ISRADIPINE
Ισραδιπίνη
### Μηχανισμός δράσης Η ισραδιπίνη, η δραστική ουσία του Ισραδιπίνη είναι ένας διϋδροπυριδινικός αποκλειστής διαύλων ασβεστίου με εκλεκτική δράση στην τάση των διαύλοων του ασβεστίου (τύπος-L ή «μακράς δράσης»).
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Για δισκία: με ή χωρίς τροφή. Για καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης: το πρωί χωρίς τροφή.
- Δόση έναρξης: 2,5mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Αύξηση σε 5 mg δύο φορές ημερησίως αν δεν επιτευχθεί επαρκής έλεγχος της αρτηριακής πίεσης με 2,5mg δύο φορές ημερησίως μετά από 4 εβδομάδες (για δισκία).
-
Ενήλικες (Δισκία)Δόση2,5mg δύο φορές ημερησίωςΜέγ. δόση5 mg δύο φορές ημερησίωςΓια ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση. Εάν δεν επιτευχθεί επαρκής έλεγχος μετά από θεραπεία τεσσάρων εβδομάδων, μπορεί να αυξηθεί η δόση ή να προστεθεί άλλος αντιυπερτασικός παράγοντας.
-
Ενήλικες (Καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης)Δόση5mg μία φορά την ημέραΓια ήπια έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση. Εάν δεν επιτευχθεί ικανοποιητικό αποτέλεσμα μετά από διάστημα τεσσάρων εβδομάδων, συνιστάται η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού παράγοντα άλλης κατηγορίας. Να καταπίνονται ολόκληρα, το πρωί χωρίς τροφή.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς, ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΈναρξη με 1,25mg (δισκίο) δύο φορές την ημέρα ή 2,5mg (καψάκιο παρατεταμένης αποδέσμευσης) μία φορά την ημέραΗ δοσολογία εξατομικεύεται ανάλογα με τις απαιτήσεις του κάθε ασθενή και μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας έναρξης.
-
ΠαιδιάΔεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην ισραδιπίνη ή σε άλλους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου του τύπου της διϋδροπυριδίνης ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Ασταθής στηθάγχη
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςσε ασθενείς επί εμφράγματος του μυοκαρδίου ή μέσα σε ένα μήνα μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΔοσολογίαΠληθυσμόςηλικιωμένοι ασθενείςΣυνιστάται εξατομίκευση της δόσης
-
ΔοσολογίαΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται εξατομίκευση της δόσης
-
ΔοσολογίαΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΣυνιστάται προσεκτικό δοσολογικό σχήμα
-
ΔοσολογίαΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΣυνιστάται προσεκτικό δοσολογικό σχήμα
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβουπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με επιβεβαιωμένο ή με σοβαρή υποψία συνδρόμου νοσούντος φλεβόκομβου στους οποίους δεν έχει τοποθετηθεί βηματοδότηςΧρειάζεται προσοχή
-
Χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεσηΣυνιστάται προσοχή
-
Σοβαρή αορτική στένωσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή αορτική στένωσηΧρειάζεται εξαιρετική προσοχή κατά τη χορήγηση διϋδροπυριδινών
-
ΣτηθάγχηΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα στεφανιαία νόσοΜπορεί να εμφανιστεί στηθάγχη, ιδίως στην έναρξη της θεραπείας ή με γρήγορες αυξήσεις της δόσης, με αύξηση της συχνότητας, διάρκειας και σοβαρότητας των κρίσεων
-
ΥπερευαισθησίαΤο φάρμακο πρέπει να διακοπεί
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με έναν ειδικό τύπο κληρονομικής ανεπάρκειας λακτάσης (Lapp ανεπάρκεια λακτάσης) ή με δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔε θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΜειώνει σημαντικά τη συγκέντρωση της ισραδιπίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΑποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Φάρμακα που επάγουν ηπατικά ένζυμα (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη)αντένδειξηΜειώνουν τη συγκέντρωση της ισραδιπίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΑποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
αντένδειξηΥπάρχουν γνωστοί κίνδυνοι που σχετίζονται με τη συγχορήγηση με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου.ΣύστασηΑποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A (π.χ. μακρολιδικά αντιβιοτικά, αναστολείς πρωτεάσης του HIV, αναστολείς ανάστροφης τρανσκρυπτάσης, αντιμυκητιασικά αζόλης)προσοχήΑυξημένα επίπεδα πλάσματος, επαύξηση δράσης και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. περιφερικό οίδημα) της ισραδιπίνης.ΣύστασηΧρειάζεται προσοχή.
-
Από του στόματος μπακλοφαίνηπαρακολούθησηΜπορεί να επιφέρει επιπλέον μείωση της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΜπορεί να χρειάζεται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας της αντιυπερτασικής αγωγής.
-
παρακολούθησηΑυξάνει το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα.ΣύστασηΝα εξετάζεται.
-
προσοχήΑυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της ισραδιπίνης κατά 50% περίπου.ΣύστασηΗ δοσολογία του Ισραδιπίνη θα πρέπει να μειώνεται κατά 50%.
-
παρακολούθησηΗ μέγιστη συγκέντρωση της ισραδιπίνης στο πλάσμα αυξάνεται περίπου κατά 20%, αλλά δεν θεωρείται κλινικώς σημαντική.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή.
-
Η φαρμακοκινητική της ισραδιπίνης δεν τροποποιείται με την ταυτόχρονη χορήγηση αυτών. Η ισραδιπίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική τους.
-
Προπρανολόλη (επηρεαζόμενη από ισραδιπίνη)παρακολούθησηΗ ισραδιπίνη προκαλεί μια μικρή αύξηση (27%) στη βιοδιαθεσιμότητα (AUC) της προπρανολόλης. Η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.ΣύστασηΝα εξετάζεται.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της ισραδιπίνης.ΣύστασηΝα αποφεύγεται η ταυτόχρονη κατανάλωση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Συγκοπή
- Εγκεφαλικό επεισόδιο
- Λήθαργος
- Οπτική δυσλειτουργία
- Θαμπή όραση
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Κοιλιακή αρρυθμία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Στηθάγχη
- Κολπική μαρμαρυγή
- Βραδυκαρδία
- Ερύθημα
- Εξάνθημα
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Κνησμός
- Υπερεφίδρωση
- Φωτοευαισθησία
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Υπόταση
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Κοιλιακή δυσφορία
- Έμετος
- Ναυτία
- Υπερπλασία των ούλων
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Αυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατίτιδα
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αγγειοοίδημα
- Αρθραλγία
- Πόνος στην πλάτη
- Μυϊκοί σπασμοί
- Πόνος στα άκρα
- Πολυουρία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τιμές κατά τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΟπτική δυσλειτουργίαΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερεφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χορήγηση του φαρμάκου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να γίνεται μόνο όταν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα αναμένεται να υπερτερήσει κάθε δυνητικού κινδύνου για το νεογνό.Περιορισμένα δεδομένα. Μελέτες σε ζώα δε δείχνουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε θεραπευτικά επίπεδα. Δεν έχει συσχετισθεί με αλλαγή καρδιακού ρυθμού εμβρύου ή αιματικής ροής πλακούντα στο τρίτο τρίμηνο.
-
ΓαλουχίαΟι μητέρες που λαμβάνουν Ισραδιπίνη δεν πρέπει να θηλάζουν.Περιορισμένα δεδομένα. Μικρές ποσότητες ισραδιπίνης διέρχονται στο μητρικό γάλα σε αρουραίους. Η ασφάλεια σε θηλάζοντα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η ισραδιπίνη, η δραστική ουσία του Ισραδιπίνη είναι ένας διϋδροπυριδινικός αποκλειστής διαύλων ασβεστίου με εκλεκτική δράση στην τάση των διαύλοων του ασβεστίου (τύπος-L ή «μακράς δράσης»). Η ισραδιπίνη έχει μεγαλύτερη συγγένεια για τους διαύλους του ασβεστίου που βρίσκονται στις λείες μυϊκές ίνες των αρτηριών παρά για εκείνους που βρίσκονται στο μυοκάρδιο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Συνεπώς διαστέλλει κυρίως τις στεφανιαίες και εγκεφαλικές αρτηρίες καθώς και αυτές των σκελετικών μυών χωρίς να καταστέλλει ιδιαιτέρως την καρδιακή λειτουργία. Λόγω της περιφερικής αγγειοδιαστολής η αρτηριακή πίεση ελαττώνεται. Πειράματα σε ζώα και σε ανθρώπους δείχνουν ότι η ισραδιπίνη ασκεί μια ελάχιστη κατασταλτική επίδραση στο φλεβόκομβο αλλά δεν παραβλάπτει την κολποκοιλιακή αγωγή ή τη συσταλτική λειτουργία του μυοκαρδίου. Για το λόγο αυτό η αντανακλαστική ταχυκαρδία είναι μέτρια και δεν παρατηρείται επιμήκυνση του διαστήματος QT ούτε και όταν έχει προηγηθεί θεραπεία με έναν β-αναστολέα. Η ισραδιπίνη, σε δόσεις που ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση, έχει επίσης αποδειχθεί ότι διαθέτει μία μέτρια αλλά στατιστικά σημαντική νατριοδιουρητική δραστηριότητα στον άνθρωπο και στα ζώα και ότι ασκεί αντιαθηρωματογόνο δράση στα ζώα. Η θεραπεία με την ισραδιπίνη αυξάνει ελαφρά την νεφρική αιματική ροή και τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Επίσης κατά τους πρώτους 3 με 6 μήνες της θεραπείας μειώνει ελαφρά την νεφρική αγγειακή αντίσταση. Αυτές οι αλλαγές δεν διατηρούνται μετά από 1 χρόνο θεραπείας και η νεφρική λειτουργία διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση σε σχέση με τους υπερτασικούς ασθενείς που δεν ακολούθησαν κάποια θεραπεία. Η θεραπεία με την ισραδιπίνη προκαλεί επιμένουσα νατριούρηση και διούρηση, η οποία συνεισφέρει στην αντιϋπερτασική της δράση. Οι αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου ασκούν επίσης μια προστατευτική δράση στους νεφρούς σε μεταμοσχευμένους ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο φαίνεται εκεί να παίζει η διαστολή του προσαγωγού αρτηριδίου. Στους υπερτασικούς ασθενείς μια δοσοεξαρτώμενη μείωση της πίεσης επιτυγχάνεται μέσα σε δύο με τρείς ώρες από τη λήψη του δισκίου όταν αυτή μετριέται σε ύπτια, καθιστή και όρθια στάση. Σε θεραπευτική χρήση, η μακράς διάρκειας δράση του Ισραδιπίνη εξασφαλίζει έλεγχο για όλο το εικοσιτετράωρο της αρτηριακής πίεσης με χορήγηση του δισκίου δύο φορές την ημέρα ή με λήψη του καψακίου παρατεταμένης αποδέσμευσης Ισραδιπίνη μία φορά την ημέρα. Σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης παρατηρείται μετά από μία εβδομάδα αγωγής, αλλά απαιτούνται τουλάχιστον τρεις με τέσσερις εβδομάδες για να επιτευχθεί το μέγιστο αποτέλεσμα της δράσης. Με τα δισκία η αύξηση του καρδιακού ρυθμού ηρεμίας είναι ελάχιστη (λιγότερο από 5 σφύξεις/min) και όχι δοσοεξαρτώμενη. Με τα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν παρατηρήθηκαν αλλαγές στον καρδιακό ρυθμό. Το Ισραδιπίνη είναι καλώς ανεκτό όταν χορηγείται σε ασθενείς με υπέρταση ή σταθερή στηθάγχη σε δόσεις μέχρι 20 και 22.5 mg την ημέρα αντίστοιχα. Μεμονωμένες δόσεις Ισραδιπίνη από το στόμα άμβλυναν την αντίδραση ασθματικών ασθενών με βρογχόσπασμο στην άσκηση. Μη έχοντας καμία κλινικώς εμφανή επίδραση στην ομοιόσταση της γλυκόζης, η ισραδιπίνη μπορεί να χορηγηθεί σε διαβητικούς ασθενείς. Δεν έχει αναφερθεί εξασθένιση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος του Ισραδιπίνη σε μελέτες που διήρκησαν έως δύο χρόνια.
Απορρόφηση
Μετά την απορρόφησή του κατά 90-95% από τον γαστρεντερικό σωλήνα, το Ισραδιπίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου με αποτέλεσμα μια βιοδιαθεσιμότητα περίπου 16-18%.
Δισκία
Μετά από μεμονωμένες δόσεις από το στόμα 2,5 mg έως 20 mg με μορφή δισκίου, η μέγιστη συγκέντρωση της ισραδιπίνης στο πλάσμα φτάνει περίπου το 1ng/mL/mg. Η ισραδιπίνη μπορεί να ανιχνευθεί στο πλάσμα μέσα σε 20 λεπτά και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 2 ώρες περίπου. Τόσο η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα όσο και η περιοχή κάτω από την καμπύλη εμφανίζουν γραμμική συσχέτιση με τη δόση μετά από δόσεις μέχρι και 20 mg από το στόμα. Η λήψη του δισκίου με την τροφή μπορεί να καθυστερήσει το χρόνο της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα κατά μία ώρα χωρίς να επηρεάσει τη βιοδιαθεσιμότητα.
Καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης
Τόσο η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα όσο και η περιοχή κάτω από την καμπύλη εμφανίζουν γραμμική συσχέτιση με τη δόση μετά από δόσεις μέχρι και 20 mg από το στόμα. Το 50% περίπου της ισραδιπίνης που περιέχεται στα καψάκια παρατεταμένης αποδέσμευσης Ισραδιπίνη απορροφάται μέσα σε 10 ώρες και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 5 έως 7 ώρες περίπου μετά τη λήψη της δόσης. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα για μια δόση των 5mg καψακίου παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι 1ng/mL και σε σταθερή κατάσταση 1.81ng/mL. Η λήψη του καψακίου παρατεταμένης αποδέσμευσης με την τροφή οδηγεί σε ελαφρά μεγαλύτερες συγκεντρώσεις πλάσματος και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα των καψακίων παρατεταμένης αποδέσμευσης Ισραδιπίνη κατά 20%.
Κατανομή
Η ισραδιπίνη είναι δεσμευμένη περίπου κατά 95% (28) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο φαινομενικός όγκος κατανομής της είναι 283 λίτρα.
Μεταβολισμός
Η ισραδιπίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω αποεστεροποίησης και αρωματοποίησης της διϋδροπυριδινικής ομάδας. Οι πέντε μεταβολίτες της ισραδιπίνης υπολογίζονται στο 95% της δόσης του γονικού φαρμάκου. In vitro δεδομένα έδειξαν ότι κανένας από αυτούς τους μεταβολίτες δε συνεισφέρει στα καρδιοαγγειακά αποτελέσματα της ισραδιπίνης.
Αποβολή
Η ολική κάθαρση του Ισραδιπίνη είναι 43 λίτρα/ώρα. Η απέκκριση του είναι διφασική με τελική ημιπερίοδο ζωής 8,4 ωρών. Περίπου το 60-65% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 25-30% στα κόπρανα ως μεταβολίτες. Δεν έχει ανιχνευτεί αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχει βρεθεί καμία σαφής συσχέτιση μεταξύ νεφρικής λειτουργίας και βιοδιαθεσιμότητας, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχει παρατηρηθεί τόσο αύξηση όσο και ελάττωση της κάθαρσης της κρεατινίνης και της συστηματικής κάθαρσης της ισραδιπίνης.
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ηπατική δυσλειτουργία
Η βιοδιαθεσιμότητα της ισραδιπίνης αυξήθηκε σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία με αυξήσεις έως και 27%.
- Η ισραντιπίνη ανήκει στην κατηγορία διϋδροπυριδίνης (DHP) των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου (CCBs), την πλέον διαδεδομένη κατηγορία CCB. - Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικά είδη διαύλων ασβεστίου στον άνθρωπο: L-, N-, P/Q-, R- και T-type. - Οι…
Μηχανισμός δράσης Η ισραδιπίνη, η δραστική ουσία του Ισραδιπίνη είναι ένας διϋδροπυριδινικός αποκλειστής διαύλων ασβεστίου με εκλεκτική δράση στην τάση των διαύλοων του ασβεστίου (τύπος-L ή «μακράς δράσης»). Η ισραδιπίνη έχει μεγαλύτερη συγγένεια για…
Απορρόφηση Μετά την απορρόφησή του κατά 90-95% από τον γαστρεντερικό σωλήνα, το Ισραδιπίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου με αποτέλεσμα μια βιοδιαθεσιμότητα περίπου 16-18%. Δισκία Μετά από μεμονωμένες δόσεις από το στόμα 2,5 mg έως 20…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
- Κλάση: Διϋδροπυριδίνη (DHP) κατηγορίας αποκλειστών διαύλων ασβεστίου (CCBs), η πλέον διαδεδομένη κατηγορία CCB.
- Σχετικότητα: Δομικά σχετίζεται με τη φελδοπίνη (felodipine), τη νιφεδιπίνη (nifedipine) και τη νιμοδιπίνη (nimodipine), και αποτελεί τον πιο ισχυρό αγωγό αποκλεισμού διαύλων ασβεστίου στην κατηγορία DHP.
- Μηχανισμός δράσης: Δεσμεύεται σε διαύλους ασβεστίου με υψηλή συγγένεια και ειδικότητα και εμποδίζει τη ροή ασβεστίου στα καρδιακά κύτταρα και στα αρτηριακά λία μυϊκά κύτταρα.
- Επιλεκτικότητα: Εμφανίζει μεγαλύτερη επιλογή προς αρτηριακό λείο μυϊκό ιστό λόγω εναλλακτικού σπλασιασμού της υπομονάδας α-1 του κανάλιου και αυξημένης παρουσίας ανενεργών διαύλων στα κύτταρα λείου μυός.
- Ενδεικτικά στοιχεία χρήσης: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας πρωτοπαθούς υπέρτασης.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
- Για τη διαχείριση ήπιας έως μέτριας πρωτοπαθούς υπέρτασης.
- Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνη της ή σε συνδυασμό με διουρητικά τύπου θειαζίδης.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
- Η ισραντιπίνη μειώνει τη συσταλτικότητα του αρτηριακού λείου μυϊκού ιστού και τη συνακόλουθη αγγειοσύσπαση εμποδίζοντας την είσοδο ιόντων ασβεστίου μέσω των καναλιών τύπου L.
- Τα ιόντα ασβεστίου που εισέρχονται συνδέονται με τη καλμοδουλίνη (calmodulin). Η καλμοδουλίνη με συνδεδεμένο ασβέστιο στη συνέχεια συνδέεται και ενεργοποιεί τη μυοσίνης ελαφριά αλυσίδα κινάσης (MLCK).
- Η ενεργοποιημένη MLCK καταλύει τη φωσφορυλίωση της ρυθμιστικής ελαφριάς αλυσίδας της μυοσίνης, βήμα κλειδί στη σύσπαση.
- Η ενίσχυση της σηματοδότησης επιτυγχάνεται μέσω της ασβεστιοδιευθυνόμενης απελευθέρωσης ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό ρετιiculum μέσω των υποδοχέων ρινανδίνης.
- Αναστολή της αρχικής εισροής ασβεστίου μειώνει τη δραστηριότητα σύσπασης του αρτηριακού λείου μυός, οδηγώντας σε αγγειοδιαστολή.
- Οι αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες της ισραντιπίνης συμβάλλουν στη συνολική μείωση της αρτηριακής πίεσης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
- Η ισραντιπίνη ανήκει στην κατηγορία διϋδροπυριδίνης (DHP) των αποκλειστών διαύλων ασβεστίου (CCBs), την πλέον διαδεδομένη κατηγορία CCB.
- Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικά είδη διαύλων ασβεστίου στον άνθρωπο: L-, N-, P/Q-, R- και T-type.
- Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου στοχεύουν στους διαύλους τύπου L, τον κύριο διαύλο στους μυϊκούς ιστούς που μεσολαβεί τη σύσπαση.
- Όμοια με άλλους DHP-CCB, η ισραντιπίνη δεσμεύεται απευθείας σε ανενεργούς διαύλους ασβεστίου, σταθεροποιώντας τη «ανενεργή» διαμόρφωση.
- Δεδομένου ότι οι αποπολώσεις του αρτηριακού λείου μυός διαρκούν περισσότερο από εκείνες του καρδιακού μυός, οι ανενεργοί διά βάρους διαύλοι είναι πιο διαδεδομένοι στα λείους μυς.
- Ο εναλλακτικός σπλασιασμός της υπομονάδας α-1 του καναλιού δίνει στην ισραντιπίνη επιπλέον αρτηριακή επιλεκτικότητα.
- Σε θεραπευτικά υποτοξικές συγκεντρώσεις, η ισραντιπίνη έχει μικρή επίδραση στα καρδιακά μυοκύτταρα και στα αγώγιμα κύτταρα.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
- Η ισραντιπίνη απορροφάται κατά 90%–95% και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό κατά την πρώτη διέλευση, με αποτέλεσμα βιοδιαθεσιμότητα περίπου 15%–24%.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
- 8 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
- Δέσμευση πρωτεΐνης: 95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
- Οδός απέκκρισης: Περίπου 60%–65% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 25%–30% στα κόπρανα.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
- Τοξικότητα
- Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν λήθαργο, ταχυκαρδία κόλπου (sinus tachycardia) και παροδική υπόταση. Παρατηρήθηκε σημαντική θνητότητα σε ποντίκια που έλαβαν από του στόματος δόσεις άνω των 200 mg/kg και σε κουνέλια που έλαβαν περίπου 50 mg/kg ισραντιπίνης. Οι αρουραίοι άντεξαν δόσεις άνω των 2000 mg/kg χωρίς επιδράσεις στην επιβίωση.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ισραδιπίνη μειώνει τη συσταλτικότητα των αρτηριακών λείων μυών και την επακόλουθη αγγειοσύσπαση, αναστέλλοντας την εισροή ιόντων ασβεστίου μέσω των διαύλων ασβεστίου τύπου L. Τα ιόντα ασβεστίου που εισέρχονται στο κύτταρο μέσω αυτών των διαύλων συνδέονται με την καλμοδουλίνη. Η δεσμευμένη με ασβέστιο καλμοδουλίνη στη συνέχεια συνδέεται και ενεργοποιεί τη μυοσίνη ελαφριά αλυσίδα κινάση (MLCK). Η ενεργοποιημένη MLCK καταλύει τη φωσφορυλίωση της ρυθμιστικής ελαφριάς αλυσίδας της μυοσίνης, ένα κρίσιμο βήμα στη μυϊκή σύσπαση. Η ενίσχυση του σήματος επιτυγχάνεται με την επαγόμενη από ασβέστιο απελευθέρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο μέσω των υποδοχέων ριανοδίνης. Η αναστολή της αρχικής εισροής ασβεστίου μειώνει την συσταλτική δραστηριότητα των αρτηριακών κυττάρων λείων μυών και οδηγεί σε αγγειοδιαστολή. Τα αγγειοδιασταλτικά αποτελέσματα της ισραδιπίνης οδηγούν σε συνολική μείωση της αρτηριακής πίεσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ισραδιπίνη ανήκει στην κατηγορία των διυδροπυριδινών (DHP) αναστολέων των διαύλων ασβεστίου (CCBs), την ευρύτερα χρησιμοποιούμενη κατηγορία CCBs. Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε διαφορετικοί τύποι διαύλων ασβεστίου στο Homo sapiens: τύπου L, N, P/Q, R και T. Οι CCBs στοχεύουν τους διαύλους ασβεστίου τύπου L, τον κύριο δίαυλο στα μυϊκά κύτταρα που μεσολαβεί τη σύσπαση. Παρόμοια με άλλους DHP CCBs, η ισραδιπίνη συνδέεται απευθείας με ανενεργούς διαύλους ασβεστίου, σταθεροποιώντας την ανενεργή τους διαμόρφωση. Δεδομένου ότι οι εκπολώσεις των αρτηριακών λείων μυών έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από τις εκπολώσεις των καρδιακών μυών, οι ανενεργοί δίαυλοι είναι πιο συχνοί στα κύτταρα των λείων μυών. Η εναλλακτική μάτισμα της άλφα-1 υπομονάδας του διαύλου προσδίδει στην ισραδιπίνη επιπρόσθετη αρτηριακή εκλεκτικότητα. Σε θεραπευτικές υποτοξικές συγκεντρώσεις, η ισραδιπίνη έχει μικρή επίδραση στα καρδιακά μυοκύτταρα και στα κύτταρα αγωγιμότητας.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ισραδιπίνη απορροφάται κατά 90%-95% και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, με αποτέλεσμα βιοδιαθεσιμότητα περίπου 15%-24%.
Περίπου 60% έως 65% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και 25% έως 30% στα κόπρανα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
95%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Πλήρως μεταβολίζεται πριν την απέκκριση και ανευθειασμένο φάρμακο δεν ανιχνεύεται στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
8 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· Α-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογικής
YO1UK1S598
ΙΣΡΑΔΙΠΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Διυδροπυριδίνη Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου
Χημική Δομή [CS] - Διυδροπυριδίνες
Η ισραδιπίνη είναι ένας Διυδροπυριδίνη Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου. Ο μηχανισμός δράσης της ισραδιπίνης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου.
ΙΣΡΑΔΙΠΙΝΗ
Διυδροπυριδίνη Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου [EPC]; Διυδροπυριδίνες [CS]; Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· Α-ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΜΟΝΩΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.