ESTRADIOL
Οιστραδιόλη
Για τη θεραπεία των ουρογεννητικών συμπτωμάτων που σχετίζονται με τη μετεμμηνοπαυσιακή ατροφία του κόλπου (όπως ξηρότητα, καύσος, κνησμός και δυσπαρεύνια) ή/και του κατώτερου ουροποιητικού συστήματος (επιτακτική ούρηση και δυσουρία).
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-QLAIRA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα
- Δόση έναρξης: 1η ημέρα του φυσιολογικού κύκλου της γυναίκας
- Τιτλοποίηση: Το σχήμα περιλαμβάνει σταδιακή μείωση του οιστρογόνου και σταδιακή αύξηση του προγεσταγόνου.
-
Γυναίκες που δεν έχουν χρησιμοποιήσει ορμονική αντισύλληψη τον προηγούμενο μήναΗ λήψη των δισκίων πρέπει να αρχίσει την 1η ημέρα του φυσιολογικού κύκλου της γυναίκας.
-
Γυναίκες που αλλάζουν από άλλο συνδυασμένο ορμονικό αντισυλληπτικό (COC), κολπικό δακτύλιο ή διαδερμικό έμπλαστροΗ γυναίκα πρέπει να ξεκινήσει το Qlaira την ημέρα μετά το τελευταίο δραστικό δισκίο του προηγούμενου COC. Στην περίπτωση που κολπικός δακτύλιος ή διαδερμικό έμπλαστρο έχει χρησιμοποιηθεί, η γυναίκα πρέπει να ξεκινήσει να χρησιμοποιεί το Qlaira την ημέρα της αφαίρεσής τους.
-
Γυναίκες που αλλάζουν από μια μέθοδο που περιέχει μόνο προγεσταγόνο (δισκίο προγεσταγόνου, ενέσιμο, εμφύτευμα) ή από ένα ενδομήτριο εξάρτημα απελευθέρωσης προγεσταγόνου (IUS)Η γυναίκα μπορεί να αλλάξει οποιαδήποτε ημέρα. Θα πρέπει να της δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιεί επιπλέον μέθοδο φραγμού κατά τις πρώτες 9 ημέρες λήψης των δισκίων.
-
Μετά από έκτρωση πρώτου τριμήνουΗ γυναίκα μπορεί να ξεκινήσει αμέσως. Δεν χρειάζεται να λάβει επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
-
Μετά από τοκετό ή έκτρωση δευτέρου τριμήνουΟι γυναίκες πρέπει να συμβουλεύονται να αρχίζουν την 21η έως 28η ημέρα μετά τον τοκετό ή την έκτρωση δευτέρου τριμήνου. Εάν ξεκινήσει αργότερα, πρέπει να χρησιμοποιεί επιπλέον μία μέθοδο φραγμού κατά τις πρώτες 9 ημέρες λήψης των δισκίων. Εάν έχει προηγηθεί σεξουαλική επαφή, θα πρέπει να αποκλειστεί η εγκυμοσύνη πριν την έναρξη χρήσης ή η γυναίκα θα πρέπει να περιμένει την πρώτη της εμμηνορρυσία.
-
Γαστρεντερικές διαταραχέςΣε περίπτωση σοβαρών γαστρεντερικών διαταραχών, η απορρόφηση μπορεί να μην έχει ολοκληρωθεί και πρέπει να ληφθούν επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα. Εάν παρουσιαστεί έμετος εντός 3-4 ωρών μετά τη λήψη δραστικού δισκίου, το επόμενο δισκίο θα πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατό, ιδανικά εντός 12 ωρών. Αν έχουν παρέλθει περισσότερες από 12 ώρες, ισχύουν οι οδηγίες για παράλειψη δισκίων. Εάν η γυναίκα δεν επιθυμεί να αλλάξει το κανονικό πρόγραμμα λήψης, πρέπει να πάρει το(α) αντίστοιχο(α) δισκίο(α) από μία άλλη συσκευασία.
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για έφηβους κάτω των 18 ετών.
-
Γηριατρικοί ασθενείςΤο Qlaira δεν ενδείκνυται για μετά την εμμηνόπαυση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΤο Qlaira αντενδείκνυται σε γυναίκες με σοβαρές ηπατικές νόσους.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΤο Qlaira δεν έχει μελετηθεί συγκεκριμένα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
block
SPC-QLAIRA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Φλεβική θρομβοεμβολή - παρούσα ΦΘΕ (υπό αντιπηκτικά) ή ιστορικό αυτής (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση [ΕΒΦΘ] ή πνευμονική εμβολή [ΠΕ])
-
Γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για φλεβική θρομβοεμβολή, όπως αντίσταση στην APC, (συμπεριλαμβανομένου του παράγοντα V Leiden), ανεπάρκεια αντιθρομβίνης III, ανεπάρκεια πρωτεΐνης C, ανεπάρκεια πρωτεΐνης S
-
Μείζονα χειρουργική επέμβαση με παρατεταμένη ακινητοποίηση
-
Υψηλός κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής λόγω της παρουσίας πολλαπλών παραγόντων κινδύνου
-
Αρτηριακή θρομβοεμβολή - παρούσα αρτηριακή θρομβοεμβολή, ιστορικό αρτηριακής θρομβοεμβολής (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή πρόδρομη κατάσταση (π.χ. στηθάγχη)
-
Αγγειοεγκεφαλική νόσος - παρόν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή πρόδρομη κατάσταση (π.χ. παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, ΠΙΕ)
-
Γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για αρτηριακή θρομβοεμβολή, όπως υπερομοκυστεϊναιμία και αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (αντικαρδιολιπινικά αντισώματα, αντιπηκτικό του λύκου).
-
Ιστορικό ημικρανίας με εστιακά νευρολογικά συμπτώματα.
-
Υψηλός κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής λόγω πολλαπλών παραγόντων κινδύνου ή παρουσίας ενός σοβαρού παράγοντα κινδύνου, όπως: μ μ μσακχαρώδης διαβήτης ε αγγειακά συ πτώ ατα, σοβαρή υπέρταση, μσοβαρή δυσλιποπρωτεϊναι ία
-
Παρουσία ή ιστορικό σοβαρής ηπατικής νόσου, εφόσον οι τιμές της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επιστρέψει στο φυσιολογικό.
-
Παρουσία ή ιστορικό ηπατικών όγκων (καλοηθών ή κακοηθών).
-
Γνωστές ή υποψία κακοηθών καταστάσεων (π.χ. των γεννητικών οργάνων ή των μαστών) που επηρεάζονται από στεροειδή του φύλου.
-
Αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία.
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-QLAIRA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)
-
Κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ)
-
Παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕΠληθυσμόςγυναίκεςΤο Qlaira αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου που τη θέτουν σε υψηλό κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι δυνατό η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους παραγόντων - στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξετάζεται ο συνολικός της κίνδυνος για ΦΘΕ. Εάν το ισοζύγιο των οφελών και κινδύνων θεωρείται ότι είναι αρνητικό, δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται ένα CHC (βλ. παράγραφο 4.3).
-
Συμπτώματα της ΦΘΕ (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή)Στην περίπτωση συμπτωμάτων, στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα και να ενημερώνουν τον επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ότι παίρνουν ένα CHC.
-
Κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ)
-
Παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕΠληθυσμόςγυναίκεςΤο Qlaira αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει ένα σοβαρό ή πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ που τη θέτουν σε υψηλό κίνδυνο αρτηριακής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι δυνατό η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους παραγόντων - στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξετάζεται ο συνολικός της κίνδυνος. Εάν το ισοζύγιο των οφελών και κινδύνων θεωρείται ότι είναι αρνητικό, δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται ένα CHC (βλ. παράγραφο 4.3).
-
Συμπτώματα ΑΘΕΣτην περίπτωση συμπτωμάτων, στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα και να ενημερώνουν τον επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ότι παίρνουν ένα CHC.
-
Όγκοι
-
Άλλες καταστάσειςΠληθυσμόςΓυναίκες με υπερτριγλυκεριδαιμία ή με σχετικό οικογενειακό ιστορικόμπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο παγκρεατίτιδας, όταν χρησιμοποιούν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά.
-
Άλλες καταστάσειςΑναφέρεται ότι οι ακόλουθες καταστάσεις παρουσιάζονται ή επιδεινώνονται και με την εγκυμοσύνη και με τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών, αλλά δεν υπάρχει επαρκής απόδειξη συσχετισμού με τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά: ίκτερος και/ή κνησμός σχετιζόμενος με χολόσταση, χολολιθίαση, πορφυρία, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χορεία του Sydenham, έρπης κυήσεως, απώλεια ακοής σχετιζόμενη με ωτοσκλήρυνση.
-
Άλλες καταστάσειςΠληθυσμόςΣε γυναίκες με κληρονομικό αγγειοοίδηματα εξωγενή οιστρογόνα μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα του αγγειοοιδήματος.
-
Άλλες καταστάσειςΟξείες ή χρόνιες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να απαιτήσουν τη διακοπή της χρήσης των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών έως ότου οι δείκτες της ηπατικής λειτουργίας να επανέλθουν στο φυσιολογικό.
-
Άλλες καταστάσειςΥποτροπή χολοστατικού ικτέρου που εκδηλώθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή προηγούμενης χρήσης στεροειδών του φύλου απαιτεί τη διακοπή των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών.
-
Άλλες καταστάσειςΠληθυσμόςδιαβητικές γυναίκεςπρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, για όσο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη χρήσης συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών.
-
Άλλες καταστάσειςΚατά τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών έχει αναφερθεί επιδείνωση της ενδογενούς κατάθλιψης, της επιληψίας, της νόσου του Crohn και της ελκώδους κολίτιδας.
-
Άλλες καταστάσειςΠληθυσμόςΓυναίκες με προδιάθεση για χλόασμαπρέπει να αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο ή σε υπεριώδη ακτινοβολία ενώ λαμβάνουν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά.
-
Άλλες καταστάσειςΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ή νεφρική δυσλειτουργίαθα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Άλλες καταστάσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκειαθα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, αφού το επίπεδο κυκλοφορίας των οιστρογόνων μπορεί να αυξηθεί μετά τη χορήγηση του Qlaira.
-
Ιατρική εξέταση/γνωμάτευσηΠριν από την έναρξη ή επανέναρξη του Qlaira, πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ιατρικό ιστορικό (συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού ιστορικού) και να αποκλείεται η περίπτωση εγκυμοσύνης. Πρέπει να μετριέται η αρτηριακή πίεση και να διενεργείται κλινική εξέταση, καθοδηγούμενη από τις αντενδείξεις (βλ. παράγραφο 4.3) και τις προειδοποιήσεις (βλ. παράγραφο 4.4). Είναι σημαντικό να επισύρεται η προσοχή της γυναίκας στις πληροφορίες σχετικά με τη φλεβική και αρτηριακή θρόμβωση, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου του Qlaira σε σύγκριση με άλλα CHC, των συμπτωμάτων ΦΘΕ και ΑΘΕ, των γνωστών παραγόντων κινδύνου και τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση υποψίας θρόμβωσης. Πρέπει επίσης να υποδεικνύεται στη γυναίκα να διαβάσει προσεκτικά το φύλλο οδηγιών χρήσης και να τηρεί τις παρεχόμενες συμβουλές. Η συχνότητα και η φύση αυτών των εξετάσεων πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κλινικές πρακτικές και να προσαρμόζεται ξεχωριστά στην κάθε γυναίκα. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται ότι τα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν προστατεύουν από τις λοιμώξεις από τον ιό HIV (AIDS) και από άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
-
Μειωμένη αποτελεσματικότηταΗ αποτελεσματικότητα των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί, για παράδειγμα, στις ακόλουθες περιπτώσεις: παράλειψη δραστικών δισκίων (παράγραφος 4.2), γαστρεντερικές διαταραχές (παράγραφος 4.2) κατά τη λήψη δραστικών δισκίων ή ταυτόχρονης φαρμακευτικής αγωγής (παράγραφος 4.5).
-
Έλεγχος του κύκλουΜε όλα τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, μπορεί να εμφανιστεί ακανόνιστη αιμορραγία (σταγονοειδής ή ενδιάμεση αιμορραγία), ιδίως κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της χρήσης. Επομένως, η αξιολόγηση οποιασδήποτε ακανόνιστης αιμορραγίας έχει σημασία μόνο μετά από ένα διάστημα προσαρμογής περίπου 3 κύκλων. Με βάση τα ημερολόγια ασθενών από μία συγκριτική κλινική μελέτη, το ποσοστό των γυναικών ανά κύκλο που παρουσίασαν αιμορραγία κατά τη διάρκεια του κύκλου ήταν 10 - 18% για γυναίκες που χρησιμοποιούσαν Qlaira. Οι χρήστριες του Qlaira ενδέχεται να παρουσιάσουν αμηνόρροια παρόλο που μπορεί να μην είναι έγκυες. Με βάση τα ημερολόγια ασθενών, ενδέχεται να παρουσιαστεί αμηνόρροια σε περίπου 15% των κύκλων. Εάν το Qlaira έχει ληφθεί σύμφωνα με τις οδηγίες που περιγράφονται στην παράγραφο 4.2, είναι απίθανο η γυναίκα να είναι έγκυος. Eάν το Qlaira δεν έχει ληφθεί σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές πριν από την πρώτη απουσία αιμορραγίας εκ διακοπής ή εάν δεν εμφανιστεί σε δύο συνεχόμενους κύκλους αιμορραγία εκ διακοπής, πρέπει να αποκλειστεί η εγκυμοσύνη πριν συνεχιστεί η χρήση του Qlaira. Εάν οι ανωμαλίες του κύκλου παραμένουν ή εμφανίζονται ενώ έχουν προηγηθεί κανονικοί κύκλοι, τότε πρέπει να εξετάζονται μη ορμονικές αιτίες και να λαμβάνονται επαρκή διαγνωστικά μέτρα για να αποκλειστεί η πιθανότητα κακοήθειας ή εγκυμοσύνης. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν απόξεση.
swap_horiz
SPC-QLAIRA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που επάγουν μικροσωματικά ένζυμα (π.χ. Βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, ριτοναβίρη, νεβιραπίνη, εφαβιρένζη, φελβαμάτη, γκριζεοφουλβίνη, οξκαρβαζεπίνη, τοπιραμάτη, St. John´s Wort)ΠροσοχήΑύξηση της κάθαρσης των ορμονών του φύλου, με αποτέλεσμα ενδιάμεση αιμορραγία και/ή αποτυχία της αντισύλληψης.ΣύστασηΧρήση προσωρινής μεθόδου φραγμού ή άλλης αντισυλληπτικής μεθόδου επιπρόσθετα του Qlaira κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης και για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια θεραπεία, συνιστάται άλλη αξιόπιστη, μη ορμονική μέθοδος αντισύλληψης.
-
Συνδυασμοί αναστολέων πρωτεάσης/HIV και μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (συμπεριλαμβανομένων συνδυασμών με αναστολείς HCV)ΠροσοχήΜπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις ορού των οιστρογόνων ή των προγεστερόνων στο πλάσμα.ΣύστασηΣυμβουλευτείτε τις πληροφορίες συνταγογράφησης των φαρμάκων HIV/HCV. Χρήση επιπρόσθετης αντισυλληπτικής μεθόδου φραγμού.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)ΠροσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων του οιστρογόνου, του προγεσταγόνου ή και των δύο στο πλάσμα.ΣύστασηΠαρακολούθηση για πιθανές αλληλεπιδράσεις.
-
Μέτριοι αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη)ΠροσοχήΑύξηση της AUC (0-24 ώρες) της διενογέστης και της οιστραδιόλης σε σταθεροποιημένη κατάσταση.ΣύστασηΠαρακολούθηση για πιθανές αλληλεπιδράσεις.
-
QlairaΠροσοχήΜπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό ορισμένων άλλων δραστικών ουσιών, αυξάνοντας (π.χ. κυκλοσπορίνη) ή μειώνοντας (π.χ. λαμοτριγίνη) τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα και στους ιστούς.ΣύστασηΠαρακολούθηση για πιθανές αλληλεπιδράσεις.
sick
SPC-QLAIRA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Αιδοιοκολπική μυκητίαση
- Λοίμωξη του κόλπου
- Καντιντίαση
- Επιχείλιος έρπης
- Πυελική φλεγμονώδης νόσος
- Ποικιλόχρους πιτυρίαση
- Λοίμωξη ουροφόρων οδών
- Βακτηριακή κολπίτιδα
- Αυξημένη όρεξη
- Κατακράτηση υγρών
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Κατάθλιψη / Καταθλιπτική διάθεση
- Συναισθηματική διαταραχή
- Αϋπνία
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Πνευματική διαταραχή
- Μεταβολή στη διάθεση
- Επιθετικότητα
- Άγχος
- Δυσφορία
- Αυξημένη γενετήσια ορμή
- Νευρικότητα
- Εφιάλτες
- Ανησυχία
- Διαταραχή ύπνου
- Στρες
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Διαταραχή στην προσοχή
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Μη ανεκτικότητα των φακών επαφής
- Ξηροφθαλμία
- Οφθαλμικό οίδημα
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αίσθημα παλμών
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Αιμορραγία κιρσοειδών φλεβών
- Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)
- Αρτηριακή θρομβοεμβολή (ΑΘΕ)
- Υπόταση
- Επιπολής φλεβίτιδα
- Άλγος φλεβών
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα*
- Εστιακή οζώδης υπερπλασία ήπατος
- Χρόνια χολοκυστίτιδα
- Ακμή
- Αλωπεκία
- Υπερίδρωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Αλλεργική αντίδραση δέρματος
- Χλόασμα
- Δερματίτιδα
- Δασυτρίχισμος
- Υπερτρίχωση
- Νευροδερματίτιδα
- Διαταραχή μελάγχρωσης
- Σμηγματόρροια
- Διαταραχή δέρματος
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οσφυαλγία
- Πόνος στις γνάθους
- Αίσθημα βάρους
- Άλγος ουροφόρων οδών
- Αμηνόρροια
- Δυσφορία στους μαστούς
- Δυσμηνόρροια
- Αιμορραγία κατά τη διάρκεια του κύκλου (Μητρορραγία)
- Διόγκωση των μαστών
- Δυσπλασία τραχήλου
- Δυσλειτουργική αιμορραγία μήτρας
- Δυσπαρεύνια
- Ινοκυστική νόσος μαστού
- Μηνορραγία
- Διαταραχή εμμηνορρυσίας
- Ακανόνιστη αιμορραγία εκ διακοπής
- Μάζα στο μαστό
- Καρκίνος μαστού in situ
- Κύστη μαστού
- Έκκριση μαστού
- Τραχηλικός πολύποδας
- Ερύθημα τραχήλου
- Αιμορραγία κατά την συνουσία
- Κύστη ωοθηκών
- Άλγος πυέλου
- Προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο
- Λειομύωμα μήτρας
- Σπασμός μήτρας
- Μητρική/κολπική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένων των κηλιδώσεων)
- Κολπική έκκριση
- Αιδοιοκολπική ξηρότητα
- Γαλακτόρροια
- Έκκριση γεννητικών οργάνων
- Υπομηνόρροια
- Καθυστέρηση εμμηνορρυσίας
- Ρήξη ωοθηκικής κύστης
- Κολπική οσμή
- Αιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου
- Αιδοιοκολπική ενόχληση
- Άλγος μαστών**
- Ευαισθησία μαστών**
- Διαταραχή θηλών**
- Άλγος θηλών**
- Λεμφαδενοπάθεια
- Άσθμα
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Κόπωση
- Ευερεθιστότητα
- Οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Αδιαθεσία
- Πυρεξία
- Αύξηση βάρους
- Μείωση βάρους
- Μεταβολές στην αρτηριακή πίεση
- Παθολογικό τραχηλικό επίχρισμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυχνέςΔυσφορία στους μαστούςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑιμορραγία κατά τη διάρκεια του κύκλου (Μητρορραγία)Αναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΑιδοιοκολπική μυκητίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη του κόλπουΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕπιχείλιος έρπηςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΠυελική φλεγμονώδης νόσοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός και θρέψη
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣπάνιεςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψη / Καταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠνευματική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜεταβολή στη διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσφορίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣτρεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΜη ανεκτικότητα των φακών επαφήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟφθαλμικό οίδημαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία κιρσοειδών φλεβώνΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑρτηριακή θρομβοεμβολή (ΑΘΕ)Αγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕπιπολής φλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΆλγος φλεβώνΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ και χοληφόρα
-
ΣπάνιεςΕστιακή οζώδης υπερπλασία ήπατοςΉπαρ και χοληφόρα
-
ΣπάνιεςΧρόνια χολοκυστίτιδαΉπαρ και χοληφόρα
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδραση δέρματοςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΧλόασμαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΔασυτρίχισμοςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΥπερτρίχωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΝευροδερματίτιδαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή μελάγχρωσηςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΣμηγματόρροιαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή δέρματοςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Όχι συχνέςΠόνος στις γνάθουςΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣπάνιεςΑίσθημα βάρουςΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣπάνιεςΆλγος ουροφόρων οδώνΝεφρά και ουροφόροι οδοί
-
ΣυχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΔυσμηνόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΔιόγκωση των μαστώνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΔυσπλασία τραχήλουΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΔυσλειτουργική αιμορραγία μήτραςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΔυσπαρεύνιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΙνοκυστική νόσος μαστούΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΑκανόνιστη αιμορραγία εκ διακοπήςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΜάζα στο μαστόΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΚαρκίνος μαστού in situΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΚύστη μαστούΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΈκκριση μαστούΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΤραχηλικός πολύποδαςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΕρύθημα τραχήλουΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία κατά την συνουσίαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΚύστη ωοθηκώνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΆλγος πυέλουΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΠροεμμηνορρυσιακό σύνδρομοΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΛειομύωμα μήτραςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΣπασμός μήτραςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΜητρική/κολπική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένων των κηλιδώσεων)Αναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΚολπική έκκρισηΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΑιδοιοκολπική ξηρότηταΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΈκκριση γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΥπομηνόρροιαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΚαθυστέρηση εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΡήξη ωοθηκικής κύστηςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΚολπική οσμήΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΑιδοιοκολπικό αίσθημα καύσουΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΑιδοιοκολπική ενόχλησηΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΆσθμαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣπάνιεςΕπίσταξηΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΜείωση βάρουςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜεταβολές στην αρτηριακή πίεσηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΠαθολογικό τραχηλικό επίχρισμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΆλγος μαστώνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΕυαισθησία μαστώνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή θηλώνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Όχι συχνέςΆλγος θηλώνΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
pregnant_woman
SPC-QLAIRA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΤο Qlaira δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια χρήσης του Qlaira, τότε απαιτείται διακοπή της περαιτέρω λήψης. Ωστόσο, εκτεταμένες επιδημιολογικές μελέτες με συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη δεν έχουν αναδείξει αυξημένο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών σε παιδιά γυναικών που έκαναν χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών πριν την κύηση, αλλά ούτε και τερατογεννητική δράση από την ακούσια λήψη συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει κάποιον κίνδυνο αναπαραγωγικής τοξικότητας (βλ. προκλινικά δεδομένα). O αυξημένος κίνδυνος για ΦΘΕ κατά τη διάρκεια της λοχείας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επανέναρξη (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ γαλουχία μπορεί να επηρεαστεί από τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, καθώς μπορεί να μειώσουν την ποσότητα και να μεταβάλουν τη σύνθεση του μητρικού γάλακτος. Επομένως, η χρήση των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών γενικά δεν θα πρέπει να συνιστάται μέχρι η γαλουχούσα μητέρα να απογαλακτίσει πλήρως το παιδί της. Μικρές ποσότητες των αντισυλληπτικών στεροειδών και/ή των μεταβολιτών τους μπορεί να απεκκρίνονται με το γάλα κατά τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών. Οι ποσότητες αυτές μπορεί να επηρεάσουν το παιδί.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΤο Qlaira ενδείκνυται για την πρόληψη της εγκυμοσύνης. Για πληροφορίες σχετικά με την επιστροφή στη γονιμότητα, βλ. Φαρμακοδυναμικές.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-QLAIRA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: προγεσταγόνα και οιστρογόνα, συνδυασμοί διαδοχής Κωδικός ATC: G03AΒ08 Σε κλινικές μελέτες με το Qlaira που έλαβαν χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ/στον Καναδά υπολογίστηκαν οι δείκτες Pearl ως ακολούθως: **Δείκτης…
biotech
SPC-QLAIRA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Dienogest #### Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από το στόμα, το dienogest απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού, της τάξης 90,5 ng/ml, επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά από τη χορήγηση από το στόμα του δισκίου Qlaira, το…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-QLAIRA
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση
Δοσολογία
Πώς να λαμβάνετε το Qlaira
Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται με τη σειρά που αναγράφεται στη συσκευασία, περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα, με λίγο υγρό εάν είναι απαραίτητο. Η λήψη των δισκίων είναι συνεχής. Πρέπει να λαμβάνεται ένα δισκίο κάθε μέρα για 28 συνεχόμενες ημέρες. Κάθε επόμενη συσκευασία ξεκινά την ημέρα μετά το τελευταίο δισκίο της προηγούμενης συσκευασίας. Η αιμορραγία εκ διακοπής συνήθως ξεκινά κατά τη διάρκεια της λήψης των τελευταίων δισκίων μιας συσκευασίας και μπορεί να μην έχει σταματήσει πριν την έναρξη της επόμενης συσκευασίας. Σε ορισμένες γυναίκες, η αιμορραγία ξεκινά μετά τη λήψη των πρώτων δισκίων της νέας συσκευασίας.
Πώς γίνεται η έναρξη λήψης του Qlaira
- Όταν δεν έχει προηγηθεί χρήση ορμονικής αντισύλληψης (κατά τον προηγούμενο μήνα) Η λήψη των δισκίων πρέπει να αρχίσει την 1 η ημέρα του φυσιολογικού κύκλου της γυναίκας (δηλ. την πρώτη ημέρα της έμμηνης ρύσης της).
- Αλλάζοντας από άλλο συνδυασμένο ορμονικό αντισυλληπτικό (συνδυασμένο από του στόματος αντισυλληπτικό/COC), κολπικό δακτύλιο ή διαδερμικό έμπλαστρο Η γυναίκα πρέπει να ξεκινήσει το Qlaira την ημέρα μετά το τελευταίο δραστικό δισκίο (το τελευταίο δισκίο που περιέχει τις δραστικές ουσίες) του προηγούμενου συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικoύ. Στην περίπτωση που κολπικός δακτύλιος ή διαδερμικό έμπλαστρο έχει χρησιμοποιηθεί, η γυναίκα πρέπει να ξεκινήσει να χρησιμοποιεί το Qlaira την ημέρα της αφαίρεσής τους.
- Αλλάζοντας από μια μέθοδο που περιέχει μόνο προγεσταγόνο (δισκίο προγεσταγόνου, ενέσιμο, εμφύτευμα) ή από ένα ενδομήτριο εξάρτημα απελευθέρωσης προγεσταγόνου (IUS) Η γυναίκα μπορεί να αλλάξει οποιαδήποτε ημέρα από το δισκίο που περιέχει μόνο προγεσταγόνο, (από ένα εμφύτευμα ή το ενδομήτριο εξάρτημα την ημέρα της αφαίρεσής του, από ένα ενέσιμο όταν έχει προγραμματιστεί η επόμενη ένεση), αλλά σε όλες αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να της δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιεί επιπλέον μέθοδο φραγμού κατά τις πρώτες 9 ημέρες λήψης των δισκίων.
- Μετά από έκτρωση πρώτου τριμήνου Η γυναίκα μπορεί να ξεκινήσει αμέσως. Στην περίπτωση αυτή, δεν χρειάζεται να λάβει επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
- Μετά από τοκετό ή έκτρωση δευτέρου τριμήνου Για τις γαλουχούσες γυναίκες, βλ. παράγραφο 4.6. Οι γυναίκες πρέπει να συμβουλεύονται να αρχίζουν την 21 η έως 28 η ημέρα μετά τον τοκετό ή την έκτρωση δευτέρου τριμήνου. Εάν ξεκινήσει αργότερα, πρέπει να της δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιεί επιπλέον μία μέθοδο φραγμού κατά τις πρώτες 9 ημέρες λήψης των δισκίων. Ωστόσο, σε περίπτωση που έχει προηγηθεί σεξουαλική επαφή, θα πρέπει να αποκλειστεί η εγκυμοσύνη πριν την έναρξη χρήσης συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού ή η γυναίκα θα πρέπει να περιμένει την πρώτη της εμμηνορρυσία.
Αντιμετώπιση της παράλειψης δισκίων
Τα αδρανή (λευκά) δισκία που παραλείφθηκαν μπορούν να αγνοηθούν. Ωστόσο, αυτά θα πρέπει να απορριφθούν ώστε να αποφευχθεί η ακούσια παράταση του διαστήματος μεταξύ της λήψης δραστικών δισκίων.
Οι ακόλουθες συμβουλές αναφέρονται μόνο στην παράλειψη δραστικών δισκίων: Εάν η γυναίκα καθυστερήσει λιγότερο από 12 ώρες να πάρει κάποιο δισκίο, η αντισυλληπτική προστασία δεν μειώνεται. Η γυναίκα θα πρέπει να πάρει το δισκίο αμέσως μόλις το θυμηθεί και θα πρέπει να πάρει τα επόμενα δισκία τη συνηθισμένη ώρα.
Εάν καθυστερήσει περισσότερο από 12 ώρες να πάρει κάποιο δισκίο, η αντισυλληπτική προστασία μπορεί να μειωθεί. Η γυναίκα θα πρέπει να πάρει το τελευταίο δισκίο που παρέλειψε αμέσως μόλις το θυμηθεί, ακόμα και αν αυτό σημαίνει την ταυτόχρονη λήψη δύο δισκίων. Μετά συνεχίζει να λαμβάνει τα δισκία τη συνηθισμένη ώρα.
Ανάλογα με την ημέρα του κύκλου κατά την οποία παραλείφθηκε το δισκίο (βλ. παρακάτω διάγραμμα για λεπτομέρειες), επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα (π.χ. μια μέθοδος φραγμού, όπως προφυλακτικό) πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις ακόλουθες οδηγίες:
| Ημέρα | Χρώμα | Περιεχόμενο estradiol valerate (EV)/dienogest (DNG) | Οδηγίες που πρέπει να ακολουθήσετε εάν παραλείψατε ένα δισκίο για περισσότερες από 12 ώρες: |
|---|---|---|---|
| 1 - 2 | Δισκία σκούρου κίτρινου χρώματος | (3,0 mg EV) | - Πάρτε το δισκίο που παραλείψατε αμέσως και το επόμενο δισκίο τη συνηθισμένη ώρα (ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα πάρετε δύο δισκία την ίδια ημέρα) |
- Συνεχίστε να παίρνετε τα δισκία με τον κανονικό τρόπο
- Χρησιμοποιήστε επιπλέον αντισύλληψη για τις επόμενες 9 ημέρες | | 3 - 7 | Δισκία κόκκινου χρώματος | (2,0 mg EV + 2,0 mg DNG) | | | 8 - 17 | Δισκία ανοικτού κίτρινου χρώματος | (2,0 mg EV + 3,0 mg DNG) | - Πετάξτε την τρέχουσα συσκευασία και ξεκινήστε αμέσως με το πρώτο χάπι μιας νέας συσκευασίας
- Συνεχίστε να παίρνετε τα δισκία με τον κανονικό τρόπο
- Χρησιμοποιήστε επιπλέον αντισύλληψη για τις επόμενες 9 ημέρες | | 18 - 24 | Δισκία ανοικτού κίτρινου χρώματος | (2,0 mg EV + 3,0 mg DNG) | | | 25 - 26 | Δισκία σκούρου κόκκινου χρώματος | (1,0 mg EV) | - Πάρτε το δισκίο που παραλείψατε αμέσως και το επόμενο δισκίο τη συνηθισμένη ώρα (ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα πάρετε δύο δισκία την ίδια ημέρα)
- Δεν απαιτείται επιπλέον αντισύλληψη | | 27-28 | Λευκά δισκία (εικονικό φάρμακο) | |
- Πετάξτε το δισκίο που παραλείψατε και συνεχίστε να παίρνετε τα δισκία με τον κανονικό τρόπο
- Δεν απαιτείται επιπλέον αντισύλληψη |
Δεν πρέπει να λαμβάνονται περισσότερα από δύο δισκία σε μία ημέρα.
Εάν η γυναίκα παραλείψει να ξεκινήσει μια νέα συσκευασία ή εάν παρέλειψε να πάρει ένα ή περισσότερα δισκία κατά τις ημέρες 3 - 9 της συσκευασίας, μπορεί να είναι ήδη έγκυος (εφόσον είχε σεξουαλική επαφή κατά τις 7 ημέρες πριν από την παράλειψη). Όσο περισσότερα δισκία (από εκείνα με τα δύο συνδυασμένα δραστικά συστατικά κατά τις ημέρες 3 - 24) παραλειφθούν και όσο πιο κοντά συμβεί αυτό στη φάση αδρανών δισκίων, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος εγκυμοσύνης.
Εάν η γυναίκα παρέλειψε δισκία και στη συνέχεια δεν εμφανίσει αιμορραγία εκ διακοπής στο τέλος της συσκευασίας/στην έναρξη της νέας συσκευασίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πιθανότητα εγκυμοσύνης.
Συμβουλή σε περίπτωση γαστρεντερικών διαταραχών
Σε περίπτωση σοβαρών γαστρεντερικών διαταραχών (π.χ. έμετος ή διάρροια), η απορρόφηση μπορεί να μην έχει ολοκληρωθεί και πρέπει να ληφθούν επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
Εάν παρουσιαστεί έμετος εντός 3-4 ωρών μετά τη λήψη δραστικού δισκίου, το επόμενο δισκίο θα πρέπει να ληφθεί το συντομότερο δυνατό. Εφόσον είναι δυνατόν, το δισκίο θα πρέπει να ληφθεί εντός 12 ωρών από την συνήθη ώρα λήψης. Αν έχουν παρέλθει περισσότερες από 12 ώρες, ισχύουν οι οδηγίες που αφορούν την παράλειψη δισκίων, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 4.2 «Αντιμετώπιση της παράλειψης δισκίων». Εάν η γυναίκα δεν επιθυμεί να αλλάξει το κανονικό πρόγραμμα λήψης των δισκίων, πρέπει να πάρει το(α) αντίστοιχο(α) δισκίο(α) από μία άλλη συσκευασία.
Επιπρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τους ειδικούς πληθυσμούς
Παιδιά και έφηβοι Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για έφηβους κάτω των 18 ετών.
Γηριατρικοί ασθενείς Το Qlaira δεν ενδείκνυται για μετά την εμμηνόπαυση.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Το Qlaira αντενδείκνυται σε γυναίκες με σοβαρές ηπατικές νόσους. Βλ. επίσης παράγραφο 4.3.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Το Qlaira δεν έχει μελετηθεί συγκεκριμένα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
block
Αντενδείξεις
SPC-QLAIRA
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-QLAIRA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις Εάν είναι παρούσα οποιαδήποτε από τις καταστάσεις ή τους παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται παρακάτω, η καταλληλότητα του Qlaira πρέπει να συζητείται με τη γυναίκα. Σε περίπτωση επιδείνωσης ή πρώτης εμφάνισης οποιασδήποτε από αυτές τις καταστάσεις ή τους παράγοντες κινδύνου, στη γυναίκα θα πρέπει να δοθεί η συμβουλή να επικοινωνήσει με τον γιατρό της για να καθοριστεί εάν θα πρέπει να διακοπεί η χρήση του Qlaira. Σε περίπτωση υποψίας ή επιβεβαιωμένης ΦΘΕ ή ΑΘΕ, η χρήση του συνδυασμένου ορμονικού αντισυλληπτικού πρέπει να διακόπτεται. Σε περίπτωση που η αντιπηκτική αγωγή έχει ξεκινήσει, πρέπει να ξεκινά επαρκής εναλλακτική αντισύλληψη λόγω της τερατογεννητικής δράσης της αντιπηκτικής θεραπείας (κουμαρίνες). Δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών που περιέχουν οιστραδιόλη/estradiol valerate. Όλες οι ακόλουθες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις προέρχονται από κλινικά και επιδημιολογικά δεδομένα συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη. Το εάν αυτές οι προειδοποιήσεις και προφυλάξεις ισχύουν για το Qlaira δεν είναι γνωστό.
- Κυκλοφορικές διαταραχές Κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) Η χρήση οποιουδήποτε συνδυασμένου ορμονικού αντισυλληπτικού (CHC) αυξάνει τον κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) σε σύγκριση με τη μη χρήση. Προϊόντα που περιέχουν λεβονοργεστρέλη, νοργεστιμάτη ή νορεθιστερόνη έχουν συσχετιστεί με χαμηλότερο κίνδυνο για ΦΘΕ. Δεν είναι ακόμη γνωστό πώς ο κίνδυνος με το Qlaira συγκρίνεται με αυτά τα προϊόντα χαμηλότερου κινδύνου. Η απόφαση για τη χρήση οποιουδήποτε προϊόντος διαφορετικού από ένα με το χαμηλότερο κίνδυνο για ΦΘΕ θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο μετά από συζήτηση με τη γυναίκα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατανοεί τον κίνδυνο για ΦΘΕ με CHC, πώς οι παράγοντες κινδύνου που ήδη έχει επηρεάζουν αυτόν τον κίνδυνο, και ότι ο κίνδυνος που διατρέχει για ΦΘΕ είναι υψηλότερος κατά τον πρώτο χρόνο χρήσης για πρώτη φορά. Υπάρχουν επίσης κάποια στοιχεία ότι ο κίνδυνος είναι αυξημένος όταν η χρήση ενός CHC αρχίζει εκ νέου μετά από μια διακοπή στη χρήση 4 εβδομάδων ή περισσότερο. Σε γυναίκες που δεν χρησιμοποιούν CHC και δεν είναι έγκυες, περίπου 2 στις 10.000 θα αναπτύξουν ΦΘΕ κατά τη χρονική περίοδο ενός έτους. Ωστόσο, σε οποιαδήποτε μεμονωμένη γυναίκα ο κίνδυνος μπορεί να είναι πολύ υψηλότερος, ανάλογα με τους υποκείμενους παράγοντες κινδύνου (βλ. παρακάτω). Επιδημιολογικές μελέτες σε γυναίκες που χρησιμοποιούν CHC χαμηλής δόσης (<50μg αιθινυλοιστραδιόλης) έχουν δείξει ότι από τις 10.000 γυναίκες ανάμεσα περίπου σε 6 και 12 θα αναπτύξουν ΦΘΕ σε ένα έτος. Εκτιμάται ότι στις 10.000 γυναίκες που χρησιμοποιούν ένα CHC που περιέχει λεβονοργεστρέλη, περίπου 6 θα αναπτύξουν ΦΘΕ σε ένα έτος. Δεν είναι ακόμη γνωστός πώς ο κίνδυνος για ΦΘΕ με CHC που περιέχουν διενογέστη σε συνδυασμό με την οιστραδιόλη συγκρίνεται με τον κίνδυνο με τα CHC που περιέχουν χαμηλή δόση λεβονοργεστρέλης. Ο αριθμός των ΦΘΕ ανά έτος με CHC χαμηλής δόσης είναι μικρότερος από τον αριθμό που αναμένεται στις γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή της λοχείας. Η ΦΘΕ μπορεί να είναι θανατηφόρος στο 1-2% των περιπτώσεων. Εξαιρετικά σπάνια, σε χρήστριες CHC έχει αναφερθεί θρόμβωση σε άλλα αιμοφόρα αγγεία, π.χ. ηπατικές, μεσεντέριες, νεφρικές ή αμφιβληστροειδικές φλέβες και αρτηρίες. Παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ Ο κίνδυνος για φλεβικές θρομβοεμβολικές επιπλοκές σε χρήστριες CHC μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε μια γυναίκα με επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου, ιδίως όταν υπάρχουν πολλαπλοί παράγοντες κινδύνου (βλ. πίνακα). Το Qlaira αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου που τη θέτουν σε υψηλό κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι δυνατό η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους παραγόντων - στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξετάζεται ο συνολικός της κίνδυνος για ΦΘΕ. Εάν το ισοζύγιο των οφελών και κινδύνων θεωρείται ότι είναι αρνητικό, δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται ένα CHC (βλ. παράγραφο 4.3). : Πίνακας Παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ Παράγοντας κινδύνου Σχόλιο Παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 kg/m²) Ο κίνδυνος αυξάνει σημαντικά καθώς αυξάνει ο ΔΜΣ. Ιδιαιτέρως σημαντικό να εξεταστεί εάν άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι επίσης παρόντες. Παρατεταμένη ακινητοποίηση, Μέσο σημείο της κλίμακας των 5-7 ανά 10.000 γυναίκες χρόνια, με βάση τον σχετικό κίνδυνο για CHC που περιέχουν λεβονοργεστρέλη έναντι της μη χρήσης της τάξης περίπου των 2,3 to 3,6 μείζονα χειρουργική επέμβαση, οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση στα πόδια ή στην πύελο, νευροχειρουργική επέμβαση, ή σοβαρός τραύμα Σημείωση: η προσωρινή ακινητοποίηση συμπεριλαμβανομένου αεροπορικού ταξιδιού >4 ώρες μπορεί επίσης να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ΦΘΕ, ιδίως σε γυναίκες με άλλους παράγοντες κινδύνου διακοπεί το δισκίο (στην περίπτωση προγραμματισμένης επέμβασης τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν) και να μην ξαναρχίσει η χρήση του μέχρι δύο εβδομάδες μετά την πλήρη επανακινητοποίηση. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια άλλη μέθοδος αντισύλληψης για να αποφευχθεί μια ακούσια εγκυμοσύνη. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο για αντιθρομβωτική θεραπεία εάν το Qlaira δεν έχει διακοπεί εκ των προτέρων. Θετικό οικογενειακό ιστορικό (φλεβική θρομβοεμβολή σε αδελφό ή γονέα, ειδικά σε σχετικά νεαρή ηλικία, π.χ. πριν την ηλικία των 50 ετών). Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η γυναίκα θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό για συμβουλές πριν αποφασίσει για τη χρήση οποιουδήποτε CHC Άλλες ιατρικές καταστάσεις που συσχετίζονται με ΦΘΕ Καρκίνος, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (νόσος του Crohn ή ελκώδης κολίτιδα) και δρεπανοκυτταρική νόσος μ Αυξανό ενη ηλικία 35Ιδίως άνω των ετών Δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με τον πιθανό ρόλο των κιρσών και της επιπολής θρομβοφλεβίτιδας στην εκδήλωση ή εξέλιξη φλεβικής θρόμβωσης. Πρέπει να εξετάζεται ο αυξημένος κίνδυνος θρομβοεμβολής στην κύηση, και ειδικότερα κατά την περίοδο 6 εβδομάδων της λοχείας (για πληροφορίες σχετικά με την “Κύηση και γαλουχία” βλ. παράγραφο 4.6). Συμπτώματα της ΦΘΕ (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή) Στην περίπτωση συμπτωμάτων, στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα και να ενημερώνουν τον επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ότι παίρνουν ένα CHC. Τα συμπτώματα της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (ΕΒΦΘ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
- μονόπλευρο οίδημα του ποδιού ή/και του άκρου ποδιού, ή κατά μήκος μιας φλέβας στο πόδι,
- πόνο ή ευαισθησία στο πόδι, που μπορεί να γίνουν αισθητά μόνο κατά την όρθια στάση ή το βάδισμα,
- αυξημένο αίσθημα θερμότητας στο επηρεαζόμενο πόδι, ερυθρότητα ή δυσχρωμία του δέρματος στο πόδι Τα συμπτώματα της πνευμονικής εμβολής (ΠΕ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
- αιφνίδια εκδήλωση ανεξήγητης δύσπνοιας ή ταχύπνοιας,
- αιφνίδιο βήχα ο οποίος μπορεί να συσχετίζεται με αιμόπτυση,
- οξύ θωρακικό πόνο,
- σοβαρή σκοτοδίνη ή ζάλη,
- γρήγορο ή ακανόνιστο καρδιακό παλμό. Ορισμένα από αυτά τα συμπτώματα (π.χ. “δύσπνοια”, “βήχας”) είναι μη ειδικά και θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως πιο συχνά ή λιγότερο σοβαρά συμβάντα (π.χ. λοιμώξεις του αναπνευστικού). Άλλα σημεία αγγειακής απόφραξης μπορεί να περιλαμβάνουν: αιφνίδιο πόνο, οίδημα και ελαφριά μπλε δυσχρωμία ενός άκρου. Εάν η απόφραξη συμβεί στον οφθαλμό, τα συμπτώματα μπορεί να κυμαίνονται από ανώδυνη θόλωση της όρασης, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε απώλεια της όρασης. Ορισμένες φορές, η απώλεια της όρασης μπορεί να συμβεί σχεδόν αμέσως. Κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ) Επιδημιολογικές μελέτες έχουν συσχετίσει τη χρήση των CHC με αυξημένο κίνδυνο για αρτηριακή θρομβοεμβολή (έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή για αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (π.χ. παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Τα αρτηριακά θρομβοεμβολικά συμβάντα μπορεί να είναι θανατηφόρα. Παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ Ο κίνδυνος αρτηριακών θρομβοεμβολικών επιπλοκών ή ενός αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου σε χρήστριες CHC είναι αυξημένος σε γυναίκες με παράγοντες κινδύνου (βλ. πίνακα). Το Qlaira αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει ένα σοβαρό ή πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ που τη θέτουν σε υψηλό κίνδυνο αρτηριακής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι δυνατό η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους παραγόντων - στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξετάζεται ο συνολικός της κίνδυνος. Εάν το ισοζύγιο των οφελών και κινδύνων θεωρείται ότι είναι αρνητικό, δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται ένα CHC (βλ. παράγραφο 4.3). Πίνακας: Παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ Παράγοντας κινδύνου Σχόλιο μ Αυξανό ενη ηλικία 35Ιδίως άνω των ετών μΚάπνισ α Στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να μην καπνίζουν εάν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν ένα CHC. Στις γυναίκες άνω των 35 ετών που συνεχίζουν να καπνίζουν θα πρέπει να συνιστάται έντονα να χρησιμοποιούν μια διαφορετική μέθοδο αντισύλληψης. Υπέρταση Παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 kg/m² ) Ο κίνδυνος αυξάνει σημαντικά καθώς αυξάνει ο ΔΜΣ. Ιδιαιτέρως σημαντικό σε γυναίκες με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου Θετικό οικογενειακό ιστορικό (αρτηριακή θρομβοεμβολή σε αδελφό ή γονέα, ειδικά σε σχετικά νεαρή ηλικία, π.χ. ηλικία κάτω των 50 ετών). Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η γυναίκα θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό για συμβουλές πριν αποφασίσει για τη χρήση οποιουδήποτε CHC μΗ ικρανία Η αύξηση στη συχνότητα ή την ένταση της ημικρανίας κατά τη διάρκεια της χρήσης του CHC (η οποία μπορεί να είναι πρόδρομο σύμπτωμα αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου) μπορεί να αποτελέσει αιτία άμεσης διακοπής Άλλες ιατρικές καταστάσεις που συσχετίζονται με ανεπιθύμητα αγγειακά συμβάντα Σακχαρώδης διαβήτης, υπερομοκυστεϊναιμία, βαλβιδοπάθεια και κολπική μαρμαρυγή, δυσλιποπρωτεϊναιμία και συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Συμπτώματα ΑΘΕ Στην περίπτωση συμπτωμάτων, στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα και να ενημερώνουν τον επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ότι παίρνουν ένα CHC. Τα συμπτώματα αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου μπορεί να περιλαμβάνουν:
- αιφνίδιο μούδιασμα ή αδυναμία του προσώπου, χεριού ή ποδιού, ιδίως στη μία πλευρά του σώματος,
- αιφνίδια δυσκολία στο βάδισμα, ζάλη, απώλεια ισορροπίας ή συντονισμού,
- αιφνίδια σύγχυση, δυσκολία στην ομιλία ή στην κατανόηση,
- αιφνίδια δυσκολία στην όραση στον έναν ή και στους δύο οφθαλμούς,
- αιφνίδια, έντονη ή παρατεταμένη κεφαλαλγία χωρίς γνωστή αιτία,
- απώλεια συνείδησης ή λιποθυμία με ή χωρίς επιληπτική κρίση. Προσωρινά συμπτώματα υποδεικνύουν ότι το επεισόδιο είναι ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ). Τα συμπτώματα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΕΜ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
- πόνο, δυσφορία, πίεση, βάρος, αίσθημα συμπίεσης ή πληρότητας στο θώρακα, το χέρι ή κάτω από το στέρνο,
- δυσφορία που εξαπλώνεται στην πλάτη, τη γνάθο, το λαιμό, το χέρι, το στομάχι,
- αίσθημα πληρότητας, δυσπεψία ή πνιγμονή,
- εφίδρωση, ναυτία, έμετος ή ζάλη,
- υπερβολική αδυναμία, ανησυχία ή δύσπνοια,
- γρήγορους ή ακανόνιστους καρδιακούς παλμούς. Όγκοι Έχει αναφερθεί σε ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του τραχήλου σε μακροχρόνιες χρήστριες συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών (>5 χρόνια), αλλά συνεχίζει να υπάρχει ασυμφωνία σχετικά με το κατά πόσο αυτό το εύρημα μπορεί να αποδοθεί σε συνυπάρχουσες επιδράσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς και σε άλλους παράγοντες όπως ο ανθρώπινος ιός θηλωμάτων (HPV). Μια μετα-ανάλυση από 54 επιδημιολογικές μελέτες ανέφερε ότι υπάρχει ελαφρά αυξημένος σχετικός κίνδυνος (RR = 1,24) διάγνωσης καρκίνου του μαστού σε γυναίκες οι οποίες επί του παρόντος χρησιμοποιούν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά. Ο αυξημένος κίνδυνος εξαλείφεται σταδιακά κατά τη διάρκεια των 10 ετών μετά τη διακοπή της χρήσης των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών. Επειδή ο καρκίνος του μαστού είναι σπάνιος σε γυναίκες κάτω των 40 ετών, ο επιπλέον αριθμός διαγνώσεων καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που χρησιμοποιούν ή χρησιμοποιούσαν πρόσφατα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά είναι μικρός σε σχέση με το γενικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Αυτές οι μελέτες δεν παρέχουν στοιχεία αιτιολογικής σχέσης. Η παρατηρούμενη αύξηση του κινδύνου μπορεί να οφείλεται στην έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού σε χρήστριες συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών, στις βιολογικές επιδράσεις των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών ή σε συνδυασμό και των δύο. Ο καρκίνος του μαστού που διαγνώστηκε σε γυναίκες που έκαναν σε κάποια φάση χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών τείνει να είναι κλινικά λιγότερο προχωρημένος από τον καρκίνο που διαγνώστηκε σε γυναίκες που δεν χρησιμοποίησαν ποτέ συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά. Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί καλοήθεις όγκοι του ήπατος και, ακόμα σπανιότερα, κακοήθεις όγκοι του ήπατος σε χρήστριες συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αυτοί οι όγκοι οδήγησαν σε απειλητικές για τη ζωή ενδοκοιλιακές αιμορραγίες. Ο ηπατικός όγκος θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση σε περιπτώσεις έντονου πόνου στην άνω κοιλία, διόγκωσης του ήπατος ή σημείων ενδοκοιλιακής αιμορραγίας σε γυναίκες που λαμβάνουν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά. Άλλες καταστάσεις Γυναίκες με υπερτριγλυκεριδαιμία ή με σχετικό οικογενειακό ιστορικό μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο παγκρεατίτιδας, όταν χρησιμοποιούν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά. Παρόλο που έχουν αναφερθεί μικρές αυξήσεις στην αρτηριακή πίεση σε πολλές γυναίκες που λαμβάνουν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, οι κλινικά σχετικές αυξήσεις είναι σπάνιες. Ωστόσο, εάν εκδηλωθεί επίμονη κλινικά σημαντική υπέρταση κατά τη διάρκεια της χρήσης ενός συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού, είναι συνετό από πλευράς του γιατρού να διακόψει τη χορήγηση του συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού και να χορηγήσει αντιϋπερτασική θεραπεία. Όπου κρίνεται κατάλληλο, η χρήση του συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού μπορεί να ξαναρχίσει, εάν μπορούν να επιτευχθούν φυσιολογικές τιμές της αρτηριακής πίεσης με τη βοήθεια αντιϋπερτασικής αγωγής. Αναφέρεται ότι οι ακόλουθες καταστάσεις παρουσιάζονται ή επιδεινώνονται και με την εγκυμοσύνη και με τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών, αλλά δεν υπάρχει επαρκής απόδειξη συσχετισμού με τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά: ίκτερος και/ή κνησμός σχετιζόμενος με χολόσταση, χολολιθίαση, πορφυρία, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χορεία του Sydenham, έρπης κυήσεως, απώλεια ακοής σχετιζόμενη με ωτοσκλήρυνση. Σε γυναίκες με κληρονομικό αγγειοοίδημα, τα εξωγενή οιστρογόνα μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα του αγγειοοιδήματος. Οξείες ή χρόνιες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να απαιτήσουν τη διακοπή της χρήσης των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών έως ότου οι δείκτες της ηπατικής λειτουργίας να επανέλθουν στο φυσιολογικό. Υποτροπή χολοστατικού ικτέρου που εκδηλώθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή προηγούμενης χρήσης στεροειδών του φύλου απαιτεί τη διακοπή των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών. Παρόλο που τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά μπορεί να έχουν επίδραση στην περιφερική αντίσταση στην ινσουλίνη και στην ανοχή της γλυκόζης, δεν υπάρχουν στοιχεία που να καθιστούν απαραίτητη την τροποποίηση της θεραπευτικής αγωγής σε διαβητικούς που χρησιμοποιούν χαμηλής δόσης συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά (που περιέχουν <0,05 mg αιθινυλοιστραδιόλης). Ωστόσο, οι διαβητικές γυναίκες πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, για όσο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη χρήσης συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών. Κατά τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών έχει αναφερθεί επιδείνωση της ενδογενούς κατάθλιψης, της επιληψίας, της νόσου του Crohn και της ελκώδους κολίτιδας. Περιστασιακά μπορεί να εμφανιστεί χλόασμα, ιδιαίτερα σε γυναίκες με ιστορικό χλοάσματος κύησης. Γυναίκες με προδιάθεση για χλόασμα πρέπει να αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο ή σε υπεριώδη ακτινοβολία ενώ λαμβάνουν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά. Τα οιστρογόνα μπορεί να προκαλέσουν κατακράτηση υγρών και επομένως ασθενείς με καρδιακή ή νεφρική δυσλειτουργία θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Ασθενείς με τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, αφού το επίπεδο κυκλοφορίας των οιστρογόνων μπορεί να αυξηθεί μετά τη χορήγηση του Qlaira. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει όχι περισσότερο από 50 mg λακτόζης ανά δισκίο. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης κατά Lapp ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης που ακολουθούν δίαιτα χωρίς λακτόζη θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη την παραπάνω δοσολογία. Ιατρική εξέταση/γνωμάτευση Πριν από την έναρξη ή επανέναρξη του Qlaira, πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ιατρικό ιστορικό (συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού ιστορικού) και να αποκλείεται η περίπτωση εγκυμοσύνης. Πρέπει να μετριέται η αρτηριακή πίεση και να διενεργείται κλινική εξέταση, καθοδηγούμενη από τις αντενδείξεις (βλ. παράγραφο 4.3) και τις προειδοποιήσεις (βλ. παράγραφο 4.4). Είναι σημαντικό να επισύρεται η προσοχή της γυναίκας στις πληροφορίες σχετικά με τη φλεβική και αρτηριακή θρόμβωση, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου του Qlaira σε σύγκριση με άλλα CHC, των συμπτωμάτων ΦΘΕ και ΑΘΕ, των γνωστών παραγόντων κινδύνου και τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση υποψίας θρόμβωσης. Πρέπει επίσης να υποδεικνύεται στη γυναίκα να διαβάσει προσεκτικά το φύλλο οδηγιών χρήσης και να τηρεί τις παρεχόμενες συμβουλές. Η συχνότητα και η φύση αυτών των εξετάσεων πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κλινικές πρακτικές και να προσαρμόζεται ξεχωριστά στην κάθε γυναίκα. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται ότι τα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν προστατεύουν από τις λοιμώξεις από τον ιό HIV (AIDS) και από άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Μειωμένη αποτελεσματικότητα Η αποτελεσματικότητα των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών μπορεί να μειωθεί, για παράδειγμα, στις ακόλουθες περιπτώσεις: παράλειψη δραστικών δισκίων (παράγραφος 4.2), γαστρεντερικές διαταραχές (παράγραφος 4.2) κατά τη λήψη δραστικών δισκίων ή ταυτόχρονης φαρμακευτικής αγωγής (παράγραφος 4.5). Έλεγχος του κύκλου Με όλα τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, μπορεί να εμφανιστεί ακανόνιστη αιμορραγία (σταγονοειδής ή ενδιάμεση αιμορραγία), ιδίως κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της χρήσης. Επομένως, η αξιολόγηση οποιασδήποτε ακανόνιστης αιμορραγίας έχει σημασία μόνο μετά από ένα διάστημα προσαρμογής περίπου 3 κύκλων. Με βάση τα ημερολόγια ασθενών από μία συγκριτική κλινική μελέτη, το ποσοστό των γυναικών ανά κύκλο που παρουσίασαν αιμορραγία κατά τη διάρκεια του κύκλου ήταν 10 - 18% για γυναίκες που χρησιμοποιούσαν Qlaira. Οι χρήστριες του Qlaira ενδέχεται να παρουσιάσουν αμηνόρροια παρόλο που μπορεί να μην είναι έγκυες. Με βάση τα ημερολόγια ασθενών, ενδέχεται να παρουσιαστεί αμηνόρροια σε περίπου 15% των κύκλων. Εάν το Qlaira έχει ληφθεί σύμφωνα με τις οδηγίες που περιγράφονται στην παράγραφο 4.2, είναι απίθανο η γυναίκα να είναι έγκυος. Eάν το Qlaira δεν έχει ληφθεί σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές πριν από την πρώτη απουσία αιμορραγίας εκ διακοπής ή εάν δεν εμφανιστεί σε δύο συνεχόμενους κύκλους αιμορραγία εκ διακοπής, πρέπει να αποκλειστεί η εγκυμοσύνη πριν συνεχιστεί η χρήση του Qlaira. Εάν οι ανωμαλίες του κύκλου παραμένουν ή εμφανίζονται ενώ έχουν προηγηθεί κανονικοί κύκλοι, τότε πρέπει να εξετάζονται μη ορμονικές αιτίες και να λαμβάνονται επαρκή διαγνωστικά μέτρα για να αποκλειστεί η πιθανότητα κακοήθειας ή εγκυμοσύνης. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν απόξεση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-QLAIRA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
INTERACTIONS
Σημείωση: Οι πληροφορίες συνταγογράφησης των συγχορηγούμενων φαρμάκων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να προσδιοριστούν ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις. Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία για τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά γενικά ή μελετήθηκαν σε κλινικές μελέτες με το Qlaira.
-
Επίδρασεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο Qlaira Αλληλεπιδράσεις μπορούν να συμβούν με φάρμακα που επάγουν μικροσωματικά ένζυμα, το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της κάθαρσης των ορμονών του φύλου και το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε ενδιάμεση αιμορραγία και/ή σε αποτυχία της αντισύλληψης.
Διαχείριση Η επαγωγή των ενζύμων μπορεί να παρατηρηθεί ήδη μετά από μερικές μέρες θεραπείας. Η μέγιστη επαγωγή ενζύμων παρατηρείται γενικά μέσα σε μερικές εβδομάδες. Μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής θεραπείας η επαγωγή των ενζύμων μπορεί να διατηρηθεί για περίπου 4 εβδομάδες. Βραχυπρόθεσμη θεραπεία Οι γυναίκες που βρίσκονται σε θεραπεία με φάρμακα που επάγουν τα ένζυμα θα πρέπει να χρησιμοποιούν προσωρινά μία μέθοδο φραγμού ή κάποια άλλη αντισυλληπτική μέθοδο επιπρόσθετα του συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού. Η μέθοδος φραγμού θα πρέπει να χρησιμοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της συγχορήγησης της φαρμακευτικής θεραπείας και για 28 ημέρες μετά της διακοπής της. Αν η φαρμακευτική θεραπεία συνεχιστεί μετά το τέλος των ενεργών δισκίων της συσκευασίας των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών, θα πρέπει να απορρίπτονται τα αδρανή δισκία (placebo) και η επόμενη συσκευασία συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών θα πρέπει να ξεκινήσει αμέσως. Μακροχρόνια θεραπεία Σε γυναίκες σε μακροχρόνια θεραπεία με δραστικές ουσίες που επάγουν ηπατικά ένζυμα, συνιστάται μία άλλη αξιόπιστη, μη ορμονική μέθοδος αντισύλληψης.
Ουσίες που αυξάνουν την κάθαρση των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών (μειωμένη αποτελεσματικότητα των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών από επαγωγή των ενζύμων), π.χ.: Βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, και τα φάρμακα για το HIV ριτοναβίρη, νεβιραπίνη και εφαβιρένζη, και πιθανότατα επίσης φελβαμάτη, γκριζεοφουλβίνη, οξκαρβαζεπίνη, τοπιραμάτη και προϊόντα που περιέχουν το φυτικής προέλευσης φάρμακο St. John´s Wort (hypericum perforatum / Υπερικό / Βαλσαμόχορτο). Σε μια κλινική μελέτη, ο ισχυρός επαγωγέας του κυτοχρώματος Ρ450 (CYP), ριφαμπικίνη, προκάλεσε σημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης και στις συστηματικές εκθέσεις του dienogest και της οιστραδιόλης. Η τιμή της AUC (0-24 ώρες) του dienogest και της οιστραδιόλης σε σταθεροποιημένη κατάσταση μειώθηκε κατά 83% και 44%, αντίστοιχα.
Ουσίες με ποικίλες επιδράσεις στην κάθαρση των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών: Όταν συγχορηγούνται με συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, πολλοί συνδυασμοί αναστολέων πρωτεάσης/HIV και μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης, συμπεριλαμβανομένων συνδυασμών με αναστολείς HCV, μπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις ορού των οιστρογόνων ή των προγεστερόνων στο πλάσμα. Το καθαρό αποτέλεσμα αυτών των μεταβολών μπορεί να είναι κλινικά σχετικό σε ορισμένες περιπτώσεις. Συνεπώς, οι συνταγογραφούμενες πληροφορίες των συγχορηγούμενων φαρμάκων HIV/HCV θα πρέπει να συμβουλεύονται προκειμένου να αναγνωρίζονται πιθανές αλληλεπιδράσεις και οποιεσδήποτε σχετικές συστάσεις. Σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφιβολίας, οι γυναίκες υπό θεραπεία με αναστολέα πρωτεάσης ή μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης θα πρέπει να χρησιμοποιούν μια επιπρόσθετη αντισυλληπτική μέθοδο φραγμού.
Ουσίες που μειώνουν την κάθαρση των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών (αναστολείς ενζύμων): Η διενογέστη είναι ένα υπόστρωμα του CYP3A4. Η κλινική συσχέτιση των πιθανών αλληλεπιδράσεων με αναστολείς ενζύμων παραμένει άγνωστη. Η ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4 μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του οιστρογόνου, του προγεσταγόνου ή και των δύο στο πλάσμα. Συγχορήγηση με τον ισχυρό αναστολέα του ενζύμου CYΡ3A4, κετοκοναζόλη, είχε ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 2,9 φορές και 1,6 φορές της τιμής AUC (0-24 ώρες) σε σταθεροποιημένη κατάσταση για τη διενογέστη και την οιστραδιόλη, αντίστοιχα. Συγχορήγηση με τον μέτριο αναστολέα ερυθρομυκίνη, αύξησε την τιμή της AUC (0-24 ώρες) της διενογέστης και της οιστραδιόλης σε σταθεροποιημένη κατάσταση κατά 1,6 και 1,3, φορές αντίστοιχα
-
Επίδρασεις του Qlaira σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Τα από του στόματος αντισυλληπτικά μπορεί να επηρεάσουν τον μεταβολισμό ορισμένων άλλων δραστικών ουσιών. Συνεπώς, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και στους ιστούς μπορεί είτε να αυξηθούν (π.χ. κυκλοσπορίνη) είτε να μειωθούν (π.χ. λαμοτριγίνη). Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της νιφεδιπίνης δεν επηρεάστηκαν από τη συχγορήγηση 2 mg dienogest + 0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης και επομένως επιβεβαιώνονται τα αποτελέσματα μελετών in vitro που έδειξαν ότι η αναστολή των ενζύμων CYP από το Qlaira είναι απίθανη στη θεραπευτική δόση.
-
Άλλες μορφές αλληλεπίδρασης Εργαστηριακές εξετάσεις Η χρήση των στεροειδών αντισυλληπτικών μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα ορισμένων εργαστηριακών εξετάσεων, συμπεριλαμβανομένων των βιοχημικών παραμέτρων της λειτουργίας του ήπατος, του θυρεοειδούς, των επινεφριδίων και των νεφρών, των επιπέδων στο πλάσμα των (φορέων) πρωτεϊνών, π.χ. της σφαιρίνης που δεσμεύει τα κορτικοστεροειδή και των κλασμάτων λιπιδίων/λιποπρωτεϊνών, των παραμέτρων του μεταβολισμού των υδατανθράκων και των παράμετρων της πήξης και της ινωδόλυσης. Οι μεταβολές γενικά παραμένουν μέσα στα φυσιολογικά εργαστηριακά όρια.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-QLAIRA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το Qlaira όταν χρησιμοποιήθηκε σαν από του στόματος αντισυλληπτικό ή στη θεραπεία της βαριάς εμμηνορρυσίας σε γυναίκες χωρίς οργανική παθολογία που επιθυμούν από του στόματος αντισύλληψη είναι ακμή, δυσφορία στους μαστούς, κεφαλαλγία, ενδοκυκλική αιμορραγία, ναυτία και αύξηση βάρους. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αρτηριακή και φλεβική θρομβοεμβολή, οι οποίες συζητούνται στην παράγραφο 4.4.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο παρακάτω πίνακας αναφέρει τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις σύμφωνα με το οργανικό σύστημα κατά MedDRA (MedDRA SOCs). Χρησιμοποιείται ο καταλληλότερος όρος MedDRA (έκδοση 12.0) για την περιγραφή μιας συγκεκριμένης ανεπιθύμητης ενέργειας. Συνώνυμα ή σχετιζόμενες καταστάσεις δεν παρατίθενται, αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη. Οι συχνότητες βασίζονται στα δεδομένα των κλινικών μελετών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφηκαν σε 5 κλινικές μελέτες φάσης III (N=2.266 γυναίκες με κίνδυνο εγκυμοσύνης, N=264 γυναίκες με δυσλειτουργική αιμορραγία μήτρας χωρίς οργανική παθολογία που επιθυμούν από του στόματος αντισύλληψη) και θεωρήθηκαν ως τουλάχιστον εν δυνάμει σχετιζόμενες με τη χρήση του Qlaira. Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες στην κατηγορία “σπάνιες” εμφανίστηκαν σε 1 έως 2 εθελόντριες, το οποίο αντιστοιχεί σε < 0,1%.
N= 2.530 γυναίκες (100,0%)
| Κατηγορία οργάνου συστήματος | Συχνές (≥ 1/100 έως 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100) | Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000) |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Μυκητιασική λοίμωξη, Αιδοιοκολπική μυκητίαση, Λοίμωξη του κόλπου, Καντιντίαση, Επιχείλιος έρπης, Πυελική φλεγμονώδης νόσος | Ποικιλόχρους πιτυρίαση, Λοίμωξη ουροφόρων οδών, Βακτηριακή κολπίτιδα | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Αυξημένη όρεξη | Κατακράτηση υγρών | Υπερτριγλυκεριδαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη / Καταθλιπτική διάθεση, Συναισθηματική διαταραχή, Αϋπνία, Μειωμένη γενετήσια ορμή | Πνευματική διαταραχή, Μεταβολή στη διάθεση, Επιθετικότητα, Άγχος, Δυσφορία, Αυξημένη γενετήσια ορμή, Νευρικότητα, Εφιάλτες, Ανησυχία, Διαταραχή ύπνου, Στρες | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Ζάλη, Ημικρανία | Διαταραχή στην προσοχή, Παραισθησία, Ίλιγγος |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μη ανεκτικότητα των φακών επαφής, Ξηροφθαλμία, Οφθαλμικό οίδημα | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Έμφραγμα του μυοκαρδίου, Αίσθημα παλμών | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | Υπέρταση, Αιμορραγία κιρσοειδών φλεβών, Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ), Αρτηριακή θρομβοεμβολή (ΑΘΕ) | Υπόταση, Επιπολής φλεβίτιδα, Άλγος φλεβών |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Κοιλιακό άλγος, Ναυτία | Διάρροια, Έμετος, Δυσκοιλιότητα, Ξηροστομία, Δυσπεψία, Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αυξημένα ηπατικά ένζυμα* | Εστιακή οζώδης υπερπλασία ήπατος, Χρόνια χολοκυστίτιδα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ακμή, Αλωπεκία | Υπερίδρωση, Κνησμός, Εξάνθημα, Αλλεργική αντίδραση δέρματος, Χλόασμα, Δερματίτιδα | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκοί σπασμοί | Οσφυαλγία, Πόνος στις γνάθους | Αίσθημα βάρους |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Άλγος ουροφόρων οδών | ||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Αμηνόρροια, Δυσφορία στους μαστούς, Δυσμηνόρροια, Αιμορραγία κατά τη διάρκεια του κύκλου (Μητρορραγία), Διόγκωση των μαστών | Δυσπλασία τραχήλου, Δυσλειτουργική αιμορραγία μήτρας, Δυσπαρεύνια, Ινοκυστική νόσος μαστού, Μηνορραγία, Διαταραχή εμμηνορρυσίας, Ακανόνιστη αιμορραγία εκ διακοπής, Κύστη ωοθηκών, Άλγος πυέλου, Προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο, Λειομύωμα μήτρας, Σπασμός μήτρας, Μητρική/κολπική αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένων των κηλιδώσεων), Κολπική έκκριση, Αιδοιοκολπική ξηρότητα, Γαλακτόρροια, Έκκριση γεννητικών οργάνων, Υπομηνόρροια, Καθυστέρηση εμμηνορρυσίας, Ρήξη ωοθηκικής κύστης, Κολπική οσμή, Αιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου, Αιδοιοκολπική ενόχληση, Άλγος μαστών**, Ευαισθησία μαστών**, Διαταραχή θηλών**, Άλγος θηλών** | Μάζα στο μαστό, Καρκίνος μαστού in situ, Κύστη μαστού, Έκκριση μαστού, Τραχηλικός πολύποδας, Ερύθημα τραχήλου, Αιμορραγία κατά την συνουσία, Δυσμενόρροια, Ακανόνιστη αιμορραγία εκ διακοπής, Μηνορραγία, Δυσμενόρροια, Ακανόνιστη αιμορραγία εκ διακοπής, Κολπική αιμορραγία, αιμορραγία γεννητικών οργάνων και τραχηλική αιμορραγία, Κολπική έκκριση, Αιδοιοκολπική ξηρότητα, Γαλακτόρροια, Έκκριση γεννητικών οργάνων, Υπομηνόρροια, Καθυστέρηση εμμηνορρυσίας, Ρήξη ωοθηκικής κύστης, Κολπική οσμή, Αιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου, Αιδοιοκολπική ενόχληση, Άλγος πυέλου, Προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο, Λειομύωμα μήτρας, Σπασμός μήτρας, Αιδοιοκολπική ξηρότητα |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λεμφαδενοπάθεια | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Άσθμα, Δύσπνοια, Επίσταξη | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση, Ευερεθιστότητα | Οίδημα, Θωρακικό άλγος, Αδιαθεσία, Πυρεξία | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση βάρους | Μείωση βάρους, Μεταβολές στην αρτηριακή πίεση, Παθολογικό τραχηλικό επίχρισμα |
*Συμπεριλαμβανομένης αιδοιοκολπικής καντιντίασης και ταυτοποιημένου δείγματος μύκητα τραχήλου **Συμπεριλαμβανομένου άλγους μαστών, ευαισθησίας μαστών, διαταραχής θηλών και άλγους θηλών
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Σε γυναίκες που χρησιμοποιούν CHC έχει παρατηρηθεί αυξημένος κίνδυνος αρτηριακών και φλεβικών θρομβωτικών και θρομβοεμβολικών συμβάντων, συμπεριλαμβανομένου εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων, φλεβικής θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής, τα οποία εξετάζονται αναλυτικότερα στην παράγραφο 4.4. Εμφάνιση αμηνόρροιας και αιμορραγίας κατά τη διάρκεια του κύκλου με βάση τα ημερολόγια ασθενών συνοψίζεται στην παράγραφο 4.4 Έλεγχος του κύκλου.
Οι ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε γυναίκες χρήστριες των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση:
- Όγκοι
- Η συχνότητα διάγνωσης καρκίνου του μαστού είναι πολύ ελαφρώς αυξημένη στις χρήστριες συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών. Επειδή ο καρκίνος του μαστού είναι σπάνιος σε γυναίκες κάτω των 40 ετών, ο επιπλέον αριθμός είναι μικρός σε σχέση με το συνολικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Η αιτιολογική συσχέτιση με τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών παραμένει άγνωστη. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. παραγράφους 4.3, 4.4.
- Όγκοι ήπατος
- Άλλες καταστάσεις
- Οζώδες ερύθημα, πολύμορφο ερύθημα
- Έκκριση από τους μαστούς
- Υπέρταση
- Εκδήλωση ή επιδείνωση καταστάσεων για τις οποίες η συσχέτιση τους με τη χρήση συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών δεν είναι τεκμηριωμένη: νόσος του Crohn, ελκώδης κολίτιδα, επιληψία, ημικρανία, ινομύωμα μήτρας, πορφυρία, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, έρπης κυήσεως, χορεία Sydenham, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χολοστατικός ίκτερος.
- Σε γυναίκες με κληρονομικό αγγειοοίδημα, τα εξωγενή οιστρογόνα μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα του αγγειοοιδήματος.
- Οξείες ή χρόνιες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας μπορούν να καταστήσουν αναγκαία τη διακοπή της χρήσης των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών έως ότου οι δείκτες της ηπατικής λειτουργίας να επανέλθουν στο φυσιολογικό.
- Χλόασμα
- Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως εξάνθημα, κνίδωση)
Αλληλεπιδράσεις
Αιμορραγία εκ διαφυγής και/ή αποτυχία αντισύλληψης μπορεί να προκύψουν από αλληλεπιδράσεις άλλων φαρμάκων (επαγωγείς ενζύμων) με τα από του στόματος αντισυλληπτικά (βλ. παράγραφο 4.5).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-QLAIRA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-QLAIRA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: προγεσταγόνα και οιστρογόνα, συνδυασμοί διαδοχής
Κωδικός ATC: G03AΒ08
Σε κλινικές μελέτες με το Qlaira που έλαβαν χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις ΗΠΑ/στον Καναδά υπολογίστηκαν οι δείκτες Pearl ως ακολούθως:
Δείκτης Pearl: (18-50 ετών)
- Αποτυχία μεθόδου: 0,42 (ανώτερο όριο 95% CI 0,77)
- Αποτυχία χρήστριας + αποτυχία μεθόδου: 0,79 (ανώτερο όριο 95% CI 1,23)
Δείκτης Pearl: (18-35 ετών)
- Αποτυχία μεθόδου: 0,51 (ανώτερο όριο 95% CI 0,97)
- Αποτυχία χρήστριας + αποτυχία μεθόδου: 1,01 (ανώτερο όριο 95% CI 1,59)
Η αντισυλληπτική δράση των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών βασίζεται στην αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων, οι πιο σημαντικοί από τους οποίους φαίνεται να είναι η αναστολή της ωορρηξίας, οι μεταβολές στην έκκριση του τραχήλου και οι μεταβολές στο ενδομήτριο.
Σε μία μελέτη ωορρηξίας τριών κύκλων, η αγωγή με Qlaira οδήγησε σε καταστολή της ανάπτυξης των ωοθυλακίων στην πλειονότητα των γυναικών. Η δραστηριότητα των ωοθηκών επέστρεψε στα πριν την αγωγή επίπεδα κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου μετά το πέρας της αγωγής.
Το Qlaira χορηγείται μέσω ενός σχήματος σταδιακής μείωσης του οιστρογόνου και σταδιακής αύξησης του προγεσταγόνου το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να θεραπεύσει τη βαριά εμμηνορρυσία εν απουσία οργανικής παθολογίας, συμπτώματα που μερικές φορές αναφέρονται ως δυσλειτουργική αιμορραγία μήτρας (dysfunctional uterine bleeding, DUB).
Δύο πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες μελέτες παρόμοιου σχεδιασμού πραγματοποιήθηκαν για να αξιολογήσουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Qlaira σε γυναίκες με συμπτώματα DUB που επιθυμούν από του στόματος αντισύλληψη. Συνολικά, 269 γυναίκες επιλέχτηκαν τυχαία για το Qlaira και 152 για το εικονικό φάρμακο (placebo).
Μετά από 6 μήνες θεραπείας, η διάμεση τιμή της εμμηνορρυσιακής απώλειας αίματος (median menstrual blood loss, MBL) μειώθηκε κατά 88%, από 142 mL σε 17 mL, στην ομάδα του Qlaira σε σύγκριση με 24%, από 154 mL σε 117 mL, στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (placebo).
Μετά από 6 μήνες θεραπείας, η αναλογία των γυναικών που θεραπεύτηκαν τελείως από οποιοδήποτε σύμπτωμα DUB ήταν 29% στην ομάδα του Qlaira σε σύγκριση με 2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Το οιστρογόνο στο Qlaira είναι το estradiol valerate, ένας εστέρας της φυσικής ανθρώπινης 17ß-estradiol (1 mg estradiol valerate αντιστοιχεί σε 0,76 mg 17ß-estradiol). Αυτό το οιστρογόνο είναι διαφορετικό από τα οιστρογόνα αιθινυλοιστραδιόλη ή το προφάρμακό της μεστρανόλη που χρησιμοποιούνται σε άλλα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά εξαιτίας της έλλειψης μιας αιθινυλικής ομάδας στη θέση 17άλφα.
Το dienogest είναι ένα παράγωγο της νορτεστοστερόνης χωρίς ανδρογονική αλλά με αντι-ανδρογονική δραστικότητα ίση περίπου με το ένα τρίτο αυτής του cyproterone acetate. Το dienogest δεσμεύεται από υποδοχείς προγεστερόνης στην ανθρώπινη μήτρα με μόνο 10% της σχετικής χημικής συγγένειας της προγεστερόνης. Παρόλη τη χαμηλή χημική συγγένεια με τον υποδοχέα προγεστερόνης, το dienogest έχει ισχυρή προγεσταγονική επίδραση in vivo. Το dienogest δεν έχει σημαντική ανδρογονική, αλατοκορτικοειδική ή γλυκοκορτικοειδική δράση in vivo.
Η ενδομήτρια ιστολογία ερευνήθηκε σε μία υποομάδα γυναικών (n=218) σε μία κλινική μελέτη μετά από 20 κύκλους θεραπείας. Δεν υπήρχαν μη φυσιολογικά αποτελέσματα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-QLAIRA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Dienogest
Απορρόφηση
Μετά από χορήγηση από το στόμα, το dienogest απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού, της τάξης 90,5 ng/ml, επιτυγχάνονται περίπου 1 ώρα μετά από τη χορήγηση από το στόμα του δισκίου Qlaira, το οποίο περιέχει 2 mg estradiol valerate + 3 mg dienogest. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 91%. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του dienogest είναι ανάλογες της δόσης, εντός του εύρους δοσολογίας 1 - 8 mg. Ταυτόχρονη λήψη φαγητού δεν έχει κλινική επίδραση στο ρυθμό και στο βαθμό απορρόφησης του dienogest.
Κατανομή
Ένα σχετικά υψηλό κλάσμα 10% κυκλοφορούντος dienogest είναι παρόν στην ελεύθερη μορφή, ενώ περίπου 90% δεσμεύεται μη ειδικά στη λευκωματίνη. Το dienogest δεν δεσμεύεται στις ειδικές πρωτεΐνες μεταφοράς SHBG και CBG. Ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση (V d ,ss) του dienogest είναι 46 l μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση 85 µg H-dienogest.
Βιομετασχηματισμός
Το dienogest μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως μέσω των γνωστών οδών μεταβολισμού των στεροειδών (υδροξυλίωση, σύζευξη), κυρίως από το CYP 3A4. Οι φαρμακολογικά αδρανείς μεταβολίτες απεκκρίνονται ταχέως, με αποτέλεσμα το dienogest να αποτελεί το κύριο κλάσμα στο πλάσμα, αποτελώντας περίπου το 50% των κυκλοφορούντων παραγώγων ουσιών του dienogest. Η συνολική κάθαρση μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση του H-dienogest υπολογίστηκε ως 5,1 l/h.
Απέκκριση
Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα του dienogest είναι περίπου 11 ώρες. Το dienogest μεταβολίζεται εκτεταμένα και μόνο το 1% του φαρμάκου απεκκρίνεται αμετάβλητο. Η αναλογία της απέκκρισης από τα ούρα σε σύγκριση με την απέκκριση από τα κόπρανα είναι περίπου 3:1, μετά από χορήγηση από το στόμα 0,1 mg/kg. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, το 42% της δόσης απεκκρίνεται εντός των πρώτων 24 ωρών και το 63% εντός 6 ημερών μέσω νεφρικής απέκκρισης. Ένα συνδυασμένο 86% της δόσης απεκκρίνεται με τα ούρα και τα κόπρανα μετά από 6 ημέρες.
Συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του dienogest δεν επηρεάζονται από τα επίπεδα της SHBG. Η σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται μετά από 3 ημέρες με την ίδια δοσολογία των 3 mg dienogest σε συνδυασμό με 2 mg estradiol valerate. Η κατώτατη, μέγιστη και μέση συγκέντρωση ορού του dienogest στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 11,8 ng/ml, 82,9 ng/ml και 33,7 ng/ml, αντίστοιχα. Η μέση αναλογία συσσώρευσης για την AUC (0-24 ώρες) καθορίστηκε ότι είναι 1,24.
Estradiol valerate
Απορρόφηση
Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, η estradiol valerate απορροφάται πλήρως. Η διάσπαση σε οιστραδιόλη και βαλεριανικό οξύ λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της απορρόφησης από τον εντερικό βλεννογόνο ή κατά τη διάρκεια της πρώτης διόδου από το ήπαρ. Από τη διεργασία παράγεται οιστραδιόλη και οι μεταβολίτες της, οιστρόνη και οιστριόλη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού της οιστραδιόλης της τάξης του 70,6 pg/ml επιτυγχάνονται μεταξύ 1,5 και 12 ωρών μετά από εφάπαξ λήψη του δισκίου που περιέχει 3 mg estradiol valerate κατά την Ημέρα 1.
Βιομετασχηματισμός
Το βαλεριανικό οξύ μεταβολίζεται ταχέως. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, περίπου το 3% της δόσης είναι άμεσα βιοδιαθέσιμο ως οιστραδιόλη. Η οιστραδιόλη υπόκειται σε εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου και ένα σημαντικό μέρος της χορηγηθείσας δόσης μεταβολίζεται ήδη στο γαστρεντερικό βλεννογόνο. Μαζί με τον προσυστηματικό μεταβολισμό στο ήπαρ, περίπου το 95% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης έχει μεταβολιστεί πριν εισέλθει στη συστηματική κυκλοφορία. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι οιστρόνη, θειική οιστρόνη και γλυκουρονίδιο οιστρόνης.
Κατανομή
Στον ορό, το 38% της οιστραδιόλης δεσμεύεται στο SHBG, 60% στη λευκωματίνη και 2-3% κυκλοφορεί σε ελεύθερη μορφή. Η οιστραδιόλη μπορεί να επάγει ελαφρώς τις συγκεντρώσεις ορού της SHBG με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Κατά την ημέρα 21 του κύκλου αγωγής, η SHBG ήταν περίπου στο 148% των αρχικών τιμών, και μειώθηκε σε περίπου 141% των αρχικών τιμών κατά την ημέρα 28 (τέλος της φάσης αδρανών δισκίων). Ένας φαινομενικός όγκος κατανομής περίπου 1,2 l/kg καθορίστηκε μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Απέκκριση
Η ημιζωή της κυκλοφορούσας οιστραδιόλης στο πλάσμα είναι περίπου 90 λεπτά. Μετά από τη χορήγηση από το στόμα, ωστόσο, η κατάσταση διαφέρει. Λόγω της μεγάλης κυκλοφορούσας δεξαμενής θειικών οιστρογόνων και γλυκουρονιδίων, καθώς επίσης και λόγω της εντερο-ηπατικής επανακυκλοφορίας, η τελική ημιζωή της οιστραδιόλης μετά από τη χορήγηση από το στόμα αντιπροσωπεύει μια σύνθετη παράμετρο η οποία εξαρτάται από όλες αυτές τις διεργασίες και κυμαίνεται στο εύρος των 13-20 ωρών περίπου. Η οιστραδιόλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα, με περίπου το 10% να απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της οιστραδιόλης επηρεάζονται από τα επίπεδα της SHBG. Σε νεαρές γυναίκες, τα μετρούμενα επίπεδα πλάσματος της οιστραδιόλης είναι μια σύνθεση της ενδογενούς οιστραδιόλης και της οιστραδιόλης που παράγεται από το Qlaira. Κατά τη φάση αγωγής των 2 mg estradiol valerate + 3 mg dienogest, η μέγιστη και η μέση συγκέντρωση της οιστραδιόλης στον ορό στη σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 66,0 pg/ml και 51,6 pg/ml, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια του κύκλου των 28 ημερών, οι σταθεροποιημένες ελάχιστες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης διατηρήθηκαν και κυμάνθηκαν από 28,7 pg/ml έως 64,7 pg/ml.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Qlaira δεν έχουν διερευνηθεί σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία.
ΕΟΦ · 7.1
Οιστρογόνα για τοπική θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης
expand_more
Οιστρογόνα για τοπική θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η εστρογόνα βρίσκεται στους ιστούς του μαστού, της μήτρας, των ωοθηκών, του δέρματος, του προστάτη, των οστών, του λίπους και του εγκεφάλου. Η κύρια πηγή εστρογόνων σε ενήλικες γυναίκες κατά την αναπαραγωγική περίοδο της ζωής είναι το ωοθηκικό ωοθυλάκιο, το οποίο εκκρίνει 70 έως 500 mcg εστραδιόλης καθημερινά. Μετά την εμμηνόπαυση, ωστόσο, η πλειονότητα των ενδογενών οιστρογόνων παράγεται από τον μετασχηματισμό της ανδροστενδιόνης (η οποία εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων) σε οιστρόνη στους περιφερικούς ιστούς. Τόσο η οιστρόνη όσο και η θειική της σύζευξη, η οιστρόνη θειική, αντιπροσωπεύουν τα πιο άφθονα οιστρογόνα που βρίσκονται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η εστραδιόλη, ωστόσο, είναι σημαντικά πιο δραστική από την οιστρόνη και την εστριολη στον οιστρογονικό υποδοχέα (ER). Ως αποτέλεσμα, η υψηλότερη συγκέντρωση οιστρόνης στον μετεμμηνοπαυσιακό πληθυσμό, μπορεί να προκαλέσει διάφορες ανεπιθύμητες επιδράσεις. Αυτές οι επιδράσεις μπορεί να περιλαμβάνουν εξάψεις, ρίγη, κολπική ξηρότητα, διαταραχές της διάθεσης, ακανόνιστη εμμηνόρροια και ρίγη, εκτός από προβλήματα ύπνου. Η εστραδιόλη λειτουργεί δεσμευόμενη σε υποτύπους του οιστρογονικού υποδοχέα: οιστρογονικό υποδοχέα άλφα (ERα) και οιστρογονικό υποδοχέα βήτα (ERβ). Επίσης, ασκεί ισχυρό αγωνισμό στον G Protein-coupled estrogen receptor (GPER), ο οποίος αναγνωρίζεται ως σημαντικός ρυθμιστής των ταχέων επιδράσεων αυτού του φαρμάκου. Μόλις ο οιστρογονικός υποδοχέας δεσμευτεί στο προσδέμα του, εισέρχεται στον πυρήνα του κυττάρου-στόχου, ρυθμίζοντας την μεταγραφή γονιδίων και τον σχηματισμό αγγελιαφόρου RNA. Αυτό το mRNA έρχεται σε επαφή με ριβοσώματα παράγοντας ειδικές πρωτεΐνες που εκφράζουν την επίδραση της εστραδιόλης στο κύτταρο-στόχο. Ο αγωνισμός των οιστρογονικών υποδοχέων αυξάνει τις προ-οιστρογονικές επιδράσεις, οδηγώντας στην ανακούφιση των αγγειοκινητικών και ουρογεννητικών συμπτωμάτων μιας μετεμμηνοπαυσιακής κατάστασης ή κατάστασης χαμηλής εστραδιόλης.
Τα ενδογενή οιστρογόνα είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνα για την ανάπτυξη και τη διατήρηση του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος και των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου. Αν και τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα υπάρχουν σε δυναμική ισορροπία μεταβολικών διασυνδέσεων, η εστραδιόλη είναι το κύριο ενδοκυτταρικό ανθρώπινο οιστρογόνο και είναι σημαντικά πιο δραστικό από τους μεταβολίτες της, την οιστρόνη και την εστριολη, σε επίπεδο υποδοχέα. … Μετά την εμμηνόπαυση, τα περισσότερα ενδογενή οιστρογόνα παράγονται από τη μετατροπή της ανδροστενδιόνης, που εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων, σε οιστρόνη από τους περιφερικούς ιστούς. Έτσι, η οιστρόνη και η θειική της σύζευξη, η οιστρόνη θειική, είναι τα πιο άφθονα κυκλοφορούντα οιστρογόνα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Τα οιστρογόνα δρουν δεσμευόμενα σε πυρηνικούς υποδοχείς σε οιστρογονικά ευαίσθητους ιστούς. Μέχρι σήμερα, έχουν αναγνωριστεί δύο οιστρογονικοί υποδοχείς. Αυτοί ποικίλλουν σε αναλογία από ιστό σε ιστό. Τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα ρυθμίζουν την έκκριση των γοναδοτροπινών, της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) από την υπόφυση, μέσω ενός μηχανισμού αρνητικής ανάδρασης. Τα οιστρογόνα δρουν μειώνοντας τα αυξημένα επίπεδα αυτών των ορμονών που παρατηρούνται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Τα οιστρογόνα έχουν σημαντικό ρόλο στο αναπαραγωγικό, σκελετικό, καρδιαγγειακό και κεντρικό νευρικό σύστημα στις γυναίκες, και δρουν κυρίως ρυθμίζοντας την έκφραση των γονιδίων. Η βιολογική απόκριση ξεκινά όταν το οιστρογόνο δεσμεύεται σε ένα πεδίο σύνδεσης προσδέματος του οιστρογονικού υποδοχέα, προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή που οδηγεί σε μεταγραφή γονιδίων μέσω ειδικών στοιχείων απόκρισης οιστρογόνων (ERE) των προαγωγέων γονιδίων-στόχων. Η επακόλουθη ενεργοποίηση ή καταστολή του γονιδίου-στόχου διαμεσολαβείται μέσω 2 διακριτών πεδίων μετα-ενεργοποίησης (δηλαδή, AF-1 και AF-2) του υποδοχέα. Ο οιστρογονικός υποδοχέας διαμεσολαβεί επίσης τη μεταγραφή γονιδίων χρησιμοποιώντας διαφορετικά στοιχεία απόκρισης (δηλαδή, AP-1) και άλλες οδούς σηματοδότησης. Πρόσφατες εξελίξεις στη μοριακή φαρμακολογία των οιστρογόνων και των οιστρογονικών υποδοχέων οδήγησαν στην ανάπτυξη επιλεκτικών ρυθμιστών οιστρογονικών υποδοχέων (π.χ., κλομιφαίνη, ραλοξιφαίνη, ταμοξιφαίνη, τορεμιφαίνη), παραγόντων που δεσμεύουν και ενεργοποιούν τον οιστρογονικό υποδοχέα αλλά παρουσιάζουν ιστό-ειδικές επιδράσεις διακριτές από τα οιστρογόνα. Η ιστό-ειδική δραστηριότητα οιστρογόνου-αγωνιστή ή ανταγωνιστή αυτών των φαρμάκων φαίνεται να σχετίζεται με δομικές διαφορές στο σύμπλοκο του οιστρογονικού υποδοχέα τους (π.χ., ειδικά η επιφανειακή τοπογραφία του AF-2 για τη ραλοξιφαίνη) σε σύγκριση με το σύμπλοκο οιστρογόνου (εστραδιόλης)-οιστρογονικού υποδοχέα. Ένας δεύτερος οιστρογονικός υποδοχέας έχει επίσης αναγνωριστεί, και η ύπαρξη τουλάχιστον 2 οιστρογονικών υποδοχέων (ER-άλφα, ER-βήτα) μπορεί να συμβάλλει στην ιστό-ειδική δραστηριότητα των επιλεκτικών ρυθμιστών. Ενώ ο ρόλος του οιστρογονικού υποδοχέα στα οστά, τον καρδιαγγειακό ιστό και το ΚΝΣ συνεχίζει να μελετάται, τα αναδυόμενα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο μηχανισμός δράσης των οιστρογονικών υποδοχέων σε αυτούς τους ιστούς διαφέρει από τον τρόπο λειτουργίας των οιστρογονικών υποδοχέων στον αναπαραγωγικό ιστό. /Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Έχουν αναγνωριστεί ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες που δεσμεύουν οιστρογόνα σε οιστρογονικά ευαίσθητους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των γυναικείων γεννητικών οργάνων, των μαστών, της υπόφυσης και του υποθαλάμου. Το σύμπλοκο που δεσμεύει οιστρογόνα (δηλαδή, πρωτεΐνη κυτταρολύματος και οιστρογόνο) διανέμεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου διεγείρει τη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνών. Η παρουσία αυτών των πρωτεϊνών υποδοχέων είναι υπεύθυνη για την παρηγορητική ανταπόκριση στη θεραπεία με οιστρογόνα σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνωμα του μαστού. /Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Τα οιστρογόνα έχουν γενικά ευεργετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης και φωσφολιπιδίων του αίματος. Τα οιστρογόνα μειώνουν τις συγκεντρώσεις LDL-χοληστερόλης και αυξάνουν τις συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Η μείωση των συγκεντρώσεων LDL-χοληστερόλης που σχετίζεται με τη θεραπεία με οιστρογόνα φαίνεται να οφείλεται σε αυξημένο καταβολισμό της LDL, ενώ η αύξηση των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων προκαλείται από αυξημένη παραγωγή μεγάλων, πλούσιων σε τριγλυκερίδια, λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Οι αλλαγές στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης HDL του ορού φαίνεται να οφείλονται κυρίως σε αύξηση της περιεκτικότητας σε χοληστερόλη και απολιποπρωτεΐνη Α-1 των HDL2 και σε ελαφρά αύξηση της χοληστερόλης HDL3. /Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) για την ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ (7 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η απορρόφηση διαφόρων σκευασμάτων εστραδιόλης περιγράφεται παρακάτω:
Δισκία και ενέσεις από το στόμα Ο μεταβολισμός πρώτης διόδου στο γαστρεντερικό σωλήνα διασπά γρήγορα τα δισκία εστραδιόλης πριν εισέλθουν στη συστηματική κυκλοφορία. Η βιοδιαθεσιμότητα των από του στόματος οιστρογόνων αναφέρεται ότι είναι 2-10% λόγω σημαντικών επιδράσεων πρώτης διόδου. Η εστεροποίηση της εστραδιόλης βελτιώνει τη χορήγηση (π.χ. με εστραδιόλη βαλερική) ή παρατείνει την απελευθέρωση από ενδομυϊκές ενέσεις εναπόθεσης (συμπεριλαμβανομένης της εστραδιόλης κυπιονικής) μέσω υψηλότερης λιποφιλίας. Μετά την απορρόφηση, οι εστέρες υδρολύονται, οδηγώντας στην απελευθέρωση ενδογενούς εστραδιόλης ή 17β-εστραδιόλης.
Δερματικά παρασκευάσματα Τα δερματικά παρασκευάσματα απελευθερώνουν αργά εστραδιόλη μέσω του άθικτου δέρματος, διατηρώντας τα κυκλοφορούντα επίπεδα εστραδιόλης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 1 εβδομάδας. Αξιοσημείωτα, η βιοδιαθεσιμότητα της εστραδιόλης μετά από δερματική χορήγηση είναι περίπου 20 φορές υψηλότερη από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση. Η δερματική εστραδιόλη αποφεύγει τις επιδράσεις μεταβολισμού πρώτης διόδου που μειώνουν τη βιοδιαθεσιμότητα. Η χορήγηση μέσω του γλουτού οδηγεί σε Cmax περίπου 174 pg/mL σε σύγκριση με 147 pg/mL μέσω της κοιλιάς.
Σπρέι παρασκευάσματα Μετά από καθημερινή χορήγηση, οι μορφές σπρέι εστραδιόλης φτάνουν σε σταθερή κατάσταση εντός 7-8 ημερών. Μετά από 3 σπρέι καθημερινά, η Cmax είναι περίπου 54 pg/mL με Tmax 20 ωρών. Η AUC είναι περίπου 471 pg•hr/mL.
Κολπικός δακτύλιος και κρέμες παρασκευάσματα Η εστραδιόλη απορροφάται αποτελεσματικά μέσω των βλεννογόνων του κόλπου. Η κολπική χορήγηση οιστρογόνων παρακάμπτει τον μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η Tmax μετά τη χορήγηση κολπικού δακτυλίου κυμαίνεται από 0,5 έως 1 ώρα. Η Cmax είναι περίπου 63 pg/mL. Το κολπικό παρασκεύασμα κρέμας είχε Cmax εστραδιόλης (συστατικό της κρέμας κολπικού εστρογονικού συμπυκνώματος Premarin) 12,8 ± 16,6 pg/mL, Tmax 8,5 ± 6,2 ώρες, με AUC 231 ± 285 pg•hr/mL.
Η εστραδιόλη απεκκρίνεται στα ούρα με θειικές και γλυκουρονιδικές συζεύξεις.
Τα εξωγενώς χορηγούμενα οιστρογόνα διανέμονται με παρόμοιο τρόπο με τα ενδογενή οιστρογόνα. Μπορούν να βρεθούν σε όλο το σώμα, ειδικά στα στοχευμένα όργανα των ορμονών φύλου, όπως το στήθος, οι ωοθήκες και η μήτρα.
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη, η κάθαρση από το στόμα μικροκρυσταλλικής εστραδιόλης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ήταν 29,9±15,5 mL/min/kg. Μια άλλη μελέτη αποκάλυψε κάθαρση ενδοφλεβίως χορηγούμενης εστραδιόλης 1,3 mL/min/kg.
Τα οιστρογόνα που χρησιμοποιούνται σε θεραπευτικά σχήματα απορροφώνται καλά μέσω του δέρματος, των βλεννογόνων και του γαστρεντερικού (GI) σωλήνα. Η κολπική χορήγηση οιστρογόνων παρακάμπτει τον μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Το σύστημα διαδερμικής χορήγησης εστραδιόλης συνεχούς απελευθέρωσης (μία φορά την εβδομάδα) απελευθερώνει συνεχώς εστραδιόλη, η οποία μεταφέρεται μέσω του άθικτου δέρματος, οδηγώντας σε διατηρημένα κυκλοφορούντα επίπεδα εστραδιόλης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου θεραπείας 7 ημερών. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της εστραδιόλης μετά από δερματική χορήγηση είναι περίπου 20 φορές υψηλότερη από αυτήν μετά από από του στόματος χορήγηση. Αυτή η διαφορά οφείλεται στην απουσία μεταβολισμού πρώτης διόδου όταν η εστραδιόλη χορηγείται μέσω της δερματικής οδού.
Σε μια μελέτη Φάσης Ι σε 14 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η εισαγωγή του ESTRING (κολπικός δακτύλιος εστραδιόλης) αύξησε γρήγορα τα επίπεδα εστραδιόλης (Ε2) στον ορό. Ο χρόνος επίτευξης μέγιστων επιπέδων εστραδιόλης στον ορό (Tmax) ήταν 0,5 έως 1 ώρα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις εστραδιόλης στον ορό μετά από την αρχική έκρηξη μειώθηκαν γρήγορα τις επόμενες 24 ώρες και ήταν σχεδόν αδιάκριτες από τη μέση τιμή της βάσης (εύρος: 5 έως 22 pg/mL). Τα επίπεδα εστραδιόλης και οιστρόνης (Ε1) στον ορό κατά τις επόμενες 12 εβδομάδες, κατά τις οποίες ο δακτύλιος διατηρήθηκε στην κολπική θήκη, παρέμειναν σχετικά αμετάβλητα.
Πίνακας: ΜΕΣΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ ESTRING [Πίνακας#4649]
Η αρχική κορύφωση της εστραδιόλης μετά την εφαρμογή του δεύτερου δακτυλίου στις ίδιες γυναίκες είχε ως αποτέλεσμα ~38% χαμηλότερη Cmax, προφανώς λόγω μειωμένης συστηματικής απορρόφησης μέσω του θεραπευμένου κολπικού επιθηλίου. Η σχετική συστηματική έκθεση από την αρχική κορύφωση του ESTRING αντιστοιχούσε περίπου στο 4% της συνολικής έκθεσης σε εστραδιόλη κατά την περίοδο των 12 εβδομάδων.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρης) για την ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ (17 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Τα εξωγενώς χορηγούμενα οιστρογόνα μεταβολίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα ενδογενή οιστρογόνα. Ο μεταβολικός μετασχηματισμός συμβαίνει κυρίως στο ήπαρ και το έντερο. Η εστραδιόλη μεταβολίζεται σε οιστρόνη, και και οι δύο μετατρέπονται σε εστριολη, η οποία στη συνέχεια απεκκρίνεται στα ούρα. Επίσης, λαμβάνει χώρα στο ήπαρ η σύζευξη οιστρογόνων με θειική και γλυκουρονιδική ομάδα. Η χολική απέκκριση των μεταβολικών συζεύξεων απελευθερώνεται στο έντερο, και συμβαίνει υδρόλυση των οιστρογόνων στο έντερο, ακολουθούμενη από επαναρρόφηση. Το ηπατικό ένζυμο CYP3A4 εμπλέκεται σε μεγάλο βαθμό στον μεταβολισμό της εστραδιόλης. Το CYP1A2 παίζει επίσης ρόλο.
Τα εξωγενή οιστρογόνα μεταβολίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα ενδογενή οιστρογόνα. Τα κυκλοφορούντα οιστρογόνα υπάρχουν σε δυναμική ισορροπία μεταβολικών διασυνδέσεων. Αυτοί οι μετασχηματισμοί λαμβάνουν χώρα κυρίως στο ήπαρ. Η εστραδιόλη μετατρέπεται αναστρέψιμα σε οιστρόνη, και και οι δύο μπορούν να μετατραπούν σε εστριολη, η οποία είναι ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα. Τα οιστρογόνα υφίστανται επίσης εντεροηπατική ανακύκλωση μέσω θειικής και γλυκουρονιδικής σύζευξης στο ήπαρ, χολικής απέκκρισης συζεύξεων στο έντερο και υδρόλυσης στο έντερο ακολουθούμενη από επαναρρόφηση. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ένα σημαντικό ποσοστό των κυκλοφορούντων οιστρογόνων υπάρχει ως θειικές συζεύξεις, ειδικά η οιστρόνη θειική, η οποία χρησιμεύει ως κυκλοφορούν απόθεμα για τον σχηματισμό πιο δραστικών οιστρογόνων.
Οι παραλλαγές στον μεταβολισμό της εστραδιόλης … εξαρτώνται από το στάδιο του εμμηνορροϊκού κύκλου … Γενικά, η ορμόνη υφίσταται ταχεία ηπατική βιομετατροπή με χρόνο ημιζωής στο πλάσμα που μετράται σε λεπτά.
Η εστραδιόλη μετατρέπεται κυρίως … σε εστριολη, η οποία είναι ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα. Μια ποικιλία θειικών και γλυκουρονιδικών συζεύξεων απεκκρίνονται επίσης στα ούρα.
Ο μεταβολισμός της εστραδιόλης-17β και της οιστρόνης είναι παρόμοιος σε αρουραίους και ανθρώπους, καθώς και τα δύο είδη μετασχηματίζουν αυτά τα στεροειδή κυρίως με 2-υδροξυλίωση (αρωματική), καθώς και με 16α-υδροξυλίωση. Οι γλυκουρονιδες των διαφόρων μεταβολιτών απεκκρίνονται στη χολή. Οι διαφορές στον μεταβολισμό των οιστρογόνων από ανθρώπους και αρουραίους έγκεινται κυρίως στον τύπο σύζευξης. Ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό της χορηγούμενης οιστρόνης, εστραδιόλης-17β και εστριολης μετασχηματίζεται σε αρουραίους σε μεταβολίτες οξειδωμένους τόσο στη θέση C-2 όσο και στη C-16. Όταν χορηγείται εστριολη σε αρουραίους, γλυκουρονίδες και, σε μικρότερο βαθμό, θειικές ενώσεις 16-κετοοιστραδιόλης και 2- και 3-μεθυλ αιθέρες 2-υδροξυοιστριόλης και 2-υδροξυ-16-κετοοιστραδιόλης απεκκρίνονται στη χολή. Αντίθετα, οι υδροξυλιώσεις στη θέση C-6 ή C-7 του δακτυλίου Β της εστραδιόλης-17β και της οιστρόνης αποτελούν δευτερεύουσα οδό σε αρουραίους. Οι 2-υδροξυοιστρογόνα (‘κατεχολικές οιστρογόνες’) μετασχηματίζονται περαιτέρω μέσω διαφόρων οδών, συμπεριλαμβανομένης της ομοιοπολικής σύνδεσης με πρωτεΐνες.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μεταβολισμό/Μεταβολίτες (Πλήρης) για την ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ (8 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η 17-β-εστραδιόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 17-β-Estradiol-3-glucuronide, 4-Hydroxyestradiol, 2-hydroxyestradiol, και 17-β-Estradiol glucuronide.
Τα εξωγενή οιστρογόνα μεταβολίζονται χρησιμοποιώντας τον ίδιο μηχανισμό όπως τα ενδογενή οιστρογόνα. Τα οιστρογόνα μεταβολίζονται μερικώς από το κυτόχρωμα P450. Οδός Απέκκρισης: Η εστραδιόλη, η οιστρόνη και η εστριολη απεκκρίνονται στα ούρα μαζί με τις γλυκουρονιδικές και θειικές συζεύξεις. Χρόνος Ημιζωής: 36 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Οι τελικοί χρόνοι ημιζωής για διάφορα προϊόντα οιστρογόνων μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση έχουν αναφερθεί ότι κυμαίνονται από 1-12 ώρες. Μια φαρμακοκινητική μελέτη από του στόματος χορήγησης εστραδιόλης βαλερικής σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες αποκάλυψε τελικό χρόνο ημιζωής αποβολής 16,9 ± 6,0 ώρες. Μια φαρμακοκινητική μελέτη ενδοφλέβιας χορήγησης εστραδιόλης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έδειξε χρόνο ημιζωής αποβολής 27,45 ± 5,65 λεπτά. Ο χρόνος ημιζωής της εστραδιόλης φαίνεται να ποικίλλει ανάλογα με τη διαδρομή χορήγησης.
… Μετά από από του στόματος χορήγηση … ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν 20,1 ώρες …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
4TI98Z838E
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ
Χημική Δομή [CS] - Ομόλογα Εστραδιόλης
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Οιστρογόνο
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων
Η εστραδιόλη είναι ένα Οιστρογόνο. Ο μηχανισμός δράσης της εστραδιόλης είναι ως Αγωνιστής Οιστρογονικών Υποδοχέων.
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ
Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Οιστρογόνο [EPC]
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ GEL 0.1%
Οιστρογόνο [EPC]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ ΔΙΑΔΕΡΜΙΚΗ
Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]; Οιστρογόνο [EPC]
ΕΣΤΡΑΔΙΟΛΗ,
Οιστρογόνο [EPC]; Αγωνιστές Οιστρογονικών Υποδοχέων [MoA]; Ομόλογα Εστραδιόλης [CS]