VENLAFAXINE
Βενλαφαξίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντικαταθλιπτικά - κωδικός ATC: N06A X16 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός αντικαταθλιπτικής δράσης της βενλαφαξίνης στους ανθρώπους πιστεύεται ότι σχετίζεται με την ενίσχυση της νευροδιαβιβαστικής δραστηριότητας στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος χρήση
- Χορήγηση: με τροφή, περίπου την ίδια ώρα κάθε ημέρα
- Δόση έναρξης: 37,5 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Οι αυξήσεις της δοσολογίας μπορεί να γίνονται ανά διαστήματα 2 εβδομάδων ή περισσότερο. Εάν απαιτείται κλινικά λόγω της σοβαρότητας των συμπτωμάτων, αυξήσεις της δόσης μπορούν να γίνουν σε πιο συχνά διαστήματα, που δεν είναι όμως μικρότερα των 4 ημερών. Εξαιτίας του κινδύνου των ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με τη δόση, οι αυξήσεις της δόσης πρέπει να γίνονται μόνο μετά από κλινική αξιολόγηση (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Πρέπει να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η απότομη διακοπή πρέπει να αποφεύγεται. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με βενλαφαξίνη, η δόση πρέπει να μειώνεται βαθμιαία για μια περίοδο τουλάχιστον μιας με δύο εβδομάδων ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος των αντιδράσεων απόσυρσης (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ορισμένους ασθενείς, η διακοπή ενδέχεται να χρειαστεί να γίνει πολύ προοδευτικά σε περιόδους μηνών ή περισσότερο.
-
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδιαΔόση75 mgΜέγ. δόση375 mg/ημέραΑυξήσεις δοσολογίας ανά 2 εβδομάδες ή περισσότερο. Κλινικά, όχι νωρίτερα από 4 ημέρες. Μόνο μετά από κλινική αξιολόγηση. Να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα. Για πρόληψη επανεμφάνισης MDE, η δόση είναι η ίδια. Τα αντικαταθλιπτικά πρέπει να συνεχίζονται για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την ύφεση.
-
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχήΔόση75 mgΜέγ. δόση225 mg/ημέραΑυξήσεις δοσολογίας ανά 2 εβδομάδες ή περισσότερο. Μόνο μετά από κλινική αξιολόγηση. Να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα.
-
Κοινωνική αγχώδης διαταραχήΔόση75 mgΜέγ. δόση225 mg/ημέραΔεν υπάρχουν ενδείξεις ότι υψηλότερες δόσεις παρέχουν επιπρόσθετο όφελος. Για ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στα 75 mg/ημέρα, μπορεί να εξεταστούν αυξήσεις έως 225 mg/ημέρα. Αυξήσεις δοσολογίας ανά 2 εβδομάδες ή περισσότερο. Μόνο μετά από κλινική αξιολόγηση. Να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα.
-
Διαταραχή πανικούΔόση37,5 mg/ημέρα για 7 ημέρες, μετά αύξηση στα 75 mg/ημέραΜέγ. δόση225 mg/ημέραΓια ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στα 75 mg/ημέρα, μπορεί να εξεταστούν αυξήσεις έως 225 mg/ημέρα. Αυξήσεις δοσολογίας ανά 2 εβδομάδες ή περισσότερο. Μόνο μετά από κλινική αξιολόγηση. Να διατηρείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η θεραπεία πρέπει να επαναξιολογείται τακτικά και εξατομικευμένα.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν θεωρείται απαραίτητη ειδική προσαρμογή στη δόση βάσει ηλικίας μόνο. Προσοχή λόγω πιθανότητας νεφρικής δυσλειτουργίας, αλλαγών στην ευαισθησία και συγγένεια του νευροδιαβιβαστή. Χρησιμοποιείται η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Προσεκτική παρακολούθηση σε αύξηση δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν συνιστάται η χρήση σε παιδιά και εφήβους.
-
Ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΜείωση της δόσης κατά 50%Εξατομίκευση της δοσολογίας λόγω διακύμανσης της κάθαρσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΜείωση της δόσης σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%Συνιστάται προσοχή. Το όφελος πρέπει να σταθμίζεται έναντι του κινδύνου.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (GFR 30-70 ml/min)Δεν χρειάζεται αλλαγή δοσολογίας, αλλά συνιστάται προσοχή.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min) ή που χρειάζονται αιμοκάθαρσηΔόσηΜείωση της δόσης κατά 50%Εξατομίκευση της δοσολογίας λόγω διακύμανσης της κάθαρσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με μη αναστρέψιμους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (αναστολείς ΜΑΟ)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με κατάθλιψη, άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, ιστορικό επεισοδίων σχετιζόμενων με αυτοκτονία, ή σημαντικού βαθμού αυτοκτονικό ιδεασμό, ασθενείς ηλικίας κάτω των 25 ετώνΣτενή παρακολούθηση, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δοσολογία. Οι ασθενείς (και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) θα πρέπει να είναι σε επαγρύπνηση για οποιαδήποτε κλινική επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και οποιεσδήποτε ασυνήθιστες αλλαγές στη συμπεριφορά και να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή άμεσα εάν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα.
-
Χρήση σε παιδιά και εφήβουςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώνΔεν πρέπει να χορηγείται. Εάν χορηγηθεί λόγω κλινικής ανάγκης, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή για την πιθανότητα εμφάνισης αυτοκτονικών συμπτωμάτων.
-
Σύνδρομο σεροτονίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλους σεροτονινεργικούς παράγοντες, φάρμακα που επηρεάζουν το μεταβολισμό της σεροτονίνης (ΜΑΟ), πρόδρομες ουσίες της σεροτονίνης (τρυπτοφάνη), αντιψυχωσικά ή ντοπαμινικούς ανταγωνιστέςΠροσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά τις αυξήσεις των δόσεων. Η ταυτόχρονη χρήση βενλαφαξίνης με πρόδρομες ουσίες της σεροτονίνης (όπως τα συμπληρώματα τρυπτοφάνης) δε συνιστάται.
-
Μυδρίαση / Γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση ή ασθενείς σε κίνδυνο για γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΣυνιστάται να παρακολουθούνται στενά.
-
Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ασθενείς με προϋπάρχουσα υπέρταση, ασθενείς με συνυπάρχοντα νοσήματα που μπορεί να επιδεινωθούν από αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης (π.χ. διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας)Όλοι οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για υψηλή αρτηριακή πίεση. Η προϋπάρχουσα υπέρταση θα πρέπει να ελέγχεται πριν την έναρξη της θεραπείας. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να ελέγχεται περιοδικά, μετά την έναρξη της θεραπείας και μετά από αυξήσεις της δόσης. Χρειάζεται προσοχή.
-
Αυξήσεις του καρδιακού ρυθμούΠληθυσμόςΑσθενείς που μπορούν να εμφανίσουν επιδείνωση των συνοδών νοσημάτων τους μέσω αυξήσεων του καρδιακού ρυθμούΧρειάζεται προσοχή.
-
Καρδιοπάθεια και κίνδυνος αρρυθμίας (παράταση QTc, κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)ΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσφατο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ασταθούς καρδιοπάθειας, ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής καρδιακής αρρυθμίας ή παράτασης του διαστήματος QTcΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ισοζύγιο κινδύνου και οφέλους πριν την συνταγογράφηση.
-
ΣπασμοίΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σπασμώνΧορηγείται με προσοχή. Οι ενδιαφερόμενοι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή που εμφανίζει σπασμούς.
-
Υπονατριαιμία και/ή Σύνδρομο Απρόσφορης έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH)ΠληθυσμόςΑσθενείς με υποογκαιμία ή αφυδατωμένοι ασθενείς, Ηλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, και ασθενείς με υποογκαιμίαΟι ασθενείς αυτοί μπορεί να είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
-
Μη φυσιολογικές αιμορραγικές εκδηλώσεις (διαταραχές της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων)ΠληθυσμόςΑσθενείς με αιμορραγική προδιάθεση, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που λαμβάνουν αντιπηκτικά φάρμακα και αναστολείς αιμοπεταλίωνΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Αύξηση χοληστερόλης στον ορόΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακρόχρονη θεραπείαΠρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης των επιπέδων χοληστερόλης.
-
Συγχορήγηση με φάρμακα κατά της παχυσαρκίαςΗ συγχορήγηση βενλαφαξίνης και φαρμάκων κατά της παχυσαρξίας δεν συνιστάται. Η βενλαφαξίνη δεν ενδείκνυται για μείωση σωματικού βάρους είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα.
-
Μανία/υπομανίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ή οικογενειακό ιστορικό διπολικής διαταραχήςΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
ΕπιθετικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό επιθετικότηταςΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Συμπτώματα στέρησης κατά τη διακοπή της θεραπείαςΣυνιστάται η βενλαφαξίνη να μειώνεται βαθμιαία όταν διακόπτεται η θεραπεία πάνω από μια περίοδο αρκετών εβδομάδων ή μηνών, σύμφωνα με τις ανάγκες του ασθενή (βλ. Δοσολογία).
-
Ακαθησία/ψυχοκινητική ανησυχίαΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν αυτά τα συμπτώματαΗ αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
-
Ξηροστομία / κίνδυνος τερηδόναςΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για την σημασία της υγιεινής των δοντιών.
-
Μεταβολή του γλυκαιμικού ελέγχουΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτηΜπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης και/ή των από του στόματος αντιδιαβητικών.
-
Ψευδώς θετικές ανοσολογικές εξετάσεις ούρων για φαινοκυκλιδίνη και αμφεταμίνηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν βενλαφαξίνηΔοκιμασίες επιβεβαίωσης, όπως αέρια χρωματογραφία/φασματομετρία μάζας, θα διακρίνουν τη βενλαφαξίνη από τη φαινοκυκλιδίνη και την αμφεταμίνη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μη αναστρέψιμοι, μη εκλεκτικοί αναστολείς της ΜΑΟαντένδειξηΣοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, σύνδρομο σεροτονίνης (τρόμος, μυόκλωνος, εφίδρωση, ναυτία, έμετος, έξαψη, ζάλη, υπερθερμία, επιληπτικές κρίσεις, θάνατος).ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό. Η βενλαφαξίνη δεν πρέπει να ξεκινήσει για τουλάχιστον 14 ημέρες μετά τη διακοπή του αναστολέα ΜΑΟ. Η βενλαφαξίνη πρέπει να διακοπεί για τουλάχιστον 7 ημέρες πριν την έναρξη του αναστολέα ΜΑΟ.
-
Αναστρέψιμος, εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ-Α (μοκλοβεμίδη)προσοχήΚίνδυνος συνδρόμου σεροτονίνης.ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός. Περίοδος απόσυρσης αναστρέψιμου αναστολέα ΜΑΟ μικρότερη των 14 ημερών πριν την έναρξη βενλαφαξίνης. Διακοπή βενλαφαξίνης για τουλάχιστον 7 ημέρες πριν την έναρξη αναστρέψιμου αναστολέα ΜΑΟ.
-
Λινεζολίδη (αναστρέψιμος, μη εκλεκτικός αναστολέας της ΜΑΟ)αντένδειξηΣοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, σύνδρομο σεροτονίνης (τρόμος, μυόκλωνος, εφίδρωση, ναυτία, έμετος, έξαψη, ζάλη, υπερθερμία, επιληπτικές κρίσεις, θάνατος).ΣύστασηΔεν πρέπει να δίνεται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με βενλαφαξίνη.
-
Σεροτονινεργικοί παράγοντες (τριπτάνες, SSRIs, SNRIs, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αμφεταμίνες, λίθιο, σιμπουτραμίνη, St. John’s Wort [Hypericum perforatum], οπιοειδή)προσοχήΣύνδρομο σεροτονίνης (δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση).ΣύστασηΕάν απαιτείται κλινικά η ταυτόχρονη θεραπεία (με SSRI, SNRI ή τριπτάνη), συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση, ιδιαίτερα κατά την έναρξη και τις αυξήσεις της δόσης.
-
Φαρμακευτικοί παράγοντες που επηρεάζουν το μεταβολισμό της σεροτονίνης (αναστολείς ΜΑΟ, μπλε του μεθυλενίου)προσοχήΣύνδρομο σεροτονίνης (δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση).
-
Πρόδρομες ουσίες της σεροτονίνης (συμπληρώματα τρυπτοφάνης)αντένδειξηΣύνδρομο σεροτονίνης.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Αντιψυχωσικά ή άλλοι ανταγωνιστές της ντοπαμίνηςπροσοχήΣύνδρομο σεροτονίνης.
-
Άλλες ουσίες που δρουν στο ΚΝΣπροσοχήΟ κίνδυνος δεν έχει εκτιμηθεί συστηματικά.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
προσοχήΕπιδράσεις στο ΚΝΣ, κλινική επιδείνωση ψυχιατρικών καταστάσεων, ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις συμπεριλαμβανομένων κατασταλτικών επιδράσεων στο ΚΝΣ.ΣύστασηΟι ασθενείς να μην κάνουν χρήση αλκοόλ.
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTc (αντιαρρυθμικά κατηγορίας Iα και III, ορισμένα αντιψυχωσικά, ορισμένα μακρολίδια, ορισμένα αντιισταμινικά, ορισμένα αντιβιοτικά κινολόνης)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος παράτασης του QTc και/ή κοιλιακών αρρυθμιών (π.χ., κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου).ΣύστασηΗ συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ., αταζαναβίρη, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουϊναβίρη, τελιθρομυκίνη)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της βενλαφαξίνης και της Ο-δεσμεθυλβενλαφαξίνης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
προσοχήΜπορεί να εμφανιστεί σύνδρομο σεροτονίνης.
-
χωρίς προσαρμογήΗ βενλαφαξίνη δεν έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική της διαζεπάμης και του ενεργού μεταβολίτη της, της δεσμεθυλδιαζεπάμης. Η διαζεπάμη δεν φαίνεται να επιδρά στη φαρμακοκινητική της βενλαφαξίνης ή της Ο-δεσμεθυλβενλαφαξίνης.ΣύστασηΕίναι άγνωστο εάν υπάρχει αλληλεπίδραση με άλλες βενζοδιαζεπίνες.
-
προσοχήΔοσοεξαρτώμενη αύξηση της AUC της 2-ΟΗ-δεσιπραμίνης από 2,5 έως 4,5 φορές (με βενλαφαξίνη 75 mg έως 150 mg). Η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
προσοχήΜείωση κατά 42% στην ολική κάθαρση της αλοπεριδόλης, αύξηση κατά 70% στην AUC, αύξηση κατά 88% στη Cmax. Η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.ΣύστασηΑυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
-
προσοχήΑύξηση της AUC της ρισπεριδόνης κατά 50%. Δεν μετέβαλε σημαντικά το φαρμακοκινητικό προφίλ του ολικού ενεργού τμήματος. Η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.
-
προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων μετοπρολόλης στο πλάσμα κατά 30-40%. Η κλινική συσχέτιση σε υπερτασικούς ασθενείς δεν είναι γνωστή.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
προσοχήΜείωση 28% της AUC και 36% μείωση της Cmax για την ινδιναβίρη. Η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.
-
Από στόματος αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΑνεπιθύμητες κυήσεις αναφέρθηκαν. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης.ΣύστασηΔεν έχει πραγματοποιηθεί μελέτη αλληλεπίδρασης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Εκχύμωση
- Ουδετεροπενία (Πολύ σπάνιες)
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Απρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης (Μη γνωστές)
- Προλακτίνη αίματος αυξημένη (Μη γνωστές)
- Μειωμένη όρεξη (Όχι συχνές)
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Νευρικότητα
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Διέγερση
- Απάθεια
- Παραλήρημα
- Μη φυσιολογικά όνειρα (Συχνές)
- Ανοργασμία (Συχνές)
- Συγχυτική κατάσταση (Όχι συχνές)
- Αποπροσωποποίηση (Όχι συχνές)
- Μανία (Σπάνιες)
- Υπομανία (Σπάνιες)
- Ψευδαισθήσεις (Σπάνιες)
- Αποπραγματοποίηση (Σπάνιες)
- Μη φυσιολογικός οργασμός (Σπάνιες)
- Βρουξισμός (Σπάνιες)
- Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονικές συμπεριφορές (Σπάνιες)
- Επιθετικότητα (Σπάνιες)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ακαθησία
- Τρόμος
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Συγκοπή
- Διαταραχή ισορροπίας
- Σπασμός
- Υπερτονία
- Καταστολή (Συχνές)
- Μυόκλωνος (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογικός συντονισμός (Όχι συχνές)
- Δυσκινησία (Όχι συχνές)
- Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (ΝΜS) (Σπάνιες)
- Σύνδρομο σεροτονίνης (Σπάνιες)
- Δυστονία (Σπάνιες)
- Όψιμη δυσκινησία (Πολύ σπάνιες)
- Οπτική δυσλειτουργία (Συχνές)
- Διαταραχή της προσαρμογής, συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης (Συχνές)
- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας (Όχι συχνές)
- Μυδρίαση
- Εμβοές
- Ίλιγγος
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Κοιλιακή ταχυκαρδία (Σπάνιες)
- Κοιλιακή μαρμαρυγή (Σπάνιες)
- Παρατεταμένο QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (Σπάνιες)
- Καρδιομυοπάθεια από στρες (καρδιομυοπάθεια takotsubo) (Μη γνωστές)
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Ορθοστατική υπόταση
- Υπόταση
- Δύσπνοια
- Χασμουρητό (Συχνές)
- Διάμεση πνευμονοπάθεια (Σπάνιες)
- Πνευμονική ηωσινοφιλία (Σπάνιες)
- Ναυτία
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Έμετος
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Παγκρεατίτιδα
- Δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογική (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα
- Υπεριδρωσία (συμπεριλαμβανομένων των νυκτερινών εφιδρώσεων) (Πολύ συχνές)
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας (Όχι συχνές)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ραβδομυόλυση
- Δυσκολία στην ούρηση
- Κατακράτηση ούρων
- Αυξημένη συχνότητα ούρησης (Συχνές)
- Ακράτεια ούρων (Μη γνωστές)
- Μηνορραγία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Διαταραχές εκσπερμάτισης
- Μητρορραγία (Συχνές)
- Αιμορραγία μετά τον τοκετό (Μη γνωστές)
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Ρίγη
- Αιμορραγία βλεννογόνου (Μη γνωστές)
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Χοληστερόλη αίματος αυξημένη (Συχνές)
- Χρόνος ροής παρατεταμένος (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΕφίδρωση (συμπεριλαμβανομένων των νυκτερινών εφιδρώσεων)
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑνοργασμίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη συχνότητα ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη χοληστερόλη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές εκσπερμάτισηςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή της προσαρμογής (συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης)
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜητρορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΟπτική δυσλειτουργίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΧασμουρητόΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΓλαύκωμα κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυόκλωνοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΧρόνος ροής παρατεταμένος
-
ΣπάνιεςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑποπραγματοποίησηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονικές συμπεριφορές
-
ΣπάνιεςΒρουξισμός
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔυστονίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο (ΝΜS)
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΜανίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογικός οργασμόςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠαρατεταμένο QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ηωσινοφιλίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣπασμόςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο σεροτονίνηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπομανίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία βλεννογόνου
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία μετά τον τοκετόΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑπρόσφορη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένη προλακτίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚαρδιομυοπάθεια από στρες (καρδιομυοπάθεια takotsubo)
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της βενλαφαξίνης σε εγκύους γυναίκες. Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Η βενλαφαξίνη πρέπει να χορηγείται σε εγκύους γυναίκες μόνο αν τα αναμενόμενα οφέλη αντισταθμίζουν τους πιθανούς κινδύνους. Μπορεί να εμφανιστούν σε νεογνά συμπτώματα από τη διακοπή, αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας μετά τον τοκετό, και αυξημένος κίνδυνος επίμονης πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού (PPHN).Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Επιδημιολογικά δεδομένα έχουν υποδείξει ότι η χρήση των SSRIs στην κύηση, ιδιαίτερα στο τέλος της κύησης, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επίμονης πνευμονικής υπέρτασης του νεογνού (PPHN). Τα δεδομένα παρατήρησης καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο (μικρότερο από το διπλάσιο) αιμορραγίας μετά τον τοκετό ύστερα από έκθεση σε SSRIs/SNRIs εντός του μήνα πριν από τη γέννηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συμπτώματα που μπορεί να παρατηρηθούν σε νεογέννητα περιλαμβάνουν ευερεθιστότητα, τρόμο, υποτονία, επίμονο κλάμα, και δυσκολία στο θηλασμό ή στον ύπνο. Ορισμένα νεογνά που εκτέθηκαν στη βενλαφαξίνη κατά το τέλος του τρίτου τριμήνου, ανέπτυξαν επιπλοκές, για τις οποίες απαιτήθηκε η παρεντερική σίτιση, η αναπνευστική υποστήριξη ή η παρατεταμένη νοσηλεία σε νοσοκομείο.
-
ΘηλασμόςΗ βενλαφαξίνη και ο ενεργός μεταβολίτης της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος για τα παιδιά που θηλάζουν. Πρέπει να αποφασίζεται αν θα συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή θα συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με το Βενλαφαξίνη XR, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με το Βενλαφαξίνη XR για τη γυναίκα.Έχουν υπάρξει αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος για βρέφη που θήλαζαν, τα οποία εμφάνισαν κλάμα, ευερεθιστότητα, και μη φυσιολογικά πρότυπα ύπνου. Έχουν επίσης αναφερθεί συμπτώματα ανάλογα της διακοπής χρήσης βενλαφαξίνης μετά από διακοπή του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΣε μία μελέτη σε ζώα παρατηρήθηκε μειωμένη γονιμότητα. Η συσχέτιση αυτού του ευρήματος με τον άνθρωπο δεν είναι γνωστή.Σε μία μελέτη κατά την οποία τόσο οι αρσενικοί όσο και οι θηλυκοί αρουραίοι είχαν εκτεθεί σε Ο-δεσμεθυλβενλαφαξίνη, παρατηρήθηκε μειωμένη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντικαταθλιπτικά - κωδικός ATC: N06A X16
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός αντικαταθλιπτικής δράσης της βενλαφαξίνης στους ανθρώπους πιστεύεται ότι σχετίζεται με την ενίσχυση της νευροδιαβιβαστικής δραστηριότητας στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Προκλινικές μελέτες έδειξαν ότι η βενλαφαξίνη και ο βασικός μεταβολίτης της, Ο-δεσμεθυλβενλαφαξίνη (ODV), είναι αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης. Η βενλαφαξίνη αναστέλλει επίσης ασθενώς την πρόσληψη ντοπαμίνης. Η βενλαφαξίνη και ο ενεργός μεταβολίτης της μειώνουν την β-αδρενεργική ανταπόκριση τόσο μετά την οξεία (εφάπαξ δόση) όσο και κατά τη χρόνια χορήγηση. H βενλαφαξίνη και η ODV μοιάζουν πολύ ως προς τη συνολική δράση στην επαναπρόσληψη των νευροδιαβιβαστών και στη σύνδεση του υποδοχέα. Η βενλαφαξίνη in vitro δεν έχει πρακτικά συγγένεια με τους μουσκαρινικούς, χολινεργικούς, Η1-ισταμινεργικούς ή α1-αδρενεργικούς υποδοχείς του εγκεφάλου του αρουραίου. Η φαρμακολογική δραστηριότητα σε αυτούς τους υποδοχείς μπορεί να συνδέεται με διάφορες ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως αντιχολινεργικές, ηρεμιστικές και καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες, που παρατηρούνται με άλλα αντικαταθλιπτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η βενλαφαξίνη δεν αναστέλλει τη δράση της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ). Μελέτες in vitro αποκάλυψαν ότι η βενλαφαξίνη δεν έχει πρακτικά συγγένεια με τους ευαίσθητους υποδοχείς σε οπιούχα ή βενζοδιαζεπίνες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια Η αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης άμεσης αποδέσμευσης ως θεραπεία για τα μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια τεκμηριώθηκε με πέντε τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, μικρής διάρκειας δοκιμές, που κυμαίνονταν από 4 έως 6 εβδομάδες, για δόσεις έως 375 mg/ημέρα. Η αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως θεραπεία για τα μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια αποδείχθηκε σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, μικρής διάρκειας μελέτες 8 και 12 εβδομάδων, που περιλάμβαναν εύρος δόσης από 75 έως 225 mg/ημέρα. Σε μια μελέτη μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, ενήλικες εξωνοσοκομειακοί ασθενείς, οι οποίοι είχαν ανταποκριθεί κατά την ανοικτή δοκιμή με την βενλαφαξίνη παρατεταμένης αποδέσμευσης (75, 150, ή 225 mg) διάρκειας 8 εβδομάδων, τυχαιοποιήθηκαν για να συνεχίσουν να λαμβάνουν την ίδια δόση βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ή εικονικού φαρμάκου, για παρακολούθηση μέχρι 26 εβδομάδες για τυχόν εκδήλωση υποτροπής. Σε μια δεύτερη μελέτη μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, η αποτελεσματικότητα της βενλαφαξίνης στην πρόληψη της επανεμφάνισης καταθλιπτικών επεισοδίων για διάστημα 12 μηνών αποδείχθηκε σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά-τυφλή κλινική δοκιμή σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με υποτροπιάζοντα μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια, οι οποίοι είχαν ανταποκριθεί στη θεραπεία της βενλαφαξίνης (100 έως 200 mg/ημέρα, σε σχήμα δύο φορές ημερησίως) κατά το τελευταίο επεισόδιο κατάθλιψης.
Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή Η αποτελεσματικότητα των καψακίων βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως θεραπεία για τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή (ΓΑΔ) τεκμηριώθηκε με δύο 8 εβδομάδων, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σταθερής δόσης μελέτες (75 έως 225 mg/ημέρα), με μια 6 μηνών, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, σταθερής δόσης μελέτη (75 έως 225 mg/ημέρα), και με μια 6 μηνών, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, με ευέλικτη δόση μελέτη (37,5, 75 και 150 mg/ημέρα) σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς ασθενείς. Ενώ υπήρχαν επίσης στοιχεία για την ανωτερότητα της δόσης των 37,5 mg/ημέρα έναντι του εικονικού φαρμάκου, αυτή η δόση δεν ήταν τόσο σταθερά αποτελεσματική όσο οι υψηλότερες δόσεις.
Κοινωνική αγχώδης διαταραχή Η αποτελεσματικότητα των καψακίων βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως θεραπεία για την κοινωνική αγχώδη διαταραχή τεκμηριώθηκε με τέσσερις διπλά-τυφλές, με παράλληλες ομάδες, 12 εβδομάδων, πολυκεντρικές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, με ευέλικτη δόση μελέτες και μία διπλά-τυφλή, παράλληλων ομάδων, 6 μηνών, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, με σταθερή/ευέλικτη δόση μελέτη σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς ασθενείς. Οι ασθενείς έλαβαν δόσεις που κυμαίνονταν από 75 έως 225 mg/ημέρα. Δεν υπήρξε κανένα στοιχείο για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην ομάδα που λάμβανε 150 έως 225 mg/ημέρα συγκριτικά με την ομάδα που λάμβανε 75 mg/ημέρα στη μελέτη διάρκειας 6 μηνών.
Διαταραχή πανικού Η αποτελεσματικότητα των καψακίων βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης ως θεραπεία για τη διαταραχή πανικού τεκμηριώθηκε με δύο διπλά-τυφλές, 12 εβδομάδων, πολυκεντρικές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με διαταραχή πανικού, με ή χωρίς αγοραφοβία. Η αρχική δόση στις μελέτες διαταραχής πανικού ήταν 37,5 mg/ημέρα για 7 ημέρες. Οι ασθενείς στη συνέχεια έλαβαν σταθερές δόσεις των 75 ή 150 mg/ημέρα στη μία μελέτη και των 75 ή 225 mg/ημέρα στην άλλη μελέτη. Η αποτελεσματικότητα τεκμηριώθηκε επίσης με μία μακροχρόνια, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, με παράλληλες ομάδες μελέτη για την μακροχρόνια ασφάλεια, αποτελεσματικότητα, και πρόληψη της υποτροπής σε ενήλικες εξωνοσοκομειακούς ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία ανοιχτής επισήμανσης. Οι ασθενείς συνέχισαν να λαμβάνουν την ίδια δόση βενλαφαξίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης που είχαν λάβει στο τέλος της φάσης ανοιχτής επισήμανσης (75, 150 ή 225 mg).
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία Σε μία ειδική διεξοδική μελέτη QTc σε υγιή άτομα, η βενλαφαξίνη δεν προκάλεσε παράταση του διαστήματος QT σε οποιαδήποτε κλινικά σχετική έκταση, σε υπερθεραπευτική δόση των 450 mg/ημέρα (η οποία δίνεται ως 225 mg δύο φορές ημερησίως). Ωστόσο, μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις παράτασης του QTc/TdP και κοιλιακή αρρυθμία, κυρίως έπειτα από υπερδοσολογία ή σε ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου παράτασης του QTc/TdP (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία).
Η βενλαφαξίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα, κυρίως στον ενεργό της μεταβολίτη, Ο-δεσμεθυλβενλαφαξίνη (ODV). Ο μέσος ± SD χρόνος ημιζωής της βενλαφαξίνης και της ODV στο πλάσμα είναι 5±2 ώρες και 11±2 ώρες, αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της βενλαφαξίνης και της ODV επιτυγχάνονται εντός 3 ημερών από τη θεραπεία με πολλαπλές χορηγούμενες δόσεις από το στόμα. Η βενλαφαξίνη και η ODV διαθέτουν γραμμική κινητική σε εύρος δόσεων από 75 mg έως 450 mg/ημέρα.
Απορρόφηση
Τουλάχιστον το 92% της βενλαφαξίνης απορροφάται μετά από εφάπαξ από στόματος δόσεις βενλαφαξίνης άμεσης αποδέσμευσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 40% με 45% εξαιτίας του προσυστηματικού μεταβολισμού. Μετά τη χορήγηση βενλαφαξίνης άμεσης αποδέσμευσης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βενλαφαξίνης και της ODV στο πλάσμα σημειώνονται σε 2 και 3 ώρες, αντιστοίχως. Μετά τη χορήγηση της βενλαφαξίνης σε καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βενλαφαξίνης και της ODV στο πλάσμα επιτυγχάνονται στις 5,5 και στις 9,0 ώρες, αντίστοιχα. Όταν χορηγούνται ισοδύναμες ημερήσιες δόσεις βενλαφαξίνης είτε ως δισκία άμεσης αποδέσμευσης ή ως καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, το καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης παρέχει βραδύτερο ρυθμό απορρόφησης, αλλά τον ίδιο βαθμό απορρόφησης σε σύγκριση με το δισκίο άμεσης αποδέσμευσης. Η τροφή δεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα της βενλαφαξίνης και της ODV.
Κατανομή
Η βενλαφαξίνη και η ODV συνδέονται σε ελάχιστο βαθμό σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος (27% και 30%, αντιστοίχως). Ο όγκος κατανομής της βενλαφαξίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 4,4±1,6 L/kg μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
Βιομετασχηματισμός
Η βενλαφαξίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό στο ήπαρ. In vitro και in vivo μελέτες δείχνουν ότι η βενλαφαξίνη βιομετασχηματίζεται στον κύριο ενεργό της μεταβολίτη, ODV, από το CYP2D6. In vitro και in vivo μελέτες δείχνουν ότι η βενλαφαξίνη μεταβολίζεται σε έναν δευτερεύοντα, λιγότερο ενεργό μεταβολίτη, την N-δεσμεθυλβενλαφαξίνη, από το CYP3A4. In vitro και in vivo μελέτες δείχνουν ότι η βενλαφαξίνη είναι ασθενής αναστολέας του CYP2D6. Η βενλαφαξίνη δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2C9, ή CYP3A4.
Αποβολή
Η βενλαφαξίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών. Περίπου το 87% μιας δόσης βενλαφαξίνης ανακτάται στα ούρα σε 48 ώρες είτε ως αμετάβλητη βενλαφαξίνη (5%), μη συζευγμένη ODV (29%), συζευγμένη ODV (26%), ή με τη μορφή άλλων αδρανών μεταβολιτών ήσσονος σημασίας (27%). Η μέση ± SD κάθαρση της βενλαφαξίνης και της ODV στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 1,3±0,6 L/h/kg και 0,4±0,2 L/h/kg, αντιστοίχως.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικία και φύλο Η ηλικία και το φύλο των ατόμων δεν επηρεάζουν σημαντικά την φαρμακοκινητική της βενλαφαξίνης και της ODV.
Άτομα με εκτεταμένη/μειωμένη μεταβολική ικανότητα του CYP2D6 Οι συγκεντρώσεις της βενλαφαξίνης στο πλάσμα είναι υψηλότερες σε άτομα με μειωμένη μεταβολική ικανότητα του CYP2D6 απ’ ό,τι σε άτομα με εκτεταμένη μεταβολική ικανότητα. Καθώς η συνολική έκθεση (AUC) της βενλαφαξίνης και της ODV είναι παρόμοια σε άτομα τόσο με μειωμένη όσο και με εκτεταμένη μεταβολική ικανότητα, δεν απαιτείται να χορηγηθούν διαφορετικά δοσολογικά σχήματα βενλαφαξίνης στις δύο αυτές ομάδες.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε άτομα με Child-Pugh A (ήπια ηπατική δυσλειτουργία) και Child-Pugh Β (μέτρια ηπατική δυσλειτουργία), οι χρόνοι ημιζωής της βενλαφαξίνης και της ODV παρατάθηκαν σε σύγκριση με τα υγιή άτομα. Η κάθαρση της από στόματος χορηγούμενης βενλαφαξίνης και ODV μειώθηκε. Παρατηρήθηκε μεγάλος βαθμός διακύμανσης μεταξύ των ατόμων. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς που υφίστανται αιμοκάθαρση, ο χρόνος ημιζωής της αποβολής της βενλαφαξίνης παρατάθηκε κατά 180% περίπου και η κάθαρση μειώθηκε κατά 57% περίπου σε σύγκριση με υγιή άτομα, ενώ για την ODV ο χρόνος ημιζωής της αποβολής παρατάθηκε κατά 142% περίπου και η κάθαρση μειώθηκε κατά 56% περίπου. Απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας στους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση (βλέπε Δοσολογία).
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Χοληστερόλη | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | — | Μακρόχρονη θεραπεία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | περιοδικά | Μετά έναρξη θεραπείας και αυξήσεις δόσης |
| Σπασμοί | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | — | Ιστορικό σπασμών |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Βενλαφαξίνη: 27%
- ODV (ενεργός μεταβολίτης): 30%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 7,5 ± 3,7 L/kg [βενλαφαξίνη]
- 5,7 ± 1,8 L/kg [O-δεσμεθυλβενλαφαξίνη (ενεργός μεταβολίτης)]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 1,3 ± 0,6 L/h/kg
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βενλαφαξίνη είναι ένας αντικαταθλιπτικός παράγοντας που δρα για τη βελτίωση των συμπτωμάτων διαφόρων ψυχιατρικών διαταραχών αυξάνοντας το επίπεδο των νευροδιαβιβαστών στη σύναψη. Η βενλαφαξίνη δεν διαμεσολαβεί μουσκαρινικές, ιστομινεργικές ή αδρενεργικές επιδράσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της βενλαφαξίνης στη θεραπεία διαφόρων ψυχιατρικών καταστάσεων δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Ωστόσο, είναι κατανοητό ότι η βενλαφαξίνη και ο ενεργός μεταβολίτης της, η O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη (ODV), αναστέλλουν ισχυρά και εκλεκτικά την επαναπρόσληψη τόσο της σεροτονίνης όσο και της νορεπινεφρίνης στο προσυναπτικό άκρο. Αυτό οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα νευροδιαβιβαστών διαθέσιμων στη σύναψη, οι οποίοι μπορούν να διεγείρουν μετασυναπτικούς υποδοχείς.
Προτείνεται ότι η βενλαφαξίνη έχει 30 φορές μεγαλύτερη εκλεκτικότητα για τη σεροτονίνη σε σύγκριση με τη νορεπινεφρίνη: η βενλαφαξίνη αρχικά αναστέλλει την επαναπρόσληψη σεροτονίνης σε χαμηλές δόσεις, και με υψηλότερες δόσεις, αναστέλλει την επαναπρόσληψη νορεπινεφρίνης επιπλέον της σεροτονίνης. Η βενλαφαξίνη και η ODV είναι επίσης ασθενείς αναστολείς της επαναπρόσληψης ντοπαμίνης.
Ο μηχανισμός της αντικαταθλιπτικής δράσης της βενλαφαξίνης στους ανθρώπους πιστεύεται ότι σχετίζεται με την ενίσχυση της νευροδιαβιβαστικής δραστηριότητας στο ΚΝΣ. Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η βενλαφαξίνη και ο ενεργός μεταβολίτης της, η O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη, είναι ισχυροί αναστολείς της νευρωνικής επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης και ασθενείς αναστολείς της επαναπρόσληψης ντοπαμίνης. Η βενλαφαξίνη και η O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη δεν έχουν σημαντική συγγένεια για μουσκαρινικούς χολινεργικούς, H1-ιστομινεργικούς ή α1-αδρενεργικούς υποδοχείς in vitro. Η φαρμακολογική δραστηριότητα σε αυτούς τους υποδοχείς υποτίθεται ότι σχετίζεται με τις διάφορες αντιχολινεργικές, κατασταλτικές και καρδιαγγειακές επιδράσεις που παρατηρούνται με άλλα ψυχοτρόπα φάρμακα. Η βενλαφαξίνη και η O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη δεν διαθέτουν μονοαμινοξειδάση (ΜΑΟ) ανασταλτική δράση.
*/Η αντινοκιτσεπτική δράση του νέου φαρμάκου βενλαφαξίνης, ενός διφαινυλαιθυλαμινικού αντικαταθλιπτικού, και η αλληλεπίδρασή του με διάφορους υποτύπους υποδοχέων οπιοειδών, νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης αξιολογήθηκαν. Όταν ποντίκια δοκιμάστηκαν με έναν μετρητή αναλγησίας θερμής πλάκας, η βενλαφαξίνη προκάλεσε μια δοσοεξαρτώμενη αντινοκιτσεπτική δράση μετά από ενδοπεριτοναϊκή χορήγηση με ED50 46,7 mg/kg (20,5; 146,5; 95% CL). Ανταγωνιστές οπιοειδών, αδρενεργικών και σεροτονινεργικών υποδοχέων δοκιμάστηκαν για την ικανότητά τους να μπλοκάρουν την αντινοκιτσεπτική δράση της βενλαφαξίνης. Η προκαλούμενη από τη βενλαφαξίνη αντινοκιτσεπτική δράση αναστέλλει σημαντικά από ναλοξόνη, nor-BNI και naltrindole, αλλά όχι από βήτα-FNA ή naloxonazine, υπονοώντας εμπλοκή μηχανισμών κάππα1- και δέλτα-οπιοειδών. Όταν χρησιμοποιήθηκαν αδρενεργικοί και σεροτονινεργικοί ανταγωνιστές, η γιοχιμβίνη (P < 0,005) αλλά όχι η φεντολαμίνη ή η μετερβολίνη, μείωσε την αντινοκιτσεπτική δράση που προκλήθηκε από τη βενλαφαξίνη, υπονοώντας έναν σαφή μηχανισμό άλφα2- και έναν δευτερεύοντα μηχανισμό άλφα1- αδρενεργικής αντινοκιτσεπτικής δράσης. Όταν η βενλαφαξίνη χορηγήθηκε μαζί με διάφορους αγωνιστές των υποτύπων υποδοχέων οπιοειδών και άλφα2, ενίσχυσε σημαντικά την αντινοκιτσεπτική δράση που διαμεσολαβείται από υποτύπους υποδοχέων κάππα1- κάππα3- και δέλτα-οπιοειδών. Ο αγωνιστής άλφα2-αδρενεργικών, κλονιδίνη, ενίσχυσε σημαντικά την αντινοκιτσεπτική δράση που διαμεσολαβείται από τη βενλαφαξίνη. Συνοψίζοντας αυτά τα αποτελέσματα, συμπεραίνουμε ότι η αντινοκιτσεπτική δράση της βενλαφαξίνης επηρεάζεται κυρίως από τους υποτύπους υποδοχέων κάππα- και δέλτα-οπιοειδών σε συνδυασμό με τον υποδοχέα άλφα2-αδρενεργικών. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν πιθανή χρήση της βενλαφαξίνης στη διαχείριση ορισμένων συνδρόμων πόνου. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να καθοριστούν τόσο οι ακριβείς κλινικές ενδείξεις όσο και οι αποτελεσματικές δόσεις της βενλαφαξίνης όταν συνταγογραφείται για τον πόνο. */
Η βενλαφαξίνη … προκαλεί εκλεκτική αναστολή της νευρωνικής επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης με μικρή επίδραση σε άλλα συστήματα νευροδιαβιβαστών. Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις επιληπτικών κρίσεων, ταχυκαρδίας και παράτασης του QRS μετά από υπερδοσολογία του φαρμάκου σε ανθρώπους. Οι κλινικές εκδηλώσεις καρδιακής τοξικότητας υποδηλώνουν ότι η βενλαφαξίνη μπορεί να εμφανίζει καρδιακές ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις σε γρήγορα αγώγιμα κύτταρα. Κατά συνέπεια, πραγματοποιήθηκαν μελέτες για τον χαρακτηρισμό των επιδράσεων της βενλαφαξίνης στο γρήγορο εσωτερικό ρεύμα νατρίου (I(Na)) μεμονωμένων κοιλιακών μυοκυττάρων ινδικού χοίρου. Τα ρεύματα καταγράφηκαν με τη διαμόρφωση ολικής κυψέλης της τεχνικής patch-clamp παρουσία αναστολέων καναλιών Ca(2+) και K(+). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η βενλαφαξίνη αναστέλλει το μέγιστο I(Na) με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση με εκτιμώμενο IC(50) 8. 10(-6) M. Η αναστολή ήταν αποκλειστικά τονικής φύσης και ανεξάρτητη από τον ρυθμό. Ούτε η κινητική της αδρανοποίησης (tau(inac)= 0,652 ± 0,020 ms, υπό ελεγχόμενες συνθήκες· tau(inac)= 0,636 ± 0,050, παρουσία 10(-5) M βενλαφαξίνης· n = 5 κύτταρα απομονωμένα από πέντε ζώα) ούτε η κινητική της ανάκαμψης από την αδρανοποίηση των καναλιών νατρίου (tau(re)= 58,7 ± 1,6 ms, υπό ελεγχόμενες συνθήκες· tau(re)= 54,4 ± 1,8, παρουσία 10(-5) M βενλαφαξίνης· n = 10 κύτταρα απομονωμένα από έξι ζώα) τροποποιήθηκαν σημαντικά από 10(-5) M βενλαφαξίνης. Αυτές οι παρατηρήσεις μας οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η βενλαφαξίνη μπλοκάρει το I(Na) μετά τη σύνδεσή του με την κατάσταση ηρεμίας του καναλιού. Έτσι, τα χαρακτηριστικά του μπλοκαρίσματος του I(Na) από τη βενλαφαξίνη διαφέρουν από αυτά που συνήθως παρατηρούνται με τους περισσότερους τρικυκλικούς αντικαταθλιπτικούς ή τα συμβατικά αντιarrρυθμικά φάρμακα της κατηγορίας Ι.
Ο υποδοχέας 5-HT(4) μπορεί να είναι ένας στόχος για αντικαταθλιπτικά φάρμακα. … Εξετάζονται οι επιδράσεις του διπλού αντικαταθλιπτικού, βενλαφαξίνης, στα σήματα που διαμεσολαβούνται από τον υποδοχέα 5-HT(4). Οι επιδράσεις 21 ημερών θεραπείας (από το στόμα) με υψηλές (40 mg kg(-1)) και χαμηλές (10 mg kg(-1)) δόσεις βενλαφαξίνης, αξιολογήθηκαν σε διαφορετικά επίπεδα νευροδιαβίβασης που διαμεσολαβείται από τον υποδοχέα 5-HT(4) χρησιμοποιώντας in situ υβριδοποίηση, ραδιογραφία υποδοχέων, δοκιμές αδενυλικής κυκλάσης και ηλεκτροφυσιολογικές καταγραφές σε εγκεφάλους αρουραίων. Ο εκλεκτικός αναστολέας επαναπρόσληψης νοραδρεναλίνης, ρεβοξετίνη (10 mg kg(-1), 21 ημέρες) αξιολογήθηκε επίσης στην πυκνότητα υποδοχέων 5-HT(4). Η θεραπεία με υψηλή δόση (40 mg kg(-1)) βενλαφαξίνης δεν τροποποίησε την έκφραση του mRNA 5-HT(4), αλλά μείωσε την πυκνότητα των υποδοχέων 5-HT(4) στο νωτιαίο-ραβδωτό σώμα (% μείωση = 26 ± 6), στον ιππόκαμπο (% μείωση = 39 ± 7 και 39 ± 8 για CA1 και CA3 αντίστοιχα) και στη μελανό ουσία (% μείωση = 49 ± 5). Η ενεργοποίηση της αδενυλικής κυκλάσης που προκαλείται από τη ζακοπρίδη δεν τροποποιήθηκε μετά από θεραπεία με χαμηλή δόση (10 mg kg(-1)), ενώ μειώθηκε σε αρουραίους που έλαβαν 40 mg kg(-1) βενλαφαξίνης (% μείωση = 51 ± 2). Επιπλέον, το πλάτος της συστολής συστολής σε πυραμοειδή κύτταρα του CA1 του ιππόκαμπου που προκαλείται από τη ζακοπρίδη μειώθηκε σημαντικά σε αρουραίους που έλαβαν οποιαδήποτε δόση βενλαφαξίνης. Η χρόνια χορήγηση ρεβοξετίνης δεν τροποποίησε την πυκνότητα των υποδοχέων 5-HT(4). Τα δεδομένα υποδεικνύουν λειτουργική απευαισθητοποίηση των υποδοχέων 5-HT(4) μετά από χρόνια χορήγηση βενλαφαξίνης, παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε μετά από θεραπεία με κλασικούς εκλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης 5-HT.
Η παρούσα μελέτη πραγματοποιήθηκε για να αξιολογηθεί ο πιθανός ρόλος των υποδοχέων 5-HT1A στην αντικαταθλιπτική και αντινοκιτσεπτική δράση της βενλαφαξίνης. Για το σκοπό αυτό, η επίδραση είτε ενός εκλεκτικού ανταγωνιστή του υποδοχέα 5-HT1A (WAY-100635· N-2-[4-(2-μεθοξυφαινυλ-1-πιπεραζινυλ]αιθυλ]-N-2-πυριδινυλκυκλοεξανο καρβοξαμίδιο) είτε ενός εκλεκτικού αγωνιστή του υποδοχέα 5-HT1A (8-OH-DPAT· 8-υδροξυ-2-(δι-ν-προπυλαμίνη) τετραλίνη υδροβρωμίδιο) διερευνήθηκε σε ποντίκια σε συνδυασμό με βενλαφαξίνη μέσω της δοκιμασίας υποχρεωτικής κολύμβησης, ενός παραδείγματος που στοχεύει στην ανίχνευση πιθανών αντικαταθλιπτικών, και της δοκιμασίας θερμής πλάκας, ενός μοντέλου οξέος πόνου. Παραδόξως, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το WAY-100635 προκάλεσε μεγάλη μείωση στην αντικαταθλιπτική δράση της βενλαφαξίνης, ενώ το 8-OH-DPAT κατέστησε αποτελεσματική μια μη αποτελεσματική δόση αυτού του αντικαταθλιπτικού. Ωστόσο, στη δοκιμασία θερμής πλάκας, το WAY-100635 ενίσχυσε σημαντικά την αντινοκιτσεπτική δράση της βενλαφαξίνης, ενώ το 8-OH-DPAT αντέδρασε στην αντινοκιτσεπτική της δράση. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι οι υποδοχείς 5-HT1A παίζουν διαφορετικούς ρόλους στη διαμόρφωση των αντικαταθλιπτικών και αντινοκιτσεπτικών επιδράσεων της βενλαφαξίνης στα μοντέλα που εξετάστηκαν. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι ο αποκλεισμός των υποδοχέων 5-HT1A στο πρόσθιο εγκεφαλικό ημισφαίριο θα αντισταθμίσει την ευνοϊκή (αντικαταθλιπτική) δράση στο επίπεδο των ραβδωτών πυρήνων, και κατά συνέπεια, η συνολική παρατηρούμενη δράση είναι ένας ανταγωνισμός. Αυτό υποδηλώνει κυρίαρχο ρόλο των υποδοχέων 5-HT1A που βρίσκονται στην περιοχή του πρόσθιου εγκεφαλικού ημισφαιρίου για την αντικαταθλιπτική δράση. Αντίθετα, η αντινοκιτσεπτική δράση της βενλαφαξίνης πιθανώς ενισχύεται λόγω του αποκλεισμού των σωματοδενδριτικών υποδοχέων 5-HT1A στους ίδιους ραβδωτούς πυρήνες, διευκολύνοντας το φθίνον μονοαμινεργικό σύστημα πόνου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βενλαφαξίνη απορροφάται καλά μετά από από του στόματος χορήγηση με απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 45%. Σε μελέτες ισοζυγίου μάζας, τουλάχιστον το 92% μιας εφάπαξ από του στόματος δόσης βενλαφαξίνης απορροφήθηκε.
Μετά από δίωρη από του στόματος χορήγηση του σκευάσματος άμεσης αποδέσμευσης 150 mg βενλαφαξίνης, η Cmax ήταν 150 ng/mL και η Tmax ήταν 5,5 ώρες. Οι Cmax και Tmax της ODV ήταν 260 ng/mL και εννέα ώρες, αντίστοιχα. Το σκεύασμα παρατεταμένης αποδέσμευσης βενλαφαξίνης έχει βραδύτερο ρυθμό απορρόφησης, αλλά την ίδια έκταση απορρόφησης με το σκεύασμα άμεσης αποδέσμευσης. Μετά από εφάπαξ ημερήσια χορήγηση του σκευάσματος παρατεταμένης αποδέσμευσης 75 mg βενλαφαξίνης, η Cmax ήταν 225 ng/mL και η Tmax ήταν δύο ώρες. Οι Cmax και Tmax της ODV ήταν 290 ng/mL και τρεις ώρες, αντίστοιχα.
Το φαγητό δεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα της βενλαφαξίνης ή του ενεργού μεταβολίτη της, της O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης (ODV).
Περίπου το 87% μιας δόσης βενλαφαξίνης ανακτάται στα ούρα εντός 48 ωρών ως αμετάβλητη βενλαφαξίνη (5%), αζευγμένη ODV (29%), συζευγμένη ODV (26%), ή άλλοι μικροί ανενεργοί μεταβολίτες (27%).
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας είναι 7,5 ± 3,7 L/kg για τη βενλαφαξίνη και 5,7 ± 1,8 L/kg για την ODV.
Η μέση ± SD κάθαρση πλάσματος σε κατάσταση ισορροπίας είναι 1,3 ± 0,6 L/h/kg για τη βενλαφαξίνη και 0,4 ± 0,2 L/h/kg για την ODV.
Οι συγκεντρώσεις βενλαφαξίνης και O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης στο πλάσμα σε κατάσταση ισορροπίας επιτυγχάνονται εντός 3 ημερών από τη θεραπεία πολλαπλών από του στόματος δόσεων. Η βενλαφαξίνη και η O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη παρουσίασαν γραμμική κινητική στην περιοχή δόσεων 75 έως 450 mg/ημέρα. Η μέση +/-SD κάθαρση πλάσματος σε κατάσταση ισορροπίας της βενλαφαξίνης και της O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης είναι 1,3 +/- 0,6 και 0,4 0,2 L/h/kg, αντίστοιχα· ο φαινόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής είναι 5 +/- 2 και 11 +/- 2 ώρες, αντίστοιχα· και ο φαινόμενος όγκος κατανομής (σε κατάσταση ισορροπίας) είναι 7,5 +/- 3,7 και 5,7 +/- 1,8 L/kg, αντίστοιχα. Η βενλαφαξίνη και η O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη συνδέονται ελάχιστα στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις με πρωτεΐνες πλάσματος (27% και 30%, αντίστοιχα).
Περίπου το 87% μιας δόσης βενλαφαξίνης ανακτάται στα ούρα εντός 48 ωρών ως αμετάβλητη βενλαφαξίνη (5%), αζευγμένη O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη (29%), συζευγμένη O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη (26%), ή άλλοι μικροί ανενεργοί μεταβολίτες (27%). Η νεφρική απέκκριση της βενλαφαξίνης και των μεταβολιτών της είναι έτσι η κύρια οδός απέκκρισης.
Η βιοδιαθεσιμότητα των 50 mg βενλαφαξίνης ως δισκίο σε σχέση με διάλυμα προσδιορίστηκε σε μια δίπλευρη τυχαιοποιημένη μελέτη διασταύρωσης. Ο ρυθμός απορρόφησης από το γαστρεντερικό σωλήνα εκτιμήθηκε από τον χρόνο μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (tmax), έναν υπολογισμό πρώτης τάξης του ρυθμού απορρόφησης που εξαρτάται από το μοντέλο, και έναν υπολογισμό ανεξάρτητο από το μοντέλο της μέσης διάρκειας παραμονής. Η έκταση της απορρόφησης εκτιμήθηκε από τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC). Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο σκευασμάτων ούτε για τον ρυθμό ούτε για την έκταση της απορρόφησης. Ομοίως, οι συστημικές συγκεντρώσεις του ενεργού O-δεσμεθυλιωμένου μεταβολίτη δεν διέφεραν σημαντικά μετά τη χορήγηση των δύο σκευασμάτων βενλαφαξίνης. Οι λόγοι AUC έδειξαν ότι οι σχετικές βιοδιαθεσιμότητες του μητρικού φαρμάκου και του σκευάσματος του μεταβολίτη ήταν περίπου 98% και 92%, αντίστοιχα, για το δισκίο έναντι του διαλύματος. Μια ξεχωριστή μελέτη διεξήχθη για να εξεταστεί η επίδραση του φαγητού στην απορρόφηση της βενλαφαξίνης από το δισκίο των 50 mg. Ένα τυπικό, μέτριας περιεκτικότητας σε λίπος πρωινό που καταναλώθηκε αμέσως πριν από τη χορήγηση του φαρμάκου καθυστέρησε την tmax της βενλαφαξίνης, αλλά δεν επηρέασε την Cmax ή την AUC. Επομένως, το σκεύασμα δισκίου της βενλαφαξίνης είναι βιοϊσοδύναμο με το από του στόματος διάλυμα, και η παρουσία τροφής φαίνεται να μειώνει τον ρυθμό αλλά όχι την έκταση της απορρόφησης της βενλαφαξίνης από το σκεύασμα δισκίου.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η βενλαφαξίνη και η ODV συνδέονται σε 27% και 30% με πρωτεΐνες πλάσματος, αντίστοιχα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μετά την απορρόφηση, η βενλαφαξίνη υφίσταται εκτενή προ-συστηματικό μεταβολισμό στο ήπαρ. Κυρίως υφίσταται απομεθυλίωση που καταλύεται από το CYP2D6, σχηματίζοντας τον ενεργό μεταβολίτη της, την O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη (ODV). Η βενλαφαξίνη μπορεί επίσης να υποστεί N-απομεθυλίωση που καταλύεται από τα CYP2C9, CYP2C19 και CYP3A4, σχηματίζοντας N-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη (NDV), αλλά αυτό είναι ένα δευτερεύον μεταβολικό μονοπάτι. Η ODV και η NDV μεταβολίζονται περαιτέρω από τα CYP2C19, CYP2D6 ή/και CYP3A4 για να σχηματίσουν N,O-διδεσμεθυλοβενλαφαξίνη (NODV), και η NODV μπορεί να μεταβολιστεί περαιτέρω για να σχηματίσει N,N,O-τριδεσμεθυλοβενλαφαξίνη, ακολουθούμενη από πιθανή γλυκουρονιδίωση.
Μετά την απορρόφηση, η βενλαφαξίνη υφίσταται εκτενή προ-συστηματικό μεταβολισμό στο ήπαρ, κυρίως σε O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη, αλλά και σε N-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη, N,O-διδεσμεθυλοβενλαφαξίνη και άλλους δευτερεύοντες μεταβολίτες. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι ο σχηματισμός της O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης καταλύεται από το CYP2D6· αυτό έχει επιβεβαιωθεί σε κλινική μελέτη που έδειξε ότι ασθενείς με χαμηλά επίπεδα CYP2D6 («κακοί μεταβολιστές») είχαν αυξημένα επίπεδα βενλαφαξίνης και μειωμένα επίπεδα O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογικό CYP2D6 («εκτεταμένοι μεταβολιστές»). Ωστόσο, οι διαφορές μεταξύ των κακών και των εκτεταμένων μεταβολιστών CYP2D6 δεν αναμένεται να είναι κλινικά σημαντικές, διότι το άθροισμα της βενλαφαξίνης και της O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης είναι παρόμοιο στις δύο ομάδες και η βενλαφαξίνη και η O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη είναι φαρμακολογικά περίπου ισοδύναμες και ισοδύναμες σε δράση.
Ο βιομετασχηματισμός της βενλαφαξίνης (VF) στους δύο κύριους μεταβολίτες της, την O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη (ODV) και την N-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη (NDV) μελετήθηκε in vitro με μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος και με μικροσώματα που περιείχαν μεμονωμένα ανθρώπινα κυτοχρώματα από ανθρώπινες λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές γραμμές μεταφρασμένες με cDNA. Η VF συν-επωάστηκε με εκλεκτικούς αναστολείς κυτοχρώματος P450 (CYP) και διάφορους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) για να εκτιμηθεί η ανασταλτική τους επίδραση στο μεταβολισμό της VF. Οι ρυθμοί σχηματισμού για την ODV που επωάστηκε με ανθρώπινα μικροσώματα ήταν σύμφωνοι με την κινητική Michaelis-Menten για μια αντίδραση που καταλύεται από ένα μόνο ένζυμο με αναστολή υποστρώματος. Οι μέσες παράμετροι που προσδιορίστηκαν με μη γραμμική παλινδρόμηση ήταν: Vmax = 0,36 nmol/min/mg πρωτεΐνης, K(m) = 41 μM, και Ks 22901 μM (Ks αντιπροσωπεύει μια σταθερά που αντικατοπτρίζει τον βαθμό της αναστολής του υποστρώματος). Η κινιδίνη (QUI) ήταν ένας ισχυρός αναστολέας του σχηματισμού ODV με Ki 0,04 μM, και η παροξετίνη (PX) ήταν ο ισχυρότερος SSRI στην αναστολή του σχηματισμού ODV με μέση τιμή Ki 0,17 μM. Μελέτες που χρησιμοποίησαν εκφρασμένα κυτοχρώματα έδειξαν ότι η ODV σχηματίστηκε από τα CYP2C9, -2C19 και -2D6. Το CYP2D6 ήταν κυρίαρχο με το χαμηλότερο K(m), 23,2 μM, και την υψηλότερη εγγενή κάθαρση (λόγος Vmax/K(m)). Κανένα μοναδικό μοντέλο δεν ήταν εφαρμόσιμο στον σχηματισμό NDV για όλα τα τέσσερα ηπατικά δείγματα που δοκιμάστηκαν. Οι παράμετροι που προσδιορίστηκαν εφαρμόζοντας ένα μοντέλο ενός ενζύμου ήταν Vmax = 2,14 nmol/min/mg πρωτεΐνης και K(m) = 2504 μM. Η κετοκοναζόλη ήταν ένας ισχυρός αναστολέας της παραγωγής NDV, αν και η ανασταλτική της δραστηριότητα δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο παρατηρήθηκε με καθαρά υποστρώματα 3A. Ο σχηματισμός NDV μειώθηκε επίσης κατά 42% από ένα πολυκλωνικό αντίσωμα κουνελιού έναντι του αρουραίου ήπατος CYP3A1. Μελέτες που χρησιμοποίησαν εκφρασμένα κυτοχρώματα έδειξαν ότι η NDV σχηματίστηκε από τα CYP2C9, -2C19 και -3A4. Η υψηλότερη εγγενής κάθαρση αποδόθηκε στο CYP2C19 και η χαμηλότερη στο CYP3A4. Ωστόσο, η υψηλή αφθονία των ισομορφών 3A in vivo θα μεγεθύνει τη σημασία αυτού του κυτοχρώματος. Η φλουβοξαμίνη (FX), σε συγκέντρωση 20 μM, μείωσε την παραγωγή NDV κατά 46%, συμβατό με την ικανότητα της FX να αναστέλλει τα CYP3A, 2C9 και 2C19. Αυτά τα αποτελέσματα είναι σύμφωνα με προηγούμενες μελέτες που δείχνουν ότι τα CYP2D6 και -3A4 διαδραματίζουν σημαντικούς ρόλους στο σχηματισμό της ODV και της NDV, αντίστοιχα. Επιπλέον, δείξαμε ότι αρκετά άλλα CYPs έχουν σημαντικούς ρόλους στο βιομετασχηματισμό της VF.
Σε τρεις περιπτώσεις, μετρήθηκαν ασυνήθιστα υψηλές κορυφαίες συγκεντρώσεις βενλαφαξίνης στο πλάσμα σε έναν ασθενή φαινοτυπικά και γονοτυπικά χαρακτηρισμένο ως εκτεταμένο μεταβολιστή CYP2D6, ο οποίος λάμβανε 450 mg/ημέρα βενλαφαξίνης και πολλαπλή συν-φαρμακευτική αγωγή. Τιμές 1,54 και 0,60 mg/L βενλαφαξίνης και O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης, αντίστοιχα, προσδιορίστηκαν στο πρώτο δείγμα αίματος, δίνοντας έναν ασυνήθιστα υψηλό λόγο βενλαφαξίνης προς O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη. Αυτό υποδηλώνει διαταραγμένο μεταβολισμό της βενλαφαξίνης σε O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη, και πιθανότατα οφείλεται σε μεταβολικές αλληλεπιδράσεις με μιάνσερίνη (240 mg/ημέρα) και προπρανολόλη (40 mg/ημέρα). Η συγκέντρωση της (S)-βενλαφαξίνης που μετρήθηκε σε αυτό το δείγμα αίματος ήταν σχεδόν διπλάσια από την (R)-βενλαφαξίνη ((S)/(R) λόγος: 1,94). Στη δεύτερη αιμοληψία, μετά την προσθήκη θειοριδαζίνης (260 mg/ημέρα), η οποία είναι ισχυρός αναστολέας του CYP2D6, οι συγκεντρώσεις της βενλαφαξίνης αυξήθηκαν περαιτέρω (2,76 mg/L) και οι συγκεντρώσεις της O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης μειώθηκαν (0,22 mg/L). Μια μείωση του λόγου (S)/(R)-βενλαφαξίνης (-20%) υποδηλώνει πιθανή στερεοεκλεκτικότητα προς το (R)-ενάντιομερές των ενζύμων που εμπλέκονται στην O-δεσμεθυλίωση της βενλαφαξίνης σε αυτές τις υψηλές συγκεντρώσεις βενλαφαξίνης. Στην τρίτη αιμοληψία, μετά τη διακοπή της θειοριδαζίνης, οι συγκεντρώσεις της βενλαφαξίνης και της O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης ήταν παρόμοιες με αυτές που μετρήθηκαν στο πρώτο δείγμα αίματος. Αυτή η αναφορά περίπτωσης δείχνει τη σημασία της διενέργειας μελετών για τις επιδράσεις είτε γενετικά καθορισμένης είτε επίκτητης ανεπάρκειας του μεταβολισμού στην κινητική της βενλαφαξίνης.
Υφίσταται εκτενή μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ στον κύριο, ενεργό μεταβολίτη της, ODV, και σε δύο δευτερεύοντες, λιγότερο δραστικούς μεταβολίτες, την N-δεσμεθυλοβενλαφαξίνη και την N,O-διδεσμεθυλοβενλαφαξίνη. Ο σχηματισμός της ODV καταλύεται από το κυτόχρωμα P450 (CYP) 2D6, ενώ η N-απομεθυλίωση καταλύεται από τα CYP3A4, 2C19 και 2C9. Η ODV έχει αντικαταθλιπτική δράση συγκρίσιμη με αυτή της βενλαφαξίνης. Οδός Απέκκρισης: Η νεφρική απέκκριση της βενλαφαξίνης και των μεταβολιτών της είναι η κύρια οδός απέκκρισης. Περίπου το 87% μιας δόσης βενλαφαξίνης ανακτάται στα ούρα εντός 48 ωρών ως αμετάβλητη βενλαφαξίνη (5%), αζευγμένη ODV (29%), συζευγμένη ODV (26%), ή άλλοι μικροί ανενεργοί μεταβολίτες (27%). Χρόνος Ημιζωής: 5 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Χρόνος Ημιζωής
Ο φαινόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής είναι 5 ± 2 ώρες για τη βενλαφαξίνη και 11 ± 2 ώρες για την ODV.
Ο φαινόμενος χρόνος ημιζωής αποβολής /της βενλαφαξίνης και της O-δεσμεθυλοβενλαφαξίνης/ είναι 5 +/- 2 και 11 +/- 2 ώρες, αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που αναστέλλουν εκλεκτικά ή καταστέλλουν τη μεταφορά του ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗ και ΝΟΡΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗ μέσω της πλασματικής μεμβράνης στους τερματικούς νευράξονες και χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια δομικά και μηχανιστικά ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων που δεν είναι τρικυκλικά ή αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης. Τα πιο κλινικά σημαντικά φαίνεται να δρουν εκλεκτικά στα σεροτονινεργικά συστήματα, κυρίως αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη σεροτονίνης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
GRZ5RCB1QG
VENLAFAXINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Επαναπρόσληψης Νορεπινεφρίνης
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νορεπινεφρίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης
Η βενλαφαξίνη είναι ένας Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νορεπινεφρίνης. Ο μηχανισμός δράσης της βενλαφαξίνης είναι ως Αναστολέας Επαναπρόσληψης Νορεπινεφρίνης και Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης.
VENLAFAXINE
Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης [MoA]· Αναστολείς Επαναπρόσληψης Νορεπινεφρίνης [MoA]· Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νορεπινεφρίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Αντικαταθλιπτικά
Μειώστε τη δόση σταδιακά για να αποφύγετε τα συμπτώματα στέρησης. Στοχεύστε σε σταδιακή μείωση σε διάστημα μηνών, όχι εβδομάδων. Λάβετε υπόψη το φαρμακοκινητικό προφίλ και τη διάρκεια της θεραπείας. Μειώστε κατά σταθερή αναλογία της προηγούμενης δόσης, π.χ. 50%. Χρησιμοποιήστε μικρότερη μείωση, π.χ. 25%, καθώς η δόση μειώνεται, χρησιμοποιήστε υγρά σκευάσματα εάν χρειάζεται. Η φλουοξετίνη 20mg μπορεί να μειωθεί με χορήγηση κάθε δεύτερη ημέρα. Οι δόσεις 40mg έως 60mg πρέπει να διακόπτονται σταδιακά. Τα αντικαταθλιπτικά με μικρούς χρόνους ημιζωής (π.χ. παροξετίνη, βενλαφαξίνη) μπορεί να χρειαστούν πιο αργή σταδιακή μείωση.
⚠ Μειώστε τη δόση σταδιακά για να αποφύγετε τα συμπτώματα στέρησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που αναστέλλουν εκλεκτικά ή καταστέλλουν τη μεταφορά του ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗ και ΝΟΡΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗ μέσω της πλασματικής μεμβράνης στους τερματικούς νευράξονες και χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια δομικά και μηχανιστικά ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων που δεν είναι τρικυκλικά ή αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης. Τα πιο κλινικά σημαντικά φαίνεται να δρουν εκλεκτικά στα σεροτονινεργικά συστήματα, κυρίως αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη σεροτονίνης.