Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ H02AB04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

METHYLPREDNISOLONE

Μεθυλπρεδνιζολόνη

Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2) t6.2.jpg: H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από …

Chemical structure of METHYLPREDNISOLONE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Bλ. εισαγωγή.
medication
SPC-SOLU-MEDROL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
κατά διαστήματα
Δόση έναρξης:
30 mg/kg
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά όταν το φάρμακο έχει χορηγηθεί για περισσότερες ημέρες.
  • βρέφη και παιδιά
    Η δοσολογία μπορεί να μειωθεί, αλλά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς παρά από την ηλικία ή το βάρος του ασθενούς. Η παιδιατρική δοσολογία δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη από 0,5 mg ανά kg βάρους σώματος κάθε 24 ώρες.
  • Σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή περιπτώσεις
    Δόση30 mg/kg
    χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η δόση αυτή μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4 με 6 ώρες για 48 ώρες.
  • Ρευματολογικές διαταραχές μη ανταποκρινόμενες στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)
    Δόση1 g/ημέρα για 1 έως 4 ημέρες ή 1 g/μήνα για 6 μήνες
    ως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μη ανταποκρινόμενος στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)
    Δόση1 g/ημέρα για 3 ημέρες
    ως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
  • Σκλήρυνση κατά πλάκας μη ανταποκρινόμενη στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)
    Δόση1 g/ημέρα για 3 ή 5 ημέρες
    ως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
  • Οιδηματώδεις καταστάσεις, όπως σπειραματονεφρίτιδα ή νεφρίτιδα του λύκου, μη ανταποκρινόμενες στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)
    Δόση30 mg/kg κάθε δεύτερη ημέρα για 4 ημέρες ή 1 g/ημέρα για 3, 5 ή 7 ημέρες
    ως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
  • Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με την αντικαρκινική χημειοθεραπεία (ήπια έως μετρίως εμετογόνο)
    Δόση250 mg
    IV σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών 1 ώρα πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας. Επανάληψη της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την έναρξη της χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκομείο.
  • Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με την αντικαρκινική χημειοθεραπεία (έντονα εμετογόνο)
    Δόση250 mg
    IV σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών με κατάλληλες δόσεις μετοκλοπραμίδης ή μίας βουτυροφαινόνης 1 ώρα πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας. Επανάληψη της δόσης μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την έναρξη της χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκομείο.
  • Ως συμπληρωματική θεραπεία σε άλλες ενδείξεις
    Δόση10 έως 500 mg IV
    Η αρχική δόση θα κυμαίνεται ανάλογα με την κλινική κατάσταση. Μπορεί να απαιτηθούν μεγαλύτερες δόσεις για τη βραχυχρόνια αντιμετώπιση σοβαρών, οξέων καταστάσεων. Αρχικές δόσεις έως 250 mg θα πρέπει να χορηγούνται ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών, ενώ μεγαλύτερες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Διαδοχικές δόσεις μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική κατάσταση.
block
SPC-SOLU-MEDROL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην μεθυλπρεδνιζολόνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό της φόρμουλας
  • Χρήση ενδορραχιαίας οδού χορήγησης
  • Χρήση μέσω της επισκληρίδιας οδού χορήγησης
  • Χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς
    Πληθυσμόςσε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών
  • Υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν την 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη
warning
SPC-SOLU-MEDROL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Η χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία στις λοιμώξεις, να συγκαλύψει ορισμένα κλινικά σημεία της λοίμωξης και νέες λοιμώξεις μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Πιθανόν να παρουσιαστεί μειωμένη αντίσταση κατά των λοιμώξεων και ανικανότητα του οργανισμού να περιορίσει τις λοιμώξεις όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΆτομα που βρίσκονται υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά φάρμακα
    είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιµώξεις σε σχέση µε τα υγιή άτομα. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, µπορεί να εμφανίσουν βαρύτερη ή ακόµη και θανατηφόρα πορεία σε μη ανοσοποιημένα παιδιά ή σε ενηλίκους που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων, εκτός και αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι’ αυτό συνιστάται να αποκλειστεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Η χρήση κορτικοστεροειδών σε ενεργό φυματίωση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κεραυνοβόλου ή κεχροειδούς φυματίωσης, στις οποίες τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της νόσου σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντιφυματική θεραπεία.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Πληθυσμόςασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης
    Αν θεωρηθεί ότι ενδείκνυται χρήση κορτικοστεροειδών, απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών γιατί μπορεί να υπάρξει επανεργοποίηση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χημειοπροφύλαξη.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Έχει αναφερθεί η εμφάνιση σαρκώματος Kaposi σε ασθενείς υπό αγωγή με κορτικοστεροειδή. Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση.
  • Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις
    Ο ρόλος των κορτικοστεροειδών στη σηπτική καταπληξία είναι αμφιλεγόμενος, καθώς στις αρχικές μελέτες αναφέρθηκαν τόσο ευεργετικές όσο και επιβλαβείς επιδράσεις. Πιο πρόσφατα, η συμπληρωματική χορήγηση κορτικοστεροειδών έχει προταθεί ότι είναι ωφέλιμη σε ασθενείς με εγκατεστημένη σηπτική καταπληξία που παρουσιάζουν επινεφριδική ανεπάρκεια. Ωστόσο, δε συνιστάται η τακτική χρήση τους στη σηπτική καταπληξία. Μία συστηματική ανασκόπηση της βραχυχρόνιας χορήγησης υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών δεν υποστήριξε τη χρήση τους. Εντούτοις, μετα-αναλύσεις και μία ανασκόπηση προτείνουν ότι μεγαλύτερης διάρκειας σχήματα (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων κορτικοστεροειδών ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα, ειδικά σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.
  • Οφθαλμικές Επιδράσεις
    Tα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απλό οφθαλμικό έρπητα λόγω κινδύνου πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς και γλαυκώματος.
  • Οφθαλμικές Επιδράσεις
    Η παρατεταμένη χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη και πυρηνικό καταρράκτη (κυρίως σε παιδιά), εξόφθαλμο ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση που μπορεί να οδηγήσει σε γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου. Επίσης μπορεί να υποβοηθήσει την εγκατάσταση δευτεροπαθούς οφθαλμικής λοίμωξης που οφείλεται σε μύκητες ή ιούς σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή.
  • Οφθαλμικές Επιδράσεις
    Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή έχει συσχετιστεί με κεντρική, ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.
  • Επιδράσεις στο Ανοσοποιητικό Σύστημα
    Μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις. Επειδή έχουν εμφανισθεί σπάνιες περιπτώσεις δερματικών και αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων σε ασθενείς υπό θεραπεία με κορτικοστεροειδή, θα πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ιδίως αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.
  • Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
    Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε κορτικοστεροειδή και βρίσκονται σε ασυνήθιστες καταστάσεις stress, ενδείκνυται αυξημένη δοσολογία ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο της στρεσσογόνου καταστάσεως.
  • Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
    Η χορήγηση φαρμακολογικών δόσεων κορτικοστεροειδών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα είναι πιθανό να προκαλέσει καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια (ΥΥΕ) (δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια). Ο βαθμός και η διάρκεια της φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας που προκαλείται ποικίλλει μεταξύ των ασθενών και εξαρτάται από τη δόση, τη συχνότητα, το χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας με γλυκοκορτικοειδή. Αυτή η επίδραση μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση θεραπείας κάθε δεύτερη ημέρα.
  • Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
    Επιπρόσθετα, μετά από απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών είναι πιθανό να προκληθεί οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια που οδηγεί σε θανατηφόρο έκβαση.
  • Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
    Επομένως, η προκαλούμενη από το φάρμακο δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια είναι δυνατό να ελαχιστοποιηθεί με σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Αυτός ο τύπος σχετικής ανεπάρκειας μπορεί να επιμείνει για μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ως εκ τούτου, σε οποιαδήποτε κατάσταση stress που θα προκύψει στην περίοδο αυτή πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση ορμονικής θεραπείας.
  • Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
    Η απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται επίσης να προκαλέσει «σύνδροµο στέρησης» από τα στεροειδή που φαινομενικά δεν συνδέεται με τη φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια. Αυτό το σύνδρομο περιλαμβάνει συμπτώματα όπως: ανορεξία, ναυτία, έμετος, λήθαργος, κεφαλαλγία, πυρετός, αρθραλγία, απολέπιση, μυαλγία, απώλεια βάρους και/ή υπόταση. Αυτές οι επιδράσεις θεωρείται ότι οφείλονται στην αιφνίδια μεταβολή της συγκέντρωσης των γλυκοκορτικοειδών και όχι στα χαμηλά επίπεδα κορτικοστεροειδών.
  • Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
    Λόγω του ότι τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν το σύνδρομο Cushing, τα γλυκοκοκορτικοειδή θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με νόσο του Cushing.
  • Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
    Υπάρχει ενίσχυση της δράσης των κορτικοστεροειδών σε ασθενείς µε υποθυρεοειδισμό., ηπατική ανεπάρκεια ή κίρρωση του ήπατος.
  • Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό Σύστημα
    Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν οξεία παγκρεατίτιδα.
  • Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό Σύστημα
    Δεν υπάρχει ομοφωνία για το αν τα κορτικοστεροειδή αυτά καθαυτά ευθύνονται για τα πεπτικά έλκη που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ωστόσο, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα του πεπτικού έλκους, με αποτέλεσμα διάτρηση ή αιμορραγία να μπορούν να προκληθούν χωρίς σημαντικό πόνο. Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει την περιτονίτιδα ή άλλα σημεία ή συμπτώματα που σχετίζονται με γαστρεντερικές διαταραχές, όπως είναι η διάτρηση, η απόφραξη ή η παγκρεατίτιδα. Σε συνδυασμό με ΜΣΑΦ, ο κίνδυνος εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών είναι αυξημένος.
  • Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό Σύστημα
    Tα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μη ειδική ελκώδη κολίτιδα, εφ' όσον υπάρχει πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνος λοίμωξη, εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση, ή ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος. Τα συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών, μπορεί να είναι ελάχιστα ή να μην υπάρχουν.
  • Μεταβολισμός και Θρέψη
    Τα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης της μεθυλπρεδνιζολόνης, μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, να επιδεινώσουν τον προϋπάρχοντα διαβήτη και να δημιουργήσουν προδιάθεση για σακχαρώδη διαβήτη σε αυτούς που βρίσκονται σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή.
  • Ψυχιατρικές Επιδράσεις
    Μπορεί να παρουσιαστεί ψυχική απορρύθµιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε κορτικοστεροειδή, που κυµαίνεται από ευφορία, αϋπνία, αλλαγή της ψυχικής διάθεσης, διαταραχές της προσωπικότητας και βαριά κατάθλιψη µέχρι εµφανείς ψυχωσικές εκδηλώσεις. Επίσης, προϋπάρχουσα συγκινησιακή αστάθεια ή τάση προς ψύχωση µπορεί να επιδεινωθούν µε τη χορήγηση κορτικοστεροειδών.
  • Ψυχιατρικές Επιδράσεις
    Τα συστηματικά στεροειδή μπορεί να προκαλέσουν δυνητικά σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε διάστημα μερικών ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά τη μείωση της δόσης είτε με τη διακοπή, παρόλο που μπορεί να χρειαστεί ειδική θεραπεία. Έχουν αναφερθεί ψυχολογικές επιδράσεις μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών, η συχνότητά των οποίων είναι άγνωστη. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν θα πρέπει να παροτρύνονται να ζητήσουν ιατρική βοήθεια αν ο ασθενής εμφανίσει ψυχολογικά συμπτώματα, και ιδιαίτερα αν υπάρχει υποψία καταθλιπτικής διάθεσης ή ιδεασμού αυτοκτονίας. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να είναι σε ετοιµότητα για το ενδεχόμενο εµφάνισης ψυχιατρικών διαταραχών είτε κατά τη διάρκεια, είτε αμέσως μετά τη μείωση της δόσης/διακοπή των συστηματικών στεροειδών.
  • Επιδράσεις στο Νευρικό Σύστημα
    Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με επιληπτικές διαταραχές.
  • Επιδράσεις στο Νευρικό Σύστημα
    Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. επίσης δήλωση για τη μυοπάθεια στην παράγραφο Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστη α).
  • Επιδράσεις στο Νευρικό Σύστημα
    Παρότι ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή είναι αποτελεσματικά στην επιτάχυνση της αντιμετώπισης οξέων εξάρσεων σκλήρυνσης κατά πλάκας, δεν καταδεικνύουν ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν την τελική έκβαση ή τη φυσική πορεία της νόσου. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες καταδεικνύουν ότι απαιτούνται σχετικά υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών για να εμφανιστεί σημαντική επίδραση.
  • Επιδράσεις στο Νευρικό Σύστημα
    Έχουν αναφερθεί σοβαρά ιατρικά συμβάντα που σχετίζονται με ενδορραχιαίες/επισκληρίδιες οδούς χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.8).
  • Επιδράσεις στο Νευρικό Σύστημα
    Υπάρχουν αναφορές επισκληρίδιας λιπωμάτωσης σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή, συνήθως κατά τη μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων.
  • Καρδιακές Επιδράσεις
    Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των γλυκοκορτικοειδών στο καρδιαγγειακό σύστημα, όπως δυσλιπιδαιμία και υπέρταση, μπορεί να προδιαθέσουν τους υπό θεραπεία ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου για πρόσθετες καρδιαγγειακές επιδράσεις, εάν χρησιμοποιούνται υψηλές δόσεις και σχήματα παρατεταμένης διάρκειας. Συνεπώς, τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σύνεση σε αυτούς τους ασθενείς και θα πρέπει να δίνεται προσοχή στη μεταβολή του κινδύνου και την πρόσθετη παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας, εάν χρειαστεί. Η θεραπεία χαμηλής δόσης και η θεραπεία κάθε δεύτερη ημέρα μπορούν να μειώσουν την επίπτωση επιπλοκών από τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή.
  • Καρδιακές Επιδράσεις
    Υπάρχουν αναφορές καρδιακών αρρυθμιών και/ή κυκλοφορικής καταπληξίας και/ή καρδιακής ανακοπής μετά την ταχεία χορήγηση μεγάλων ενδοφλέβιων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης (περισσότερα από 0,5 g χορηγούμενα σε περίοδο μικρότερη από 10 λεπτά). Έχει αναφερθεί βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση μεγάλων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να μη σχετίζεται με την ταχύτητα ή τη διάρκεια της έγχυσης.
  • Καρδιακές Επιδράσεις
    Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή και μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, σε περιπτώσεις συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας.
  • Καρδιακές Επιδράσεις
    Αναφορές στη βιβλιογραφία παρουσιάζουν μια προφανή σχέση μεταξύ της χρήσης κορτικοστεροειδών και ρήξης του τοιχώματος της αριστερής κοιλίας, μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι’ αυτόν τον λόγο η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.
  • Αγγειακές Επιδράσεις
    Mε τη χρήση κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί η εκδήλωση θρόμβωσης, συμπεριλαμβανομένης της φλεβικής θρομβοεμβολής. Ως αποτέλεσμα, τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν θρομβοεμβολικές διαταραχές ή μπορεί να παρουσιάζουν προδιάθεση σε θρομβοεμβολικές διαταραχές.
  • Αγγειακές Επιδράσεις
    Τα στεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπέρταση.
  • Επιδράσεις στο ήπαρ και τα χοληφόρα
    Η επαγόμενη από φάρμακα βλάβη του ήπατος, συμπεριλαμβανομένων της οξείας ηπατίτιδας και της αύξησης των ηπατικών ενζύμων, μπορεί να προκληθεί από κυκλική κατά ώσεις χορήγηση ενδοφλέβιας μεθυλπρεδνιζολόνης (συνήθως σε αρχική δόση ≥ 1 g/ημέρα). Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ηπατοτοξικότητας. Ο χρόνος έως την εκδήλωση μπορεί να είναι αρκετές εβδομάδες ή και περισσότερο. Στην πλειονότητα των αναφορών περιπτώσεων παρατηρήθηκε υποχώρηση των ανεπιθύμητων συμβάντων μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνεπώς απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση.
  • Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστημα
    Οξεία μυοπάθεια, πιο συχνά εμφανιζόμενη σε ασθενείς με διαταραχές της νευρομυικής διαβίβασης (π.χ., μυασθένεια gravis) ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αντιχολινεργικά φάρμακα, όπως νευρομυικοί αποκλειστές (π.χ., πανκουρόνιο), έχει αναφερθεί με τη χρήση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών. Η οξεία αυτή μυοπάθεια είναι γενικευμένης μορφής, μπορεί να εμπλέκει τους οφθαλμικούς και αναπνευστικούς μύες και μπορεί να οδηγήσει σε τετραπληγία. Ενδέχεται να παρατηρηθούν αυξήσεις της κινάσης της κρεατίνης. Μπορεί να απαιτηθούν εβδομάδες έως χρόνια για την κλινική βελτίωση ή ίαση μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών.
  • Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστημα
    Η οστεοπόρωση είναι μία συχνή, αλλά σπάνια αναγνωρίσιμη, ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων γλυκοκορτικοειδών.
  • Επιδράσεις στους νεφρούς και στις ουροφόρες οδούς
    Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
  • Παρακλινικές Εξετάσεις
    Μέτριες και μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης, μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος και αυξημένη αποβολή καλίου. Υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να συμβούν τα φαινόμενα αυτά με τα συνθετικά ανάλογα, εκτός αν χορηγούνται αυτά σε υψηλές δόσεις. Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός της χρήσης του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου.
  • Παρακλινικές Εξετάσεις
    Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.
  • Κατακράτηση δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν ενδείκνυνται και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία τραυματικών εγκεφαλικών κακώσεων. Μία πολυκεντρική μελέτη ανέδειξε αυξημένη θνησιμότητα στις 2 εβδομάδες και στους 6 μήνες μετά την κάκωση, σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με τη θεραπεία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη.
  • Άλλες
    Εφόσον οι επιπλοκές της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή εξαρτώνται από το μέγεθος της δόσης και τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να αποφασίζεται ξεχωριστά για κάθε περίπτωση, κατόπιν αξιολόγησης της σχέσης κινδύνου- οφέλους, η δόση και η διάρκεια της θεραπείας, δηλ. εάν θα πρέπει να χρησιμοποιείται καθημερινή ή διακοπτόµενη θεραπεία.
  • Άλλες
    Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση κορτικοστεροειδών για τον έλεγχο της θεραπευόμενης κατάστασης και όταν είναι δυνατή η μείωση της δόσης, αυτή θα πρέπει να γίνεται σταδιακά.
  • Άλλες
    Η ασπιρίνη και οι μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή.
  • Άλλες
    Σε σπάνιες περιπτώσεις μείωση ή διακοπή των από του στόματος χορηγουμένων κορτικοστεροειδών μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενες παθήσεις που συνοδεύονται από ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg Strauss) σε ασθενείς με άσθμα.
  • Άλλες
    Λιπώδης εμβολή έχει αναφερθεί σαν πιθανή επιπλοκή του υπερκορτιζονισμού.
  • Άλλες
    Μετά από συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών, έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυτώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμα μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση του οφέλους έναντι του κινδύνου.
  • Ηλικιωμένοι
    Συνιστάται προσοχή κατά την παρατεταμένη χορήγηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή στους υπερήλικες λόγω της πιθανής αύξησης του κινδύνου για οστεοπόρωση, καθώς και του αυξημένου κινδύνου κατακράτησης υγρών με συνεπακόλουθη υπέρταση.
  • Χρήση σε Παιδιά
    Παιδιά που βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιμώξεις σε σχέση με υγιή παιδιά. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βαρύτερη ή ακόμη και θανατηφόρα πορεία σε παιδιά υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή. Παιδιά ή ενήλικες που δεν έχουν προσβληθεί από τα ανωτέρω νοσήματα, αλλά βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν να εκτίθενται σε ανεμοβλογιά και ιλαρά, και αν τυχόν εκτεθούν σε αυτά τα νοσήματα, να συμβουλεύονται γιατρό. Σε περίπτωση έκθεσης στα νοσήματα αυτά, πιθανόν να ενδείκνυται η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη εναντίον του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρος (VZIG) ή με έτοιμη προς χρήση ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG), ανάλογα με την περίπτωση. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιικά φάρμακα.
  • Χρήση σε Παιδιά
    Η σωµατική ανάπτυξη των βρεφών και των παιδιών που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθείται µε προσοχή.
  • Χρήση σε Παιδιά
    Η καθηµερινή, µακροχρόνια χορήγηση διηρηµένων δόσεων γλυκοκορτικοειδών, μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη στα παιδιά και η χρήση τέτοιου δοσολογικού σχήματος πρέπει να περιορίζεται µόνο στις πλέον επείγουσες ενδείξεις. Με τη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών κάθε δεύτερη ηµέρα συνήθως αποφεύγεται ή ελαχιστοποιείται αυτή η παρενέργεια.
  • Χρήση σε Παιδιά
    Τα βρέφη και τα παιδιά που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης.
  • Χρήση σε Παιδιά
    Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν παγκρεατίτιδα στα παιδιά.
  • Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα
    Η ενδοφλέβια χορήγηση του συντηρητικού βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετισθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θάνατο σε παιδιατρικούς ασθενείς συμπεριλαμβανομένων των νεογέννητων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από καταστολή κεντρικού νευρικού συστήματος, μεταβολική οξέωση, σπασμωδικές αναπνοές, καρδιαγγειακή ανεπάρκεια και αιματολογικές ανωμαλίες («δυσπνοϊκό σύνδρομο/Gasping Syndrome»). H ελάχιστη ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης, στην οποία ενδέχεται να παρουσιαστεί τοξικότητα, δεν είναι γνωστή. Να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση που είναι απαραίτητο και εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πιθανές εναλλακτικές. Αν χορηγείται σε υψηλές ποσότητες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
  • Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα
    Πρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας.
  • Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα
    Τα προϊόντα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε πρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννητα εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο.
  • Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα
    Η 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη περιέχει λακτόζη μονοϋδρική που παράγεται από το αγελαδινό γάλα. Ως εκ τούτου αυτή η συσκευασία αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα επειδή αυτά μπορεί να περιέχουν ίχνη συστατικών του γάλακτος.
swap_horiz
SPC-SOLU-MEDROL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ CYP3A4: Επιπρόσθετα, υπάρχει πιθανή επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στην αύξηση του ρυθμού ακετυλίωσης και την κάθαρση της ισονιαζίδης.
  • CYP3A4 ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ ΤΟΥ
  • Αντιπηκτικά (από του στόματος)
    Η επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στα από του στόματος αντιπηκτικά ποικίλλει. Υπάρχουν αναφορές ενισχυμένων καθώς και μειωμένων επιδράσεων των αντιπηκτικών όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με κορτικοστεροειδή. Επομένως, οι δείκτες πηκτικότητας πρέπει να παρακολουθούνται για τη διατήρηση της επιθυμητής αντιπηκτικής δράσης.
  • ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4
  • CYP3A4 ΕΠΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ
  • ΝΕΥΡΟΜΥΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ
    Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επηρεάσουν τη δράση των αντιχολινεργικών. 1) Έχει αναφερθεί οξεία μυοπάθεια με την ταυτόχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών και αντιχολινεργικών, όπως οι νευρομυικοί αποκλειστές. 2) Έχει αναφερθεί ανταγωνισμός της δράσης νευροµυικού αποκλεισμού του πανκουρονίου και του βεκουρονίου σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να αναμένεται με όλους τους συναγωνιστικούς νευρομυικούς αποκλειστές.
  • Αντιχολινεστερασικά
    Τα στεροειδή μπορεί να μειώσουν τις επιδράσεις των αντιχολινεστερασικών στη μυασθένεια Gravis.
  • Αντιδιαβητικά
    Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, ενδέχεται να απαιτηθεί προσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών παραγόντων.
  • ΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗ, ΦΟΣΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗ
    ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4
  • ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4
  • ΑΝΑΣΤΟΛΕIΣ ΤΗΣ HIV ΠΡΩΤΕΑΣΗΣ
    1) Οι αναστολείς πρωτεάσης, όπως η ινδιναβίρη και η ριτοναβίρη, μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις των κορτικοστεροειδών στο πλάσμα. 2) Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επάγουν το μεταβολισμό των αναστολέων της HIV πρωτεάσης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
  • ΔΑΜΙΝΟΓΛΟΥΤΕΘΥΜΙ Η
    Η επαγόμενη από την αμινογλουτεθυμίδη καταστολή των επινεφριδίων μπορεί να επιδεινώσει τις ενδοκρινικές μεταβολές που προκαλούνται από την παρατεταμένη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή.
  • ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4
  • ΑΙΘΙΝΥΛΟΙΣΤΡΑΔΙΟΛΗ, N Δ ΟΡΑΙΘΙΝ ΡΟΝΗ
    CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ
  • ΧΥΜΟΣ ΓΚΡΕΪΠΦΡΟΥΤ
    CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ
  • 1) Προκαλείται αμοιβαία αναστολή του μεταβολισμού κατά την ταυτόχρονη χρήση κυκλοσπορίνης και μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις οποιουδήποτε εκ των δύο ή και των δύο φαρμάκων στο πλάσμα. Συνεπώς, είναι πιθανότερο να εμφανιστούν κατά τη συγχορήγηση οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη μεμονωμένη χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο φαρμάκων. 2) Έχουν αναφερθεί σπασμοί κατά την ταυτόχρονη χρήση μεθυλπρεδνιζολόνης και κυκλοσπορίνης.
  • ΔΚΥΚΛΟΦΩΣΦΑΜΙ Η, ΤΑΚΡΟΛΙΜΟΥΣ
    CYP3A4 ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ
  • CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ
  • ΔΤΡΟΛΕΑΝ ΟΜΥΚΙΝΗ
    CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ
  • ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) - υψηλές δόσεις ΑΣΠΙΡΙΝΗΣ (ακετυλοσαλικυλικό οξύ)
    1) Μπορεί να εμφανιστεί αυξημένη επίπτωση της γαστρεντερικής αιμορραγίας και της εξέλκωσης όταν τα κορτικοστεροειδή συγχορηγούνται με ΜΣΑΦ. 2) Η μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να αυξήσει την κάθαρση της ασπιρίνης σε υψηλές δόσεις, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό. Η διακοπή της θεραπείας με μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας από τα σαλικυλικά.
  • Φάρ ακα προκαλούντα ένδεια καλίου
    Όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται ταυτόχρονα με φάρµακα προκαλούντα ένδεια καλίου (δηλ., διουρητικά), οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη υποκαλιαιμίας. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας με ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών και αμφοτερικίνης B, ξανθένιων ή βήτα-2 αγωνιστών.
  • Εμβόλια και ανατοξίνες
    Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή αναστέλλουν την ανοσολογική αντίδραση, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια, που περιέχουν ζωντανούς ή αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς. Επιπρόσθετα, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών που περιέχονται σε αραιωμένα εμβόλια, ενώ δόσεις μεγαλύτερες των φυσιολογικών μπορεί να επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με κορτικοστεροειδή οι ασθενείς δεν πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφ' όσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός σε ασθενή που υποβάλλεται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή, μπορεί να χρειαστεί η εκτέλεση ορολογικών δοκιμασιών προς επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης, καθώς και η επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή ανατοξινών.
  • Άλλες αλληλεπιδράσεις
    Με εφεδρίνη μειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών, με το οινόπνευμα ενισχύεται η ελκογόνος δράση τους, ενώ με την ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους, διότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπεργλυκαιμία και απορρυθμίζουν τον σακχαρώδη διαβήτη.
  • Ασυμβατότητες
    Για να αποφεύγονται προβλήµατα συµβατότητας και σταθερότητας, συνιστάται η νατριοηλεκτρική µεθυλπρεδνιζολόνη να χορηγείται χωριστά από άλλα φάρµακα που χορηγούνται ενδοφλέβια. Τα φάρμακα που έχουν φυσική ασυμβατότητα με το διάλυμα νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε: νατριούχο αλλοπουρινόλη, υδροχλωρική δοξαπράμη, τιγεκυκλίνη, υδροχλωρική διλτιαζέμη, γλυκονικό ασβέστιο, βρωμιούχο βεκουρόνιο, βρωμιούχο ροκουρόνιο, βεσυλικό σιζατρακούριο, γλυκοπυρολάτη και τη προποφόλη.
sick
SPC-SOLU-MEDROL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Ευκαιριακή λοίμωξη
  • Λοίμωξη
  • Περιτονίτιδα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Λευκοκυττάρωση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία στο φάρμακο
  • Αναφυλακτική αντίδραση
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
  • Υποϋποφυσισμός
  • Σύνδρομο στέρησης στεροειδών
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Μεταβολική οξέωση
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
  • Κατακράτηση νατρίου
  • Κατακράτηση υγρών
  • Αλκάλωση υποκαλιαιμική
  • Δυσλιπιδαιμία
  • Ανοχή γλυκόζης διαταραγμένη
  • Αυξημένες ανάγκες σε ινσουλίνη (ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες σε διαβητικούς ασθενείς)
  • Λιπωμάτωση
  • Όρεξη αυξημένη (που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο Σωματικό βάρος)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Συναισθηματική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Καταθλιπτικής διάθεσης, Ευφορικής συναισθηματικής διάθεσης, Συναισθηματικής αστάθειας, Φαρμακευτικής εξάρτησης, Ιδεασμού αυτοκτονίας)
  • Ψυχωσική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Μανίας, Παραληρητικής ιδέας, Ψευδαίσθησης και Σχιζοφρένειας)
  • Ψυχική διαταραχή
  • Μεταβολή προσωπικότητας
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Άγχος
  • Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
  • Μη φυσιολογική συμπεριφορά
  • Αϋπνία
  • Ευερεθιστότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη (με Οίδημα της οπτικής θηλής [Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση])
  • Σπασμός
  • Αμνησία
  • Νοητική διαταραχή
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
  • Καταρράκτης
  • Γλαύκωμα
  • Εξόφθαλμος
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Ίλιγγος
Καρδιακές διαταραχές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (σε ευπαθείς ασθενείς)
  • Αρρυθμία
Αγγειακές διαταραχές
  • Θρομβωτικά συμβάντα
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Πνευμονική εμβολή
  • Λόξυγκας
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Πεπτικό έλκος (με πιθανή Διάτρηση πεπτικού έλκους και Αιμορραγία πεπτικού έλκους)
  • Διάτρηση του εντέρου
  • Γαστρορραγία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Ελκωτική οισοφαγίτιδα
  • Οισοφαγίτιδα
  • Διάταση της κοιλίας
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Ναυτία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατίτιδα †
  • Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (π.χ., Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, Aσπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, Aλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Αγγειοοίδημα
  • Υπερτρίχωση
  • Πετέχειες
  • Εκχύμωση
  • Ατροφία δέρματος
  • Ερύθημα
  • Υπεριδρωσία
  • Ραγάδες δέρματος
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Ακμή
  • Υποχρωματισμός δέρματος
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Μυική αδυναμία
  • Μυαλγία
  • Μυοπάθεια
  • Μυική ατροφία
  • Οστεοπόρωση
  • Οστεονέκρωση
  • Παθολογικό κάταγμα
  • Νευροπαθητική αρθροπάθεια
  • Αρθραλγία
  • Καθυστερημένη ανάπτυξη
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Έμμηνος ρύση ακανόνιστη
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Καθυστερημένη επούλωση
  • Οίδημα περιφερικό
  • Κόπωση
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Αντίδραση της θέσης ένεσης
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Eνδοφθάλμια πίεση αυξημένη
  • Aνοχή υδατανθράκων μειωμένη
  • Kάλιο αίματος μειωμένο
  • Ασβέστιο ούρων αυξημένο
  • Ουρία αίματος αυξημένη
  • Kαταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες*
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Συμπιεστικό Kάταγμα σπονδυλικής στήλης
  • Ρήξη τένοντα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αραχνοειδίτιδα
    Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια
  • λειτουργική διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος/δυσλειτουργία ουροδόχου κύστης
    Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια
  • κεφαλαλγία
    Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια
  • μηνιγγίτιδα
    Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια
  • παραπάρεση/παραπληγία
    Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια
  • σπασμοί
    Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια
  • διαταραχές αισθητικότητας
    Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια
  • Ευκαιριακή λοίμωξη
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    μη γνωστή
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    μη γνωστή
  • Περιτονίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    μη γνωστή
  • Λευκοκυττάρωση
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Υπερευαισθησία στο φάρμακο
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Υποϋποφυσισμός
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Σύνδρομο στέρησης στεροειδών
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Μεταβολική οξέωση
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Κατακράτηση νατρίου
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Κατακράτηση υγρών
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Αλκάλωση υποκαλιαιμική
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Δυσλιπιδαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Ανοχή γλυκόζης διαταραγμένη
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Αυξημένες ανάγκες σε ινσουλίνη (ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες σε διαβητικούς ασθενείς)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Λιπωμάτωση
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Όρεξη αυξημένη (που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο Σωματικό βάρος)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    μη γνωστή
  • Συναισθηματική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Καταθλιπτικής διάθεσης, Ευφορικής συναισθηματικής διάθεσης, Συναισθηματικής αστάθειας, Φαρμακευτικής εξάρτησης, Ιδεασμού αυτοκτονίας)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Ψυχωσική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Μανίας, Παραληρητικής ιδέας, Ψευδαίσθησης και Σχιζοφρένειας)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Ψυχική διαταραχή
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Μεταβολή προσωπικότητας
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Μη φυσιολογική συμπεριφορά
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Ευερεθιστότητα
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη (με Οίδημα της οπτικής θηλής [Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση])
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Σπασμός
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Αμνησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Νοητική διαταραχή
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    μη γνωστή
  • Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
    Οφθαλμικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Καταρράκτης
    Οφθαλμικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Γλαύκωμα
    Οφθαλμικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Εξόφθαλμος
    Οφθαλμικές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Ίλιγγος
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    μη γνωστή
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (σε ευπαθείς ασθενείς)
    Καρδιακές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Αρρυθμία
    Καρδιακές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Θρομβωτικά συμβάντα
    Αγγειακές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Υπέρταση
    Αγγειακές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    μη γνωστή
  • Πνευμονική εμβολή
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    μη γνωστή
  • Λόξυγκας
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    μη γνωστή
  • Πεπτικό έλκος (με πιθανή Διάτρηση πεπτικού έλκους και Αιμορραγία πεπτικού έλκους)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Διάτρηση του εντέρου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Γαστρορραγία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Ελκωτική οισοφαγίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Οισοφαγίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Διάταση της κοιλίας
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Κοιλιακό άλγος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    μη γνωστή
  • Ηπατίτιδα †
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    μη γνωστή
  • Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (π.χ., Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, Aσπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, Aλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    μη γνωστή
  • Αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Υπερτρίχωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Πετέχειες
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Εκχύμωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Ατροφία δέρματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Υπεριδρωσία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Ραγάδες δέρματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Ακμή
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Υποχρωματισμός δέρματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    μη γνωστή
  • Μυική αδυναμία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Μυαλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Μυοπάθεια
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Μυική ατροφία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Οστεοπόρωση
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Οστεονέκρωση
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Παθολογικό κάταγμα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Νευροπαθητική αρθροπάθεια
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Αρθραλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Καθυστερημένη ανάπτυξη
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    μη γνωστή
  • Έμμηνος ρύση ακανόνιστη
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    μη γνωστή
  • Καθυστερημένη επούλωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    μη γνωστή
  • Οίδημα περιφερικό
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    μη γνωστή
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    μη γνωστή
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    μη γνωστή
  • Αντίδραση της θέσης ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    μη γνωστή
  • Eνδοφθάλμια πίεση αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    μη γνωστή
  • Aνοχή υδατανθράκων μειωμένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    μη γνωστή
  • Kάλιο αίματος μειωμένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    μη γνωστή
  • Ασβέστιο ούρων αυξημένο
    Παρακλινικές εξετάσεις
    μη γνωστή
  • Ουρία αίματος αυξημένη
    Παρακλινικές εξετάσεις
    μη γνωστή
  • Kαταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες*
    Παρακλινικές εξετάσεις
    μη γνωστή
  • Συμπιεστικό Kάταγμα σπονδυλικής στήλης
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    μη γνωστή
  • Ρήξη τένοντα
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    μη γνωστή
  • τύφλωσης μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής
    Παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
    Σπάνιες
  • Αύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματος
    Παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
    Σπάνιες
  • Υποδερματική ή δερματική ατροφία
    Παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
    Σπάνιες
  • Στείρο απόστημα
    Παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
    Σπάνιες
  • Έξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση)
    Παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
    Σπάνιες
pregnant_woman
SPC-SOLU-MEDROL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Γονιμότητα
    Μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου
  • Κύηση
    Μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου
    Τα κορτικοστεροειδή δε φαίνεται να προκαλούν συγγενείς ανωμαλίες όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Εφόσον δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς μελέτες αναπαραγωγής με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε ανθρώπους, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου για τη μητέρα και το έμβρυο. Μερικά κορτικοστεροειδή διαπερνούν εύκολα το φραγμό του πλακούντα. Σε μία αναδρομική μελέτη υπήρξε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης χαμηλού βάρους γέννησης σε βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που λάμβαναν κορτικοστεροειδή. Τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες οι οποίες έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας. Δεν υπάρχουν γνωστές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια και τη στιγμή του τοκετού. Έχουν παρατηρηθεί περιστατικά καταρράκτη σε βρέφη οι μητέρες των οποίων υποβλήθηκαν σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ.παράγραφο 4.4).
  • Γαλουχία
    Μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου
    Τα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Τα κορτικοστεροειδή που κατανέμονται στο μητρικό γάλα ενδέχεται να καταστείλουν την ανάπτυξη και να παρέμβουν στην ενδογενή παραγωγή γλυκοκορτικοειδών των θηλάζοντων βρεφών.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Τα ελεύθερα γλυκοκορτικοειδή διαπερνούν τις κυτταρικές μεμβράνες και δένονται με υψηλή συγγένεια σε συγκεκριμένους κυτταροπλασματικούς υποδοχείς, τροποποιώντας τη μεταγραφή και τη σύνθεση πρωτεϊνών. Με αυτόν τον μηχανισμό, τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να…
monitor_heart
SPC-SOLU-MEDROL

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή, Κωδικός ATC: H02AB04 Tα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατικορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε…
biotech
SPC-SOLU-MEDROL

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης είναι γραμμική, ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης. Απορρόφηση: Η μεθυλπρεδνιζολόνη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη σφαιρίνη και λιγότερο με την αλβουμίνη. Μόνο το ελεύθερο κλάσμα των…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός της μεθυλπρεδνιζολόνης θεωρείται ότι διαμεσολαβείται κυρίως από τις 11β-υδροξυστεροειδείς δεϋδρογενάσες και τις 20-κετοστεροειδείς αναγωγάσες. ΜΕΤΑΒ. ΤΟΥ 6ΑLPHA-METHYLPREDNISOLONE NA SUCCINATE ΣΕ ΑΡΟΥΡΑΙΟΥΣ. ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ;…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση * Η από του στόματος χορηγούμενη μεθυλπρεδνιζολόνη έχει βιοδιαθεσιμότητα 89,9% σε σχέση με τη μεθυλπρεδνιζολόνη ακετατική χορηγούμενη από του στόματος, ενώ η μεθυλπρεδνιζολόνη χορηγούμενη ενδοορθικά έχει βιοδιαθεσιμότητα…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Το Solu-Medrol μπορεί να χορηγηθεί με ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση ή με ενδοφλέβια έγχυση. Η προτιμώμενη μέθοδος για αρχική επείγουσα χορήγηση είναι η ενδοφλέβια ένεση.

Η δοσολογία μπορεί να μειωθεί σε βρέφη και παιδιά αλλά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς παρά από την ηλικία ή το βάρος του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.4). Η παιδιατρική δοσολογία δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη από 0,5 mg ανά kg βάρους σώματος κάθε 24 ώρες, (βλ. πίνακα 1 για συνιστώμενες δοσολογίες).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με τη χορήγηση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για το μικρότερο χρονικό διάστημα.

Όταν απαιτείται η χορήγηση υψηλών δόσεων όπως σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή περιπτώσεις, η συνιστώμενη δόση μεθυλπρεδνιζολόνης είναι 30 mg/kg χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η δόση αυτή μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4 με 6 ώρες για 48 ώρες.

Γενικά, η θεραπεία με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών πρέπει να συνεχίζεται εκτός εάν η κατάσταση του ασθενούς έχει σταθεροποιηθεί, συνήθως μεταξύ 48 και 72 ωρών.

Διαδοχικές δόσεις μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική του κατάσταση. Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή είναι συμπληρωματική και δεν υποκαθιστά τη συμβατική θεραπεία.

Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά όταν το φάρμακο έχει χορηγηθεί για περισσότερες ημέρες. Σε χρόνιες καταστάσεις, εάν επέλθει μια περίοδος ύφεσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.

Πίνακας 1. Συνιστώμενες δοσολογίες για τη νατριοηλεκτρική

μεθυλπρεδνιζολόνη

Ένδειξη
Συμπληρωματική
θεραπεία σε
απειλητικές για τη
ζωή καταστάσεις
Χορήγηση 30 mg/kg IV σε διάστημα τουλάχιστον 30
λεπτών.
Η δόση μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4 με 6 ώρες
για διάστημα έως 48 ώρες.
Ρευματολογικές
διαταραχές
μη ανταποκρινόμενες
στη συνήθη θεραπεία
κατά τη διάρκεια
εξάρσεων)
Χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο σχημάτων ως IV
δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το
σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί
βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή
ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
1 g/ημέρα για 1 έως 4 ημέρες ή
1 g/μήνα για 6 μήνες.
Συστηματικός
ερυθηματώδης λύκος
μη ανταποκρινόμενος
στη συνήθη θεραπεία
κατά τη διάρκεια
εξάρσεων)
Χορήγηση 1 g/ημέρα για 3 ημέρες ως IV δόση ώσης σε
διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί να
επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός
μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την
κατάσταση του ασθενούς.
Σκλήρυνση κατά
πλάκας
μη ανταποκρινόμενη
στη
συνήθη θεραπεία (ή
κατά τη διάρκεια
εξάρσεων)
Χορήγηση 1 g/ημέρα για 3 ή 5 ημέρες ως IV δόση ώσης
σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί
να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός
μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την
κατάσταση του ασθενούς.
Οιδηματώδεις
καταστάσεις, όπως
σπειραματονεφρίτιδα
ή νεφρίτιδα του
λύκου,
μη ανταποκρινόμενες
στη συνήθη θεραπεία
κατά τη διάρκεια
εξάρσεων)
Χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο σχημάτων ως IV
δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το
σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί
βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή
ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
30 mg/kg κάθε δεύτερη ημέρα για 4 ημέρες ή
1 g/ημέρα για 3, 5 ή 7 ημέρες.
Πρόληψη της ναυτίας
και του εμέτου που
σχετίζονται με την
αντικαρκινική
χημειοθεραπεία
Για ήπια έως μετρίως εμετογόνο
χημειοθεραπεία:
Χορήγηση 250 mg IV σε διάστημα τουλάχιστον 5
λεπτών 1 ώρα πριν από την έναρξη της
χημειοθεραπείας. Επανάληψη της δόσης της
μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την έναρξη της
χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του ασθενούς από
το νοσοκομείο. Με την πρώτη δόση
μεθυλπρεδνιζολόνης, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί
μία χλωριωμένη φαινοθειαζίνη για ενίσχυση του
αποτελέσματος.
Για έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία:
Χορήγηση 250 mg IV σε διάστημα τουλάχιστον 5
λεπτών με
κατάλληλες δόσεις μετοκλοπραμίδης ή μίας
βουτυροφαινόνης 1
ώρα πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας.
Επανάληψη της δόσης μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την
έναρξη της χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του
ασθενούς από το νοσοκομείο.
Ως συμπληρωματική
θεραπεία σε άλλες
ενδείξεις
Η αρχική δόση θα κυμαίνεται από 10 έως 500 mg IV,
ανάλογα με την κλινική κατάσταση. Μπορεί να
απαιτηθούν μεγαλύτερες δόσεις για τη βραχυχρόνια
αντιμετώπιση σοβαρών, οξέων καταστάσεων. Αρχικές
δόσεις έως 250 mg θα πρέπει να χορηγούνται
ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών, ενώ
μεγαλύτερες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται σε
διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Διαδοχικές δόσεις
μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς
κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την
ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική
κατάσταση.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ορισμένα ιδιοσκευάσματα νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης περιέχουν βενζυλική αλκοόλη (βλ. παράγραφο 4.4).

block

Αντενδείξεις

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Η νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη αντενδείκνυται:

  • σε ασθενείς που έχουν συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
  • σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην μεθυλπρεδνιζολόνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό που αναφέρεται στην παράγραφο 6.1.
  • για χρήση έσω της ενδορραχιαίας οδού χορήγησης
  • για χρήση μέσω της επισκληρίδιας οδού χορήγησης. Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών.

Σημείωση: Η 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη περιέχει λακτόζη μονοϋδρική που παράγεται από το αγελαδινό γάλα. Ως εκ τούτου αυτή η συσκευασία αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα επειδή αυτά μπορεί να περιέχουν ίχνη συστατικών του γάλακτος.

warning

Προειδοποιήσεις

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις Η χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία στις λοιμώξεις, να συγκαλύψει ορισμένα κλινικά σημεία της λοίμωξης και νέες λοιμώξεις μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Πιθανόν να παρουσιαστεί μειωμένη αντίσταση κατά των λοιμώξεων και ανικανότητα του οργανισμού να περιορίσει τις λοιμώξεις όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή. Άτομα που βρίσκονται υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιµώξεις σε σχέση µε τα υγιή άτομα. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, µπορεί να εμφανίσουν βαρύτερη ή ακόµη και θανατηφόρα πορεία σε μη ανοσοποιημένα παιδιά ή σε ενηλίκους που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων, εκτός και αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι’ αυτό συνιστάται να αποκλειστεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια. Η χρήση κορτικοστεροειδών σε ενεργό φυματίωση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κεραυνοβόλου ή κεχροειδούς φυματίωσης, στις οποίες τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της νόσου σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντιφυματική θεραπεία. Αν θεωρηθεί ότι ενδείκνυται χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης, απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών γιατί μπορεί να υπάρξει επανεργοποίηση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χημειοπροφύλαξη. Έχει αναφερθεί η εμφάνιση σαρκώματος Kaposi σε ασθενείς υπό αγωγή με κορτικοστεροειδή. Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση. Ο ρόλος των κορτικοστεροειδών στη σηπτική καταπληξία είναι αμφιλεγόμενος, καθώς στις αρχικές μελέτες αναφέρθηκαν τόσο ευεργετικές όσο και επιβλαβείς επιδράσεις. Πιο πρόσφατα, η συμπληρωματική χορήγηση κορτικοστεροειδών έχει προταθεί ότι είναι ωφέλιμη σε ασθενείς με εγκατεστημένη σηπτική καταπληξία που παρουσιάζουν επινεφριδική ανεπάρκεια. Ωστόσο, δε συνιστάται η τακτική χρήση τους στη σηπτική καταπληξία. Μία συστηματική ανασκόπηση της βραχυχρόνιας χορήγησης υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών δεν υποστήριξε τη χρήση τους. Εντούτοις, μετα-αναλύσεις και μία ανασκόπηση προτείνουν ότι μεγαλύτερης διάρκειας σχήματα (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων κορτικοστεροειδών ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα, ειδικά σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.

Οφθαλμικές Επιδράσεις

Tα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απλό οφθαλμικό έρπητα λόγω κινδύνου πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς και γλαυκώματος. Η παρατεταμένη χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη και πυρηνικό καταρράκτη (κυρίως σε παιδιά), εξόφθαλμο ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση που μπορεί να οδηγήσει σε γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου. Επίσης μπορεί να υποβοηθήσει την εγκατάσταση δευτεροπαθούς οφθαλμικής λοίμωξης που οφείλεται σε μύκητες ή ιούς σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή. Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή έχει συσχετιστεί με κεντρική, ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.

Επιδράσεις στο Ανοσοποιητικό Σύστημα

Μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις. Επειδή έχουν εμφανισθεί σπάνιες περιπτώσεις δερματικών και αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων σε ασθενείς υπό θεραπεία με κορτικοστεροειδή, θα πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ιδίως αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.

Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα

Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε κορτικοστεροειδή και βρίσκονται σε ασυνήθιστες καταστάσεις stress, ενδείκνυται αυξημένη δοσολογία ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο της στρεσσογόνου καταστάσεως. Η χορήγηση φαρμακολογικών δόσεων κορτικοστεροειδών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα είναι πιθανό να προκαλέσει καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια (ΥΥΕ) (δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια). Ο βαθμός και η διάρκεια της φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας που προκαλείται ποικίλλει μεταξύ των ασθενών και εξαρτάται από τη δόση, τη συχνότητα, το χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας με γλυκοκορτικοειδή. Αυτή η επίδραση μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση θεραπείας κάθε δεύτερη ημέρα. Επιπρόσθετα, μετά από απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών είναι πιθανό να προκληθεί οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια που οδηγεί σε θανατηφόρο έκβαση. Επομένως, η προκαλούμενη από το φάρμακο δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια είναι δυνατό να ελαχιστοποιηθεί με σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Αυτός ο τύπος σχετικής ανεπάρκειας μπορεί να επιμείνει για μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ως εκ τούτου, σε οποιαδήποτε κατάσταση stress που θα προκύψει στην περίοδο αυτή πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση ορμονικής θεραπείας. Η απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται επίσης να προκαλέσει «σύνδροµο στέρησης» από τα στεροειδή που φαινομενικά δεν συνδέεται με τη φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια. Αυτό το σύνδρομο περιλαμβάνει συμπτώματα όπως: ανορεξία, ναυτία, έμετος, λήθαργος, κεφαλαλγία, πυρετός, αρθραλγία, απολέπιση, μυαλγία, απώλεια βάρους και/ή υπόταση. Αυτές οι επιδράσεις θεωρείται ότι οφείλονται στην αιφνίδια μεταβολή της συγκέντρωσης των γλυκοκορτικοειδών και όχι στα χαμηλά επίπεδα κορτικοστεροειδών. Λόγω του ότι τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν το σύνδρομο Cushing, τα γλυκοκοκορτικοειδή θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με νόσο του Cushing. Υπάρχει ενίσχυση της δράσης των κορτικοστεροειδών σε ασθενείς µε υποθυρεοειδισμό., ηπατική ανεπάρκεια ή κίρρωση του ήπατος.

Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό Σύστημα

Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν οξεία παγκρεατίτιδα. Δεν υπάρχει ομοφωνία για το αν τα κορτικοστεροειδή αυτά καθαυτά ευθύνονται για τα πεπτικά έλκη που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ωστόσο, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα του πεπτικού έλκους, με αποτέλεσμα διάτρηση ή αιμορραγία να μπορούν να προκληθούν χωρίς σημαντικό πόνο. Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει την περιτονίτιδα ή άλλα σημεία ή συμπτώματα που σχετίζονται με γαστρεντερικές διαταραχές, όπως είναι η διάτρηση, η απόφραξη ή η παγκρεατίτιδα. Σε συνδυασμό με ΜΣΑΦ, ο κίνδυνος εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών είναι αυξημένος. Tα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μη ειδική ελκώδη κολίτιδα, εφ’ όσον υπάρχει πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνος λοίμωξη, εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση, ή ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος. Τα συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών, μπορεί να είναι ελάχιστα ή να μην υπάρχουν.

Μεταβολισμός και Θρέψη

Τα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης της μεθυλπρεδνιζολόνης, μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, να επιδεινώσουν τον προϋπάρχοντα διαβήτη και να δημιουργήσουν προδιάθεση για σακχαρώδη διαβήτη σε αυτούς που βρίσκονται σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή.

Ψυχιατρικές Επιδράσεις

Μπορεί να παρουσιαστεί ψυχική απορρύθµιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε κορτικοστεροειδή, που κυµαίνεται από ευφορία, αϋπνία, αλλαγή της ψυχικής διάθεσης, διαταραχές της προσωπικότητας και βαριά κατάθλιψη µέχρι εµφανείς ψυχωσικές εκδηλώσεις. Επίσης, προϋπάρχουσα συγκινησιακή αστάθεια ή τάση προς ψύχωση µπορεί να επιδεινωθούν µε τη χορήγηση κορτικοστεροειδών. Τα συστηματικά στεροειδή μπορεί να προκαλέσουν δυνητικά σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε διάστημα μερικών ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά τη μείωση της δόσης είτε με τη διακοπή, παρόλο που μπορεί να χρειαστεί ειδική θεραπεία. Έχουν αναφερθεί ψυχολογικές επιδράσεις μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών, η συχνότητά των οποίων είναι άγνωστη. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν θα πρέπει να παροτρύνονται να ζητήσουν ιατρική βοήθεια αν ο ασθενής εμφανίσει ψυχολογικά συμπτώματα, και ιδιαίτερα αν υπάρχει υποψία καταθλιπτικής διάθεσης ή ιδεασμού αυτοκτονίας. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να είναι σε ετοιµότητα για το ενδεχόμενο εµφάνισης ψυχιατρικών διαταραχών είτε κατά τη διάρκεια, είτε αμέσως μετά τη μείωση της δόσης/διακοπή των συστηματικών στεροειδών.

Επιδράσεις στο Νευρικό Σύστημα

Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με επιληπτικές διαταραχές. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. επίσης δήλωση για τη μυοπάθεια στην παράγραφο Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστη α). Παρότι ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή είναι αποτελεσματικά στην επιτάχυνση της αντιμετώπισης οξέων εξάρσεων σκλήρυνσης κατά πλάκας, δεν καταδεικνύουν ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν την τελική έκβαση ή τη φυσική πορεία της νόσου. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες καταδεικνύουν ότι απαιτούνται σχετικά υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών για να εμφανιστεί σημαντική επίδραση. Έχουν αναφερθεί σοβαρά ιατρικά συμβάντα που σχετίζονται με ενδορραχιαίες/επισκληρίδιες οδούς χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.8). Υπάρχουν αναφορές επισκληρίδιας λιπωμάτωσης σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή, συνήθως κατά τη μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων.

Καρδιακές Επιδράσεις

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των γλυκοκορτικοειδών στο καρδιαγγειακό σύστημα, όπως δυσλιπιδαιμία και υπέρταση, μπορεί να προδιαθέσουν τους υπό θεραπεία ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου για πρόσθετες καρδιαγγειακές επιδράσεις, εάν χρησιμοποιούνται υψηλές δόσεις και σχήματα παρατεταμένης διάρκειας. Συνεπώς, τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σύνεση σε αυτούς τους ασθενείς και θα πρέπει να δίνεται προσοχή στη μεταβολή του κινδύνου και την πρόσθετη παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας, εάν χρειαστεί. Η θεραπεία χαμηλής δόσης και η θεραπεία κάθε δεύτερη ημέρα μπορούν να μειώσουν την επίπτωση επιπλοκών από τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Υπάρχουν αναφορές καρδιακών αρρυθμιών και/ή κυκλοφορικής καταπληξίας και/ή καρδιακής ανακοπής μετά την ταχεία χορήγηση μεγάλων ενδοφλέβιων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης (περισσότερα από 0,5 g χορηγούμενα σε περίοδο μικρότερη από 10 λεπτά). Έχει αναφερθεί βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση μεγάλων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να μη σχετίζεται με την ταχύτητα ή τη διάρκεια της έγχυσης. Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή και μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, σε περιπτώσεις συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Αναφορές στη βιβλιογραφία παρουσιάζουν μια προφανή σχέση μεταξύ της χρήσης κορτικοστεροειδών και ρήξης του τοιχώματος της αριστερής κοιλίας, μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι’ αυτόν τον λόγο η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.

Αγγειακές Επιδράσεις

Mε τη χρήση κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί η εκδήλωση θρόμβωσης, συμπεριλαμβανομένης της φλεβικής θρομβοεμβολής. Ως αποτέλεσμα, τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν θρομβοεμβολικές διαταραχές ή μπορεί να παρουσιάζουν προδιάθεση σε θρομβοεμβολικές διαταραχές. Τα στεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπέρταση.

Επιδράσεις στο ήπαρ και τα χοληφόρα

Η επαγόμενη από φάρμακα βλάβη του ήπατος, συμπεριλαμβανομένων της οξείας ηπατίτιδας και της αύξησης των ηπατικών ενζύμων, μπορεί να προκληθεί από κυκλική κατά ώσεις χορήγηση ενδοφλέβιας μεθυλπρεδνιζολόνης (συνήθως σε αρχική δόση ≥ 1 g/ημέρα). Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ηπατοτοξικότητας. Ο χρόνος έως την εκδήλωση μπορεί να είναι αρκετές εβδομάδες ή και περισσότερο. Στην πλειονότητα των αναφορών περιπτώσεων παρατηρήθηκε υποχώρηση των ανεπιθύμητων συμβάντων μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνεπώς απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση.

Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστημα

Οξεία μυοπάθεια, πιο συχνά εμφανιζόμενη σε ασθενείς με διαταραχές της νευρομυικής διαβίβασης (π.χ., μυασθένεια gravis) ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αντιχολινεργικά φάρμακα, όπως νευρομυικοί αποκλειστές (π.χ., πανκουρόνιο), έχει αναφερθεί με τη χρήση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών. Η οξεία αυτή μυοπάθεια είναι γενικευμένης μορφής, μπορεί να εμπλέκει τους οφθαλμικούς και αναπνευστικούς μύες και μπορεί να οδηγήσει σε τετραπληγία. Ενδέχεται να παρατηρηθούν αυξήσεις της κινάσης της κρεατίνης. Μπορεί να απαιτηθούν εβδομάδες έως χρόνια για την κλινική βελτίωση ή ίαση μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών. Η οστεοπόρωση είναι μία συχνή, αλλά σπάνια αναγνωρίσιμη, ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων γλυκοκορτικοειδών.

Επιδράσεις στους νεφρούς και στις ουροφόρες οδούς

Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.

Παρακλινικές Εξετάσεις

Μέτριες και μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης, μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος και αυξημένη αποβολή καλίου. Υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να συμβούν τα φαινόμενα αυτά με τα συνθετικά ανάλογα, εκτός αν χορηγούνται αυτά σε υψηλές δόσεις. Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός της χρήσης του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου. Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.

Κατακράτηση δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών

Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν ενδείκνυνται και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία τραυματικών εγκεφαλικών κακώσεων. Μία πολυκεντρική μελέτη ανέδειξε αυξημένη θνησιμότητα στις 2 εβδομάδες και στους 6 μήνες μετά την κάκωση, σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με τη θεραπεία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη.

Άλλες

Εφόσον οι επιπλοκές της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή εξαρτώνται από το μέγεθος της δόσης και τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να αποφασίζεται ξεχωριστά για κάθε περίπτωση, κατόπιν αξιολόγησης της σχέσης κινδύνου- οφέλους, η δόση και η διάρκεια της θεραπείας, δηλ. εάν θα πρέπει να χρησιμοποιείται καθημερινή ή διακοπτόµενη θεραπεία. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση κορτικοστεροειδών για τον έλεγχο της θεραπευόμενης κατάστασης και όταν είναι δυνατή η μείωση της δόσης, αυτή θα πρέπει να γίνεται σταδιακά. Η ασπιρίνη και οι μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή. Σε σπάνιες περιπτώσεις μείωση ή διακοπή των από του στόματος χορηγουμένων κορτικοστεροειδών μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενες παθήσεις που συνοδεύονται από ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg Strauss) σε ασθενείς με άσθμα. Λιπώδης εμβολή έχει αναφερθεί σαν πιθανή επιπλοκή του υπερκορτιζονισμού. Μετά από συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών, έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυτώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμα μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση του οφέλους έναντι του κινδύνου.

Ηλικιωμένοι

Συνιστάται προσοχή κατά την παρατεταμένη χορήγηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή στους υπερήλικες λόγω της πιθανής αύξησης του κινδύνου για οστεοπόρωση, καθώς και του αυξημένου κινδύνου κατακράτησης υγρών με συνεπακόλουθη υπέρταση.

Χρήση σε Παιδιά

Παιδιά που βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιμώξεις σε σχέση με υγιή παιδιά. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βαρύτερη ή ακόμη και θανατηφόρα πορεία σε παιδιά υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή. Παιδιά ή ενήλικες που δεν έχουν προσβληθεί από τα ανωτέρω νοσήματα, αλλά βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν να εκτίθενται σε ανεμοβλογιά και ιλαρά, και αν τυχόν εκτεθούν σε αυτά τα νοσήματα, να συμβουλεύονται γιατρό. Σε περίπτωση έκθεσης στα νοσήματα αυτά, πιθανόν να ενδείκνυται η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη εναντίον του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρος (VZIG) ή με έτοιμη προς χρήση ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG), ανάλογα με την περίπτωση. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιικά φάρμακα. Η σωµατική ανάπτυξη των βρεφών και των παιδιών που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθείται µε προσοχή. Η καθηµερινή, µακροχρόνια χορήγηση διηρηµένων δόσεων γλυκοκορτικοειδών, μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη στα παιδιά και η χρήση τέτοιου δοσολογικού σχήματος πρέπει να περιορίζεται µόνο στις πλέον επείγουσες ενδείξεις. Με τη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών κάθε δεύτερη ηµέρα συνήθως αποφεύγεται ή ελαχιστοποιείται αυτή η παρενέργεια. Τα βρέφη και τα παιδιά που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης. Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν παγκρεατίτιδα στα παιδιά.

Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα

Η ενδοφλέβια χορήγηση του συντηρητικού βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετισθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θάνατο σε παιδιατρικούς ασθενείς συμπεριλαμβανομένων των νεογέννητων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από καταστολή κεντρικού νευρικού συστήματος, μεταβολική οξέωση, σπασμωδικές αναπνοές, καρδιαγγειακή ανεπάρκεια και αιματολογικές ανωμαλίες («δυσπνοϊκό σύνδρομο/Gasping Syndrome»). H ελάχιστη ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης, στην οποία ενδέχεται να παρουσιαστεί τοξικότητα, δεν είναι γνωστή. Να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση που είναι απαραίτητο και εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πιθανές εναλλακτικές. Αν χορηγείται σε υψηλές ποσότητες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση). Πρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας. Τα προϊόντα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε πρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννητα εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο. Η 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη περιέχει λακτόζη μονοϋδρική που παράγεται από το αγελαδινό γάλα. Ως εκ τούτου αυτή η συσκευασία αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα επειδή αυτά μπορεί να περιέχουν ίχνη συστατικών του γάλακτος.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Η μεθυλπρεδνιζολόνη είναι υπόστρωμα των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP) και µεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 ένζυμο. Το CYP3A4 είναι το κυρίαρχο ένζυμο της μεγαλύτερης υποκατηγορίας του συστήματος CYP στο ήπαρ των ενηλίκων. Καταλύει την 6β-υδροξυλίωση των στεροειδών, το ουσιώδες μεταβολικό στάδιο υποχρεωτικής Φάσης I τόσο για τα ενδογενή όσο και για τα συνθετικά κορτικοστεροειδή. Πολλές άλλες ουσίες είναι επίσης υποστρώματα του CYP3A4, μερικές από τις οποίες (καθώς και άλλα φάρμακα)έχουν καταδείξει ότι μεταβάλουν τον μεταβολισμό των γλυκοκορτικοειδών μέσω επαγωγής (ρύθμισης προς τα άνω) ή αναστολής του CYP3A4 ενζύμου.

ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ CYP3A4 - Τα φάρμακα που αναστέλλουν τη δραστηριότητα του CYP3A4 συνήθως μειώνουν την ηπατική κάθαρση και αυξάνουν τη συγκέντρωση στο πλάσμα των φαρμάκων που είναι υποστρώματα του CYP3A4, όπως η μεθυλπρεδνιζολόνη. Παρουσία ενός CYP3A4 αναστολέα, μπορεί να χρειαστεί να γίνει τιτλοποίηση της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης, προκειμένου να αποφευχθεί η τοξικότητα από στεροειδή.

ΕΠΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ CYP3A4 - Τα φάρμακα που επάγουν τη δραστηριότητα του CYP3A4 συνήθως αυξάνουν την ηπατική κάθαρση, με αποτέλεσμα τη μείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα των φαρμάκων που είναι υποστρώματα του CYP3A4. Η συγχορήγηση μπορεί να απαιτήσει την αύξηση της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.

ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ CYP3A4 - Παρουσία ενός άλλου υποστρώματος του CYP3A4, η ηπατική κάθαρση της μεθυλπρεδνιζολόνης μπορεί να επηρεαστεί, με αποτέλεσμα να απαιτούνται αντίστοιχες προσαρµογές της δοσολογίας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο φαρμάκων μεμονωμένα, είναι πιθανότερο να εμφανιστούν με τη συγχορήγησή τους.

ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕΣΟΛΑΒΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ CYP3A4 - Άλλες αλληλεπιδράσεις και επιδράσεις που εμφανίζονται με τη μεθυλπρεδνιζολόνη περιγράφονται στον Πίνακα 2 παρακάτω.

Πίνακας 2 Σημαντικές αλληλεπιδράσεις/επιδράσεις φαρμάκου ή

ουσίας με τη μεθυλπρεδνιζολόνη

| Κατηγορία ή τύπος

φαρμάκου
- ΦΑΡΜΑΚΟ ή ΟΥΣΙΑ
Αλληλεπίδραση/Επίδραση
μΑντι ικροβιακό
  • ΔΙΣΟΝΙΑΖΙ Η | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ CYP3A4: Επιπρόσθετα, υπάρχει πιθανή επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στην αύξηση του ρυθμού ακετυλίωσης και την κάθαρση της ισονιαζίδης. | | ,Αντιβιοτικό μαντιφυ ατικό
  • ΡΙΦΑΜΠΙΚΙΝΗ | | CYP3A4 ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ ΤΟΥ | | Αντιπηκτικά (από του στόματος) | | Η επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στα από του στόματος αντιπηκτικά ποικίλλει. Υπάρχουν αναφορές ενισχυμένων καθώς και μειωμένων επιδράσεων των αντιπηκτικών όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με κορτικοστεροειδή. Επομένως, οι δείκτες πηκτικότητας πρέπει να παρακολουθούνται για τη διατήρηση της επιθυμητής αντιπηκτικής δράσης. | | μΑντισπασ ωδικά
  • ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ | | ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | μΑντισπασ ωδικά
  • ΦΑΙΝΟΒΑΡΒΙΤΑΛΗ
  • ΦΑΙΝΥΤΟΪΝΗ | | CYP3A4ΕΠΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ | | Αντιχολινεργικά
  • ΝΕΥΡΟΜΥΙ ΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ | | Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επηρεάσουν τη δράση των αντιχολινεργικών.
  1. Έχει αναφερθεί οξεία μυοπάθεια με την ταυτόχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών και αντιχολινεργικών, όπως οι νευρομυικοί αποκλειστές (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, για επιπλέον πληροφορίες).
  2. Έχει αναφερθεί ανταγωνισμός της δράσης νευροµυικού αποκλεισμού του πανκουρονίου και του βεκουρονίου σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να αναμένεται με όλους τους συναγωνιστικούς νευρομυικούς αποκλειστές. | | Αντιχολινεστερασικά | | Τα στεροειδή μπορεί να μειώσουν τις επιδράσεις των αντιχολινεστερασικών στη μυασθένεια Gravis. | | Αντιδιαβητικά | | Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, ενδέχεται να απαιτηθεί προσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών παραγόντων. | | μ Αντιε ετικά
  • ΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗ
  • ΦΟΣΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | μΑντι υκητιασικά
  • ΙΤΡΑΚΟΝΑΖΟΛΗ
  • ΚΕΤΟΚΟΝΑΖΟΛΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | Αντιιικά
  • ΑΝΑΣΤΟΛΕIΣ ΤΗΣ HIV ΠΡΩΤΕΑΣΗΣ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4
  1. Οι αναστολείς πρωτεάσης, όπως η ινδιναβίρη και η ριτοναβίρη, μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις των κορτικοστεροειδών στο πλάσμα.
  2. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επάγουν το μεταβολισμό των αναστολέων της HIV πρωτεάσης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. | | μΑναστολείς αρω ατάσης
  • ΔΑΜΙΝΟΓΛΟΥΤΕΘΥΜΙ Η | | Η επαγόμενη από την αμινογλουτεθυμίδη καταστολή των επινεφριδίων μπορεί να επιδεινώσει τις ενδοκρινικές μεταβολές που προκαλούνται από την παρατεταμένη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή. | | Αναστολέας διαύλου ιόντων ασβεστίου
  • ΔΙΛΤΙΑΖΕΜΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | Αντισυλληπτικά (από του στόματος)
  • ΑΙΘΙΝΥΛΟΙΣΤΡΑΔΙΟΛΗ/ N Δ ΟΡΑΙΘΙΝ ΡΟΝΗ | | () CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ | | - ΧΥΜΟΣ ΓΚΡΕΪΠΦΡΟΥΤ | | CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ | | Ανοσοκατασταλτικό
  • ΚΥΚΛΟΣΠΟΡΙΝΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4
  1. Προκαλείται αμοιβαία αναστολή του μεταβολισμού κατά την ταυτόχρονη χρήση κυκλοσπορίνης και μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις οποιουδήποτε εκ των δύο ή και των δύο φαρμάκων στο πλάσμα. Συνεπώς, είναι πιθανότερο να εμφανιστούν κατά τη συγχορήγηση οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη μεμονωμένη χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο φαρμάκων.
  2. Έχουν αναφερθεί σπασμοί κατά την ταυτόχρονη χρήση μεθυλπρεδνιζολόνης και κυκλοσπορίνης. | | Ανοσοκατασταλτικό
  • ΔΚΥΚΛΟΦΩΣΦΑΜΙ Η
  • ΤΑΚΡΟΛΙΜΟΥΣ | | CYP3A4ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ | | Μακρολιδικό αντιβιοτικό
  • ΚΛΑΡΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
  • ΕΡΥΘΡΟΜΥΚΙΝΗ | | () CYP3A4ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ | | Μακρολιδικό αντιβιοτικό
  • ΔΤΡΟΛΕΑΝ ΟΜΥΚΙΝΗ | | CYP3A4ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ | | ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα)
  • υψηλές δόσεις ΑΣΠΙΡΙΝΗΣ (ακετυλοσαλικυλικό οξύ) | | 1) Μπορεί να εμφανιστεί αυξημένη επίπτωση της γαστρεντερικής αιμορραγίας και της εξέλκωσης όταν τα κορτικοστεροειδή συγχορηγούνται με ΜΣΑΦ.
  1. Η μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να αυξήσει την κάθαρση της ασπιρίνης σε υψηλές δόσεις, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό. Η διακοπή της θεραπείας με μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας από τα σαλικυλικά. | | µ Φάρ ακα προκαλούντα ένδεια καλίου | | Όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται ταυτόχρονα με φάρµακα προκαλούντα ένδεια καλίου (δηλ., διουρητικά), οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη υποκαλιαιμίας. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας με ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών και αμφοτερικίνης B, ξανθένιων ή βήτα-2 αγωνιστών. | | Εμβόλια και ανατοξίνες | | Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή αναστέλλουν την ανοσολογική αντίδραση, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια, που περιέχουν ζωντανούς ή αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς. Επιπρόσθετα, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών που περιέχονται σε αραιωμένα εμβόλια, ενώ δόσεις μεγαλύτερες των φυσιολογικών μπορεί να ε επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με κορτικοστεροειδή οι ασθενείς δεν πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφ’ όσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός σε ασθενή που υποβάλλεται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή, μπορεί να χρειαστεί η εκτέλεση ορολογικών δοκιμασιών προς επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης, καθώς και η επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή ανατοξινών. | | Άλλες αλληλεπιδράσεις | | Με εφεδρίνη μειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών, με το οινόπνευμα ενισχύεται η ελκογόνος δράση τους, ενώ με την ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους, διότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπεργλυκαιμία και απορρυθμίζουν τον σακχαρώδη διαβήτη. | | Ασυμβατότητες | | Για να αποφεύγονται προβλήµατα συµβατότητας και σταθερότητας, συνιστάται η νατριοηλεκτρική µεθυλπρεδνιζολόνη να χορηγείται χωριστά από άλλα φάρµακα που χορηγούνται ενδοφλέβια. Τα φάρμακα που έχουν φυσική ασυμβατότητα με το διάλυμα νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε: νατριούχο αλλοπουρινόλη, υδροχλωρική δοξαπράμη, τιγεκυκλίνη, υδροχλωρική διλτιαζέμη, γλυκονικό ασβέστιο, βρωμιούχο βεκουρόνιο, βρωμιούχο ροκουρόνιο, βεσυλικό σιζατρακούριο, γλυκοπυρολάτη και τη προποφόλη. (Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. παράγραφο 6.2.) |
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Έχουν αναφερθεί οι παρακάτω ανεπιθύμητες αντιδράσεις με τις παρακάτω οδούς χορήγησης οι οποίες αντενδείκνυνται: Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια: Αραχνοειδίτιδα, λειτουργική διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος/δυσλειτουργία ουροδόχου κύστης, κεφαλαλγία, μηνιγγίτιδα, παραπάρεση/παραπληγία, σπασμοί, διαταραχές αισθητικότητας.

Πίνακας 3. Πίνακας Ανεπιθύμητων Ενεργειών στο Φάρμακο

| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος σύμφωνα με

MedDRA
Συχνότητα μη γνωστή
(Δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα
δεδομένα)
Λοιμώξεις και
παρασιτώσεις
Ευκαιριακή λοίμωξη, Λοίμωξη, Περιτονίτιδα
Διαταραχές του
αιμοποιητικο
ύ και του
λεμφικού
συστήματος
Λευκοκυττάρωση
Διαταραχές του
ανοσοποιητικ
ού
συστήματος
Υπερευαισθησία στο φάρμακο, Αναφυλακτική
αντίδραση, Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Διαταραχές του
ενδοκρινικού
συστήματος
Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
Υποϋποφυσισμός, Σύνδρομο στέρησης στεροειδών
Διαταραχές του
μεταβολισμού και
της θρέψης
Μεταβολική οξέωση, Επισκληρίδια λιπωμάτωση, Κατακράτηση νατρίου, Κατακράτηση υγρών, Αλκάλωση υποκαλιαιμική, Δυσλιπιδαιμία, Ανοχή
γλυκόζης διαταραγμένη, Αυξημένες ανάγκες σε
ινσουλίνη (ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς
παράγοντες σε διαβητικούς ασθενείς), Λιπωμάτωση, Όρεξη αυξημένη (που μπορεί να οδηγήσει σε
αυξημένο Σωματικό βάρος)
Ψυχιατρικές
διαταραχές
Συναισθηματική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης
Καταθλιπτικής διάθεσης, Ευφορικής
συναισθηματικής διάθεσης, Συναισθηματικής
αστάθειας, Φαρμακευτικής εξάρτησης, Ιδεασμού
αυτοκτονίας), Ψυχωσική διαταραχή
(συμπεριλαμβανομένης Μανίας, Παραληρητικής
ιδέας, Ψευδαίσθησης και Σχιζοφρένειας), Ψυχική
διαταραχή, Μεταβολή προσωπικότητας, Συγχυτική
κατάσταση, Άγχος, Διακυμάνσεις της
συναισθηματικής διάθεσης, Μη φυσιολογική
συμπεριφορά, Αϋπνία, Ευερεθιστότητα
Διαταραχές του
νευρικού
συστήματος
Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη (με Οίδημα της
οπτικής θηλής [Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση]),
Σπασμός, Αμνησία, Νοητική διαταραχή, Ζάλη, Κεφαλαλγία
Οφθαλμικές
διαταραχές
Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, Καταρράκτης,
Γλαύκωμα, Εξόφθαλμος
Διαταραχές του
ωτός και του
λαβυρίνθου
Ίλιγγος
Καρδιακές
διαταραχές
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (σε ευπαθείς
ασθενείς), Αρρυθμία
Αγγειακές
διαταραχές
Θρομβωτικά συμβάντα, Υπέρταση, Υπόταση
Διαταραχές του
αναπνευστικού
συστήματος, του
θώρακα και του
μεσοθωρακίου
Πνευμονική εμβολή, Λόξυγκας
Διαταραχές του
γαστρεντερικού
Πεπτικό έλκος (με πιθανή Διάτρηση πεπτικού έλκους
και Αιμορραγία πεπτικού έλκους), Διάτρηση του
εντέρου, Γαστρορραγία, Παγκρεατίτιδα, Ελκωτική
οισοφαγίτιδα, Οισοφαγίτιδα, Διάταση της κοιλίας,
Κοιλιακό άλγος, Διάρροια, Δυσπεψία, Ναυτία
Διαταραχές του
ήπατος και των
χοληφόρων
Ηπατίτιδα †, Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (π.χ.,
Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη,
Aσπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, Aλκαλική
φωσφατάση αίματος αυξημένη)
Διαταραχές του
δέρματος και του
υποδόριου ιστού
Αγγειοοίδημα, Υπερτρίχωση, Πετέχειες, Εκχύμωση,
Ατροφία δέρματος, Ερύθημα, Υπεριδρωσία, Ραγάδες
δέρματος, Εξάνθημα, Κνησμός, Κνίδωση, Ακμή, Υποχρωματισμός δέρματος
Διαταραχές του
μυοσκελετικού
συστήματος και
του συνδετικού
ιστού
Μυική αδυναμία, Μυαλγία, Μυοπάθεια, Μυική
ατροφία, Οστεοπόρωση, Οστεονέκρωση, Παθολογικό
κάταγμα, Νευροπαθητική αρθροπάθεια, Αρθραλγία, Καθυστερημένη ανάπτυξη
Διαταραχές του
αναπαραγωγικού
συστήματος και
του μαστού
Έμμηνος ρύση ακανόνιστη
Γενικές διαταραχές
και καταστάσεις
της οδού χορήγησης
Καθυστερημένη επούλωση, Οίδημα περιφερικό,
Κόπωση, Αίσθημα κακουχίας, Αντίδραση της θέσης
ένεσης
Παρακλινικές
εξετάσεις
Eνδοφθάλμια πίεση αυξημένη, Aνοχή υδατανθράκων
μειωμένη, Kάλιο αίματος μειωμένο, Ασβέστιο ούρων
αυξημένο, Ουρία αίματος αυξημένη, Kαταστολή
αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες*
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και
επιπλοκές
θεραπευτικών
χειρισμών
Συμπιεστικό Kάταγμα σπονδυλικής στήλης, Ρήξη
τένοντα

*Δ MedDRAεν αποτελεί όρο του † Έχει αναφερθεί ηπατίτιδα με ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.4).

μ μ μ μ Η περιτονίτιδα πορεί να είναι το πρωταρχικό ση είο ή σύ πτω α που μ, παρουσιάζεται σε ία γαστρεντερική διαταραχή όπως είναι η διάτρηση η (4,4)απόφραξη ή η παγκρεατίτιδα βλέπε παράγραφο.

Οι ακόλουθες επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή:

  • Σπάνιες περιπτώσεις τύφλωσης μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής
  • Αύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματος
  • Υποδερματική ή δερματική ατροφία
  • Στείρο απόστημα
  • Έξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση)

μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθύ ητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω: Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 357 22608649 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs Ιστότοπος: http:// www. eof. gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Κύηση

Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται στη μητέρα σε υψηλές δόσεις, ενδέχεται να προκαλέσουν δυσπλασίες στο έμβρυο. Ωστόσο, τα κορτικοστεροειδή δε φαίνεται να προκαλούν συγγενείς ανωμαλίες όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Εφόσον δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς μελέτες αναπαραγωγής με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε ανθρώπους, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου για τη μητέρα και το έμβρυο.

Μερικά κορτικοστεροειδή διαπερνούν εύκολα το φραγμό του πλακούντα. Σε μία αναδρομική μελέτη υπήρξε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης χαμηλού βάρους γέννησης σε βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που λάμβαναν κορτικοστεροειδή. Τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες οι οποίες έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας, παρόλο που σε βρέφη που είχαν εκτεθεί ενδομήτρια σε κορτικοστεροειδή φαίνεται να είναι σπάνια η εμφάνιση νεογνικής φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας.

Δεν υπάρχουν γνωστές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια και τη στιγμή του τοκετού.

Έχουν παρατηρηθεί περιστατικά καταρράκτη σε βρέφη οι μητέρες των οποίων υποβλήθηκαν σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ.παράγραφο 4.4).

Θηλασμός

Τα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα.

Τα κορτικοστεροειδή που κατανέμονται στο μητρικό γάλα ενδέχεται να καταστείλουν την ανάπτυξη και να παρέμβουν στην ενδογενή παραγωγή γλυκοκορτικοειδών των θηλάζοντων βρεφών. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπε ι ι να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου για τη μητέρα και το βρέφος.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή, Κωδικός ATC: H02AB04

Tα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατικορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε καταστάσεις έλλειψης ή ανεπάρκειας τους, είτε σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Όλα τα συνθετικά παράγωγα έχουν τις ίδιες βιολογικές ιδιότητες και διαφέρουν μόνο ποσοτικώς ως προς την απόλυτη δοσολογία. Με βάση τη δόση είναι περισσότερο ισχυροί αντιφλεγμονώδεις παράγοντες σε σύγκριση με τα φυσικά κορτικοστεροειδή.

Η μεθυλπρεδνιζολόνη είναι ένα ισχυρό στεροειδές, αντιφλεγμονώδες. Έχει μεγαλύτερη αντιφλεγμονώδη ισχύ και μικρότερη τάση πρόκλησης κατακράτησης νατρίου και ύδατος συγκριτικά με τη πρεδνιζολόνη.

Η νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη έχει τις ίδιες μεταβολικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις με τη μεθυλπρεδνιζολόνη. Οι δύο ουσίες έχουν την ίδια βιολογική δραστικότητα, όταν χορηγούνται παρεντερικά και σε ισογραμμοριακές ποσότητες. Ο λόγος της δραστικότητας της νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης και της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης, όπως υποδεικνύεται από τον αριθμό των ηωσινόφιλων, είναι τουλάχιστον 4:1. Αυτό συμφωνεί με τη σχετική δραστικότητα της μεθυλπρεδνιζολόνης και της υδροκορτιζόνης σε από του στόματος χορήγηση.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-SOLU-MEDROL
expand_more

Η φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης είναι γραμμική, ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης.

Απορρόφηση: Η μεθυλπρεδνιζολόνη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη σφαιρίνη και λιγότερο με την αλβουμίνη. Μόνο το ελεύθερο κλάσμα των κορτικοστεροειδών είναι φαρμακολογικά ενεργό ή μεταβολίζεται. Ο μεταβολισμός πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ και σε μικρότερη έκταση στα νεφρά. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα.

Μετά από άπαξ ενδομυική χορήγηση 40 mg νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης σε 14 υγιείς ενήλικες άνδρες εθελοντές, η μέση μέγιστη συγκέντρωση ήταν 454 ng/ml μέσα σε 1 ώρα. Στις 12 ώρες, η συγκέντρωση της μεθυλπρεδνιζολόνης στο πλάσμα μειώθηκε σε 31,9 ng/ml. Μετά από 18 ώρες από τη χορήγηση δεν ανιχνεύτηκε καθόλου μεθυλπρεδνιζολόνη. Επιπρόσθετα, μετά από άπαξ ενδομυική χορήγηση 40 mg σε 22 ενήλικες άνδρες εθελοντές, μέγιστα επίπεδα της μεθυλπρεδνιζολόνης στο πλάσμα της τάξεως των 33,67 μg/100 ml επιτεύχθηκαν 2 ώρες μετά. Η ενδομυική δόση νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, με βάση την περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου- συγκεντρώσεως (που αποτελεί ένδειξη του ολικά απορροφούμενου φαρμάκου)βρέθηκε ισοδύναμη με την ενδοφλέβια δόση του φαρμάκου.

Σύμφωνα με μία μελέτη ο εστέρας της νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης μετατρέπεται ταχύτατα και εκτεταμένα σε ενεργή μεθυλπρεδνιζολόνη ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης. Η απορρόφηση της ελεύθερης μεθυλπρεδνιζολόνης έπειτα από ενδομυική και ενδοφλέβια χορήγηση βρέθηκε να είναι η ίδια, ενώ σε σχέση με τη χορήγηση του πόσιμου διαλύματος και των δισκίων μεθυλπρεδνιζολόνης βρέθηκε σημαντικά υψηλότερη.

Κατανομή: Η μεθυλπρεδνιζολόνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς, διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της είναι περίπου 1,4 L/kg. Η δέσμευση της μεθυλπρεδνιζολόνης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 77%.

Βιομετασχηματισμός: Στους ανθρώπους, η μεθυλπρεδνιζολόνη µεταβολίζεται σε µη δραστικούς µεταβολίτες στο ήπαρ. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η 20α- υδροξυμεθυλπρεδνιζολόνη και η 20β-υδροξυμεθυλπρεδνιζολόνη.

Ο μεταβολισμός στο ήπαρ γίνεται κυρίως μέσω του CYP3A4. (Για κατάλογο των φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων βάσει του CYP3A4 επαγόμενου μεταβολισμού, βλ. παράγραφο 4.5).

μ, μ CYP3A4, μ Η εθυλπρεδνιζολόνη όπως πολλά υποστρώ ατα του πορεί επίσης να μείνει υπόστρω α ATP- μ μ μ -μ p-για την εξαρτώ ενη δια ε βρανική πρωτεΐνη εταφορέα , μ γλυκοπρωτεΐνη επηρεάζοντας την κατανο ή στους ιστούς και τις μ μ. αλληλεπιδράσεις ε άλλα φάρ ακα

Αποβολή: Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής για την ολική μεθυλπρεδνιζολόνη κυμαίνεται μεταξύ 1,8 και 5,2 ωρών. Η ολική της κάθαρση είναι περίπου 5 έως 6 mL/min/kg.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1-3 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

78%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

80-99%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem
science

Scientific Profile

CID
6741
Μοριακός τύπος
C22H30O5
Μοριακό βάρος
374.5
IUPAC
(6S,8S,9S,10R,11S,13S,14S,17R)-11,17-dihydroxy-17-(2-hydroxyacetyl)-6,10,13-trimethyl-7,8,9,11,12,14,15,16-octahydro-6H-cyclopenta[a]phenanthren-3-one
InChIKey
VHRSUDSXCMQTMA-PJHHCJLFSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

  • Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
  • Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση του ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση της ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και διαθέτουν έντονη αντι-φλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού στον τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
  • Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν μέσω διαφόρων μηχανισμών, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που προκαλείται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Νόσος Crohn Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Γαστρεντερολογικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1-moderate H02AB04
    Τελική ειλεΐτιδα — μέτρια προσβολή
    L1, μέτρια έξαρση
    Δοσολογία: 32–48 mg/ημέρα → μείωση 4 mg/εβδομάδα · Σταδιακή απόσυρση
📋 Ελκώδης Κολίτιδα Θεραπευτικό Πρωτόκολλο Συνταγογράφησης — Υπ. Υγείας, Ιανουάριος 2024
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Β3 H02AB04
    Βαριά προσβολή (ανεξαρτήτως έκτασης) — εισαγωγή στο νοσοκομείο