στη σταθερή κατάσταση ήταν 16% υψηλότερη σε ηλικιωμένες γυναίκες, σε σύγκριση με ηλικιωμένους άντρες (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας που έλαβαν 20 mg ΕΦ Παρεκοξίμπη, παρατηρήθηκε ταχεία κάθαρση της παρεκοξίμπης από το πλάσμα. Επειδή η νεφρική αποβολή της βαλντεκοξίμπης δεν είναι σημαντική για τη διάθεσή της, δεν βρέθηκε καμιά αλλαγή στην κάθαρση της βαλντεκοξίμπης, ακόμη και σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν προκάλεσε μειωμένο ρυθμό ή βαθμό μετατροπής της παρεκοξίμπης σε βαλντεκοξίμπη. Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δείκτης Child- Pugh 7-9), η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνηθισμένης συνιστώμενης δόσης Παρεκοξίμπη και η μέγιστη ημερήσια δόση θα πρέπει να μειωθεί στα 40 mg, δεδομένου ότι οι εκθέσεις της βαλντεκοξίμπης υπερδιπλασιάστηκαν (130%) στους ασθενείς αυτούς. Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν μελετηθεί και επομένως η χρήση του Παρεκοξίμπη σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν συνιστάται (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).