Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / TAB | 1245.88 € | |
| 150 / TAB | 1310.20 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C78 Δευτερογενής κακοήθης νεοπλασία του πεπτικού συστήματος και των οργάνων της αναπνοής
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μεταστατικός καρκίνος του παγκρέατος
-
C34 Κακοήθης νεοπλασία των βρόγχων και του πνεύμονα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): ΜΜΚΠ · Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
TARCEVA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από τη λήψη φαγητού
- Δόση έναρξης: 150 mg
- Τιτλοποίηση: Μείωση δόσης ανά 50 mg αν χρειάζεται προσαρμογή.
-
Ασθενείς με Μη Μικροκυτταρικό Καρκίνο του ΠνεύμοναΔόση150 mgλαμβάνονται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από τη λήψη φαγητού
-
Ασθενείς με Καρκίνο του ΠαγκρέατοςΔόση100 mgλαμβάνονται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από τη λήψη φαγητού, σε συνδυασμό με γεμσιταβίνη. Επανεξέταση περαιτέρω χορήγησης εάν δεν εκδηλωθεί εξάνθημα εντός 4-8 εβδομάδων.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh 7-9)Προσοχή. Εξέταση μείωσης δόσης ή διακοπής αν εκδηλωθούν σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (AST/SGOT και ALT/SGPT >5 x ULN)Δεν συνιστάται η χρήση.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν φαίνεται να χρειάζεται προσαρμογή των δόσεων.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται η χρήση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Δεν συνιστάται η χρήση.
-
ΚαπνιστέςΔόση150 mgΜέγ. δόση300 mgΤο κάπνισμα μειώνει την έκθεση στην erlotinib. Ανώτατη ανεκτή δόση 300 mg, αλλά χωρίς βελτιωμένη αποτελεσματικότητα έναντι 150 mg και με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης εξανθήματος, διάμεσης πνευμονοπάθειας και διάρροιας. Συνιστάται διακοπή καπνίσματος.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην erlotinib ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Εκτίμηση της κατάστασης μεταλλάξεων του EGFRΠληθυσμόςΑσθενείς για πρώτης γραμμής θεραπεία ή συντήρηση τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού ΜΜΚΠΠροσδιορισμός της κατάστασης μεταλλάξεων του EGFR χρησιμοποιώντας έγκυρη δοκιμασία (ιστού ή cfDNA πλάσματος). Εάν cfDNA αρνητικό, δοκιμασία ιστού όποτε δυνατόν.
-
ΚαπνιστέςΠληθυσμόςΚαπνιστέςΚαθοδήγηση διακοπής καπνίσματος.
-
Διάμεση Πνευμονοπάθειαθανατηφόρος έκβασηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά αυτοί που λαμβάνουν erlotinib και γεμσιταβίνηΔιακοπή θεραπείας με erlotinib έως εκτίμηση διάγνωσης αν οξεία έναρξη νέων/προοδευτικών πνευμονικών συμπτωμάτων (δύσπνοια, βήχας, πυρετός). Προσεκτική παρακολούθηση για τοξικότητα ILD σε ασθενείς που λαμβάνουν erlotinib + γεμσιταβίνη. Εάν διαγνωστεί ILD, διακοπή erlotinib και έναρξη κατάλληλης αγωγής.
-
Διάρροια, αφυδάτωση, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και νεφρική ανεπάρκειαθανατηφόρος έκβασηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με επιβαρυντικούς παράγοντες κινδύνου (συγχορηγούμενη χημειοθεραπεία και άλλα φάρμακα, συμπτώματα ή ασθένειες ή άλλες προδιαθεσικές συνθήκες συμπεριλαμβανομένης της προχωρημένης ηλικίας) και με κίνδυνο αφυδάτωσηςΑντιμετώπιση μέτριας/σοβαρής διάρροιας (π.χ. με λοπεραμίδη). Μείωση δόσης αν χρειαστεί. Διακοπή erlotinib αν σοβαρή/εμμένουσα διάρροια, ναυτία, ανορεξία, έμετος με αφυδάτωση. Λήψη μέτρων για αντιμετώπιση αφυδάτωσης. Σε πιο σοβαρές/εμμένουσες καταστάσεις διάρροιας/αφυδάτωσης, διακοπή erlotinib και εντατική ενδοφλέβια ενυδάτωση.
-
ΗπατοτοξικότηταθάνατοςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο ή ταυτόχρονες ηπατοτοξικές θεραπείες, προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία ή απόφραξη των χοληφόρων, ή με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔιακοπή χορήγησης erlotinib αν μεταβολές ηπατικής λειτουργίας σοβαρές. Δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Γαστρεντερική διάτρησηθανατηφόρος έκβασηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά όσοι λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιαγγειογενετικούς παράγοντες, κορτικοστεροειδή, ΜΣΑΦ, χημειοθεραπεία με ταξάνες, ή με ιστορικό πεπτικού έλκους/εκκολπωματικής νόσουΜόνιμη διακοπή erlotinib σε ασθενείς που εμφανίζουν γαστρεντερική διάτρηση.
-
Πομφολυγώδεις και αποφολιδωτικές διαταραχές του δέρματοςθανατηφόρος έκβασηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠροσωρινή ή μόνιμη διακοπή erlotinib αν σοβαρές καταστάσεις. Έλεγχος για δερματική λοίμωξη και θεραπεία.
-
Οπτικές διαταραχές (Κερατίτιδα)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ειδικά με ιστορικό κερατίτιδας, ελκώδους κερατίτιδας ή σοβαρής ξηροφθαλμίαςΑναφορά σε οφθαλμίατρο αν συμπτώματα κερατίτιδας. Προσωρινή ή μόνιμη διακοπή erlotinib αν επιβεβαιωθεί ελκώδης κερατίτιδα. Προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό κερατίτιδας, ελκώδους κερατίτιδας ή σοβαρής ξηροφθαλμίας.
-
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (CYP3A4)Αποφυγή ταυτόχρονης αγωγής με ισχυρούς επαγωγείς/αναστολείς CYP3A4.
-
Αλληλεπιδράσεις (μεταβολή pH ΓΕΣ)Αποφυγή συνδυασμού με αναστολείς αντλίας πρωτονίων. Αποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης με ανταγωνιστές Η2 και αντιόξινα. Αν αντιόξινα απαραίτητα, χορήγηση τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 2 ώρες μετά erlotinib.
-
Έκδοχα (Λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολικής ανεπάρκειας της λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
-
Έκδοχα (Νάτριο)Το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δισκίο, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην erlotinib (AUC αυξήθηκε κατά 39%, έκθεση στον ενεργό μεταβολίτη αυξήθηκε κατά 60% για AUC και 48% για Cmax).ΣύστασηΜείωση δόσης erlotinib εάν παρατηρηθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP1A2 (π.χ. φλουβοξαμίνη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην erlotinib.ΣύστασηΜείωση δόσης erlotinib εάν παρατηρηθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς πρωτεασών, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη)προσοχήΜείωση μεταβολισμού erlotinib, αύξηση συγκεντρώσεων erlotinib στο πλάσμα (με κετοκοναζόλη, αύξηση AUC 86% και Cmax 69%).ΣύστασηΜείωση δόσης erlotinib εάν παρατηρηθεί τοξικότητα.
-
Ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, βαρβιτουρικά, St. John’s Wort)προσοχήΑύξηση μεταβολισμού erlotinib, σημαντική μείωση συγκεντρώσεων erlotinib στο πλάσμα (με ριφαμπικίνη, μείωση διάμεσης AUC 69%).ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης. Εάν απαραίτητο (π.χ. ριφαμπικίνη), εξέταση αύξησης δόσης erlotinib σε 300 mg με παρακολούθηση ασφάλειας, και αν καλώς ανεκτό για >2 εβδομάδες, περαιτέρω αύξηση σε 450 mg με παρακολούθηση ασφάλειας. Λήψη υπόψη εναλλακτικών θεραπειών χωρίς ισχυρή επαγωγική δραστικότητα.
-
Αντιπηκτικά παράγωγα της κουμαρίνης (συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης)παρακολούθησηΑυξημένος INR και αιμορραγικά επεισόδια.ΣύστασηΤακτική παρακολούθηση χρόνου προθρομβίνης ή τιμών INR.
-
ΣτατίνεςπροσοχήΑυξημένο ενδεχόμενο μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.
-
ΚάπνισμαπροσοχήΣημαντική μείωση της έκθεσης στην erlotinib (AUCinf, Cmax, συγκέντρωση πλάσματος σε 24 ώρες).ΣύστασηΕνθάρρυνση διακοπής καπνίσματος πριν την έναρξη της αγωγής.
-
Αναστολείς της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (π.χ. κυκλοσπορίνη, βεραπαμίλη)προσοχήΜεταβολή της κατανομής και/ή της αποβολής της erlotinib.
-
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs, π.χ. ομεπραζόλη)προσοχήΜείωση διαλυτότητας και βιοδιαθεσιμότητας erlotinib (με ομεπραζόλη, μείωση AUC 46% και Cmax 61%).ΣύστασηΑποφυγή συνδυασμού.
-
Ανταγωνιστές υποδοχέα H2 (π.χ. ρανιτιδίνη)προσοχήΜείωση έκθεσης erlotinib (με 300 mg ρανιτιδίνης, μείωση AUC 33% και Cmax 54%).ΣύστασηΕάν χορηγείται ρανιτιδίνη, η erlotinib να λαμβάνεται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 10 ώρες μετά τη δόση της ρανιτιδίνης.
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜπορεί να επηρεαστεί η απορρόφηση, οδηγώντας σε χαμηλότερα επίπεδα στο πλάσμα.ΣύστασηΕάν απαραίτητη η χρήση, να λαμβάνονται τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 2 ώρες μετά την καθημερινή δόση της erlotinib.
-
παρακολούθησηΔεν υπήρχαν σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική της erlotinib ή γεμσιταβίνης.
-
παρακολούθησηΗ erlotinib αυξάνει τις συγκεντρώσεις πλατίνης (κατά 10,6% AUC0-48), αλλά δεν θεωρείται κλινικά σημαντικό. Δεν υπάρχουν σημαντικές επιδράσεις στην PK της erlotinib.
-
προσοχήΠιθανόν να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της erlotinib (στατιστικά σημαντική αύξηση AUC, οριακή αύξηση Cmax).
-
Αναστολείς πρωτεασώματος (συμπεριλαμβανομένης της βορτεζομίμπης)προσοχήΜπορεί να επηρεάσουν τη δράση των αναστολέων του EGFR.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Θυλακίτιδα
- Ανορεξία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Κατάθλιψη
- Νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα
- Αλλαγές στις βλεφαρίδες
- Κερατίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Διάτρηση κερατοειδούς
- Εξελκώσεις κερατοειδούς
- Ραγοειδίτιδα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Επίσταξη
- Σοβαρή διάμεση πνευμονοπάθεια
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Στοματίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Γαστρεντερικές διατρήσεις
- Πνευμάτωση εντέρου
- Μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατίτιδα
- Οξεία ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Ξηροδερμία
- Παρονυχία
- Ακμή
- Δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή
- Ρωγμές δέρματος
- Υπερτρίχωση
- Μεταβολές στα φρύδια
- Εύθραυστα νύχια
- Χαλαρά νύχια
- Δερματικές αντιδράσεις
- Υπέρχρωση δέρματος
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ευθροδυσαισθησίας
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρίτιδα
- Πρωτεϊνουρία
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Ρίγη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΞηρά κερατοεπιπεφυκίτιδαΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡίγηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΠαρονυχίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΡωγμές δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλλαγές στις βλεφαρίδεςΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερικές διατρήσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕύθραυστα νύχιαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜεταβολές στα φρύδιαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΝεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣοβαρή διάμεση πνευμονοπάθειαΔιαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο παλαμοπελματιαίας ευθροδυσαισθησίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΥπέρχρωση δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερτρίχωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΧαλαρά νύχιαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΠνευμάτωση εντέρουΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάτρηση κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΕξελκώσεις κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΡαγοειδίτιδαΟφθαλμικές
-
ΆγνωστεςΟξεία ηπατίτιδαΉπαρ
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ θεραπεία σε εγκύους θα πρέπει να συνεχίζεται μόνο εάν το ενδεχόμενο όφελος για τη μητέρα υπερβαίνει τον κίνδυνο για το έμβρυο.Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει αυξημένη εμβρυϊκή θνησιμότητα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν την κύηση και να χρησιμοποιούν επαρκείς μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά.
-
ΓαλουχίαΟι μητέρες θα πρέπει να καθοδηγούνται να μη θηλάζουν κατά τη διάρκεια θεραπείας με erlotinib και για τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά την τελική δόση.Δεν είναι γνωστό εάν η erlotinib απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για το βρέφος είναι άγνωστος.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΜελέτες σε πειραματόζωα δεν έδωσαν αποδείξεις εξασθένησης της γονιμότητας, αλλά έχουν δείξει επιδράσεις σε αναπαραγωγικές παραμέτρους. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- διάρροια
- εξάνθημα
- αυξημένη δραστικότητα των ηπατικών αμινοτρανσφερασών
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα, κωδικός ATC: L01EB02
Μηχανισμός δράσης
Η erlotinib είναι ένας αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα / υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα τύπου 1 (ο EGFR είναι επίσης γνωστός ως HER1). Η erlotinib αναστέλλει ισχυρώς την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση του EGFR. O EGFR εκφράζεται στην επιφάνεια των κυττάρων σε φυσιολογικά και σε καρκινικά κύτταρα. Σε μη κλινικά μοντέλα, η αναστολή της φωσφοτυροσίνης του EGFR έχει ως αποτέλεσμα τη στάση και ή τον θάνατο των κυττάρων. Οι μεταλλάξεις του EGFR μπορεί να οδηγήσουν σε ιδιοσυστατική ενεργοποίηση μονοπατιών σηματοδότησης αντιαπόπτωσης και πολλαπλασιασμού. Η ισχυρή αποτελεσματικότητα της erlotinib να εμποδίζει τη σηματοδότηση που πραγματοποιείται με τη μεσολάβηση του EGFR σε αυτούς τους θετικούς για μεταλλάξεις στον EGFR όγκους, οφείλεται στην ισχυρή δέσμευση της erlotinib στο σημείο πρόσδεσης του ATP στην περιοχή της μεταλλαγμένης κινάσης του EGFR. Λόγω της παρεμπόδισης της σηματοδότησης, διακόπτεται ο πολλαπλασιασμός των κυττάρων και επάγεται ο κυτταρικός θάνατος μέσω εσωτερικών μονοπατιών απόπτωσης. Σε μοντέλα ποντικών στα οποία έχει ενισχυθεί η έκφραση αυτών των ενεργοποιούμενων μεταλλάξεων του EGFR παρατηρείται υποστροφή του όγκου.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Θεραπεία πρώτης γραμμής σε ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) και με ενεργοποιούμενες μεταλλάξεις του EGFR (η erlotinib χορηγείται ως μονοθεραπεία) Η αποτελεσματικότητα της erlotinib ως θεραπεία πρώτης γραμμής ασθενών με ενεργοποιούμενες μεταλλάξεις του EGFR στο ΜΜΚΠ καταδείχθηκε σε μία μελέτη φάσης ΙΙΙ, τυχαιοποιημένη και ανοικτή (ML20650, EURTAC). Η μελέτη αυτή διεξήχθη σε Καυκάσιους ασθενείς με μεταστατικό ή τοπικά προχωρημένο ΜΜΚΠ (σταδίου ΙΙΙΒ και IV), οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγούμενη αγωγή με χημειοθεραπεία ή οποιαδήποτε συστημική αντινεοπλασματική θεραπεία για την προχωρημένη νόσο τους και οι οποίοι παρουσιάζουν μεταλλάξεις στην περιοχής της τυροσινικής κινάσης του EGFR (απαλοιφή του εξωνίου 19 ή μετάλλαξη του εξωνίου 21). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 για να λάβουν 150 mg erlotinib ημερησίως ή έως και 4 κύκλους διπλής χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αξιολογούμενη από τον ερευνητή PFS. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον Πίνακα 3.
Εικόνα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier για την PFS που αξιολογήθηκε από τον ερευνητή στη μελέτη ML20650 (EURTAC) (καταληκτική ημερομηνία Απρίλιος 2012).
HR=0,34 (95% CI 0,23 ως 0,49), log-rank p<0,0001
- Erlotinib (N=86): Median PFS: 10,4 μήνες
- Χημειοθεραπεία (N=87): Median PFS: 5,1 μήνες
n σε κίνδυνο Μήνες από έναρξη αγωγής
| 0 | 3 | 6 | 9 | 12 | 15 | 18 | 21 | 24 | 27 | 30 | 33 | 36 | 39 | 42 | 45 | |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠ. | 87 | 52 | 21 | 6 | 5 | 3 | 1 | 0 | 0 | 0 | 0 | 0 | 0 | 0 | 0 | 0 |
| ERLOTINIB | 86 | 69 | 62 | 43 | 33 | 25 | 19 | 14 | 8 | 7 | 6 | 5 | 4 | 3 | 1 | 0 |
Απορρόφηση
Κατόπιν της από του στόματος χορήγησης, τα μέγιστα επίπεδα της erlotinib στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4 περίπου ωρών μετά χορήγηση της δόσης. Σε μία μελέτη σε φυσιολογικούς υγιείς εθελοντές υπολογίστηκε η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα στο 59%. Η έκθεση μετά από του στόματος χορηγούμενη δόση ενδέχεται να αυξηθεί με την τροφή.
Κατανομή
Η erlotinib έχει έναν μέσο φαινομενικό όγκο κατανομής 232 l και κατανέμεται στον ιστό των όγκων των ανθρώπων. Σε μία μελέτη, οι συγκεντρώσεις της erlotinib στον όγκο είχαν μέση τιμή 1.185 ng/g ιστού (63% των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες βρίσκονταν στον όγκο σε συγκεντρώσεις με μέση τιμή 160 ng/g ιστού (113% των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση). Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 95%. Η erlotinib συνδέεται με την αλβουμίνη του ορού και την άλφα-1 οξύ γλυκοπρωτεΐνη (alpha-1 acid glycoprotein, AAG).
Βιομετασχηματισμός
Στους ανθρώπους η erlotinib μεταβολίζεται στο ήπαρ από τα ηπατικά κυτοχρώματα, κυρίως από το CYP3A4 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP1A2. Ο εξω-ηπατικός μεταβολισμός από το CYP3A4 στο έντερο, από το CYP1A1 στον πνεύμονα και από το 1Β1 στον ιστό του όγκου ενδεχομένως συνεισφέρουν στη μεταβολική κάθαρση της erlotinib. Έχουν ταυτοποιηθεί τρεις κύριες μεταβολικές οδοί: 1) Ο-απομεθυλίωση οποιασδήποτε πλευρικής αλυσίδας ή και των δύο, η οποία ακολουθείται από οξείδωση στα καρβοξυλικά οξέα, 2) οξείδωση του ακετυλενικού τμήματος, η οποία ακολουθείται από υδρόλυση προς το αρυλ-καρβοξυλικό οξύ και 3) αρωματική υδροξυλίωση του φαινυλακετυλενικού τμήματος. Οι κύριοι μεταβολίτες της erlotinib, ΟSI-420 και OSI-413, οι οποίοι παράγονται από Ο-απομεθυλίωση οποιασδήποτε πλευρικής αλυσίδας, έχουν συγκρίσιμη με την erlotinib ισχύ σε μη κλινικές in vitro δοκιμασίες και σε in vivo μοντέλα όγκων. Βρίσκονται στο πλάσμα σε επίπεδα τα οποία είναι <10% της erlotinib και παρουσιάζουν παρόμοια φαρμακοκινητική με την erlotinib.
Αποβολή
H erlotinib αποβάλλεται κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών με τα κόπρανα (>90%), ενώ η νεφρική απέκκριση πραγματοποιείται μόνο για ένα μικρό ποσοστό (περίπου 9%) μίας από του στόματος δόσης. Ποσοστό μικρότερο του 2% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται ως μητρική ουσία. Μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε 591 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μονοθεραπεία με erlotinib κατέδειξε μία μέση φαινομενική κάθαρση 4,47 l/ώρα με διάμεσο χρόνο ημιζωής 36,2 ώρες. Ως εκ τούτου, ο χρόνος έως την επίτευξη συγκεντρώσεων κατάστασης δυναμικής ισορροπίας στο πλάσμα θα αναμενόταν να είναι περίπου 7-8 ημέρες.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες πληθυσμού
Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκε κλινικώς σημαντική συσχέτιση μεταξύ της προβλεπόμενης φαινομενικής κάθαρσης και της ηλικίας των ασθενών, του σωματικού βάρους, του φύλου και της εθνικότητας. Οι παράγοντες των ασθενών, οι οποίοι συσχετίστηκαν με τη φαρμακοκινητική της erlotinib, ήταν η συνολική χολερυθρίνη στον ορό, η άλφα-1 οξύ γλυκοπρωτεΐνη (ΑΑG) και το κάπνισμα. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις της συνολικής χολερυθρίνης στο ορό και οι συγκεντρώσεις της άλφα-1 όξινης γλυκοπρωτεΐνης (ΑΑG) συσχετίστηκαν με μειωμένη κάθαρση της erlotinib. Δεν είναι σαφής η κλινική σημασία αυτών των διαφορών. Παρόλα αυτά, οι καπνιστές είχαν αυξημένο ποσοστό κάθαρσης της erlotinib. Αυτό επιβεβαιώθηκε σε μία φαρμακοκινητική μελέτη σε υγιή άτομα μη καπνιστών και καπνιστών, οι οποίοι έλαβαν εφάπαξ δόση από του στόματος 150 mg erlotinib. Ο γεωμετρικός μέσος της Cmax ήταν 1.056 ng/ml στους μη καπνιστές και 689 ng/ml στους καπνιστές με μέσο λόγο των καπνιστών έναντι των μη καπνιστών 65,2% (95% CI: 44,3 έως 95,9, p=0,031). Ο γεωμετρικός μέσος της AUC0-inf ήταν 18.726 ng.h/ml στους μη καπνιστές και 6718 ng.h/ml στους καπνιστές με μέσο λόγο 35,9% (95% CI: 23,7 έως 54,3, p<0,0001). Ο γεωμετρικός μέσος της C24h ήταν 288 ng/ml στους μη καπνιστές και 34,8 ng/ml στους καπνιστές με μέσο λόγο 12,1% (95% CI: 4,82 έως 30,2, p=0,0001). Στη βασική μελέτη Φάσης ΙΙΙ του ΜΜΚΠ, οι καπνιστές πέτυχαν ελάχιστη συγκέντρωση πλάσματος της erlotinib σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας 0,65 μg/ml (n=16), η οποία ήταν περίπου 2 φορές μικρότερη από τους πρώην καπνιστές ή από τους ασθενείς που δεν κάπνισαν ποτέ (1,28 μg/ml, n=108). Αυτή η επίδραση συνοδεύτηκε με αύξηση 24% της φαινομενικής κάθαρσης της erlotinib πλάσματος. Σε μία μελέτη φάσης Ι κλιμακούμενης δόσης σε ασθενείς με ΜΜΚΠ, οι οποίοι ήταν καπνιστές, οι φαρμακοκινητικές αναλύσεις σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας έδειξαν αναλογική αύξηση της δόσης έκθεσης στην erlotinib όταν η δόση της erlotinib αυξήθηκε από τα 150 mg στη μέγιστη ανεκτή δόση των 300 mg. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις του πλάσματος σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας σε μία δόση 300 mg σε καπνιστές σε αυτή τη μελέτη ήταν 1,22 μg/ml (n=17). Βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές. Με βάση τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών, οι καπνιστές πρέπει να καθοδηγούνται να διακόψουν το κάπνισμα κατά τη διάρκεια λήψης erlotinib, καθώς σε αντίθετη περίπτωση, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα θα μπορούσαν να μειωθούν. Με βάση τη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, η παρουσία ενός οπιοειδούς φάνηκε να αυξάνει την έκθεση σε ποσοστό περίπου 11%. Διενεργήθηκε μία δεύτερη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού η οποία ενσωμάτωσε τα στοιχεία για την erlotinib από 204 ασθενείς με καρκίνο του παγκρέατος οι οποίοι έλαβαν erlotinib συν γεμσιταβίνη. Αυτή η ανάλυση κατέδειξε ότι οι συμμεταβλητές που είχαν επίδραση στην κάθαρση της erlotinib σε ασθενείς από τη μελέτη για το πάγκρεας ήταν πολύ παρόμοιες με αυτές που είχαν παρατηρηθεί στην προηγούμενη φαρμακοκινητική ανάλυση με έναν μόνο παράγοντα. Δεν ταυτοποιήθηκαν νέες επιδράσεις συμμεταβλητών. Η συγχορήγηση της γεμσιταβίνης δεν είχε καμία επίδραση στην κάθαρση της erlotinib του πλάσματος.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς.
Ηλικιωμένοι Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Ηπατική δυσλειτουργία Η erlotinib υποβάλλεται σε κάθαρση κυρίως από το ήπαρ. Σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους και με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βαθμού Child Pugh 7-9), ο γεωμετρικός μέσος των AUC0-t και Cmax της erlotinib ήταν 27.000 ng.h/ml και 805 ng/ml, αντίστοιχα, συγκριτικά με 29.300 ng.h/ml και 1.090 ng/ml σε ασθενείς με επαρκή ηπατική λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με πρωτοπαθή καρκίνο ήπατος ή ηπατικές μεταστάσεις. Παρόλο που η Cmax είχε μειωμένη στατιστική σημαντικότητα σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, αυτή η διαφορά δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την επίδραση της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της erlotinib. Σε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, οι αυξημένες συγκεντρώσεις της συνολικής χολερυθρίνης στον ορό συσχετίστηκαν με βραδύτερο ρυθμό κάθαρσης της erlotinib.
Νεφρική δυσλειτουργία Η erlotinib και οι μεταβολίτες της δεν απεκκρίνονται σημαντικά από τους νεφρούς, καθώς ποσοστό μικρότερο από το 9% μίας εφάπαξ δόσης απεκκρίνεται στα ούρα. Σε φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, δεν παρατηρήθηκε κλινικώς σημαντική συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης της erlotinib και της κάθαρσης της κρεατινίνης, αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <15 ml/min.