ESTRADIOL
Οιστραδιόλη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: προγεσταγόνα και οιστρογόνα, συνδυασμοί διαδοχής Κωδικός ATC: G03AΒ08 Σε κλινικές μελέτες με το Qlaira που έλαβαν χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ/στον Καναδά υπολογίστηκαν οι δείκτες Pearl ως ακολούθως: * Δείκτης Pearl: (18-50 ετών) * …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N92 Υπερβολική, συχνή και ακανόνιστη εμμηνόρροια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βαριά εμμηνορρυσία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος QLAIRA
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για έφηβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
-
Γηριατρικοί ασθενείςΔεν ενδείκνυται για μετά την εμμηνόπαυση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε γυναίκες με σοβαρές ηπατικές νόσους (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν έχει μελετηθεί συγκεκριμένα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Παρουσία ή κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ)
-
Παρουσία ή κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ)
-
Παρουσία ή ιστορικό σοβαρής ηπατικής νόσου, εφόσον οι τιμές της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επιστρέψει στο φυσιολογικό
-
Παρουσία ή ιστορικό ηπατικών όγκων (καλοηθών ή κακοηθών)
-
Γνωστές ή υποψία κακοήθων καταστάσεων (π.χ. των γεννητικών οργάνων ή των μαστών) που επηρεάζονται από στεροειδή του φύλου
-
Αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υποκείμενες καταστάσεις ή παράγοντες κινδύνουπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκεςΣυζήτηση καταλληλότητας Qlaira, επικοινωνία με γιατρό για διακοπή αν επιδεινωθούν ή εμφανιστούν για πρώτη φορά
-
Υποψία ή επιβεβαιωμένη Φλεβική Θρομβοεμβολή (ΦΘΕ) ή Αρτηριακή Θρομβοεμβολή (ΑΘΕ)αντένδειξηΔιακοπή CHC, έναρξη επαρκούς εναλλακτικής αντισύλληψης
-
Κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ)προσοχήΠληθυσμόςΧρήστριες CHCΣυζήτηση με τη γυναίκα για κατανόηση του κινδύνου, ιδίως στον πρώτο χρόνο χρήσης ή επανέναρξης μετά από διακοπή >4 εβδομάδες
-
ΠαχυσαρκίαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με ΔΜΣ > 30 kg/m²Να εξεταστεί εάν υπάρχουν άλλοι παράγοντες κινδύνου
-
Παρατεταμένη ακινητοποίηση / Μείζονα χειρουργική επέμβαση / Σοβαρό τραύμαπροσοχήΔιακοπή του δισκίου τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από προγραμματισμένη επέμβαση, επανέναρξη 2 εβδομάδες μετά την πλήρη επανακινητοποίηση. Χρήση άλλης μεθόδου αντισύλληψης. Εξέταση αντιθρομβωτικής θεραπείας αν το Qlaira δεν διακοπεί.
-
Προσωρινή ακινητοποίηση (π.χ. αεροπορικό ταξίδι >4 ώρες)προσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με άλλους παράγοντες κινδύνουΜπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ΦΘΕ
-
Θετικό οικογενειακό ιστορικό ΦΘΕ (<50 ετών)προσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με υποψία κληρονομικής προδιάθεσηςΠαραπομπή σε ειδικό για συμβουλές πριν τη χρήση CHC
-
Υποκείμενες παθήσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο ΦΘΕπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με Καρκίνο, Συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, Χρόνια φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (νόσος του Crohn ή ελκώδης κολίτιδα), Δρεπανοκυτταρική νόσοΝα εξεταστεί ο κίνδυνος ΦΘΕ
-
Αυξανόμενη ηλικίαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες άνω των 35 ετώνΝα εξεταστεί ο κίνδυνος ΦΘΕ
-
Κίνδυνος θρομβοεμβολής στην κύηση και λοχείαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες κατά την κύηση και την περίοδο 6 εβδομάδων της λοχείαςΠρέπει να εξετάζεται ο αυξημένος κίνδυνος
-
Κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ)προσοχήΠληθυσμόςΧρήστριες CHCΣυζήτηση με τη γυναίκα για κατανόηση του κινδύνου
-
Αυξανόμενη ηλικίαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες άνω των 35 ετώνΝα εξεταστεί ο κίνδυνος ΑΘΕ
-
ΚάπνισμααντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες άνω των 35 ετώνΣυνιστάται έντονα να χρησιμοποιούν διαφορετική μέθοδο αντισύλληψης αν συνεχίζουν να καπνίζουν
-
ΚάπνισμαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκεςΣυμβουλή να μην καπνίζουν αν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν CHC
-
ΥπέρτασηπροσοχήΝα εξεταστεί ο κίνδυνος ΑΘΕ
-
ΠαχυσαρκίαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με ΔΜΣ > 30 kg/m²Να εξεταστεί ο κίνδυνος ΑΘΕ, ιδιαίτερα με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου
-
Θετικό οικογενειακό ιστορικό ΑΘΕ (<50 ετών)προσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με υποψία κληρονομικής προδιάθεσηςΠαραπομπή σε ειδικό για συμβουλές πριν τη χρήση CHC
-
ΗμικρανίααντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν CHCΑύξηση συχνότητας ή έντασης μπορεί να αποτελέσει αιτία άμεσης διακοπής
-
Υποκείμενες παθήσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο ανεπιθύμητων αγγειακών συμβάντωνπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με Σακχαρώδη διαβήτη, Υπερομοκυστεϊναιμία, Βαλβιδοπάθεια και κολπική μαρμαρυγή, Δυσλιποπρωτεϊναιμία, Συστηματικό ερυθηματώδη λύκοΝα εξεταστεί ο κίνδυνος ΑΘΕ
-
Καρκίνος του τραχήλουπληροφόρησηΠληθυσμόςΜακροχρόνιες χρήστριες (>5 χρόνια) CHCΑναφορά αυξημένου κινδύνου εμφάνισης, χωρίς ομοφωνία για αιτιολογική σχέση
-
Καρκίνος του μαστούπληροφόρησηΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν ή έχουν χρησιμοποιήσει CHCΑναφορά ελαφρά αυξημένου σχετικού κινδύνου διάγνωσης, που εξαλείφεται 10 χρόνια μετά τη διακοπή
-
Όγκοι ήπατος (καλοήθεις, κακοήθεις)προσοχήΠληθυσμόςΧρήστριες CHCΝα λαμβάνονται υπόψη στη διαφορική διάγνωση σε περιπτώσεις έντονου πόνου στην άνω κοιλία, διόγκωσης του ήπατος ή σημείων ενδοκοιλιακής αιμορραγίας
-
Αυξημένες τιμές ALT με θεραπείες Hepatitis CπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν CHC με αιθινυλοιστραδιόλη και λαμβάνουν θεραπείες ομπιτασβίρη/παριταπρεβίρη/ριτοναβίρη (με/χωρίς ντασαμπουβίρη) ή γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση
-
ΥπερτριγλυκεριδαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με υπερτριγλυκεριδαιμία ή σχετικό οικογενειακό ιστορικόΕνδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο παγκρεατίτιδας
-
Υπέρταση (κλινικά σημαντική)αντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν CHCΕάν εκδηλωθεί επίμονη κλινικά σημαντική υπέρταση, διακοπή CHC και χορήγηση αντιϋπερτασικής θεραπείας. Επανέναρξη δυνατή αν επιτευχθούν φυσιολογικές τιμές.
-
Επιδείνωση υπαρχουσών παθήσεωνπληροφόρησηΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν CHCΈχουν αναφερθεί οι καταστάσεις (ίκτερος/κνησμός σχετιζόμενος με χολόσταση, χολολιθίαση, πορφυρία, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χορεία του Sydenham, έρπης κυήσεως, απώλεια ακοής σχετιζόμενη με ωτοσκλήρυνση) να παρουσιάζονται ή επιδεινώνονται
-
Αγγειοοίδημα (κληρονομικό)προσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με κληρονομικό αγγειοοίδημαΤα εξωγενή οιστρογόνα μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα
-
Διαταραχές ηπατικής λειτουργίαςαντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες με οξείες ή χρόνιες διαταραχές ηπατικής λειτουργίαςΔιακοπή CHC μέχρι να επανέλθουν στο φυσιολογικό οι δείκτες ηπατικής λειτουργίας. Υποτροπή χολοστατικού ικτέρου απαιτεί διακοπή.
-
Διαβητικές γυναίκεςπαρακολούθησηΠληθυσμόςΔιαβητικές γυναίκες που χρησιμοποιούν χαμηλής δόσης CHCΠρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη χρήσης
-
Επιδείνωση ενδογενούς κατάθλιψης, επιληψίας, νόσου του Crohn και ελκώδους κολίτιδαςπληροφόρησηΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν CHCΈχει αναφερθεί επιδείνωση
-
Καταθλιπτική διάθεση και κατάθλιψηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικάΟι γυναίκες πρέπει να ενθαρρύνονται να αναφέρουν στον γιατρό τους τυχόν αλλαγές διάθεσης και συμπτώματα κατάθλιψης, ακόμα και αμέσως μετά την έναρξη της θεραπείας
-
ΧλόασμαπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες με ιστορικό χλοάσματος κύησης ή προδιάθεσηΑποφυγή έκθεσης στον ήλιο ή σε υπεριώδη ακτινοβολία
-
Κατακράτηση υγρώνπαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ή νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκειαΠροσεκτική παρακολούθηση
-
Δυσανεξία στη λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολικής ανεπάρκειας λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
-
Ιατρική εξέταση/γνωμάτευσηυποχρεωτικόΠληθυσμόςΓυναίκες πριν την έναρξη ή επανέναρξη του QlairaΛήψη πλήρους ιατρικού ιστορικού (συμπ. οικογενειακού), αποκλεισμός εγκυμοσύνης, μέτρηση ΑΠ, κλινική εξέταση. Επισήμανση κινδύνου θρόμβωσης και συμπτωμάτων. Ανάγνωση Φύλλου Οδηγιών Χρήσης.
-
Μειωμένη αποτελεσματικότηταπληροφόρησηΗ αποτελεσματικότητα μπορεί να μειωθεί σε περιπτώσεις παράλειψης δισκίων, γαστρεντερικών διαταραχών, ταυτόχρονης φαρμακευτικής αγωγής
-
Έλεγχος του κύκλουπληροφόρησηΠληθυσμόςΧρήστριες CHCΠιθανότητα ακανόνιστης αιμορραγίας τους πρώτους μήνες. Αμηνόρροια μπορεί να συμβεί. Αποκλεισμός εγκυμοσύνης εάν δεν ληφθεί σωστά ή αμηνόρροια σε 2 συνεχόμενους κύκλους. Εξέταση μη ορμονικών αιτιών αν ανωμαλίες παραμένουν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που επάγουν μικροσωματικά ένζυμα (π.χ. βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, ριτοναβίρη, νεβιραπίνη, εφαβιρένζη, φελβαμάτη, γκριζεοφουλβίνη, οξκαρβαζεπίνη, τοπιραμάτη, St. John´s Wort)προσοχήΑύξηση της κάθαρσης των ορμονών του φύλου, ενδιάμεση αιμορραγία, αποτυχία αντισύλληψηςΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη θεραπεία: χρήση προσωρινά μεθόδου φραγμού ή άλλης αντισυλληπτικής μεθόδου επιπρόσθετα του Qlaira καθ' όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης και για 28 ημέρες μετά. Αν συνεχιστεί μετά το τέλος των ενεργών δισκίων, απορρίψτε τα αδρανή δισκία και ξεκινήστε νέα συσκευασία. Για μακροχρόνια θεραπεία: συνιστάται άλλη αξιόπιστη, μη ορμονική μέθοδος αντισύλληψης.
-
Συνδυασμοί αναστολέων πρωτεάσης/HIV και μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (συμπεριλαμβανομένων αναστολέων HCV)προσοχήΜπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις ορού των οιστρογόνων ή των προγεστερόνων στο πλάσμα.ΣύστασηΣυμβουλευτείτε τις πληροφορίες συνταγογράφησης HIV/HCV φαρμάκων. Σε περίπτωση αμφιβολίας, χρησιμοποιήστε επιπρόσθετη αντισυλληπτική μέθοδο φραγμού.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων διενογέστης και οιστραδιόλης στο πλάσμα.
-
Μέτριοι αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη)παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων διενογέστης και οιστραδιόλης στο πλάσμα.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης.
-
προσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης.
-
παρακολούθησηΟι φαρμακοκινητικές ιδιότητες δεν επηρεάζονται.
-
Φαρμακευτικά σχήματα HCV που περιέχουν ομπιτασβίρη / παριταπρεβίρη / ριτοναβίρη (με ή χωρίς ντασαμπουβίρη) ή γκλεκαπρεβίρη / πιμπρεντασβίρηπροσοχήΑυξήσεις της ALT σε επίπεδα >5x ULN (ιδίως με αιθινυλοιστραδιόλη)ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Αιδοιοκολπική μυκητίαση
- Λοίμωξη κόλπου
- Καντιντίαση
- Επιχείλιος έρπης
- Πυελική φλεγμονώδης νόσος
- Σύνδρομο οφθαλμικής ιστοπλάσμωσης
- Ποικιλόχρους πιτυρίαση
- Λοίμωξη ουροφόρων οδών
- Βακτηριακή κολπίτιδα
- Αυξημένη όρεξη
- Κατακράτηση υγρών
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Αύξηση βάρους
- Μείωση βάρους
- Κατάθλιψη
- Καταθλιπτική διάθεση
- Συναισθηματική διαταραχή
- Αϋπνία
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Πνευματική διαταραχή
- Μεταβολή στη διάθεση
- Επιθετικότητα
- Άγχος
- Αυξημένη γενετήσια ορμή
- Νευρικότητα
- Εφιάλτες
- Ανησυχία
- Διαταραχή ύπνου
- Στρες
- Ευερεθιστότητα
- Δυσφορία
- Αίσθημα βάρους
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Αδιαθεσία
- Οίδημα
- Πυρεξία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Διαταραχή στην προσοχή
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Μη ανεκτικότητα φακών επαφής
- Ξηροφθαλμία
- Οφθαλμικό οίδημα
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αίσθημα παλμών
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Αιμορραγία κιρσοειδών φλεβών
- Φλεβική θρομβοεμβολή
- Αρτηριακή θρομβοεμβολή
- Υπόταση
- Επιπολής φλεβίτιδα
- Άλγος φλεβών
- Μεταβολές στην αρτηριακή πίεση
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Εστιακή οζώδης υπερπλασία ήπατος
- Χρόνια χολοκυστίτιδα
- Ακμή
- Αλωπεκία
- Υπερίδρωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αλλεργική αντίδραση δέρματος
- Χλόασμα
- Δερματίτιδα
- Υπερτρίχωση
- Νευροδερματίτιδα
- Διαταραχή μελάγχρωσης
- Σμηγματόρροια
- Διαταραχή δέρματος
- Δασυτρίχισμος
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οσφυαλγία
- Πόνος στη γνάθο
- Άλγος ουροφόρων οδών
- Αμηνόρροια
- Δυσφορία στους μαστούς
- Δυσμηνόρροια
- Μητρορραγία
- Διόγκωση μαστών
- Μάζα στο μαστό
- Δυσπλασία τραχήλου
- Δυσλειτουργική αιμορραγία μήτρας
- Δυσπαρεύνια
- Ινοκυστική νόσος μαστού
- Μηνορραγία
- Διαταραχή εμμηνορρυσίας
- Κύστη ωοθήκης
- Άλγος πυέλου
- Προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο
- Λειομύωμα μήτρας
- Σπασμός μήτρας
- Μητρική αιμορραγία
- Κολπική αιμορραγία
- Κολπική έκκριση
- Αιδοιοκολπική ξηρότητα
- Ακανόνιστη αιμορραγία εκ διακοπής
- Κύστη μαστού
- Έκκριση μαστού
- Τραχηλικός πολύποδας
- Ερύθημα τραχήλου
- Αιμορραγία κατά τη συνουσία
- Γαλακτόρροια
- Έκκριση γεννητικών οργάνων
- Υπομηνόρροια
- Καθυστέρηση εμμηνορρυσίας
- Ρήξη ωοθηκικής κύστης
- Κολπική οσμή
- Αιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου
- Αιδοιοκολπική ενόχληση
- Καλοήθης νεοπλασία μαστού
- Καρκίνος μαστού in situ
- Λεμφαδενοπάθεια
- Άσθμα
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Παθολογικό τραχηλικό επίχρισμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑιδοιοκολπική μυκητίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔυσφορία στους μαστούςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜητρορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος πυέλουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΑιδοιοκολπική ξηρότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑκανόνιστη αιμορραγία εκ διακοπήςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση μαστώνΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσλειτουργική αιμορραγία μήτραςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσπαρεύνιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσπλασία τραχήλουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΙνοκυστική νόσος μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπική έκκρισηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΚύστη ωοθήκηςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΛειομύωμα μήτραςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη κόλπουΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜάζα στο μαστόΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜεταβολή στη διάθεσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜητρική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠνευματική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠροεμμηνορρυσιακό σύνδρομοΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣπασμός μήτραςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΆλγος ουροφόρων οδώνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΆλγος φλεβώνΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΈκκριση γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΈκκριση μαστούΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑίσθημα βάρουςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑιδοιοκολπική ενόχλησηΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑιδοιοκολπικό αίσθημα καύσουΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία κατά τη συνουσίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία κιρσοειδών φλεβώνΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑλλεργική αντίδραση δέρματοςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑρτηριακή θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑυξημένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΒακτηριακή κολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔασυτρίχισμοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή δέρματοςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή μελάγχρωσηςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσφορίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΕπιπολής φλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΕπιχείλιος έρπηςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΕρύθημα τραχήλουΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΕστιακή οζώδης υπερπλασία ήπατοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚαθυστέρηση εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΚαλοήθης νεοπλασία μαστούΝεοπλάσματα
-
ΣπάνιεςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΚαρκίνος μαστού in situΝεοπλάσματα
-
ΣπάνιεςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΚολπική οσμήΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΚύστη μαστούΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣπάνιεςΛοίμωξη ουροφόρων οδώνΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΜεταβολές στην αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΜη ανεκτικότητα φακών επαφήςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΝευροδερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟφθαλμικό οίδημαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαθολογικό τραχηλικό επίχρισμαΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠοικιλόχρους πιτυρίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΠυελική φλεγμονώδης νόσοςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΠόνος στη γνάθοΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΡήξη ωοθηκικής κύστηςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΣμηγματόρροιαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣτρεςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο οφθαλμικής ιστοπλάσμωσηςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΤραχηλικός πολύποδαςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΥπερτρίχωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπομηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΧλόασμαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΧρόνια χολοκυστίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΤο Qlaira δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν προκύψει κύηση κατά τη διάρκεια χρήσης του Qlaira, τότε απαιτείται διακοπή της περαιτέρω λήψης. Ωστόσο, εκτεταμένες επιδημιολογικές μελέτες με συνδυασμένα από στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη δεν έχουν αναδείξει αυξημένο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών σε παιδιά γυναικών που έκαναν χρήση συνδυασμένων από στόματος αντισυλληπτικών πριν την κύηση, αλλά ούτε και τερατογεννητική δράση από την ακούσια λήψη συνδυασμένων από στόματος αντισυλληπτικών κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει κάποιον κίνδυνο αναπαραγωγικής τοξικότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο αυξημένος κίνδυνος για ΦΘΕ κατά τη διάρκεια της λοχείας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επανέναρξη (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ γαλουχία μπορεί να επηρεαστεί από τα συνδυασμένα από στόματος αντισυλληπτικά, καθώς μπορεί να μειώσουν την ποσότητα και να μεταβάλουν τη σύνθεση του μητρικού γάλακτος. Επομένως, η χρήση των συνδυασμένων από στόματος αντισυλληπτικών γενικά δεν θα πρέπει να συνιστάται μέχρι η γαλουχούσα μητέρα να απογαλακτίσει πλήρως το παιδί της. Μικρές ποσότητες των αντισυλληπτικών στεροειδών και/ή των μεταβολιτών τους μπορεί να απεκκρίνονται με το γάλα κατά τη χρήση συνδυασμένων από στόματος αντισυλληπτικών. Οι ποσότητες αυτές μπορεί να επηρεάσουν το παιδί.
-
ΓονιμότηταΤο Qlaira ενδείκνυται για την πρόληψη της εγκυμοσύνης. Για πληροφορίες σχετικά με την επιστροφή στη γονιμότητα, βλ. Φαρμακοδυναμικές.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετος
- ελαφρά κολπική αιμορραγία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: προγεσταγόνα και οιστρογόνα, συνδυασμοί διαδοχής Κωδικός ATC: G03AΒ08
Σε κλινικές μελέτες με το Qlaira που έλαβαν χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ/στον Καναδά υπολογίστηκαν οι δείκτες Pearl ως ακολούθως:
- Δείκτης Pearl: (18-50 ετών)
- Αποτυχία μεθόδου: 0,42 (ανώτερο όριο 95% CI 0,77)
- Αποτυχία χρήστριας + αποτυχία μεθόδου: 0,79 (ανώτερο όριο 95% CI 1,23)
- Δείκτης Pearl: (18-35 ετών)
- Αποτυχία μεθόδου: 0,51 (ανώτερο όριο 95% CI 0,97)
- Αποτυχία χρήστριας + αποτυχία μεθόδου: 1,01 (ανώτερο όριο 95% CI 1,59)
Μηχανισμός δράσης
Η αντισυλληπτική δράση των συνδυασμένων από στόματος αντισυλληπτικών βασίζεται στην αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων, οι πιο σημαντικοί από τους οποίους φαίνεται να είναι η αναστολή της ωορρηξίας, οι μεταβολές στην έκκριση του τραχήλου και οι μεταβολές στο ενδομήτριο. Σε μία μελέτη ωορρηξίας τριών κύκλων, η αγωγή με Qlaira οδήγησε σε καταστολή της ανάπτυξης των ωοθυλακίων στην πλειονότητα των γυναικών. Η δραστηριότητα των ωοθηκών επέστρεψε στα πριν την αγωγή επίπεδα κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου μετά το πέρας της αγωγής.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Qlaira χορηγείται μέσω ενός σχήματος σταδιακής μείωσης του οιστρογόνου και σταδιακής αύξησης του προγεσταγόνου το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να θεραπεύσει τη βαριά εμμηνορρυσία εν απουσία οργανικής παθολογίας, συμπτώματα που μερικές φορές αναφέρονται ως δυσλειτουργική αιμορραγία μήτρας (dysfunctional uterine bleeding, DUB). Δύο πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού πραγματοποιήθηκαν για να αξιολογήσουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Qlaira σε γυναίκες με συμπτώματα DUB που επιθυμούν από στόματος αντισύλληψη. Συνολικά, 269 γυναίκες επιλέχτηκαν τυχαία για το Qlaira και 152 για το εικονικό φάρμακο (placebo). Μετά από 6 μήνες θεραπείας, η διάμεση τιμή της εμμηνορρυσιακής απώλειας αίματος (median menstrual blood loss, MBL) μειώθηκε κατά 88%, από 142 mL σε 17 mL, στην ομάδα του Qlaira σε σύγκριση με 24%, από 154 mL σε 117 mL, στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (placebo). Μετά από 6 μήνες θεραπείας, η αναλογία των γυναικών που θεραπεύτηκαν τελείως από οποιοδήποτε σύμπτωμα DUB ήταν 29% στην ομάδα του Qlaira σε σύγκριση με 2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Το οιστρογόνο στο Qlaira είναι η βαλεριανική οιστραδιόλη, ένας εστέρας της φυσικής ανθρώπινης 17ß-estradiol (1 mg η βαλεριανικής οιστραδιόλης αντιστοιχεί σε 0,76 mg 17ß-estradiol). Αυτό το οιστρογόνο είναι διαφορετικό από τα οιστρογόνα αιθινυλοιστραδιόλη ή το προφάρμακό της μεστρανόλη που χρησιμοποιούνται σε άλλα συνδυασμένα από στόματος αντισυλληπτικά εξαιτίας της έλλειψης μιας αιθινυλικής ομάδας στη θέση 17άλφα. Η διενογέστη είναι ένα παράγωγο της νορτεστοστερόνης χωρίς ανδρογονική αλλά με αντιανδρογονική δραστικότητα ίση περίπου με το ένα τρίτο αυτής του cyproterone acetate. Η διενογέστη δεσμεύεται από υποδοχείς προγεστερόνης στην ανθρώπινη μήτρα με μόνο 10% της σχετικής χημικής συγγένειας της προγεστερόνης. Παρόλη τη χαμηλή χημική συγγένεια με τον υποδοχέα προγεστερόνης, η διενογέστη έχει ισχυρή προγεσταγονική επίδραση in vivo. Η διενογέστη δεν έχει σημαντική ανδρογονική, αλατοκορτικοειδική ή γλυκοκορτικοειδική δράση in vivo. Η ενδομήτρια ιστολογία ερευνήθηκε σε μία υποομάδα γυναικών (n=218) σε μία κλινική μελέτη μετά από 20 κύκλους θεραπείας. Δεν υπήρχαν μη φυσιολογικά αποτελέσματα.
Διενογέστη
Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από το στόμα, η διενογέστη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού, της τάξης 90,5 ng/ml, επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά από τη χορήγηση από το στόμα του δισκίου Qlaira, το οποίο περιέχει 2 mg βαλεριανική οιστραδιόλη + 3 mg διενογέστη. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 91%. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της διενογέστης είναι ανάλογες της δόσης, εντός του εύρους δοσολογίας 1 - 8 mg. Ταυτόχρονη λήψη φαγητού δεν έχει κλινική επίδραση στο ρυθμό και στο βαθμό απορρόφησης της διενογέστης.
Κατανομή Ένα σχετικά υψηλό κλάσμα 10% κυκλοφορούσας διενογέστης είναι παρόν στην ελεύθερη μορφή, ενώ περίπου 90% δεσμεύεται μη ειδικά στη λευκωματίνη. Η διενογέστη δεν δεσμεύεται στις ειδικές πρωτεΐνες μεταφοράς SHBG και CBG. Ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (Vd,ss) της διενογέστης είναι 46 l μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση 85 µg 3Hdienogest.
Βιομετασχηματισμός Η διενογέστη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως μέσω των γνωστών οδών μεταβολισμού των στεροειδών (υδροξυλίωση, σύζευξη), κυρίως από το CYP 3A4. Οι φαρμακολογικά αδρανείς μεταβολίτες απεκκρίνονται ταχέως, με αποτέλεσμα η διενογέστη να αποτελεί το κύριο κλάσμα στο πλάσμα, αποτελώντας περίπου το 50% των κυκλοφορούντων παραγώγων ουσιών της διενογέστης. Η συνολική κάθαρση μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση του 3. H-dienogest υπολογίστηκε ως 5,1 l/h.
Αποβολή Ο χρόνος ημιζωής της διενογέστης στο πλάσμα είναι περίπου 11 ώρες. Η διενογέστη μεταβολίζεται εκτεταμένα και μόνο το 1% του φαρμάκου απεκκρίνεται αμετάβλητο. Η αναλογία της απέκκρισης από τα ούρα σε σύγκριση με την απέκκριση από τα κόπρανα είναι περίπου 3:1, μετά από χορήγηση από το στόμα 0,1 mg/kg. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, το 42% της δόσης απεκκρίνεται εντός των πρώτων 24 ωρών και το 63% εντός 6 ημερών μέσω νεφρικής απέκκρισης. Ένα συνδυασμένο 86% της δόσης απεκκρίνεται με τα ούρα και τα κόπρανα μετά από 6 ημέρες.
Συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες τη διενογέστης δεν επηρεάζονται από τα επίπεδα της SHBG. Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 3 ημέρες με την ίδια δοσολογία των 3 mg διενογέστης σε συνδυασμό με 2 mg βαλεριανική οιστραδιόλη. Η κατώτατη, μέγιστη και μέση συγκέντρωση ορού σε διενογέστη στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 11,8 ng/ml, 82,9 ng/ml και 33,7 ng/ml, αντίστοιχα. Η μέση αναλογία συσσώρευσης για την AUC (0-24 ώρες) καθορίστηκε ότι είναι 1,24.
Βαλεριανική οιστραδιόλη
Απορρόφηση Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, η βαλεριανική οιστραδιόλη απορροφάται πλήρως. Η διάσπαση σε οιστραδιόλη και βαλεριανικό οξύ λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της απορρόφησης από τον εντερικό βλεννογόνο ή κατά τη διάρκεια της πρώτης διόδου από το ήπαρ. Από τη διεργασία παράγεται οιστραδιόλη και οι μεταβολίτες της, οιστρόνη και οιστριόλη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού της οιστραδιόλης της τάξης του 70,6 pg/ml επιτυγχάνονται μεταξύ 1,5 και 12 ωρών μετά από εφάπαξ λήψη του δισκίου που περιέχει 3 mg βαλεριανική οιστραδιόλη κατά την Ημέρα 1.
Βιομετασχηματισμός Το βαλεριανικό οξύ μεταβολίζεται ταχέως. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, περίπου το 3% της δόσης είναι άμεσα βιοδιαθέσιμο ως οιστραδιόλη. Η οιστραδιόλη υπόκειται σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου και ένα σημαντικό μέρος της χορηγούμενης από το στόμα δόσης μεταβολίζεται ήδη στο γαστρεντερικό βλεννογόνο. Μαζί με τον προσυστηματικό μεταβολισμό στο ήπαρ, περίπου το 95% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης έχει μεταβολιστεί πριν εισέλθει στη συστηματική κυκλοφορία. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι οιστρόνη, θειική οιστρόνη και γλυκουρονίδιο οιστρόνης.
Κατανομή Στον ορό, το 38% της οιστραδιόλης δεσμεύεται στο SHBG, 60% στη λευκωματίνη και 2-3% κυκλοφορεί σε ελεύθερη μορφή. Η οιστραδιόλη μπορεί να επάγει ελαφρώς τις συγκεντρώσεις ορού της SHBG με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Κατά την ημέρα 21 του κύκλου αγωγής, η SHBG ήταν περίπου στο 148% των αρχικών τιμών, και μειώθηκε σε περίπου 141% των αρχικών τιμών κατά την ημέρα 28 (τέλος της φάσης αδρανών δισκίων). Ένας φαινομενικός όγκος κατανομής περίπου 1,2 l/kg καθορίστηκε μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Αποβολή Η ημιζωή της κυκλοφορούσας οιστραδιόλης στο πλάσμα είναι περίπου 90 λεπτά. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, ωστόσο, η κατάσταση διαφέρει. Λόγω της μεγάλης κυκλοφορούσας δεξαμενής θειικών οιστρογόνων και γλυκουρονιδίων, καθώς επίσης και λόγω της εντερο-ηπατικής επανακυκλοφορίας, η τελική ημιζωή της οιστραδιόλης μετά από τη χορήγηση από το στόμα αντιπροσωπεύει μια σύνθετη παράμετρο η οποία εξαρτάται από όλες αυτές τις διεργασίες και κυμαίνεται στο εύρος των 13-20 ωρών περίπου. Η οιστραδιόλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, με περίπου το 10% να απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της οιστραδιόλης επηρεάζονται από τα επίπεδα της SHBG. Σε νεαρές γυναίκες, τα μετρούμενα επίπεδα πλάσματος της οιστραδιόλης είναι μια σύνθεση της ενδογενούς οιστραδιόλης και της οιστραδιόλης που παράγεται από το Qlaira. Κατά τη φάση αγωγής των 2 mg βαλεριανική οιστραδιόλης + 3 mg διενογέστης, η μέγιστη και η μέση συγκέντρωση της οιστραδιόλης στον ορό στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 66,0 pg/ml και 51,6 pg/ml, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του κύκλου των 28 ημερών, οι σταθεροποιημένες ελάχιστες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης διατηρήθηκαν και κυμάνθηκαν από 28,7 pg/ml έως 64,7 pg/ml.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Qlaira δεν έχουν διερευνηθεί σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία.
Διενογέστη Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από το στόμα, η διενογέστη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού, της τάξης 90,5 ng/ml, επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά από τη χορήγηση από το στόμα του δισκίου Qlaira, το…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας |
| Γλυκόζη | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Προσεκτική παρακολούθηση | Διαβητικές γυναίκες με CHC, ιδιαίτερα κατά την έναρξη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | — | Πριν την έναρξη ή επανέναρξη |
| Κατακράτηση υγρών | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Προσεκτική παρακολούθηση | Καρδιακή ή νεφρική δυσλειτουργία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η εστρογόνα βρίσκεται στους ιστούς του μαστού, της μήτρας, των ωοθηκών, του δέρματος, του προστάτη, των οστών, του λίπους και του εγκεφάλου. Η κύρια πηγή εστρογόνων σε ενήλικες γυναίκες κατά την αναπαραγωγική περίοδο της ζωής είναι το ωοθηκικό ωοθυλάκιο, το οποίο εκκρίνει 70 έως 500 mcg εστραδιόλης καθημερινά. Μετά την εμμηνόπαυση, ωστόσο, η πλειονότητα των ενδογενών οιστρογόνων παράγεται από τον μετασχηματισμό της ανδροστενδιόνης (η οποία εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων) σε οιστρόνη στους περιφερικούς ιστούς. Τόσο η οιστρόνη όσο και η θειική της σύζευξη, η οιστρόνη θειική, αντιπροσωπεύουν τα πιο άφθονα οιστρογόνα που βρίσκονται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η εστραδιόλη, ωστόσο, είναι σημαντικά πιο δραστική από την οιστρόνη και την εστριολη στον οιστρογονικό υποδοχέα (ER). Ως αποτέλεσμα, η υψηλότερη συγκέντρωση οιστρόνης στον μετεμμηνοπαυσιακό πληθυσμό, μπορεί να προκαλέσει διάφορες ανεπιθύμητες επιδράσεις. Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν εξάψεις, ρίγη, κολπική ξηρότητα, διαταραχές της διάθεσης, ακανόνιστη εμμηνόρροια και ρίγη, εκτός από προβλήματα ύπνου. Η εστραδιόλη λειτουργεί δεσμευόμενη σε υποτύπους του οιστρογονικού υποδοχέα: οιστρογονικό υποδοχέα άλφα (ERα) και οιστρογονικό υποδοχέα βήτα (ERβ). Επίσης, ασκεί ισχυρό αγωνισμό στον G Protein-coupled estrogen receptor (GPER), ο οποίος αναγνωρίζεται ως σημαντικός ρυθμιστής των ταχέων επιδράσεων αυτού του φαρμάκου. Μόλις ο οιστρογονικός υποδοχέας δεσμευτεί στο προσδέμα του, εισέρχεται στον πυρήνα του κυττάρου-στόχου, ρυθμίζοντας την μεταγραφή γονιδίων και τον σχηματισμό αγγελιαφόρου RNA. Αυτό το mRNA έρχεται σε επαφή με ριβοσώματα παράγοντας ειδικές πρωτεΐνες που εκφράζουν την επίδραση της εστραδιόλης στο κύτταρο-στόχο. Ο αγωνισμός των οιστρογονικών υποδοχέων αυξάνει τις προ-οιστρογονικές επιδράσεις, οδηγώντας στην ανακούφιση των αγγειοκινητικών και ουρογεννητικών συμπτωμάτων μιας μετεμμηνοπαυσιακής κατάστασης ή κατάστασης χαμηλής εστραδιόλης.
Τα ενδογενή οιστρογόνα είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνα για την ανάπτυξη και τη διατήρηση του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος και των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου. Αν και τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα υπάρχουν σε δυναμική ισορροπία μεταβολικών διασυνδέσεων, η εστραδιόλη είναι το κύριο ενδοκυτταρικό ανθρώπινο οιστρογόνο και είναι σημαντικά πιο δραστικό από τους μεταβολίτες της, την οιστρόνη και την εστριολη, σε επίπεδο υποδοχέα. … Μετά την εμμηνόπαυση, τα περισσότερα ενδογενή οιστρογόνα παράγονται από τη μετατροπή της ανδροστενδιόνης, που εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων, σε οιστρόνη από τους περιφερικούς ιστούς. Έτσι, η οιστρόνη και η θειική της σύζευξη, η οιστρόνη θειική, είναι τα πιο άφθονα κυκλοφορούντα οιστρογόνα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Τα οιστρογόνα δρουν δεσμευόμενα σε πυρηνικούς υποδοχείς σε οιστρογονικά ευαίσθητους ιστούς. Μέχρι σήμερα, έχουν αναγνωριστεί δύο οιστρογονικοί υποδοχείς. Αυτοί ποικίλλουν σε αναλογία από ιστό σε ιστό. Τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα ρυθμίζουν την έκκριση των γοναδοτροπινών, της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) από την υπόφυση, μέσω ενός μηχανισμού αρνητικής ανάδρασης. Τα οιστρογόνα δρουν μειώνοντας τα αυξημένα επίπεδα αυτών των ορμονών που παρατηρούνται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Τα οιστρογόνα έχουν σημαντικό ρόλο στο αναπαραγωγικό, σκελετικό, καρδιαγγειακό και κεντρικό νευρικό σύστημα στις γυναίκες, και δρουν κυρίως ρυθμίζοντας την έκφραση των γονιδίων. Η βιολογική απόκριση ξεκινά όταν το οιστρογόνο δεσμεύεται σε ένα πεδίο σύνδεσης προσδέματος του οιστρογονικού υποδοχέα, προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή που οδηγεί σε μεταγραφή γονιδίων μέσω ειδικών στοιχείων απόκρισης οιστρογόνων (ERE) των προαγωγέων γονιδίων-στόχων. Η επακόλουθη ενεργοποίηση ή καταστολή του γονιδίου-στόχου διαμεσολαβείται μέσω 2 διακριτών πεδίων μετα-ενεργοποίησης (δηλαδή, AF-1 και AF-2) του υποδοχέα. Ο οιστρογονικός υποδοχέας διαμεσολαβεί επίσης τη μεταγραφή γονιδίων χρησιμοποιώντας διαφορετικά στοιχεία απόκρισης (δηλαδή, AP-1) και άλλες οδούς σηματοδότησης. Πρόσφατες εξελίξεις στη μοριακή φαρμακολογία των οιστρογόνων και των οιστρογονικών υποδοχέων οδήγησαν στην ανάπτυξη επιλεκτικών ρυθμιστών οιστρογονικών υποδοχέων (π.χ., κλομιφαίνη, ραλοξιφαίνη, ταμοξιφαίνη, τορεμιφαίνη), παραγόντων που δεσμεύουν και ενεργοποιούν τον οιστρογονικό υποδοχέα αλλά παρουσιάζουν ιστό-ειδικές επιδράσεις διακριτές από τα οιστρογόνα. Η ιστό-ειδική δραστηριότητα οιστρογόνου-αγωνιστή ή ανταγωνιστή αυτών των φαρμάκων φαίνεται να σχετίζεται με δομικές διαφορές στο σύμπλοκο του οιστρογονικού υποδοχέα τους (π.χ., ειδικά η επιφανειακή τοπογραφία του AF-2 για τη ραλοξιφαίνη) σε σύγκριση με το σύμπλοκο οιστρογόνου (εστραδιόλης)-οιστρογονικού υποδοχέα. Ένας δεύτερος οιστρογονικός υποδοχέας έχει επίσης αναγνωριστεί, και η ύπαρξη τουλάχιστον 2 οιστρογονικών υποδοχέων (ER-άλφα, ER-βήτα) μπορεί να συμβάλλει στην ιστό-ειδική δραστηριότητα των επιλεκτικών ρυθμιστών. Ενώ ο ρόλος του οιστρογονικού υποδοχέα στα οστά, τον καρδιαγγειακό ιστό και το ΚΝΣ συνεχίζει να μελετάται, τα αναδυόμενα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο μηχανισμός δράσης των οιστρογονικών υποδοχέων σε αυτούς τους ιστούς διαφέρει από τον τρόπο λειτουργίας των οιστρογονικών υποδοχέων στον αναπαραγωγικό ιστό. /Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Έχουν αναγνωριστεί ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες που δεσμεύουν οιστρογόνα σε οιστρογονικά ευαίσθητους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των γυναικείων γεννητικών οργάνων, των μαστών, της υπόφυσης και του υποθαλάμου. Το σύμπλοκο που δεσμεύει οιστρογόνα (δηλαδή, πρωτεΐνη κυτταρολύματος και οιστρογόνο) διανέμεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου διεγείρει τη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνών. Η παρουσία αυτών των πρωτεϊνών υποδοχέων είναι υπεύθυνη για την παρηγορητική ανταπόκριση στη θεραπεία με οιστρογόνα σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνωμα του μαστού. /Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Τα οιστρογόνα έχουν γενικά ευεργετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης και φωσφολιπιδίων του αίματος. Τα οιστρογόνα μειώνουν τις συγκεντρώσεις LDL-χοληστερόλης και αυξάνουν τις συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Η μείωση των συγκεντρώσεων LDL-χοληστερόλης που σχετίζεται με τη θεραπεία με οιστρογόνα φαίνεται να οφείλεται σε αυξημένο καταβολισμό της LDL, ενώ η αύξηση των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων προκαλείται από αυξημένη παραγωγή μεγάλων, πλούσιων σε τριγλυκερίδια, λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Οι αλλαγές στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης HDL του ορού φαίνεται να οφείλονται κυρίως σε αύξηση της περιεκτικότητας σε χοληστερόλη και απολιποπρωτεΐνη Α-1 των HDL2 και σε ελαφρά αύξηση της χοληστερόλης HDL3. /Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) για την ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ (7 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η απορρόφηση διαφόρων σκευασμάτων εστραδιόλης περιγράφεται παρακάτω:
Δισκία και ενέσεις από το στόμα Ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο γαστρεντερικό σωλήνα διασπά γρήγορα τα δισκία εστραδιόλης πριν εισέλθουν στη συστηματική κυκλοφορία. Η βιοδιαθεσιμότητα των από του στόματος οιστρογόνων αναφέρεται ότι είναι 2-10% λόγω σημαντικών επιδράσεων πρώτης διόδου. Η εστεροποίηση της εστραδιόλης βελτιώνει τη χορήγηση (π.χ. με εστραδιόλη βαλερική) ή παρατείνει την απελευθέρωση από ενδομυϊκές ενέσεις εναπόθεσης (συμπεριλαμβανομένης της εστραδιόλης κυπιονικής) μέσω υψηλότερης λιποφιλίας. Μετά την απορρόφηση, οι εστέρες υδρολύονται, οδηγώντας στην απελευθέρωση ενδογενούς εστραδιόλης ή 17β-εστραδιόλης.
Δερματικά παρασκευάσματα Τα δερματικά παρασκευάσματα απελευθερώνουν αργά εστραδιόλη μέσω του άθικτου δέρματος, διατηρώντας τα κυκλοφορούντα επίπεδα εστραδιόλης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 1 εβδομάδας. Αξιοσημείωτα, η βιοδιαθεσιμότητα της εστραδιόλης μετά από δερματική χορήγηση είναι περίπου 20 φορές υψηλότερη από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση. Η δερματική εστραδιόλη αποφεύγει τις επιδράσεις μεταβολισμού πρώτης διόδου που μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα. Η χορήγηση μέσω του γλουτού οδηγεί σε Cmax περίπου 174 pg/mL σε σύγκριση με 147 pg/mL μέσω της κοιλιάς.
Σπρέι παρασκευάσματα Μετά από καθημερινή χορήγηση, οι μορφές σπρέι εστραδιόλης φτάνουν σε σταθερή κατάσταση εντός 7-8 ημερών. Μετά από 3 σπρέι καθημερινά, η Cmax είναι περίπου 54 pg/mL με Tmax 20 ωρών. Η AUC είναι περίπου 471 pg•hr/mL.
Κολπικός δακτύλιος και κρέμες παρασκευάσματα Η εστραδιόλη απορροφάται αποτελεσματικά μέσω των βλεννογόνων του κόλπου. Η κολπική χορήγηση οιστρογόνων παρακάμπτει τον μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η Tmax μετά τη χορήγηση κολπικού δακτυλίου κυμαίνεται από 0,5 έως 1 ώρα. Η Cmax είναι περίπου 63 pg/mL. Το κολπικό παρασκεύασμα κρέμας είχε Cmax εστραδιόλης (συστατικό της κρέμας κολπικού εστρογονικού συμπυκνώματος Premarin) 12,8 ± 16,6 pg/mL, Tmax 8,5 ± 6,2 ώρες, με AUC 231 ± 285 pg•hr/mL.
Η εστραδιόλη απεκκρίνεται στα ούρα με θειικές και γλυκουρονιδικές συζεύξεις.
Τα εξωγενώς χορηγούμενα οιστρογόνα διανέμονται με παρόμοιο τρόπο με τα ενδογενή οιστρογόνα. Μπορούν να βρεθούν σε όλο το σώμα, ειδικά στα στοχευμένα όργανα των ορμονών φύλου, όπως το στήθος, οι ωοθήκες και η μήτρα.
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη, η κάθαρση από το στόμα μικροκρυσταλλικής εστραδιόλης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ήταν 29,9±15,5 mL/min/kg. Μια άλλη μελέτη αποκάλυψε κάθαρση ενδοφλεβίως χορηγούμενης εστραδιόλης 1,3 mL/min/kg.
Τα οιστρογόνα που χρησιμοποιούνται σε θεραπευτικά σχήματα απορροφώνται καλά μέσω του δέρματος, των βλεννογόνων και του γαστρεντερικού (GI) σωλήνα. Η κολπική χορήγηση οιστρογόνων παρακάμπτει τον μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Το σύστημα διαδερμικής χορήγησης εστραδιόλης συνεχούς απελευθέρωσης (μία φορά την εβδομάδα) απελευθερώνει συνεχώς εστραδιόλη, η οποία μεταφέρεται μέσω του άθικτου δέρματος, οδηγώντας σε διατηρημένα κυκλοφορούντα επίπεδα εστραδιόλης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου θεραπείας 7 ημερών. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της εστραδιόλης μετά από δερματική χορήγηση είναι περίπου 20 φορές υψηλότερη από αυτήν μετά από από του στόματος χορήγηση. Αυτή η διαφορά οφείλεται στην απουσία μεταβολισμού πρώτης διόδου όταν η εστραδιόλη χορηγείται μέσω της δερματικής οδού.
Σε μια μελέτη Φάσης Ι σε 14 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η εισαγωγή του ESTRING (κολπικός δακτύλιος εστραδιόλης) αύξησε γρήγορα τα επίπεδα εστραδιόλης (Ε2) στον ορό. Ο χρόνος επίτευξης μέγιστων επιπέδων εστραδιόλης στον ορό (Tmax) ήταν 0,5 έως 1 ώρα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις εστραδιόλης στον ορό μετά από την αρχική έκρηξη μειώθηκαν γρήγορα τις επόμενες 24 ώρες και ήταν σχεδόν αδιάκριτες από τη μέση τιμή της βάσης (εύρος: 5 έως 22 pg/mL). Τα επίπεδα εστραδιόλης και οιστρόνης (Ε1) στον ορό κατά τις επόμενες 12 εβδομάδες, κατά τις οποίες ο δακτύλιος διατηρήθηκε στην κολπική θήκη, παρέμειναν σχετικά αμετάβλητα.
Πίνακας: ΜΕΣΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ESTRING [Πίνακας#4649]
Η αρχική κορύφωση της εστραδιόλης μετά την εφαρμογή του δεύτερου δακτυλίου στις ίδιες γυναίκες είχε ως αποτέλεσμα ~38% χαμηλότερη Cmax, προφανώς λόγω μειωμένης συστηματικής απορρόφησης μέσω του θεραπευμένου κολπικού επιθηλίου. Η σχετική συστηματική έκθεση από την αρχική κορύφωση του ESTRING αντιστοιχούσε περίπου στο 4% της συνολικής έκθεσης σε εστραδιόλη κατά την περίοδο των 12 εβδομάδων.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρης) για την ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ (17 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Τα εξωγενώς χορηγούμενα οιστρογόνα μεταβολίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα ενδογενή οιστρογόνα. Ο μεταβολικός μετασχηματισμός συμβαίνει κυρίως στο ήπαρ και το έντερο. Η εστραδιόλη μεταβολίζεται σε οιστρόνη, και και οι δύο μετατρέπονται σε εστριολη, η οποία στη συνέχεια απεκκρίνεται στα ούρα. Επίσης, λαμβάνει χώρα στο ήπαρ η σύζευξη οιστρογόνων με θειική και γλυκουρονιδική ομάδα. Η χολική απέκκριση των μεταβολικών συζεύξεων απελευθερώνεται στο έντερο, και συμβαίνει υδρόλυση των οιστρογόνων στο έντερο, ακολουθούμενη από επαναρρόφηση. Το ηπατικό ένζυμο CYP3A4 εμπλέκεται σε μεγάλο βαθμό στον μεταβολισμό της εστραδιόλης. Το CYP1A2 παίζει επίσης ρόλο.
Τα εξωγενή οιστρογόνα μεταβολίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα ενδογενή οιστρογόνα. Τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα υπάρχουν σε δυναμική ισορροπία μεταβολικών διασυνδέσεων. Αυτοί οι μετασχηματισμοί λαμβάνουν χώρα κυρίως στο ήπαρ. Η εστραδιόλη μετατρέπεται αναστρέψιμα σε οιστρόνη, και και οι δύο μπορούν να μετατραπούν σε εστριολη, η οποία είναι ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα. Τα οιστρογόνα υφίστανται επίσης εντεροηπατική ανακύκλωση μέσω θειικής και γλυκουρονιδικής σύζευξης στο ήπαρ, χολικής απέκκρισης συζεύξεων στο έντερο και υδρόλυσης στο έντερο ακολουθούμενη από επαναρρόφηση. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ένα σημαντικό ποσοστό των κυκλοφορούντων οιστρογόνων υπάρχει ως θειικές συζεύξεις, ειδικά η οιστρόνη θειική, η οποία χρησιμεύει ως κυκλοφορούν απόθεμα για τον σχηματισμό πιο δραστικών οιστρογόνων.
Οι παραλλαγές στον μεταβολισμό της εστραδιόλης … εξαρτώνται από το στάδιο του εμμηνορροϊκού κύκλου … Γενικά, η ορμόνη υφίσταται ταχεία ηπατική βιομετατροπή με χρόνο ημιζωής στο πλάσμα που μετράται σε λεπτά.
Η εστραδιόλη μετατρέπεται κυρίως … σε εστριολη, η οποία είναι ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα. Μια ποικιλία θειικών και γλυκουρονιδικών συζεύξεων απεκκρίνονται επίσης στα ούρα.
Ο μεταβολισμός της εστραδιόλης-17β και της οιστρόνης είναι παρόμοιος σε αρουραίους και ανθρώπους, καθώς και τα δύο είδη μετασχηματίζουν αυτά τα στεροειδή κυρίως με 2-υδροξυλίωση (αρωματική), καθώς και με 16α-υδροξυλίωση. Οι γλυκουρονιδες των διαφόρων μεταβολιτών απεκκρίνονται στη χολή. Οι διαφορές στον μεταβολισμό των οιστρογόνων από ανθρώπους και αρουραίους έγκεινται κυρίως στον τύπο σύζευξης. Ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό της χορηγούμενης οιστρόνης, εστραδιόλης-17β και εστριολης μετασχηματίζεται σε αρουραίους σε μεταβολίτες οξειδωμένους τόσο στη θέση C-2 όσο και στη C-16. Όταν χορηγείται εστριολη σε αρουραίους, γλυκουρονίδες και, σε μικρότερο βαθμό, θειικές ενώσεις 16-κετοοιστραδιόλης και 2- και 3-μεθυλ αιθέρες 2-υδροξυοιστριόλης και 2-υδροξυ-16-κετοοιστραδιόλης απεκκρίνονται στη χολή. Αντίθετα, οι υδροξυλιώσεις στη θέση C-6 ή C-7 του δακτυλίου Β της εστραδιόλης-17β και της οιστρόνης αποτελούν δευτερεύουσα οδό σε αρουραίους. Οι 2-υδροξυοιστρογόνα (‘κατεχολικές οιστρογόνες’) μετασχηματίζονται περαιτέρω μέσω διαφόρων οδών, συμπεριλαμβανομένης της ομοιοπολικής σύνδεσης με πρωτεΐνες.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μεταβολισμό/Μεταβολίτες (Πλήρης) για την ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ (8 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η 17-β-εστραδιόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 17-β-Estradiol-3-glucuronide, 4-Hydroxyestradiol, 2-hydroxyestradiol, και 17-β-Estradiol glucuronide.
Τα εξωγενή οιστρογόνα μεταβολίζονται χρησιμοποιώντας τον ίδιο μηχανισμό όπως τα ενδογενή οιστρογόνα. Τα οιστρογόνα μεταβολίζονται μερικώς από το κυτόχρωμα P450. Οδός Απέκκρισης: Η εστραδιόλη, η οιστρόνη και η εστριολη απεκκρίνονται στα ούρα μαζί με τις γλυκουρονιδικές και θειικές συζεύξεις. Χρόνος Ημιζωής: 36 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Οι τελικοί χρόνοι ημιζωής για διάφορα προϊόντα οιστρογόνων μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση έχουν αναφερθεί ότι κυμαίνονται από 1-12 ώρες. Μια φαρμακοκινητική μελέτη από του στόματος χορήγησης εστραδιόλης βαλερικής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες αποκάλυψε τελικό χρόνο ημιζωής αποβολής 16,9 ± 6,0 ώρες. Μια φαρμακοκινητική μελέτη ενδοφλέβιας χορήγησης εστραδιόλης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έδειξε χρόνο ημιζωής αποβολής 27,45 ± 5,65 λεπτά. Ο χρόνος ημιζωής της εστραδιόλης φαίνεται να ποικίλλει ανάλογα με τη διαδρομή χορήγησης.
… Μετά από από του στόματος χορήγηση … ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν 20,1 ώρες …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
4TI98Z838E
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ
Χημική Δομή [CS] - Ομόλογα Εστραδιόλης
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Οιστρογόνο
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η εστραδιόλη είναι ένα Οιστρογόνο. Ο μηχανισμός δράσης της εστραδιόλης είναι ως Αγωνιστής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ
Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Οιστρογόνο [EPC]
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ GEL 0.1%
Οιστρογόνο [EPC]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ ΔΙΑΔΕΡΜΙΚΗ
Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]; Οιστρογόνο [EPC]
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ,
Οιστρογόνο [EPC]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Οιστρογόνα ± προγεστογόνα
Η HRT μπορεί να διακοπεί άμεσα ή σταδιακά μειώνοντας τη δόση ή τον αριθμό των ημερών την εβδομάδα που λαμβάνεται. Η σταδιακή μείωση μπορεί να περιορίσει την υποτροπή των συμπτωμάτων βραχυπρόθεσμα. Η σταδιακή μείωση ή η άμεση διακοπή δεν κάνει καμία διαφορά στα συμπτώματα μακροπρόθεσμα. [NICE NG23]
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward