Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

ERLOTINIB/FARAN

erlotinib

ερλοτηνημπ/φαραν

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
100 / TAB 821.38 €
150 / TAB 863.80 €
25 / TAB 227.17 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • C78 Δευτερογενής κακοήθης νεοπλασία του πεπτικού συστήματος και των οργάνων της αναπνοής

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μεταστατικός καρκίνος του παγκρέατος

  • C34 Κακοήθης νεοπλασία των βρόγχων και του πνεύμονα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): ΜΜΚΠ · Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

ERLOTINIB/FARAN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από τη λήψη φαγητού
Δόση έναρξης:
150 mg
Τιτλοποίηση:
Μείωση δόσης ανά 50 mg αν χρειάζεται προσαρμογή.
  • Ασθενείς με Μη Μικροκυτταρικό Καρκίνο του Πνεύμονα
    Δόση150 mg
    λαμβάνονται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από τη λήψη φαγητού
  • Ασθενείς με Καρκίνο του Παγκρέατος
    Δόση100 mg
    λαμβάνονται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από τη λήψη φαγητού, σε συνδυασμό με γεμσιταβίνη. Επανεξέταση περαιτέρω χορήγησης εάν δεν εκδηλωθεί εξάνθημα εντός 4-8 εβδομάδων.
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh 7-9)
    Προσοχή. Εξέταση μείωσης δόσης ή διακοπής αν εκδηλωθούν σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (AST/SGOT και ALT/SGPT >5 x ULN)
    Δεν συνιστάται η χρήση.
  • Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν φαίνεται να χρειάζεται προσαρμογή των δόσεων.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν συνιστάται η χρήση.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)
    Δεν συνιστάται η χρήση.
  • Καπνιστές
    Δόση150 mg
    Μέγ. δόση300 mg
    Το κάπνισμα μειώνει την έκθεση στην erlotinib. Ανώτατη ανεκτή δόση 300 mg, αλλά χωρίς βελτιωμένη αποτελεσματικότητα έναντι 150 mg και με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης εξανθήματος, διάμεσης πνευμονοπάθειας και διάρροιας. Συνιστάται διακοπή καπνίσματος.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην erlotinib ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Εκτίμηση της κατάστασης μεταλλάξεων του EGFR
    ΠληθυσμόςΑσθενείς για πρώτης γραμμής θεραπεία ή συντήρηση τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού ΜΜΚΠ
    Προσδιορισμός της κατάστασης μεταλλάξεων του EGFR χρησιμοποιώντας έγκυρη δοκιμασία (ιστού ή cfDNA πλάσματος). Εάν cfDNA αρνητικό, δοκιμασία ιστού όποτε δυνατόν.
  • Καπνιστές
    ΠληθυσμόςΚαπνιστές
    Καθοδήγηση διακοπής καπνίσματος.
  • Διάμεση Πνευμονοπάθεια
    θανατηφόρος έκβαση
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά αυτοί που λαμβάνουν erlotinib και γεμσιταβίνη
    Διακοπή θεραπείας με erlotinib έως εκτίμηση διάγνωσης αν οξεία έναρξη νέων/προοδευτικών πνευμονικών συμπτωμάτων (δύσπνοια, βήχας, πυρετός). Προσεκτική παρακολούθηση για τοξικότητα ILD σε ασθενείς που λαμβάνουν erlotinib + γεμσιταβίνη. Εάν διαγνωστεί ILD, διακοπή erlotinib και έναρξη κατάλληλης αγωγής.
  • Διάρροια, αφυδάτωση, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και νεφρική ανεπάρκεια
    θανατηφόρος έκβαση
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με επιβαρυντικούς παράγοντες κινδύνου (συγχορηγούμενη χημειοθεραπεία και άλλα φάρμακα, συμπτώματα ή ασθένειες ή άλλες προδιαθεσικές συνθήκες συμπεριλαμβανομένης της προχωρημένης ηλικίας) και με κίνδυνο αφυδάτωσης
    Αντιμετώπιση μέτριας/σοβαρής διάρροιας (π.χ. με λοπεραμίδη). Μείωση δόσης αν χρειαστεί. Διακοπή erlotinib αν σοβαρή/εμμένουσα διάρροια, ναυτία, ανορεξία, έμετος με αφυδάτωση. Λήψη μέτρων για αντιμετώπιση αφυδάτωσης. Σε πιο σοβαρές/εμμένουσες καταστάσεις διάρροιας/αφυδάτωσης, διακοπή erlotinib και εντατική ενδοφλέβια ενυδάτωση.
  • Ηπατοτοξικότητα
    θάνατος
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο ή ταυτόχρονες ηπατοτοξικές θεραπείες, προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία ή απόφραξη των χοληφόρων, ή με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Διακοπή χορήγησης erlotinib αν μεταβολές ηπατικής λειτουργίας σοβαρές. Δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
  • Γαστρεντερική διάτρηση
    θανατηφόρος έκβαση
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά όσοι λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιαγγειογενετικούς παράγοντες, κορτικοστεροειδή, ΜΣΑΦ, χημειοθεραπεία με ταξάνες, ή με ιστορικό πεπτικού έλκους/εκκολπωματικής νόσου
    Μόνιμη διακοπή erlotinib σε ασθενείς που εμφανίζουν γαστρεντερική διάτρηση.
  • Πομφολυγώδεις και αποφολιδωτικές διαταραχές του δέρματος
    θανατηφόρος έκβαση
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Προσωρινή ή μόνιμη διακοπή erlotinib αν σοβαρές καταστάσεις. Έλεγχος για δερματική λοίμωξη και θεραπεία.
  • Οπτικές διαταραχές (Κερατίτιδα)
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με ιστορικό κερατίτιδας, ελκώδους κερατίτιδας ή σοβαρής ξηροφθαλμίας
    Αναφορά σε οφθαλμίατρο αν συμπτώματα κερατίτιδας. Προσωρινή ή μόνιμη διακοπή erlotinib αν επιβεβαιωθεί ελκώδης κερατίτιδα. Προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κερατίτιδας, ελκώδους κερατίτιδας ή σοβαρής ξηροφθαλμίας.
  • Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (CYP3A4)
    Αποφυγή ταυτόχρονης αγωγής με ισχυρούς επαγωγείς/αναστολείς CYP3A4.
  • Αλληλεπιδράσεις (μεταβολή pH ΓΕΣ)
    Αποφυγή συνδυασμού με αναστολείς αντλίας πρωτονίων. Αποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης με ανταγωνιστές Η2 και αντιόξινα. Αν αντιόξινα απαραίτητα, χορήγηση τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 2 ώρες μετά erlotinib.
  • Έκδοχα (Λακτόζη)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολικής ανεπάρκειας της λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
  • Έκδοχα (Νάτριο)
    Το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δισκίο, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αύξηση της έκθεσης στην erlotinib (AUC αυξήθηκε κατά 39%, έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη αυξήθηκε κατά 60% για AUC και 48% για Cmax).
    ΣύστασηΜείωση δόσης erlotinib εάν παρατηρηθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP1A2 (π.χ. φλουβοξαμίνη)
    προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στην erlotinib.
    ΣύστασηΜείωση δόσης erlotinib εάν παρατηρηθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς πρωτεασών, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη)
    προσοχή
    Μείωση μεταβολισμού erlotinib, αύξηση συγκεντρώσεων erlotinib στο πλάσμα (με κετοκοναζόλη, αύξηση AUC 86% και Cmax 69%).
    ΣύστασηΜείωση δόσης erlotinib εάν παρατηρηθεί τοξικότητα.
  • Ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, βαρβιτουρικά, St. John’s Wort)
    προσοχή
    Αύξηση μεταβολισμού erlotinib, σημαντική μείωση συγκεντρώσεων erlotinib στο πλάσμα (με ριφαμπικίνη, μείωση διάμεσης AUC 69%).
    ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης. Εάν απαραίτητο (π.χ. ριφαμπικίνη), εξέταση αύξησης δόσης erlotinib σε 300 mg με παρακολούθηση ασφάλειας, και αν καλώς ανεκτό για >2 εβδομάδες, περαιτέρω αύξηση σε 450 mg με παρακολούθηση ασφάλειας. Λήψη υπόψη εναλλακτικών θεραπειών χωρίς ισχυρή επαγωγική δραστικότητα.
  • Αντιπηκτικά παράγωγα της κουμαρίνης (συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης)
    παρακολούθηση
    Αυξημένος INR και αιμορραγικά επεισόδια.
    ΣύστασηΤακτική παρακολούθηση χρόνου προθρομβίνης ή τιμών INR.
  • Στατίνες
    προσοχή
    Αυξημένο ενδεχόμενο μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.
  • Κάπνισμα
    προσοχή
    Σημαντική μείωση της έκθεσης στην erlotinib (AUCinf, Cmax, συγκέντρωση πλάσματος σε 24 ώρες).
    ΣύστασηΕνθάρρυνση διακοπής καπνίσματος πριν την έναρξη της αγωγής.
  • Αναστολείς της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (π.χ. κυκλοσπορίνη, βεραπαμίλη)
    προσοχή
    Μεταβολή της κατανομής και/ή της αποβολής της erlotinib.
  • Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs, π.χ. ομεπραζόλη)
    προσοχή
    Μείωση διαλυτότητας και βιοδιαθεσιμότητας erlotinib (με ομεπραζόλη, μείωση AUC 46% και Cmax 61%).
    ΣύστασηΑποφυγή συνδυασμού.
  • Ανταγωνιστές υποδοχέα H2 (π.χ. ρανιτιδίνη)
    προσοχή
    Μείωση έκθεσης erlotinib (με 300 mg ρανιτιδίνης, μείωση AUC 33% και Cmax 54%).
    ΣύστασηΕάν χορηγείται ρανιτιδίνη, η erlotinib να λαμβάνεται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 10 ώρες μετά τη δόση της ρανιτιδίνης.
  • Αντιόξινα
    προσοχή
    Μπορεί να επηρεαστεί η απορρόφηση, οδηγώντας σε χαμηλότερα επίπεδα στο πλάσμα.
    ΣύστασηΕάν απαραίτητη η χρήση, να λαμβάνονται τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 2 ώρες μετά την καθημερινή δόση της erlotinib.
  • παρακολούθηση
    Δεν υπήρχαν σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της erlotinib ή γεμσιταβίνης.
  • παρακολούθηση
    Η erlotinib αυξάνει τις συγκεντρώσεις πλατίνης (κατά 10,6% AUC0-48), αλλά δεν θεωρείται κλινικά σημαντικό. Δεν υπάρχουν σημαντικές επιδράσεις στην PK της erlotinib.
  • προσοχή
    Πιθανόν να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της erlotinib (στατιστικά σημαντική αύξηση AUC, οριακή αύξηση Cmax).
  • Αναστολείς πρωτεασώματος (συμπεριλαμβανομένης της βορτεζομίμπης)
    προσοχή
    Μπορεί να επηρεάσουν τη δράση των αναστολέων του EGFR.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη
  • Θυλακίτιδα
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
Ψυχιατρικές
  • Κατάθλιψη
Νευρικό
  • Νευροπάθεια
  • Κεφαλαλγία
Διαταραχές του οφθαλμού
  • Ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα
  • Αλλαγές στις βλεφαρίδες
Οφθαλμικές
  • Κερατίτιδα
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Διάτρηση κερατοειδούς
  • Εξελκώσεις κερατοειδούς
  • Ραγοειδίτιδα
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Επίσταξη
Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Σοβαρή διάμεση πνευμονοπάθεια
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Στοματίτιδα
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
  • Γαστρεντερικές διατρήσεις
Γαστρεντερικές διαταραχές
  • Πνευμάτωση εντέρου
Εργαστηριακές
  • Μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές ηπατικής λειτουργίας
Ήπαρ
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Ηπατίτιδα
  • Οξεία ηπατίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Αλωπεκία
  • Ξηροδερμία
  • Παρονυχία
  • Ακμή
  • Δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή
  • Ρωγμές δέρματος
  • Υπερτρίχωση
  • Μεταβολές στα φρύδια
  • Εύθραυστα νύχια
  • Χαλαρά νύχια
  • Δερματικές αντιδράσεις
  • Υπέρχρωση δέρματος
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ευθροδυσαισθησίας
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρίτιδα
  • Πρωτεϊνουρία
Γενικές
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
  • Ρίγη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές ηπατικής λειτουργίας
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Πολύ συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ακμή
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή
    Δέρμα
    Συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Θυλακίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Κερατίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Παρονυχία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ρωγμές δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αλλαγές στις βλεφαρίδες
    Διαταραχές του οφθαλμού
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερικές διατρήσεις
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δερματικές αντιδράσεις
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Εύθραυστα νύχια
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Μεταβολές στα φρύδια
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Νεφρίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές
  • Σοβαρή διάμεση πνευμονοπάθεια
    Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ευθροδυσαισθησίας
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Υπέρχρωση δέρματος
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Υπερτρίχωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Χαλαρά νύχια
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Πνευμάτωση εντέρου
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Διάτρηση κερατοειδούς
    Οφθαλμικές
    Πολύ σπάνιες
  • Εξελκώσεις κερατοειδούς
    Οφθαλμικές
    Πολύ σπάνιες
  • Ραγοειδίτιδα
    Οφθαλμικές
    Πολύ σπάνιες
  • Οξεία ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Άγνωστες
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Η θεραπεία σε εγκύους θα πρέπει να συνεχίζεται μόνο εάν το ενδεχόμενο όφελος για τη μητέρα υπερβαίνει τον κίνδυνο για το έμβρυο.
    Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει αυξημένη εμβρυϊκή θνησιμότητα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν την κύηση και να χρησιμοποιούν επαρκείς μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά.
  • Γαλουχία
    Οι μητέρες θα πρέπει να καθοδηγούνται να μη θηλάζουν κατά τη διάρκεια θεραπείας με erlotinib και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την τελική δόση.
    Δεν είναι γνωστό εάν η erlotinib απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το βρέφος είναι άγνωστος.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδωσαν αποδείξεις εξασθένησης της γονιμότητας, αλλά έχουν δείξει επιδράσεις σε αναπαραγωγικές παραμέτρους. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • διάρροια
  • εξάνθημα
  • αυξημένη δραστικότητα των ηπατικών αμινοτρανσφερασών
Αντιμετώπιση
συμπτωματική θεραπεία
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΌχι
Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων παρόλα αυτά, η erlotinib δεν συσχετίζεται με επιβάρυνση στη νοητική ικανότητα.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Λακτόζη μονοϋδρική
Κυτταρίνη, μικροκρυσταλλική (Ε460)
Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο Τύπος Α
Νάτριο λαουρυλοθειικό
Μαγνήσιο στεατικό (Ε470 b)
Επικάλυψη δισκίου
Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (Ε463)
Τιτανίου διοξείδιο (Ε171)
Πολυαιθυλενογλυκόλη
Υπρομελλόζη (Ε464)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα, κωδικός ATC: L01EB02

Μηχανισμός δράσης

Η erlotinib είναι ένας αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα / υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα τύπου 1 (ο EGFR είναι επίσης γνωστός ως HER1). Η erlotinib αναστέλλει ισχυρώς την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση του EGFR. O EGFR εκφράζεται στην επιφάνεια των κυττάρων σε φυσιολογικά και σε καρκινικά κύτταρα. Σε μη κλινικά μοντέλα, η αναστολή της φωσφοτυροσίνης του EGFR έχει ως αποτέλεσμα τη στάση και ή τον θάνατο των κυττάρων. Οι μεταλλάξεις του EGFR μπορεί να οδηγήσουν σε ιδιοσυστατική ενεργοποίηση μονοπατιών σηματοδότησης αντιαπόπτωσης και πολλαπλασιασμού. Η ισχυρή αποτελεσματικότητα της erlotinib να εμποδίζει τη σηματοδότηση που πραγματοποιείται με τη μεσολάβηση του EGFR σε αυτούς τους θετικούς για μεταλλάξεις στον EGFR όγκους, οφείλεται στην ισχυρή δέσμευση της erlotinib στο σημείο πρόσδεσης του ATP στην περιοχή της μεταλλαγμένης κινάσης του EGFR. Λόγω της παρεμπόδισης της σηματοδότησης, διακόπτεται ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων και επάγεται ο κυτταρικός θάνατος μέσω εσωτερικών μονοπατιών απόπτωσης. Σε μοντέλα ποντικών στα οποία έχει ενισχυθεί η έκφραση αυτών των ενεργοποιούμενων μεταλλάξεων του EGFR παρατηρείται υποστροφή του όγκου.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Θεραπεία πρώτης γραμμής σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) και με ενεργοποιούμενες μεταλλάξεις του EGFR (η erlotinib χορηγείται ως μονοθεραπεία) Η αποτελεσματικότητα της erlotinib ως θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με ενεργοποιούμενες μεταλλάξεις του EGFR στο ΜΜΚΠ καταδείχθηκε σε μία μελέτη φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένη και ανοικτή (ML20650, EURTAC). Η μελέτη αυτή διεξήχθη σε Καυκάσιους ασθενείς με μεταστατικό ή τοπικά προχωρημένο ΜΜΚΠ (σταδίου ΙΙΙΒ και IV), οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή με χημειοθεραπεία ή οποιαδήποτε συστημική αντινεοπλασματική θεραπεία για την προχωρημένη νόσο τους και οι οποίοι παρουσιάζουν μεταλλάξεις στην περιοχής της τυροσινικής κινάσης του EGFR (απαλοιφή του εξωνίου 19 ή μετάλλαξη του εξωνίου 21). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν 150 mg erlotinib ημερησίως ή έως και 4 κύκλους διπλής χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αξιολογούμενη από τον ερευνητή PFS. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον Πίνακα 3.

Εικόνα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier για την PFS που αξιολογήθηκε από τον ερευνητή στη μελέτη ML20650 (EURTAC) (καταληκτική ημερομηνία Απρίλιος 2012).

HR=0,34 (95% CI 0,23 ως 0,49), log-rank p<0,0001

  • Erlotinib (N=86): Median PFS: 10,4 μήνες
  • Χημειοθεραπεία (N=87): Median PFS: 5,1 μήνες

n σε κίνδυνο Μήνες από έναρξη αγωγής

0 3 6 9 12 15 18 21 24 27 30 33 36 39 42 45
ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠ. 87 52 21 6 5 3 1 0 0 0 0 0 0 0 0 0
ERLOTINIB 86 69 62 43 33 25 19 14 8 7 6 5 4 3 1 0
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Κατόπιν της από του στόματος χορήγησης, τα μέγιστα επίπεδα της erlotinib στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4 περίπου ωρών μετά χορήγηση της δόσης. Σε μία μελέτη σε φυσιολογικούς υγιείς εθελοντές υπολογίστηκε η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα στο 59%. Η έκθεση μετά από του στόματος χορηγούμενη δόση ενδέχεται να αυξηθεί με την τροφή.

Κατανομή

Η erlotinib έχει έναν μέσο φαινομενικό όγκο κατανομής 232 l και κατανέμεται στον ιστό των όγκων των ανθρώπων. Σε μία μελέτη, οι συγκεντρώσεις της erlotinib στον όγκο είχαν μέση τιμή 1.185 ng/g ιστού (63% των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες βρίσκονταν στον όγκο σε συγκεντρώσεις με μέση τιμή 160 ng/g ιστού (113% των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση). Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 95%. Η erlotinib συνδέεται με την αλβουμίνη του ορού και την άλφα-1 οξύ γλυκοπρωτεΐνη (alpha-1 acid glycoprotein, AAG).

Βιομετασχηματισμός

Στους ανθρώπους η erlotinib μεταβολίζεται στο ήπαρ από τα ηπατικά κυτοχρώματα, κυρίως από το CYP3A4 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP1A2. Ο εξω-ηπατικός μεταβολισμός από το CYP3A4 στο έντερο, από το CYP1A1 στον πνεύμονα και από το 1Β1 στον ιστό του όγκου ενδεχομένως συνεισφέρουν στη μεταβολική κάθαρση της erlotinib. Έχουν ταυτοποιηθεί τρεις κύριες μεταβολικές οδοί: 1) Ο-απομεθυλίωση οποιασδήποτε πλευρικής αλυσίδας ή και των δύο, η οποία ακολουθείται από οξείδωση στα καρβοξυλικά οξέα, 2) οξείδωση του ακετυλενικού τμήματος, η οποία ακολουθείται από υδρόλυση προς το αρυλ-καρβοξυλικό οξύ και 3) αρωματική υδροξυλίωση του φαινυλακετυλενικού τμήματος. Οι κύριοι μεταβολίτες της erlotinib, ΟSI-420 και OSI-413, οι οποίοι παράγονται από Ο-απομεθυλίωση οποιασδήποτε πλευρικής αλυσίδας, έχουν συγκρίσιμη με την erlotinib ισχύ σε μη κλινικές in vitro δοκιμασίες και σε in vivo μοντέλα όγκων. Βρίσκονται στο πλάσμα σε επίπεδα τα οποία είναι <10% της erlotinib και παρουσιάζουν παρόμοια φαρμακοκινητική με την erlotinib.

Αποβολή

H erlotinib αποβάλλεται κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών με τα κόπρανα (>90%), ενώ η νεφρική απέκκριση πραγματοποιείται μόνο για ένα μικρό ποσοστό (περίπου 9%) μίας από του στόματος δόσης. Ποσοστό μικρότερο του 2% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται ως μητρική ουσία. Μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 591 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μονοθεραπεία με erlotinib κατέδειξε μία μέση φαινομενική κάθαρση 4,47 l/ώρα με διάμεσο χρόνο ημιζωής 36,2 ώρες. Ως εκ τούτου, ο χρόνος έως την επίτευξη συγκεντρώσεων κατάστασης δυναμικής ισορροπίας στο πλάσμα θα αναμενόταν να είναι περίπου 7-8 ημέρες.

Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες πληθυσμού

Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκε κλινικώς σημαντική συσχέτιση μεταξύ της προβλεπόμενης φαινομενικής κάθαρσης και της ηλικίας των ασθενών, του σωματικού βάρους, του φύλου και της εθνικότητας. Οι παράγοντες των ασθενών, οι οποίοι συσχετίστηκαν με τη φαρμακοκινητική της erlotinib, ήταν η συνολική χολερυθρίνη στον ορό, η άλφα-1 οξύ γλυκοπρωτεΐνη (ΑΑG) και το κάπνισμα. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις της συνολικής χολερυθρίνης στο ορό και οι συγκεντρώσεις της άλφα-1 όξινης γλυκοπρωτεΐνης (ΑΑG) συσχετίστηκαν με μειωμένη κάθαρση της erlotinib. Δεν είναι σαφής η κλινική σημασία αυτών των διαφορών. Παρόλα αυτά, οι καπνιστές είχαν αυξημένο ποσοστό κάθαρσης της erlotinib. Αυτό επιβεβαιώθηκε σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιή άτομα μη καπνιστών και καπνιστών, οι οποίοι έλαβαν εφάπαξ δόση από του στόματος 150 mg erlotinib. Ο γεωμετρικός μέσος της Cmax ήταν 1.056 ng/ml στους μη καπνιστές και 689 ng/ml στους καπνιστές με μέσο λόγο των καπνιστών έναντι των μη καπνιστών 65,2% (95% CI: 44,3 έως 95,9, p=0,031). Ο γεωμετρικός μέσος της AUC0-inf ήταν 18.726 ng.h/ml στους μη καπνιστές και 6718 ng.h/ml στους καπνιστές με μέσο λόγο 35,9% (95% CI: 23,7 έως 54,3, p<0,0001). Ο γεωμετρικός μέσος της C24h ήταν 288 ng/ml στους μη καπνιστές και 34,8 ng/ml στους καπνιστές με μέσο λόγο 12,1% (95% CI: 4,82 έως 30,2, p=0,0001). Στη βασική μελέτη Φάσης ΙΙΙ του ΜΜΚΠ, οι καπνιστές πέτυχαν ελάχιστη συγκέντρωση πλάσματος της erlotinib σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας 0,65 μg/ml (n=16), η οποία ήταν περίπου 2 φορές μικρότερη από τους πρώην καπνιστές ή από τους ασθενείς που δεν κάπνισαν ποτέ (1,28 μg/ml, n=108). Αυτή η επίδραση συνοδεύτηκε με αύξηση 24% της φαινομενικής κάθαρσης της erlotinib πλάσματος. Σε μία μελέτη φάσης Ι κλιμακούμενης δόσης σε ασθενείς με ΜΜΚΠ, οι οποίοι ήταν καπνιστές, οι φαρμακοκινητικές αναλύσεις σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας έδειξαν αναλογική αύξηση της δόσης έκθεσης στην erlotinib όταν η δόση της erlotinib αυξήθηκε από τα 150 mg στη μέγιστη ανεκτή δόση των 300 mg. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις του πλάσματος σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας σε μία δόση 300 mg σε καπνιστές σε αυτή τη μελέτη ήταν 1,22 μg/ml (n=17). Βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές. Με βάση τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών, οι καπνιστές πρέπει να καθοδηγούνται να διακόψουν το κάπνισμα κατά τη διάρκεια λήψης erlotinib, καθώς σε αντίθετη περίπτωση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα θα μπορούσαν να μειωθούν. Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, η παρουσία ενός οπιοειδούς φάνηκε να αυξάνει την έκθεση σε ποσοστό περίπου 11%. Διενεργήθηκε μία δεύτερη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού η οποία ενσωμάτωσε τα στοιχεία για την erlotinib από 204 ασθενείς με καρκίνο του παγκρέατος οι οποίοι έλαβαν erlotinib συν γεμσιταβίνη. Αυτή η ανάλυση κατέδειξε ότι οι συμμεταβλητές που είχαν επίδραση στην κάθαρση της erlotinib σε ασθενείς από τη μελέτη για το πάγκρεας ήταν πολύ παρόμοιες με αυτές που είχαν παρατηρηθεί στην προηγούμενη φαρμακοκινητική ανάλυση με έναν μόνο παράγοντα. Δεν ταυτοποιήθηκαν νέες επιδράσεις συμμεταβλητών. Η συγχορήγηση της γεμσιταβίνης δεν είχε καμία επίδραση στην κάθαρση της erlotinib του πλάσματος.

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Ηλικιωμένοι Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Ηπατική δυσλειτουργία Η erlotinib υποβάλλεται σε κάθαρση κυρίως από το ήπαρ. Σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους και με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμού Child Pugh 7-9), ο γεωμετρικός μέσος των AUC0-t και Cmax της erlotinib ήταν 27.000 ng.h/ml και 805 ng/ml, αντίστοιχα, συγκριτικά με 29.300 ng.h/ml και 1.090 ng/ml σε ασθενείς με επαρκή ηπατική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με πρωτοπαθή καρκίνο ήπατος ή ηπατικές μεταστάσεις. Παρόλο που η Cmax είχε μειωμένη στατιστική σημαντικότητα σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αυτή η διαφορά δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της erlotinib. Σε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, οι αυξημένες συγκεντρώσεις της συνολικής χολερυθρίνης στον ορό συσχετίστηκαν με βραδύτερο ρυθμό κάθαρσης της erlotinib.

Νεφρική δυσλειτουργία Η erlotinib και οι μεταβολίτες της δεν απεκκρίνονται σημαντικά από τους νεφρούς, καθώς ποσοστό μικρότερο από το 9% μίας εφάπαξ δόσης απεκκρίνεται στα ούρα. Σε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκε κλινικώς σημαντική συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης της erlotinib και της κάθαρσης της κρεατινίνης, αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <15 ml/min.

Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός κλινικής αντικαρκινικής δράσης της ερλοτινίμπης δεν έχει πλήρως χαρακτηριστεί. Η ερλοτινίμπη αναστέλλει την ενδοκυττάρια φωσφορυλίωση της τυροσινικής κινάσης που σχετίζεται με τον υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (EGFR). Η ειδικότητα…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα, κωδικός ATC: L01EB02 ### Μηχανισμός δράσης Η erlotinib είναι ένας αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Κατόπιν της από του στόματος χορήγησης, τα μέγιστα επίπεδα της erlotinib στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4 περίπου ωρών μετά χορήγηση της δόσης. Σε μία μελέτη σε φυσιολογικούς υγιείς εθελοντές υπολογίστηκε η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα στο…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός συμβαίνει στο ήπαρ. Εργαστηριακές δοκιμές in vitro μεταβολισμού του κυτοχρώματος P450 έδειξαν ότι η ερλοτινίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP1A2, και την εξωηπατική ισομορφή CYP1A1. Ο…
Απέκκριση
null
info Πληροφορίες
pill