Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 600 / TAB | 123.08 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) στην αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμού
σε: Ενήλικες, εφήβους και παιδιά βάρους τουλάχιστον 25 kg
- B24 Μη καθορισμένη νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας [HIV]
ABACAVIR+LAMIVUDINE MYLAN PHARMA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο άπαξ ημερησίως
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιάΔόσηένα δισκίοβάρους τουλάχιστον 25 kg, άπαξ ημερησίως
-
Παιδιάβάρους λιγότερου από 25 kg: Το Lamivudine And Abacavir δεν πρέπει να χορηγείται διότι πρόκειται για δισκίο σταθερής δόσης στο οποίο δε μπορεί να μειωθεί η δόση.
-
ΗλικιωμένοιΕπί του παρόντος δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά στοιχεία για ασθενείς άνω των 65 ετών. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε αυτή την ηλικιακή ομάδα λόγω των σχετικών με την ηλικία αλλαγών, όπως η μείωση της νεφρικής λειτουργίας και η αλλαγή των αιματολογικών παραμέτρων.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΗ χρήση του Lamivudine And Abacavir δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία εκτός εάν κριθεί απαραίτητο. Σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κλίμακα 5-6) απαιτείται στενή παρακολούθηση συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των επιπέδων της αβακαβίρης στο πλάσμα, αν είναι εφικτό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σεξουαλική μετάδοση του HIVπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιρετροϊική θεραπείαΝα λαμβάνονται κατάλληλες προφυλάξεις για την αποτροπή της μετάδοσης, σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (HSR) στην αβακαβίρηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι θετικοί για το αλλήλιο HLA-B*5701Η χορήγηση του Lamivudine And Abacavir δεν πρέπει ποτέ να ξεκινάει.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (HSR) στην αβακαβίρηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι αρνητικοί για το HLA-B*5701, οι οποίοι είχαν πιθανολογούμενη εμφάνιση HSR στην αβακαβίρη μετά από λήψη προηγούμενου σχήματος που περιέχει αβακαβίρηΗ χορήγηση του Lamivudine And Abacavir δεν πρέπει ποτέ να ξεκινάει.
-
Διαχείριση Αντιδράσεων Υπερευαισθησίας (HSR)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Lamivudine And AbacavirΣε περίπτωση που πιθανολογείται HSR, η χορήγηση του Lamivudine And Abacavir θα πρέπει να διακόπτεται χωρίς καθυστέρηση, ακόμα και εν απουσία του αλληλίου HLA-B*5701. Η καθυστέρηση στη διακοπή της θεραπείας με Lamivudine And Abacavir μετά την εμφάνιση υπερευαισθησίας μπορεί να οδηγήσει σε απειλητική για τη ζωή αντίδραση.
-
Επανέναρξη Lamivudine And Abacavir ή άλλου προϊόντος αβακαβίρης μετά από πιθανολογούμενη HSRαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν διακόψει τη θεραπεία με Lamivudine And Abacavir για λόγους πιθανολογούμενης HSRΤο Lamivudine And Abacavir ή οποιοδήποτε άλλο φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει αβακαβίρη δεν πρέπει ποτέ να επαναχορηγείται. Η εκ νέου έναρξη μπορεί να οδηγήσει σε άμεση επανεμφάνιση των συμπτωμάτων εντός ωρών, η οποία είναι συνήθως πιο σοβαρή και μπορεί να περιλαμβάνει απειλητική για τη ζωή υπόταση και θάνατο.
-
Πρόληψη επανέναρξης αβακαβίρηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν εμφανίσει πιθανολογούμενη HSRΠρέπει να λαμβάνουν την οδηγία να απορρίπτουν τα απομένοντα δισκία του Lamivudine And Abacavir.
-
Επανέναρξη αβακαβίρης μετά από διακοπή για λόγους εκτός HSRπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν διακόψει την αβακαβίρη για λόγους εκτός των συμπτωμάτων HSRΗ εκ νέου έναρξη της αβακαβίρης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε περιβάλλον όπου υπάρχει άμεσα διαθέσιμη ιατρική βοήθεια.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι (λιπίδια, γλυκόζη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιρετροϊική θεραπείαΗ παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
ΠαγκρεατίτιδαπροσοχήΠαγκρεατίτιδα έχει αναφερθεί, αλλά η αιτιολογική της συσχέτιση με τη λαμιβουδίνη και την αβακαβίρη είναι αβέβαιη.
-
Κίνδυνος ιολογικής αποτυχίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αβακαβίρη και λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με tenofovir disoproxil fumarate σε σχήμα μία φορά την ημέραΥπάρχουν αναφορές υψηλής συχνότητας ιολογικής αποτυχίας και εμφάνισης αντίστασης σε πρώιμο στάδιο.
-
Κίνδυνος ιολογικής αποτυχίαςπροσοχήΟ κίνδυνος ιολογικής αποτυχίας με το Lamivudine And Abacavir μπορεί να είναι μεγαλύτερος από ότι με άλλες θεραπευτικές επιλογές (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
-
Ηπατική νόσοςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρές υποκείμενες ηπατικές διαταραχέςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Lamivudine And Abacavir δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν συνιστάται.
-
Ηπατική νόσοςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΤο Lamivudine And Abacavir δεν συνιστάται (βλέπε Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατική νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας, κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείαςΈχουν αυξημένη συχνότητα ανωμαλιών της ηπατικής λειτουργίας και θα πρέπει να παρακολουθούνται. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσου, πρέπει να εξετάζεται η προσωρινή ή οριστική διακοπή της θεραπείας.
-
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της χρόνιας ηπατίτιδας B ή CπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα B ή C που θεραπεύονται με συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπείαΕίναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο για σοβαρές και δυνητικά θανατηφόρες ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντιϊικής θεραπείας για ηπατίτιδα Β ή C, να συμβουλευθείτε τη σχετική συνταγογραφική πληροφορία γι’ αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
-
Διακοπή Lamivudine And Abacavir σε ασθενείς με HBV λοίμωξηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν μολυνθεί από τον HBV και η χρήση του Lamivudine And Abacavir διακοπείΣυνιστάται η περιοδική παρακολούθηση των εξετάσεων για τη λειτουργία του ήπατος και των δεικτών πολλαπλασιασμού του HBV, καθώς η διακοπή της λαμιβουδίνης μπορεί να καταλήξει σε οξεία παρόξυνση ηπατίτιδας.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in uteroπροσοχήΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογαΤα ευρήματα αυτά (αιματολογικές, μεταβολικές, νευρολογικές διαταραχές) θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
-
Σύνδρομο Ανοσολογικής ΑποκατάστασηςπροσοχήΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART)Να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Έχουν αναφερθεί αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος Graves και αυτοάνοση ηπατίτιδα).
-
ΟστεονέκρωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CARTΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Περιστασιακές λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Lamivudine And AbacavirΝα ενημερώνονται ότι το Lamivudine And Abacavir ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία δε θεραπεύει τη λοίμωξη από τον HIV και να παραμένουν υπό στενή κλινική παρακολούθηση από γιατρούς που είναι έμπειροι στη θεραπεία αυτών των συνδεόμενων με τον HIV ασθενειών.
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Lamivudine And AbacavirΌταν συνταγογραφείται το Lamivudine And Abacavir, να γίνονται οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να γίνει προσπάθεια ελαχιστοποίησης όλων των παραγόντων κινδύνου που μπορούν να τροποποιηθούν (π.χ. κάπνισμα, υπέρταση και υπερλιπιδαιμία).
-
Χορήγηση σε άτομα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 mL/min που λαμβάνουν Lamivudine And AbacavirΘα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη λαμιβουδίνη, ιδίως αιματολογικές τοξικότητες. Εάν εμφανιστεί νέα ή επιδεινούμενη ουδετεροπενία ή αναιμία, ενδείκνυται προσαρμογή της δόσης της λαμιβουδίνης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί με το Lamivudine And Abacavir. Το Lamivudine And Abacavir θα πρέπει να διακόπτεται και τα επιμέρους συστατικά να χρησιμοποιούνται για την χορήγηση του θεραπευτικού σχήματος.
-
Φαρμακευτικές ΑλληλεπιδράσειςαντένδειξηΤο Lamivudine And Abacavir δεν πρέπει να λαμβάνεται με οποιαδήποτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη ή φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη.
-
Φαρμακευτικές ΑλληλεπιδράσειςπροσοχήΟ συνδυασμός λαμιβουδίνης με κλαδριβίνη δεν συνιστάται (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
-
Έκδοχα (Κίτρινο Ε110)προσοχήΤο Lamivudine And Abacavir περιέχει την αζωτούχα χρωστική Κίτρινο Ε110, η οποία μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνηαντένδειξηΤο Lamivudine And Abacavir δεν πρέπει να λαμβάνεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνηΣύστασηΤο Lamivudine And Abacavir δεν πρέπει να λαμβάνεται με οποιαδήποτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμιβουδίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
παρακολούθησηΛαμιβουδίνη: AUC ↔, Ζιδοβουδίνη: AUC ↔ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας του συνδυασμού αβακαβίρης και λαμιβουδίνης.
-
αντένδειξηΠιθανός κίνδυνος απώλειας αποτελεσματικότητας λόγω ομοιοτήτων με λαμιβουδίνηΣύστασηΛόγω των ομοιοτήτων, ο συνδυασμός της αβακαβίρης και της λαμιβουδίνης δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα ανάλογα κυτιδίνης, όπως η εμτρισιταβίνη.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
προσοχήΑύξηση της AUC της λαμιβουδίνης κατά 40% (αναστολή του οργανικού κατιονικού μεταφορέα)ΣύστασηΌταν απαιτείται η συγχορήγηση με κο-τριμοξαζόλη, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά. Οι υψηλές δόσεις τριμεθοπρίμης/σουλφομεθοξαζόλης για τη θεραπεία της πνευμονίας από Pneumocystis jirovecii (PCP) και της τοξοπλάσμωσης δεν έχουν μελετηθεί και θα πρέπει να αποφεύγονται.
-
προσοχήΠιθανότητα ελαφράς μείωσης των συγκεντρώσεων αβακαβίρης στο πλάσμα μέσω επαγωγής της UGTΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
προσοχήΠιθανότητα ελαφράς μείωσης των συγκεντρώσεων αβακαβίρης στο πλάσμα μέσω επαγωγής της UGTΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
προσοχήΠιθανότητα ελαφράς μείωσης των συγκεντρώσεων αβακαβίρης στο πλάσμα μέσω επαγωγής της UGTΣύστασηΠαρακολούθηση των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
-
παρακολούθησηΚλινικά σημαντική αλληλεπίδραση απίθανη (μερική αποβολή μέσω νεφρικού συστήματος μεταφοράς οργανικών κατιόντων)ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
παρακολούθησηΚλινικά σημαντική αλληλεπίδραση απίθανη (μερική αποβολή μέσω νεφρικού συστήματος μεταφοράς οργανικών κατιόντων)ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
-
αντένδειξηIn vitro η λαμιβουδίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση της κλαδριβίνης που οδηγεί σε δυνητικό κίνδυνο απώλειας της αποτελεσματικότητας της κλαδριβίνηςΣύστασηΕπομένως η συγχορήγηση λαμιβουδίνης και κλαδριβίνης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Αύξηση της κάθαρσης της μεθαδόνης κατά 22%, μείωση της Cmax της αβακαβίρης κατά 35%ΣύστασηΗ ρύθμιση της δοσολογίας της μεθαδόνης δεν είναι πιθανή στους περισσότερους ασθενείς. Περιστασιακά μπορεί να χρειασθεί επαναρύθμιση της μεθαδόνης.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Ρετινοειδείς ενώσεις (π.χ. ισοτρετινοΐνη), ΑβακαβίρηΔεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπίδρασηςΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Ρετινοειδείς ενώσεις (π.χ. ισοτρετινοΐνη), ΛαμιβουδίνηπροσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω κοινής οδού αποβολής μέσω αλκοολικής αφυδρογονάσης. Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκε.ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Αύξηση της AUC της αβακαβίρης κατά 41% (Αναστολή της αλκοολικής αφυδρογονάσης)ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
-
Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκεΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
-
Διάλυμα σορβιτόλης (ή άλλες πολυαλκοόλες οσμωτικής δράσης ή μονοσακχαριδικές αλκοόλες), ΛαμιβουδίνηπροσοχήΜείωση AUC (14-36%) και Cmax (28-55%) της λαμιβουδίνηςΣύστασηΌπου είναι δυνατόν, να αποφεύγεται η χρόνια συγχορήγηση Lamivudine And Abacavir με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σορβιτόλη ή άλλες πολυαλκοόλες οσμωτικής δράσης ή μονοσακχαριδικές αλκοόλες (π.χ., ξυλιτόλη, μαννιτόλη, λακτιτόλη, μαλτιτόλη). Να εξετάζεται το ενδεχόμενο συχνότερης παρακολούθησης του ιικού φορτίου του HIV-1 όταν η χρόνια συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί.
-
Αύξηση της AUC του Riociguat κατά ~3 φορές (αναστολή CYP1A1 από αβακαβίρη)ΣύστασηΗ δόση του riociguat μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί. Συμβουλευτείτε τις συνταγογραφικές πληροφορίες του riociguat για συστάσεις δοσολογίας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Αμιγής απλασία της ερυθράς σειράς (Πολύ σπάνιες)
- Υπερευαισθησία
- Ανορεξία
- Γαλακτική οξέωση
- Κεφαλαλγία
- Λήθαργος
- Αϋπνία
- Περιφερική νευροπάθεια (Πολύ σπάνιες)
- Παραισθησία (Πολύ σπάνιες)
- Βήχας
- Ρινικά συμπτώματα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακές κράμπες
- Παγκρεατίτιδα
- Αύξηση της αμυλάσης ορού (Σπάνιες)
- Παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων (AST, ALT) (Όχι συχνές)
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκές διαταραχές (Συχνές)
- Πυρετός
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυϊκές διαταραχέςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΡινικά συμπτώματαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση ηπατικών ενζύμωνΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑύξηση της αμυλάσης ορούΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑμιγής απλασία της ερυθράς σειράςΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΝα λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από ζώα και η κλινική εμπειρία από έγκυες γυναίκες. Ο κίνδυνος δυσμορφίας δεν είναι πιθανός στον άνθρωπο, αλλά υπάρχει κίνδυνος μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας.Μελέτες σε ζώα με αβακαβίρη έδειξαν τοξικότητα στο υπό ανάπτυξη έμβρυο και κύημα στους αρουραίους. Μελέτες σε ζώα με λαμιβουδίνη έδειξαν αύξηση των πρώιμων εμβρυϊκών θανάτων σε κουνέλια. Τα δραστικά συστατικά μπορεί να αναστείλουν την αντιγραφή του κυτταρικού DNA και η αβακαβίρη είναι καρκινογόνος σε μοντέλα ζώων, αν και η κλινική σημασία είναι άγνωστη. Αβακαβίρη και λαμιβουδίνη μεταφέρονται μέσω του πλακούντα. Μελέτες σε ανθρώπους με αβακαβίρη και λαμιβουδίνη (800+ και 1000+ εκβάσεις αντίστοιχα) δεν καταδεικνύουν δυσμορφική και εμβρυϊκή/νεογνική επίδραση. Δεν υπάρχουν δεδομένα για το Lamivudine And Abacavir αλλά ο κίνδυνος δυσμορφίας δεν είναι πιθανός στον άνθρωπο. Σε ασθενείς με συλλοίμωξη ηπατίτιδας, θα πρέπει να αξιολογείται η πιθανότητα επανεμφάνισης της ηπατίτιδας εάν διακοπεί η λαμιβουδίνη. Αναφορές μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας σε HIV αρνητικά βρέφη εκτεθειμένα σε νουκλεοσιδικά ανάλογα.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ αβακαβίρη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα θηλαζόντων αρουραίων και η αβακαβίρη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Οι συγκεντρώσεις λαμιβουδίνης στον ορό θηλαζόντων νεογνών είναι πολύ χαμηλές και μειώνονται. Δεν υπάρχουν δεδομένα ασφάλειας για βρέφη κάτω των τριών μηνών. Συνιστάται οι γυναίκες με HIV να μη θηλάζουν για να αποφευχθεί η μετάδοση του HIV.
-
ΓονιμότηταΧωρίς επίδρασηΜελέτες σε ζώα έδειξαν ότι ούτε η αβακαβίρη ούτε η λαμιβουδίνη είχαν κάποια επίδραση στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Τα ίδια με τις ανεπιθύμητες ενέργειες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊικά για συστηματική χρήση, αντιϊικά για την θεραπεία λοιμώξεων από τον HIV, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: J05AR02
Μηχανισμός δράσης
Η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη είναι νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) και είναι ισχυροί εκλεκτικοί αναστολείς της αντιγραφής του HIV-1 και του HIV-2 (LAV2 και EHO). Η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη μεταβολίζονται διαδοχικά από ενδοκυτταρικές κινάσες στις αντίστοιχες 5’-τριφωσφατάσες (ΤΡ) οι οποίες είναι τα ενεργά συστατικά. Η λαμιβουδίνη -TP και η καρβοβίρη-TP (η ενεργή τριφωσφορική μορφή της αβακαβίρης) είναι υποστρώματα και ανταγωνιστικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV. Ωστόσο, η κύρια αντιϊική δραστηριότητα γίνεται μέσω ενσωμάτωσης της μονοφωσφορικής μορφής στην ιική αλυσίδα του DNA, που οδηγεί στον τερματισμό της αλυσίδας. Οι τριφωσφατάσες της αβακαβίρης και της λαμιβουδίνης καταδεικνύουν σημαντικά μικρότερη σχέση για τις DNA πολυμεράσες των κυττάρων του ξενιστή.
Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με λαμιβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: διδανοσίνη, νεβιραπίνη και ζιδοβουδίνη). Η αντιϊική δράση της αβακαβίρης σε κυτταρική καλλιέργεια δεν ανταγωνίσθηκε όταν συνδυάσθηκε με τους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) διδανοσίνη, εμτρισιταβίνη, σταβουδίνη, τενοφοβίρη ή ζιδοβουδίνη, τον μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI) νεβιραπίνη, ή τον αναστολέα πρωτεάσης (PI) αμπρεναβίρη.
Αντιϊική δράση in vitro
Έχει δειχθεί ότι τόσο η αβακαβίρη όσο και η λαμιβουδίνη αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό εργαστηριακών και κλινικών στελεχών του HIV σε αρκετούς τύπους κυττάρων, περιλαμβανομένων μετασχηματισμένων Τ-κυτταρικών σειρών, κυτταρικών σειρών προερχόμενων από μονοκύτταρα/μακροφάγα και πρωτογενών καλλιεργειών ενεργοποιημένων λεμφοκυττάρων περιφερικού αίματος (PBL) και μονοκυττάρων/μακροφάγων. Η συγκέντρωση του φαρμάκου που ήταν απαραίτητη για να έχει επίδραση στην αντιγραφή του ιού κατά 50% (EC50) ή η συγκέντρωση αναστολής κατά 50% (IC50) ποίκιλε ανάλογα με τον ιό και το είδος κυττάρου του ξενιστή.
Η μέση EC50 για την αβακαβίρη έναντι εργαστηριακών στελεχών του HIV-1IIIB και HIV-1HXB2 κυμάνθηκε από 1,4 έως 5,8 μM. Οι διάμεσες ή μέσες τιμές EC50 για τη λαμιβουδίνη έναντι εργαστηριακών στελεχών του HIV-1 κυμάνθηκε από 0,007 έως 2,3 μM. Η μέση EC50 έναντι εργαστηριακών στελεχών του HIV-2 (LAV2 και EHO) κυμάνθηκε από 1,57 έως 7,5 μM για την αβακαβίρη και από 0,16 έως 0,51 μM για τη λαμιβουδίνη.
Οι τιμές EC50 της αβακαβίρης έναντι των υποτύπων της Ομάδας M (A-G) του HIV-1 κυμάνθηκε από 0,002 έως 1,179 μM, έναντι της Ομάδας O από 0,022 έως 1,21 μM και έναντι των στελεχών του HIV-2, από 0,024 έως 0,49 μM. Για τη λαμιβουδίνη, οι τιμές EC50 έναντι των υποτύπων (A-G) του HIV-1 κυμάνθηκαν από 0,001 έως 0,170 μM, έναντι της Ομάδας O από 0,030 έως 0,160 μM και έναντι των στελεχών του HIV-2 από 0,002 έως 0,120 μM σε μονοπύρηνα κύτταρα περιφερικού αίματος.
Αρχικά δείγματα HIV-1 από άτομα που δεν είχαν λάβει θεραπεία και τα οποία δεν είχαν υποκαταστάσεις αμινοξέων σχετιζόμενες με αντοχή έχουν αξιολογηθεί χρησιμοποιώντας είτε τη μέθοδο πολλαπλών κύκλων Virco Antivirogram™ (n=92 από την COL40263) ή τη μέθοδο ενός μόνο κύκλου Monogram Biosciences PhenoSense™ (n=138 από την ESS30009). Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα διάμεσες τιμές EC50 της τάξης του 0,912 μM (εύρος: 0,493 έως 5,017 μM) και 1,26 μM (εύρος 0,72 έως 1,91 μM) αντίστοιχα για την αβακαβίρη, και διάμεσες τιμές EC50 0,429 μM (εύρος: 0,200 έως 2,007 μM) και 2,38 μM (1,37 έως 3,68 μM) αντίστοιχα για τη λαμιβουδίνη.
Αναλύσεις φαινοτυπικής ευαισθησίας κλινικών στελεχών από ασθενείς με HIV-1 Ομάδας M μη-B υποτύπους που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία σε τρεις μελέτες, έδειξαν και στις τρείς περιπτώσεις ότι όλοι οι ιοί ήταν πλήρως ευαίσθητοι τόσο στη αβακαβίρη όσο και στη λαμιβουδίνη. Οι τρεις μελέτες ήταν οι εξής: μία μελέτη σε 104 στελέχη που περιλάμβανε τους υποτύπους A και A1 (n=26), C (n=1), D (n=66) και τις κυκλοφορούσες ανασυνδυασμένες μορφές (CRF) AD (n=9), CD (n=1) και ένα πολυσύνθετο υπότυπο που έχει προέλθει από άλλους υπότυπους μέσω ανασυνδυασμού _cpx (n=1), μία δεύτερη μελέτη σε 18 στελέχη που περιλάμβανε τον υποτύπο G (n=14) και CRF_AG (n=4) από τη Νιγηρία και μία τρίτη μελέτη σε έξι στελέχη (n=4 CRF_AG, n=1 A και n=1 απροσδιόριστο) από το Αμπιτζάν (Ακτή Ελεφαντοστού).
Στελέχη HIV-1 (CRF01_AE, n=12; CRF02_AG, n=12; και Υποτύπος C ή CRF_AC, n=13) από 37 ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στην Αφρική και την Ασία, ήταν ευαίσθητα στην αβακαβίρη (IC50 μεταβολή <2,5 φορές) και λαμιβουδίνη (IC50 μεταβολή <3,0 φορές), εκτός από δύο CRF02_AG στελέχη με μεταβολή 2,9 και 3,4 φορές για την αβακαβίρη.
Στελέχη της Ομάδας O από ασθενείς που δεν είχαν λάβει αντιρετροϊκή θεραπεία και τα οποία αξιολογήθηκαν για τη δραστικότητα της λαμιβουδίνης ήταν εξαιρετικά ευαίσθητα.
Ο συνδυασμός αβακαβίρης και λαμιβουδίνης έχει επιδείξει αντίστοιχη αντιϊική δράση σε κυτταρικές καλλιέργειες έναντι μη-Β υπότυπων και στελεχών του HIV-2 με την αντιϊική δράση έναντι των στελεχών υπότυπου Β.
Αντοχή
In vivo αντοχή Στελέχη του HIV-1 ανθεκτικά στην αβακαβίρη έχουν επιλεγεί in-vitro σε φυσικού τύπου στέλεχος του HIV-1 (HXB2) και σχετίσθηκαν με ειδικές γονοτυπικές μεταβολές στην περιοχή του κωδικονίου RT (κωδικόνια M184V, K65R, L74V και Y115). Η επιλογή της μετάλλαξης M184V εμφανίσθηκε πρώτη και είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση κατά δύο φορές της IC50. Συνεχιζόμενη κυτταρική διέλευση σε αυξανόμενες συγκεντρώσεις φαρμάκου είχε ως αποτέλεσμα την επιλογή διπλής RT μετάλλαξης 65R/184V και 74V/184V ή τριπλής RT μετάλλαξης 74V/115Y/184V. Δύο μεταλλάξεις μετέβαλαν 7 έως 8 φορές την ευαισθησία στην αβακαβίρη και χρειάσθηκαν συνδυασμοί τριών μεταλλάξεων για να μεταβληθεί η ευαισθησία κατά περισσότερο από 8 φορές. Κυτταρική διέλευση με ένα κλινικό στέλεχος RTMC ανθεκτικό στη ζιδοβουδίνη επιλέχθηκε επίσης για τη μετάλλαξη 184V.
Η αντοχή του HIV-1 στη λαμιβουδίνη συσχετίζεται με τη μετάλλαξη Μ184Ι, ή πιο συχνά τη μετάλλαξη M184V, κοντά στην ενεργή περιοχή της ιικής RT. Κυτταρική διέλευση του HIV-1 (HXB2) παρουσία αυξανόμενων συγκεντρώσεων 3TC έχει ως αποτέλεσμα υψηλά επίπεδα (>100 έως >500-φορές) ιών ανθεκτικών στη λαμιβουδίνη και η μετάλλαξη RT M184I ή V επιλέγεται άμεσα. Η IC50 για τον άγριο τύπο HXB2 είναι 0,24 έως 0,6 μM, ενώ η IC50 για HXB2 που περιέχει M184V είναι >100 έως 500 μM.
Αντιϊική θεραπεία Σύμφωνα με τη Γονοτυπική/Φαινοτυπική Αντοχή
In vivo αντοχή (Ασθενείς που δεν είχαν λάβει ποτέ θεραπεία) Οι μεταλλάξεις M184V ή M184I εμφανίζονται σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1 που αντιμετωπίσθηκαν με αντιρετροϊκή αγωγή που περιελάμβανε λαμιβουδίνη.
Στελέχη από τους περισσότερους ασθενείς που παρουσίασαν ιολογική αποτυχία με σχήμα που περιελάμβανε αβακαβίρη σε βασικές κλινικές μελέτες έδειξαν είτε μεταβολές που δεν σχετίζονταν με τη χρήση NRTI (45%) είτε μόνο επιλογή της M184V ή της M184I (45%). Η συνολική συχνότητα επιλογής για τη M184V ή τη M184I ήταν υψηλή (54%) ενώ λιγότερο συχνή ήταν η επιλογή της L74V (5%), της K65R (1%) και της Y115F (1%) (βλ. παρακάτω πίνακα). Η συμμετοχή της ζιδοβουδίνης στο χορηγούμενο σχήμα βρέθηκε ότι μειώνει τη συχνότητα της επιλογής της L74V και της K65R παρουσία της αβακαβίρης (με ζιδοβουδίνη: 0/40, χωρίς ζιδοβουδίνη: 15/192, 8%).
| Θεραπεία | Αριθμός Ασθενών | Αριθμός Ιολογικών Αποτυχιών | Αριθμός των Γονότυπων υπό Θεραπεία | K65R | L74V | Y115F | M184V/I | Μεταλλάξεις TAM3 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Αβακαβίρη + Combivir1 | 282 | 40 (100%) | 34 (85%) | 3 (8%) | 1 (2%) | 9 (18%) | 2 (4%) | |
| Αβακαβίρη + λαμιβουδίνη + NNRTI | 909 | 51 (100%)2 | 2 (4%) | 2 (1%) | 3 (2%) | 70 (50%) | 4 (3%) | |
| Αβακαβίρη + λαμιβουδίνη + PI (ή PI/ριτοναβίρη) | 1094 | 141 (100%) | 3 (1%) | 12 (5%) | 2 (1%) | 126 (54%) | 9 (4%) | |
| Σύνολο | 2285 | 232 (100%) |
- Το Combivir είναι ένας σταθερής δόσης συνδυασμός λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης
- Περιλαμβάνει τρεις μη ιολογικές αποτυχίες και τέσσερις μη επιβεβαιωμένες ιολογικές αποτυχίες.
- Αριθμός ασθενών με ≥1 Μεταλλάξεις Θυμιδινικών Αναλόγων (TAM).
Οι μεταλλάξεις TAM μπορεί να επιλεχθούν όταν τα ανάλογα θυμιδίνης συσχετίζονται με αβακαβίρη. Σε μία μετά-ανάλυση έξι κλινικών μελετών, οι μεταλλάξεις TAM δεν επιλέχθηκαν σε σχήματα που περιείχαν αβακαβίρη χωρίς ζιδοβουδίνη (0/127), αλλά επιλέχθηκαν σε σχήματα που περιείχαν αβακαβίρη και το ανάλογο θυμιδίνης ζιδοβουδίνη (22/86, 26%).
In vivo αντοχή (Ασθενείς που είχαν ήδη λάβει κάποια θεραπεία) Οι μεταλλάξεις M184V ή M184I εμφανίζονται σε ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV-1 που αντιμετωπίσθηκαν με αντιρετροϊκή αγωγή που περιελάμβανε λαμιβουδίνη και συνεπάγονται υψηλού επιπέδου αντοχή στη λαμιβουδίνη. Στοιχεία in vitro, τείνουν να υποδείξουν ότι η συνέχιση της λαμιβουδίνης σε αντιρετροϊκό σχήμα, παρά την ανάπτυξη της μετάλλαξης M184V, μπορεί να παρέχει υπολειπόμενη αντιρετροϊκή δράση (πιθανώς μέσω εξασθένησης της ιικής λειτουργικότητας). Η κλινική συσχέτιση αυτών των ευρημάτων δεν έχει τεκμηριωθεί. Πράγματι, τα διαθέσιμα κλινικά στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα και καθιστούν αδύνατη την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων αναφορικά με τα παραπάνω δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει πάντοτε να προτιμάται η έναρξη ευαίσθητων NRTI έναντι της διατήρησης της θεραπείας με λαμιβουδίνη. Επομένως, η διατήρηση της θεραπείας με λαμιβουδίνη παρά την εμφάνιση της μετάλλαξης M184V, θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άλλοι δραστικοί NRTI.
Κλινικά σημαντική μείωση της ευαισθησίας στην αβακαβίρη αναδείχθηκε σε στελέχη που απομονώθηκαν κατά την κλινική πράξη σε ασθενείς με ανεξέλεγκτο ιικό πολλαπλασιασμό, οι οποίοι είχαν ήδη λάβει θεραπεία και ήταν ανθεκτικοί σε άλλους νουκλεοσιδικούς αναστολείς.
Σε μία μετά-ανάλυση πέντε κλινικών μελετών όπου προστέθηκε ABC για να εντατικοποιήσει τη θεραπεία 166 ατόμων, 123 (74%) είχαν M184V/I, 50 (30%) είχαν T215Y/F, 45 (27%) είχαν M41L, 30 (18%) είχαν K70R και 25 (15%) είχαν D67N. Η K65R απουσίαζε ενώ οι L74V και Y115F δεν ήταν συχνές (≤3%). Η στατιστική λογιστική ανάλυση για την προγνωστική αξία του γονοτύπου (προσαρμοσμένη στις αρχικές τιμές HIV-1RNA [vRNA] πλάσματος, αριθμού CD4+ κυττάρων, αριθμού και διάρκειας προηγούμενων αντιρετροϊκών θεραπειών) έδειξε ότι η παρουσία 3 ή περισσότερων NRTI σχετιζόμενων μεταλλάξεων συνδέθηκε με μειωμένη ανταπόκριση την 4η Εβδομάδα (p=0,015) ή 4 ή περισσότερες μεταλλάξεις κατά την μέση 24η Εβδομάδα (p≤0,012). Επιπρόσθετα, η εισαγωγή συμπλόκου στη θέση 69 ή η μετάλλαξη Q151M, συνήθως βρέθηκαν σε συνδυασμό με A62V, V751, F77L και F116Y, προκαλώντας υψηλού επιπέδου αντοχή στην αβακαβίρη.
| Αρχική Μετάλλαξη της Ανάστροφης Μεταγραφάσης | n | Εβδομάδα 4 (n = 166) Ποσοστό με <400 αντίγραφα/mL vRNA | Μέση μεταβολή vRNA (log10 c/mL) | | :—- | : | :—- | :—————————— | | Καμία | 15 | 40% | -0,96 | | M184V μόνο | 75 | 64% | -0,74 | | Οποιαδήποτε μία NRTI μετάλλαξη | 82 | 65% | -0,72 | | Όποιες δύο NRTI-σχετιζόμενες μεταλλάξεις | 22 | 32% | -0,82 | | Όποιες τρεις NRTI-σχετιζόμενες μεταλλάξεις | 19 | 5% | -0,30 | | Τέσσερις ή περισσότερες NRTI-σχετιζόμενες μεταλλάξεις | 28 | 11% | -0,07 |
Φαινοτυπική αντοχή και διασταυρούμενη αντοχή Η φαινοτυπική αντοχή στην αβακαβίρη απαιτεί M184V με τουλάχιστον άλλη μία εκλεκτική μετάλλαξη στην αβακαβίρη, ή M184V με πολλαπλές ΤΑΜ. Η φαινοτυπική διασταυρούμενη αντοχή σε άλλους NRTI με μετάλλαξη M184V ή Μ184Ι μόνο, είναι περιορισμένη. Η ζιδοβουδίνη, η διδανοσίνη, η σταβουδίνη και η τενοφοβίρη διατηρούν την αντιρετροϊκή δράση τους έναντι τέτοιων στελεχών HIV-1. Η παρουσία της M184V μαζί με K65R αυξάνει την διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ αβακαβίρης, τενοφοβίρης, διδανοσίνης και λαμιβουδίνης και η M184V μαζί με L74V αυξάνει την διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ αβακαβίρης, διδανοσίνης και λαμιβουδίνης. Η παρουσία της M184V μαζί με Y115F αυξάνει την διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ αβακαβίρης και λαμιβουδίνης. Άμεσα διαθέσιμοι ερμηνευτικοί αλγόριθμοι της γονοτυπικής αντοχής στη θεραπεία και διαθέσιμα στο εμπόριο τεστ ευαισθησίας, έχουν καθιερώσει κλινικά όρια τιμών για μειωμένη δραστικότητα της αβακαβίρης και της λαμιβουδίνης ως ξεχωριστές φαρμακευτικές οντότητες που προβλέπουν ευαισθησία, μερική ευαισθησία ή αντοχή με βάση είτε την άμεση μέτρηση της ευαισθησίας ή με υπολογισμό του HIV-1 φαινότυπου της αντοχής από τον γονότυπο του ιού. Η κατάλληλη χρήση της αβακαβίρης και της λαμιβουδίνης μπορεί να καθοδηγείται με τη χρήση αυτών των συνιστώμενων αλγορίθμων αντοχής.
Η διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ αβακαβίρης ή λαμιβουδίνης και των αντιρετροϊκών από άλλες κατηγορίες, π.χ. των αναστολέων πρωτεάσης ή των μη νουκλεοσιδικών αναλόγων της ανάστροφης μεταγραφάσης, δεν είναι πιθανή.
Κλινική εμπειρία
Η κλινική εμπειρία με το συνδυασμό αβακαβίρης και λαμιβουδίνης ως δοσολογικό σχήμα άπαξ ημερησίως βασίζεται κυρίως σε τέσσερις μελέτες σε άτομα που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία, την CNA30021, EPZ104057 (μελέτη HEAT), ACTG5202 και CNA109586 (μελέτη ASSERT) και σε δύο μελέτες σε προθεραπευμένα άτομα, την CAL30001 και ESS30008.
Ασθενείς που δεν έχουν λάβει ποτέ θεραπεία Ο συνδυασμός αβακαβίρης και λαμιβουδίνης ως δοσολογικό σχήμα που λαμβάνεται άπαξ ημερησίως στηρίζεται από μία πολυκεντρική, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη μελέτη (CNA30021) διάρκειας 48 εβδομάδων, σε 770 ασθενείς οι οποίοι είχαν μολυνθεί από HIV και δεν είχαν λάβει άλλη θεραπεία. Αυτοί ήταν αρχικά ασυμπτωματικοί ασθενείς με λοίμωξη από τον HIV (CDC στάδιο A). Τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε αβακαβίρη (ABC) 600mg άπαξ ημερησίως είτε 300mg δις ημερησίως, σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη 300mg άπαξ ημερησίως και εφαβιρένζη 600mg άπαξ ημερησίως. Τα αποτελέσματα συνοψίζονται ανά υποκατηγορία στον παρακάτω πίνακα:
| Έκβαση αποτελεσματικότητας την Εβδομάδα 48 σε CNA30021 με βάση τις αρχικές HIV-1 RNA και CD4 Κατηγορίες (ITTe TLOVR άτομα χωρίς προηγούμενη έκθεση σε ART). | ABC QD +3TC+EFV (n=384) | ABC BID +3TC+EFV (n=386) |
|---|---|---|
| Αναλογία με HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml | ||
| ITT-E Πληθυσμός | 253/384 (66%) | 261/386 (68%) |
| TLOVR ανάλυση | ||
| Όλα τα άτομα | ||
| Αρχική κατηγορία RNA <100.000 αντίγραφα/mL | 141/217 (65%) | 145/217 (67%) |
| Αρχική κατηγορία RNA >=100.000 αντίγραφα/mL | 112/167 (67%) | 116/169 (69%) |
| Αρχική κατηγορία CD4 <50 | 3/6 (50%) | 4/6 (67%) |
| Αρχική κατηγορία CD4 50-100 | 21/40 (53%) | 23/37 (62%) |
| Αρχική κατηγορία CD4 101-200 | 57/85 (67%) | 43/67 (64%) |
| Αρχική κατηγορία CD4 201-350 | 101/143 (71%) | 114/170 (67%) |
| Αρχική κατηγορία CD4 >350 | 71/109 (65%) | 76/105 (72%) |
| >1 λογαριθμική μείωση του HIV RNA ή <50 αντίγραφα/mL | ||
| Όλοι οι ασθενείς | 372/384 (97%) | 373/386 (97%) |
Παρόμοια κλινική επιτυχία (εκτίμηση σημείου για τη διαφορά της θεραπείας: -1,7, 95% CI -8,4, 4,9) παρατηρήθηκε και για τα δύο δοσολογικά σχήματα. Από αυτά τα αποτελέσματα μπορεί να βγει το συμπέρασμα: με 95% βεβαιότητα ότι η πραγματική διαφορά δεν είναι μεγαλύτερη από 8,4% υπέρ του σχήματος δις ημερησίως. Αυτή η ενδεχόμενη διαφορά είναι αρκετά μικρή για να εξαχθεί ένα ολικό συμπέρασμα της μη κατωτερότητος της αβακαβίρης άπαξ ημερησίως έναντι της αβακαβίρης δις ημερησίως.
Υπήρξε χαμηλή παρόμοια συνολική πιθανότητα εμφάνισης ιολογικής αποτυχίας (ιικό φορτίο > 50 αντίγραφα/ml) και στις δύο θεραπευτικές ομάδες (άπαξ και δις ημερησίως) 10% και 8% αντίστοιχα. Στο μικρού μεγέθους δείγμα για γονοτυπική ανάλυση, υπήρξε τάση προς ένα υψηλότερο ποσοστό μεταλλάξεων συνδεόμενων με τους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης στο δοσολογικό σχήμα με άπαξ ημερησίως χορήγηση έναντι του δοσολογικού σχήματος με χορήγηση αβακαβίρης δις ημερησίως. Δεν μπόρεσε να υπάρξει ασφαλές συμπέρασμα λόγω των περιορισμένων στοιχείων που προήλθαν από αυτή τη μελέτη.
Υπάρχουν αντικρουόμενα δεδομένα σε ορισμένες συγκριτικές μελέτες με Lamivudine And Abacavir δηλαδή στις HEAT, ACTG5202 και ASSERT:
Η EPZ104057 (μελέτη HEAT) ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, 96 εβδομάδων, πολυκεντρική μελέτη με πρωταρχικό στόχο την αξιολόγηση της σχετικής αποτελεσματικότητας της αβακαβίρης/λαμιβουδίνης (ABC/3TC, 600mg/300mg) και τενοφοβίρης/εμτρισιταβίνης (TDF/FTC, 300mg/200mg), έκαστο χορηγούμενο άπαξ ημερησίως σε συνδυασμό με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη (LPV/r, 800mg/200mg) σε ενήλικες με HIV λοίμωξη που δεν έχουν λάβει ποτέ θεραπεία. Η αρχική ανάλυση αποτελεσματικότητας διεξήχθη κατά την εβδομάδα 48 με την μελέτη να συνεχίζεται έως την εβδομάδα 96 και έδειξε μη κατωτερότητα. Τα αποτελέσματα συνοψίζονται παρακάτω:
| Ιολογική Ανταπόκριση που βασίζεται στο HIV-1 RNA πλάσματος < 50 αντίγραφα/ml ΙΤΤ - πληθυσμός που έλαβε θεραπεία, ελλιπή στοιχεία = αποτυχία, συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής | ABC/3TC +LPV/r (N = 343) Εβδομάδα 48 | ABC/3TC +LPV/r (N = 343) Εβδομάδα 96 | TDF/FTC + LPV/r (N = 345) Εβδομάδα 48 | TDF/FTC + LPV/r (N = 345) Εβδομάδα 96 |
|---|---|---|---|---|
| Συνολική ανταπόκριση (στρωματοποιημένη με βάση την αρχική τιμή HIV-1 RNA) | 231/343 (68%) | 205/343 (60%) | 232/345 (67%) | 200/345 (58%) |
| Ανταπόκριση με βάση την αρχική τιμή HIV-1 RNA <100.000 αντίγραφα/ml | 134/188 (71%) | 118/188 (63%) | 141/205 (69%) | 119/205 (58%) |
| Ανταπόκριση με βάση την αρχική τιμή HIV-1 RNA ≥100.000 αντίγραφα/ml | 97/155 (63%) | 87/155 (56%) | 91/140 (65%) | 81/140 (58%) |
Σε αμφότερα τα σχήματα παρατηρήθηκε μία παρόμοια ιολογική ανταπόκριση (διαφορά μεταξύ των θεραπειών (point estimate) την εβδομάδα 48: 0,39%, 95% CI: -6,63, 7,40).
Η ACTG 5202 μελέτη ήταν μία πολυκεντρική, συγκριτική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή αβακαβίρης/λαμιβουδίνης ή εμτρισιταβίνης/τενοφοβίρης σε συνδυασμό με ανοιχτή εφαβιρένζης ή αταζαναβίρης/ριτοναβίρης, σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη που δεν έχουν λάβει ποτέ θεραπεία. Οι ασθενείς διαχωρίσθηκαν κατά τον αρχικό έλεγχο με βάση τα επίπεδα HIV-1 RNA πλάσματος < 100.000 και ≥ 100.000 αντίγραφα/mL.
Η ενδιάμεση ανάλυση στην ACTG 5202 αποκάλυψε ότι η αβακαβίρη/λαμιβουδίνη σχετίσθηκε με στατιστικά σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο ιολογικής αποτυχίας συγκριτικά με την εμτρισιταβίνη/τενοφοβίρη (ορίσθηκε ως ιικό φορτίο >1000 αντίγραφα/mL από τις 16 εβδομάδες και μετά και πριν τις 24 εβδομάδες ή επίπεδα HIV-RNA >200 αντίγραφα/mL από τις 24 εβδομάδες και μετά) σε άτομα με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης ≥100.000 αντίγραφα/mL (εκτιμώμενη αναλογία κινδύνου: 2,33, 95% CI: 1,46, 3,72 p=0,0003). Η επιτροπή παρακολούθησης των δεδομένων ασφαλείας (DSMB - Data Safety Monitoring Board) συνέστησε να εξετασθεί το ενδεχόμενο αλλαγής της θεραπευτικής αντιμετώπισης όλων των ατόμων της ομάδας υψηλού ιικού φορτίου, λόγω των διαφορών που παρατηρήθηκαν στην αποτελεσματικότητα. Τα άτομα της ομάδας χαμηλού ιικού φορτίου παρέμειναν στη μελέτη υπό διπλή-τυφλή θεραπεία.
Η ανάλυση δεδομένων από άτομα της ομάδας χαμηλού ιικού φορτίου δεν έδειξε αποδεδειγμένη διαφορά μεταξύ των νουκλεοσιδικών αναλόγων στην αναλογία των ασθενών που δεν είχαν ιολογική αποτυχία κατά την εβδομάδα 96. Τα αποτελέσματα αυτά παρουσιάζονται παρακάτω:
- 88,3% με ABC/3TC έναντι 90,3% με TDF/FTC όταν ελήφθησαν με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη ως τρίτο φάρμακο, διαφορά θεραπείας -2,0% (95% CI -7,5%, 3,4%),
- 87,4% με ABC/3TC έναντι 89,2% με TDF/FTC, όταν ελήφθησαν με εφαβιρένζη ως τρίτο φάρμακο, διαφορά θεραπείας -1,8% (95% CI -7,5%, 3,9%).
Η CNA109586 (μελέτη ASSERT), μία πολυκεντρική, ανοιχτή, τυχαιοποιημένη μελέτη αβακαβίρης/λαμιβουδίνης (ABC/3TC, 600mg/300mg) και τενοφοβίρης/εμτριασιταβίνης (TDF/FTC, 300mg/200mg), έκαστο χορηγούμενο άπαξ ημερησίως με εφαβιρένζη (EFV, 600mg) σε ενήλικες με HIV-1 λοίμωξη, που δεν έχουν λάβει ART, HLA-B*5701 αρνητικοί. Τα ιολογικά αποτελέσματα συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:
| Ιολογική ανταπόκριση κατά την εβδομάδα 48 στον ITT - Πληθυσμός που έλαβε θεραπεία < 50 αντίγραφα/ml TLOVR | ABC/3TC + EFV (N =192) | TDF/FTC + EFV (N =193) |
|---|---|---|
| Συνολική ανταπόκριση | 114/192 (59%) | 137/193 (71%) |
| Ανταπόκριση σε σχέση με την Αρχική τιμή HIV-1 RNA <100.000 αντίγραφα/mL | 61/95 (64%) | 62/83 (75%) |
| Ανταπόκριση σε σχέση με την Αρχική τιμή HIV-1 RNA ≥100.000 αντίγραφα /mL | 53/97 (55%) | 75/110 (68%) |
Την εβδομάδα 48, παρατηρήθηκε χαμηλότερη συχνότητα ιολογικής ανταπόκρισης για το ABC/3TC συγκριτικά με το TDF/FTC (διαφορά μεταξύ των θεραπειών (point estimate): -11,6%, 95% CI: -2,2, -21,1).
Ασθενείς που έχουν ήδη λάβει κάποια θεραπεία Δεδομένα από δύο μελέτες, την CAL30001 και ESS30008, έδειξαν ότι το Lamivudine And Abacavir άπαξ ημερησίως έχει παρόμοια ιολογική αποτελεσματικότητα με την αβακαβίρη 300mg δύο φορές την ημέρα σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη 300mg άπαξ ημερησίως ή 150mg δύο φορές την ημέρα σε προθεραπευμένους ασθενείς.
Στη μελέτη CAL30001, 182 ασθενείς οι οποίοι εμφάνισαν ιολογική αποτυχία μετά από κάποια αντιρετροϊκή θεραπεία, τυχαιοποιήθηκαν και έλαβαν θεραπεία με είτε Lamivudine And Abacavir μία φορά την ημέρα, είτε αβακαβίρη 300mg δυο φορές την ημέρα και λαμιβουδίνη 300mg μια φορά την ημέρα. Και τα δύο θεραπευτικά σχήματα συνδυάστηκαν με τενοφοβίρη και έναν αναστολέα πρωτεάσης ή ένα μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης. Η διάρκεια της αγωγής ήταν 48 εβδομάδες. Παρατηρήθηκε παρόμοια μείωση στα επίπεδα του HIV-1 RNA, όπως αυτά μετρήθηκαν από το εμβαδόν της περιοχής κάτω από την καμπύλη μείον το αρχικό, υποδεικνύοντας ότι η ομάδα του Lamivudine And Abacavir δεν ήταν κατώτερη από την ομάδα της αβακαβίρης σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη δύο φορές την ημέρα (AAUCMB, -1,65 log10 αντίγραφα/ml έναντι -1,83 log10 αντίγραφα/ml αντιστοίχως, 95% CI -0,13, 0,38). Το ποσοστό των ασθενών με HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml (50% έναντι 47%) και < 400 αντίγραφα/ml (54% έναντι 57%) την εβδομάδα 48 ήταν επίσης παρόμοιο σε κάθε ομάδα (ITT πληθυσμός). Πάντως, καθώς σε αυτή τη μελέτη συμμετείχαν μόνο ασθενείς που είχαν μέτρια έκθεση σε θεραπεία και με δυσαναλογία στο αρχικό ιικό φορτίο μεταξύ των δύο σχημάτων, τα αποτελέσματα αυτά θα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή.
Στη μελέτη ESS30008, 260 ασθενείς οι οποίοι εμφάνισαν καταστολή του ιού μετά από θεραπευτικό σχήμα πρώτης γραμμής που περιέχει αβακαβίρη 300mg και λαμιβουδίνη 150mg και τα δύο χορηγούμενα δύο φορές την ημέρα και έναν αναστολέα πρωτεάσης ή ένα μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης, τυχαιοποιήθηκαν για να συνεχίσουν αυτό το σχήμα ή να λάβουν Lamivudine And Abacavir μαζί με έναν αναστολέα πρωτεάσης ή ένα μη νουκλεοσιδικό αναστολέα της ανάστροφης μεταγραφάσης για 48 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα στις 48 εβδομάδες έδειξαν ότι η ομάδα του Lamivudine And Abacavir συσχετίσθηκε με παρόμοιο ιολογικό αποτέλεσμα (μη κατώτερο) σε σύγκριση με την ομάδα της αβακαβίρης και λαμιβουδίνης, με βάση τις αναλογίες των ατόμων με HIV-1 RNA < 50 αντίγραφα/ml (90% και 85% αντιστοίχως, 95%CI -2,7, 13,5).
Ο βαθμός γονοτυπικής ευαισθησίας (GSS) δεν έχει τεκμηριωθεί από τον ΚΑΚ για τον συνδυασμό αβακαβίρης/λαμιβουδίνης. Το ποσοστό προθεραπευμένων ασθενών στη μελέτη CAL30001 με HIV-RNA <50 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48 με βάση το βαθμό γονοτυπικής ευαισθησίας στη βέλτιστη υποκείμενη θεραπεία (OBT) ταξινομήθηκε σε πίνακα. Αξιολογήθηκε επίσης η επίπτωση που έχουν στην ανταπόκριση στην αβακαβίρη ή την λαμιβουδίνη ο αριθμός των μείζονων μεταλλάξεων όπως ορίσθηκαν κατά IAS-USA και των μεταλλάξεων που σχετίζονται με πολλαπλή-NRTI αντίσταση κατά την έναρξη της μελέτης. Ο GSS υπολογίσθηκε από τις αναφορές Monogram αποδίδοντας στους ευαίσθητους ιούς τις τιμές ‘1-4’ βάσει του αριθμού των φαρμάκων στο θεραπευτικό σχήμα και στους ιούς με μειωμένη ευαισθησία την τιμή ‘0’. Οι βαθμοί γονοτυπικής ευαισθησίας δεν υπολογίσθηκαν για όλους τους ασθενείς στην αρχή της μελέτης. Παρόμοια ποσοστά ασθενών στο άπαξ ημερησίως και δις ημερησίως σκέλος της αβακαβίρης στην μελέτη CAL30001 είχαν βαθμούς GSS <2 ή ≥2 και επιτυχώς κατέστειλαν στα <50 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48.
| Ποσοστό Ασθενών στην CAL30001 με <50 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48 ανά Βαθμό Γονοτυπικής Ευαισθησίας στην OBT και Αριθμό Μεταλλάξεων κατά την έναρξη | ABC BID +3TC QD (n=94) | ABC/3TC FDC QD (n=88) |
|---|---|---|
| Αριθμός μεταλλάξεων κατά την έναρξη1 | ||
| Όλες | 10/24 (42%) | 12/26 (46%) |
| 0-1 | 3/24 (13%) | 29/56 (52%) |
| 2-5 | 7/24 (29%) | 21/56 (38%) |
| 6+ | 0 | 8/56 (14%) |
| Γονοτυπικός SS στην OBT | ||
| Όλες | ||
| ≤2 | 57/94 (61%) | 6/14 (43%) |
| >2 | 8/14 (57%) | 2/6 (33%) |
| Άγνωστες | 47/94 (50%) | 41/88 (47%) |
1 Μείζονες μεταλλάξεις όπως ορίσθηκαν κατά IAS-USA για Αβακαβίρη ή Λαμιβουδίνη και μεταλλάξεις σχετιζόμενες με πολλαπλή-NRTI αντίσταση
Για τις μελέτες CNA109586 (ASSERT) και CNA30021 σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία, γονοτυπικά δεδομένα συλλέχθηκαν μόνο για ένα υποσύνολο ασθενών κατά την αξιολόγηση πριν την ένταξη ή την αρχή της μελέτης, όπως επίσης για αυτούς τους ασθενείς που πληρούσαν τα κριτήρια ιολογικής αποτυχίας. Το μερικό υποσύνολο των δεδομένων που είναι διαθέσιμο για την CNA30021 παρατίθεται στον παρακάτω πίνακα, αλλά πρέπει να ερμηνευτεί με προσοχή. Οι βαθμοί φαρμακευτικής ευαισθησίας αποδόθηκαν για κάθε ιικό γονότυπο ασθενούς χρησιμοποιώντας τον γονοτυπικό αλγόριθμο φαρμακευτικής αντοχής ANRS 2009 HIV-1. Κάθε ευαίσθητο φάρμακο στο θεραπευτικό σχήμα έλαβε βαθμό 1 και στα φάρμακα για τα οποία ο αλγόριθμος ANRS προβλέπει αντοχή αποδόθηκε η τιμή ‘0’.
| Ποσοστό Ασθενών στη CNA30021 με <50 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48 ανά Βαθμό Γονοτυπικής Ευαισθησίας στην OBT και Αριθμό Μεταλλάξεων κατά την έναρξη | ABC QD + 3TC QD + EFV QD (N=384) | ABC BID + 3TC QD + EFV QD (N=386) |
|---|---|---|
| Αριθμός Μεταλλάξεων κατά την έναρξη1 | ||
| Όλες | 2/6 (33%) | 2/6 (33%) |
| 0-1 | 58/119 (49%) | 57/119 (48%) |
| 2-5 | 60/125 (48%) | 59/125 (47%) |
| 6+ | 1/119 (<1%) | 1/125 (<1%) |
| Γονοτυπικός SS στην OBT | ||
| Όλες | 0 | 0 |
| ≤2 | 0 | 0 |
| >2 | 3/6 (50%) | 57/114 (50%) |
| Άγνωστες | 60/120 (50%) |
1 Μείζονες μεταλλάξεις όπως ορίσθηκαν κατά IAS-USA (Δεκ 2009) για Αβακαβίρη ή Λαμιβουδίνη
Παιδιατρικός πληθυσμός Στα πλαίσια μίας τυχαιοποιημένης, πολυκεντρικής, ελεγχόμενης μελέτης σε παιδιατρικούς ασθενείς με λοίμωξη από HIV, πραγματοποιήθηκε μία σύγκριση ενός σχήματος που περιελάμβανε χορήγηση αβακαβίρης και λαμιβουδίνης μία φορά την ημέρα έναντι δύο φορών την ημέρα. 1.206 παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 3 μηνών έως 17 ετών εντάχθηκαν στη Δοκιμή ARROW (COL105677) και έλαβαν δόση σύμφωνα με τις δοσολογικές συστάσεις βάσει σωματικού βάρους των κατευθυντήριων οδηγιών θεραπείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Antiretroviral therapy of HIV infection in infants and children, 2006). Ύστερα από 36 εβδομάδες χορήγησης ενός σχήματος που περιελάμβανε αβακαβίρη και λαμιβουδίνη δύο φορές την ημέρα, 669 κατάλληλοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν είτε σε συνέχιση της λήψης δύο φορές την ημέρα, ή σε μετάβαση σε σχήμα αβακαβίρης και λαμιβουδίνης χορηγούμενου μία φορά την ημέρα για τουλάχιστον 96 εβδομάδες επιπλέον. Από τον πληθυσμό αυτόν, 104 ασθενείς, οι οποίοι ζύγιζαν τουλάχιστον 25 kg, έλαβαν 600mg αβακαβίρης και 300mg λαμιβουδίνης ως Lamivudine And Abacavir μία φορά την ημέρα, με διάμεση διάρκεια έκθεσης 596 ημέρες.
Μεταξύ των 669 ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν σε αυτή τη μελέτη (ηλικίας από 12 μηνών έως ≤17 ετών) η δοσολογική ομάδα χορήγησης του συνδυασμού αβακαβίρης / λαμιβουδίνης μία φορά την ημέρα καταδείχθηκε ότι ήταν μη κατώτερη από την ομάδα της χορήγησης δύο φορές την ημέρα, με βάση το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας του -12%, ως προς το κύριο καταληκτικό σημείο της οριακής τιμής <80 αντίγραφα/mL την Εβδομάδα 48, όπως και την Εβδομάδα 96 (δευτερεύον καταληκτικό σημείο), καθώς και ως προς όλες τις υπόλοιπες οριακές τιμές που εξετάστηκαν (<200 αντίγραφα/mL, <400 αντίγραφα/mL, <1.000 αντίγραφα/mL), το σύνολο των οποίων βρίσκονταν επαρκώς εντός αυτού του περιθωρίου μη κατωτερότητας. Οι αναλύσεις υποομάδων που διενεργήθηκαν για τον έλεγχο της ετερογένειας μεταξύ των ομάδων χορήγησης μία φορά έναντι δύο φορών την ημέρα, δεν εντόπισαν σημαντική επίδραση του φύλου, της ηλικίας, ή του ιικού φορτίου κατά την τυχαιοποίηση. Τα συμπεράσματα υποστήριζαν τη μη κατωτερότητα ανεξάρτητα από τη μέθοδο ανάλυσης.
Μεταξύ των 104 ασθενών που έλαβαν Lamivudine And Abacavir περιλαμβανομένων αυτών που ήταν μεταξύ 40 kg και 25 kg η ιική καταστολή ήταν παρόμοια.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Το δισκίο σταθερού συνδυασμού αβακαβίρης/λαμιβουδίνης (FDC) έχει αποδειχθεί βιοϊσοδύναμο με τη χορήγηση λαμιβουδίνης και αβακαβίρης χωριστά. Αυτό φάνηκε σε μια μελέτη βιοϊσοδυναμίας, μονής δόσης και τριπλής διασταύρωσης, όπου σε υγιείς εθελοντές χορηγήθηκε FDC (σε νηστεία) έναντι 2 x 300mg δισκίων αβακαβίρης μαζί με 2 x 150mg δισκίων λαμιβουδίνης (σε νηστεία) έναντι FDC χορηγούμενο με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά (n = 30). Στην κατάσταση νηστείας δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές ως προς την έκταση της απορρόφησης, όπως αυτές μετρήθηκαν από το εμβαδό κάτω από την καμπύλη απορρόφησης (AUC) και τη μέγιστη συγκέντρωση (Cmax), κάθε συστατικού. Η λήψη τροφής δεν επηρέασε κλινικώς σημαντικά τη χορήγηση FDC. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το FDC μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς φαγητό. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της λαμιβουδίνης και της αβακαβίρης περιγράφονται παρακάτω.
Απορρόφηση
Μετά τη χορήγηση από το στόμα η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη απορροφούνται ταχέως και καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα των από του στόματος χορηγούμενων αβακαβίρης και λαμιβουδίνης σε ενήλικες είναι περίπου 83% και 80-85% αντιστοίχως. Η μέση διάρκεια των μέγιστων συγκεντρώσεων στον ορό (tmax) είναι περίπου 1,5 ώρα και 1,0 ώρα για την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη αντιστοίχως. Έπειτα από μια δόση 600mg αβακαβίρης, η μέση (CV) Cmax είναι 4,26 μg/ml (28%) και η μέση (CV) AUC∞ είναι 11,95 μg.h/ml (21%). Έπειτα από χορήγηση από το στόμα πολλαπλών δόσεων λαμιβουδίνης 300mg μια φορά την ημέρα για 7 ημέρες, η μέση (CV) σταθερής κατάστασης Cmax είναι 2,04 μg/ml (26%) και η μέση (CV) AUC24 είναι 8,87 μg.h/ml (21%).
Κατανομή
Μελέτες με ενδοφλέβια χορήγηση αβακαβίρης και λαμιβουδίνης έδειξαν ότι ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής είναι 0,8 και 1,3 l/kg αντιστοίχως. Μελέτες δέσμευσης με πρωτεΐνες in vitro δείχνουν ότι, στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η αβακαβίρη δεσμεύεται σε μικρό έως μέτριο βαθμό (~49%) με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος. Η λαμιβουδίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική πάνω από το θεραπευτικό δοσολογικό της εύρος και εμφανίζει περιορισμένη δέσμευση με τις πρωτεΐνες πλάσματος in vitro (< 36%). Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό της μικρής πιθανότητας αλληλεπιδράσεων με άλλες φαρμακευτικές ουσίες μέσω της μεταβολής της δέσμευσης με τις πρωτεΐνες πλάσματος.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η αβακαβίρη και η λαμιβουδίνη διαπερνούν το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και φθάνουν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ). Μελέτες με αβακαβίρη έχουν δείξει ότι ο λόγος ΕΝΥ προς πλάσμα AUC για την αβακαβίρη είναι μεταξύ 30 και 44%. Οι παρατηρούμενες τιμές των μέγιστων συγκεντρώσεων είναι 9 φορές μεγαλύτερες από το IC50 της αβακαβίρης των 0,08 μg/ml ή των 0,26 μM όταν η αβακαβίρη χορηγείται στη δόση των 600mg δύο φορές την ημέρα. Ο μέσος λόγος των συγκεντρώσεων ΕΝΥ/πλάσμα της λαμιβουδίνης, 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση από το στόμα ήταν περίπου 12%. Η αληθινή έκταση της διείσδυσης της λαμιβουδίνης στο ΚΝΣ και η συσχέτιση με την κλινική αποτελεσματικότητα δεν είναι γνωστή.
Βιομετασχηματισμός
Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ, ενώ περίπου 2% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται από τους νεφρούς ως αναλλοίωτο φάρμακο. Οι κύριες μεταβολικές οδοί στον άνθρωπο είναι με αλκοολική αφυδρογονάση και με γλυκουρονιδίωση ώστε να παραχθεί το 5’-καρβοξυλικό οξύ και το 5’-γλυκουρονίδιο, τα οποία αποτελούν περίπου το 66% της χορηγούμενης δόσης. Οι μεταβολίτες αυτοί απεκκρίνονται με τα ούρα.
Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης αποτελεί μικρή μόνο οδό αποβολής. Η λαμιβουδίνη αποβάλλεται κυρίως αναλλοίωτη με νεφρική απέκκριση. Η πιθανότητα των μεταβολικών αλληλεπιδράσεων με τη λαμιβουδίνη είναι μικρή λόγω του περιορισμένου ηπατικού μεταβολισμού (5-10%).
Αποβολή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της αβακαβίρης είναι περίπου 1,5 ώρες. Μετά από πολλαπλές δόσεις από του στόματος 300mg αβακαβίρης δύο φορές την ημέρα, δεν υπάρχει σημαντική συσσώρευση του φαρμάκου. Η αποβολή της αβακαβίρης γίνεται μέσω ηπατικού μεταβολισμού με επακόλουθη απέκκριση των μεταβολιτών κυρίως στα ούρα. Οι μεταβολίτες και η αναλλοίωτη αβακαβίρη αποτελούν περίπου το 83% της χορηγηθείσας δόσης της αβακαβίρης στα ούρα. Η υπόλοιπη αποβάλλεται στα κόπρανα.
Ο παρατηρηθείς χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λαμιβουδίνης είναι 18 - 19 ώρες. Η μέση τιμή της συστηματικής κάθαρσης της λαμιβουδίνης είναι περίπου 0,32 l/h/kg κυρίως μέσω νεφρικής κάθαρσης (> 70%) μέσω του συστήματος μεταφοράς οργανικών κατιόντων. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η αποβολή της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Το Lamivudine And Abacavir δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min καθώς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η απαραίτητη προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Ενδοκυτταρική φαρμακοκινητική
Σε μια μελέτη 20 ασθενών μολυσμένων από τον HIV, οι οποίοι έλαβαν αβακαβίρη 300mg δύο φορές την ημέρα, με μόνο μια δόση 300mg να έχει ληφθεί πριν από την 24ωρη περίοδο δειγματοληψίας, η γεωμετρική μέση τελική ενδοκυττάρια ημιζωή στη σταθερή κατάσταση ήταν για την καρβοβίρη-TP 20,6 ώρες, σε σύγκριση με τη μέση γεωμετρική ημιζωή της αβακαβίρης στο πλάσμα, η οποία σε αυτή τη μελέτη ήταν 2,6 ώρες. Σε μία διασταυρούμενη μελέτη 27 ασθενών μολυσμένων από τον HIV, οι εκθέσεις σε ενδοκυτταρική καρβοβίρη-TP ήταν υψηλότερες για το σχήμα της αβακαβίρης 600mg μία φορά την ημέρα (AUC24,ss + 32%, Cmax24,ss + 99% και Ctrough + 18%) συγκριτικά με το σχήμα 300mg δύο φορές την ημέρα. Για ασθενείς που λαμβάνουν λαμιβουδίνη 300mg μια φορά την ημέρα, ο τελικός χρόνος ενδοκυτταρικής ημίσειας ζωής της λαμιβουδίνης -TP και ο χρόνος ημίσειας ζωής της λαμιβουδίνης στο πλάσμα ήταν παρόμοιος(16-19 ώρες και 18-19 ώρες αντίστοιχα). Σε μία διασταυρούμενη μελέτη 60 υγιών εθελοντών, οι ενδοκυτταρικές φαρμακοκινητικές παράμετροι της λαμιβουδίνης-TP ήταν παρόμοιοι (AUC24,ss και Cmax24,ss) ή χαμηλότεροι (Ctrough - 24%) για το σχήμα της λαμιβουδίνης 300mg μία φορά την ημέρα συγκριτικά με το σχήμα της λαμιβουδίνης 150mg δύο φορές την ημέρα. Συνολικά τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν τη χρήση λαμιβουδίνης300 mg και αβακαβίρης 600mg μια φορά την ημέρα για την αντιμετώπιση των HIV + ασθενών. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια αυτού του συνδυασμού, όταν χορηγείται μια φορά την ημέρα έχει αποδειχθεί σε μια βασική κλινική μελέτη (CNA30021- Βλ. Κλινική εμπειρία).
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Ηπατική δυσλειτουργία Φαρμακοκινητικά δεδομένα έχουν ληφθεί για την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη ξεχωριστά. Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Η φαρμακοκινητική της αβακαβίρης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κλίμακα 5-6) που έλαβαν εφάπαξ δόση 600mg. Η μέση (εύρος) τιμή της AUC ήταν 24,1 (10,4 έως 54,8) μg.h/ml. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπήρξε μια μέση αύξηση της AUC (90% Cl) της αβακαβίρης κατά 1,89 φορές [1,32; 2,70] και της ημιπεριόδου αποβολής της αβακαβίρης κατά 1,58 φορές [1,22; 2,04]. Δεν είναι δυνατόν να γίνει συγκεκριμένη σύσταση για μείωση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία λόγω σημαντικής μεταβλητότητας στην έκθεση σε αβακαβίρη.
Τα δεδομένα σε ασθενείς με μέτρια προς σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηπατική δυσλειτουργία. Με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν με την αβακαβίρη, το Lamivudine And Abacavir δεν συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία Τα φαρμακοκινητικά στοιχεία έχουν ληφθεί για την αβακαβίρη και τη λαμιβουδίνη ξεχωριστά. Η αβακαβίρη μεταβολίζεται κυρίως από το ήπαρ με περίπου 2% της δόσης της αβακαβίρης να απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Η φαρμακοκινητική της αβακαβίρης σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου είναι παρόμοια με εκείνη των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Μελέτες με λαμιβουδίνη δείχνουν ότι οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (AUC) αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία λόγω της μειωμένης κάθαρσης. Το Lamivudine And Abacavir δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min καθώς δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η απαραίτητη προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω.
Παιδιά Οι από στόματος φαρμακοτεχνικές μορφές της αβακαβίρης απορροφώνται ταχέως και καλά όταν χορηγούνται σε παιδιά. Μελέτες φαρμακοκινητικής σε παιδιατρικό πληθυσμό έχουν δείξει ότι η χορήγηση άπαξ ημερησίως οδηγεί σε ισοδύναμη AUC24 με τη χορήγηση της ίδιας συνολικής ημερήσιας δόσης δύο φορές την ημέρα τόσο για το πόσιμο διάλυμα όσο και για τα δισκία.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης (κατά προσέγγιση 58 έως 66%) ήταν χαμηλότερη και πιο μεταβαλλόμενη σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 12 ετών. Ωστόσο, μελέτες φαρμακοκινητικής σε παιδιατρικό πληθυσμό με δισκία έχουν δείξει ότι η χορήγηση άπαξ ημερησίως οδηγεί σε ισοδύναμη AUC24 με τη χορήγηση της ίδιας συνολικής ημερήσιας δόσης δύο φορές την ημέρα.