Σκευάσματα και τιμές ZANERIL
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10+10 / TAB | 7.84 € | |
| 10+20 / TAB | 8.32 € | |
| 20+20 / TAB | 9.68 € |
ZANERIL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης
σε: ενήλικες ασθενείς
ως θεραπεία υποκατάστασης σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση ελέγχεται επαρκώς με εναλαπρίλη 20 mg και λερκανιδιπίνη 20 mg όταν χορηγούνται συγχρόνως ως ξεχωριστά δισκία
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: το πρωί τουλάχιστον 15 λεπτά πριν από το πρόγευμα
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίοΗμερησίως
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΗ δόση πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία του ασθενή.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση του Enalapril And Lercanidipine για την ένδειξη της υπέρτασης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπερευαισθησία σε οποιονδήποτε αναστολέα του ΜΕΑ ή αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου του τύπου της διυδροπυριδίνης
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει συσχετιστεί με θεραπεία με αναστολέα του ΜΕΑ
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
-
Απόφραξη του χώρου εξώθησης της αριστερής κοιλίας, συμπεριλαμβανομένης της αορτικής στένωσης
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που δεν αντιμετωπίζεται με θεραπεία
-
Ασταθή στηθάγχη
-
Εντός 1 μηνός μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4
-
Συγχορήγηση με κυκλοσπορίνη
-
Συγχορήγηση με χυμό γκρέιπφρουτ
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m2)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συμπτωματική υπότασηΜε προσοχήΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς (ειδικά με μειωμένο όγκο αίματος, καρδιακή ανεπάρκεια, ισχαιμική καρδιοπάθεια ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο)Η έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό ιατρική επίβλεψη και στενή παρακολούθηση της δόσης. Εάν εμφανιστεί υπόταση, ο ασθενής πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση και, εάν κριθεί αναγκαίο, να του χορηγηθεί ενδοφλέβια έγχυση φυσιολογικού ορού. Μείωση της δόσης και/ή διακοπή του διουρητικού και/ή της εναλαπρίλης μπορεί να χρειαστεί εάν η υπόταση γίνει συμπτωματική.
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβουΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (εάν δεν υπάρχει βηματοδότης)Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και ισχαιμική καρδιοπάθειαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας της καρδιάς, ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια, ασθενείς με προϋπάρχουσα στηθάγχηΠρέπει να δίνεται προσοχή. Μπορεί να εμφανιστούν προκάρδιο άλγος ή ασταθή στηθάγχη, ακόμη και έμφραγμα του μυοκαρδίου.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υποκείμενη νεφρική νόσο, υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική νόσο που λαμβάνουν εναλαπρίλη με διουρητικόΠρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας. Μείωση της δόσης της εναλαπρίλης και/ή διακοπή του διουρητικού μπορεί να απαιτηθεί.
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση της αρτηρίας μονήρους νεφρούΗ έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση των δόσεων.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΑποφεύγεταιΠληθυσμόςασθενείς που υπεβλήθησαν πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρούΔε συνιστάται η θεραπεία με Enalapril And Lercanidipine.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ και εμφανίζουν ίκτερο ή σημαντική αύξηση των ηπατικών ένζυμωνΗ αντιυπερτασική δράση της λερκανιδιπίνης μπορεί να αυξηθεί. Οι ασθενείς πρέπει να διακόπτουν τη λήψη του αναστολέα του ΜΕΑ και να λάβουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμίαΜε εξαιρετική προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, σε αυτούς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά, αλλοπουρινόλη, προκαϊναμίδη ή συνδυασμό αυτών, ιδιαίτερα με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργίαΗ εναλαπρίλη πρέπει να χρησιμοποιείται με εξαιρετική προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναφέρουν οποιαδήποτε ένδειξη μόλυνσης.
-
Υπερευαισθησία/αγγειονευρωτικό οίδημαΣοβαρήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ (ιδιαίτερα ασθενείς της μαύρης φυλής, ή με ιστορικό αγγειοοιδήματος)Η εναλαπρίλη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει κατάλληλη παρακολούθηση. Σε περίπτωση οίδηματος λάρυγγα/γλώσσας/επιγλωττίδας, άμεση χορήγηση επινεφρίνης και/ή μέτρα για την διασφάλιση ανοικτών αεραγωγών.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίηση σε υμενόπτεραΑπειλητικές για τη ζωήΠληθυσμόςασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησης στο δηλητήριο υμενόπτερωνΠροσωρινή διακοπή της θεραπείας με τον αναστολέα του ΜΕΑ πριν από κάθε απευαισθητοποίηση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL)Απειλητικές για τη ζωήΠληθυσμόςασθενείς που λάμβαναν αναστολείς του ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) με θειϊκή δεξτράνηΠροσωρινή διακοπή της θεραπείας με τον αναστολέα του ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση.
-
ΥπογλυκαιμίαΜε προσοχήΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν από στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες ή ινσουλίνη και αρχίζουν να λαμβάνουν έναν αναστολέα του ΜΕΑΝα παρακολουθούν στενά το ενδεχόμενο υπογλυκαιμίας, ειδικά κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της συνδυασμένης χρήσης.
-
ΒήχαςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑΟ βήχας που προκαλείται από τους αναστολείς του ΜΕΑ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα. Εξαφανίζεται μετά τη διακοπή της αγωγής.
-
Χειρουργική επέμβαση/αναισθησίαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας με παράγοντες που προκαλούν υπότασηΕάν εμφανιστεί υπόταση, μπορεί να διορθωθεί με αύξηση του όγκου του αίματος.
-
ΥπερκαλιαιμίαΣοβαρήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ, ειδικά με νεφρική ανεπάρκεια, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, ηλικία (> 70 ετών), σακχαρώδη διαβήτη, αφυδάτωση, οξεία μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση και ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν κάλιο (π.χ. ηπαρίνη).Εφόσον η ταυτόχρονη χορήγηση κρίνεται απαραίτητη, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
ΛίθιοΑποφεύγεταιΟ συνδυασμός λιθίου και εναλαπρίλης γενικά δε συνιστάται.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)Υψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη (ειδικά με διαβητική νεφροπάθεια)Δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απολύτως απαραίτητη, αυτό πρέπει να πραγματοποιείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση.
-
Επαγωγείς του CYP3A4Με προσοχήΜπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στον ορό και ως εκ τούτου η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου να είναι μικρότερη σε σχέση με την αναμενόμενη.
-
Εθνοτικές διαφορέςΠληθυσμόςμαύροι ασθενείςΗ εναλαπρίλη φαίνεται να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΕγκυμοσύνηΑντενδεικνύεταιΠληθυσμόςγυναίκες σε εγκυμοσύνη ή που ενδέχεται να μείνουν έγκυεςΤο Enalapril And Lercanidipine αντενδείκνυται. Η θεραπεία με αναστολείς του ΜΕΑ δεν πρέπει να ξεκινά. Όταν επιβεβαιωθεί μια εγκυμοσύνη, πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Η χρήση της λερκανιδιπίνης επίσης δεν συνιστάται.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΠληθυσμόςθηλάζουσες γυναίκεςΗ χρήση του Enalapril And Lercanidipine δεν συνιστάται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα αυτού του συνδυασμού δεν έχει καταδειχθεί.
-
ΟινόπνευμαΑποφεύγεταιΤο οινόπνευμα πρέπει να αποφεύγεται διότι μπορεί να ενισχύσει τη δράση των αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικών φαρμάκων.
-
ΛακτόζηΑντενδεικνύεταιΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν το Enalapril And Lercanidipine.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) (αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ, αλισκιρένη)προσοχήΥπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία (οξεία νεφρική ανεπάρκεια)ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, επλερενόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη) ή συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιοπροσοχήΣημαντική αύξηση του καλίου στον ορόΣύστασηΕάν ενδείκνυται λόγω υποκαλιαιμίας, χρήση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου στον ορό.
-
Διουρητικά (θειαζιδικά ή διουρητικά της αγκύλης)προσοχήΜειωμένος όγκος αίματος, κίνδυνος υπότασηςΣύστασηΟι υποτασικές επιδράσεις μπορούν να μειωθούν με διακοπή του διουρητικού, αύξηση όγκου/πρόσληψη άλατος ή έναρξη με χαμηλή δόση εναλαπρίλης.
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες (νιτρογλυκερίνη, νιτρώδη, αγγειοδιασταλτικά)προσοχήΑύξηση των υποτασικών επιδράσεων της εναλαπρίλης, περαιτέρω μείωση αρτηριακής πίεσης
-
προσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις συγκεντρώσεων λιθίου και τοξικότητα. Ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο.ΣύστασηΔεν συνιστάται η χρήση εναλαπρίλης με λίθιο. Εάν απαραίτητο, προσεκτικός έλεγχος των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/Αντιψυχωσικά/Αναισθητικά/ΝαρκωτικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης
-
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των Εκλεκτικών Αναστολέων της Κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2)προσοχήΜείωση δράσης διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών, εξασθένηση αντιυπερτασικής δράσης, αύξηση καλίου στον ορό, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας, οξεία νεφρική ανεπάρκειαΣύστασηΧορήγηση με προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Επαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Χρυσός (ενέσιμος μετά νατρίου άλας του θειομαλικού χρυσού)παρακολούθησηΝιτριτοειδείς αντιδράσεις (έξαψη, ναυτία, έμετο, υπόταση)
-
ΣυμπαθομιμητικάπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης των αναστολέων του ΜΕΑ
-
Αντιδιαβητικά (ινσουλίνες, από στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά)προσοχήΑύξηση της επίδρασης στη μείωση της γλυκόζης του αίματος, κίνδυνος υπογλυκαιμίαςΣύστασηΠιο πιθανό κατά τις πρώτες εβδομάδες της συνδυασμένης θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Οινόπνευμα (με εναλαπρίλη)προσοχήΕνισχύει το υποτασικό αποτέλεσμα των αναστολέων του ΜΕΑ
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, ερυθρομυκίνη, τρολεανδομυκίνη)αντένδειξηΑξιοσημείωτη αύξηση των επιπέδων της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα (15x AUC, 8x Cmax)ΣύστασηΟ συνδυασμός αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις λερκανιδιπίνης (3x) και κυκλοσπορίνης (21% AUC)ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγούνται.
-
Χυμός γκρέιπφρουταντένδειξηΑναστολή μεταβολισμού λερκανιδιπίνης, αύξηση συστηματικής διαθεσιμότητας, αυξημένη υποτασική δράσηΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με χυμό γκρέιπφρουτ.
-
Οινόπνευμα (με λερκανιδιπίνη)προσοχήΕνίσχυση της δράσης των αγγειοδιασταλτικών αντιυπερτασικώνΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Υποστρώματα του CYP3A4 (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΙΙ όπως αμιωδαρόνη, κινιδίνη)προσοχήΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση.
-
προσοχήΕλάττωση της αντιυπερτασικής δράσης της λερκανιδιπίνηςΣύστασηΗ αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται συχνότερα από ότι συνήθως.
-
παρακολούθησηΑύξηση της Cmax της διγοξίνης κατά 33%ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινικά σημεία τοξικότητας από τη διγοξίνη.
-
Σιμετιδίνη (υψηλότερες δόσεις >800mg)προσοχήΠιθανή αύξηση βιοδιαθεσιμότητας και υποτασικής δράσης της λερκανιδιπίνηςΣύστασηΑπαιτείται προσοχή σε υψηλότερες δόσεις.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- Υπνηλία
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Παγκρεατίτιδα
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Οίδημα του χείλους (Όχι συχνές)
- Διαταραχή της γλώσσας (Όχι συχνές)
- Ουλίτιδα (Όχι συχνές)
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) (Όχι συχνές)
- Ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίστηκαν μόνο σε έναν ασθενή (Σπάνιες)
- Θαμπή όραση (Πολύ συχνές)
- Υπόταση (συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης) (Συχνές)
- Διαταραχές του ρυθμού (Συχνές)
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (Όχι συχνές)
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρετός
- Στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Ορθοστατική υπόταση
- Φαινόμενο Raynaud
- Έξαψη
- Περιφερικό οίδημα
- Υπόταση
- Ρινόρροια (Όχι συχνές)
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος και βράγχος φωνής (Όχι συχνές)
- Βρογχόσπασμος/άσθμα (Όχι συχνές)
- Διήθηση πνεύμονα (Σπάνιες)
- Ρινίτιδα (Σπάνιες)
- Αλλεργική κυψελιδίτιδα /ηωσινοφιλική πνευμονία (Σπάνιες)
- Μεταβολή της γεύσης (Συχνές)
- Ειλεός (Όχι συχνές)
- Ερεθισμός του στομάχου (Όχι συχνές)
- Πεπτικό έλκος (Όχι συχνές)
- Στοματίτιδα (Σπάνιες)
- Αφθώδη έλκη (Σπάνιες)
- Γλωσσίτιδα (Σπάνιες)
- Αγγειοοίδημα του γαστρεντερικού συστήματος (Πολύ σπάνιες)
- Ανορεξία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Μυικές κράμπες (Όχι συχνές)
- Εμβοές
- Αυξήσεις της κρεατινίνης στον ορό (Συχνές)
- Αυξήσεις στην ουρία του αίματος (Όχι συχνές)
- Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων (Σπάνιες)
- Αυξήσεις της χολερυθρίνης στον ορό (Σπάνιες)
- Αναιμία (συμπεριλαμβανομένης της απλαστικής και της αιμολυτικής) (Όχι συχνές)
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη (Σπάνιες)
- Μειωμένος αιματοκρίτης (Σπάνιες)
- Ακοκκιοκυττάρωση (Σπάνιες)
- Καταστολή του μυελού των οστών (Σπάνιες)
- Λεμφαδενοπάθεια (Σπάνιες)
- Αυτοάνοσες νόσοι (Σπάνιες)
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) (Μη γνωστές)
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Ανώμαλα όνειρα (Σπάνιες)
- Διαταραχές ύπνου (Σπάνιες)
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατίτιδα - είτε ηπατοκυτταρική είτε χολοστατική (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής νέκρωσης (Σπάνιες)
- Χολόσταση (συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου) (Σπάνιες)
- Εξάνθημα
- Εφίδρωση
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πέμφιγα
- Υπερευαισθησία/αγγειονευρωτικό οίδημα (προσώπου, άκρων, χειλέων, γλώσσας, επιγλωττίδας και/ή λάρυγγα) (Συχνές)
- Ερυθρόδερμα (Σπάνιες)
- Σύμπλεγμα συμπτωμάτων (πυρετός, ορογονίτιδα, αγγειίτιδα, μυαλγία/μυοσίτιδα, αρθραλγία/αρθρίτιδα, θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα (ANA), αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων (ΤΚΕ), ηωσινοφιλία, λευκοκυττάρωση, εξάνθημα, φωτοευαισθησία ή άλλες δερματολογικές εκδηλώσεις) (Μη γνωστές)
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Πρωτεϊνουρία
- Πολυουρία
- Ολιγουρία (Σπάνιες)
- Ανικανότητα (Όχι συχνές)
- Γυναικομαστία (Σπάνιες)
- Υπερευαισθησία (Πολύ σπάνιες)
- Υπνηλία (Σπάνιες)
- Συγκοπή (Πολύ σπάνιες)
- Μυαλγία
- Συχνουρία (Πολύ σπάνιες)
- Κόπωση (Σπάνιες)
- Θωρακικό άλγος (Πολύ σπάνιες)
- Υπερπλασία των ούλων (Πολύ σπάνιες)
- Αναστρέψιμες αυξήσεις στα επίπεδα των ηπατικών τρανσαμινασών στον ορό (Πολύ σπάνιες)
- Εντοπισμένο προκάρδιο άλγος (Σπάνιες)
- Αυξημένη συχνότητα/διάρκεια/σοβαρότητα επεισοδίων στηθάγχης σε ασθενείς με προϋπάρχουσα (Πολύ σπάνιες)
- Μεμονωμένες περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου (Πολύ σπάνιες)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάται κατά το 1ο τρίμηνο, αντενδείκνυται κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο (για εναλαπρίλη).Κίνδυνος τερατογένεσης (πιθανή μικρή αύξηση κινδύνου) κατά το 1ο τρίμηνο. Εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο. Συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος νεφρικής λειτουργίας και κρανίου εάν η έκθεση ξεκίνησε από το 2ο τρίμηνο. Τα βρέφη πρέπει να παρακολουθούνται για υπόταση.
-
ΚύησηΔεν συνιστάται (για λερκανιδιπίνη).Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν τερατογόνες επιδράσεις, αλλά άλλες διυδροπυριδίνες έχουν. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα. Να μη χρησιμοποιείται σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης χωρίς αποτελεσματική αντισύλληψη.
-
ΚύησηΔεν συνιστάται στο 1ο τρίμηνο, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στο 2ο και 3ο τρίμηνο (για το συνδυασμό Enalapril And Lercanidipine).Περιορισμένα δεδομένα, ανεπαρκείς μελέτες σε ζώα. Να μη χρησιμοποιείται σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάται για πρόωρα βρέφη και τις πρώτες εβδομάδες. Μπορεί να εξετάζεται για μεγαλύτερα βρέφη με παρακολούθηση (για εναλαπρίλη).Πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα, υποθετικός κίνδυνος καρδιαγγειακών και νεφρικών επιδράσεων.
-
ΓαλουχίαΆγνωστο (για λερκανιδιπίνη).Δεν είναι γνωστή η έκκριση της λερκανιδιπίνης στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται (για το συνδυασμό Enalapril And Lercanidipine).
-
ΓονιμότηταΜε προσοχή.Αναστρέψιμες βιοχημικές αλλαγές στην κεφαλή σπερματοζωαρίων που μπορεί να μειώσουν την ικανότητα γονιμοποίησης έχουν αναφερθεί με αναστολείς διαύλων ασβεστίου. Να λαμβάνεται υπόψη σε αποτυχημένες απόπειρες τεχνητής γονιμοποίησης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- μειωμένη συστολική αρτηριακή πίεση
- βραδυκαρδία
- ανησυχία
- υπνηλία
- πλευρικό άλγος
- σημαντική υπόταση
- λήθαργος
- κυκλοφορική καταπληξία
- ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- νεφρική ανεπάρκεια
- υπεραερισμός
- ταχυκαρδία
- αίσθημα παλμών
- ζάλη
- άγχος
- βήχας
- εκτεταμένη περιφερική αγγειοδιαστολή
- ανακλαστική ταχυκαρδία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική κατηγορία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου: εναλαπρίλη και λερκανιδιπίνη. Κωδικός ATC: C09BB02
Το Enalapril And Lercanidipine είναι ο σταθερός συνδυασμός ενός αναστολέα του ΜΕΑ (εναλαπρίλη) και ενός αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου (λερκανιδιπίνη), δύο αντιυπερτασικών ουσιών με συμπληρωματικό μηχανισμό δράσης για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης σε ασθενή με ιδιοπαθή υπέρταση.
Εναλαπρίλη
Η μηλεϊνική εναλαπρίλη είναι ένα μηλεϊνικό άλας της εναλαπρίλης, ενός παραγώγου δύο αμινοξέων, της L-αλανίνης και της L-προλίνης. Το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) είναι μια πεπτιδυλική διπεπτιδάση που καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης I στον αγγειοσυσπαστικό παράγοντα αγγειοτενσίνη II. Μετά την απορρόφηση, η εναλαπρίλη υδρολύεται σε εναλαπριλάτη, η οποία αναστέλλει το ΜΕΑ. Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα, που οδηγεί σε αυξημένη δραστικότητα της ρενίνης στο πλάσμα (λόγω της διακοπής του φαινομένου της αρνητικής παλίνδρομης τροφοδότησης της έκκρισης της ρενίνης) και σε μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης.
Αφού το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης είναι ταυτόσημο με την κινινάση ΙΙ, η εναλαπρίλη μπορεί επίσης να αναστείλλει την αποδόμηση της βραδυκινίνης, ενός ισχυρού αγγειοδιασταλτικού πεπτιδίου. Εντούτοις ο ρόλος αυτού του μηχανισμού στη θεραπευτική δράση της εναλαπρίλης δεν είναι ακόμη κατανοητός.
Παρότι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η εναλαπρίλη μειώνει την αρτηριακή πίεση θεωρείται ότι οφείλεται κυρίως στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, η εναλαπρίλη αποτελεί αντιυπερτασική ουσία ακόμη και σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ρενίνης.
Η χορήγηση εναλαπρίλης σε υπερτασικούς ασθενείς μειώνει την αρτηριακή πίεση τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση, χωρίς σημαντική αύξηση του καρδιακού ρυθμού. Η συμπτωματική ορθοστατική υπόταση δεν είναι συχνή. Σε μερικούς ασθενείς η επίτευξη της βέλτιστης μείωσης της αρτηριακής πίεσης μπορεί να απαιτήσει θεραπεία μερικών εβδομάδων. Η απότομη διακοπή της εναλαπρίλης δεν έχει συσχετιστεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Αποτελεσματική αναστολή της δράσης του ΜΕΑ συνήθως επιτυγχάνεται 2 έως 4 ώρες μετά τη λήψη από στόματος μιας εφάπαξ δόσης εναλαπρίλης. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης συνήθως παρατηρείται μετά από μία ώρα ενώ το μέγιστο της μείωσης της αρτηριακής πίεσης σε 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η διάρκεια δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη, όμως με τις συνιστώμενες δόσεις, η αντιυπερτασική και αιμοδυναμική δράση έχει αποδειχθεί ότι διατηρείται για τουλάχιστον 24 ώρες.
Σε αιμοδυναμικές μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, η μείωση της αρτηριακής πίεσης συνοδεύτηκε από μείωση των περιφεριακών αγγειακών αντιστάσεων με αύξηση της καρδιακής παροχής και μικρή ή καθόλου μεταβολή του καρδιακού ρυθμού. Μετά τη χορήγηση εναλαπρίλης, υπήρξε αύξηση της νεφρικής αιματικής ροής, ενώ ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης ήταν αμετάβλητος. Δεν υπήρξε ένδειξη κατακράτησης νατρίου ή ύδατος. Ωστόσο, σε ασθενείς με χαμηλό ρυθμό σπειραματικής διήθησης πριν τη θεραπεία, ο ρυθμός αυτός ήταν συνήθως αυξημένος.
Σε μικρής διάρκειας κλινικές μελέτες σε διαβητικούς και μη-διαβητικούς ασθενείς με νεφρική βλάβη, παρατηρήθηκαν μειώσεις στην λευκωματινουρία και στην ουρική απέκκριση της IgG και στην ολική πρωτεΐνη στα ούρα μετά από τη χορήγηση εναλαπρίλης.
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans A|airs Nephropathy in Diabetes) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει κάποια σημαντικά ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών τους ιδιοτήτων, τα αποτελέσματα αυτά είναι επίσης σχετικά και για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μια μελέτη που σχεδιάστηκε να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία καθιερωμένη θεραπεία με έναν αναστολέα του ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα που παρουσίαζαν ενδιαφέρον (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Λερκανιδιπίνη
Η λερκανιδιπίνη είναι ένας ανταγωνιστής ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών και αναστέλλει τη διαμεμβρανική είσοδο του ασβεστίου στα κύτταρα του μυοκαρδίου και τα λεία μυικά κύτταρα των αγγείων. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής της δράσης οφείλεται σε μια άμεση χαλαρωτική επίδραση στα λεία μυικά κύτταρα των αγγείων, μειώνοντας έτσι τις ολικές περιφερικές αντιστάσεις. Παρά τη σύντομη φαρμακοκινητική ημιπερίοδο ζωής της στο πλάσμα, η λερκανιδιπίνη διαθέτει παρατεταμένη αντιυπερτασική δραστικότητα λόγω του υψηλού συντελεστή δέσμευσης στην κυτταρική μεμβράνη, και στερείται αρνητικής ινότροπης δράσης εξαιτίας της υψηλής αγγειακής εκλεκτικότητάς της.
Επειδή η αγγειοδιαστολή που προκαλεί η λερκανιδιπίνη επέρχεται βαθμιαία, σπάνια παρατηρήθηκε οξεία υπόταση με ανακλαστική ταχυκαρδία σε υπερτασικούς ασθενείς. Όπως και στις άλλες ασύμμετρες 1,4 διυδροπυριδίνες, η αντιυπερτασική δράση της λερκανιδιπίνης οφείλεται κυρίως στο (S)-εναντιομερές της.
Εναλαπρίλη/Λερκανιδιπίνη
Ο συνδυασμός αυτών των ουσιών έχει αθροιστική αντιυπερτασική επίδραση, μειώνοντας την αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό από το κάθε συστατικό μεμονωμένα.
-
Enalapril And Lercanidipine 10 mg/10 mg Σε μια κύρια διπλά τυφλή, με περαιτέρω προσθήκη (add-on) κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ που διεξήχθη σε 342 μη ανταποκρινόμενους ασθενείς σε λερκανιδιπίνη 10 mg (οριζόμενο ως διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (SDBP) 95-114 και συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (SSBP) 140-189 mmHg), η μείωση της ελάχιστης συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση ήταν 5,4 mmHg μεγαλύτερη με το συνδυασμό εναλαπρίλης 10 mg/λερκανιδιπίνης 10 mg από ότι μόνο με την λερκανιδιπίνη 10 mg μετά από 12 εβδομάδες διπλά τυφλής θεραπείας (-7,7 mmHg έναντι -2,3 mmHg, p<0,001). Επίσης η μείωση της ελάχιστης διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση ήταν 2,8 mmHg μεγαλύτερη με το συνδυασμό σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία (-7,1 mmHg έναντι -4,3 mmHg, p<0,001). Τα ποσοστά των ανταποκρινόμενων ασθενών ήταν σημαντικά υψηλότερα με τη θεραπεία συνδυασμού παρά με τη μονοθεραπεία: 41% έναντι 24% (p< 0,001) για τη συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση και 35% έναντι 24% (p=0,032) για τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση. Ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών σε θεραπεία συνδυασμού εμφάνισε ομαλοποίηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση (39% έναντι 22%, p<0,001) και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση (29% έναντι 19%, p=0,023) σε σύγκριση με τους ασθενείς σε μονοθεραπεία. Στην ανοικτής επισήμανσης μακροχρόνιας παρακολούθησης φάση αυτής της μελέτης επετράπη η τιτλοποίηση στο συνδυασμό εναλαπρίλης 20 mg/λερκανιδιπίνης 10 mg εάν η αρτηριακή πίεση παρέμενε >140/90 mmHg: η τιτλοποίηση έγινε σε 133/221 ασθενείς και η διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση ομαλοποιήθηκε μετά την τιτλοποίηση στο 1/3 αυτών των περιπτώσεων.
-
Enalapril And Lercanidipine 20 mg/10 mg Σε μια κύρια διπλά τυφλή, με περαιτέρω προσθήκη (add-on) κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ, που διεξήχθη σε 327 μη ανταποκρινόμενους ασθενεί σε εναλαπρίλη 20 mg (οριζόμενο ως διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (SDBP) 95-114 και συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (SSBP) 140-189 mmHg), οι ασθενείς που έλαβαν εναλαπρίλη 20 mg/λερκανιδιπίνη 10 mg πέτυχαν μια σημαντικά μεγαλύτερη μείωση της ελάχιστης συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση σε σχέση με αυτούς που έλαβαν μονοθεραπεία (-9,8 έναντι -6,7 mmHg, p=0,013) και της ελάχιστης διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση (-9,2 έναντι -7,5 mmHg, p=0,015). Το ποσοστό των ασθενών που ανταποκρίθηκαν δεν ήταν σημαντικά υψηλότερο με τη θεραπεία συνδυασμού από ότι με τη μονοθεραπεία (53% έναντι 43%, p=0,076 για τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση και 41% έναντι 33%, p=0,116 για την συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση) και ένα όχι σημαντικά υψηλότερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού εμφάνισε ομαλοποίηση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση (48% έναντι 37%, p=0,055) και της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση (33% έναντι 28%, p=0,325) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία.
-
Enalapril And Lercanidipine 20 mg/20 mg Σε μία τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και δραστικό φάρμακο μελέτη με παραγοντικό σχεδιασμό που διεξήχθη σε 1.039 ασθενείς με μέτρια υπέρταση (οριζόμενη ως διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση στο ιατρείο 100-109 mmHg, συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση στο ιατρείο < 180 mmHg και διαστολική αρτηριακή πίεση στο σπίτι ≥ 85 mmHg), οι ασθενείς σε εναλαπρίλη 20 mg/λερκανιδιπίνη 20 mg είχαν σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις στη συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση και τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση στο ιατρείο και στο σπίτι σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (P<0,001). Κλινικά σημαντικές διαφορές στη μεταβολή από την αρχική τιμή της ελάχιστης τιμής της διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση στο ιατρείο παρατηρήθηκαν μεταξύ της θεραπείας συνδυασμού 20 mg/20 mg (-15,2 mmHg, n=113) σε σύγκριση με τη μεμονωμένη χορήγηση εναλαπρίλης 20 mg (-11,3 mmHg, P=0,004, n=113) ή με τη μεμονωμένη χορήγηση λερκανιδιπίνης 20 mg (-13,0 mmHg, P=0,092, n=113). Ομοίως, κλινικά σημαντικές διαφορές στη μεταβολή από την αρχική τιμή της ελάχιστης τιμής της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ύπτια θέση στο ιατρείο παρατηρήθηκαν μεταξύ της θεραπείας συνδυασμού, 20mg/20mg (-19,2 mmHg) σε σύγκριση με τη μεμονωμένη χορήγηση λερκανιδιπίνης 20 mg (-13,0 mmHg, P=0,002) ή τη μεμονωμένη χορήγηση εναλαπρίλης 20 mg (-15,3 mmHg, P=0,055). Κλινικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν επίσης στη συστολική και τη διαστολική αρτηριακή πίεση στο σπίτι. Μία σημαντική αύξηση στα ποσοστά των ανταποκρινόμενων ασθενών για τη διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (75%) και τη συστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (71%) παρατηρήθηκε με τη θεραπεία συνδυασμού 20mg/20mg έναντι του εικονικού φαρμάκου (P<0,001) και των δύο μονοθεραπειών (P<0,01). Η ομαλοποίηση της αρτηριακής πίεσης επιτεύχθηκε από υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία συνδυασμού 20 mg/20 mg (42%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (22%).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Δεν έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις κατά τη σύγχρονη χορήγηση εναλαπρίλης και λερκανιδιπίνης.
Φαρμακοκινητική της εναλαπρίλης
Απορρόφηση Η από στόματος χορηγούμενη εναλαπρίλη απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εναλαπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός μίας ώρας. Με βάση την ανάκτηση στα ούρα, το ποσοστό απορρόφησης της εναλαπρίλης από την από στόματος χορηγούμενη μηλεϊνική εναλαπρίλη είναι περίπου 60%. Η απορρόφηση της από στόματος χορηγούμενης εναλαπρίλης δεν επηρεάζεται από την παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό σωλήνα.
Κατανομή Μετά την απορρόφηση, η από στόματος χορηγούμενη εναλαπρίλη υδρολύεται ταχέως και εκτεταμένα στην εναλαπριλάτη, έναν ισχυρό αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της εναλαπριλάτης στο πλάσμα εμφανίζονται περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση μηλεινικής εναλαπρίλης από στόματος. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημίσειας ζωής της συσσώρευσης εναλαπριλάτης μετά τη λήψη πολλαπλών δόσεων εναλαπρίλης από στόματος είναι 11 ώρες. Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, σε σταθεροποιημένη κατάσταση οι συγκεντρώσεις εναλαπριλάτης στο ορό επιτεύχθηκαν μετά από τέσσερεις ημέρες θεραπείας. Καθόλο το εύρος των συγκεντρώσεων που είναι θεραπευτικώς σημαντικές, ο βαθμός δέσμευσης της εναλαπριλάτης από τις πρωτεΐνες στο πλάσμα δεν υπερβαίνει το 60%.
Βιομετασχηματισμός Εκτός της μετατροπής σε εναλαπριλάτη, δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικού μεταβολισμού της εναλαπρίλης.
Αποβολή Η απέκκριση της εναλαπρίλης είναι κυρίως νεφρική. Τα κύρια συστατικά στα ούρα είναι η εναλαπριλάτη, που αποτελεί περίπου το 40% της δόσης, και η αμετάβλητη εναλαπρίλη (περίπου 20%).
Νεφρική δυσλειτουργία Η έκθεση στην εναλαπρίλη και στην εναλαπριλάτη είναι αυξημένη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 40-60 ml/min), η AUC σε σταθεροποιημένη κατάσταση της εναλαπριλάτης ήταν περίπου διπλάσια από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία μετά από χορήγηση 5 mg εφάπαξ ημερησίως. Σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 30 ml/min), η AUC σχεδόν οκταπλασιάστηκε. Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής της εναλαπριλάτης μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων μηλεϊνικής εναλαπριλάτης είναι παρατεταμένος σε αυτό το στάδιο νεφρικής ανεπάρκειας και ο χρόνος έως τη σταθεροποιημένη κατάσταση καθυστερεί (βλ. Δοσολογία). Η εναλαπριλάτη μπορεί να απομακρυνθεί από τη γενική κυκλοφορία με αιμοκάθαρση. Ο ρυθμός κάθαρσης είναι 62 mg/ml.
Γαλουχία Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 20 mg σε πέντε γυναίκες μετά τον τοκετό, η μέση μέγιστη τιμή των επιπέδων εναλαπρίλης στο γάλα ήταν 1,7 μg/L (εύρος 0,54 έως 5,9 μg/L) εντός 4 έως 6 ωρών μετά τη δόση. Η μέση μέγιστη τιμή των επιπέδων της εναλαπριλάτης ήταν 1,7 μg/L (εύρος 1,2 έως 2,3 μg/L). Οι μέγιστες τιμές εμφανίστηκαν σε διαφορές χρονικές στιγμές κατά τη διάρκεια του 24ώρου. Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα των μέγιστων τιμών των επιπέδων στο γάλα, η εκτιμώμενη μέγιστη πρόσληψη ενός βρέφους που τρέφεται αποκλειστικά με θηλασμό θα ήταν περίπου 0,16% της προσαρμοσμένης στο βάρος της μητέρας δοσολογίας. Μια γυναίκα η οποία ελάμβανε καθημερινά 10 mg από στόματος χορηγούμενη εναλαπρίλη για 11 μήνες είχε μέγιστη τιμή επιπέδων εναλαπρίλης στο γάλα 2 μg/L 4 ώρες μετά τη δόση και μέγιστη τιμή επιπέδων εναλαπριλάτης 0,75 μg/L περίπου 9 ώρες μετά τη δόση. Η συνολική ποσότητα εναλαπρίλης και εναλαπριλάτης η οποία μετρήθηκε στο γάλα κατά τη διάρκεια του 24ώρου ήταν 1,44 μg/L και 0,63 μg/L αντίστοιχα. Τα επίπεδα της εναλαπριλάτης στο γάλα δεν ήταν ανιχνεύσιμα (< 0,2 μg/L) 4 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση εναλαπρίλης 5 mg σε μία μητέρα και 10 mg σε δύο μητέρες. Τα επίπεδα της εναλαπρίλης δεν προσδιορίστηκαν.
Φαρμακοκινητική της λερκανιδιπίνης
Απορρόφηση Η λερκανιδιπίνη απορροφάται πλήρως μετά την από στόματος χορήγηση και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου σε 1,5 με 3 ώρες. Τα δύο εναντιομερή της λερκανιδιπίνης επιδεικνύουν παρόμοιο προφίλ επιπέδων στο πλάσμα: ο χρόνος επίτευξης της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα είναι ο ίδιος, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η AUC είναι, κατά μέσο όρο 1,2 φορές υψηλότερες για το (S)-εναντιομερές. Οι ημιπερίοδοι απέκκρισης των δύο εναντιομερών είναι ουσιαστικά οι ίδιοι. Σε συνθήκες “in vivo” δεν παρατηρήθηκε μετατροπή του ενός εναντιομερούς στο άλλο. Εξαιτίας του υψηλού μεταβολισμού πρώτης διόδου, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από στόματος χορηγούμενης λερκανιδιπίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο μαζί με τροφή είναι περίπου 10%. Ωστόσο η βιοδιαθεσιμότητα κατά τη λήψη σε υγιείς εθελοντές σε συνθήκες νηστείας μειώνεται στο 1/3. Η διαθεσιμότητα της λερκανιδιπίνης μετά την από στόματος χορήγηση αυξάνεται κατά 4 φορές όταν λαμβάνεται έως και 2 ώρες μετά από ένα γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Επομένως το φάρμακο πρέπει να λαμβάνεται πριν από τα γεύματα.
Κατανομή Η κατανομή από το πλάσμα στους ιστούς και τα όργανα είναι γρήγορη και εκτεταμένη. Ο βαθμός δέσμευσης της λερκανιδιπίνης από τις πρωτεΐνες στο πλάσμα υπερβαίνει το 98%. Επειδή τα επίπεδα των πρωτεϊνών στο πλάσμα είναι μειωμένα στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, το ελεύθερο κλάσμα του φαρμάκου μπορεί να είναι μεγαλύτερο.
Βιομετασχηματισμός Η λερκανιδιπίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό από το CYP3A4. Το μητρικό φάρμακο δεν βρέθηκε στα ούρα ή στα κόπρανα. Μετατρέπεται κυρίως σε αδρανείς μεταβολίτες και το 50% περίπου της δόσης απεκκρίνεται με τα ούρα. “In vitro” πειράματα με μικροσωμάτια ανθρώπινων ηπατικών κυττάρων έδειξαν ότι η λερκανιδιπίνη παρουσιάζει κάποιο βαθμό αναστολής των δύο ενζύμων CYP3A4 και CYP2D6 σε συγκεντρώσεις 160 και 40 φορές υψηλότερες από τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που επιτυγχάνονται μετά από δόση 20 mg. Επιπρόσθετα, μελέτες αλληλεπίδρασης στον άνθρωπο έδειξαν ότι η λερκανιδιπίνη δεν μεταβάλλει τα επίπεδα στο πλάσμα της μιδαζολάμης, ενός τυπικού υποστρώματος του CYP3A4, ή της μετοπρολόλης, ενός τυπικού υποστρώματος του CYP2D6. Επομένως, δεν αναμένεται αναστολή της βιομετατροπής των φαρμάκων που μεταβολίζονται από το CYP3A4 και CYP2D6, εξαιτίας της λερκανιδιπίνης σε θεραπευτικές δόσεις.
Αποβολή Η αποβολή ουσιαστικά γίνεται με βιομετασχηματισμό. Η μέση τελική ημιπερίοδος ζωής έχει υπολογισθεί σε 8-10 ώρες, και λόγω της υψηλής δέσμευσης από τα λιπίδια της μεμβράνης, η θεραπευτική δράση διαρκεί 24 ώρες,. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση μετά από επανειλημμένη χορήγηση.
Γραμμικότητα/Μη γραμμικότητα Τα επίπεδα της λερκανιδιπίνης στο πλάσμα μετά από την από στόματος χορήγηση της λερκανιδιπίνης δεν είναι ευθέως ανάλογα με τη δοσολογία (μη γραμμική κινητική). Μετά τη χορήγηση 10, 20 ή 40 mg, η αναλογία των μέγιστων συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στο πλάσμα ήταν 1:3:8 και ο λόγος των περιοχών κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα σε συνάρτηση προς το χρόνο ήταν 1:4:18, υποδεικνύοντας βαθμιαίο κορεσμό του μεταβολισμού πρώτης διόδου. Αντιστοίχως, η διαθεσιμότητα αυξάνεται με την αύξηση της δοσολογίας.
Άλλες ειδικές ομάδες πληθυσμού Έχει δειχθεί ότι η φαρμακοκινητική συμπεριφορά της λερκανιδιπίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία ή ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε στο γενικό πληθυσμό ασθενών. Στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση τα επίπεδα του φαρμάκου ήταν υψηλότερα (περίπου 70%). Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της λερκανιδιπίνης πιθανόν να είναι αυξημένη αφού το φάρμακο κανονικά υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό στο ήπαρ.