Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C08CA03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ISRADIPINE

Ισραδιπίνη

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …

Chemical structure of ISRADIPINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Αρτηριακή υπέρταση.
medication
SPC-LOMIR

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
Δισκία: δύο φορές ημερησίως. Καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης: μία φορά την ημέρα το πρωί.
Δόση έναρξης:
2,5mg δύο φορές ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Αύξηση σε 5 mg δύο φορές ημερησίως εάν χρειάζεται, μετά από 4 εβδομάδες.
  • Ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση (δισκία)
    Δόση2,5mg δύο φορές ημερησίως
    Αν δεν επιτευχθεί επαρκής έλεγχος μετά από 4 εβδομάδες, αύξηση σε 5mg δύο φορές ημερησίως ή προσθήκη άλλης κατηγορίας αντιυπερτασικού.
  • Ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση (καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης)
    Δόση5mg μία φορά την ημέρα
    Εάν δεν επιτευχθεί ικανοποιητικό αποτέλεσμα μετά από 4 εβδομάδες, συνιστάται η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού παράγοντα άλλης κατηγορίας.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς ή ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
    Δόση1,25mg δύο φορές την ημέρα (δισκία) ή 2,5mg μία φορά την ημέρα (καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης)
    Η δοσολογία εξατομικεύεται.
block
SPC-LOMIR

Αντενδείξεις

expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην ισραδιπίνη ή σε άλλους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου του τύπου της διϋδροπυριδίνης ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλ. Δοσολογία, «Κατάλογος εκδόχων»).
  • Καρδιογενής καταπληξία
  • Ασταθής στηθάγχη
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου ή μέσα σε ένα μήνα μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
warning
SPC-LOMIR

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ηπατική δυσλειτουργία
    Εξατομίκευση της δόσης
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΝεφρική δυσλειτουργία, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
    Προσεκτικό δοσολογικό σχήμα
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβεβαιωμένο ή με σοβαρή υποψία συνδρόμου νοσούντος φλεβόκομβου στους οποίους δεν έχει τοποθετηθεί βηματοδότης
    Προσοχή
  • Χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση
    Προσοχή
  • Σοβαρή αορτική στένωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή αορτική στένωση
    Εξαιρετική προσοχή
  • Στηθάγχη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα στεφανιαία νόσο, ασθενείς με προϋπάρχουσα στηθάγχη
    Μπορεί να εμφανιστεί, να αυξηθεί η συχνότητα, η διάρκεια και η σοβαρότητα των στηθαγχικών κρίσεων.
  • Υπερευαισθησία στο LOMIR
    Το φάρμακο πρέπει να διακοπεί.
  • Λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με έναν ειδικό τύπο κληρονομικής ανεπάρκειας λακτάσης (Lapp ανεπάρκεια λακτάσης) ή με δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δε θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-LOMIR

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ριφαμπικίνη ή άλλα φάρμακα που επάγουν ηπατικά ένζυμα (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη)
    Αντένδειξη
    Σημαντική μείωση της συγκέντρωσης της ισραδιπίνης στο πλάσμα.
  • Αντένδειξη
    Αυξημένοι κίνδυνοι λόγω συγχορήγησης με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP3A (π.χ. μακρολιδικά αντιβιοτικά, αναστολείς πρωτεάσης HIV, αναστολείς ανάστροφης τρανσκρυπτάσης, αντιμυκητιασικά αζόλης)
    Προσοχή
    Αυξημένα επίπεδα πλάσματος, επαύξηση δράσης και ανεπιθύμητες ενέργειες ισραδιπίνης.
  • Μπακλοφαίνη (από το στόμα)
    Παρακολούθηση
    Επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας της αντιυπερτασικής αγωγής.
  • Παρακολούθηση
    Αύξηση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
  • Παρακολούθηση
    Αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της ισραδιπίνης κατά 50%.
    ΣύστασηΜείωση της δοσολογίας του LOMIR κατά 50%.
  • Παρακολούθηση
    Μικρή αύξηση (περίπου 20%) της μέγιστης συγκέντρωσης ισραδιπίνης στο πλάσμα.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ
    Προσοχή
    Πιθανή αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της ισραδιπίνης.
sick
SPC-LOMIR

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
  • Θρομβοπενία
  • Λευκοπενία
  • Αναιμία
Μεταβολισμός και θρέψη
  • Ανορεξία
  • Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Κατάθλιψη
  • Άγχος
  • Νευρικότητα
  • Αϋπνία
Νευρικό σύστημα
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Υπαισθησία
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Οπτική δυσλειτουργία
  • Θαμπή όραση
Καρδιακές διαταραχές
  • Ταχυκαρδία
  • Αίσθημα παλμών
  • Κοιλιακές αρρυθμίες
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Στηθάγχη
  • Κολπική μαρμαρυγή
  • Βραδυκαρδία
  • Συγκοπή
Αγγειακές διαταραχές
  • Ερύθημα
  • Περιφερικό οίδημα
  • Υπόταση
  • Εγκεφαλικό επεισόδιο
Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
Γαστρεντερικό σύστημα
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Υπερπλασία των ούλων
  • Ξηροστομία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Διάρροια
Ήπατος και χοληφόρων
  • Αυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας
  • Ηπατίτιδα
Δέρματος και υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα
  • Αλλεργική δερματίτιδα
  • Κνησμός
  • Υπερεφίδρωση
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
  • Αγγειοοίδημα
  • Φωτοευαισθησία
Μυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
  • Αρθραλγία
  • Πόνος στην πλάτη
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Πόνος στα άκρα
Νεφρών και ουροφόρων οδών
  • Πολυουρία
Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
  • Στυτική δυσλειτουργία
  • Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Εξασθένιση
  • Λήθαργος
  • Θωρακικό άλγος
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αύξηση σωματικού βάρους
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Θρομβοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Λευκοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Αναιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ σπάνιες
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ σπάνιες
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Υπνηλία
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
    Νευρικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Οπτική δυσλειτουργία
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Κοιλιακές αρρυθμίες
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Στηθάγχη
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Συγκοπή
    Καρδιακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ερύθημα
    Αγγειακές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Αγγειακές διαταραχές
    Πολύ συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Εγκεφαλικό επεισόδιο
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
    Πολύ σπάνιες
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Υπερπλασία των ούλων
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Αυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας
    Ήπατος και χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Ήπατος και χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Εξάνθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Κνησμός
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Υπερεφίδρωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Φωτοευαισθησία
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
    Πολύ σπάνιες
  • Πόνος στην πλάτη
    Μυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
    Πολύ σπάνιες
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
    Πολύ σπάνιες
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικού συστήματος, συνδετικού ιστού και οστών
    Πολύ σπάνιες
  • Πολυουρία
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
    Πολύ σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
    Πολύ σπάνιες
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Πολύ σπάνιες
  • Λήθαργος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-LOMIR

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Η χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να γίνεται μόνο όταν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα αναμένεται να υπερτερήσει κάθε δυνητικού κινδύνου για το νεογνό.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Οι μητέρες που λαμβάνουν LOMIR δεν πρέπει να θηλάζουν.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
  • Η ισραντιπίνη ανήκει στην κατηγορία διϋδροπυριδίνης (DHP) των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου (CCBs), την πλέον διαδεδομένη κατηγορία CCB. - Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικά είδη διαύλων ασβεστίου στον άνθρωπο: L-, N-, P/Q-, R- και T-type. - Οι…
monitor_heart
SPC-LOMIR

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: εκλεκτικοί αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου με κυρίαρχες αγγειακές επιδράσεις, παράγωγα της διϋδροπυριδίνης, κωδικός ATC: C08C A03. Η ισραδιπίνη, η δραστική ουσία του LOMIR είναι ένας διϋδροπυριδινικός αποκλειστής διαύλων…
biotech
SPC-LOMIR

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση Μετά την απορρόφησή του κατά 90-95% από τον γαστρεντερικό σωλήνα, το LOMIR υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου με αποτέλεσμα μια βιοδιαθεσιμότητα περίπου 16-18%. Δισκία Μετά από μεμονωμένες δόσεις από το στόμα 2,5 mg έως 20 mg με μορφή…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ηπατικός. Πλήρως μεταβολίζεται πριν την απέκκριση και ανευθειασμένο φάρμακο δεν ανιχνεύεται στα ούρα.
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LOMIR
expand_more

Δισκία: Η συνιστώμενη δοσολογία σε ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση είναι 2,5mg (1 δισκίο) δύο φορές ημερησίως με ή χωρίς τροφή. Αν με τη δόση των 2,5mg δύο φορές ημερησίως δεν έχει επιτευχθεί επαρκής έλεγχος της αρτηριακής πίεσης μετά από θεραπεία τεσσάρων εβδομάδων, συνιστάται η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού παράγοντα άλλης κατηγορίας ή η αύξηση της δοσολογίας του LOMIR σε 5 mg δύο φορές ημερησίως. Καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης, σκληρά: Η συνιστώμενη δοσολογία σε ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση είναι ένα καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης των 5mg μία φορά την ημέρα. Τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.Χορηγούνται το πρωί χωρίς τροφή. Εάν με τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης των 5mg μία φορά ημερησίως δεν επιτευχθεί ικανοποιητικό αντιυπερτασικό αποτέλεσμα μετά από διάστημα τεσσάρων εβδομάδων, συνιστάται η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού παράγοντα άλλης κατηγορίας Τα δισκία και τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR μπορούν επίσης να προστεθούν στην προϋπάρχουσα αντιϋπερτασική θεραπεία. Όταν τα δισκία και τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR χορηγούνται ταυτόχρονα με σιμετιδίνη, η δοσολογία τους θα πρέπει να μειώνεται κατά 50% (βλ. παρ. 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).

Ειδικοί πληθυσμοί

Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με επιβαρυμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία Σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται έναρξη με δόση 1,25mg (μισό δισκίο) δύο φορές την ημέρα ή ένα καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης των 2,5mg μία φορά την ημέρα. Η δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε ασθενή και μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας έναρξης. Χρήση στα παιδιά Δεν έχουν διεξαχθεί καλά σχεδιασμένες κλινικές μελέτες, με τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου σε παιδιά. Παρότι υπάρχουν κάποια περιορισμένα δεδομένα για παιδιατρικούς ασθενείς, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε αυτή την ομάδα των ασθενών δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς. Ως εκ τούτου το LOMIR δε συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς.

block

Αντενδείξεις

SPC-LOMIR
expand_more
Γνωστή υπερευαισθησία στην ισραδιπίνη ή σε άλλους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου του τύπου της διϋδροπυριδίνης ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλ. παρ. 6.1, «Κατάλογος εκδόχων»). Όπως και με τους άλλους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου του τύπου της διϋδροπυριδίνης, το LOMIR δεν θα πρέπει να χορηγείται στους παρακάτω ασθενείς: • με καρδιογενή καταπληξία • με ασταθή στηθάγχη • επί εμφράγματος του μυοκαρδίου ή μέσα σε ένα μήνα μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LOMIR
expand_more
Εξατομίκευση της δόσης του LOMIR συνιστάται για τους ηλικιωμένους ασθενείς και για τους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παρ. 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης»). Ένα προσεκτικό δοσολογικό σχήμα συνιστάται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια Προσοχή χρειάζεται κατά τη θεραπεία ασθενών με επιβεβαιωμένο ή με σοβαρή υποψία συνδρόμου νοσούντος φλεβόκομβου στους οποίους δεν έχει τοποθετηθεί βηματοδότης. Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση. Εξαιρετική προσοχή χρειάζεται κατά τη χορήγηση διϋδροπυριδινών σε ασθενείς με σοβαρή αορτική στένωση. Μπορεί να εμφανιστεί στηθάγχη, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα στεφανιαία νόσο. Κατά την έναρξη της θεραπείας ή όταν οι αυξήσεις της δοσολογίας γίνονται πολύ γρήγορα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα στηθάγχη, μπορεί να αυξηθούν η συχνότητα, η διάρκεια και η σοβαρότητα των στηθαγχικών κρίσεων. Αν εμφανιστεί υπερευαισθησία στο LOMIR, το φάρμακο πρέπει να διακοπεί. Τα δισκία LOMIR περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με έναν ειδικό τύπο κληρονομικής ανεπάρκειας λακτάσης (Lapp ανεπάρκεια λακτάσης) ή με δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LOMIR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις από ταυτόχρονη χορήγηση που δεν ενδείκνυται Επιδράσεις των άλλων φαρμάκων/ενζυματικών συστημάτων στην ισραδιπίνη Αντιεπιληπτικά φάρμακα Η ταυτόχρονη χορήγηση της ριφαμπικίνης μειώνει σημαντικά τη συγκέντρωση της ισραδιπίνης στο πλάσμα. Επομένως, πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση με ριφαμπικίνη ή με άλλα φάρμακα που επάγουν ηπατικά ένζυμα (π.χ. αντιεπιληπτικά όπως καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη). Βασιζόμενοι σε μία αναφορά και στους γνωστούς κινδύνους που σχετίζονται με τη συγχορήγηση της φαινυτοϊνης με τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου θα πρέπει να αποφεύγεται ταυτόχρονη χορήγηση με φαινυτοϊνη. Αλληλεπιδράσεις που πρέπει να εξετάζονται Αντιμικροβιακά φάρμακα Έχουν αναφερθεί αυξημένα επίπεδα πλάσματος, επαύξηση της δράσης και ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (π.χ. περιφερικό οίδημα) όταν οι διϋδροπυριδίνες χορηγούνται ταυτόχρονα με αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α. Υπάρχουν λίγες ενδείξεις για τέτοιες αλληλεπιδράσεις με την ισραδιπίνη, αλλά χρειάζεται προσοχή όταν το LOMIR συγχορηγείται με ισχυρούς αναστολείς CYP3A όπως μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τρολεαντομυκίνη), αναστολείς της πρωτεάσης του HIV (π.χ. ριτοναβίρη, ιντιναβίρη, νελφιναβίρη) και αναστολείς ανάστροφης τρανσκρυπτάσης (π.χ. ντελαβιρντίνη) και αντιμυκητιασικά αζόλης (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη). Αντιϋπερτασικά φάρμακα Όπως με όλα τα αντιϋπερτασικά, ταυτόχρονη θεραπεία με από του στόματος μπακλοφαίνη μπορεί να επιφέρει επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης. Επομένως μπορεί να χρειάζεται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας της αντιυπερτασικής αγωγής. Συγχορήγηση με αλφουζοσίνη, πραζοσίνη, ταμσουλοζίνη και τεραζοσίνη αυξάνει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα. Σιμετιδίνη Η ταυτόχρονη χορήγηση της σιμετιδίνης αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της ισραδιπίνης κατά 50% περίπου. Όταν το LOMIR συγχορηγείται με σιμετιδίνη, η δοσολογία του LOMIR θα πρέπει να μειώνεται κατά 50% (βλέπε παρ. 4.2 “Δοσολογία και Τρόπος Χορήγησης”). Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα Κατά τη συγχορήγηση με δικλοφαινάκη, η μέγιστη συγκέντρωση της ισραδιπίνης στο πλάσμα αυξάνεται περίπου κατά 20% αλλά δεν θεωρείται κλινικώς σημαντική, καθώς σε σταθερή κατάσταση η έκθεση παραμένει η ίδια. Η φαρμακοκινητική της ισραδιπίνης δεν τροποποιείται με την ταυτόχρονη χορήγηση διγοξίνης, προπρανολόλης, βαρφαρίνης, υδροχλωροθειαζίδης ή κυκλοσπορίνης. Επιδράσεις της ισραδιπίνης στα άλλα φάρμακα/ενζυματικά συστήματα Η ισραδιπίνη δε φαίνεται να αναστέλλει, κλινικώς σημαντικά, τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450, ιδιαίτερα το CYP3A4. Η ισραδιπίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της διγοξίνης, της βαρφαρίνης, της υδροχλωροθειαζίδης, της δικλοφαινάκης, της θεοφυλλίνης, της τριαζολάμης ή της κυκλοσπορίνης. Η ισραδιπίνη προκαλεί μια μικρή αύξηση (27%) στη βιοδιαθεσιμότητα (ΑUC) της προπρανολόλης. Η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Αλληλεπιδράσεις με την τροφή Η ταυτόχρονη κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ μπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της ισραδιπίνης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LOMIR
expand_more

Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες είναι ήπιες, σχετίζονται με τις αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες του φαρμάκου και είναι δοσοεξαρτώμενες: ζάλη, κεφαλαλγία, εξάψεις, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών και εντοπισμένο περιφερικό οίδημα μη καρδιακής αιτιολογίας (σχετίζεται με τοπική αρτηριακή διαστολή παρά με κατακράτηση υγρών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες τείνουν να εξαφανισθούν ή να μειωθούν σε ένταση καθώς συνεχίζεται η θεραπεία. Καλύτερη ανοχή μπορεί να επιτευχθεί με τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR. Η εμφάνιση ζάλης, κεφαλαλγίας, εξάψεων και περιφερικού οιδήματος είναι μικρότερη σε σύγκριση με τα δισκία LOMIR. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ταξινομημένες κατά σειρά συχνότητας, πρώτες οι πιο συχνά εμφανιζόμενες, χρησιμοποιώντας τον εξής κανόνα: Πολύ συχνές (=1/10), συχνές (=1/100, <1/10), όχι συχνές (=1/1,000, <1/100), σπάνιες (=1/10,000, <1/1,000), πολύ σπάνιες (<1/10,000), μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα), συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων αναφορών, Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Πίνακας 1 Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες (πιο συχνές με την ισραδιπίνη παρά με το εικονικό φάρμακο) και αυτές που συλλέχθηκαν από αυθόρμητες αναφορές παρουσιάζονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος

Πολύ σπάνιες: Θρομβοπενία, λευκοπενία, αναιμία

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

Πολύ σπάνιες: Ανορεξία, μειωμένη όρεξη

Ψυχιατρικές διαταραχές

Πολύ σπάνιες: Κατάθλιψη, άγχος, νευρικότητα Μη γνωστές: Αϋπνία

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία Συχνές: Ζάλη Πολύ σπάνιες: Υπαισθησία, παραισθησία, υπνηλία Μη γνωστές: Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο

Οφθαλμικές διαταραχές

Πολύ σπάνιες: Οπτική δυσλειτουργία, θαμπή όραση

Καρδιακές διαταραχές

Συχνές: Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών Πολύ σπάνιες: Κοιλιακές αρρυθμίες, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, στηθάγχη, κολπική μαρμαρυγή, βραδυκαρδία Μη γνωστές: Συγκοπή

Αγγειακές διαταραχές

Πολύ συχνές: Ερύθημα, περιφερικό οίδημα Όχι συχνές: Υπόταση Μη γνωστές: Εγκεφαλικό επεισόδιο

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου

Συχνές: Δύσπνοια Πολύ σπάνιες: Βήχας

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος

Συχνές: Κοιλιακή δυσφορία Πολύ σπάνιες: Έμετος, ναυτία, υπερπλασία των ούλων Μη γνωστές: Ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, διάρροια

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων

Πολύ σπάνιες: Αυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας, ηπατίτιδα

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού

Συχνές: Εξάνθημα Πολύ σπάνιες: Αλλεργική δερματίτιδα, κνησμός, υπερεφίδρωση, αναφυλακτικές αντιδράσεις και αγγειοοίδημα, φωτοευαισθησία.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών

Πολύ σπάνιες: Αρθραλγία, πόνος στην πλάτη, μυϊκοί σπασμοί, πόνος στα άκρα

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών

Συχνές: Πολυουρία

Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού

Πολύ σπάνιες: Στυτική δυσλειτουργία, γυναικομαστία

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

Συχνές: Κόπωση, αίσθημα κακουχίας Πολύ σπάνιες: Εξασθένιση Μη γνωστές: Λήθαργος, θωρακικό άλγος

Παρακλινικές εξετάσεις

Όχι συχνές: Αύξηση σωματικού βάρους

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LOMIR
expand_more

Κύηση

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του LOMIR σε έγκυες γυναίκες. Δεδομένα από περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών που χρησιμοποίησαν το LOMIR κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης δεν έδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της ισραδιπίνης στην εγκυμοσύνη ή στην υγεία του εμβρύου ή του νεογνού. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν διαθέσιμα άλλα επιδημιολογικά στοιχεία. Μελέτες σε ζώα δε δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη, με δόσεις σε θεραπευτικά επίπεδα (βλ. παρ. 5.3 «Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια»),. Η από του στόματος χορήγηση του LOMIR στο τρίτο τρίμηνο της κύησης δεν έχει συσχετισθεί με αλλαγή του καρδιακού ρυθμού του εμβρύου ή της αιματικής ροής του πλακούντα και οι τοκολυτικές δράσεις δείχνουν να είναι ελάχιστες. Όμως, λόγω της ανεπαρκούς εμπειρίας της χρήσης του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να γίνεται μόνο όταν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα αναμένεται να υπερτερήσει κάθε δυνητικού κινδύνου για το νεογνό.

Γαλουχία

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του LOMIR σε γυναίκες που θηλάζουν. Δεδομένα από μία μελέτη σε αρουραίους έδειξαν ότι μικρές ποσότητες ισραδιπίνης διέρχονται στο μητρικό γάλα. Παρόλο που πειράματα σε ζώα δεν έδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της ισραδιπίνης όταν χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια του θηλασμού, η ασφάλεια του σε θηλάζοντα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Γι’ αυτό το λόγο οι μητέρες που λαμβάνουν LOMIR δεν πρέπει να θηλάζουν.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LOMIR
expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: εκλεκτικοί αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου με κυρίαρχες αγγειακές επιδράσεις, παράγωγα της διϋδροπυριδίνης, κωδικός ATC: C08C A03. Η ισραδιπίνη, η δραστική ουσία του LOMIR είναι ένας διϋδροπυριδινικός αποκλειστής διαύλων ασβεστίου με εκλεκτική δράση στην τάση των διαύλοων του ασβεστίου (τύπος-L ή «μακράς δράσης»). Η ισραδιπίνη έχει μεγαλύτερη συγγένεια για τους διαύλους του ασβεστίου που βρίσκονται στις λείες μυϊκές ίνες των αρτηριών παρά για εκείνους που βρίσκονται στο μυοκάρδιο. Συνεπώς διαστέλλει κυρίως τις στεφανιαίες και εγκεφαλικές αρτηρίες καθώς και αυτές των σκελετικών μυών χωρίς να καταστέλλει ιδιαιτέρως την καρδιακή λειτουργία. Λόγω της περιφερικής αγγειοδιαστολής η αρτηριακή πίεση ελαττώνεται. Πειράματα σε ζώα και σε ανθρώπους δείχνουν ότι η ισραδιπίνη ασκεί μια ελάχιστη κατασταλτική επίδραση στο φλεβόκομβο αλλά δεν παραβλάπτει την κολποκοιλιακή αγωγή ή τη συσταλτική λειτουργία του μυοκαρδίου. Για το λόγο αυτό η αντανακλαστική ταχυκαρδία είναι μέτρια και δεν παρατηρείται επιμήκυνση του διαστήματος QT ούτε και όταν έχει προηγηθεί θεραπεία με έναν β-αναστολέα. Η ισραδιπίνη, σε δόσεις που ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση, έχει επίσης αποδειχθεί ότι διαθέτει μία μέτρια αλλά στατιστικά σημαντική νατριοδιουρητική δραστηριότητα στον άνθρωπο και στα ζώα και ότι ασκεί αντιαθηρωματογόνο δράση στα ζώα. Η θεραπεία με την ισραδιπίνη αυξάνει ελαφρά την νεφρική αιματική ροή και τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Επίσης κατά τους πρώτους 3 με 6 μήνες της θεραπείας μειώνει ελαφρά την νεφρική αγγειακή αντίσταση. Αυτές οι αλλαγές δεν διατηρούνται μετά από 1 χρόνο θεραπείας και η νεφρική λειτουργία διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση σε σχέση με τους υπερτασικούς ασθενείς που δεν ακολούθησαν κάποια θεραπεία. Η θεραπεία με την ισραδιπίνη προκαλεί επιμένουσα νατριούρηση και διούρηση, η οποία συνεισφέρει στην αντιϋπερτασική της δράση. Οι αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου ασκούν επίσης μια προστατευτική δράση στους νεφρούς σε μεταμοσχευμένους ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο φαίνεται εκεί να παίζει η διαστολή του προσαγωγού αρτηριδίου. Στους υπερτασικούς ασθενείς μια δοσοεξαρτώμενη μείωση της πίεσης επιτυγχάνεται μέσα σε δύο με τρείς ώρες από τη λήψη του δισκίου όταν αυτή μετριέται σε ύπτια, καθιστή και όρθια στάση. Σε θεραπευτική χρήση, η μακράς διάρκειας δράση του LOMIR εξασφαλίζει έλεγχο για όλο το εικοσιτετράωρο της αρτηριακής πίεσης με χορήγηση του δισκίου δύο φορές την ημέρα ή με λήψη του καψακίου παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR μία φορά την ημέρα. Σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης παρατηρείται μετά από μία εβδομάδα αγωγής, αλλά απαιτούνται τουλάχιστον τρεις με τέσσερις εβδομάδες για να επιτευχθεί το μέγιστο αποτέλεσμα της δράσης. Με τα δισκία η αύξηση του καρδιακού ρυθμού ηρεμίας είναι ελάχιστη (λιγότερο από 5 σφύξεις/min) και όχι δοσοεξαρτώμενη. Με τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό. Το LOMIR είναι καλώς ανεκτό όταν χορηγείται σε ασθενείς με υπέρταση ή σταθερή στηθάγχη σε δόσεις μέχρι 20 και 22.5 mg την ημέρα αντίστοιχα. Μεμονωμένες δόσεις LOMIR από το στόμα άμβλυναν την αντίδραση ασθματικών ασθενών με βρογχόσπασμο στην άσκηση. Μη έχοντας καμία κλινικώς εμφανή επίδραση στην ομοιόσταση της γλυκόζης, η ισραδιπίνη μπορεί να χορηγηθεί σε διαβητικούς ασθενείς. Δεν έχει αναφερθεί εξασθένιση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος του LOMIR σε μελέτες που διήρκησαν έως δύο χρόνια.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LOMIR
expand_more
Απορρόφηση Μετά την απορρόφησή του κατά 90-95% από τον γαστρεντερικό σωλήνα, το LOMIR υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου με αποτέλεσμα μια βιοδιαθεσιμότητα περίπου 16-18%. Δισκία Μετά από μεμονωμένες δόσεις από το στόμα 2,5 mg έως 20 mg με μορφή δισκίου, η μέγιστη συγκέντρωση της ισραδιπίνης στο πλάσμα φτάνει περίπου το 1ng/mL/mg. Η ισραδιπίνη μπορεί να ανιχνευθεί στο πλάσμα μέσα σε 20 λεπτά και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 2 ώρες περίπου. Τόσο η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα όσο και η περιοχή κάτω από την καμπύλη εμφανίζουν γραμμική συσχέτιση με τη δόση μετά από δόσεις μέχρι και 20 mg από το στόμα. Η λήψη του δισκίου με την τροφή μπορεί να καθυστερήσει το χρόνο της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα κατά μία ώρα χωρίς να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα. Καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης Τόσο η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα όσο και η περιοχή κάτω από την καμπύλη εμφανίζουν γραμμική συσχέτιση με τη δόση μετά από δόσεις μέχρι και 20 mg από το στόμα. Το 50% περίπου της ισραδιπίνης που περιέχεται στα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR απορροφάται μέσα σε 10 ώρες και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 5 έως 7 ώρες περίπου μετά τη λήψη της δόσης. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα για μια δόση των 5mg καψακίου παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι 1ng/mL και σε σταθερή κατάσταση 1.81ng/mL. Η λήψη του καψακίου παρατεταμένης αποδέσμευσης με την τροφή οδηγεί σε ελαφρά μεγαλύτερες συγκεντρώσεις πλάσματος και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων παρατεταμένης αποδέσμευσης LOMIR κατά 20%. Κατανομή Η ισραδιπίνη είναι δεσμευμένη περίπου κατά 95% (28) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο φαινομενικός όγκος κατανομής της είναι 283 λίτρα. Μεταβολισμός Η ισραδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω αποεστεροποίησης και αρωματοποίησης της διϋδροπυριδινικής ομάδας. Οι πέντε μεταβολίτες της ισραδιπίνης υπολογίζονται στο 95% της δόσης του γονικού φαρμάκου. Ι n vitro δεδομένα έδειξαν ότι κανένας από αυτούς τους μεταβολίτες δε συνεισφέρει στα καρδιοαγγειακά αποτελέσματα της ισραδιπίνης. Αποβολή Η ολική κάθαρση του LOMIR είναι 43 λίτρα/ώρα. Η απέκκριση του είναι διφασική με τελική ημιπερίοδο ζωής 8,4 ωρών. Περίπου το 60-65% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 25-30% στα κόπρανα ως μεταβολίτες. Δεν έχει ανιχνευθεί αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα. Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχει βρεθεί καμία σαφής συσχέτιση μεταξύ νεφρικής λειτουργίας και βιοδιαθεσιμότητας, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχει παρατηρηθεί τόσο αύξηση όσο και ελάττωση της κάθαρσης της κρεατινίνης και της συστηματικής κάθαρσης της ισραδιπίνης. Ηλικιωμένοι ασθενείς και ηπατική δυσλειτουργία Η βιοδιαθεσιμότητα της ισραδιπίνης αυξήθηκε σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία με αυξήσεις έως και 27%.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

8 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

95%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

περίπου 15–24%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
3784
Μοριακός τύπος
C19H21N3O5
Μοριακό βάρος
371.4
IUPAC
3-O-methyl 5-O-propan-2-yl 4-(2,1,3-benzoxadiazol-4-yl)-2,6-dimethyl-1,4-dihydropyridine-3,5-dicarboxylate
InChIKey
HMJIYCCIJYRONP-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· Α-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.