CALQUENCE(cαλquενcε)
acalabrutinib
Σκευάσματα και τιμές CALQUENCE
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 4859.58 € |
CALQUENCE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ)
σε: μη προθεραπευμένοι ενήλικες ασθενείς
ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με ομπινουτουζουμάμπη
- C91 Λεμφοειδής λευχαιμία
-
Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ)
σε: μη προθεραπευμένοι ενήλικες ασθενείς
σε συνδυασμό με venetoclax με ή χωρίς ομπινουτουζουμάμπη
- C91 Λεμφοειδής λευχαιμία
-
Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ)
σε: ενήλικες ασθενείς που έχουν λάβει τουλάχιστον μια προηγούμενη θεραπεία
ως μονοθεραπεία
- C91 Λεμφοειδής λευχαιμία
-
Λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (ΛΚΜ)
σε: μη προθεραπευμένοι ενήλικες ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για αυτόλογη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων
σε συνδυασμό με βενδαμουστίνη και ριτουξιμάμπη (ΒΡ)
- C83 Μη-οζώδες (διάχυτο) λέμφωμα
-
Υποτροπιάζον ή ανθεκτικό λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (ΛΚΜ)
σε: ενήλικες ασθενείς που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα της τυροσινικής κινάσης του Bruton (BTK)
ως μονοθεραπεία
- C85 Άλλοι και μη καθορισμένοι τύποι μη Hodgkin λεμφώματος
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές την ημέρα, περίπου κάθε 12 ώρες, την ίδια ώρα κάθε ημέρα
- Δόση έναρξης: 100 mg ακαλαβρουτινίμπης δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για το venetoclax σε συνδυαστική θεραπεία: έναρξη με 20 mg και εβδομαδιαία αύξηση σε 50 mg, 100 mg, 200 mg και τέλος 400 mg.
-
ΕνήλικεςΔόση100 mg δύο φορές την ημέρα
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (0 έως 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με σοβαρή καρδιακή νόσοΑποκλείστηκαν από κλινικές μελέτες
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΑιμορραγίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αιματολογικές κακοήθειεςΕπίδειξη προσοχής με αντιθρομβωτικούς παράγοντες. Αποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης με βαρφαρίνη ή άλλους ανταγωνιστές βιταμίνης Κ. Εξέταση σχέσης οφέλους/κινδύνου για προσωρινή διακοπή του Ακαλαμπρουτινίμπη πριν και μετά από χειρουργική επέμβαση.
-
ΛοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αιματολογικές κακοήθειεςΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο προφυλακτικής αγωγής σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο ευκαιριακών λοιμώξεων. Να παρακολουθούνται οι ασθενείς για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης και να λαμβάνουν θεραπεία όπως ενδείκνυται ιατρικά.
-
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β (HBV)προσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΕξακρίβωση κατάστασης HBV πριν την έναρξη θεραπείας. Εάν θετικός ορολογικός έλεγχος για HBV, ζητείται συμβουλή ειδικού και παρακολούθηση/διαχείριση σύμφωνα με τοπικά πρότυπα.
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν Ακαλαμπρουτινίμπη στο πλαίσιο προηγούμενης ή συγχορηγούμενης ανοσοκατασταλτικής θεραπείαςΣυμπερίληψη PML στη διαφορική διάγνωση σε ασθενείς με νέα ή επιδεινούμενα νευρολογικά, νοητικά ή συμπεριφορικά σημεία/συμπτώματα. Εάν πιθανολογείται PML, διαγνωστική αξιολόγηση και αναστολή θεραπείας μέχρι αποκλεισμού. Ενδεχομένως παραπομπή σε νευρολόγο, MRI, έλεγχος ΕΝΥ για DNA ιού JC, τακτικοί νευρολογικοί έλεγχοι.
-
ΚυτταροπενίεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αιματολογικές κακοήθειεςΠαρακολούθηση πλήρους αιμοδιαγράμματος όπως ενδείκνυται ιατρικά.
-
Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειες (ιδίως δερματικοί καρκίνοι)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αιματολογικές κακοήθειεςΠαρακολούθηση για εμφάνιση καρκίνων του δέρματος. Σύσταση προστασίας από την έκθεση στον ήλιο.
-
Κολπική μαρμαρυγή/πτερυγισμόςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αιματολογικές κακοήθειεςΠαρακολούθηση για συμπτώματα κολπικής μαρμαρυγής/πτερυγισμού (π.χ., αίσθημα παλμών, ζάλη, συγκοπή, θωρακικό άλγος, δύσπνοια). Λήψη ΗΚΓ όπως ενδείκνυται ιατρικά. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν κολπική μαρμαρυγή, διεξοδική αξιολόγηση κινδύνου θρομβοεμβολικής νόσου. Σε υψηλό κίνδυνο, εξέταση αυστηρά ελεγχόμενης θεραπείας με αντιπηκτικά και εναλλακτικών επιλογών έναντι του Ακαλαμπρουτινίμπη.
-
Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς σε κίνδυνο TLS (π.χ. με ογκώδη νόσο κατά την έναρξη)Αξιολόγηση για πιθανό κίνδυνο TLS και στενή παρακολούθηση όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)/πνευμονίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν Ακαλαμπρουτινίμπη σε συνδυασμό με βενδαμουστίνη και ριτουξιμάμπη σε ΛΚΜΠαρακολούθηση για πνευμονικά συμπτώματα (π.χ. βήχας, δύσπνοια ή υποξία) και διαχείριση ILD/πνευμονίτιδας όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Αλληλεπιδράσεις με CYP3A αναστολείςπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης με ισχυρούς αναστολείς CYP3A. Εάν βραχυπρόθεσμη χρήση, προσωρινή διακοπή Ακαλαμπρουτινίμπη. Στενή παρακολούθηση για τοξικότητα εάν χρησιμοποιείται μέτριος αναστολέας CYP3A.
-
Αλληλεπιδράσεις με CYP3A4 επαγωγείςπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης με ισχυρούς επαγωγείς CYP3A4 λόγω κινδύνου έλλειψης αποτελεσματικότητας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A, P-gp (π.χ. κετοκοναζόλη, conivaptan, κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, τελαπρεβίρη, ποζακοναζόλη, βορικοναζόλη)αντένδειξηΑύξηση της Cmax και AUC της ακαλαβρουτινίμπης (π.χ. 3,9-φορές και 5,0-φορές με ιτρακοναζόλη)ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης. Εάν βραχυπρόθεσμη χρήση, διακοπή Ακαλαμπρουτινίμπη.
-
Μέτριοι αναστολείς CYP3A (π.χ. φλουκοναζόλη, ισαβουκοναζόλη)προσοχήΑύξηση Cmax και AUC ακαλαβρουτινίμπης (1,4-2 φορές). Μείωση Cmax και AUC ενεργού μεταβολίτη ACP-5862 (0,65-0,88 φορές).ΣύστασηΚαμία προσαρμογή δόσης. Στενή παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Ήπιοι αναστολείς CYP3AπαρακολούθησηΜη αναφερόμενοΣύστασηΚαμία προσαρμογή της δόσης.
-
αντένδειξηΜείωση Cmax και AUC της ακαλαβρουτινίμπης (π.χ. 68% και 77% με ριφαμπικίνη)ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης.
-
St. John’s wort (βαλσαμόχορτο)αντένδειξηΜείωση συγκεντρώσεων ακαλαβρουτινίμπης στο πλάσμαΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης θεραπείας.
-
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (π.χ. ομεπραζόλη)αντένδειξηΜείωση AUC της ακαλαβρουτινίμπης (π.χ. 43% με ομεπραζόλη)ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης λόγω μακροχρόνιας επίδρασης που δεν εξαλείφεται με διαχωρισμό δόσεων.
-
Ανταγωνιστές H2-υποδοχέων (π.χ. ρανιτιδίνη, φαμοτιδίνη)προσοχήΜείωση απορρόφησης ακαλαβρουτινίμπης λόγω αύξησης pHΣύστασηΛήψη Ακαλαμπρουτινίμπη 2 ώρες πριν (ή 10 ώρες μετά) τη λήψη του ανταγωνιστή H2-υποδοχέων.
-
Αντιόξινα (π.χ. ανθρακικό ασβέστιο)προσοχήΜείωση AUC της ακαλαβρουτινίμπης (π.χ. 53% με ανθρακικό ασβέστιο)ΣύστασηΤο διάστημα μεταξύ της λήψης Ακαλαμπρουτινίμπη και αντιόξινων πρέπει να είναι τουλάχιστον 2 ώρες.
-
Από του στόματος υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, εργοταμίνη, πιμοζίδη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης των υποστρωμάτων (λόγω εντερικής αναστολής CYP3A4 από ακαλαβρουτινίμπη)ΣύστασηΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
-
Υποστρώματα CYP1A2 (π.χ. θεοφυλλίνη, καφεΐνη)παρακολούθησηΜείωση της έκθεσης των υποστρωμάτων (λόγω επαγωγής CYP1A2 από ακαλαβρουτινίμπη)
-
Από του στόματος υποστρώματα BCRP με στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. μεθοτρεξάτη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης των υποστρωμάτων (λόγω εντερικής αναστολής BCRP από ακαλαβρουτινίμπη)ΣύστασηΛήψη τουλάχιστον 6 ώρες πριν ή μετά την ακαλαβρουτινίμπη.
-
Υποστρώματα MATE1 (π.χ. μετφορμίνη)παρακολούθησηΑύξηση της έκθεσης των υποστρωμάτων (λόγω αναστολής MATE1 από ACP-5862)ΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία μεταβληθείσας ανεκτικότητας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Πνευμονία
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Βρογχίτιδα
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη από ασπέργιλλο
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
- Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Ιογενείς λοιμώξεις έρπητα
- Δεύτερη Πρωτοπαθής Κακοήθεια (SPM)
- SPM εξαιρουμένου του μη-μελανωματικού καρκίνου δέρματος
- Μη-μελανωματική κακοήθεια δέρματος
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λεμφοκυττάρωση
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ενδοκρανιακή αιμορραγία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Κολπικός πτερυγισμός
- Μώλωπες
- Θλάση
- Πετέχειες
- Εκχυμώσεις
- Εξάνθημα
- Αιμορραγία
- Αιμάτωμα
- Υπέρταση
- Αιμορραγία γαστρεντερικού
- Διάρροια
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Επίσταξη
- Πνευμονίτιδα
- Μυοσκελετικός πόνος
- Αρθραλγία
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Μειωμένος απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων
- Μειωμένα αιμοπετάλια
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΔεύτερη Πρωτοπαθής Κακοήθεια (SPM)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘλάσηΤραυματισμοί
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένα αιμοπετάλιαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειωμένος απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςSPM εξαιρουμένου του μη-μελανωματικού καρκίνου δέρματοςΝεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕκχυμώσειςΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΙογενείς λοιμώξεις έρπηταΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολπικός πτερυγισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜη-μελανωματική κακοήθεια δέρματοςΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΠετέχειεςΔέρμα
-
ΣυχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕνδοκρανιακή αιμορραγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας ΒΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη από ασπέργιλλοΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΠροϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθειαΛοιμώξεις
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται να αποφύγουν να μείνουν έγκυες ενώ λαμβάνουν το Ακαλαμπρουτινίμπη. Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα. Με βάση μελέτες σε ζώα, ενδέχεται να υπάρχει κίνδυνος για το έμβρυο (δυστοκία, μειωμένη εμβρυϊκή ανάπτυξη) (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Ακαλαμπρουτινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με ακαλαβρουτινίμπη.
-
ΓαλουχίαΝα μην θηλάζουνΔεν είναι γνωστό εάν η ακαλαβρουτινίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της ακαλαβρουτινίμπης στο θηλάζον παιδί ή την παραγωγή γάλακτος. Η ακαλαβρουτινίμπη και ο ενεργός μεταβολίτης της ήταν παρόντα στο γάλα θηλαζόντων αρουραίων. Ο κίνδυνος στο θηλάζον παιδί δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνιστάται στις μητέρες που θηλάζουν να μην θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ακαλαμπρουτινίμπη και για 2 ημέρες μετά τη λήψη της τελευταίας δόσης.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζεταιΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση του Ακαλαμπρουτινίμπη στην ανθρώπινη γονιμότητα. Σε μια μη κλινική μελέτη της ακαλαβρουτινίμπης σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους, δεν παρατηρήθηκαν δυσμενείς επιπτώσεις στις παραμέτρους γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EL02.
Μηχανισμός δράσης
Η ακαλαβρουτινίμπη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του Bruton (BTK). H ΒΤΚ είναι ένα μόριο σηματοδότησης του αντιγονικού υποδοχέα των Β-κυττάρων (BCR) και των μονοπατιών των υποδοχέων κυτταροκινών. Στα Β-κύτταρα, η σηματοδότηση από τη ΒΤΚ οδηγεί στην επιβίωση και τον πολλαπλασιασμό των Β-κυττάρων και απαιτείται για την κυτταρική προσκόλληση, κυκλοφορία και χημειοταξία. Η ακαλαβρουτινίμπη και ο ενεργός μεταβολίτης της, το ACP-5862, σχηματίζουν έναν ομοιοπολικό δεσμό με ένα υπόλειμμα της κυστεΐνης στο ενεργό σημείο BTK, οδηγώντας σε μη αναστρέψιμη απενεργοποίηση της BTK με ελάχιστες αλληλεπιδράσεις εκτός στόχου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε ασθενείς με κακοήθειες Β-κυττάρων, στους οποίους χορηγήθηκε δόση ακαλαβρουτινίμπης 100 mg δύο φορές την ημέρα, το διάμεσο ποσοστό των δεσμευμένων υποδοχέων BTK στη σταθεροποιημένη κατάσταση ≥ 95% στο περιφερικό αίμα διατηρήθηκε για 12 ώρες, με αποτέλεσμα την απενεργοποίηση της BTK καθόλο το διάστημα χορήγησης της συνιστώμενης δόσης.
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία
Η επίδραση της ακαλαβρουτινίμπης στο διάστημα QTc αξιολογήθηκε σε 46 υγιείς άνδρες και γυναίκες σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή εκτεταμένη μελέτη του QT με εικονικό φάρμακο και θετικά δείγματα ελέγχου. Στην υπερθεραπευτική δόση, 4-φορές τη μέγιστη συνιστώμενη δόση, το Ακαλαμπρουτινίμπη δεν παρέτεινε το διάστημα QT/QTc σε κανένα κλινικά σημαντικό βαθμό (π.χ., μεγαλύτερο από ή ίσο με 10 ms) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η φαρμακοκινητική (PK) της ακαλαβρουτινίμπης και του ενεργού μεταβολίτη της, ACP-5862, μελετήθηκαν σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με κακοήθειες Β-κυττάρων. Η ακαλαβρουτινίμπη επιδεινύει αναλογικότητα με τη δόση και τόσο η ακαλαβρουτινίμπη όσο και το ACP-5862 επιδεικνύουν σχεδόν γραμμική φαρμακοκινητική σε εύρος δόσεων από 75 έως 250 mg. Η φαρμακοκινητική μοντελοποίηση πληθυσμού υποδηλώνει ότι η φαρμακοκινητική της ακαλαβρουτινίμπης και του ACP-5862 είναι παρόμοια σε ασθενείς με διαφορετικές κακοήθειες Β-κυττάρων. Στη συνιστώμενη δόση των 100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με κακοήθειες Β-κυττάρων (συμπεριλαμβανομένης της ΧΛΛ), η γεωμετρική μέση ημερήσια επιφάνεια κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος με τον χρόνο στη σταθεροποιημένη κατάσταση (AUC24h) και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) για την ακαλαβρουτινίμπη ήταν 1.679 ng-h/ml και 438 ng/ml, αντίστοιχα, και για το ACP-5862 ήταν 4.166 ng-h/ml και 446 ng/ml, αντίστοιχα.
Απορρόφηση
Ο χρόνος έως τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Tmax) ήταν 0,5-1,5 ώρες για την ακαλαβρουτινίμπη και 1,0 ώρα για το ACP-5862. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του Ακαλαμπρουτινίμπη ήταν 25%.
Επίδραση της τροφής στην ακαλαβρουτινίμπη Σε υγιή άτομα, η χορήγηση εφάπαξ δόσης ακαλαβρουτινίμπης 75 mg με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, υψηλών θερμίδων (περίπου 918 θερμίδες, 59 γραμμάρια υδατάνθρακες, 59 γραμμάρια λίπους και 39 γραμμάρια πρωτεΐνης) δεν επηρέασε τη μέση AUC σε σύγκριση με τη χορήγηση δόσης υπό συνθήκες νηστείας. Η Cmax που προέκυψε μειώθηκε κατά 69% και ο Tmax καθυστέρησε 1-2 ώρες.
Κατανομή
Η αναστρέψιμη σύνδεση με την πρωτεΐνη ανθρώπινου πλάσματος ήταν 99,4% για την ακαλαβρουτινίμπη και 98,8% για το ACP-5862. Ο in vitro μέσος λόγος αίματος προς πλάσμα ήταν 0,8 για την ακαλαβρουτινίμπη και 0,7 για το ACP-5862. Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss) ήταν περίπου 34 l για την ακαλαβρουτινίμπη.
Βιομετασχηματισμός/Μεταβολισμός
In vitro, η ακαλαβρουτινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από ένζυμα του CYP3A, και, σε ένα μικρό βαθμό, από τη σύζευξη με γλουταθειόνη και την υδρόλυση αμιδίου. Το ACP-5862 ταυτοποιήθηκε ως ο κύριος μεταβολίτης στο πλάσμα, ο οποίος μεταβολίστηκε περαιτέρω κυρίως με οξείδωση που διαμεσολαβείται από το CYP3A, με γεωμετρική μέση έκθεση (AUC) που ήταν περίπου 2 έως 3-φορές υψηλότερη από την έκθεση της ακαλαβρουτινίμπης. Το ACP-5862 είναι περίπου 50% λιγότερο δραστικό από την ακαλαβρουτινίμπη σε σχέση με την αναστολή της τυροσινικής κινάσης του Bruton (BTK).
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η ακαλαβρουτινίμπη δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, UGT1A1 ή UGT2B7 σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις και είναι απίθανο να επηρεάσει την κάθαρση των υποστρωμάτων αυτών των κυτοχρωμάτων (CYPs). In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι το ACP-5862 δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP3A4/5, UGT1A1 ή UGT2B7 σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις και είναι απίθανο να επηρεάσει την κάθαρση των υποστρωμάτων αυτών των κυτοχρωμάτων (CYPs).
Αλληλεπιδράσεις με μεταφορικές πρωτεΐνες
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η ακαλαβρουτινίμπη και το ACP-5862 είναι υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) και της BCRP. Ωστόσο, η συγχορήγηση με αναστολείς BCRP είναι απίθανο να έχει ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων. Η συγχορήγηση με έναν αναστολέα OATP1B1/1B3 (ριφαμπίνη 600 mg, εφάπαξ δόση) οδήγησε σε αύξηση της Cmax και της AUC της ακαλαβρουτινίμπης κατά 1,2-φορές και 1,4-φορές (N=24, υγιή άτομα), αντίστοιχα, το οποίο δεν είναι κλινικά σημαντικό.
Η ακαλαβρουτινίμπη και το ACP-5862 δεν αναστέλλουν τα P-gp, OAT1, OAT3, OCT2, OATP1B1, OATP1B3 και MATE2-K σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις. Η ακαλαβρουτινίμπη ενδέχεται να αναστέλλει τη BCRP του εντέρου, ενώ το ACP-5862 ενδέχεται να αναστέλλει τη MATE1 σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Η ακαλαβρουτινίμπη δεν αναστέλλει τη MATE1, ενώ το ACP-5862 δεν αναστέλλει τη BCRP σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις.
Αποβολή
Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση ακαλαβρουτινίμπης 100 mg, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (t1/2) της ακαλαβρουτινίμπης ήταν 1 έως 2 ώρες. Ο t1/2 του ενεργού μεταβολίτη, ACP-5862, ήταν περίπου 7 ώρες.
Η μέση φαινόμενη από στόματος κάθαρση (CL/F) ήταν 134 l/hr για την ακαλαβρουτινίμπη και 22 l/hr για το ACP-5862 σε ασθενείς με κακοήθειες των Β-κυττάρων.
Μετά από τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης ραδιοσημασμένης [14C]-ακαλαβρουτινίμπης 100 mg σε υγιή άτομα, το 84% της δόσης ανακτήθηκε στα κόπρανα και το 12% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα, με λιγότερο από το 2% της δόσης να απεκκρίνεται ως αμετάβλητη ακαλαβρουτινίμπη.
Ειδικοί πληθυσμοί
Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, η ηλικία (> 18 ετών), το φύλο, η φυλή (Καυκάσια, Αφρικανική, Αμερικανική) και το σωματικό βάρος δεν είχαν κλινικά σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της ακαλαβρουτινίμπης και του ενεργού μεταβολίτη της, ACP-5862.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές μελέτες με Ακαλαμπρουτινίμπη σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Νεφρική δυσλειτουργία Η ακαλαβρουτινίμπη υφίσταται ελάχιστη νεφρική αποβολή. Δεν έχει διεξαχθεί φαρμακοκινητική μελέτη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική σε 408 άτομα με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR μεταξύ 60 και 89 ml/min/1,73m2 όπως εκτιμάται από την εξίσωση MDRD), 109 άτομα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR μεταξύ 30 και 59 ml/min/1,73 m2) σε σχέση με 192 άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (eGFR μεγαλύτερος από ή ίσος με 90 ml/min/1,73 m2). Η φαρμακοκινητική της ακαλαβρουτινίμπης δεν έχει προσδιοριστεί σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR μικρότερος από 29 ml/min/1,73 m2) ή νεφρική δυσλειτουργία που απαιτεί διύλιση. Οι ασθενείς με επίπεδα κρεατινίνης μεγαλύτερα από 2,5 φορές το θεσπισμένο ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) δεν συμπεριλήφθηκαν στις κλινικές μελέτες (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία Η ακαλαβρουτινίμπη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Σε ειδικές μελέτες ηπατικής δυσλειτουργίας (ΗΙ), σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (Ν=6), η έκθεση στην ακαλαβρουτινίμπη (AUC) αυξήθηκε κατά 1,9-φορές, 1,5-φορές και 5,3-φορές σε άτομα με ήπια (Ν=6) (Child-Pugh A), μέτρια (Ν=6) (Child-Pugh B) και σοβαρή (Ν=8) (Child-Pugh C) ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Ωστόσο, τα άτομα στην ομάδα της μέτριας HI δεν επηρεάστηκαν σημαντικά στους δείκτες που σχετίζονται με την ικανότητα αποβολής των φαρμάκων, επομένως, η επίδραση της μέτριας ηπατικής δυσλειτουργίας ήταν πιθανώς υποτιμημένη σε αυτή τη μελέτη. Με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική διαφορά μεταξύ ατόμων με ήπια (Ν=79) ή μέτρια (Ν=6) ηπατική δυσλειτουργία (ολική χολερυθρίνη μεταξύ 1,5 έως 3-φορές το ULN και οποιοδήποτε τιμή AST) σε σχέση με άτομα με φυσιολογική (Ν=613) ηπατική λειτουργία (ολική χολερυθρίνη και AST εντός ULN) (βλ. Δοσολογία).