Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 0,050 / TAB | 6.00 € | |
| 0,125 / TAB | 6.15 € | |
| 0,150 / TAB | 6.20 € | |
| 0,1 / TAB | 6.06 € | |
| 0,2 / TAB | 6.29 € | |
| 175 / TAB | 6.24 € | |
| 75 / TAB | 6.02 € |
THYRO-4 — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Εφάπαξ ημερήσια δόση το πρωί με άδειο στομάχι, μισή ώρα πριν από το πρόγευμα. Για βρέφη: τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από το πρώτο γεύμα.
- Δόση έναρξης: 25 - 50 mcg
- Τιτλοποίηση: Ξεκινά με μικρή δόση η οποία αυξάνεται σταδιακά κάθε 2 έως 4 εβδομάδες μέχρι εξευρέσεως της τελικής δόσης συντήρησης. Για ηλικιωμένους/ειδικές ομάδες, αύξηση 12,5 μικρογραμμάρια/ημέρα κάθε δύο εβδομάδες.
-
Ενήλικες (υποθυρεοειδισμός)Δόση100-200 mcgΑρχική ημερήσια δόση: 25 - 50 mcg.
-
Ηλικιωμένοι, ασθενείς με καρδιακά προβλήματα, σοβαρού βαθμού ή μακροχρόνια υπολειτουργία του θυρεοειδούς, χαμηλό σωματικό βάρος, μεγάλου μεγέθους βρογχοκήληΔόση12,5 μικρογραμμάρια/ημέραΜικρότερη εξατομικευμένη δόση. Να αυξάνεται με βραδύ ρυθμό και με μεσολάβηση μεγάλων διαστημάτων (π.χ. μια προοδευτική αύξηση της δόσης ίση με 12,5 μικρογραμμάρια/ημέρα κάθε δύο εβδομάδες) και ταυτόχρονα να ελέγχονται τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών συχνά.
-
Νεογνά και βρέφη με συγγενή υποθυρεοειδισμόΔόση10 με 15 μικρογραμμάρια ανά kg Σ.Β. ανά ημέραΓια τους πρώτους 3 μήνες. Στη συνέχεια, η δόση πρέπει να προσαρμοστεί κατά περίπτωση σύμφωνα με τα κλινικά ευρήματα και τις τιμές των θυρεοειδικών ορμονών και της TSH. Τα δισκία διασπώνται σε λίγο νερό (10 με 15 mL) και χορηγείται το εναιώρημα.
-
Παιδιά με επίκτητο υποθυρεοειδισμόΔόση12,5-50 μικρογραμμάρια την ημέρα (έναρξη)Η δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά κάθε 2 με 4 εβδομάδες σύμφωνα με τα κλινικά ευρήματα και τις τιμές της θυρεοειδικής ορμόνης και της TSH μέχρι εύρεσης της τελικής δόσης για την πλήρη ορμονική υποκατάσταση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Επινεφριδική ανεπάρκεια που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία
-
Υποφυσιακή ανεπάρκεια που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία
-
Θυρεοτοξίκωση που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία
-
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Οξεία μυοκαρδίτιδα
-
Οξεία πανκαρδίτιδα
-
Συνδυασμένη θεραπευτική αγωγή της λεβοθυροξίνης με κάποιον αντιθυρεοειδικό παράγοντα για την αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμούΠληθυσμόςκατά τη διάρκεια της κύησης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Προϋπάρχουσες νόσοι/καταστάσειςΠληθυσμόςΠριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με θυρεοειδικές ορμόνες ή πριν από τη διεξαγωγή δοκιμασίας καταστολής θυρεοειδούςΝα αποκλείεται η ύπαρξη των νόσων (στεφανιαία ανεπάρκεια, στηθάγχη, αρτηριοσκλήρυνση, υπέρταση, υποφυσιακή και επινεφριδική ανεπάρκεια, αυτονομία του θυρεοειδούς) ή αυτές να έχουν πρώτα αντιμετωπισθεί θεραπευτικά.
-
Ψυχωσικές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο ψυχωσικών διαταραχώνΈναρξη με χαμηλή δόση λεβοθυροξίνης, σταδιακή αύξηση. Παρακολούθηση. Εάν εμφανιστούν σημεία ψυχωσικών διαταραχών, να εξετάζεται η προσαρμογή της δόσης.
-
Φαρμακευτικός υπερθυρεοειδισμόςΠληθυσμόςασθενείς με στεφανιαία ανεπάρκεια, καρδιακή ανεπάρκεια ή ταχυαρρυθμίεςΝα αποφεύγεται η εμφάνιση μικρού βαθμού υπερθυρεοειδισμού. Να πραγματοποιούνται συχνοί έλεγχοι των θυρεοειδικών παραμέτρων.
-
Υποψία αυτονομίας του θυρεοειδούςΠληθυσμόςόπου υπάρχει υποψία ύπαρξης αυτονομίας του θυρεοειδούςΝα διεξάγεται μια δοκιμασία με TRH ή να λαμβάνεται ένα σπινθηρογράφημα πριν από την έναρξη της θεραπευτικής αγωγής.
-
Κίνδυνος οστεοπόρωσηςΠληθυσμόςμετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με υποθυρεοειδισμό και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσηςΝα αποφεύγεται τα επίπεδα της λεβοθυροξίνης στον ορό να υπερβαίνουν τα φυσιολογικά. Η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα να παρακολουθείται στενά.
-
Χορήγηση σε υπερθυρεοειδισμόΗ λεβοθυροξίνη δε θα πρέπει να χορηγείται σε καταστάσεις υπερθυρεοειδισμού παρά μόνο ως ταυτόχρονη συμπληρωματική θεραπευτική αγωγή στα πλαίσια θεραπείας υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικά φάρμακα.
-
Μείωση σωματικού βάρουςΠληθυσμόςευθυρεοειδικοί ασθενείςΟι θυρεοειδικές ορμόνες δε θα πρέπει να χορηγούνται για τη μείωση του σωματικού βάρους. Η θεραπεία με λεβοθυροξίνη δεν προκαλεί μείωση του βάρους. Αυξημένες δόσεις είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρού βαθμού ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες. Η λεβοθυροξίνη σε υψηλές δόσεις δεν θα πρέπει να συνδυάζεται με ουσίες για τη μείωση του βάρους (π.χ. συμπαθομιμητικά) (βλ. Υπερδοσολογία).
-
Αλλαγή φαρμακευτικού προϊόντος λεβοθυροξίνηςΠληθυσμόςσε περίπτωση που χρησιμοποιηθεί φαρμακευτικό προϊόν λεβοθυροξίνης κάποιας άλλης εταιρείαςΝα ρυθμίζεται η δοσολογία με βάση την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων.
-
Συγχορήγηση ορλιστάτηςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν λεβοθυροξίνηΜπορεί να εμφανιστεί υποθυρεοειδισμός και/ή μειωμένος έλεγχος του υποθυρεοειδισμού (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Να συμβουλεύονται το γιατρό τους πριν ξεκινήσουν, διακόψουν ή μεταβάλλουν τη θεραπεία με ορλιστάτη, καθώς η ορλιστάτη και η λεβοθυροξίνη μπορεί να χρειάζεται να λαμβάνονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και η δόση της λεβοθυροξίνης μπορεί να χρήζει προσαρμογής. Να παρακολουθείται ο ασθενής μέσω ελέγχου των ορμονικών επιπέδων στον ορό.
-
Δυσλειτουργία φλοιού επινεφριδίωνΠληθυσμόςσε περίπτωση δυσλειτουργίας του φλοιού των επινεφριδίωνΝα προηγείται επαρκής θεραπεία αντικατάστασης πριν την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη για την αποφυγή εκδήλωσης οξείας επινεφρικής ανεπάρκειας (βλ. Αντενδείξεις).
-
Κυκλοφορική κατέρρειψη σε πρόωρα νεογνάΠληθυσμόςπρόωρα νεογνά με πολύ χαμηλό βάρος κατά τη γέννησηΟι αιμοδυναμικές παράμετροι θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά την έναρξη της θεραπείας με λεβοθυροξίνη, καθώς ενδέχεται να εμφανιστεί κυκλοφορική κατέρρειψη λόγω της ανώριμης επινεφριδιακής λειτουργίας.
-
Σταθερότητα/Ομοιομορφία δισκίων λεβοθυροξίνηςΠληθυσμόςασθενείς με υποθυρεοειδισμό που υποβάλλονται σε θεραπεία με αυτά τα σκευάσματαΛόγω χαμηλής διαλυτότητας στο νερό, φωτοευαισθησίας και τάσης για αποϊδωποίηση, τα δισκία μπορεί να παρουσιάσουν προβλήματα σταθερότητας και ομοιομορφίας. Πρέπει να βρίσκονται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Έκδοχα - ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Έναρξη θεραπείας σε ειδικές καταστάσειςΠληθυσμόςβαρειείς καταστάσεις υποθυρεοειδισμού, συνύπαρξη καρδιαγγειακής νόσου ή διαβήτηΗ έναρξη της θεραπείας γίνεται με μικρές και βαθμιαία αυξανόμενες δόσεις.
-
Υποφυσιογενής υποθυρεοειδισμόςΝα προηγείται η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών για την αποφυγή εκδήλωσης επινεφριδικής ανεπάρκειας.
-
Χορήγηση μεγάλων δόσεων σε παχυσαρκίαΠληθυσμόςπαχυσαρκίαΝα αποφεύγεται καθόσον εγκυμονεί κινδύνους από το καρδιαγγειακό.
-
Υπέρβαση δόσηςΤυχόν υπέρβαση της δόσης μπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματολογία θυρεοτοξικώσεως.
-
Θυρεοτοξική κρίσηΠληθυσμόςσε περίπτωση υπερθυρεοειδισμού (νόσος του Graves)Απαιτεί επείγουσα θεραπεία (ενδοφλέβια χορήγηση υγρών, προπρανολόλης (12 mg βραδέως ενδοφλεβίως) και υδροκορτιζόνης (100 mg κάθε 6 ώρες) καθώς και διάλυμα ιωδίου από του στόματος (30 σταγ. ημερ. Lugol)). Συγχρόνως χορηγούνται αντιθυρεοειδικά φάρμακα (κατά προτίμηση προπυλοθειουρακίλη) σε μεγάλες δόσεις (μέχρι και 1000 mg ημερησίως) τα οποία μπορεί να χορηγηθούν και μέσω ρινογαστρικού σωλήνα (Levine).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντεςπροσοχήΗ λεβοθυροξίνη είναι πιθανό να μειώσει τη δράση τους. Έλεγχος γλυκόζης, αναπροσαρμογή δοσολογίας αντιδιαβητικού.ΣύστασηΈλεγχος επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Αναπροσαρμογή δοσολογίας του αντιδιαβητικού παράγοντα, εφόσον απαιτείται.
-
Παράγωγα κουμαρίνηςπροσοχήΕνίσχυση της αντιπηκτικής δράσης λόγω εκτοπισμού από τις θέσεις σύνδεσης με πρωτεΐνες του πλάσματος, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας (π.χ. ΚΝΣ ή γαστρεντερικού), ειδικά σε ηλικιωμένους.ΣύστασηΈλεγχος παραμέτρων πήξης σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αναπροσαρμογή δοσολογίας του αντιπηκτικού φαρμάκου, εφόσον απαιτείται.
-
Αναστολείς πρωτεασών (ριτοναβίρη)παρακολούθησηΠιθανή αλληλεπίδραση.ΣύστασηΠαρακολούθηση TSH, τουλάχιστον κατά τον πρώτο μήνα μετά την έναρξη ή τον τερματισμό της θεραπείας με ριτοναβίρη.
-
παρακολούθησηΕπηρεάζει τη δράση της λεβοθυροξίνης εκτοπίζοντάς την από τις θέσεις σύνδεσης με πρωτεΐνες του πλάσματος (οδηγεί σε αύξηση fT4 και fT3) και αυξάνει τον ηπατικό μεταβολισμό της λεβοθυροξίνης.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των παραμέτρων των θυρεοειδικών ορμονών.
-
Χολεστυραμίνη, χολεστιπόλη (ρητίνες ανταλλαγής ιόντων)προσοχήΑναστέλλουν την απορρόφηση της νατριούχου λεβοθυροξίνης.ΣύστασηΗ νατριούχος λεβοθυροξίνη θα πρέπει να λαμβάνεται 4-5 ώρες πριν από τη χορήγηση αυτών των προϊόντων.
-
προσοχήΜειώνουν τη δράση της λεβοθυροξίνης.ΣύστασηΤα φάρμακα που περιέχουν λεβοθυροξίνη θα πρέπει να χορηγούνται τουλάχιστον 2 ώρες πριν από τη χορήγηση αυτών των φαρμάκων.
-
Σαλικυλικά, δικουμαρόλη, φουροσεμίδη (250 mg), κλοφιβράτη, άλλες ουσίες που εκτοπίζουν τη λεβοθυροξίνη από πρωτεΐνες του πλάσματοςπροσοχήΟδηγούν σε αύξηση του κλάσματος της ελεύθερης θυροξίνης ορού (fT4).
-
προσοχήΥποθυρεοειδισμός ή/και μειωμένος έλεγχος του υποθυρεοειδισμού, πιθανώς λόγω μειωμένης απορρόφησης αλάτων ιωδίου ή/και λεβοθυροξίνης.
-
προσοχήΠιθανόν να μειώνει την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης.ΣύστασηΈλεγχος των ασθενών για τυχόν μεταβολές της θυρεοειδικής λειτουργίας. Αναπροσαρμογή δοσολογίας λεβοθυροξίνης, εφόσον απαιτείται.
-
Αναστολείς της τυροσινικής κινάσης (π.χ. imatinib, sunitinib)προσοχήΠιθανόν να μειώνουν την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης.ΣύστασηΈλεγχος των ασθενών για τυχόν μεταβολές της θυρεοειδικής λειτουργίας. Αναπροσαρμογή δοσολογίας λεβοθυροξίνης, εφόσον απαιτείται.
-
προσοχήΑναστέλλουν την περιφερική μετατροπή της θυροξίνης (Τ4) σε τριιωδοθυρονίνη (Τ3). Η αμιωδαρόνη μπορεί να πυροδοτήσει υπερθυρεοειδισμό ή υποθυρεοειδισμό.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή σε περίπτωση οζώδους βρογχοκήλης.
-
προσοχήΜειώνουν την αποτελεσματικότητα της λεβοθυροξίνης και αυξάνουν τα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH) στον ορό.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα με ενζυμική επαγωγική δράση (π.χ. βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη)παρακολούθησηΜπορούν να αυξήσουν την κάθαρση της λεβοθυροξίνης από το ήπαρ.
-
Οιστρογόνα (σε αντισυλληπτικά ή θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης)παρακολούθησηΕνδέχεται να αυξήσουν την ανάγκη λεβοθυροξίνης.
-
Σκευάσματα που περιέχουν σόγιαπροσοχήΜπορεί να μειώσουν την απορρόφηση της λεβοθυροξίνης από το έντερο.ΣύστασηΕνδέχεται να χρειασθεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας του Levothyroxine Sodium-4, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή τη διακοπή της λήψης συμπληρωμάτων διατροφής με σόγια.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καρδιακές αρρυθμίες (κολπική μαρμαρυγή, έκτακτες συστολές)
- Παθολογικές καταστάσεις που σχετίζονται με στηθάγχη
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Καλοήθης ενδοκράνια υπέρταση (pseudotumor cerebri)
- Μυϊκή αδυναμία
- Επώδυνες μυϊκές συσπάσεις
- Έξαψη
- Πυρετός
- Εμετός
- Διάρροια
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Ανησυχία
- Αϋπνία
- Υπεριδρωσία
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Απώλεια βάρους
- Αλλεργικές αντιδράσεις (από αναπνευστικό σύστημα, δέρμα, υποδόριο ιστό)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές αντιδράσεις (από αναπνευστικό σύστημα, δέρμα, υποδόριο ιστό)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπώδυνες μυϊκές συσπάσειςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚαλοήθης ενδοκράνια υπέρταση (pseudotumor cerebri)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚαρδιακές αρρυθμίες (κολπική μαρμαρυγή, έκτακτες συστολές)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠαθολογικές καταστάσεις που σχετίζονται με στηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ θεραπευτική αγωγή πρέπει να είναι συνεχής. Οι δοσολογικές απαιτήσεις ενδέχεται να αυξηθούν και απαιτείται τακτική μέτρηση της TSH (κάθε τρίμηνο) και προσαρμογή της δόσης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις τερατογένεσης ή εμβρυικής τοξικότητας σε συνιστώμενα θεραπευτικά επίπεδα. Υπερβολικά υψηλές δόσεις ενδέχεται να έχουν αρνητική επίδραση. Δεν ενδείκνυται η χρήση συνδυασμένης θεραπευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση του υπερθυρεοειδισμού με λεβοθυροξίνη και αντιθυρεοειδικούς παράγοντες. Δεν πρέπει να πραγματοποιούνται διαγνωστικές δοκιμασίες καταστολής θυρεοειδούς.
-
ΓαλουχίαΑσφαλέςΑν και η λεβοθυροξίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα, οι συγκεντρώσεις σε συνιστώμενα θεραπευτικά επίπεδα δεν είναι αρκετά υψηλές ώστε να προκαλέσουν υπερθυρεοειδισμό ή καταστολή της έκκρισης TSH στο βρέφος.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Θυρεοειδικές ορμόνες, κωδικός ATC: Η03ΑΑ01.
Μηχανισμός δράσης
Η συνθετική λεβοθυροξίνη που περιέχεται στο Levothyroxine Sodium-4 έχει ακριβώς όμοια δράση με την κύρια ορμόνη που φυσιολογικά εκκρίνεται από τον θυρεοειδή αδένα. Στα περιφερικά όργανα μετατρέπεται στην τριιωδοθυρονίνη (Τ3), όπως η ενδογενής ορμόνη, εκδηλώνοντας την εξειδικευμένη δράση της επί των υποδοχέων της τριιωδοθυρονίνης (Τ3). Ο οργανισμός δεν μπορεί να ξεχωρίσει την ενδογενή από την εξωγενή λεβοθυροξίνη.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η από του στόματος χορηγούμενη λεβοθυροξίνη απορροφάται σχεδόν αποκλειστικά από το ανώτερο τμήμα του λεπτού εντέρου. Ανάλογα με το σκεύασμα στο οποίο περιέχεται, η απορρόφηση ανέρχεται σε 80%. Ο tmax είναι περί τις 5 έως 6 ώρες. Μετά από την από του στόματος χορήγηση η έναρξη της δράσης εμφανίζεται μετά από 3-5 ημέρες. Η λεβοθυροξίνη επιδεικνύει πάρα πολύ μεγάλη συγγένεια προς συγκεκριμένες πρωτεΐνες μεταφοράς η οποία κυμαίνεται περί το 99,97%. Αυτός ο πρωτεϊνικός δεσμός δεν είναι ομοιοπολικός και ως εκ τούτου η ορμόνη που είναι προσδεδεμένη στο πλάσμα βρίσκεται σε συνεχή και ταχύτατη ανταλλαγή με το κλάσμα της ελεύθερης ορμόνης. Λόγω της υψηλής πρωτεϊνικής της σύνδεσης, η λεβοθυροξίνη δεν υφίσταται αιμοδιάλυση ή αιμοκάθαρση.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λεβοθυροξίνης είναι κατά μέσο όρο 7 ημέρες. Στην περίπτωση του υπερθυρεοειδισμού ο χρόνος ημίσειας ζωής της λεβοθυροξίνης είναι μικρότερος (3-4 ημέρες) και στην περίπτωση του υποθυρεοειδισμού είναι μεγαλύτερος (περί τις 9-10 ημέρες).
Ο όγκος κατανομής ανέρχεται σε περί τα 10-12 l. Στο ήπαρ περιέχεται το 1/3 της συνολικής ποσότητας της εξω-θυρεοειδικής λεβοθυροξίνης, η οποία βρίσκεται σε ταχεία ανταλλαγή με τη λεβοθυροξίνη που υπάρχει στον ορό. Οι θυρεοειδικές ορμόνες μεταβολίζονται ως επί το πλείστον στο ήπαρ, τους νεφρούς, τον εγκέφαλο και τους μύες. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται με τα ούρα και με τα κόπρανα. Η συνολική μεταβολική κάθαρση της λεβοθυροξίνης είναι περί τα 1,2 l πλάσματος ημερησίως.