ISRADIPINE
Ισραδιπίνη
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LOMIR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: Δισκία: δύο φορές ημερησίως. Καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης: μία φορά την ημέρα το πρωί.
- Δόση έναρξης: 2,5mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Αύξηση σε 5 mg δύο φορές ημερησίως εάν χρειάζεται, μετά από 4 εβδομάδες.
-
Ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση (δισκία)Δόση2,5mg δύο φορές ημερησίωςΑν δεν επιτευχθεί επαρκής έλεγχος μετά από 4 εβδομάδες, αύξηση σε 5mg δύο φορές ημερησίως ή προσθήκη άλλης κατηγορίας αντιυπερτασικού.
-
Ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση (καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης)Δόση5mg μία φορά την ημέραΕάν δεν επιτευχθεί ικανοποιητικό αποτέλεσμα μετά από 4 εβδομάδες, συνιστάται η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού παράγοντα άλλης κατηγορίας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς ή ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργίαΔόση1,25mg δύο φορές την ημέρα (δισκία) ή 2,5mg μία φορά την ημέρα (καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης)Η δοσολογία εξατομικεύεται.
block
SPC-LOMIR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην ισραδιπίνη ή σε άλλους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου του τύπου της διϋδροπυριδίνης ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλ. Δοσολογία, «Κατάλογος εκδόχων»).
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Ασταθής στηθάγχη
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή μέσα σε ένα μήνα μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
warning
SPC-LOMIR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ηπατική δυσλειτουργίαΕξατομίκευση της δόσης
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΝεφρική δυσλειτουργία, χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΠροσεκτικό δοσολογικό σχήμα
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβουΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβεβαιωμένο ή με σοβαρή υποψία συνδρόμου νοσούντος φλεβόκομβου στους οποίους δεν έχει τοποθετηθεί βηματοδότηςΠροσοχή
-
Χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεσηΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεσηΠροσοχή
-
Σοβαρή αορτική στένωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή αορτική στένωσηΕξαιρετική προσοχή
-
ΣτηθάγχηΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα στεφανιαία νόσο, ασθενείς με προϋπάρχουσα στηθάγχηΜπορεί να εμφανιστεί, να αυξηθεί η συχνότητα, η διάρκεια και η σοβαρότητα των στηθαγχικών κρίσεων.
-
Υπερευαισθησία στο LOMIRΤο φάρμακο πρέπει να διακοπεί.
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με έναν ειδικό τύπο κληρονομικής ανεπάρκειας λακτάσης (Lapp ανεπάρκεια λακτάσης) ή με δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔε θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-LOMIR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ριφαμπικίνη ή άλλα φάρμακα που επάγουν ηπατικά ένζυμα (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη)ΑντένδειξηΣημαντική μείωση της συγκέντρωσης της ισραδιπίνης στο πλάσμα.
-
ΑντένδειξηΑυξημένοι κίνδυνοι λόγω συγχορήγησης με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A (π.χ. μακρολιδικά αντιβιοτικά, αναστολείς πρωτεάσης HIV, αναστολείς ανάστροφης τρανσκρυπτάσης, αντιμυκητιασικά αζόλης)ΠροσοχήΑυξημένα επίπεδα πλάσματος, επαύξηση δράσης και ανεπιθύμητες ενέργειες ισραδιπίνης.
-
Μπακλοφαίνη (από το στόμα)ΠαρακολούθησηΕπιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΠαρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας της αντιυπερτασικής αγωγής.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της ισραδιπίνης κατά 50%.ΣύστασηΜείωση της δοσολογίας του LOMIR κατά 50%.
-
ΠαρακολούθησηΜικρή αύξηση (περίπου 20%) της μέγιστης συγκέντρωσης ισραδιπίνης στο πλάσμα.
-
Χυμός γκρέιπφρουτΠροσοχήΠιθανή αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της ισραδιπίνης.
sick
SPC-LOMIR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Οπτική δυσλειτουργία
- Θαμπή όραση
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Κοιλιακές αρρυθμίες
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Στηθάγχη
- Κολπική μαρμαρυγή
- Βραδυκαρδία
- Συγκοπή
- Ερύθημα
- Περιφερικό οίδημα
- Υπόταση
- Εγκεφαλικό επεισόδιο
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Κοιλιακή δυσφορία
- Έμετος
- Ναυτία
- Υπερπλασία των ούλων
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Αυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Κνησμός
- Υπερεφίδρωση
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Φωτοευαισθησία
- Αρθραλγία
- Πόνος στην πλάτη
- Μυϊκοί σπασμοί
- Πόνος στα άκρα
- Πολυουρία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Λήθαργος
- Θωρακικό άλγος
- Αύξηση σωματικού βάρους
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΝευρικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΥπαισθησίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΟπτική δυσλειτουργίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακές αρρυθμίεςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΕρύθημαΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΠεριφερικό οίδημαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό επεισόδιοΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςΒήχαςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίαςΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΥπερεφίδρωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
-
Πολύ σπάνιεςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
-
Πολύ σπάνιεςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
-
ΣυχνέςΠολυουρίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΛήθαργοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-LOMIR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να γίνεται μόνο όταν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα αναμένεται να υπερτερήσει κάθε δυνητικού κινδύνου για το νεογνό.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΟι μητέρες που λαμβάνουν LOMIR δεν πρέπει να θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
- Η ισραντιπίνη ανήκει στην κατηγορία διϋδροπυριδίνης (DHP) των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου (CCBs), την πλέον διαδεδομένη κατηγορία CCB. - Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικά είδη διαύλων ασβεστίου στον άνθρωπο: L-, N-, P/Q-, R- και T-type. - Οι…
monitor_heart
SPC-LOMIR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LOMIR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LOMIR
expand_more
Δοσολογία
Δισκία: Η συνιστώμενη δοσολογία σε ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση είναι 2,5mg (1 δισκίο) δύο φορές ημερησίως με ή χωρίς τροφή. Αν με τη δόση των 2,5mg δύο φορές ημερησίως δεν έχει επιτευχθεί επαρκής έλεγχος της αρτηριακής πίεσης μετά από θεραπεία τεσσάρων εβδομάδων, συνιστάται η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού παράγοντα άλλης κατηγορίας ή η αύξηση της δοσολογίας του LOMIR σε 5 mg δύο φορές ημερησίως. Καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά: Η συνιστώμενη δοσολογία σε ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση είναι ένα καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης των 5mg μία φορά την ημέρα. Τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.Χορηγούνται το πρωί χωρίς τροφή. Εάν με τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης των 5mg μία φορά ημερησίως δεν επιτευχθεί ικανοποιητικό αντιυπερτασικό αποτέλεσμα μετά από διάστημα τεσσάρων εβδομάδων, συνιστάται η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού παράγοντα άλλης κατηγορίας Τα δισκία και τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR μπορούν επίσης να προστεθούν στην προϋπάρχουσα αντιϋπερτασική θεραπεία. Όταν τα δισκία και τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR χορηγούνται ταυτόχρονα με σιμετιδίνη, η δοσολογία τους θα πρέπει να μειώνεται κατά 50% (βλ. παρ. 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
Ειδικοί πληθυσμοί
Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με επιβαρυμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία Σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται έναρξη με δόση 1,25mg (μισό δισκίο) δύο φορές την ημέρα ή ένα καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης των 2,5mg μία φορά την ημέρα. Η δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε ασθενή και μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας έναρξης. Χρήση στα παιδιά Δεν έχουν διεξαχθεί καλά σχεδιασμένες κλινικές μελέτες, με τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου σε παιδιά. Παρότι υπάρχουν κάποια περιορισμένα δεδομένα για παιδιατρικούς ασθενείς, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε αυτή την ομάδα των ασθενών δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. Ως εκ τούτου το LOMIR δε συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς.
block
Αντενδείξεις
SPC-LOMIR
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LOMIR
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LOMIR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LOMIR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες είναι ήπιες, σχετίζονται με τις αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες του φαρμάκου και είναι δοσοεξαρτώμενες: ζάλη, κεφαλαλγία, εξάψεις, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών και εντοπισμένο περιφερικό οίδημα μη καρδιακής αιτιολογίας (σχετίζεται με τοπική αρτηριακή διαστολή παρά με κατακράτηση υγρών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες τείνουν να εξαφανισθούν ή να μειωθούν σε ένταση καθώς συνεχίζεται η θεραπεία. Καλύτερη ανοχή μπορεί να επιτευχθεί με τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR. Η εμφάνιση ζάλης, κεφαλαλγίας, εξάψεων και περιφερικού οιδήματος είναι μικρότερη σε σύγκριση με τα δισκία LOMIR. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ταξινομημένες κατά σειρά συχνότητας, πρώτες οι πιο συχνά εμφανιζόμενες, χρησιμοποιώντας τον εξής κανόνα: Πολύ συχνές (=1/10), συχνές (=1/100, <1/10), όχι συχνές (=1/1,000, <1/100), σπάνιες (=1/10,000, <1/1,000), πολύ σπάνιες (<1/10,000), μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα), συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων αναφορών, Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Πίνακας 1 Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες (πιο συχνές με την ισραδιπίνη παρά με το εικονικό φάρμακο) και αυτές που συλλέχθηκαν από αυθόρμητες αναφορές παρουσιάζονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ σπάνιες: Θρομβοπενία, λευκοπενία, αναιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Πολύ σπάνιες: Ανορεξία, μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
Πολύ σπάνιες: Κατάθλιψη, άγχος, νευρικότητα Μη γνωστές: Αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Συχνές: Ζάλη Πολύ σπάνιες: Υπαισθησία, παραισθησία, υπνηλία Μη γνωστές: Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
Οφθαλμικές διαταραχές
Πολύ σπάνιες: Οπτική δυσλειτουργία, θαμπή όραση
Καρδιακές διαταραχές
Συχνές: Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών Πολύ σπάνιες: Κοιλιακές αρρυθμίες, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, στηθάγχη, κολπική μαρμαρυγή, βραδυκαρδία Μη γνωστές: Συγκοπή
Αγγειακές διαταραχές
Πολύ συχνές: Ερύθημα, περιφερικό οίδημα Όχι συχνές: Υπόταση Μη γνωστές: Εγκεφαλικό επεισόδιο
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Συχνές: Δύσπνοια Πολύ σπάνιες: Βήχας
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Συχνές: Κοιλιακή δυσφορία Πολύ σπάνιες: Έμετος, ναυτία, υπερπλασία των ούλων Μη γνωστές: Ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, διάρροια
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Πολύ σπάνιες: Αυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας, ηπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές: Εξάνθημα Πολύ σπάνιες: Αλλεργική δερματίτιδα, κνησμός, υπερεφίδρωση, αναφυλακτικές αντιδράσεις και αγγειοοίδημα, φωτοευαισθησία.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
Πολύ σπάνιες: Αρθραλγία, πόνος στην πλάτη, μυϊκοί σπασμοί, πόνος στα άκρα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Συχνές: Πολυουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Πολύ σπάνιες: Στυτική δυσλειτουργία, γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Συχνές: Κόπωση, αίσθημα κακουχίας Πολύ σπάνιες: Εξασθένιση Μη γνωστές: Λήθαργος, θωρακικό άλγος
Παρακλινικές εξετάσεις
Όχι συχνές: Αύξηση σωματικού βάρους
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LOMIR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του LOMIR σε έγκυες γυναίκες. Δεδομένα από περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών που χρησιμοποίησαν το LOMIR κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης δεν έδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της ισραδιπίνης στην εγκυμοσύνη ή στην υγεία του εμβρύου ή του νεογνού. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν διαθέσιμα άλλα επιδημιολογικά στοιχεία. Μελέτες σε ζώα δε δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη, με δόσεις σε θεραπευτικά επίπεδα (βλ. παρ. 5.3 «Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια»),. Η από του στόματος χορήγηση του LOMIR στο τρίτο τρίμηνο της κύησης δεν έχει συσχετισθεί με αλλαγή του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου ή της αιματικής ροής του πλακούντα και οι τοκολυτικές δράσεις δείχνουν να είναι ελάχιστες. Όμως, λόγω της ανεπαρκούς εμπειρίας της χρήσης του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να γίνεται μόνο όταν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα αναμένεται να υπερτερήσει κάθε δυνητικού κινδύνου για το νεογνό.
Γαλουχία
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του LOMIR σε γυναίκες που θηλάζουν. Δεδομένα από μία μελέτη σε αρουραίους έδειξαν ότι μικρές ποσότητες ισραδιπίνης διέρχονται στο μητρικό γάλα. Παρόλο που πειράματα σε ζώα δεν έδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της ισραδιπίνης όταν χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια του θηλασμού, η ασφάλεια του σε θηλάζοντα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Γι’ αυτό το λόγο οι μητέρες που λαμβάνουν LOMIR δεν πρέπει να θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LOMIR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LOMIR
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 2.6.2
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
expand_more
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως αντισταθμίζεται από την ελάττωση του μεταφορτίου από την αγγειοδιαστολή. Στα αγγεία προκαλείται ελάττωση του μυϊκού τόνου και αγγειοδιαστολή τόσο στα περιφερικά όσο και στα στεφανιαία αγγεία. Τέλος, στο ερεθισματαγωγό σύστημα προκαλούν ελάττωση της ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος. Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει να αποφεύγονται στην καρδιακή ανεπάρκεια την οποία ενδέχεται να επιδεινώσουν.
Οι εκπρόσωποι της ομάδας αυτής διαφέρουν αρκετά ως προς τα σημεία στα οποία ασκεί ο καθένας την κύρια δράση του. Οι διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους ως προς τη δράση τους οι ποικίλοι ανταγωνιστές ασβεστίου είναι μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες μεταξύ β-αποκλειστών. Υπάρχουν ως εκ τούτου σημαντικές διαφορές μεταξύ βεραπαμίλης και ανταγωνιστών ασβεστίου που είναι παράγωγα της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη, η νικαρδιπίνη και η ισραδιπίνη. Η βεραπαμίλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στηθάγχης, της υπέρτασης και των αρρυθμιών. Μειώνει την καρδιακή παροχή, επιβραδύνει την καρδιακή συχνότητα και πιθανόν να επηρεάσει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, να επιδεινώσει διαταραχές της αγωγιμότητας και να προκαλέσει υπόταση. Κατά κανόνα, δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αποκλειστές. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί την πλέον κοινή ανεπιθύμητη ενέργεια.
Η νιφεδιπίνη μειώνει τον τόνο των λείων μυικών ινών και διαστέλλει τις στεφανιαίες και περιφερικές αρτηρίες. Έχει μεγαλύτερη δράση στα αγγεία και μικρότερη στο μυοκάρδιο σε σχέση με τη βεραπαμίλη και δεν έχει αντιαρρυθμική δράση. Σπάνια προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια γιατί ακόμα και η μάλλον ασήμαντη αρνητική ινότροπη δράση της αντιρροπείται από την αγγειοδιασταλτική της. Η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη μοιάζουν με την νιφεδιπίνη και δεν έχουν αρνητική ινότροπη δράση. Έχουν μακρότερο χρόνο δράσης και μπορούν να χορηγηθούν άπαξ ημερησίως. Η νιφεδιπίνη, η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης. Είναι πολύτιμα φάρμακα στην αγωγή των μορφών στηθάγχης που σχετίζονται με σπασμό των στεφανιαίων αγγείων. Χρησιμοποιούνται σαν φάρμακα επικουρικά των β-αποκλειστών και σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους β-αποκλειστές. Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι οι εξάψεις και η κεφαλαλγία (μειώνεται μετά από μερικές μέρες) καθώς και το οίδημα των κάτω άκρων (δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στη χορήγηση διουρητικών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην αγγειοδιασταλτική δράση των φαρμάκων αυτών.
Η ισραδιπίνη και η λασιδιπίνη έχουν παρόμοια δράση με εκείνη της νιφεδιπίνης. Έχουν ένδειξη μόνο για την αγωγή της αρτηριακής υπέρτασης.
Η διλτιαζέμη έχει δράση ενδιάμεση μεταξύ βεραπαμίλης και διυδροπυριδινών. Είναι δραστική στις περισσότερες μορφές της στηθάγχης. Η συσκευασία μακράς δράσης του φαρμάκου αυτού χρησιμοποιείται επίσης για την αγωγή της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους οι β-αποκλειστές είτε αντενδείκνυνται είτε είναι αναποτελεσματικοί. Έχει μικρότερη αρνητική ινότροπη δράση σε σχέση με την βεραπαμίλη. Η από κοινού χρήση του φαρμάκου με β-αποκλειστές απαιτεί προσοχή.
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου δεν μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανθεκτικά μετά από χορήγηση β-αποκλειστών, νιτρωδών, ασπιρίνης και ηπαρίνης.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απότομη διακοπή φαρμάκου αυτής της κατηγορίας μπορεί να προκαλέσει αύξηση των στηθαγχικών συμπτωμάτων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Κλάση: Διϋδροπυριδίνη (DHP) κατηγορίας αποκλειστών διαύλων ασβεστίου (CCBs), η πλέον διαδεδομένη κατηγορία CCB.
- Σχετικότητα: Δομικά σχετίζεται με τη φελδοπίνη (felodipine), τη νιφεδιπίνη (nifedipine) και τη νιμοδιπίνη (nimodipine), και αποτελεί τον πιο ισχυρό αγωγό αποκλεισμού διαύλων ασβεστίου στην κατηγορία DHP.
- Μηχανισμός δράσης: Δεσμεύεται σε διαύλους ασβεστίου με υψηλή συγγένεια και ειδικότητα και εμποδίζει τη ροή ασβεστίου στα καρδιακά κύτταρα και στα αρτηριακά λία μυϊκά κύτταρα.
- Επιλεκτικότητα: Εμφανίζει μεγαλύτερη επιλογή προς αρτηριακό λείο μυϊκό ιστό λόγω εναλλακτικού σπλασιασμού της υπομονάδας α-1 του κανάλιου και αυξημένης παρουσίας ανενεργών διαύλων στα κύτταρα λείου μυός.
- Ενδεικτικά στοιχεία χρήσης: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας πρωτοπαθούς υπέρτασης.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Για τη διαχείριση ήπιας έως μέτριας πρωτοπαθούς υπέρτασης.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνη της ή σε συνδυασμό με διουρητικά τύπου θειαζίδης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Η ισραντιπίνη μειώνει τη συσταλτικότητα του αρτηριακού λείου μυϊκού ιστού και τη συνακόλουθη αγγειοσύσπαση εμποδίζοντας την είσοδο ιόντων ασβεστίου μέσω των καναλιών τύπου L.
- Τα ιόντα ασβεστίου που εισέρχονται συνδέονται με τη καλμοδουλίνη (calmodulin). Η καλμοδουλίνη με συνδεδεμένο ασβέστιο στη συνέχεια συνδέεται και ενεργοποιεί τη μυοσίνης ελαφριά αλυσίδα κινάσης (MLCK).
- Η ενεργοποιημένη MLCK καταλύει τη φωσφορυλίωση της ρυθμιστικής ελαφριάς αλυσίδας της μυοσίνης, βήμα κλειδί στη σύσπαση.
- Η ενίσχυση της σηματοδότησης επιτυγχάνεται μέσω της ασβεστιοδιευθυνόμενης απελευθέρωσης ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό ρετιiculum μέσω των υποδοχέων ρινανδίνης.
- Αναστολή της αρχικής εισροής ασβεστίου μειώνει τη δραστηριότητα σύσπασης του αρτηριακού λείου μυός, οδηγώντας σε αγγειοδιαστολή.
- Οι αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες της ισραντιπίνης συμβάλλουν στη συνολική μείωση της αρτηριακής πίεσης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Η ισραντιπίνη ανήκει στην κατηγορία διϋδροπυριδίνης (DHP) των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου (CCBs), την πλέον διαδεδομένη κατηγορία CCB.
- Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικά είδη διαύλων ασβεστίου στον άνθρωπο: L-, N-, P/Q-, R- και T-type.
- Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου στοχεύουν στους διαύλους τύπου L, τον κύριο διαύλο στους μυϊκούς ιστούς που μεσολαβεί τη σύσπαση.
- Όμοια με άλλους DHP-CCB, η ισραντιπίνη δεσμεύεται απευθείας σε ανενεργούς διαύλους ασβεστίου, σταθεροποιώντας τη «ανενεργή» διαμόρφωση.
- Δεδομένου ότι οι αποπολώσεις του αρτηριακού λείου μυός διαρκούν περισσότερο από εκείνες του καρδιακού μυός, οι ανενεργοί διά βάρους διαύλοι είναι πιο διαδεδομένοι στα λείους μυς.
- Ο εναλλακτικός σπλασιασμός της υπομονάδας α-1 του καναλιού δίνει στην ισραντιπίνη επιπλέον αρτηριακή επιλεκτικότητα.
- Σε θεραπευτικά υποτοξικές συγκεντρώσεις, η ισραντιπίνη έχει μικρή επίδραση στα καρδιακά μυοκύτταρα και στα αγώγιμα κύτταρα.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Η ισραντιπίνη απορροφάται κατά 90%–95% και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό κατά την πρώτη διέλευση, με αποτέλεσμα βιοδιαθεσιμότητα περίπου 15%–24%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- 8 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Δέσμευση πρωτεΐνης: 95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Οδός απέκκρισης: Περίπου 60%–65% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 25%–30% στα κόπρανα.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα
- Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν λήθαργο, ταχυκαρδία κόλπου (sinus tachycardia) και παροδική υπόταση. Παρατηρήθηκε σημαντική θνητότητα σε ποντίκια που έλαβαν από του στόματος δόσεις άνω των 200 mg/kg και σε κουνέλια που έλαβαν περίπου 50 mg/kg ισραντιπίνης. Οι αρουραίοι άντεξαν δόσεις άνω των 2000 mg/kg χωρίς επιδράσεις στην επιβίωση.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ισραδιπίνη μειώνει τη συσταλτικότητα των αρτηριακών λείων μυών και την επακόλουθη αγγειοσύσπαση, αναστέλλοντας την εισροή ιόντων ασβεστίου μέσω των διαύλων ασβεστίου τύπου L. Τα ιόντα ασβεστίου που εισέρχονται στο κύτταρο μέσω αυτών των διαύλων συνδέονται με την καλμοδουλίνη. Η δεσμευμένη με ασβέστιο καλμοδουλίνη στη συνέχεια συνδέεται και ενεργοποιεί τη μυοσίνη ελαφριά αλυσίδα κινάση (MLCK). Η ενεργοποιημένη MLCK καταλύει τη φωσφορυλίωση της ρυθμιστικής ελαφριάς αλυσίδας της μυοσίνης, ένα κρίσιμο βήμα στη μυϊκή σύσπαση. Η ενίσχυση του σήματος επιτυγχάνεται με την επαγόμενη από ασβέστιο απελευθέρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο μέσω των υποδοχέων ριανοδίνης. Η αναστολή της αρχικής εισροής ασβεστίου μειώνει την συσταλτική δραστηριότητα των αρτηριακών κυττάρων λείων μυών και οδηγεί σε αγγειοδιαστολή. Τα αγγειοδιασταλτικά αποτελέσματα της ισραδιπίνης οδηγούν σε συνολική μείωση της αρτηριακής πίεσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ισραδιπίνη ανήκει στην κατηγορία των διυδροπυριδινών (DHP) αναστολέων των διαύλων ασβεστίου (CCBs), την ευρύτερα χρησιμοποιούμενη κατηγορία CCBs. Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικοί τύποι διαύλων ασβεστίου στο Homo sapiens: τύπου L, N, P/Q, R και T. Οι CCBs στοχεύουν τους διαύλους ασβεστίου τύπου L, τον κύριο δίαυλο στα μυϊκά κύτταρα που μεσολαβεί τη σύσπαση. Παρόμοια με άλλους DHP CCBs, η ισραδιπίνη συνδέεται απευθείας με ανενεργούς διαύλους ασβεστίου, σταθεροποιώντας την ανενεργή τους διαμόρφωση. Δεδομένου ότι οι εκπολώσεις των αρτηριακών λείων μυών έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από τις εκπολώσεις των καρδιακών μυών, οι ανενεργοί δίαυλοι είναι πιο συχνοί στα κύτταρα των λείων μυών. Η εναλλακτική μάτισμα της άλφα-1 υπομονάδας του διαύλου προσδίδει στην ισραδιπίνη επιπρόσθετη αρτηριακή εκλεκτικότητα. Σε θεραπευτικές υποτοξικές συγκεντρώσεις, η ισραδιπίνη έχει μικρή επίδραση στα καρδιακά μυοκύτταρα και στα κύτταρα αγωγιμότητας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ισραδιπίνη απορροφάται κατά 90%-95% και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, με αποτέλεσμα βιοδιαθεσιμότητα περίπου 15%-24%.
Περίπου 60% έως 65% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 25% έως 30% στα κόπρανα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
95%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Πλήρως μεταβολίζεται πριν την απέκκριση και ανευθειασμένο φάρμακο δεν ανιχνεύεται στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
8 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· Α-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογικής
YO1UK1S598
ΙΣΡΑΔΙΠΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Διυδροπυριδίνη Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου
Χημική Δομή [CS] - Διυδροπυριδίνες
Η ισραδιπίνη είναι ένας Διυδροπυριδίνη Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου. Ο μηχανισμός δράσης της ισραδιπίνης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου.
ΙΣΡΑΔΙΠΙΝΗ
Διυδροπυριδίνη Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου [EPC]; Διυδροπυριδίνες [CS]; Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· Α-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.