Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A10BD02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

METFORMIN + SULFONYLUREAS

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Κατά κανόνα, η δοσολογία του φαρμάκου διέπεται από τα επιθυμητά επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η δόση της γλιβενκλαμίδης πρέπει να είναι η ελάχιστη δυνατή, που μπορεί να είναι αποτελεσματική. Η δοσολογία του Normell θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τη μεταβολική κατάσταση του ασθενή. Λάθη, όπως π.χ. παράλειψη λήψης μιας δόσης δεν θα πρέπει ποτέ να διορθωθεί στη συνέχεια με χορήγηση μεγαλύτερης δόσης. Με βάση την κλινική μελέτη που διεξήχθη, προτείνεται το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα:

  • Ασθενείς που δεν ρυθμίστηκαν μόνο με υγιεινοδιαιτητική αγωγή, έναρξη της αγωγής με 1/2 δισκίο ημερησίως, αύξησή της κατά 1/2 δισκίο κάθε φορά με βάση τις τιμές των επιπέδων σακχάρου στο αίμα μέχρι το μέγιστο των 4 δισκίων ημερησίως.
  • Ασθενείς ανθεκτικοί σε άλλα από του στόματος χορηγούμενα υπογλυκαιμικά φάρμακα και ασθενείς όχι αποκλειστικά ινσουλινοεξαρτώμενοι, στους οποίους μικρές δόσεις ινσουλίνης μπορούν να αντικατασταθούν, μετά από διακοπή τουλάχιστον 24 ωρών, με χορήγηση 2 δισκίων ημερησίως. Αύξηση κατά 1/2 δισκίο ημερησίως μέχρις ότου επιτευχθεί μεταβολικό ισοζύγιο. Δευτερογενής προσαρμογή της δοσολογίας Επειδή η βελτίωση του ελέγχου του διαβήτη συσχετίζεται από μόνη της με υψηλότερη ευαισθησία στην ινσουλίνη, οι ανάγκες σε γλιβενκλαμίδη μπορεί να μειωθούν καθώς συνεχίζεται η αγωγή. Προκειμένου να αποφευχθεί η υπογλυκαιμία θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η έγκαιρη μείωση ή η διακοπή της αγωγής γλιβενκλαμίδης. Χορήγηση Τα δισκία γλιβενκλαμίδης καταπίνονται ολόκληρα, χωρίς να μασώνται, με επαρκή ποσότητα υγρών, π.χ. περίπου με μισό ως ένα ποτήρι νερό.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο, τη γλιβενκλαμίδη, τα παράγωγα των σουλφοναμιδών, τη μετφορμίνη, τα διγουανίδια και τα περιεχόμενα έκδοχα, ινσουλινοεξαρτώμενος, οξεωτικός και λανθάνων διαβήτης. Διαβητικό κώμα και προκώμα, προδιαβητική κατάσταση, κύηση και γαλουχία. Βαριάς μορφής νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, ανεπάρκεια των επινεφριδίων. Βαριάς μορφής παθήσεις του κυκλοφορικού (καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενής, τοξική ή σηπτική καταπληξία, διαταραχές της περιφερικής αρτηριακής κυκλοφορίας), αναπνευστική ανεπάρκεια. Επίσης, το Normell δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με βοσεντάνη (βλ. παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»). Χρόνιος αλκοολισμός, διαβητικοί με προηγούμενο γαλακτικής οξέωσης από λήψη διγουανιδίων, επίπεδα κρεατινίνης ορού μεγαλύτερα από 12 mg/l. Kατά τη διάρκεια της αγωγής με διουρητικά ή αντιυπερτασικά που είναι δυνατόν να προκαλέσουν διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας. Το Νοrmell δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ακτινολογικές μελέτες, στις οποίες χρησιμοποιούνται ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα, π.χ. ενδοφλέβια πυελογραφία, ενδοφλέβια χολαγγειογραφία, αγγειογραφία ή τομογραφία. Σε αυτούς τους ασθενείς δεν θα πρέπει να χορηγείται το Normell για τουλάχιστον 48 ώρες πριν από την ακτινολογική εξέταση. Αφότου διεξαχθεί η εξέταση στην οποία χρησιμοποιήθηκαν ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα, το Normell πρέπει να μη χορηγείται για τουλάχιστον 48 ώρες και συνιστάται όπως επαναχορηγηθεί μόνο εφόσον επιτευχθούν σταθερές μεταβολικές συνθήκες και αφού πλέον έχει επαναξιολογηθεί η νεφρική λειτουργία και βρέθηκε ότι είναι φυσιολογική. Το Normell δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που ακολουθούν έντονα διαιτητικά σχήματα χαμηλών θερμίδων και ειδικότερα σε καταστάσεις νηστείας, βαριάς μορφής διατροφικά νοσήματα, βαριές οξείες αιμορραγίες, καταπληξία, γάγγραινα.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Γλιβενκλαμίδη Τα κλινικά σημεία της υπεργλυκαιμίας είναι: συχνουρία, έντονη δίψα, ξηροστομία και ξηρό δέρμα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις stress (π.χ. τραυματισμοί, χειρουργικές επεμβάσεις, εμπύρετες λοιμώξεις) μπορεί να επιδεινωθεί η ρύθμιση της γλυκόζης στο αίμα και μπορεί να απαιτηθεί προσωρινή μετάβαση σε ινσουλίνη προκειμένου να επιτευχθεί καλός μεταβολικός έλεγχος. Άτομα αλλεργικά στα παράγωγα σουλφοναμίδης μπορεί να εμφανίσουν αλλεργική αντίδραση και στη γλιβενκλαμίδη. Για να επιτευχθεί ο στόχος από την αγωγή με Normell - καλύτερος έλεγχος του σακχάρου στο αίμα -, η πιστή τήρηση σωστής δίαιτας, η τακτική και επαρκής σωματική άσκηση και αν είναι απαραίτητο, η μείωση του σωματικού βάρους είναι εξίσου αναγκαία όπως η κανονική λήψη του Normell. Κατά τη διάρκεια αγωγής με Normell θα πρέπει να μετρώνται συστηματικά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και στα ούρα. Επιπλέον, συνιστάται να διεξάγονται τακτικοί προσδιορισμοί του κλάσματος της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Η παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα και στα ούρα επίσης βοηθά στη διαπίστωση αποτυχίας στη θεραπεία, είτε πρωτογενώς είτε δευτερογενώς. Σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες (π.χ. με τη συναίνεση της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τη μελέτη του Σακχαρώδους Διαβήτη [EASD]), συνιστάται επίσης η παρακολούθηση συγκεκριμένων άλλων παραμέτρων. Όταν αρχίζει η αγωγή, θα πρέπει να πληροφορηθεί ο ασθενής για τα αποτελέσματα και τους κινδύνους του Normell καθώς και για την αλληλεπίδρασή του με τα διαιτητικά μέτρα και τη σωματική άσκηση. Θα πρέπει ακόμη να τονισθεί η σημασία της επαρκούς συνεργασίας. Ο ασθενής και ο ιατρός θα πρέπει να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο της υπογλυκαιμίας, γεγονός απαραίτητο εξάλλου κατά την αγωγή με οποιοδήποτε φάρμακο που μειώνει τη γλυκόζη στο αίμα. Παράγοντες που ευνοούν την υπογλυκαιμία είναι:  Απροθυμία ή (πλέον σύνηθες σε ηλικιωμένους ασθενείς) αδυναμία του ασθενή για συνεργασία  Υποσιτισμός, ακανόνιστη λήψη γευμάτων ή ελλιπή γεύματα  Έλλειψη ισορροπίας μεταξύ σωματικής άσκησης και πρόσληψης υδατανθράκων  Αλλαγές στη δίαιτα  Δ μ ιαταραγ ένη νεφρική λειτουργία  Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία  Υ μ Normellπερδοσολογία ε  Συγκεκριμένοι αστάθμητοι παράγοντες του ενδοκρινικού συστήματος που επηρεάζουν το μεταβολισμό των υδατανθράκων ή την απορρύθμιση της υπογλυκαιμίας (όπως για παράδειγμα σε συγκεκριμένες διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδή και σε ανεπάρκεια του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης ή του φλοιού των επινεφριδίων)  Συγχορήγηση με άλλα συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»)  Αγωγή με Normell σε απουσία οποιασδήποτε ένδειξης. Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνει τον ιατρό σχετικά με τέτοιους παράγοντες και για τυχόν υπογλυκαιμικά επεισόδια, επειδή αυτά μπορεί να απαιτούν ιδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση. Εφόσον παρουσιαστούν τέτοιοι παράγοντες κινδύνου για υπογλυκαιμία, θα πρέπει να τροποποιηθεί η δόση του Normell ή όλη η αγωγή. Αυτό ισχύει επίσης, όταν παρουσιαστεί κάποιο νόσημα κατά την αγωγή ή όταν διαφοροποιηθεί ο τρόπος ζωής του ασθενή. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι ιδιαίτερα ευπαθείς στην υπογλυκαιμική δράση των φαρμάκων μείωσης της γλυκόζης. Η υπογλυκαιμία μπορεί να είναι δύσκολο να αναγνωριστεί στους ηλικιωμένους. Η αρχική δόση και η δόση συντήρησης πρέπει να εξατομικεύεται και να προσαρμόζεται αναλόγως από τον θεράποντα ιατρό για την αποφυγή υπογλυκαιμικών αντιδράσεων. Τα συμπτώματα εκείνα της υπογλυκαιμίας που απεικονίζουν την αδρενεργική αντίδραση του οργανισμού (βλ. παράγραφο 4.8) μπορεί να είναι ηπιότερα ή να είναι απόντα, όταν παρουσιάζεται βαθμιαία υπογλυκαιμία, όταν υπάρχει αυτόνομη νευροπάθεια ή όταν ο ασθενής λαμβάνει συγχρόνως αναστολείς των β-υποδοχέων, κλονιδίνη, ρεζερπίνη, γουανεθιδίνη ή άλλα συμπαθητικολυτικά φάρμακα. Η υπογλυκαιμία σχεδόν πάντα μπορεί να ελεγχθεί έγκαιρα με άμεση χορήγηση υδατανθράκων (γλυκόζη ή ζάχαρη, π.χ. κύβοι ζάχαρης, φρουτοχυμός με ζάχαρη ή τσάι). Για το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν μαζί τους κατ’ ελάχιστον 20 g γλυκόζης κάθε στιγμή. Ίσως χρειάζονται τη βοήθεια άλλων ατόμων για την αποφυγή επιπλοκών. Για την αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας τα τεχνητά γλυκαντικά δεν είναι αποτελεσματικά. Παρά τα κατ’ αρχήν ικανοποιητικά μέτρα αντιμετώπισης, η υπογλυκαιμία μπορεί να επανεμφανισθεί. Γι’ αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση. Σε σοβαρή υπογλυκαιμία ή σε παρατεταμένο επεισόδιο, που μπορεί να ελεγχθεί μόνον παροδικά με τη συνήθη ποσότητα ζάχαρης απαιτείται περαιτέρω άμεση αντιμετώπιση και παρακολούθηση από τον ιατρό ενώ σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο. Αν οι διαβητικοί αλλάξουν ιατρό (π.χ. εισαγωγή σε νοσοκομείο μετά από ατύχημα, ασθένεια σε διακοπές), θα πρέπει να τον ενημερώσουν σχετικά με το νόσημά τους και την προηγούμενη αγωγή. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε αρρώστους με καρδιαγγειακή νόσο καθώς επίσης και σε ηλικιωμένα άτομα λόγω αυξημένου κινδύνου σοβαρής υπογλυκαιμίας. Σε ασθενείς με ανεπάρκεια του ενζύμου G6PD που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με σουλφονυλουρίες μπορεί να προκληθεί αιμολυτική αναιμία. Αφού η γλιβενκλαμίδη ανήκει στην κατηγορία των σουλφονυλουριών απαιτείται προσοχή από τους ασθενείς με ανεπάρκεια του G 6 PD και εναλλακτικά πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρήση ενός φαρμακευτικού προϊόντος που δεν ανήκει στις σουλφονυλουρίες. Λόγω της περιεχόμενης σορβιτόλης, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο. Μετφορμίνη Ο ασθενής θα πρέπει να διδαχθεί να αναγνωρίζει τα πρώτα συμπτώματα της γαλακτικής οξέωσης (ναυτία, έμετος, οξονουρία), της υπογλυκαιμίας (έντονη πείνα, εφίδρωση, τρόμος, ευερεθιστότητα, ανησυχία, καταθλιπτική διάθεση, κεφαλαλγία, διαταραχές ύπνου), παροδικών νευρολογικών διαταραχών (τέτοια όπως διαταραχές όρασης, διαταραχές ομιλίας, συμπτώματα παράλυσης ή παραισθησίες) και υπεργλυκαιμίας (έντονη δίψα, ξηροστομία και ξηρό δέρμα, συχνή ούρηση) προκειμένου να ειδοποιήσει αμέσως τον ιατρό. Η θνησιμότητα από γαλακτική οξέωση υπερβαίνει το 50% και γι’ αυτό πρέπει να τηρούνται αυστηρά οι ενδείξεις και αντενδείξεις του φαρμάκου. Να αποφεύγεται η λήψη του προεγχειρητικά και μετεγχειρητικά καθώς και η σύγχρονη λήψη οινοπνεύματος, όπως ακόμη και η υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης. Να διακόπτεται αμέσως σε εμφάνιση εκδηλώσεων γαλακτικής οξέωσης. Ο ασθενής θα πρέπει να ακολουθεί αυστηρά τις ιατρικές οδηγίες σχετικά με τη δοσολογία και τον τρόπο χορήγησης, καθώς επίσης και με το παράλληλο διαιτητικό σχήμα και τη σωματική άσκηση. Η ημερήσια δόση της μετφορμίνης ποτέ δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2,5 g. Να χορηγείται με προσοχή σε άτομα μεγαλύτερα των 65 ετών. Επειδή πρόκειται για συνδυασμό σουλφονυλουρίας, με τη χρήση του Normell πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη (τύπου 2, διαβήτης της ώριμης ηλικίας) και μη κετονογόνο, ο οποίος δεν μπορεί να ελεγχθεί με σουλφονυλουρία μόνη και όπου δεν ενδείκνυται η χορήγηση ινσουλίνης. Λόγω της ύπαρξης διγουανίδης θα πρέπει να διεξάγονται έλεγχοι της νεφρικής λειτουργίας, όπως προσδιορισμοί της κρεατινίνης ορού, πριν από την έναρξη της αγωγής και αργότερα κάθε δύο μήνες κατά το πρώτο εξάμηνο της αγωγής και μετά κάθε έξι μήνες. Χειρουργική επέμβαση: Η υδροχλωρική μετφορμίνη θα πρέπει να διακόπτεται 48 ώρες πριν την προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία και συνήθως δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνεται νωρίτερα από 48 ώρες μετά. Η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων θυρεοειδικής ορμόνης (TSH) συνιστάται σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό. Η μακροχρόνια θεραπεία με μετφορμίνη έχει συσχετισθεί με μια μείωση των επιπέδων της βιταμίνης Β12 στον ορό που μπορεί να προκαλέσουν περιφερική νευροπάθεια. Η παρακολούθηση του επιπέδου της βιταμίνης Β12 συνιστάται Σημείωση: Είναι πιθανή η παρουσία λεπτής λευκής σκόνης ή μικρών ανωμαλιών στην επιφάνεια των δισκίων.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί Βοσεντάνη Αυξημένο ποσοστό διαταραχής των ηπατικών ενζύμων παρατηρήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν ταυτόχρονα γλιβενκλαμίδη με βοσεντάνη. Τόσο η γλιβενκλαμίδη όσο και η βοσεντάνη αναστέλλουν την αντλία απέκκρισης χολικών αλάτων, προκαλώντας ενδοκυττάρια συσσώρευση κυτταροτοξικών χολικών αλάτων. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται αυτός ο συνδυασμός (βλ. παράγραφο 4.4). Να λαμβάνονται υπόψη Ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ή διακόπτουν τη λήψη άλλων συγκεκριμένων φαρμάκων, ενώ βρίσκονται υπό αγωγή με Normell μπορεί να εμφανίσουν αλλαγές στον έλεγχο του σακχάρου του αίματος. Η γλιβενκλαμίδη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2C9 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP3A4. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν η γλιβενκλαμίδη συγχορηγείται με επαγωγείς ή αναστολείς του CYP2C9. Ενίσχυση της υπογλυκαιμικής του δράσης και γι’ αυτό σε μερικές περιπτώσεις υπογλυκαιμία είναι δυνατόν να παρουσιασθεί κατά τη συγχορήγηση με άλλα φάρμακα, όπως ινσουλίνη και άλλα από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά, αναστολείς του ΜΕΑ, αναβολικά στεροειδή και ανδρικές ορμόνες, αζαπροπαζάνη, χλωραμφενικόλη, παράγωγα κουμαρίνης, κυκλοφωσφαμίδη, δισοπυραμίδη, φενφλουραμίνη, φαινυραμιδόλη, φιβράτες, φλουοξετίνη, ιφωσφαμίδη, αναστολείς της ΜΑΟ, μικοναζόλη, οξυφαινοβουταζόνη, παρααμινοσαλικυλικό οξύ, πεντοξυφυλλίνη παρεντερικά σε υψηλές δόσεις, φαινυλοβουταζόνη, προβενεσίδη, κινολόνες, σαλικυλικά, σουλφυνπυραζόνη, σουλφοναμίδες, συμπαθητικολυτικές ουσίες (όπως αναστολείς των β-υποδοχέων και γουανεθιδίνη), κλαριθρομυκίνη, τετρακυκλίνες, τριτοκουαλίνη, τροφωσφαμίδη. Μείωση της υπογλυκαιμικής δράσης του Normell και κατά συνέπεια αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα δυνατόν να παρατηρηθούν κατά την ταυτόχρονη λήψη με άλλα φάρμακα, όπως ακεταζολαμίδη, βαρβιτουρικά, διαζοξείδη, διουρητικά, θειαζιδικά διουρητικά, επινεφρίνη (αδρεναλίνη) και άλλα συμπαθητικομιμητικά σκευάσματα, γλυκαγόνη, κορτικοστεροειδή, καθαρτικά (μετά από παρατεταμένη χρήση), νικοτινικό οξύ (σε υψηλές δόσεις), οιστρογόνα και προγεσταγόνα, φαινοθειαζίνες, φαινυτοΐνη, θυρεοειδικές ορμόνες, ριφαμπικίνη. Κατά τη συγχορήγηση με Η2-ανταγωνιστές, κλονιδίνη και ρεζερπίνη μπορεί να προκληθεί αύξηση ή μείωση της υπογλυκαιμικής δράσης του Normell. Τα σημεία της αδρενεργικής αντίδρασης στην υπογλυκαιμία μπορεί να μειωθούν ή να εκλείπουν υπό την επήρεια συμπαθητικολυτικών φαρμάκων, όπως είναι οι αναστολείς των β-υποδοχέων, η κλονιδίνη, η γουανεθιδίνη και η ρεζερπίνη. Τόσο η οξεία όσο και η χρόνια λήψη οινοπνεύματος μπορεί να ενισχύσει ή να ελαττώσει το υπογλυκαιμικό αποτέλεσμα της γλιβενκλαμίδης με απρόβλεπτο τρόπο. Η γλιβενκλαμίδη είναι δυνατόν να ενισχύσει ή να μειώσει τη δράση των κουμαρινικών παραγώγων. Η γλιβενκλαμίδη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα της κυκλοσπορίνης και πιθανώς να οδηγήσει σε αυξημένη τοξικότητα αυτής. Επομένως συστήνεται όταν συγχορηγούνται τα δύο αυτά φάρμακα η παρακολούθηση και προσαρμογή της δοσολογίας της κυκλοσπορίνης. Η colesevelam συνδέεται στη γλιβενκλαμίδη και ελαττώνει την απορρόφηση της γλιβενκλαμίδης από το γαστρεντερικο σωλήνα. Δεν παρατηρήθηκε κάποια αλληλεπίδραση όταν η γλιβενκλαμίδη λήφθηκε τουλάχιστον 4 ώρες πριν την colesevelam. Επομένως η γλιβενκλαμίδη θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 4 ώρες πριν την colesevelam. Η μετφορμίνη μπορεί να μειώσει την αντιπηκτική δράση φαινπροκουμόνης. Ως εκ τούτου, συνιστάται στενή παρακολούθηση του INR. Η λεβοθυροξίνη μπορεί να μειώσει την υπογλυκαιμική δράση της μετφορμίνης. Η παρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα συνιστάται, ειδικά όταν αρχίζει ή διακόπτεται η θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες και η δοσολογία της μετφορμίνης πρέπει να αναπροσαρμόζεται εφόσον χρειάζεται.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν καταταχθεί ανά κατηγορία οργάνου συστήματος και ιεραρχηθεί ανά συχνότητα με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: πολύ συχνές (>=10%), συχνές (>=1% και <10%), όχι συχνές (>=0,1% και <1%), σπάνιες (>=0,01% και <0.1%) πολύ σπάνιες (<0,01%), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Γλιβενκλαμίδη Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Η υπογλυκαιμία, μερικές φορές παρατεταμένη και ακόμη επικίνδυνη για τη ζωή, μπορεί να εμφανισθεί ως επακόλουθο της υπογλυκαιμικής δράσης του Normell. Αυτό συμβαίνει όταν δεν υπάρχει ισορροπία μεταξύ της δοσολογίας του Normell, της πρόσληψης υδατανθράκων (δίαιτα), της σωματικής άσκησης και άλλων παραγόντων που επηρεάζουν το μεταβολισμό. Πιθανά συμπτώματα της υπογλυκαιμίας περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, έντονη πείνα, ναυτία, έμετο, κόπωση, υπνηλία, διαταραγμένο ύπνο, νευρικότητα, επιθετικότητα, ελάττωση της ικανότητας συγκέντρωσης, εγρήγορση και αντιδράσεις, κατάθλιψη, σύγχυση, διαταραχές ομιλίας, αφασία, διαταραχές όρασης, τρόμος, πάρεση, διαταραχές αισθητικότητας, ζάλη, αδυναμία, απώλεια αυτοελέγχου, παραλήρημα, εγκεφαλικούς σπασμούς, υπνηλία και απώλεια συνείδησης μέχρι και κώμα, ρηχή αναπνοή και βραδυκαρδία. Επιπλέον, τα σημεία μιας αδρενεργικής αντιρρυθμιστικής δράσης μπορεί να είναι παρόντα, όπως εφίδρωση, ιδρωμένο δέρμα, άγχος, ταχυκαρδία, υπέρταση, αίσθημα παλμών, στηθάγχη και καρδιακές αρρυθμίες. Η κλινική εικόνα ενός σοβαρού υπογλυκαιμικού επεισοδίου μπορεί να ομοιάζει με εκείνη της αιφνίδιας προσβολής. Τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας σχεδόν πάντα υποχωρούν όταν διορθωθεί η υπογλυκαιμία. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, η συγκέντρωση νατρίου στον ορό μπορεί να μειωθεί. Οφθαλμικές διαταραχές Ιδιαίτερα κατά την έναρξη της αγωγής πιθανόν να εμφανισθούν παροδικές διαταραχές της όρασης που οφείλονται σε αλλαγές των επιπέδων σακχάρου στο αίμα. Το αίτιο είναι μια παροδική εξοίδηση και άρα μεταβολή στο δείκτη διάθλασης των φακών, γεγονός το οποίο έχει σχέση με τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Διαταραχές του γαστρεντερικού Παροδικά είναι δυνατόν να παρουσιαστούν γαστρεντερικά συμπτώματα όπως ναυτία, έμετος, αίσθημα πίεσης ή πληρότητας στο επιγάστριο, κοιλιακό άλγος και διάρροια. Ωστόσο, παρά τη συνέχιση της αγωγής, αυτά συχνά υποχωρούν και συνήθως δεν απαιτούν τη διακοπή του Normell. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθεί ηπατίτιδα, αύξηση των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων ή/και χολόσταση και ίκτερος που μπορεί να εξελιχθούν σε επικίνδυνη για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια, μολονότι μπορεί να υποχωρήσει μετά από τη διακοπή του Normell. Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Δυνατόν να εμφανιστούν αλλοιώσεις της αιματολογικής εικόνας, ενδεχομένως επικίνδυνες για τη ζωή. Μπορεί να περιλαμβάνουν σπανίως ήπια έως σοβαρή θρομβοπενία (π.χ. εμφανίζεται ως πορφύρα) και σε μεμονωμένες περιπτώσεις αιμολυτική αναιμία, ερυθροπενία, λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία και πανκυτταροπενία (π.χ. λόγω καταστολής του μυελού). Κατά κανόνα, οι αντιδράσεις αυτές είναι αναστρέψιμες με τη διακοπή του Normell. Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Μπορεί να παρουσιαστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αλλεργικές ή ψευδοαλλεργικές αντιδράσεις που μπορεί να προκαλούνται από την ίδια τη γλιβενκλαμίδη, αλλά μπορεί εναλλακτικά να ενεργοποιούνται από τα έκδοχα. Αλλεργία στα παράγωγα σουλφοναμίδης μπορεί επίσης να ευθύνεται για μια αλλεργική αντίδραση στη γλιβενκλαμίδη. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, ήπιες αντιδράσεις με τη μορφή της κνίδωσης μπορεί να εξελιχθούν σε σοβαρές ακόμη και απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις με δύσπνοια και μείωση της αρτηριακής πίεσης που μερικές φορές εξελίσσονται σε καταπληξία. Επομένως, σε περίπτωση κνίδωσης, ο γιατρός πρέπει να ενημερωθεί αμέσως. Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνησμός, εξανθήματα, πομφολυγώδεις αντιδράσεις, πολύμορφο ερύθημα, δερματίτιδα αποφολιδωτική έχουν παρατηρηθεί. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να παρουσιαστεί υπερευαισθησία του δέρματος στο φως. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθεί αλλεργική αγγειίτιδα και σε μερικές περιστάσεις μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Παρακλινικές εξετάσεις Η γλιβενκλαμίδη, όπως όλες οι σουλφονυλουρίες, μπορεί να προκαλέσει αύξηση του σωματικού βάρους (μη γνωστή συχνότητα). Μετφορμίνη Διαταραχές του γαστρεντερικού Συμπτώματα από το γαστρεντερικό, όπως ναυτία, έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος και απώλεια της όρεξης (> 10%) είναι πολύ συχνά, συμβαίνουν συχνότερα κατά την έναρξη της θεραπείας και υποχωρούν αυθόρμητα στις περισσότερες περιπτώσεις. Για την πρόληψη από αυτά τα γαστρεντερικά συμπτώματα, συνιστάται η λήψη της μετφορμίνης σε 2 ή 3 ημερήσιες δόσεις κατά τη διάρκεια ή μετά τα γεύματα. Μια αργή αύξηση της δόσης μπορεί επίσης να βελτιώσει γαστρεντερική ανεκτικότητα. -Η μεταλλική γεύση (3%) είναι συχνή. Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης

  • Μείωση των επιπέδων απορρόφησης της βιταμίνης B 12 με μείωση των επιπέδων στον ορό έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με μετφορμίνη και φαίνεται γενικά να είναι χωρίς κλινική σημασία (<0,01%). Ωστόσο, περιπτώσεις περιφερικής νευροπάθειας σε ασθενείς με ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 έχουν αναφερθεί από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία (μη γνωστή συχνότητα).
  • Η γαλακτική οξέωση (0,03 περιπτώσεις/1000 ασθενείς-έτη) είναι πολύ σπάνια (βλέπε παράγραφο 4.4 Προειδοποιήσεις). Λόγω της ύπαρξης διγουανίδης σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες, όπως νεφρική ή καρδιακή ανεπάρκεια δυνατόν να εμφανισθεί γαλακτική οξέωση, η οποία μπορεί να έχει βαριά εξέλιξη, εφόσον δεν διακοπεί η αγωγή και δεν ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα αντιμετώπισης. Για τις διγουανίδες αναφέρθηκαν περιπτώσεις υψηλών επιπέδων γαλακτικού οξέος στο αίμα, αυξημένη σχέση γαλακτικού/πυροσταφυλικού, πτώση της τιμής του pH αίματος, υπεραζωθαιμία, η οποία σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είχε ευνοϊκή εξέλιξη. Η γαλακτική οξέωση δυνατόν να επιδεινωθεί από την παράλληλη λήψη οινοπνεύματος. Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αιμολυτική αναιμία (μη γνωστή συχνότητα) Παρακλινικές εξετάσεις
  • Μείωση του επιπέδου θυρεοτροπίνης σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό (μη γνωστή συχνότητα)
  • Υπομαγνησιαιμία, στο πλαίσιο της διάρροιας (μη γνωστής συχνότητας) Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (μη γνωστής συχνότητας) Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού -Ήπιο ερύθημα έχει αναφερθεί σε ορισμένα υπερευαίσθητα άτομα. Η συχνότητα τέτοιων ενεργειών θεωρείται πολύ σπάνια (<0,01%).
  • Φωτοευαισθησία (μη γνωστής συχνότητας) Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR -15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση Το Normell δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση. Η ασθενής πρέπει να μεταταχθεί σε ινσουλίνη κατά τη διάρκεια της κύησης. Ασθενείς που επιθυμούν να τεκνοποιήσουν, θα πρέπει να ενημερώσουν τον ιατρό τους. Οι ασθενείς αυτές θα πρέπει να μεταταχθούν σε ινσουλίνη. Θηλασμός Προς αποφυγή πιθανής πρόσληψης με το μητρικό γάλα, δεν θα πρέπει να χορηγείται το Normell σε θηλάζουσες. Αν είναι αναγκαίο, η ασθενής πρέπει να μεταταχθεί σε ινσουλίνη ή να σταματήσει τη γαλουχία.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Το Normell είναι ένα από του στόματος χορηγούμενο υπογλυκαιμικό φάρμακο, του οποίου η θεραπευτική δράση είναι αποτέλεσμα φαρμακοδυναμικής συνέργειας που προκαλείται από το συνδυασμό των δύο δραστικών συστατικών: της γλιβενκλαμίδης (σουλφονυλουρία) και της μετφορμίνης (διγουανίδη). Η συνέργεια της δράσης μεταξύ της γλιβενκλαμίδης και της μετφορμίνης βασίζεται στο διαφορετικό τρόπο φαρμακολογικής δράσης. Η γλιβενκλαμίδη δρα κυρίως στο πάγκρεας διεγείροντας την έκκριση της ενδογενούς ινσουλίνης από τα β-κύτταρα των νησιδίων του Langerhans και έξω από το πάγκρεας αυξάνοντας τους ινσουλινικούς υποδοχείς και μειώνοντας τη γλυκονεογένεση και την ηπατική γλυκογονόλυση. Η μετφορμίνη ασκεί άμεση εξωπαγκρεατική δράση στην περιφέρεια στο μυϊκό ιστό προκαλώντας αύξηση της χρησιμοποίησης γλυκόζης. Ελέγχει την εντερική απορρόφηση γλυκόζης, αναστέλλει τη νεογλυκογένεση και εξομαλύνει την κατανάλωση του λίπους, μειώνει το υπερβολικό βάρος σε παχύσαρκους διαβητικούς και εμφανίζει αντισυγκολλητική και ινωδολυτική δράση στα αιμοπετάλια. Όλες αυτές οι δράσεις συνοδεύονται από υψηλή ανοχή και ευχρηστότητα με χαμηλό κίνδυνο αύξησης του γαλακτικού οξέος έναντι των άλλων διγουανιδών. Η συνεργική δράση αυτών των δύο δραστικών συστατικών διευκολύνει τη μείωση των δόσεων των μεμονωμένων ουσιών. Χάρη σ’ αυτό το μέτρο προλαμβάνεται η έντονη διέγερση των παγκρεατικών β-κυττάρων, με επακόλουθο το μειωμένο κίνδυνο λειτουργικής κατάρρευσης και δημιουργείται μεγαλύτερη ασφάλεια από τη χρήση και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.
Φαρμακοκινητική
Μετά την από του στόματος χορήγηση σε ανθρώπους η γλιβενκλαμίδη ουσιαστικά είναι βιοδιαθέσιμη 100% και η C max (μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα) επιτυγχάνεται μετά από 2-6 ώρες από τη χορήγηση σε νήστεις ασθενείς. H τροφή δεν επηρεάζει το ρυθμό και το βαθμό της απορρόφησης. Η γλιβενκλαμίδη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως στο ήπαρ. Ο χρόνος ημιζωής ανέρχεται σε 2-4 ώρες και 65% της ραδιοεπισημασμένης σουλφονυλουρίας αποβάλλεται στα ούρα τις πρώτες 24 ώρες. Η δέσμευση της γλιβενκλαμίδης από τις πρωτεΐνες είναι περισσότερο από 99%. Μετά την από του στόματος χορήγηση η μετφορμίνη επιτυγχάνει C max μετά από 2 ώρες και αποβάλλεται κατά 77% ως αναλλοίωτο μόριο (50% στα ούρα). Η δέσμευσή της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι αμελητέα. Η συγχορήγηση γλιβενκλαμίδης και μετφορμίνης δεν ενέχει σημαντικές διαφορές ως προς την απορρόφηση, ρυθμό και βαθμό απέκκρισης έναντι των ιδίων ουσιών, όταν λαμβάνονται χωριστά.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

tablet
science