Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Πρωτότυπο

LAURINA

desogestrel and ethinylestradiol

λαuρηνα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
0,150+0,030 / TAB 4.98 €

LAURINA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Δοσολογία Λαμβάνεται ένα δισκίο ημερησίως επί 21 συνεχείς ημέρες, ξεκινώντας με τα κίτρινα δισκία για 7 ημέρες, συνεχίζοντας με τα κόκκινα δισκία για 7 ημέρες και τελειώνοντας με τα λευκά δισκία για 7 ημέρες. Κάθε επόμενη συσκευασία αρχίζει αφού περάσει διάστημα 7 ημερών χωρίς τη λήψη δισκίου, ενώ στο διάστημα αυτό συνήθως εμφανίζεται αιμορραγία από διακοπή. Η αιμορραγία εμφανίζεται τις περισσότερες φορές 2-3 ημέρες μετά από την λήψη του τελευταίου δισκίου και μπορεί να μην έχει σταματήσει όταν αρχίσει να χρησιμοποιείται η νέα συσκευασία. Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της δεσογεστρέλης σε εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση. Πώς λαμβάνεται το Laurina Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται με τον τρόπο που υποδεικνύεται στην συσκευασία, καθημερινά και την ίδια περίπου ώρα, με τη συνοδεία κάποιου υγρού. Πώς αρχίζει η λήψη του Laurina Επί μη χρήσης προηγούμενης ορμονικής αντισύλληψης [τον προηγούμενο μήνα] Η λήψη των δισκίων αρχίζει την πρώτη ημέρα του φυσικού έμμηνου κύκλου (δηλ. την πρώτη ημέρα της εμμηνορρυσίας). Η έναρξη λήψης του δισκίου μπορεί να γίνει επίσης και κατά την δεύτερη ως και πέμπτη ημέρα από την εμφάνιση της εμμηνορρυσίας, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται να ληφθούν πρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα (μέθοδος φραγμού) για διάστημα 7 ημερών από την έναρξη λήψης του δισκίου. Επί αλλαγής από ένα συνδυασμένο ορμονικό αντισυλληπτικό (συνδυασμένο από του στόματος αντισυλληπτικό, κολπικός δακτύλιος ή διαδερμικό έμπλαστρο) Η γυναίκα πρέπει να αρχίσει την λήψη του Laurina κατά προτίμηση την επόμενη ημέρα από την λήψη του τελευταίου δραστικού δισκίου (το τελευταίο δισκίο που περιέχει τις δραστικές ουσίες) του προηγούμενου CHC, αλλά το αργότερο αμέσως μόλις τελειώσει το μεσοδιάστημα που δεν λάμβανε δισκία ή αμέσως μόλις εξαντληθούν τα αδρανή δισκία που περιελάμβανε το παλαιό CHC. Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται κολπικός δακτύλιος ή διαδερμικό έμπλαστρο, η γυναίκα πρέπει να ξεκινήσει τη λήψη του Laurina κατά προτίμηση την ημέρα της απομάκρυνσης αλλά το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που θα έπρεπε να γίνει η νέα εφαρμογή. Εάν η γυναίκα χρησιμοποιούσε την προηγούμενη μέθοδο με συνέπεια και ορθότητα και εάν είναι λογικά σίγουρο ότι δεν είναι έγκυος, μπορεί επίσης να αλλάξει από την προηγούμενη ορμονική αντισύλληψη συνδυασμού οποιαδήποτε ημέρα του κύκλου. Το μεσοδιάστημα χωρίς τη λήψη ορμονών της προηγούμενης μεθόδου δεν θα πρέπει να παρατείνεται πέρα από τη συνιστώμενη διάρκειά του. Είναι πιθανόν να μην κυκλοφορούν σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όλες οι αντισυλληπτικές μέθοδοι (διαδερμικό έμπλαστρο, κολπικός δακτύλιος). Επί αλλαγής από άλλο αντισυλληπτικό που περιέχει μόνο προγεστερινοειδές (minipill, ένεση, εμφύτευμα) ή από σύστημα ενδομήτριας απελευθέρωσης προγεστερινοειδούς (σπειράλ) Η γυναίκα μπορεί να αλλάξει από το minipill οποιαδήποτε ημέρα (στην περίπτωση εμφυτεύματος ή συστήματος ενδομήτριας απελευθέρωσης προγεστερινοειδούς την ημέρα απομάκρυνσής του, ενώ στην περίπτωση ένεσης κατά την ημέρα την οποία θα της εχορηγείτο η επόμενη ένεση), αλλά σε όλες τις περιπτώσεις η γυναίκα πρέπει να πάρει πρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα (π.χ. μέθοδοι φραγμού) κατά τις πρώτες 7 ημέρες λήψης του δισκίου. Επί διακοπής κυήσεως πρώτου τριμήνου Η γυναίκα μπορεί να αρχίσει την λήψη του Laurina αμέσως. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτούνται πρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα. Επί διακοπής κυήσεως δεύτερου τριμήνου ή μετά από τοκετό Για γυναίκες που θηλάζουν βλέπε παράγραφο 4.6. Στην γυναίκα δίδεται η οδηγία να αρχίσει την λήψη του Laurina από την ημέρα 21 ως την ημέρα 28 μετά τον τοκετό ή την δεύτερου τριμήνου διακοπή κυήσεως. Αν αρχίσει αργότερα, η γυναίκα πρέπει να πάρει πρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα (π.χ. μέθοδοι φραγμού) κατά τις πρώτες 7 ημέρες λήψης του δισκίου. Εν τούτοις, αν έχει προηγηθεί επαφή πρέπει να αποκλεισθεί πιθανή εγκυμοσύνη πριν την έναρξη χρήσης CHC, άλλως η γυναίκα πρέπει να περιμένει την πρώτη περίοδό της. Επί περιπτώσεων παράλειψης δισκίων Σε περίπτωση που παρήλθαν λιγότερο από 12 ώρες από την συνηθισμένη ώρα λήψης του δισκίου, δεν υπάρχει ελάττωση της αντισυλληπτικής προστασίας. Η γυναίκα πρέπει να πάρει το ξεχασμένο δισκίο μόλις το θυμηθεί και να συνεχίσει την λήψη των επόμενων δισκίων κανονικά. Σε περίπτωση που παρήλθαν περισσότερο από 12 ώρες από την συνηθισμένη ώρα λήψης του δισκίου, η αντισυλληπτική προστασία μπορεί να μειωθεί. Στην περίπτωση αυτή, οι οδηγίες που δίδονται βασίζονται στους επόμενους δύο κανόνες:

  1. Η λήψη των δισκίων δεν πρέπει ποτέ να διακόπτεται για περισσότερο από 7 ημέρες.
  2. Απαιτούνται 7 ημέρες συνεχόμενης λήψης του δισκίου ώστε να επιτευχθεί επαρκής καταστολή του άξονα υποθάλαμος - υπόφυση - ωοθήκες. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς μπορεί να δοθούν οι ακόλουθες οδηγίες στην καθημερινή πρακτική:  Εβδομάδα 1 (κίτρινα δισκία) Η γυναίκα λαμβάνει το ξεχασμένο δισκίο αμέσως μόλις το θυμηθεί, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα πάρει 2 δισκία την ίδια ώρα και συνεχίζει την λήψη των επόμενων δισκίων κανονικά. Απαιτείται λήψη πρόσθετων αντισυλληπτικών μέτρων (π.χ. μέθοδοι φραγμού), όπως ένα προφυλακτικό, κατά τις επόμενες 7 ημέρες. Αν έχει προηγηθεί επαφή τις προηγούμενες 7 ημέρες πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης. Όσο περισσότερα δισκία παραλείφθηκαν και όσο κοντύτερα αυτό συνέβη με το διάστημα στο οποίο δεν λαμβάνονται δισκία, τόσο περισσότερο αυξάνει ο κίνδυνος εγκυμοσύνης.  Εβδομάδα 2 (κόκκινα δισκία) Η γυναίκα λαμβάνει το ξεχασμένο δισκίο αμέσως μόλις το θυμηθεί, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα πάρει 2 δισκία την ίδια ώρα και συνεχίζει την λήψη των επόμενων δισκίων κανονικά. Με την προϋπόθεση ότι κατά τις προηγούμενες 7 ημέρες από την παράλειψη του δισκίου τα δισκία λαμβάνονταν κανονικά, δεν απαιτούνται πρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα. Αν δε συνέβη αυτό ή παραλείφθηκαν περισσότερα του ενός δισκία, απαιτούνται πρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα κατά τις επόμενες 7 ημέρες.  Εβδομάδα 3 (λευκά δισκία) Η μείωση της αντισυλληπτικής προστασίας είναι πολύ πιθανή καθώς πρόκειται να ακολουθήσει το διάστημα που δε θα λαμβάνονται αντισυλληπτικά δισκία. Εν τούτοις, με ρύθμιση του τρόπου λήψης των δισκίων, είναι δυνατή η διατήρηση της αντισυλληπτικής προστασίας. Ακολουθώντας μια από τις ακόλουθες δύο μεθόδους, δεν θα απαιτηθούν επιπρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα, με την προϋπόθεση ότι κατά τις προηγούμενες 7 ημέρες από την παράλειψη του δισκίου όλα τα δισκία ελήφθησαν κανονικά. Αν δε συνέβη αυτό, η γυναίκα πρέπει να ακολουθήσει μια από τις ακόλουθες μεθόδους και να λάβει επίσης πρόσθετα αντισυλληπτικά μέτρα κατά τις επόμενες 7 ημέρες.
  3. Η γυναίκα λαμβάνει το ξεχασμένο δισκίο αμέσως μόλις το θυμηθεί, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι θα πάρει 2 δισκία την ίδια ώρα και συνεχίζει την λήψη των επόμενων δισκίων κανονικά. Μόλις τελειώσει η τρέχουσα συσκευασία, χρησιμοποιείται η επόμενη συσκευασία χωρίς ενδιάμεσο διάστημα ελεύθερο δισκίων. Στην περίπτωση αυτή η γυναίκα δεν θα έχει αιμορραγία από διακοπή μέχρι να τελειώσει και η δεύτερη συσκευασία αλλά μπορεί να εμφανισθούν κηλιδώσεις ή αιμορραγία εκ διαφυγής κατά τη λήψη των δισκίων.
  4. Στη γυναίκα επίσης μπορεί να δοθεί συμβουλή να διακόψει την λήψη των δισκίων. Αφήνει διάστημα 7 ημερών χωρίς να χρησιμοποιήσει το δισκίο (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ξεχάστηκε η λήψη του δισκίου) και στη συνέχεια αρχίζει νέα συσκευασία. Αν παραλείφθηκε η λήψη δισκίων και δεν εμφανίσθηκε αιμορραγία από διακοπή κατά την διάρκεια του πρώτου κανονικού διαστήματος ελεύθερου δισκίων, εξετάζεται η πιθανότητα εγκυμοσύνης. Επί περιπτώσεων διαταραχών του γαστρεντερικού συστήματος Επί περιπτώσεων σοβαρών διαταραχών του γαστρεντερικού συστήματος, η απορρόφηση του φαρμάκου πιθανόν να είναι ατελής και πρέπει να ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα αντισύλληψης. Αν εμφανισθεί έμετος μέσα σε 3-4 ώρες από την λήψη του δισκίου, ακολουθούνται οι οδηγίες που δίδονται περί ξεχασμένων δισκίων στην παράγραφο 4.2, “Επί περιπτώσεων παράλειψης δισκίων”. Εάν η γυναίκα δεν επιθυμεί να αλλάξει τον κανονικό ρυθμό λήψης των δισκίων, τότε πρέπει να πάρει το/τα πρόσθετο/α δισκίο/α που απαιτούνται από μια άλλη συσκευασία. Τρόπος μετατόπισης ή καθυστέρησης περιόδου Η καθυστέρηση μιας περιόδου δεν είναι ένδειξη του προϊόντος. Εντούτοις, εάν ειδικές περιστάσεις απαιτούν να καθυστερήσει η περίοδος, η γυναίκα πρέπει να συνεχίσει με τα λευκά δισκία μιας νέας συσκευασίας Laurina, χωρίς να μεσολαβήσει το ελεύθερο δισκίων διάστημα. Η διάρκεια καθυστέρησης μπορεί να διαρκέσει το μέγιστο έως 7 ημέρες και μέχρι του τέλους της δεύτερης συσκευασίας. Κατά τη διάρκεια επέκτασης του κύκλου, είναι δυνατόν να παρατηρηθούν αιμορραγίες εκ διαφυγής ή κηλίδες αίματος. Η λήψη του Laurina συνεχίζεται κανονικά αφού περάσει το 7 ημερών ελεύθερο δισκίων διάστημα. Προκειμένου να μετατεθεί η περίοδος σε μία άλλη ημέρα της εβδομάδας από αυτή που είχε συνηθίσει η γυναίκα με το παρόν σχήμα, πρέπει να συντομευτεί το ελεύθερο δισκίων διάστημα για όσες ημέρες είναι επιθυμητό. Όσο συντομότερο είναι το ελεύθερο δισκίων διάστημα που προκύπτει, τόσο μεγαλύτερος κίνδυνος υπάρχει να μην εμφανισθεί αιμορραγία από διακοπή και να παρατηρηθούν αιμορραγίες εκ διαφυγής ή κηλίδες αίματος κατά την διάρκεια χρήσης της δεύτερης συσκευασίας (όπως στην περίπτωση που επιθυμείται καθυστέρηση μίας περιόδου).
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Τα συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά (CHCs) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται υπό τις ακόλουθες καταστάσεις. Αν οποιαδήποτε από τις καταστάσεις αυτές εμφανιστεί για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια χρήσης CHCs, η χρήση τους πρέπει να διακόπτεται αμέσως.  Παρουσία ή κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) o Φλεβική θρομβοεμβολή - παρούσα ΦΘΕ (υπό αντιπηκτικά) ή ιστορικό αυτής (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση [ΕΒΦΘ] ή πνευμονική εμβολή [ΠΕ]). o Γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για φλεβική θρομβοεμβολή, όπως αντίσταση στην APC, (συμπεριλαμβανομένου του παράγοντα V Leiden), ανεπάρκεια αντιθρομβίνης III, ανεπάρκεια πρωτεΐνης C, ανεπάρκεια πρωτεΐνης S. o Μείζονα χειρουργική επέμβαση με παρατεταμένη ακινητοποίηση (βλ. παράγραφο 4.4). o Υψηλός κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής λόγω της παρουσίας πολλαπλών παραγόντων κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).  Παρουσία ή κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ) o Αρτηριακή θρομβοεμβολή - παρούσα αρτηριακή θρομβοεμβολή, ιστορικό αρτηριακής θρομβοεμβολής (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή πρόδρομη κατάσταση (π.χ. στηθάγχη). o Αγγειοεγκεφαλική νόσος - παρόν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή πρόδρομη κατάσταση (π.χ. παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, ΠΙΕ). o Γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για αρτηριακή θρομβοεμβολή, όπως υπερομοκυστεϊναιμία και αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (αντικαρδιολιπινικά αντισώματα, αντιπηκτικό του λύκου). o Ιστορικό ημικρανίας με εστιακά νευρολογικά συμπτώματα. o Υψηλός κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής λόγω πολλαπλών παραγόντων κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4) ή παρουσίας ενός σοβαρού παράγοντα κινδύνου, όπως:  σακχαρώδης διαβήτης με αγγειακά συμπτώματα  σοβαρή υπέρταση  σοβαρή δυσλιποπρωτεϊναιμία  Παγκρεατίτιδα ή ιστορικό αυτής εφ’ όσον σχετίζεται με σοβαρή υπερτριγλυκεριδαιμία.  Παρούσα ή παρελθούσα σοβαρή ηπατική νόσος εφόσον οι τιμές που προκύπτουν από εργαστηριακές δοκιμές για τις ηπατικές λειτουργίες δεν έχουν επιστρέψει στο φυσιολογικό.  Ύπαρξη ή ιστορικό όγκου του ήπατος (καλοήθους ή κακοήθους).  Γνωστές ή πιθανολογούμενες κακοήθειες επηρεαζόμενες από στεροειδή του φύλου (π.χ. των γεννητικών οργάνων ή του μαστού).  Υπερπλασία του ενδομητρίου.  Μη-διαγνωσμένη κολπική αιμορραγία.  Γνωστή ή πιθανολογούμενη εγκυμοσύνη.  Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Προειδοποιήσεις Εάν είναι παρούσα οποιαδήποτε από τις καταστάσεις ή τους παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται παρακάτω, η καταλληλότητα του Laurina πρέπει να συζητείται με τη γυναίκα. Σε περίπτωση επιδείνωσης ή πρώτης εμφάνισης οποιασδήποτε από αυτές τις καταστάσεις ή τους παράγοντες κινδύνου, στη γυναίκα θα πρέπει να δοθεί η συμβουλή να επικοινωνήσει με τον γιατρό της για να καθοριστεί εάν θα πρέπει να διακοπεί η χρήση του Laurina.

  1. Κυκλοφορικές διαταραχές Κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ)  Η χρήση οποιουδήποτε συνδυασμένου ορμονικού αντισυλληπτικού (CHC) αυξάνει τον κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) σε σύγκριση με τη μη χρήση. Προϊόντα που περιέχουν λεβονοργεστρέλη, νοργεστιμάτη ή νορεθιστερόνη έχουν συσχετιστεί με χαμηλότερο κίνδυνο για ΦΘΕ. Άλλα προϊόντα, όπως το Laurina μπορεί να έχουν μέχρι δύο φορές αυτό το επίπεδο κινδύνου. Η απόφαση για τη χρήση οποιουδήποτε προϊόντος διαφορετικού από ένα με το χαμηλότερο κίνδυνο για ΦΘΕ θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο μετά από συζήτηση με τη γυναίκα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατανοεί τον κίνδυνο για ΦΘΕ με το Laurina, πώς οι παράγοντες κινδύνου που ήδη έχει επηρεάζουν αυτόν τον κίνδυνο, και ότι ο κίνδυνος που διατρέχει για ΦΘΕ είναι υψηλότερος κατά τον πρώτο χρόνο χρήσης για πρώτη φορά. Υπάρχουν επίσης κάποια στοιχεία ότι ο κίνδυνος είναι αυξημένος όταν η χρήση ενός CHC αρχίζει εκ νέου μετά από μια διακοπή στη χρήση 4 εβδομάδων ή περισσότερο.  Σε γυναίκες που δεν χρησιμοποιούν CHC και δεν είναι έγκυες, περίπου 2 στις 10.000 θα αναπτύξουν ΦΘΕ κατά τη χρονική περίοδο ενός έτους. Ωστόσο, σε οποιαδήποτε μεμονωμένη γυναίκα ο κίνδυνος μπορεί να είναι πολύ υψηλότερος, ανάλογα με τους υποκείμενους παράγοντες κινδύνου (βλ. παρακάτω).  Εκτιμάται ότι από τις 10.000 γυναίκες που χρησιμοποιούν ένα CHC που περιέχει δεσογεστρέλη, μεταξύ 9 και 12 γυναίκες θα αναπτύξουν ΦΘΕ σε ένα έτος. Αυτό συγκρίνεται με περίπου 6 στις γυναίκες που χρησιμοποιούν ένα CHC που περιέχει λεβονοργεστρέλη.  Και στις δύο περιπτώσεις, ο αριθμός ΦΘΕ ανά έτος είναι μικρότερος από τον αριθμό που αναμένεται στις γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή της λοχείας.  Η ΦΘΕ μπορεί να είναι θανατηφόρος στο 1-2% των περιπτώσεων. Αριθμός συμβάντων ΦΘΕ ανά 10.000 γυναίκες σε ένα έτος Εξαιρετικά σπάνια, σε χρήστριες CHC έχει αναφερθεί θρόμβωση σε άλλα αιμοφόρα αγγεία, π.χ. ηπατικές, μεσεντέριες, νεφρικές ή αμφιβληστροειδικές φλέβες και αρτηρίες. Παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ μ μ μ μ, μ Αυτά τα γεγονότα εκτι ήθηκαν από όλα τα δεδο ένα των επιδη ιολογικών ελετών χρησι οποιώντας σχετικούς μ κινδύνους για τα διαφορετικά προϊόντα σε σύγκριση ε τα CHC.που περιέχουν λεβονοργεστρέλη μ μ 5-7 10.000, μ CHC Μέσο ση είο της κλί ακας των ανά γυναίκες χρόνια ε βάση τον σχετικό κίνδυνο για που μ 2,3 to 3,6περιέχουν λεβονοργεστρέλη έναντι της η χρήσης της τάξης περίπου των Μη χρήστρια CHC (2συμβάντα) CHC που περιέχει λεβονοργεστρέλη (7συμβάντα) CHC που περιέχει δεσογεστρέλη (912συμβάντα) Αριθμός συμβάντων ΦΘΕ Ο κίνδυνος για φλεβικές θρομβοεμβολικές επιπλοκές σε χρήστριες CHC μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε μια γυναίκα με επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου, ιδίως όταν υπάρχουν πολλαπλοί παράγοντες κινδύνου (βλ. πίνακα). Το Laurina αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου που τη θέτουν σε υψηλό κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι δυνατό η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους παραγόντων - στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξετάζεται ο συνολικός της κίνδυνος για ΦΘΕ. Εάν το ισοζύγιο των οφελών και κινδύνων θεωρείται ότι είναι αρνητικό, δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται ένα CHC (βλ. παράγραφο 4.3). : Πίνακας Παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ Παράγοντας κινδύνου Σχόλιο Παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 kg/m²) Ο κίνδυνος αυξάνει σημαντικά καθώς αυξάνει ο ΔΜΣ. Ιδιαιτέρως σημαντικό να εξεταστεί εάν άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι επίσης παρόντες. Παρατεταμένη ακινητοποίηση, μείζονα χειρουργική επέμβαση, οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση στα πόδια ή στην πύελο, νευροχειρουργική επέμβαση, ή σοβαρό τραύμα Σημείωση: Προσωρινή ακινητοποίηση συμπεριλαμβανομένου αεροπορικού ταξιδιού >4 ώρες μπορεί επίσης να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ΦΘΕ, ιδίως σε γυναίκες με άλλους παράγοντες κινδύνου. Σε αυτές τις καταστάσεις, συνιστάται να διακοπεί το έμπλαστρο/δισκίο/δακτύλιος (στην περίπτωση προγραμματισμένης επέμβασης τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν) και να μην ξαναρχίσει η χρήση του μέχρι δύο εβδομάδες μετά την πλήρη επανακινητοποίηση. Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια άλλη μέθοδος αντισύλληψης για να αποφευχθεί μια ακούσια εγκυμοσύνη. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο για αντιθρομβωτική θεραπεία εάν το Laurina δεν έχει διακοπεί εκ των προτέρων. Θετικό οικογενειακό ιστορικό (φλεβική θρομβοεμβολή σε αδελφό ή γονέα, ειδικά σε σχετικά νεαρή ηλικία, π.χ. πριν την ηλικία των 50 ετών). Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η γυναίκα θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό για συμβουλές πριν αποφασίσει για τη χρήση οποιουδήποτε CHC. Άλλες ιατρικές καταστάσεις Καρκίνος, συστηματικός ερυθηματώδης που συσχετίζονται με ΦΘΕ λύκος, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (νόσος του Crohn ή ελκώδης κολίτιδα) και δρεπανοκυτταρική νόσος μ Αυξανό ενη ηλικία 35Ιδίως άνω των ετών Δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με τον πιθανό ρόλο των κιρσών και της επιπολής θρομβοφλεβίτιδας στην εκδήλωση ή εξέλιξη φλεβικής θρόμβωσης. Πρέπει να εξετάζεται ο αυξημένος κίνδυνος θρομβοεμβολής στην κύηση, και ειδικότερα κατά την περίοδο 6 εβδομάδων της λοχείας (για πληροφορίες σχετικά με την “Κύηση και γαλουχία” βλ. παράγραφο 4.6). Συμπτώματα της ΦΘΕ (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή) Στην περίπτωση συμπτωμάτων, στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα και να ενημερώνουν τον επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ότι παίρνουν ένα CHC. Τα συμπτώματα της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (ΕΒΦΘ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • μονόπλευρο οίδημα του ποδιού ή/και του άκρου ποδιού, ή κατά μήκος μιας φλέβας στο πόδι,
  • πόνο ή ευαισθησία στο πόδι, που μπορεί να γίνουν αισθητά μόνο κατά την όρθια στάση ή το βάδισμα,
  • αυξημένο αίσθημα θερμότητας στο επηρεαζόμενο πόδι, ερυθρότητα ή δυσχρωμία του δέρματος στο πόδι. Τα συμπτώματα της πνευμονικής εμβολής (ΠΕ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • αιφνίδια εκδήλωση ανεξήγητης δύσπνοιας ή ταχύπνοιας,
  • αιφνίδιο βήχα ο οποίος μπορεί να συσχετίζεται με αιμόπτυση,
  • οξύ θωρακικό πόνο,
  • σοβαρή σκοτοδίνη ή ζάλη,
  • γρήγορο ή ακανόνιστο καρδιακό παλμό. Ορισμένα από αυτά τα συμπτώματα (π.χ. “δύσπνοια”, “βήχας”) είναι μη ειδικά και θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν ως πιο συχνά ή λιγότερο σοβαρά συμβάντα (π.χ. λοιμώξεις του αναπνευστικού). Άλλα σημεία αγγειακής απόφραξης μπορεί να περιλαμβάνουν: αιφνίδιο πόνο, οίδημα και ελαφριά μπλε δυσχρωμία ενός άκρου. Εάν η απόφραξη συμβεί στον οφθαλμό, τα συμπτώματα μπορεί να κυμαίνονται από ανώδυνη θόλωση της όρασης, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε απώλεια της όρασης. Ορισμένες φορές, η απώλεια της όρασης μπορεί να συμβεί σχεδόν αμέσως. Κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ) Επιδημιολογικές μελέτες έχουν συσχετίσει τη χρήση των CHCs με αυξημένο κίνδυνο για αρτηριακή θρομβοεμβολή (έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή για αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (π.χ. παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Τα αρτηριακά θρομβοεμβολικά συμβάντα μπορεί να είναι θανατηφόρα. Παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ Ο κίνδυνος αρτηριακών θρομβοεμβολικών επιπλοκών ή ενός αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου σε χρήστριες CHC είναι αυξημένος σε γυναίκες με παράγοντες κινδύνου (βλ. πίνακα). Το Laurina αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει ένα σοβαρό ή πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ που τη θέτουν σε υψηλό κίνδυνο αρτηριακής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4.3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι δυνατόν η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των επιμέρους παραγόντων - στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξετάζεται ο συνολικός της κίνδυνος. Εάν το ισοζύγιο των οφελών και κινδύνων θεωρείται ότι είναι αρνητικό, δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται ένα CHC (βλ. παράγραφο 4.3). Πίνακας: Παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ Παράγοντας κινδύνου Σχόλιο μ Αυξανό ενη ηλικία 35Ιδίως άνω των ετών μΚάπνισ α Στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να μην καπνίζουν εάν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν ένα CHC. Στις γυναίκες άνω των 35 ετών που συνεχίζουν να καπνίζουν θα πρέπει να συνιστάται έντονα να χρησιμοποιούν μια διαφορετική μέθοδο αντισύλληψης. Υπέρταση Παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 kg/m ) Ο κίνδυνος αυξάνει σημαντικά καθώς αυξάνει ο ΔΜΣ. Ιδιαιτέρως σημαντικό σε γυναίκες με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου Θετικό οικογενειακό ιστορικό (αρτηριακή θρομβοεμβολή σε αδελφό ή γονέα, ειδικά σε σχετικά νεαρή ηλικία, π.χ. ηλικία κάτω των 50 ετών). Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η γυναίκα θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό για συμβουλές πριν αποφασίσει για τη χρήση οποιουδήποτε CHC μΗ ικρανία Η αύξηση στη συχνότητα ή την ένταση της ημικρανίας κατά τη διάρκεια της χρήσης του CHC (η οποία μπορεί να είναι πρόδρομο σύμπτωμα αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου) μπορεί να αποτελέσει αιτία άμεσης διακοπής Άλλες ιατρικές καταστάσεις που συσχετίζονται με ανεπιθύμητα αγγειακά συμβάντα Σακχαρώδης διαβήτης, υπερομοκυστεϊναιμία, βαλβιδοπάθεια και κολπική μαρμαρυγή, δυσλιποπρωτεϊναιμία και συστηματικός ερυθηματώδης λύκος. Συμπτώματα ΑΘΕ Στην περίπτωση συμπτωμάτων, στις γυναίκες θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να αναζητούν επείγουσα ιατρική φροντίδα και να ενημερώνουν τον επαγγελματία του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης ότι παίρνουν ένα CHC. Τα συμπτώματα αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • αιφνίδιο μούδιασμα ή αδυναμία του προσώπου, χεριού ή ποδιού, ιδίως στη μία πλευρά του σώματος,
  • αιφνίδια δυσκολία στο βάδισμα, ζάλη, απώλεια ισορροπίας ή συντονισμού,
  • αιφνίδια σύγχυση, δυσκολία στην ομιλία ή στην κατανόηση,
  • αιφνίδια δυσκολία στην όραση στον έναν ή και στους δύο οφθαλμούς,
  • αιφνίδια, έντονη ή παρατεταμένη κεφαλαλγία χωρίς γνωστή αιτία,
  • απώλεια συνείδησης ή λιποθυμία με ή χωρίς επιληπτική κρίση. Προσωρινά συμπτώματα υποδεικνύουν ότι το επεισόδιο είναι ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ). Τα συμπτώματα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (ΕΜ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
  • πόνο, δυσφορία, πίεση, βάρος, αίσθημα συμπίεσης ή πληρότητας στο θώρακα, το χέρι ή κάτω από το στέρνο,
  • δυσφορία που εξαπλώνεται στην πλάτη, τη γνάθο, το λαιμό, το χέρι, το στομάχι,
  • αίσθημα πληρότητας, δυσπεψία ή πνιγμονή,
  • εφίδρωση, ναυτία, έμετος ή ζάλη,
  • υπερβολική αδυναμία, ανησυχία ή δύσπνοια,
  • γρήγορους ή ακανόνιστους καρδιακούς παλμούς.
  1. Όγκοι  Επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η μακροχρόνια χρήση των από του στόματος αντισυλληπτικών φανερώνει κάποιο παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε γυναίκες οι οποίες έχουν μολυνθεί από τον ιό του ανθρώπινου θηλώματος (HPV). Ωστόσο, υπάρχει ακόμα αβεβαιότητα για την έκταση στην οποία αυτά τα ευρήματα μπορεί να σχετίζονται με συνυπάρχοντες παράγοντες (όπως διαφορές στον αριθμό ερωτικών συντρόφων ή στη χρήση αντισυλληπτικών μεθόδων φραγμού).  Σε μετα-ανάλυση 54 επιδημιολογικών μελετών, αναφέρεται ότι υπάρχει ελαφρά αυξημένος σχετικός κίνδυνος (RR = 1,24) ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που χρησιμοποιούν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά. Η αύξηση του κινδύνου αυτού εξαφανίζεται σταδιακά σε διάστημα 10 ετών μετά την διακοπή λήψης των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών. Επειδή ο καρκίνος του μαστού είναι σπάνιος σε γυναίκες μικρότερες των 40 ετών, ο επιπλέον αριθμός περιπτώσεων καρκίνου του μαστού σε χρήστριες συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών είναι μικρός σε σχέση με τον ολικό κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. Οι μελέτες αυτές δεν παρέχουν απόδειξη αιτιολογικής σχέσης. Η παρατηρούμενη αύξηση εμφάνισης καρκίνου του μαστού μπορεί να οφείλεται σε έγκαιρη διάγνωση στις χρήστριες των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών, στις βιολογικές δράσεις των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών ή στο συνδυασμό και των δύο. Ο καρκίνος του μαστού που διαγιγνώσκεται σε χρήστριες συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών, είναι συνήθως λιγότερο κλινικά προχωρημένος από ότι αυτός σε γυναίκες που δεν χρησιμοποίησαν ποτέ συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά.  Σε σπάνιες περιπτώσεις, καλοήθεις όγκοι του ήπατος και ακόμα σπανιότερα κακοήθεις όγκοι του ήπατος έχουν αναφερθεί σε γυναίκες-χρήστες CHCs. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, οι όγκοι αυτοί έχουν οδηγήσει σε απειλητικές για τη ζωή ενδοκοιλιακές αιμορραγίες. Πρέπει να εξετάζεται η ύπαρξη ηπατικού όγκου στη διαφορική διάγνωση όταν γυναίκες που παίρνουν CHCs εμφανίζουν σοβαρό πόνο στο πάνω μέρος της κοιλιάς, μεγέθυνση του ήπατος ή σημεία ενδοκοιλιακής αιμορραγίας.
  2. Άλλες καταστάσεις  Γυναίκες με υπερτριγλυκεριδαιμία ή οικογενειακό ιστορικό σε αυτή, μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παγκρεατίτιδας όταν χρησιμοποιούν CHCs.  Αν και μικρή αύξηση της πίεσης του αίματος έχει αναφερθεί σε γυναίκες που παίρνουν CHCs, κλινική συσχέτιση βρέθηκε πολύ σπάνια. Σχέση μεταξύ κλινικής υπέρτασης και λήψης CHCs δεν έχει εδραιωθεί. Εντούτοις εάν εμφανιστεί κλινικά σημαντική υπέρταση που επιμένει κατά τη χρήση CHC, είναι ορθό ο ιατρός να συστήσει διακοπή της λήψης των CHCs και να θεραπεύσει την υπέρταση. Όπου θεωρείται σωστό, η χρήση CHC μπορεί να ξαναρχίσει εάν η πίεση του αίματος επιστρέψει στις κανονικές τιμές με την βοήθεια αντιϋπερτασικής θεραπείας.  Έχει αναφερθεί ότι οι ακόλουθες καταστάσεις συμβαίνουν ή επιδεινώνονται τόσο από την εγκυμοσύνη όσο και από την χρήση των CHC, αλλά απόδειξη του συσχετισμού με τα CHC δεν είναι τεκμηριωμένη. Οι καταστάσεις αυτές είναι: ίκτερος και /ή κνησμός που σχετίζεται με την χολόσταση, σχηματισμός πέτρας της χολής, πορφυρία, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χορεία του Sydenham, έρπης των γεννητικών οργάνων, απώλεια ακοής σχετιζόμενη με ωτοσκλήρυνση, (κληρονομικό) αγγειοοίδημα.  Οξείες ή χρόνιες διαταραχές των ηπατικών λειτουργιών μπορεί να απαιτούν διακοπή λήψης των CHC, μέχρι οι δείκτες των ηπατικών λειτουργιών να επιστρέψουν στο φυσιολογικό. Επανεμφάνιση χολοστατικού ίκτερου ο οποίος εμφανίστηκε πρώτη φορά κατά την διάρκεια εγκυμοσύνης ή κατά τη χρήση στεροειδών του φύλου απαιτεί διακοπή της λήψης των CHCs.  Αν και τα CHCs έχουν δράση στην περιφερική αντίσταση στην ινσουλίνη και στην ανοχή της γλυκόζης, δεν υπάρχει λόγος τροποποίησης του θεραπευτικού σχήματος σε διαβητικές γυναίκες που χρησιμοποιούν CHCs. Εντούτοις, οι διαβητικές γυναίκες πρέπει να βρίσκονται υπό παρακολούθηση όταν λαμβάνουν συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά.  Η νόσος του Crohn και η ελκώδης κολίτιδα έχουν συσχετιστεί με τη χρήση CHC.  Χλόασμα παρατηρείται σποραδικά, ιδιαίτερα σε γυναίκες με ιστορικό χλοάσματος της εγκυμοσύνης. Γυναίκες με τάση για χλόασμα θα πρέπει να αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο ή την υπεριώδη ακτινοβολία για όσο χρονικό διάστημα παίρνουν CHCs.  Το Laurina περιέχει κάτω των 65 mg λακτόζη ανά δισκίο. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, με ανεπάρκεια Lapp-λακτάσης ή με ελλειπή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης που λαμβάνουν διατροφή χωρίς λακτόζη πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψη τους την ποσότητα αυτή. Όταν συζητείται η επιλογή αντισυλληπτικής μεθόδου, όλες οι ως άνω πληροφορίες πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη. Ιατρική εξέταση/γνωμάτευση Πριν την έναρξη ή την επανέναρξη του Laurina πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ιατρικό ιστορικό (συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού ιστορικού) και να αποκλείεται η περίπτωση εγκυμοσύνης. Πρέπει να μετριέται η αρτηριακή πίεση και να διενεργείται κλινική εξέταση, καθοδηγούμενη από τις αντενδείξεις (βλ. παράγραφο 4.3) και τις προειδοποιήσεις (βλ. παράγραφο 4.4). Είναι σημαντικό να επιστήνεται η προσοχή της γυναίκας στις πληροφορίες σχετικά με τη φλεβική και αρτηριακή θρόμβωση, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου του Laurina σε σύγκριση με άλλα CHC, των συμπτωμάτων ΦΘΕ και ΑΘΕ, των γνωστών παραγόντων κινδύνου και τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση υποψίας θρόμβωσης. Πρέπει επίσης να υποδεικνύεται στη γυναίκα να διαβάσει προσεκτικά το φύλλο οδηγιών χρήσης και να τηρεί τις παρεχόμενες συμβουλές. Η συχνότητα και η φύση αυτών των εξετάσεων πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κλινικές πρακτικές και να προσαρμόζεται ξεχωριστά στην κάθε γυναίκα. Οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνονται ότι τα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν προστατεύουν από τις λοιμώξεις από τον ιό HIV (AIDS) και από άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Μειωμένη αποτελεσματικότητα Η αποτελεσματικότητα των CHCs μπορεί να μειωθεί στη περίπτωση π.χ. μη κανονικής λήψης των δισκίων (βλέπε παράγραφο 4.2, “Επί περιπτώσεων παράλειψης δισκίων”), διαταραχών στο γαστρεντερικό σύστημα (βλέπε παράγραφο 4.2, “Επί περιπτώσεων διαταραχών του γαστρεντερικού συστήματος”) ή συγχορηγούμενης θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.5, “Αλληλεπιδράσεις”). Φυτικά σκευάσματα που περιέχουν Hypericum perforatum (Υπερικό / βαλσαμόχορτο / St. John’s wort) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη λήψη του Laurina λόγω του κινδύνου μείωσης των συγκεντρώσεων του Laurina στο πλάσμα και των μειωμένων κλινικών επιδράσεών του (βλέπε παράγραφο 4.5). Μειωμένος έλεγχος του κύκλου Με όλα τα CHCs είναι πιθανόν να εμφανιστούν ακανόνιστες αιμορραγίες (κηλίδες αίματος ή αιμορραγίες εκ διαφυγής), ειδικά κατά τους πρώτους μήνες της χρήσης τους. Ως εκ τούτου η αξιολόγηση των ακανόνιστων αιμορραγιών έχει σημασία μόνο μετά από διάστημα προσαρμογής περίπου 3 κύκλων. Εάν οι αιμορραγικές ανωμαλίες επιμένουν ή εμφανιστούν ενώ προηγουμένως υπήρχαν κανονικοί κύκλοι, τότε μη ορμονικές αιτίες πρέπει να ληφθούν υπόψιν και να ληφθούν επαρκή διαγνωστικά μέτρα ώστε να αποκλειστεί πιθανότητα εγκυμοσύνης ή κακοήθειας. Για την διάγνωση ίσως χρειαστεί να γίνει απόξεση. Σε μερικές γυναίκες είναι δυνατόν να μην εμφανιστεί αιμορραγία από διακοπή κατά τη διάρκεια του ελεύθερου δισκίων διαστήματος. Eάν το CHC λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης που περιγράφονται στην παράγραφο 4.2, είναι απίθανη η εμφάνιση εγκυμοσύνης. Εντούτοις, εάν τα CHC δεν έχουν ληφθεί σύμφωνα με τις οδηγίες πριν την παράλειψη της πρώτης αιμορραγίας από διακοπή ή αν δεν έχουν εμφανιστεί δύο συνεχόμενες αιμορραγίες από διακοπή, τότε πρέπει να αποκλείεται η πιθανότητα εγκυμοσύνης πριν συνεχιστεί η λήψη των CHC.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις Αλληλεπιδράσεις των από του στόματος αντισυλληπτικών με άλλα φάρμακα μπορεί να έχουν σαν συνέπεια αιμορραγίες εκ διαφυγής και/ή αποτυχία της αντισυλληπτικής αγωγής. Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία: Ηπατικός μεταβολισμός: Αλληλεπιδράσεις μπορεί να συμβούν με φάρμακα που είναι επαγωγείς των ηπατικών ενζύμων και προκαλούν αυξημένη κάθαρση των ορμονών του φύλου (όπως οι υδαντοΐνες, τα βαρβιτουρικά, η πριμιδόνη, η βοσεντάνη, η καρβαμαζεπίνη, η ριφαμπικίνη, η ριφαμπουτίνη και πιθανώς επίσης η οξυκαρβαζεπίνη, η μοδαφινίλη, η τοπιραμάτη, η φελμπαμάτη, η ριτοναβίρη, η γκριζεοφουλβίνη και τα προϊόντα που περιέχουν Hypericum perforatum [Υπερικό / βαλσαμόχορτο / St. John’s wort]). Επίσης, αναστολείς της HIV πρωτεάσης με δυναμικό επαγωγής (π.χ. ριτοναβίρη και νελφιναβίρη) και μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (π.χ. νεβιραπίνη και εφαβιρένζη) ενδέχεται να επηρεάσουν τον ηπατικό μεταβολισμό. Η μέγιστη ενζυμική επαγωγή που προκαλούν τα φάρμακα αυτά δεν εμφανίζεται πριν από 2-3 εβδομάδες από την έναρξη χορήγησής τους αλλά στη συνέχεια μπορεί να επιμείνει για τουλάχιστον 4 εβδομάδες μετά τη διακοπή τους. Αποτυχία της αντισυλληπτικής αγωγής έχει αναφερθεί επίσης όταν συγχορηγούνται αντιβιοτικά όπως η αμπικιλίνη και οι τετρακυκλίνες. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης σε αυτή την περίπτωση δεν έχει διευκρινιστεί. Οι γυναίκες που λαμβάνουν οποιοδήποτε από αυτά τα φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούν προσωρινά μία μέθοδο φραγμού επιπρόσθετα του CHC ή να επιλέξουν μια άλλη μέθοδο αντισύλληψης. Με τη χρήση φαρμάκων που είναι επαγωγείς των ηπατικών ενζύμων, η μέθοδος φραγμού πρέπει να χρησιμοποιείται καθόσον διάστημα λαμβάνουν τη συνοδό θεραπεία και για 28 επιπλέον ημέρες μετά τη διακοπή της. Σε περίπτωση μακροχρόνιας αγωγής με επαγωγείς των ηπατικών ενζύμων πρέπει να εξετάζεται πάντοτε η χρήση μιας άλλης αντισυλληπτικής μεθόδου. Γυναίκες που λαμβάνουν αγωγή με αντιβιοτικά (με εξαίρεση τη ριφαμπικίνη και τη γκριζεοφουλβίνη, που δρουν επίσης ως φάρμακα που επάγουν τα ηπατικά ένζυμα) πρέπει να χρησιμοποιούν μία μέθοδο φραγμού έως και 7 ημέρες μετά τη διακοπή του φαρμάκου. Εάν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο χρησιμοποιείται η μέθοδος φραγμού τυγχάνει να συνεχίζεται και μετά το τέλος λήψης των δισκίων της τρέχουσας συσκευασίας του CHC, η επόμενη συσκευασία του CHC πρέπει να αρχίσει χωρίς να μεσολαβήσει το σύνηθες διάστημα χωρίς τη λήψη δισκίων. Τα από του στόματος αντισυλληπτικά πιθανώς να εμπλέκονται στο μεταβολισμό και άλλων φαρμάκων. Επομένως, οι συγκεντρώσεις τους στο πλάσμα και στους ιστούς πιθανώς είτε να αυξάνονται (π.χ. η κυκλοσπορίνη) είτε να μειώνονται (π.χ. η λαμοτριγκίνη). Σημείωση: οι συνταγογραφικές πληροφορίες των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη για τυχόν αναγνώριση δυνητικών αλληλεπιδράσεων. Εργαστηριακοί έλεγχοι Η χρήση των αντισυλληπτικών στεροειδών μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα ορισμένων εργαστηριακών δοκιμών που περιλαμβάνουν τις βιοχημικές παραμέτρους λειτουργίας του ήπατος, του θυρεοειδούς, των επινεφριδίων και των νεφρών, τα επίπεδα στο πλάσμα των (δεσμευτικών) πρωτεϊνών, π.χ. της σφαιρίνης που δεσμεύει τα κορτικοστεροειδή και τα κλάσματα των λιπιδίων/λιποπρωτεϊνών, τις παραμέτρους μεταβολισμού των υδατανθράκων και τις παραμέτρους πήξης του αίματος και ινωδόλυσης. Γενικώς οι μεταβολές που παρατηρούνται παραμένουν σε φυσιολογικά εργαστηριακά επίπεδα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Σε γυναίκες που χρησιμοποιούν CHC έχει παρατηρηθεί αυξημένος κίνδυνος
αρτηριακών και φλεβικών θρομβωτικών και θρομβοεμβολικών συμβάντων,
συμπεριλαμβανομένου του εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού
εγκεφαλικού επεισοδίου, παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων, φλεβικής
θρόμβωσης και πνευμονικής εμβολής, τα οποία εξετάζονται αναλυτικότερα
στην παράγραφο 4.4.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε γυναίκες που χρησιμοποιούν
CHCs. Αυτές περιλαμβάνουν: υπέρταση, ορμονοεξαρτώμενους όγκους (π.χ.
όγκους ήπατος, καρκίνο μαστού), χλόασμα και εξετάζονται αναλυτικότερα
στην παράγραφο 4.4.
Όπως με όλα τα CHCs, μπορεί να εμφανιστούν μεταβολές στις μορφές κολπικής
αιμορραγίας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών χρήσης. Αυτές
μπορεί να περιλαμβάνουν μεταβολές στη συχνότητα της αιμορραγίας (απούσα,
λιγότερη, πιο συχνή ή συνεχής), στην έντασή της (μειωμένη ή αυξημένη) ή στη
διάρκειά της.
Πιθανώς σχετικές ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες έχουν παρατηρηθεί σε
γυναίκες-χρήστες του Laurina ή γενικά σε γυναίκες-χρήστες των CHC,
περιγράφονται στον κάτωθι πίνακα
. Όλες οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις
παρατίθενται ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα: συχνές
(≥1/100), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) και σπάνιες (<1/1.000).
Κατηγορία/Οργανι
κό σύστημα
Συχνές Όχι
συχνές
Σπάνιες
Διαταραχές του
ανοσοποιητικού
συστήματος
Υπερευαισθησί
α
Διαταραχές του
μεταβολισμού και της
θρέψης
Κατακράτη
ση υγρών
Ψυχιατρικές
διαταραχές
Καταθλιπτική
διάθεση,
μεταβαλλόμενη
διάθεση
Γενετήσια
ορμή
μειωμένη
Γενετήσια ορμή
αυξημένη
Διαταραχές του
νευρικού συστήματος
Κεφαλαλγία Ημικρανία
Οφθαλμικές
διαταραχές
Δυσανεξία των
φακών επαφής
Aγγειακές
διαταραχές
Φλεβική
θρομβοεμβολή,
Αρτηριακή
θρομβοεμβολή
Διαταραχές του
γαστρεντερικού
συστήματος
Ναυτία, κοιλιακό
άλγος
Έμετος,
διάρροια
Διαταραχές του
δέρματος και του
υποδόριου ιστού
Εξάνθημα,
κνίδωση
Οζώδες
ερύθημα,
πολύμορφο
ερύθημα
Διαταραχές του
αναπαραγωγικού
συστήματος και των
μαστών
Μαστοδυνία,
ευαισθησία
μαστού
διόγκωση
μαστού
Κολπικό
έκκριμα,
έκκριση
μαστού
Παρακλινικές
εξετάσεις
Σωματικό βάρος
αυξημένο
Σωματικό
βάρος
μειωμένο
Έχουν καταχωρηθεί οι πιο κατάλληλοι όροι κατά MedDRA για να
περιγράψουν μια κύρια ανεπιθύμητη ενέργεια. Συνώνυμα ή σχετικές
καταστάσεις δεν καταχωρούνται, αλλά θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ’
όψη.
μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθύ ητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση
άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει
τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού
προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής
περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες
ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
μ μΕθνικός Οργανισ ός Φαρ άκων
284Μεσογείων
GR-15562, Χολαργός Αθήνα
  • 30 Τηλ 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Εγκυμοσύνη Το Laurina δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν συμβεί κύηση κατά τη διάρκεια αγωγής με Laurina, πρέπει να διακοπεί η περαιτέρω λήψη. Ωστόσο, οι περισσότερες επιδημιολογικές μελέτες δεν έχουν αποκαλύψει ούτε αυξημένους κινδύνους για τα παιδιά που γεννήθηκαν από γυναίκες που χρησιμοποιούσαν CHCs πριν την εγκυμοσύνη ούτε τερατογενετικές επιδράσεις σε γυναίκες που χρησιμοποίησαν από λάθος CHCs κατά τα πρώτα στάδια της κύησης. O αυξημένος κίνδυνος για ΦΘΕ κατά τη διάρκεια της λοχείας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επανέναρξη του Laurina (βλ. παράγραφο 4.2 και 4.4). Θηλασμός Ο θηλασμός μπορεί να επηρεαστεί από τα CHCs καθώς μπορεί να μειωθεί η ποσότητα και να μεταβληθεί η σύσταση του γάλακτος. Ως εκ τούτου δεν συνιστάται η λήψη των CHCs μέχρι να απογαλακτισθεί τελείως το παιδί. Μικρή ποσότητα των στεροειδών που περιέχονται στα αντισυλληπτικά και/ή οι μεταβολίτες τους μπορεί να εκκριθούν στο μητρικό γάλα, αλλά δεν υπάρχουν αποδείξεις μη αναστρέψιμης δράσης στην υγεία του βρέφους.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες του φύλου και τροποποιητικά με δράση στο γεννητικό σύστημα, προγεσταγόνα και οιστρογόνα, σταθεροί συνδυασμοί, κωδικός ATC: G03A B05 Η αντισυλληπτική δράση των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών βασίζεται στην αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων εκ των οποίων οι πλέον σημαντικοί είναι η αναστολή της ωορρηξίας και οι αλλαγές των τραχηλικών εκκρίσεων. Τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά, εκτός της προστασίας από την κύηση, έχουν πολλές ευνοϊκές ιδιότητες, οι οποίες σε συνδυασμό με τις αρνητικές ιδιότητές τους (βλέπε προειδοποιήσεις και ανεπιθύμητες ενέργειες), πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν πριν επιλεχθεί η μέθοδος ελέγχου των γεννήσεων. Ο κύκλος είναι περισσότερο κανονικός και η περίοδος είναι συχνά λιγότερο επώδυνη και με λιγότερο αίμα. Το τελευταίο μπορεί να μειώσει τη πιθανότητα εμφάνισης ανεπάρκειας σιδήρου. Εκτός από αυτό, με τα υψηλότερης περιεκτικότητας σε ορμόνες CHCs (50 μg αιθινυλοιστραδιόλης), υπάρχει ένδειξη μειωμένου κινδύνου ινοκυστικών όγκων του στήθους, κύστεων των ωοθηκών, φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, εξωμήτριας κύησης και καρκίνου των ωοθηκών. Αν αυτό ισχύει και για τα χαμηλής δόσης CHCs παραμένει να επιβεβαιωθεί. Στις κλινικές μελέτες έχει φανεί ότι το Laurina μειώνει σημαντικά τα ανδρογονικά παράγωγα 3-α ανδροστενεδιόλ-γλυκουρονίδιο, ανδροστενεδιόνη, θειϊκή-διϋδροεπιανδροστερόνη και ελεύθερη τεστοστερόνη. Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε εφήβους μικρότερους των 18 ετών.
Φαρμακοκινητική

Δεσογεστρέλη Απορρόφηση Η από του στόματος χορηγούμενη δεσογεστρέλη απορροφάται γρήγορα και ολικά και μετατρέπεται σε ετονογεστρέλη. Τα μέγιστα επίπεδα ετονογεστρέλης στον ορό αυξάνονται από 1,5 ng/ml την ημέρα 7 σε 5 ng/ml την ημέρα 21 του κύκλου και επιτυγχάνονται περίπου 1,5 ώρα μετά τη χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι 62 - 81%. Κατανομή Η ετονογεστρέλη δεσμεύεται από την αλβουμίνη του ορού και από τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου (SHBG). Μόνο 2 - 4% της ολικής συγκέντρωσης του φαρμάκου στον ορό υπάρχει ως ελεύθερο στεροειδές, ενώ 40

  • 70% είναι εκλεκτικά δεσμευμένο από την SHBG. Η προκαλούμενη από την αιθινυλοιστραδιόλη αύξηση της SHBG επηρεάζει την κατανομή στις πρωτεΐνες του ορού, προκαλώντας αύξηση του κλάσματος που είναι δεσμευμένο από την SHBG και μείωση του κλάσματος που είναι δεσμευμένο από την αλβουμίνη. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της δεσογεστρέλης είναι 1,5 l/kg. Βιομετασχηματισμός Η ετονογεστρέλη μεταβολίζεται τελείως μέσω των γνωστών μεταβολικών οδών για τα στεροειδή. Ο ρυθμός κάθαρσης εξαιτίας του μεταβολισμού είναι περίπου 2 ml/min/kg. Δεν έχει βρεθεί αλληλεπίδραση από την συγχορηγούμενη αιθινυλοιστραδιόλη. Αποβολή Τα επίπεδα της ετονογεστρέλης στον ορό μειώνονται σε δύο φάσεις. Η τελική φάση χαρακτηρίζεται από χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 30 ωρών. Η δεσογεστρέλη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται από τα ούρα και τη χολή σε αναλογία περίπου 6:4. Συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ετονογεστρέλης επηρεάζονται από τα επίπεδα της SHBG, τα οποία τριπλασιάζονται από την αιθινυλοιστραδιόλη. Μετά από καθημερινή χορήγηση, τα επίπεδα του φαρμάκου στον ορό αυξάνονται περίπου 2-3 φορές και φθάνουν σε επίπεδα σταθεροποιημένης κατάστασης στο δεύτερο μισό του κύκλου θεραπείας. Αιθινυλοιστραδιόλη Απορρόφηση H από του στόματος χορηγούμενη αιθινυλοιστραδιόλη απορροφάται γρήγορα και ολικά. Τα μέγιστα επίπεδα στον ορό (περίπου 80 pg/ml) επιτυγχάνονται μέσα σε 1 - 2 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της αιθινυλοιστραδιόλης, λόγω της σύζευξής της και του μεταβολισμού της κατά την πρώτη δίοδο, είναι περίπου 60%. Κατανομή Η αιθινυλοιστραδιόλη δεσμεύεται σε υψηλό βαθμό αλλά όχι ειδικά από την αλβουμίνη του ορού (περίπου 98,5%) και προκαλεί αύξηση της συγκέντρωσης της SHBG στον ορό. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής είναι περίπου 5 l/kg. Βιομετασχηματισμός Η αιθινυλοιστραδιόλη υπόκειται σε σύζευξη τόσο στον βλεννογόνο του λεπτού εντέρου όσο και στο ήπαρ. Η αιθινυλοιστραδιόλη αρχικά μεταβολίζεται μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης σχηματίζοντας μία ποικιλία υδροξυλιωμένων και μεθυλιωμένων μεταβολιτών, οι οποίοι υπάρχουν τόσο ως ελεύθεροι μεταβολίτες όσο και συνεζευγμένοι με γλυκουρονίδια και θειικά άλατα. Ο ρυθμός κάθαρσης εξαιτίας του μεταβολισμού είναι περίπου 5 ml/min/kg. Αποβολή Τα επίπεδα της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό μειώνονται σε δύο διαθέσιμες φάσεις. Η τελική φάση χαρακτηρίζεται από χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 24 ωρών. Μη μεταβολισμένο φάρμακο δεν απεκκρίνεται. Οι μεταβολίτες της αιθινυλοιστραδιόλης αποβάλλονται από τα ούρα και τη χολή σε αναλογία 4:6. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής των μεταβολιτών είναι περίπου μία ημέρα. Σ υνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης Σταθερή συγκέντρωση στον ορό επιτυγχάνεται μετά από 3-4 ημέρες οπότε και τα επίπεδα του φαρμάκου στον ορό είναι υψηλότερα κατά 30 - 40% σε σύγκριση με την χορήγηση μίας μόνο δόσης.
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

desogestrel and ethinylestradiol

Κωδικός ATC5

G03AB05

Κάτοχος Άδειας

Organon
pill