METHYLPREDNISOLONE
Μεθυλπρεδνιζολόνη
Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2) t6.2.jpg: H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SOLU-MEDROL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: κατά διαστήματα
- Δόση έναρξης: 30 mg/kg
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά όταν το φάρμακο έχει χορηγηθεί για περισσότερες ημέρες.
-
βρέφη και παιδιάΗ δοσολογία μπορεί να μειωθεί, αλλά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς παρά από την ηλικία ή το βάρος του ασθενούς. Η παιδιατρική δοσολογία δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη από 0,5 mg ανά kg βάρους σώματος κάθε 24 ώρες.
-
Σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή περιπτώσειςΔόση30 mg/kgχορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η δόση αυτή μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4 με 6 ώρες για 48 ώρες.
-
Ρευματολογικές διαταραχές μη ανταποκρινόμενες στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)Δόση1 g/ημέρα για 1 έως 4 ημέρες ή 1 g/μήνα για 6 μήνεςως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μη ανταποκρινόμενος στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)Δόση1 g/ημέρα για 3 ημέρεςως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
-
Σκλήρυνση κατά πλάκας μη ανταποκρινόμενη στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)Δόση1 g/ημέρα για 3 ή 5 ημέρεςως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
-
Οιδηματώδεις καταστάσεις, όπως σπειραματονεφρίτιδα ή νεφρίτιδα του λύκου, μη ανταποκρινόμενες στη συνήθη θεραπεία (ή κατά τη διάρκεια εξάρσεων)Δόση30 mg/kg κάθε δεύτερη ημέρα για 4 ημέρες ή 1 g/ημέρα για 3, 5 ή 7 ημέρεςως IV δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς.
-
Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με την αντικαρκινική χημειοθεραπεία (ήπια έως μετρίως εμετογόνο)Δόση250 mgIV σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών 1 ώρα πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας. Επανάληψη της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την έναρξη της χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκομείο.
-
Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με την αντικαρκινική χημειοθεραπεία (έντονα εμετογόνο)Δόση250 mgIV σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών με κατάλληλες δόσεις μετοκλοπραμίδης ή μίας βουτυροφαινόνης 1 ώρα πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας. Επανάληψη της δόσης μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την έναρξη της χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκομείο.
-
Ως συμπληρωματική θεραπεία σε άλλες ενδείξειςΔόση10 έως 500 mg IVΗ αρχική δόση θα κυμαίνεται ανάλογα με την κλινική κατάσταση. Μπορεί να απαιτηθούν μεγαλύτερες δόσεις για τη βραχυχρόνια αντιμετώπιση σοβαρών, οξέων καταστάσεων. Αρχικές δόσεις έως 250 mg θα πρέπει να χορηγούνται ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών, ενώ μεγαλύτερες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Διαδοχικές δόσεις μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική κατάσταση.
block
SPC-SOLU-MEDROL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην μεθυλπρεδνιζολόνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό της φόρμουλας
-
Χρήση ενδορραχιαίας οδού χορήγησης
-
Χρήση μέσω της επισκληρίδιας οδού χορήγησης
-
Χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούςΠληθυσμόςσε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών
-
Υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόνταΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν την 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη
warning
SPC-SOLU-MEDROL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΗ χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία στις λοιμώξεις, να συγκαλύψει ορισμένα κλινικά σημεία της λοίμωξης και νέες λοιμώξεις μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Πιθανόν να παρουσιαστεί μειωμένη αντίσταση κατά των λοιμώξεων και ανικανότητα του οργανισμού να περιορίσει τις λοιμώξεις όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΆτομα που βρίσκονται υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά φάρμακαείναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιµώξεις σε σχέση µε τα υγιή άτομα. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, µπορεί να εμφανίσουν βαρύτερη ή ακόµη και θανατηφόρα πορεία σε μη ανοσοποιημένα παιδιά ή σε ενηλίκους που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΤα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων, εκτός και αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΤα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι’ αυτό συνιστάται να αποκλειστεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΗ χρήση κορτικοστεροειδών σε ενεργό φυματίωση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κεραυνοβόλου ή κεχροειδούς φυματίωσης, στις οποίες τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της νόσου σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντιφυματική θεραπεία.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΠληθυσμόςασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνηςΑν θεωρηθεί ότι ενδείκνυται χρήση κορτικοστεροειδών, απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών γιατί μπορεί να υπάρξει επανεργοποίηση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χημειοπροφύλαξη.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΈχει αναφερθεί η εμφάνιση σαρκώματος Kaposi σε ασθενείς υπό αγωγή με κορτικοστεροειδή. Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση.
-
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε ΛοιμώξειςΟ ρόλος των κορτικοστεροειδών στη σηπτική καταπληξία είναι αμφιλεγόμενος, καθώς στις αρχικές μελέτες αναφέρθηκαν τόσο ευεργετικές όσο και επιβλαβείς επιδράσεις. Πιο πρόσφατα, η συμπληρωματική χορήγηση κορτικοστεροειδών έχει προταθεί ότι είναι ωφέλιμη σε ασθενείς με εγκατεστημένη σηπτική καταπληξία που παρουσιάζουν επινεφριδική ανεπάρκεια. Ωστόσο, δε συνιστάται η τακτική χρήση τους στη σηπτική καταπληξία. Μία συστηματική ανασκόπηση της βραχυχρόνιας χορήγησης υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών δεν υποστήριξε τη χρήση τους. Εντούτοις, μετα-αναλύσεις και μία ανασκόπηση προτείνουν ότι μεγαλύτερης διάρκειας σχήματα (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων κορτικοστεροειδών ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα, ειδικά σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.
-
Οφθαλμικές ΕπιδράσειςTα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απλό οφθαλμικό έρπητα λόγω κινδύνου πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς και γλαυκώματος.
-
Οφθαλμικές ΕπιδράσειςΗ παρατεταμένη χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη και πυρηνικό καταρράκτη (κυρίως σε παιδιά), εξόφθαλμο ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση που μπορεί να οδηγήσει σε γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου. Επίσης μπορεί να υποβοηθήσει την εγκατάσταση δευτεροπαθούς οφθαλμικής λοίμωξης που οφείλεται σε μύκητες ή ιούς σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή.
-
Οφθαλμικές ΕπιδράσειςΗ θεραπεία με κορτικοστεροειδή έχει συσχετιστεί με κεντρική, ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.
-
Επιδράσεις στο Ανοσοποιητικό ΣύστημαΜπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις. Επειδή έχουν εμφανισθεί σπάνιες περιπτώσεις δερματικών και αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων σε ασθενείς υπό θεραπεία με κορτικοστεροειδή, θα πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ιδίως αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.
-
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό ΣύστημαΣε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε κορτικοστεροειδή και βρίσκονται σε ασυνήθιστες καταστάσεις stress, ενδείκνυται αυξημένη δοσολογία ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο της στρεσσογόνου καταστάσεως.
-
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό ΣύστημαΗ χορήγηση φαρμακολογικών δόσεων κορτικοστεροειδών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα είναι πιθανό να προκαλέσει καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια (ΥΥΕ) (δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια). Ο βαθμός και η διάρκεια της φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας που προκαλείται ποικίλλει μεταξύ των ασθενών και εξαρτάται από τη δόση, τη συχνότητα, το χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας με γλυκοκορτικοειδή. Αυτή η επίδραση μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση θεραπείας κάθε δεύτερη ημέρα.
-
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό ΣύστημαΕπιπρόσθετα, μετά από απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών είναι πιθανό να προκληθεί οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια που οδηγεί σε θανατηφόρο έκβαση.
-
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό ΣύστημαΕπομένως, η προκαλούμενη από το φάρμακο δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια είναι δυνατό να ελαχιστοποιηθεί με σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Αυτός ο τύπος σχετικής ανεπάρκειας μπορεί να επιμείνει για μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ως εκ τούτου, σε οποιαδήποτε κατάσταση stress που θα προκύψει στην περίοδο αυτή πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση ορμονικής θεραπείας.
-
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό ΣύστημαΗ απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται επίσης να προκαλέσει «σύνδροµο στέρησης» από τα στεροειδή που φαινομενικά δεν συνδέεται με τη φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια. Αυτό το σύνδρομο περιλαμβάνει συμπτώματα όπως: ανορεξία, ναυτία, έμετος, λήθαργος, κεφαλαλγία, πυρετός, αρθραλγία, απολέπιση, μυαλγία, απώλεια βάρους και/ή υπόταση. Αυτές οι επιδράσεις θεωρείται ότι οφείλονται στην αιφνίδια μεταβολή της συγκέντρωσης των γλυκοκορτικοειδών και όχι στα χαμηλά επίπεδα κορτικοστεροειδών.
-
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό ΣύστημαΛόγω του ότι τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν το σύνδρομο Cushing, τα γλυκοκοκορτικοειδή θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με νόσο του Cushing.
-
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό ΣύστημαΥπάρχει ενίσχυση της δράσης των κορτικοστεροειδών σε ασθενείς µε υποθυρεοειδισμό., ηπατική ανεπάρκεια ή κίρρωση του ήπατος.
-
Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό ΣύστημαΥψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν οξεία παγκρεατίτιδα.
-
Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό ΣύστημαΔεν υπάρχει ομοφωνία για το αν τα κορτικοστεροειδή αυτά καθαυτά ευθύνονται για τα πεπτικά έλκη που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ωστόσο, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα του πεπτικού έλκους, με αποτέλεσμα διάτρηση ή αιμορραγία να μπορούν να προκληθούν χωρίς σημαντικό πόνο. Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει την περιτονίτιδα ή άλλα σημεία ή συμπτώματα που σχετίζονται με γαστρεντερικές διαταραχές, όπως είναι η διάτρηση, η απόφραξη ή η παγκρεατίτιδα. Σε συνδυασμό με ΜΣΑΦ, ο κίνδυνος εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών είναι αυξημένος.
-
Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό ΣύστημαTα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μη ειδική ελκώδη κολίτιδα, εφ' όσον υπάρχει πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνος λοίμωξη, εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση, ή ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος. Τα συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών, μπορεί να είναι ελάχιστα ή να μην υπάρχουν.
-
Μεταβολισμός και ΘρέψηΤα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης της μεθυλπρεδνιζολόνης, μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, να επιδεινώσουν τον προϋπάρχοντα διαβήτη και να δημιουργήσουν προδιάθεση για σακχαρώδη διαβήτη σε αυτούς που βρίσκονται σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή.
-
Ψυχιατρικές ΕπιδράσειςΜπορεί να παρουσιαστεί ψυχική απορρύθµιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε κορτικοστεροειδή, που κυµαίνεται από ευφορία, αϋπνία, αλλαγή της ψυχικής διάθεσης, διαταραχές της προσωπικότητας και βαριά κατάθλιψη µέχρι εµφανείς ψυχωσικές εκδηλώσεις. Επίσης, προϋπάρχουσα συγκινησιακή αστάθεια ή τάση προς ψύχωση µπορεί να επιδεινωθούν µε τη χορήγηση κορτικοστεροειδών.
-
Ψυχιατρικές ΕπιδράσειςΤα συστηματικά στεροειδή μπορεί να προκαλέσουν δυνητικά σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε διάστημα μερικών ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά τη μείωση της δόσης είτε με τη διακοπή, παρόλο που μπορεί να χρειαστεί ειδική θεραπεία. Έχουν αναφερθεί ψυχολογικές επιδράσεις μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών, η συχνότητά των οποίων είναι άγνωστη. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν θα πρέπει να παροτρύνονται να ζητήσουν ιατρική βοήθεια αν ο ασθενής εμφανίσει ψυχολογικά συμπτώματα, και ιδιαίτερα αν υπάρχει υποψία καταθλιπτικής διάθεσης ή ιδεασμού αυτοκτονίας. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να είναι σε ετοιµότητα για το ενδεχόμενο εµφάνισης ψυχιατρικών διαταραχών είτε κατά τη διάρκεια, είτε αμέσως μετά τη μείωση της δόσης/διακοπή των συστηματικών στεροειδών.
-
Επιδράσεις στο Νευρικό ΣύστημαΤα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με επιληπτικές διαταραχές.
-
Επιδράσεις στο Νευρικό ΣύστημαΤα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. επίσης δήλωση για τη μυοπάθεια στην παράγραφο Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστη α).
-
Επιδράσεις στο Νευρικό ΣύστημαΠαρότι ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή είναι αποτελεσματικά στην επιτάχυνση της αντιμετώπισης οξέων εξάρσεων σκλήρυνσης κατά πλάκας, δεν καταδεικνύουν ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν την τελική έκβαση ή τη φυσική πορεία της νόσου. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες καταδεικνύουν ότι απαιτούνται σχετικά υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών για να εμφανιστεί σημαντική επίδραση.
-
Επιδράσεις στο Νευρικό ΣύστημαΈχουν αναφερθεί σοβαρά ιατρικά συμβάντα που σχετίζονται με ενδορραχιαίες/επισκληρίδιες οδούς χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.8).
-
Επιδράσεις στο Νευρικό ΣύστημαΥπάρχουν αναφορές επισκληρίδιας λιπωμάτωσης σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή, συνήθως κατά τη μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων.
-
Καρδιακές ΕπιδράσειςΟι ανεπιθύμητες ενέργειες των γλυκοκορτικοειδών στο καρδιαγγειακό σύστημα, όπως δυσλιπιδαιμία και υπέρταση, μπορεί να προδιαθέσουν τους υπό θεραπεία ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου για πρόσθετες καρδιαγγειακές επιδράσεις, εάν χρησιμοποιούνται υψηλές δόσεις και σχήματα παρατεταμένης διάρκειας. Συνεπώς, τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σύνεση σε αυτούς τους ασθενείς και θα πρέπει να δίνεται προσοχή στη μεταβολή του κινδύνου και την πρόσθετη παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας, εάν χρειαστεί. Η θεραπεία χαμηλής δόσης και η θεραπεία κάθε δεύτερη ημέρα μπορούν να μειώσουν την επίπτωση επιπλοκών από τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή.
-
Καρδιακές ΕπιδράσειςΥπάρχουν αναφορές καρδιακών αρρυθμιών και/ή κυκλοφορικής καταπληξίας και/ή καρδιακής ανακοπής μετά την ταχεία χορήγηση μεγάλων ενδοφλέβιων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης (περισσότερα από 0,5 g χορηγούμενα σε περίοδο μικρότερη από 10 λεπτά). Έχει αναφερθεί βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση μεγάλων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να μη σχετίζεται με την ταχύτητα ή τη διάρκεια της έγχυσης.
-
Καρδιακές ΕπιδράσειςΤα συστηματικά κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή και μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, σε περιπτώσεις συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας.
-
Καρδιακές ΕπιδράσειςΑναφορές στη βιβλιογραφία παρουσιάζουν μια προφανή σχέση μεταξύ της χρήσης κορτικοστεροειδών και ρήξης του τοιχώματος της αριστερής κοιλίας, μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι’ αυτόν τον λόγο η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.
-
Αγγειακές ΕπιδράσειςMε τη χρήση κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί η εκδήλωση θρόμβωσης, συμπεριλαμβανομένης της φλεβικής θρομβοεμβολής. Ως αποτέλεσμα, τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν θρομβοεμβολικές διαταραχές ή μπορεί να παρουσιάζουν προδιάθεση σε θρομβοεμβολικές διαταραχές.
-
Αγγειακές ΕπιδράσειςΤα στεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπέρταση.
-
Επιδράσεις στο ήπαρ και τα χοληφόραΗ επαγόμενη από φάρμακα βλάβη του ήπατος, συμπεριλαμβανομένων της οξείας ηπατίτιδας και της αύξησης των ηπατικών ενζύμων, μπορεί να προκληθεί από κυκλική κατά ώσεις χορήγηση ενδοφλέβιας μεθυλπρεδνιζολόνης (συνήθως σε αρχική δόση ≥ 1 g/ημέρα). Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ηπατοτοξικότητας. Ο χρόνος έως την εκδήλωση μπορεί να είναι αρκετές εβδομάδες ή και περισσότερο. Στην πλειονότητα των αναφορών περιπτώσεων παρατηρήθηκε υποχώρηση των ανεπιθύμητων συμβάντων μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνεπώς απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση.
-
Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό ΣύστημαΟξεία μυοπάθεια, πιο συχνά εμφανιζόμενη σε ασθενείς με διαταραχές της νευρομυικής διαβίβασης (π.χ., μυασθένεια gravis) ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αντιχολινεργικά φάρμακα, όπως νευρομυικοί αποκλειστές (π.χ., πανκουρόνιο), έχει αναφερθεί με τη χρήση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών. Η οξεία αυτή μυοπάθεια είναι γενικευμένης μορφής, μπορεί να εμπλέκει τους οφθαλμικούς και αναπνευστικούς μύες και μπορεί να οδηγήσει σε τετραπληγία. Ενδέχεται να παρατηρηθούν αυξήσεις της κινάσης της κρεατίνης. Μπορεί να απαιτηθούν εβδομάδες έως χρόνια για την κλινική βελτίωση ή ίαση μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών.
-
Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό ΣύστημαΗ οστεοπόρωση είναι μία συχνή, αλλά σπάνια αναγνωρίσιμη, ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων γλυκοκορτικοειδών.
-
Επιδράσεις στους νεφρούς και στις ουροφόρες οδούςΤα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Παρακλινικές ΕξετάσειςΜέτριες και μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης, μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος και αυξημένη αποβολή καλίου. Υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να συμβούν τα φαινόμενα αυτά με τα συνθετικά ανάλογα, εκτός αν χορηγούνται αυτά σε υψηλές δόσεις. Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός της χρήσης του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου.
-
Παρακλινικές ΕξετάσειςΌλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.
-
Κατακράτηση δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμώνΤα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν ενδείκνυνται και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία τραυματικών εγκεφαλικών κακώσεων. Μία πολυκεντρική μελέτη ανέδειξε αυξημένη θνησιμότητα στις 2 εβδομάδες και στους 6 μήνες μετά την κάκωση, σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με τη θεραπεία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη.
-
ΆλλεςΕφόσον οι επιπλοκές της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή εξαρτώνται από το μέγεθος της δόσης και τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να αποφασίζεται ξεχωριστά για κάθε περίπτωση, κατόπιν αξιολόγησης της σχέσης κινδύνου- οφέλους, η δόση και η διάρκεια της θεραπείας, δηλ. εάν θα πρέπει να χρησιμοποιείται καθημερινή ή διακοπτόµενη θεραπεία.
-
ΆλλεςΘα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση κορτικοστεροειδών για τον έλεγχο της θεραπευόμενης κατάστασης και όταν είναι δυνατή η μείωση της δόσης, αυτή θα πρέπει να γίνεται σταδιακά.
-
ΆλλεςΗ ασπιρίνη και οι μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή.
-
ΆλλεςΣε σπάνιες περιπτώσεις μείωση ή διακοπή των από του στόματος χορηγουμένων κορτικοστεροειδών μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενες παθήσεις που συνοδεύονται από ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg Strauss) σε ασθενείς με άσθμα.
-
ΆλλεςΛιπώδης εμβολή έχει αναφερθεί σαν πιθανή επιπλοκή του υπερκορτιζονισμού.
-
ΆλλεςΜετά από συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών, έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυτώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμα μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση του οφέλους έναντι του κινδύνου.
-
ΗλικιωμένοιΣυνιστάται προσοχή κατά την παρατεταμένη χορήγηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή στους υπερήλικες λόγω της πιθανής αύξησης του κινδύνου για οστεοπόρωση, καθώς και του αυξημένου κινδύνου κατακράτησης υγρών με συνεπακόλουθη υπέρταση.
-
Χρήση σε ΠαιδιάΠαιδιά που βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιμώξεις σε σχέση με υγιή παιδιά. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βαρύτερη ή ακόμη και θανατηφόρα πορεία σε παιδιά υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή. Παιδιά ή ενήλικες που δεν έχουν προσβληθεί από τα ανωτέρω νοσήματα, αλλά βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν να εκτίθενται σε ανεμοβλογιά και ιλαρά, και αν τυχόν εκτεθούν σε αυτά τα νοσήματα, να συμβουλεύονται γιατρό. Σε περίπτωση έκθεσης στα νοσήματα αυτά, πιθανόν να ενδείκνυται η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη εναντίον του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρος (VZIG) ή με έτοιμη προς χρήση ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG), ανάλογα με την περίπτωση. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιικά φάρμακα.
-
Χρήση σε ΠαιδιάΗ σωµατική ανάπτυξη των βρεφών και των παιδιών που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθείται µε προσοχή.
-
Χρήση σε ΠαιδιάΗ καθηµερινή, µακροχρόνια χορήγηση διηρηµένων δόσεων γλυκοκορτικοειδών, μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη στα παιδιά και η χρήση τέτοιου δοσολογικού σχήματος πρέπει να περιορίζεται µόνο στις πλέον επείγουσες ενδείξεις. Με τη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών κάθε δεύτερη ηµέρα συνήθως αποφεύγεται ή ελαχιστοποιείται αυτή η παρενέργεια.
-
Χρήση σε ΠαιδιάΤα βρέφη και τα παιδιά που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης.
-
Χρήση σε ΠαιδιάΥψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν παγκρεατίτιδα στα παιδιά.
-
Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχαΗ ενδοφλέβια χορήγηση του συντηρητικού βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετισθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θάνατο σε παιδιατρικούς ασθενείς συμπεριλαμβανομένων των νεογέννητων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από καταστολή κεντρικού νευρικού συστήματος, μεταβολική οξέωση, σπασμωδικές αναπνοές, καρδιαγγειακή ανεπάρκεια και αιματολογικές ανωμαλίες («δυσπνοϊκό σύνδρομο/Gasping Syndrome»). H ελάχιστη ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης, στην οποία ενδέχεται να παρουσιαστεί τοξικότητα, δεν είναι γνωστή. Να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση που είναι απαραίτητο και εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πιθανές εναλλακτικές. Αν χορηγείται σε υψηλές ποσότητες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
-
Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχαΠρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας.
-
Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχαΤα προϊόντα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε πρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννητα εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο.
-
Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχαΗ 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη περιέχει λακτόζη μονοϋδρική που παράγεται από το αγελαδινό γάλα. Ως εκ τούτου αυτή η συσκευασία αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα επειδή αυτά μπορεί να περιέχουν ίχνη συστατικών του γάλακτος.
swap_horiz
SPC-SOLU-MEDROL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ CYP3A4: Επιπρόσθετα, υπάρχει πιθανή επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στην αύξηση του ρυθμού ακετυλίωσης και την κάθαρση της ισονιαζίδης.
-
CYP3A4 ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ ΤΟΥ
-
Αντιπηκτικά (από του στόματος)Η επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στα από του στόματος αντιπηκτικά ποικίλλει. Υπάρχουν αναφορές ενισχυμένων καθώς και μειωμένων επιδράσεων των αντιπηκτικών όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με κορτικοστεροειδή. Επομένως, οι δείκτες πηκτικότητας πρέπει να παρακολουθούνται για τη διατήρηση της επιθυμητής αντιπηκτικής δράσης.
-
ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4
-
CYP3A4 ΕΠΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ
-
ΝΕΥΡΟΜΥΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣΤα κορτικοστεροειδή μπορεί να επηρεάσουν τη δράση των αντιχολινεργικών. 1) Έχει αναφερθεί οξεία μυοπάθεια με την ταυτόχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών και αντιχολινεργικών, όπως οι νευρομυικοί αποκλειστές. 2) Έχει αναφερθεί ανταγωνισμός της δράσης νευροµυικού αποκλεισμού του πανκουρονίου και του βεκουρονίου σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να αναμένεται με όλους τους συναγωνιστικούς νευρομυικούς αποκλειστές.
-
ΑντιχολινεστερασικάΤα στεροειδή μπορεί να μειώσουν τις επιδράσεις των αντιχολινεστερασικών στη μυασθένεια Gravis.
-
ΑντιδιαβητικάΛόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, ενδέχεται να απαιτηθεί προσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών παραγόντων.
-
ΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗ, ΦΟΣΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4
-
ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4
-
ΑΝΑΣΤΟΛΕIΣ ΤΗΣ HIV ΠΡΩΤΕΑΣΗΣ1) Οι αναστολείς πρωτεάσης, όπως η ινδιναβίρη και η ριτοναβίρη, μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις των κορτικοστεροειδών στο πλάσμα. 2) Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επάγουν το μεταβολισμό των αναστολέων της HIV πρωτεάσης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
ΔΑΜΙΝΟΓΛΟΥΤΕΘΥΜΙ ΗΗ επαγόμενη από την αμινογλουτεθυμίδη καταστολή των επινεφριδίων μπορεί να επιδεινώσει τις ενδοκρινικές μεταβολές που προκαλούνται από την παρατεταμένη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή.
-
ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4
-
ΑΙΘΙΝΥΛΟΙΣΤΡΑΔΙΟΛΗ, N Δ ΟΡΑΙΘΙΝ ΡΟΝΗCYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ
-
ΧΥΜΟΣ ΓΚΡΕΪΠΦΡΟΥΤCYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ
-
1) Προκαλείται αμοιβαία αναστολή του μεταβολισμού κατά την ταυτόχρονη χρήση κυκλοσπορίνης και μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις οποιουδήποτε εκ των δύο ή και των δύο φαρμάκων στο πλάσμα. Συνεπώς, είναι πιθανότερο να εμφανιστούν κατά τη συγχορήγηση οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη μεμονωμένη χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο φαρμάκων. 2) Έχουν αναφερθεί σπασμοί κατά την ταυτόχρονη χρήση μεθυλπρεδνιζολόνης και κυκλοσπορίνης.
-
ΔΚΥΚΛΟΦΩΣΦΑΜΙ Η, ΤΑΚΡΟΛΙΜΟΥΣCYP3A4 ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ
-
CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ
-
ΔΤΡΟΛΕΑΝ ΟΜΥΚΙΝΗCYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ
-
ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) - υψηλές δόσεις ΑΣΠΙΡΙΝΗΣ (ακετυλοσαλικυλικό οξύ)1) Μπορεί να εμφανιστεί αυξημένη επίπτωση της γαστρεντερικής αιμορραγίας και της εξέλκωσης όταν τα κορτικοστεροειδή συγχορηγούνται με ΜΣΑΦ. 2) Η μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να αυξήσει την κάθαρση της ασπιρίνης σε υψηλές δόσεις, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό. Η διακοπή της θεραπείας με μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας από τα σαλικυλικά.
-
Φάρ ακα προκαλούντα ένδεια καλίουΌταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται ταυτόχρονα με φάρµακα προκαλούντα ένδεια καλίου (δηλ., διουρητικά), οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη υποκαλιαιμίας. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας με ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών και αμφοτερικίνης B, ξανθένιων ή βήτα-2 αγωνιστών.
-
Εμβόλια και ανατοξίνεςΛόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή αναστέλλουν την ανοσολογική αντίδραση, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια, που περιέχουν ζωντανούς ή αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς. Επιπρόσθετα, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών που περιέχονται σε αραιωμένα εμβόλια, ενώ δόσεις μεγαλύτερες των φυσιολογικών μπορεί να επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με κορτικοστεροειδή οι ασθενείς δεν πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφ' όσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός σε ασθενή που υποβάλλεται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή, μπορεί να χρειαστεί η εκτέλεση ορολογικών δοκιμασιών προς επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης, καθώς και η επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή ανατοξινών.
-
Άλλες αλληλεπιδράσειςΜε εφεδρίνη μειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών, με το οινόπνευμα ενισχύεται η ελκογόνος δράση τους, ενώ με την ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους, διότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπεργλυκαιμία και απορρυθμίζουν τον σακχαρώδη διαβήτη.
-
ΑσυμβατότητεςΓια να αποφεύγονται προβλήµατα συµβατότητας και σταθερότητας, συνιστάται η νατριοηλεκτρική µεθυλπρεδνιζολόνη να χορηγείται χωριστά από άλλα φάρµακα που χορηγούνται ενδοφλέβια. Τα φάρμακα που έχουν φυσική ασυμβατότητα με το διάλυμα νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε: νατριούχο αλλοπουρινόλη, υδροχλωρική δοξαπράμη, τιγεκυκλίνη, υδροχλωρική διλτιαζέμη, γλυκονικό ασβέστιο, βρωμιούχο βεκουρόνιο, βρωμιούχο ροκουρόνιο, βεσυλικό σιζατρακούριο, γλυκοπυρολάτη και τη προποφόλη.
sick
SPC-SOLU-MEDROL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ευκαιριακή λοίμωξη
- Λοίμωξη
- Περιτονίτιδα
- Λευκοκυττάρωση
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
- Υποϋποφυσισμός
- Σύνδρομο στέρησης στεροειδών
- Μεταβολική οξέωση
- Επισκληρίδια λιπωμάτωση
- Κατακράτηση νατρίου
- Κατακράτηση υγρών
- Αλκάλωση υποκαλιαιμική
- Δυσλιπιδαιμία
- Ανοχή γλυκόζης διαταραγμένη
- Αυξημένες ανάγκες σε ινσουλίνη (ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες σε διαβητικούς ασθενείς)
- Λιπωμάτωση
- Όρεξη αυξημένη (που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο Σωματικό βάρος)
- Συναισθηματική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Καταθλιπτικής διάθεσης, Ευφορικής συναισθηματικής διάθεσης, Συναισθηματικής αστάθειας, Φαρμακευτικής εξάρτησης, Ιδεασμού αυτοκτονίας)
- Ψυχωσική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Μανίας, Παραληρητικής ιδέας, Ψευδαίσθησης και Σχιζοφρένειας)
- Ψυχική διαταραχή
- Μεταβολή προσωπικότητας
- Συγχυτική κατάσταση
- Άγχος
- Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Αϋπνία
- Ευερεθιστότητα
- Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη (με Οίδημα της οπτικής θηλής [Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση])
- Σπασμός
- Αμνησία
- Νοητική διαταραχή
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
- Καταρράκτης
- Γλαύκωμα
- Εξόφθαλμος
- Ίλιγγος
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (σε ευπαθείς ασθενείς)
- Αρρυθμία
- Θρομβωτικά συμβάντα
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Πνευμονική εμβολή
- Λόξυγκας
- Πεπτικό έλκος (με πιθανή Διάτρηση πεπτικού έλκους και Αιμορραγία πεπτικού έλκους)
- Διάτρηση του εντέρου
- Γαστρορραγία
- Παγκρεατίτιδα
- Ελκωτική οισοφαγίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Διάταση της κοιλίας
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Ηπατίτιδα †
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (π.χ., Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, Aσπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, Aλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη)
- Αγγειοοίδημα
- Υπερτρίχωση
- Πετέχειες
- Εκχύμωση
- Ατροφία δέρματος
- Ερύθημα
- Υπεριδρωσία
- Ραγάδες δέρματος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Ακμή
- Υποχρωματισμός δέρματος
- Μυική αδυναμία
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Μυική ατροφία
- Οστεοπόρωση
- Οστεονέκρωση
- Παθολογικό κάταγμα
- Νευροπαθητική αρθροπάθεια
- Αρθραλγία
- Καθυστερημένη ανάπτυξη
- Έμμηνος ρύση ακανόνιστη
- Καθυστερημένη επούλωση
- Οίδημα περιφερικό
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Αντίδραση της θέσης ένεσης
- Eνδοφθάλμια πίεση αυξημένη
- Aνοχή υδατανθράκων μειωμένη
- Kάλιο αίματος μειωμένο
- Ασβέστιο ούρων αυξημένο
- Ουρία αίματος αυξημένη
- Kαταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες*
- Συμπιεστικό Kάταγμα σπονδυλικής στήλης
- Ρήξη τένοντα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΑραχνοειδίτιδαΕνδορραχιαία/Επισκληρίδια
-
λειτουργική διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος/δυσλειτουργία ουροδόχου κύστηςΕνδορραχιαία/Επισκληρίδια
-
κεφαλαλγίαΕνδορραχιαία/Επισκληρίδια
-
μηνιγγίτιδαΕνδορραχιαία/Επισκληρίδια
-
παραπάρεση/παραπληγίαΕνδορραχιαία/Επισκληρίδια
-
σπασμοίΕνδορραχιαία/Επισκληρίδια
-
διαταραχές αισθητικότηταςΕνδορραχιαία/Επισκληρίδια
-
μη γνωστήΕυκαιριακή λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
μη γνωστήΛοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
μη γνωστήΠεριτονίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
μη γνωστήΛευκοκυττάρωσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
μη γνωστήΥπερευαισθησία στο φάρμακοΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
μη γνωστήΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
μη γνωστήΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
μη γνωστήΣύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο CushingΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
μη γνωστήΥποϋποφυσισμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
μη γνωστήΣύνδρομο στέρησης στεροειδώνΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
μη γνωστήΜεταβολική οξέωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΕπισκληρίδια λιπωμάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΚατακράτηση νατρίουΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΚατακράτηση υγρώνΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΑλκάλωση υποκαλιαιμικήΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΔυσλιπιδαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΑνοχή γλυκόζης διαταραγμένηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΑυξημένες ανάγκες σε ινσουλίνη (ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες σε διαβητικούς ασθενείς)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΛιπωμάτωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΌρεξη αυξημένη (που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο Σωματικό βάρος)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
μη γνωστήΣυναισθηματική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Καταθλιπτικής διάθεσης, Ευφορικής συναισθηματικής διάθεσης, Συναισθηματικής αστάθειας, Φαρμακευτικής εξάρτησης, Ιδεασμού αυτοκτονίας)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΨυχωσική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης Μανίας, Παραληρητικής ιδέας, Ψευδαίσθησης και Σχιζοφρένειας)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΨυχική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΜεταβολή προσωπικότηταςΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΔιακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
μη γνωστήΕνδοκρανιακή πίεση αυξημένη (με Οίδημα της οπτικής θηλής [Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση])Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
μη γνωστήΣπασμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
μη γνωστήΑμνησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
μη γνωστήΝοητική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
μη γνωστήΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
μη γνωστήΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
μη γνωστήΧοριοαμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
μη γνωστήΚαταρράκτηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
μη γνωστήΓλαύκωμαΟφθαλμικές διαταραχές
-
μη γνωστήΕξόφθαλμοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
μη γνωστήΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
μη γνωστήΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (σε ευπαθείς ασθενείς)Καρδιακές διαταραχές
-
μη γνωστήΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
μη γνωστήΘρομβωτικά συμβάνταΑγγειακές διαταραχές
-
μη γνωστήΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
μη γνωστήΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
μη γνωστήΠνευμονική εμβολήΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
μη γνωστήΛόξυγκαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
μη γνωστήΠεπτικό έλκος (με πιθανή Διάτρηση πεπτικού έλκους και Αιμορραγία πεπτικού έλκους)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΔιάτρηση του εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΓαστρορραγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΕλκωτική οισοφαγίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΟισοφαγίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΔιάταση της κοιλίαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
μη γνωστήΗπατίτιδα †Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
μη γνωστήΑύξηση των ηπατικών ενζύμων (π.χ., Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, Aσπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, Aλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
μη γνωστήΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΥπερτρίχωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΠετέχειεςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΕκχύμωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΑτροφία δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΥπεριδρωσίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΡαγάδες δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΑκμήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΥποχρωματισμός δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
μη γνωστήΜυική αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΜυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΜυική ατροφίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΟστεοπόρωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΟστεονέκρωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΠαθολογικό κάταγμαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΝευροπαθητική αρθροπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΚαθυστερημένη ανάπτυξηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
μη γνωστήΈμμηνος ρύση ακανόνιστηΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
μη γνωστήΚαθυστερημένη επούλωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
μη γνωστήΟίδημα περιφερικόΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
μη γνωστήΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
μη γνωστήΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
μη γνωστήΑντίδραση της θέσης ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
μη γνωστήEνδοφθάλμια πίεση αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
μη γνωστήAνοχή υδατανθράκων μειωμένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
μη γνωστήKάλιο αίματος μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
μη γνωστήΑσβέστιο ούρων αυξημένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
μη γνωστήΟυρία αίματος αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
μη γνωστήKαταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες*Παρακλινικές εξετάσεις
-
μη γνωστήΣυμπιεστικό Kάταγμα σπονδυλικής στήληςΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
μη γνωστήΡήξη τένονταΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Σπάνιεςτύφλωσης μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλήςΠαρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
-
ΣπάνιεςΑύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματοςΠαρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
-
ΣπάνιεςΥποδερματική ή δερματική ατροφίαΠαρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
-
ΣπάνιεςΣτείρο απόστημαΠαρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
-
ΣπάνιεςΈξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση)Παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή
pregnant_woman
SPC-SOLU-MEDROL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΜετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου
-
ΚύησηΜετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνουΤα κορτικοστεροειδή δε φαίνεται να προκαλούν συγγενείς ανωμαλίες όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Εφόσον δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς μελέτες αναπαραγωγής με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε ανθρώπους, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου για τη μητέρα και το έμβρυο. Μερικά κορτικοστεροειδή διαπερνούν εύκολα το φραγμό του πλακούντα. Σε μία αναδρομική μελέτη υπήρξε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης χαμηλού βάρους γέννησης σε βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που λάμβαναν κορτικοστεροειδή. Τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες οι οποίες έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας. Δεν υπάρχουν γνωστές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια και τη στιγμή του τοκετού. Έχουν παρατηρηθεί περιστατικά καταρράκτη σε βρέφη οι μητέρες των οποίων υποβλήθηκαν σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ.παράγραφο 4.4).
-
ΓαλουχίαΜετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνουΤα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Τα κορτικοστεροειδή που κατανέμονται στο μητρικό γάλα ενδέχεται να καταστείλουν την ανάπτυξη και να παρέμβουν στην ενδογενή παραγωγή γλυκοκορτικοειδών των θηλάζοντων βρεφών.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SOLU-MEDROL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SOLU-MEDROL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Δοσολογία
Το Solu-Medrol μπορεί να χορηγηθεί με ενδοφλέβια ή ενδομυική ένεση ή με ενδοφλέβια έγχυση. Η προτιμώμενη μέθοδος για αρχική επείγουσα χορήγηση είναι η ενδοφλέβια ένεση.
Η δοσολογία μπορεί να μειωθεί σε βρέφη και παιδιά αλλά θα πρέπει να καθορίζεται με βάση τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς παρά από την ηλικία ή το βάρος του ασθενούς (βλ. παράγραφο 4.4). Η παιδιατρική δοσολογία δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη από 0,5 mg ανά kg βάρους σώματος κάθε 24 ώρες, (βλ. πίνακα 1 για συνιστώμενες δοσολογίες).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με τη χορήγηση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για το μικρότερο χρονικό διάστημα.
Όταν απαιτείται η χορήγηση υψηλών δόσεων όπως σε σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή περιπτώσεις, η συνιστώμενη δόση μεθυλπρεδνιζολόνης είναι 30 mg/kg χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η δόση αυτή μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4 με 6 ώρες για 48 ώρες.
Γενικά, η θεραπεία με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών πρέπει να συνεχίζεται εκτός εάν η κατάσταση του ασθενούς έχει σταθεροποιηθεί, συνήθως μεταξύ 48 και 72 ωρών.
Διαδοχικές δόσεις μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική του κατάσταση. Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή είναι συμπληρωματική και δεν υποκαθιστά τη συμβατική θεραπεία.
Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά όταν το φάρμακο έχει χορηγηθεί για περισσότερες ημέρες. Σε χρόνιες καταστάσεις, εάν επέλθει μια περίοδος ύφεσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
Πίνακας 1. Συνιστώμενες δοσολογίες για τη νατριοηλεκτρική
μεθυλπρεδνιζολόνη
| Ένδειξη | |
|---|---|
| Συμπληρωματική | |
| θεραπεία σε | |
| απειλητικές για τη | |
| ζωή καταστάσεις | |
| Χορήγηση 30 mg/kg IV σε διάστημα τουλάχιστον 30 | |
| λεπτών. | |
| Η δόση μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4 με 6 ώρες | |
| για διάστημα έως 48 ώρες. | |
| Ρευματολογικές | |
| διαταραχές | |
| μη ανταποκρινόμενες | |
| στη συνήθη θεραπεία | |
| (ή | |
| κατά τη διάρκεια | |
| εξάρσεων) | |
| Χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο σχημάτων ως IV | |
| δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το | |
| σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί | |
| βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή | |
| ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς. | |
| 1 g/ημέρα για 1 έως 4 ημέρες ή | |
| 1 g/μήνα για 6 μήνες. | |
| Συστηματικός | |
| ερυθηματώδης λύκος | |
| μη ανταποκρινόμενος | |
| στη συνήθη θεραπεία | |
| (ή | |
| κατά τη διάρκεια | |
| εξάρσεων) | |
| Χορήγηση 1 g/ημέρα για 3 ημέρες ως IV δόση ώσης σε | |
| διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί να | |
| επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός | |
| μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την | |
| κατάσταση του ασθενούς. | |
| Σκλήρυνση κατά | |
| πλάκας | |
| μη ανταποκρινόμενη | |
| στη | |
| συνήθη θεραπεία (ή | |
| κατά τη διάρκεια | |
| εξάρσεων) | |
| Χορήγηση 1 g/ημέρα για 3 ή 5 ημέρες ως IV δόση ώσης | |
| σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Η αγωγή μπορεί | |
| να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί βελτίωση εντός | |
| μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή ανάλογα με την | |
| κατάσταση του ασθενούς. | |
| Οιδηματώδεις | |
| καταστάσεις, όπως | |
| σπειραματονεφρίτιδα | |
| ή νεφρίτιδα του | |
| λύκου, | |
| μη ανταποκρινόμενες | |
| στη συνήθη θεραπεία | |
| (ή | |
| κατά τη διάρκεια | |
| εξάρσεων) | |
| Χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο σχημάτων ως IV | |
| δόση ώσης σε διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Το | |
| σχήμα μπορεί να επαναληφθεί αν δεν έχει σημειωθεί | |
| βελτίωση εντός μίας εβδομάδας μετά τη θεραπεία ή | |
| ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς. | |
| 30 mg/kg κάθε δεύτερη ημέρα για 4 ημέρες ή | |
| 1 g/ημέρα για 3, 5 ή 7 ημέρες. | |
| Πρόληψη της ναυτίας | |
| και του εμέτου που | |
| σχετίζονται με την | |
| αντικαρκινική | |
| χημειοθεραπεία | |
| Για ήπια έως μετρίως εμετογόνο | |
| χημειοθεραπεία: | |
| Χορήγηση 250 mg IV σε διάστημα τουλάχιστον 5 | |
| λεπτών 1 ώρα πριν από την έναρξη της | |
| χημειοθεραπείας. Επανάληψη της δόσης της | |
| μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την έναρξη της | |
| χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του ασθενούς από | |
| το νοσοκομείο. Με την πρώτη δόση | |
| μεθυλπρεδνιζολόνης, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί | |
| μία χλωριωμένη φαινοθειαζίνη για ενίσχυση του | |
| αποτελέσματος. | |
| Για έντονα εμετογόνο χημειοθεραπεία: | |
| Χορήγηση 250 mg IV σε διάστημα τουλάχιστον 5 | |
| λεπτών με | |
| κατάλληλες δόσεις μετοκλοπραμίδης ή μίας | |
| βουτυροφαινόνης 1 | |
| ώρα πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας. | |
| Επανάληψη της δόσης μεθυλπρεδνιζολόνης κατά την | |
| έναρξη της χημειοθεραπείας και κατά την έξοδο του | |
| ασθενούς από το νοσοκομείο. | |
| Ως συμπληρωματική | |
| θεραπεία σε άλλες | |
| ενδείξεις | |
| Η αρχική δόση θα κυμαίνεται από 10 έως 500 mg IV, | |
| ανάλογα με την κλινική κατάσταση. Μπορεί να | |
| απαιτηθούν μεγαλύτερες δόσεις για τη βραχυχρόνια | |
| αντιμετώπιση σοβαρών, οξέων καταστάσεων. Αρχικές | |
| δόσεις έως 250 mg θα πρέπει να χορηγούνται | |
| ενδοφλεβίως σε διάστημα τουλάχιστον 5 λεπτών, ενώ | |
| μεγαλύτερες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται σε | |
| διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών. Διαδοχικές δόσεις | |
| μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυικώς | |
| κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την | |
| ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική | |
| κατάσταση. |
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ορισμένα ιδιοσκευάσματα νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης περιέχουν βενζυλική αλκοόλη (βλ. παράγραφο 4.4).
block
Αντενδείξεις
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Αντενδείξεις
Η νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη αντενδείκνυται:
- σε ασθενείς που έχουν συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
- σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στην μεθυλπρεδνιζολόνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό που αναφέρεται στην παράγραφο 6.1.
- για χρήση έσω της ενδορραχιαίας οδού χορήγησης
- για χρήση μέσω της επισκληρίδιας οδού χορήγησης. Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών.
Σημείωση: Η 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη περιέχει λακτόζη μονοϋδρική που παράγεται από το αγελαδινό γάλα. Ως εκ τούτου αυτή η συσκευασία αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα επειδή αυτά μπορεί να περιέχουν ίχνη συστατικών του γάλακτος.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ανοσοκατασταλτικές Επιδράσεις/Αυξημένη Ευαισθησία σε Λοιμώξεις Η χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία στις λοιμώξεις, να συγκαλύψει ορισμένα κλινικά σημεία της λοίμωξης και νέες λοιμώξεις μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Πιθανόν να παρουσιαστεί μειωμένη αντίσταση κατά των λοιμώξεων και ανικανότητα του οργανισμού να περιορίσει τις λοιμώξεις όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή. Άτομα που βρίσκονται υπό θεραπεία µε ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιµώξεις σε σχέση µε τα υγιή άτομα. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, µπορεί να εμφανίσουν βαρύτερη ή ακόµη και θανατηφόρα πορεία σε μη ανοσοποιημένα παιδιά ή σε ενηλίκους που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων, εκτός και αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι’ αυτό συνιστάται να αποκλειστεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια. Η χρήση κορτικοστεροειδών σε ενεργό φυματίωση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κεραυνοβόλου ή κεχροειδούς φυματίωσης, στις οποίες τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της νόσου σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντιφυματική θεραπεία. Αν θεωρηθεί ότι ενδείκνυται χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης, απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών γιατί μπορεί να υπάρξει επανεργοποίηση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χημειοπροφύλαξη. Έχει αναφερθεί η εμφάνιση σαρκώματος Kaposi σε ασθενείς υπό αγωγή με κορτικοστεροειδή. Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση. Ο ρόλος των κορτικοστεροειδών στη σηπτική καταπληξία είναι αμφιλεγόμενος, καθώς στις αρχικές μελέτες αναφέρθηκαν τόσο ευεργετικές όσο και επιβλαβείς επιδράσεις. Πιο πρόσφατα, η συμπληρωματική χορήγηση κορτικοστεροειδών έχει προταθεί ότι είναι ωφέλιμη σε ασθενείς με εγκατεστημένη σηπτική καταπληξία που παρουσιάζουν επινεφριδική ανεπάρκεια. Ωστόσο, δε συνιστάται η τακτική χρήση τους στη σηπτική καταπληξία. Μία συστηματική ανασκόπηση της βραχυχρόνιας χορήγησης υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών δεν υποστήριξε τη χρήση τους. Εντούτοις, μετα-αναλύσεις και μία ανασκόπηση προτείνουν ότι μεγαλύτερης διάρκειας σχήματα (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων κορτικοστεροειδών ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα, ειδικά σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.
Οφθαλμικές Επιδράσεις
Tα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με απλό οφθαλμικό έρπητα λόγω κινδύνου πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς και γλαυκώματος. Η παρατεταμένη χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη και πυρηνικό καταρράκτη (κυρίως σε παιδιά), εξόφθαλμο ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση που μπορεί να οδηγήσει σε γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου. Επίσης μπορεί να υποβοηθήσει την εγκατάσταση δευτεροπαθούς οφθαλμικής λοίμωξης που οφείλεται σε μύκητες ή ιούς σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή. Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή έχει συσχετιστεί με κεντρική, ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.
Επιδράσεις στο Ανοσοποιητικό Σύστημα
Μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικές αντιδράσεις. Επειδή έχουν εμφανισθεί σπάνιες περιπτώσεις δερματικών και αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων σε ασθενείς υπό θεραπεία με κορτικοστεροειδή, θα πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ιδίως αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία µε κορτικοστεροειδή και βρίσκονται σε ασυνήθιστες καταστάσεις stress, ενδείκνυται αυξημένη δοσολογία ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο της στρεσσογόνου καταστάσεως. Η χορήγηση φαρμακολογικών δόσεων κορτικοστεροειδών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα είναι πιθανό να προκαλέσει καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια (ΥΥΕ) (δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια). Ο βαθμός και η διάρκεια της φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας που προκαλείται ποικίλλει μεταξύ των ασθενών και εξαρτάται από τη δόση, τη συχνότητα, το χρόνο χορήγησης και τη διάρκεια της θεραπείας με γλυκοκορτικοειδή. Αυτή η επίδραση μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με τη χορήγηση θεραπείας κάθε δεύτερη ημέρα. Επιπρόσθετα, μετά από απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών είναι πιθανό να προκληθεί οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια που οδηγεί σε θανατηφόρο έκβαση. Επομένως, η προκαλούμενη από το φάρμακο δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια είναι δυνατό να ελαχιστοποιηθεί με σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Αυτός ο τύπος σχετικής ανεπάρκειας μπορεί να επιμείνει για μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ως εκ τούτου, σε οποιαδήποτε κατάσταση stress που θα προκύψει στην περίοδο αυτή πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση ορμονικής θεραπείας. Η απότομη διακοπή των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται επίσης να προκαλέσει «σύνδροµο στέρησης» από τα στεροειδή που φαινομενικά δεν συνδέεται με τη φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια. Αυτό το σύνδρομο περιλαμβάνει συμπτώματα όπως: ανορεξία, ναυτία, έμετος, λήθαργος, κεφαλαλγία, πυρετός, αρθραλγία, απολέπιση, μυαλγία, απώλεια βάρους και/ή υπόταση. Αυτές οι επιδράσεις θεωρείται ότι οφείλονται στην αιφνίδια μεταβολή της συγκέντρωσης των γλυκοκορτικοειδών και όχι στα χαμηλά επίπεδα κορτικοστεροειδών. Λόγω του ότι τα γλυκοκορτικοειδή μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν το σύνδρομο Cushing, τα γλυκοκοκορτικοειδή θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με νόσο του Cushing. Υπάρχει ενίσχυση της δράσης των κορτικοστεροειδών σε ασθενείς µε υποθυρεοειδισμό., ηπατική ανεπάρκεια ή κίρρωση του ήπατος.
Επιδράσεις στο Γαστρεντερικό Σύστημα
Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν οξεία παγκρεατίτιδα. Δεν υπάρχει ομοφωνία για το αν τα κορτικοστεροειδή αυτά καθαυτά ευθύνονται για τα πεπτικά έλκη που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ωστόσο, η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα του πεπτικού έλκους, με αποτέλεσμα διάτρηση ή αιμορραγία να μπορούν να προκληθούν χωρίς σημαντικό πόνο. Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή μπορεί να συγκαλύψει την περιτονίτιδα ή άλλα σημεία ή συμπτώματα που σχετίζονται με γαστρεντερικές διαταραχές, όπως είναι η διάτρηση, η απόφραξη ή η παγκρεατίτιδα. Σε συνδυασμό με ΜΣΑΦ, ο κίνδυνος εμφάνισης γαστρεντερικών ελκών είναι αυξημένος. Tα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μη ειδική ελκώδη κολίτιδα, εφ’ όσον υπάρχει πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνος λοίμωξη, εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση, ή ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος. Τα συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών, μπορεί να είναι ελάχιστα ή να μην υπάρχουν.
Μεταβολισμός και Θρέψη
Τα κορτικοστεροειδή, συμπεριλαμβανομένης της μεθυλπρεδνιζολόνης, μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, να επιδεινώσουν τον προϋπάρχοντα διαβήτη και να δημιουργήσουν προδιάθεση για σακχαρώδη διαβήτη σε αυτούς που βρίσκονται σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή.
Ψυχιατρικές Επιδράσεις
Μπορεί να παρουσιαστεί ψυχική απορρύθµιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε κορτικοστεροειδή, που κυµαίνεται από ευφορία, αϋπνία, αλλαγή της ψυχικής διάθεσης, διαταραχές της προσωπικότητας και βαριά κατάθλιψη µέχρι εµφανείς ψυχωσικές εκδηλώσεις. Επίσης, προϋπάρχουσα συγκινησιακή αστάθεια ή τάση προς ψύχωση µπορεί να επιδεινωθούν µε τη χορήγηση κορτικοστεροειδών. Τα συστηματικά στεροειδή μπορεί να προκαλέσουν δυνητικά σοβαρές ψυχιατρικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μέσα σε διάστημα μερικών ημερών ή εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας. Οι περισσότερες αντιδράσεις υποχωρούν είτε μετά τη μείωση της δόσης είτε με τη διακοπή, παρόλο που μπορεί να χρειαστεί ειδική θεραπεία. Έχουν αναφερθεί ψυχολογικές επιδράσεις μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών, η συχνότητά των οποίων είναι άγνωστη. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν θα πρέπει να παροτρύνονται να ζητήσουν ιατρική βοήθεια αν ο ασθενής εμφανίσει ψυχολογικά συμπτώματα, και ιδιαίτερα αν υπάρχει υποψία καταθλιπτικής διάθεσης ή ιδεασμού αυτοκτονίας. Οι ασθενείς και τα άτομα που τους φροντίζουν πρέπει να είναι σε ετοιµότητα για το ενδεχόμενο εµφάνισης ψυχιατρικών διαταραχών είτε κατά τη διάρκεια, είτε αμέσως μετά τη μείωση της δόσης/διακοπή των συστηματικών στεροειδών.
Επιδράσεις στο Νευρικό Σύστημα
Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με επιληπτικές διαταραχές. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια gravis (βλ. επίσης δήλωση για τη μυοπάθεια στην παράγραφο Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστη α). Παρότι ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή είναι αποτελεσματικά στην επιτάχυνση της αντιμετώπισης οξέων εξάρσεων σκλήρυνσης κατά πλάκας, δεν καταδεικνύουν ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν την τελική έκβαση ή τη φυσική πορεία της νόσου. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες καταδεικνύουν ότι απαιτούνται σχετικά υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών για να εμφανιστεί σημαντική επίδραση. Έχουν αναφερθεί σοβαρά ιατρικά συμβάντα που σχετίζονται με ενδορραχιαίες/επισκληρίδιες οδούς χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.8). Υπάρχουν αναφορές επισκληρίδιας λιπωμάτωσης σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή, συνήθως κατά τη μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων.
Καρδιακές Επιδράσεις
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες των γλυκοκορτικοειδών στο καρδιαγγειακό σύστημα, όπως δυσλιπιδαιμία και υπέρταση, μπορεί να προδιαθέσουν τους υπό θεραπεία ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου για πρόσθετες καρδιαγγειακές επιδράσεις, εάν χρησιμοποιούνται υψηλές δόσεις και σχήματα παρατεταμένης διάρκειας. Συνεπώς, τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σύνεση σε αυτούς τους ασθενείς και θα πρέπει να δίνεται προσοχή στη μεταβολή του κινδύνου και την πρόσθετη παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας, εάν χρειαστεί. Η θεραπεία χαμηλής δόσης και η θεραπεία κάθε δεύτερη ημέρα μπορούν να μειώσουν την επίπτωση επιπλοκών από τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Υπάρχουν αναφορές καρδιακών αρρυθμιών και/ή κυκλοφορικής καταπληξίας και/ή καρδιακής ανακοπής μετά την ταχεία χορήγηση μεγάλων ενδοφλέβιων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης (περισσότερα από 0,5 g χορηγούμενα σε περίοδο μικρότερη από 10 λεπτά). Έχει αναφερθεί βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση μεγάλων δόσεων νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να μη σχετίζεται με την ταχύτητα ή τη διάρκεια της έγχυσης. Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιµοποιούνται µε προσοχή και μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο, σε περιπτώσεις συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Αναφορές στη βιβλιογραφία παρουσιάζουν μια προφανή σχέση μεταξύ της χρήσης κορτικοστεροειδών και ρήξης του τοιχώματος της αριστερής κοιλίας, μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι’ αυτόν τον λόγο η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.
Αγγειακές Επιδράσεις
Mε τη χρήση κορτικοστεροειδών έχει αναφερθεί η εκδήλωση θρόμβωσης, συμπεριλαμβανομένης της φλεβικής θρομβοεμβολής. Ως αποτέλεσμα, τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν θρομβοεμβολικές διαταραχές ή μπορεί να παρουσιάζουν προδιάθεση σε θρομβοεμβολικές διαταραχές. Τα στεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπέρταση.
Επιδράσεις στο ήπαρ και τα χοληφόρα
Η επαγόμενη από φάρμακα βλάβη του ήπατος, συμπεριλαμβανομένων της οξείας ηπατίτιδας και της αύξησης των ηπατικών ενζύμων, μπορεί να προκληθεί από κυκλική κατά ώσεις χορήγηση ενδοφλέβιας μεθυλπρεδνιζολόνης (συνήθως σε αρχική δόση ≥ 1 g/ημέρα). Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις ηπατοτοξικότητας. Ο χρόνος έως την εκδήλωση μπορεί να είναι αρκετές εβδομάδες ή και περισσότερο. Στην πλειονότητα των αναφορών περιπτώσεων παρατηρήθηκε υποχώρηση των ανεπιθύμητων συμβάντων μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνεπώς απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση.
Επιδράσεις στο Μυοσκελετικό Σύστημα
Οξεία μυοπάθεια, πιο συχνά εμφανιζόμενη σε ασθενείς με διαταραχές της νευρομυικής διαβίβασης (π.χ., μυασθένεια gravis) ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αντιχολινεργικά φάρμακα, όπως νευρομυικοί αποκλειστές (π.χ., πανκουρόνιο), έχει αναφερθεί με τη χρήση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών. Η οξεία αυτή μυοπάθεια είναι γενικευμένης μορφής, μπορεί να εμπλέκει τους οφθαλμικούς και αναπνευστικούς μύες και μπορεί να οδηγήσει σε τετραπληγία. Ενδέχεται να παρατηρηθούν αυξήσεις της κινάσης της κρεατίνης. Μπορεί να απαιτηθούν εβδομάδες έως χρόνια για την κλινική βελτίωση ή ίαση μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών. Η οστεοπόρωση είναι μία συχνή, αλλά σπάνια αναγνωρίσιμη, ανεπιθύμητη ενέργεια που σχετίζεται με τη μακροχρόνια χορήγηση μεγάλων δόσεων γλυκοκορτικοειδών.
Επιδράσεις στους νεφρούς και στις ουροφόρες οδούς
Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Παρακλινικές Εξετάσεις
Μέτριες και μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης, μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος και αυξημένη αποβολή καλίου. Υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να συμβούν τα φαινόμενα αυτά με τα συνθετικά ανάλογα, εκτός αν χορηγούνται αυτά σε υψηλές δόσεις. Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός της χρήσης του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου. Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.
Κατακράτηση δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν ενδείκνυνται και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία τραυματικών εγκεφαλικών κακώσεων. Μία πολυκεντρική μελέτη ανέδειξε αυξημένη θνησιμότητα στις 2 εβδομάδες και στους 6 μήνες μετά την κάκωση, σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με τη θεραπεία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη.
Άλλες
Εφόσον οι επιπλοκές της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή εξαρτώνται από το μέγεθος της δόσης και τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να αποφασίζεται ξεχωριστά για κάθε περίπτωση, κατόπιν αξιολόγησης της σχέσης κινδύνου- οφέλους, η δόση και η διάρκεια της θεραπείας, δηλ. εάν θα πρέπει να χρησιμοποιείται καθημερινή ή διακοπτόµενη θεραπεία. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δυνατή δόση κορτικοστεροειδών για τον έλεγχο της θεραπευόμενης κατάστασης και όταν είναι δυνατή η μείωση της δόσης, αυτή θα πρέπει να γίνεται σταδιακά. Η ασπιρίνη και οι μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή. Σε σπάνιες περιπτώσεις μείωση ή διακοπή των από του στόματος χορηγουμένων κορτικοστεροειδών μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενες παθήσεις που συνοδεύονται από ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg Strauss) σε ασθενείς με άσθμα. Λιπώδης εμβολή έχει αναφερθεί σαν πιθανή επιπλοκή του υπερκορτιζονισμού. Μετά από συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών, έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυτώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμα μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση του οφέλους έναντι του κινδύνου.
Ηλικιωμένοι
Συνιστάται προσοχή κατά την παρατεταμένη χορήγηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή στους υπερήλικες λόγω της πιθανής αύξησης του κινδύνου για οστεοπόρωση, καθώς και του αυξημένου κινδύνου κατακράτησης υγρών με συνεπακόλουθη υπέρταση.
Χρήση σε Παιδιά
Παιδιά που βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιμώξεις σε σχέση με υγιή παιδιά. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βαρύτερη ή ακόμη και θανατηφόρα πορεία σε παιδιά υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή. Παιδιά ή ενήλικες που δεν έχουν προσβληθεί από τα ανωτέρω νοσήματα, αλλά βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν να εκτίθενται σε ανεμοβλογιά και ιλαρά, και αν τυχόν εκτεθούν σε αυτά τα νοσήματα, να συμβουλεύονται γιατρό. Σε περίπτωση έκθεσης στα νοσήματα αυτά, πιθανόν να ενδείκνυται η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη εναντίον του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρος (VZIG) ή με έτοιμη προς χρήση ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG), ανάλογα με την περίπτωση. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιικά φάρμακα. Η σωµατική ανάπτυξη των βρεφών και των παιδιών που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθείται µε προσοχή. Η καθηµερινή, µακροχρόνια χορήγηση διηρηµένων δόσεων γλυκοκορτικοειδών, μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη στα παιδιά και η χρήση τέτοιου δοσολογικού σχήματος πρέπει να περιορίζεται µόνο στις πλέον επείγουσες ενδείξεις. Με τη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών κάθε δεύτερη ηµέρα συνήθως αποφεύγεται ή ελαχιστοποιείται αυτή η παρενέργεια. Τα βρέφη και τα παιδιά που ακολουθούν παρατεταµένη θεραπεία µε κορτικοστεροειδή διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης. Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσουν παγκρεατίτιδα στα παιδιά.
Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα
Η ενδοφλέβια χορήγηση του συντηρητικού βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετισθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θάνατο σε παιδιατρικούς ασθενείς συμπεριλαμβανομένων των νεογέννητων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από καταστολή κεντρικού νευρικού συστήματος, μεταβολική οξέωση, σπασμωδικές αναπνοές, καρδιαγγειακή ανεπάρκεια και αιματολογικές ανωμαλίες («δυσπνοϊκό σύνδρομο/Gasping Syndrome»). H ελάχιστη ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης, στην οποία ενδέχεται να παρουσιαστεί τοξικότητα, δεν είναι γνωστή. Να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση που είναι απαραίτητο και εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πιθανές εναλλακτικές. Αν χορηγείται σε υψηλές ποσότητες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση). Πρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας. Τα προϊόντα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε πρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννητα εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο. Η 40mg συσκευασία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη περιέχει λακτόζη μονοϋδρική που παράγεται από το αγελαδινό γάλα. Ως εκ τούτου αυτή η συσκευασία αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στο αγελαδινό γάλα ή στα συστατικά του ή σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα επειδή αυτά μπορεί να περιέχουν ίχνη συστατικών του γάλακτος.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η μεθυλπρεδνιζολόνη είναι υπόστρωμα των ενζύμων του κυτοχρώματος P450 (CYP) και µεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 ένζυμο. Το CYP3A4 είναι το κυρίαρχο ένζυμο της μεγαλύτερης υποκατηγορίας του συστήματος CYP στο ήπαρ των ενηλίκων. Καταλύει την 6β-υδροξυλίωση των στεροειδών, το ουσιώδες μεταβολικό στάδιο υποχρεωτικής Φάσης I τόσο για τα ενδογενή όσο και για τα συνθετικά κορτικοστεροειδή. Πολλές άλλες ουσίες είναι επίσης υποστρώματα του CYP3A4, μερικές από τις οποίες (καθώς και άλλα φάρμακα)έχουν καταδείξει ότι μεταβάλουν τον μεταβολισμό των γλυκοκορτικοειδών μέσω επαγωγής (ρύθμισης προς τα άνω) ή αναστολής του CYP3A4 ενζύμου.
ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ CYP3A4 - Τα φάρμακα που αναστέλλουν τη δραστηριότητα του CYP3A4 συνήθως μειώνουν την ηπατική κάθαρση και αυξάνουν τη συγκέντρωση στο πλάσμα των φαρμάκων που είναι υποστρώματα του CYP3A4, όπως η μεθυλπρεδνιζολόνη. Παρουσία ενός CYP3A4 αναστολέα, μπορεί να χρειαστεί να γίνει τιτλοποίηση της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης, προκειμένου να αποφευχθεί η τοξικότητα από στεροειδή.
ΕΠΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ CYP3A4 - Τα φάρμακα που επάγουν τη δραστηριότητα του CYP3A4 συνήθως αυξάνουν την ηπατική κάθαρση, με αποτέλεσμα τη μείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα των φαρμάκων που είναι υποστρώματα του CYP3A4. Η συγχορήγηση μπορεί να απαιτήσει την αύξηση της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ CYP3A4 - Παρουσία ενός άλλου υποστρώματος του CYP3A4, η ηπατική κάθαρση της μεθυλπρεδνιζολόνης μπορεί να επηρεαστεί, με αποτέλεσμα να απαιτούνται αντίστοιχες προσαρµογές της δοσολογίας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο φαρμάκων μεμονωμένα, είναι πιθανότερο να εμφανιστούν με τη συγχορήγησή τους.
ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΕΣΟΛΑΒΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ CYP3A4 - Άλλες αλληλεπιδράσεις και επιδράσεις που εμφανίζονται με τη μεθυλπρεδνιζολόνη περιγράφονται στον Πίνακα 2 παρακάτω.
Πίνακας 2 Σημαντικές αλληλεπιδράσεις/επιδράσεις φαρμάκου ή
ουσίας με τη μεθυλπρεδνιζολόνη
| Κατηγορία ή τύπος
| φαρμάκου | |
|---|---|
| - ΦΑΡΜΑΚΟ ή ΟΥΣΙΑ | |
| Αλληλεπίδραση/Επίδραση | |
| μΑντι ικροβιακό |
- ΔΙΣΟΝΙΑΖΙ Η | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ CYP3A4: Επιπρόσθετα, υπάρχει πιθανή επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στην αύξηση του ρυθμού ακετυλίωσης και την κάθαρση της ισονιαζίδης. | | ,Αντιβιοτικό μαντιφυ ατικό
- ΡΙΦΑΜΠΙΚΙΝΗ | | CYP3A4 ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ ΤΟΥ | | Αντιπηκτικά (από του στόματος) | | Η επίδραση της μεθυλπρεδνιζολόνης στα από του στόματος αντιπηκτικά ποικίλλει. Υπάρχουν αναφορές ενισχυμένων καθώς και μειωμένων επιδράσεων των αντιπηκτικών όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με κορτικοστεροειδή. Επομένως, οι δείκτες πηκτικότητας πρέπει να παρακολουθούνται για τη διατήρηση της επιθυμητής αντιπηκτικής δράσης. | | μΑντισπασ ωδικά
- ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ | | ΕΠΑΓΩΓΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | μΑντισπασ ωδικά
- ΦΑΙΝΟΒΑΡΒΙΤΑΛΗ
- ΦΑΙΝΥΤΟΪΝΗ | | CYP3A4ΕΠΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ | | Αντιχολινεργικά
- ΝΕΥΡΟΜΥΙ ΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ | | Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επηρεάσουν τη δράση των αντιχολινεργικών.
- Έχει αναφερθεί οξεία μυοπάθεια με την ταυτόχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών και αντιχολινεργικών, όπως οι νευρομυικοί αποκλειστές (βλ. παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση, για επιπλέον πληροφορίες).
- Έχει αναφερθεί ανταγωνισμός της δράσης νευροµυικού αποκλεισμού του πανκουρονίου και του βεκουρονίου σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να αναμένεται με όλους τους συναγωνιστικούς νευρομυικούς αποκλειστές. | | Αντιχολινεστερασικά | | Τα στεροειδή μπορεί να μειώσουν τις επιδράσεις των αντιχολινεστερασικών στη μυασθένεια Gravis. | | Αντιδιαβητικά | | Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, ενδέχεται να απαιτηθεί προσαρμογή της δοσολογίας των αντιδιαβητικών παραγόντων. | | μ Αντιε ετικά
- ΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗ
- ΦΟΣΑΠΡΕΠΙΤΑΝΤΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | μΑντι υκητιασικά
- ΙΤΡΑΚΟΝΑΖΟΛΗ
- ΚΕΤΟΚΟΝΑΖΟΛΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | Αντιιικά
- ΑΝΑΣΤΟΛΕIΣ ΤΗΣ HIV ΠΡΩΤΕΑΣΗΣ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ) ΤΟΥ CYP3A4
- Οι αναστολείς πρωτεάσης, όπως η ινδιναβίρη και η ριτοναβίρη, μπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις των κορτικοστεροειδών στο πλάσμα.
- Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επάγουν το μεταβολισμό των αναστολέων της HIV πρωτεάσης, οδηγώντας σε μειωμένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. | | μΑναστολείς αρω ατάσης
- ΔΑΜΙΝΟΓΛΟΥΤΕΘΥΜΙ Η | | Η επαγόμενη από την αμινογλουτεθυμίδη καταστολή των επινεφριδίων μπορεί να επιδεινώσει τις ενδοκρινικές μεταβολές που προκαλούνται από την παρατεταμένη θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή. | | Αναστολέας διαύλου ιόντων ασβεστίου
- ΔΙΛΤΙΑΖΕΜΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4 | | Αντισυλληπτικά (από του στόματος)
- ΑΙΘΙΝΥΛΟΙΣΤΡΑΔΙΟΛΗ/ N Δ ΟΡΑΙΘΙΝ ΡΟΝΗ | | () CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ ΤΟΥ | | - ΧΥΜΟΣ ΓΚΡΕΪΠΦΡΟΥΤ | | CYP3A4 ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ | | Ανοσοκατασταλτικό
- ΚΥΚΛΟΣΠΟΡΙΝΗ | | ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ (και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ) ΤΟΥ CYP3A4
- Προκαλείται αμοιβαία αναστολή του μεταβολισμού κατά την ταυτόχρονη χρήση κυκλοσπορίνης και μεθυλπρεδνιζολόνης, η οποία μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις οποιουδήποτε εκ των δύο ή και των δύο φαρμάκων στο πλάσμα. Συνεπώς, είναι πιθανότερο να εμφανιστούν κατά τη συγχορήγηση οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη μεμονωμένη χορήγηση οποιουδήποτε εκ των δύο φαρμάκων.
- Έχουν αναφερθεί σπασμοί κατά την ταυτόχρονη χρήση μεθυλπρεδνιζολόνης και κυκλοσπορίνης. | | Ανοσοκατασταλτικό
- ΔΚΥΚΛΟΦΩΣΦΑΜΙ Η
- ΤΑΚΡΟΛΙΜΟΥΣ | | CYP3A4ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ | | Μακρολιδικό αντιβιοτικό
- ΚΛΑΡΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
- ΕΡΥΘΡΟΜΥΚΙΝΗ | | () CYP3A4ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ και ΥΠΟΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ | | Μακρολιδικό αντιβιοτικό
- ΔΤΡΟΛΕΑΝ ΟΜΥΚΙΝΗ | | CYP3A4ΑΝΑΣΤΟΛΕΑΣ ΤΟΥ | | ΜΣΑΦ (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα)
- υψηλές δόσεις ΑΣΠΙΡΙΝΗΣ (ακετυλοσαλικυλικό οξύ) | | 1) Μπορεί να εμφανιστεί αυξημένη επίπτωση της γαστρεντερικής αιμορραγίας και της εξέλκωσης όταν τα κορτικοστεροειδή συγχορηγούνται με ΜΣΑΦ.
- Η μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να αυξήσει την κάθαρση της ασπιρίνης σε υψηλές δόσεις, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό. Η διακοπή της θεραπείας με μεθυλπρεδνιζολόνη μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων σαλικυλικών στον ορό, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας από τα σαλικυλικά. | | µ Φάρ ακα προκαλούντα ένδεια καλίου | | Όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται ταυτόχρονα με φάρµακα προκαλούντα ένδεια καλίου (δηλ., διουρητικά), οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την ανάπτυξη υποκαλιαιμίας. Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας με ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών και αμφοτερικίνης B, ξανθένιων ή βήτα-2 αγωνιστών. | | Εμβόλια και ανατοξίνες | | Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή αναστέλλουν την ανοσολογική αντίδραση, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια, που περιέχουν ζωντανούς ή αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς. Επιπρόσθετα, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών που περιέχονται σε αραιωμένα εμβόλια, ενώ δόσεις μεγαλύτερες των φυσιολογικών μπορεί να ε επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με κορτικοστεροειδή οι ασθενείς δεν πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφ’ όσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός σε ασθενή που υποβάλλεται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή, μπορεί να χρειαστεί η εκτέλεση ορολογικών δοκιμασιών προς επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης, καθώς και η επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή ανατοξινών. | | Άλλες αλληλεπιδράσεις | | Με εφεδρίνη μειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών, με το οινόπνευμα ενισχύεται η ελκογόνος δράση τους, ενώ με την ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους, διότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπεργλυκαιμία και απορρυθμίζουν τον σακχαρώδη διαβήτη. | | Ασυμβατότητες | | Για να αποφεύγονται προβλήµατα συµβατότητας και σταθερότητας, συνιστάται η νατριοηλεκτρική µεθυλπρεδνιζολόνη να χορηγείται χωριστά από άλλα φάρµακα που χορηγούνται ενδοφλέβια. Τα φάρμακα που έχουν φυσική ασυμβατότητα με το διάλυμα νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε: νατριούχο αλλοπουρινόλη, υδροχλωρική δοξαπράμη, τιγεκυκλίνη, υδροχλωρική διλτιαζέμη, γλυκονικό ασβέστιο, βρωμιούχο βεκουρόνιο, βρωμιούχο ροκουρόνιο, βεσυλικό σιζατρακούριο, γλυκοπυρολάτη και τη προποφόλη. (Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. παράγραφο 6.2.) |
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Έχουν αναφερθεί οι παρακάτω ανεπιθύμητες αντιδράσεις με τις παρακάτω οδούς χορήγησης οι οποίες αντενδείκνυνται: Ενδορραχιαία/Επισκληρίδια: Αραχνοειδίτιδα, λειτουργική διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος/δυσλειτουργία ουροδόχου κύστης, κεφαλαλγία, μηνιγγίτιδα, παραπάρεση/παραπληγία, σπασμοί, διαταραχές αισθητικότητας.
Πίνακας 3. Πίνακας Ανεπιθύμητων Ενεργειών στο Φάρμακο
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος σύμφωνα με
| MedDRA | |
|---|---|
| Συχνότητα μη γνωστή | |
| (Δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα | |
| δεδομένα) | |
| Λοιμώξεις και | |
| παρασιτώσεις | |
| Ευκαιριακή λοίμωξη, Λοίμωξη, Περιτονίτιδα | |
| Διαταραχές του | |
| αιμοποιητικο | |
| ύ και του | |
| λεμφικού | |
| συστήματος | |
| Λευκοκυττάρωση | |
| Διαταραχές του | |
| ανοσοποιητικ | |
| ού | |
| συστήματος | |
| Υπερευαισθησία στο φάρμακο, Αναφυλακτική | |
| αντίδραση, Αναφυλακτοειδής αντίδραση | |
| Διαταραχές του | |
| ενδοκρινικού | |
| συστήματος | |
| Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing | |
| Υποϋποφυσισμός, Σύνδρομο στέρησης στεροειδών | |
| Διαταραχές του | |
| μεταβολισμού και | |
| της θρέψης | |
| Μεταβολική οξέωση, Επισκληρίδια λιπωμάτωση, Κατακράτηση νατρίου, Κατακράτηση υγρών, Αλκάλωση υποκαλιαιμική, Δυσλιπιδαιμία, Ανοχή | |
| γλυκόζης διαταραγμένη, Αυξημένες ανάγκες σε | |
| ινσουλίνη (ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς | |
| παράγοντες σε διαβητικούς ασθενείς), Λιπωμάτωση, Όρεξη αυξημένη (που μπορεί να οδηγήσει σε | |
| αυξημένο Σωματικό βάρος) | |
| Ψυχιατρικές | |
| διαταραχές | |
| Συναισθηματική διαταραχή (συμπεριλαμβανομένης | |
| Καταθλιπτικής διάθεσης, Ευφορικής | |
| συναισθηματικής διάθεσης, Συναισθηματικής | |
| αστάθειας, Φαρμακευτικής εξάρτησης, Ιδεασμού | |
| αυτοκτονίας), Ψυχωσική διαταραχή | |
| (συμπεριλαμβανομένης Μανίας, Παραληρητικής | |
| ιδέας, Ψευδαίσθησης και Σχιζοφρένειας), Ψυχική | |
| διαταραχή, Μεταβολή προσωπικότητας, Συγχυτική | |
| κατάσταση, Άγχος, Διακυμάνσεις της | |
| συναισθηματικής διάθεσης, Μη φυσιολογική | |
| συμπεριφορά, Αϋπνία, Ευερεθιστότητα | |
| Διαταραχές του | |
| νευρικού | |
| συστήματος | |
| Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη (με Οίδημα της | |
| οπτικής θηλής [Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση]), | |
| Σπασμός, Αμνησία, Νοητική διαταραχή, Ζάλη, Κεφαλαλγία | |
| Οφθαλμικές | |
| διαταραχές | |
| Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, Καταρράκτης, | |
| Γλαύκωμα, Εξόφθαλμος | |
| Διαταραχές του | |
| ωτός και του | |
| λαβυρίνθου | |
| Ίλιγγος | |
| Καρδιακές | |
| διαταραχές | |
| Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (σε ευπαθείς | |
| ασθενείς), Αρρυθμία | |
| Αγγειακές | |
| διαταραχές | |
| Θρομβωτικά συμβάντα, Υπέρταση, Υπόταση | |
| Διαταραχές του | |
| αναπνευστικού | |
| συστήματος, του | |
| θώρακα και του | |
| μεσοθωρακίου | |
| Πνευμονική εμβολή, Λόξυγκας | |
| Διαταραχές του | |
| γαστρεντερικού | |
| Πεπτικό έλκος (με πιθανή Διάτρηση πεπτικού έλκους | |
| και Αιμορραγία πεπτικού έλκους), Διάτρηση του | |
| εντέρου, Γαστρορραγία, Παγκρεατίτιδα, Ελκωτική | |
| οισοφαγίτιδα, Οισοφαγίτιδα, Διάταση της κοιλίας, | |
| Κοιλιακό άλγος, Διάρροια, Δυσπεψία, Ναυτία | |
| Διαταραχές του | |
| ήπατος και των | |
| χοληφόρων | |
| Ηπατίτιδα †, Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (π.χ., | |
| Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, | |
| Aσπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, Aλκαλική | |
| φωσφατάση αίματος αυξημένη) | |
| Διαταραχές του | |
| δέρματος και του | |
| υποδόριου ιστού | |
| Αγγειοοίδημα, Υπερτρίχωση, Πετέχειες, Εκχύμωση, | |
| Ατροφία δέρματος, Ερύθημα, Υπεριδρωσία, Ραγάδες | |
| δέρματος, Εξάνθημα, Κνησμός, Κνίδωση, Ακμή, Υποχρωματισμός δέρματος | |
| Διαταραχές του | |
| μυοσκελετικού | |
| συστήματος και | |
| του συνδετικού | |
| ιστού | |
| Μυική αδυναμία, Μυαλγία, Μυοπάθεια, Μυική | |
| ατροφία, Οστεοπόρωση, Οστεονέκρωση, Παθολογικό | |
| κάταγμα, Νευροπαθητική αρθροπάθεια, Αρθραλγία, Καθυστερημένη ανάπτυξη | |
| Διαταραχές του | |
| αναπαραγωγικού | |
| συστήματος και | |
| του μαστού | |
| Έμμηνος ρύση ακανόνιστη | |
| Γενικές διαταραχές | |
| και καταστάσεις | |
| της οδού χορήγησης | |
| Καθυστερημένη επούλωση, Οίδημα περιφερικό, | |
| Κόπωση, Αίσθημα κακουχίας, Αντίδραση της θέσης | |
| ένεσης | |
| Παρακλινικές | |
| εξετάσεις | |
| Eνδοφθάλμια πίεση αυξημένη, Aνοχή υδατανθράκων | |
| μειωμένη, Kάλιο αίματος μειωμένο, Ασβέστιο ούρων | |
| αυξημένο, Ουρία αίματος αυξημένη, Kαταστολή | |
| αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες* | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και | |
| επιπλοκές | |
| θεραπευτικών | |
| χειρισμών | |
| Συμπιεστικό Kάταγμα σπονδυλικής στήλης, Ρήξη | |
| τένοντα |
*Δ MedDRAεν αποτελεί όρο του † Έχει αναφερθεί ηπατίτιδα με ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.4).
μ μ μ μ Η περιτονίτιδα πορεί να είναι το πρωταρχικό ση είο ή σύ πτω α που μ, παρουσιάζεται σε ία γαστρεντερική διαταραχή όπως είναι η διάτρηση η (4,4)απόφραξη ή η παγκρεατίτιδα βλέπε παράγραφο.
Οι ακόλουθες επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή:
- Σπάνιες περιπτώσεις τύφλωσης μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής
- Αύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματος
- Υποδερματική ή δερματική ατροφία
- Στείρο απόστημα
- Έξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση)
μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθύ ητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω: Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 357 22608649 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs Ιστότοπος: http:// www. eof. gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Κύηση
Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται στη μητέρα σε υψηλές δόσεις, ενδέχεται να προκαλέσουν δυσπλασίες στο έμβρυο. Ωστόσο, τα κορτικοστεροειδή δε φαίνεται να προκαλούν συγγενείς ανωμαλίες όταν χορηγούνται σε έγκυες γυναίκες. Εφόσον δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς μελέτες αναπαραγωγής με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε ανθρώπους, αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου για τη μητέρα και το έμβρυο.
Μερικά κορτικοστεροειδή διαπερνούν εύκολα το φραγμό του πλακούντα. Σε μία αναδρομική μελέτη υπήρξε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης χαμηλού βάρους γέννησης σε βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που λάμβαναν κορτικοστεροειδή. Τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες οι οποίες έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας, παρόλο που σε βρέφη που είχαν εκτεθεί ενδομήτρια σε κορτικοστεροειδή φαίνεται να είναι σπάνια η εμφάνιση νεογνικής φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας.
Δεν υπάρχουν γνωστές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια και τη στιγμή του τοκετού.
Έχουν παρατηρηθεί περιστατικά καταρράκτη σε βρέφη οι μητέρες των οποίων υποβλήθηκαν σε μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοστεροειδή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ.παράγραφο 4.4).
Θηλασμός
Τα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα.
Τα κορτικοστεροειδή που κατανέμονται στο μητρικό γάλα ενδέχεται να καταστείλουν την ανάπτυξη και να παρέμβουν στην ενδογενή παραγωγή γλυκοκορτικοειδών των θηλάζοντων βρεφών. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπε ι ι να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του λόγου οφέλους-κινδύνου για τη μητέρα και το βρέφος.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή, Κωδικός ATC: H02AB04
Tα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατικορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε καταστάσεις έλλειψης ή ανεπάρκειας τους, είτε σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Όλα τα συνθετικά παράγωγα έχουν τις ίδιες βιολογικές ιδιότητες και διαφέρουν μόνο ποσοτικώς ως προς την απόλυτη δοσολογία. Με βάση τη δόση είναι περισσότερο ισχυροί αντιφλεγμονώδεις παράγοντες σε σύγκριση με τα φυσικά κορτικοστεροειδή.
Η μεθυλπρεδνιζολόνη είναι ένα ισχυρό στεροειδές, αντιφλεγμονώδες. Έχει μεγαλύτερη αντιφλεγμονώδη ισχύ και μικρότερη τάση πρόκλησης κατακράτησης νατρίου και ύδατος συγκριτικά με τη πρεδνιζολόνη.
Η νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη έχει τις ίδιες μεταβολικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις με τη μεθυλπρεδνιζολόνη. Οι δύο ουσίες έχουν την ίδια βιολογική δραστικότητα, όταν χορηγούνται παρεντερικά και σε ισογραμμοριακές ποσότητες. Ο λόγος της δραστικότητας της νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης και της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης, όπως υποδεικνύεται από τον αριθμό των ηωσινόφιλων, είναι τουλάχιστον 4:1. Αυτό συμφωνεί με τη σχετική δραστικότητα της μεθυλπρεδνιζολόνης και της υδροκορτιζόνης σε από του στόματος χορήγηση.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SOLU-MEDROL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης είναι γραμμική, ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης.
Απορρόφηση: Η μεθυλπρεδνιζολόνη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη σφαιρίνη και λιγότερο με την αλβουμίνη. Μόνο το ελεύθερο κλάσμα των κορτικοστεροειδών είναι φαρμακολογικά ενεργό ή μεταβολίζεται. Ο μεταβολισμός πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ και σε μικρότερη έκταση στα νεφρά. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα.
Μετά από άπαξ ενδομυική χορήγηση 40 mg νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης σε 14 υγιείς ενήλικες άνδρες εθελοντές, η μέση μέγιστη συγκέντρωση ήταν 454 ng/ml μέσα σε 1 ώρα. Στις 12 ώρες, η συγκέντρωση της μεθυλπρεδνιζολόνης στο πλάσμα μειώθηκε σε 31,9 ng/ml. Μετά από 18 ώρες από τη χορήγηση δεν ανιχνεύτηκε καθόλου μεθυλπρεδνιζολόνη. Επιπρόσθετα, μετά από άπαξ ενδομυική χορήγηση 40 mg σε 22 ενήλικες άνδρες εθελοντές, μέγιστα επίπεδα της μεθυλπρεδνιζολόνης στο πλάσμα της τάξεως των 33,67 μg/100 ml επιτεύχθηκαν 2 ώρες μετά. Η ενδομυική δόση νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, με βάση την περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου- συγκεντρώσεως (που αποτελεί ένδειξη του ολικά απορροφούμενου φαρμάκου)βρέθηκε ισοδύναμη με την ενδοφλέβια δόση του φαρμάκου.
Σύμφωνα με μία μελέτη ο εστέρας της νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης μετατρέπεται ταχύτατα και εκτεταμένα σε ενεργή μεθυλπρεδνιζολόνη ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης. Η απορρόφηση της ελεύθερης μεθυλπρεδνιζολόνης έπειτα από ενδομυική και ενδοφλέβια χορήγηση βρέθηκε να είναι η ίδια, ενώ σε σχέση με τη χορήγηση του πόσιμου διαλύματος και των δισκίων μεθυλπρεδνιζολόνης βρέθηκε σημαντικά υψηλότερη.
Κατανομή: Η μεθυλπρεδνιζολόνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς, διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της είναι περίπου 1,4 L/kg. Η δέσμευση της μεθυλπρεδνιζολόνης στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 77%.
Βιομετασχηματισμός: Στους ανθρώπους, η μεθυλπρεδνιζολόνη µεταβολίζεται σε µη δραστικούς µεταβολίτες στο ήπαρ. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η 20α- υδροξυμεθυλπρεδνιζολόνη και η 20β-υδροξυμεθυλπρεδνιζολόνη.
Ο μεταβολισμός στο ήπαρ γίνεται κυρίως μέσω του CYP3A4. (Για κατάλογο των φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων βάσει του CYP3A4 επαγόμενου μεταβολισμού, βλ. παράγραφο 4.5).
μ, μ CYP3A4, μ Η εθυλπρεδνιζολόνη όπως πολλά υποστρώ ατα του πορεί επίσης να μείνει υπόστρω α ATP- μ μ μ -μ p-για την εξαρτώ ενη δια ε βρανική πρωτεΐνη εταφορέα , μ γλυκοπρωτεΐνη επηρεάζοντας την κατανο ή στους ιστούς και τις μ μ. αλληλεπιδράσεις ε άλλα φάρ ακα
Αποβολή: Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής για την ολική μεθυλπρεδνιζολόνη κυμαίνεται μεταξύ 1,8 και 5,2 ωρών. Η ολική της κάθαρση είναι περίπου 5 έως 6 mL/min/kg.
ΕΟΦ · 6.4.2
Λοιπές θεραπευτικές αγωγές
expand_more
Λοιπές θεραπευτικές αγωγές
Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2)
t6.2.jpg:
H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από χαμηλή αλατοκορτικοειδή, ώστε σε τυχόν μακροχρόνια χορήγηση ή χορήγηση μεγάλων δόσεων να μη γίνεται μεγάλη κατακράτηση άλατος. Έτσι, η υδροκορτιζόνη δεν είναι κατάλληλη για μακροχρόνια χορήγηση ως αντιφλεγμονώδης ουσία και πολύ περισσότερο η φθοριοκορτιζόνη.
H πρεδνιζολόνη είναι η κυριότερη ουσία που χρησιμοποιείται για μακροχρόνια αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ η υδροκορτιζόνη είναι κατάλληλη για θεραπεία υποκαταστάσεως ή σε ενδοφλέβια χορήγηση σε επείγουσες καταστάσεις.
H βηταμεθαζόνη και η δεξαμεθαζόνη έχουν πολύ ασθενή αλατοκορτικοειδή ιδιότητα και χορηγούνται εκεί όπου απαιτούνται μεγάλες δόσεις και είναι ανεπιθύμητη η κατακράτηση υγρών λ.χ. εγκεφαλικό οίδημα. Eπιπλέον ο μακρός χρόνος δράσης τους τα καθιστά κατάλληλα στις περιπτώσεις όπου απαιτείται καταστολή της ACTH όπως στη συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
- Οι κορτικοστεροειδείς δεσμεύονται στον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών, αναστέλλοντας τις προ-φλεγμονώδεις και προωθώντας τις αντι-φλεγμονώδεις σηματοδοσίες.
- Τα κορτικοστεροειδή έχουν ευρύ θεραπευτικό παράθυρο, καθώς οι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν δόσεις πολλαπλάσιες αυτών που παράγει φυσιολογικά ο οργανισμός.
- Οι ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο καταστολής του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων και αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
- Οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις των κορτικοστεροειδών περιλαμβάνουν μειωμένη αγγειοδιαστολή και διαπερατότητα των τριχοειδών, καθώς και μειωμένη μετανάστευση λευκοκυττάρων σε θέσεις φλεγμονής.
- Η δέσμευση των κορτικοστεροειδών στον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών διαμεσολαβεί αλλαγές στην έκφραση γονιδίων που οδηγούν σε πολλαπλές κατάντη επιδράσεις σε διάστημα ωρών έως ημερών.
- Τα γλυκοκορτικοειδή αναστέλλουν την απόπτωση και τη απομάκρυνση των ουδετερόφιλων, αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2, μειώνοντας τη σύνθεση παραγώγων του αραχιδονικού οξέος, αναστέλλουν το NF-Kappa B και άλλους φλεγμονώδεις μεταγραφικούς παράγοντες, και προάγουν αντι-φλεγμονώδη γονίδια όπως η ιντερλευκίνη-10.
- Οι χαμηλότερες δόσεις κορτικοστεροειδών παρέχουν αντι-φλεγμονώδη δράση, ενώ οι υψηλότερες δόσεις είναι ανοσοκατασταλτικές.
- Υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα δεσμεύονται στον υποδοχέα αλατοκορτικοειδών, αυξάνοντας τα επίπεδα νατρίου και μειώνοντας τα επίπεδα καλίου.
Τα γλυκοκορτικοειδή είναι ικανά να καταστέλλουν τη φλεγμονώδη διαδικασία μέσω πολλαπλών οδών. Αλληλεπιδρούν με ειδικές ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες υποδοχείς σε ιστούς-στόχους για να τροποποιήσουν την έκφραση κορτικοστεροειδών-αποκρινόμενων γονιδίων. Οι γλυκοκορτικοειδώς-ειδικοί υποδοχείς στον κυτταροπλασματικό χώρο δεσμεύονται με στεροειδείς συνδέτες για να σχηματίσουν συμπλέγματα ορμόνης-υποδοχέα που τελικά μετατοπίζονται στον πυρήνα του κυττάρου. Εκεί, αυτά τα συμπλέγματα δεσμεύονται σε συγκεκριμένες αλληλουχίες DNA και τροποποιούν την έκφρασή τους. Τα συμπλέγματα μπορεί να προκαλέσουν τη μεταγραφή mRNA οδηγώντας στη σύνθεση νέων πρωτεϊνών. Τέτοιες πρωτεΐνες περιλαμβάνουν τη λιποκορτίνη, μια πρωτεΐνη γνωστή για την αναστολή της PLA2a και κατά συνέπεια την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών, λευκοτριενίων και PAF. Τα γλυκοκορτικοειδή επίσης αναστέλλουν την παραγωγή άλλων μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων μεταβολιτών του ΑΑ όπως η COX, κυτοκίνες, οι ιντερλευκίνες, μόρια κυτταρικής προσκόλλησης και ένζυμα όπως η κολλαγενάση. /Γλυκοκορτικοειδή/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Η από του στόματος χορηγούμενη μεθυλπρεδνιζολόνη έχει βιοδιαθεσιμότητα 89,9% σε σχέση με τη μεθυλπρεδνιζολόνη ακετατική χορηγούμενη από του στόματος, ενώ η μεθυλπρεδνιζολόνη χορηγούμενη ενδοορθικά έχει βιοδιαθεσιμότητα 14,2%.
- Η ενδοϋαλοειδική μεθυλπρεδνιζολόνη έχει Tmax 2,5 ώρες.
- Περίπου το 1/10 μιας δόσης μεθυλπρεδνιζολόνης από το στόμα ή ενδοφλεβίως φτάνει στο υαλοειδές χορίου.
- Περαιτέρω δεδομένα σχετικά με την απορρόφηση της μεθυλπρεδνιζολόνης δεν είναι άμεσα διαθέσιμα.
Η μεθυλπρεδνιζολόνη και οι μεταβολίτες της έχουν συλλεχθεί στα ούρα σε ανθρώπους. Μια μελέτη σε σκύλους έδειξε 25-31% αποβολή στα ούρα και 44-52% αποβολή στα κόπρανα.
Ο μέσος όγκος κατανομής της μεθυλπρεδνιζολόνης είναι 1,38 L/kg.
Η μέση κάθαρση πλάσματος της μεθυλπρεδνιζολόνης είναι 336 mL/h/kg.
ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΕ ΜΕΛΕΤΗ ΜΟΝΗΣ ΔΟΣΗΣ ΣΕ 12 ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΑΡΡΕΝΕΣ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ. ΜΕΣΗ ΒΙΟΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ 89,9%, ΥΠΟΔΗΛΩΝΟΝΤΑΣ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΣΤΕΡΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΚΟΟΛΗ. ΜΕΣΗ ΣΤΑΘΕΡΑ ΡΥΘΜΟΥ ΑΠΟΒΟΛΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΕΣΤΕΡΑ & ΑΛΚ 0,290 H-1, ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙΖΩΗΣ 2,39 ΩΡΕΣ.
Η φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης (MP) μελετήθηκε σε πέντε φυσιολογικά άτομα μετά από ενδοφλέβιες δόσεις 20, 40 και 80 mg μεθυλπρεδνιζολόνης νατριούχου ηλεκτρικού και από του στόματος δόση 20 mg μεθυλπρεδνιζολόνης σε 4 δισκία των 5 mg. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος MP και MPSS μετρήθηκαν τόσο με high performance thin layer (h.p.t.l.c.) όσο και με high pressure liquid chromatography (h.p.l.c.).
- Οι μέσες τιμές (+/- s.d.) του χρόνου ημιζωής, ο μέσος χρόνος κατανομής (MRT), η συστημική κάθαρση (CL) και ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση (Vss) της MP μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ήταν 1,93 +/- 0,35 ώρες, 3,50 +/- 1,01 ώρες, 0,45 +/- 0,12 Lh-1 kg-1 και 1,5 +/- 0,63 L kg-1, αντίστοιχα. Δεν υπήρχε ένδειξη δοσοεξαρτώμενων αλλαγών σε αυτές τις τιμές. Οι καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου πλάσματος της MP ήταν αλληλεπικαλυπτόμενες όταν κανονικοποιήθηκαν ως προς τη δόση.
- Η βιοδιαθεσιμότητα της μεθυλπρεδνιζολόνης από το δισκίο των 20 mg ήταν 0,82 +/- 0,11 (s.d.).
- Η in vivo υδρόλυση της MPSS ήταν ταχεία με χρόνο ημιζωής 4,14 +/- 1,62 (s.d.) λεπτά, και ήταν ανεξάρτητη από τη δόση. Αντιθέτως, η in vitro υδρόλυση σε πλάσμα, ολικό αίμα και ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν αργή, με τη διαδικασία να συνεχίζεται για περισσότερο από 7 ημέρες. Το φθοριούχο νάτριο δεν εμπόδισε την υδρόλυση της MPSS.
Η μεθυλπρεδνιζολόνη υψηλής δόσης χρησιμοποιείται για τη θεραπεία οξείας κάκωσης νωτιαίου μυελού (ASCI). Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να προσδιοριστούν οι φαρμακοκινητικές του προ-φαρμάκου μεθυλπρεδνιζολόνη ημισουκινικό και της μεθυλπρεδνιζολόνης σε θύματα ατυχημάτων με ASCI. Οι ασθενείς (n = 26) αντιμετωπίστηκαν με εφάπαξ ενδοφλέβια δόση φόρτισης 30 mg/kg MPHS εντός 2 ωρών μετά τον τραυματισμό και αυτό ακολούθησε χορήγηση συντήρησης 5,4 mg/kg/h για έως 24 ώρες. Συλλέχθηκαν δείγματα αίματος, CSF και σάλιου έως 48 ώρες μετά την αρχική δόση και αναλύθηκαν με HPLC. Τα δεδομένα συγκέντρωσης-χρόνου των MPHS και μεθυλπρεδνιζολόνης αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής με το λογισμικό NONMEM.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η μεθυλπρεδνιζολόνη ημισουκινικό και η μεθυλπρεδνιζολόνη μπορούσαν να ανιχνευθούν στο πλάσμα και το CSF. Η μεθυλπρεδνιζολόνη, αλλά όχι η μεθυλπρεδνιζολόνη ημισουκινικό, βρέθηκε στο σάλιο. Παρατηρήθηκε υψηλή μεταβλητότητα στα επίπεδα της μεθυλπρεδνιζολόνης ημισουκινικού στο CSF. Οι φαρμακοκινητικές του προ-φαρμάκου και του μεταβολίτη περιγράφηκαν επαρκώς από ένα δισκομερικό μοντέλο με εκθετικά μοντέλα κατανομής που ανατέθηκαν στη μεταβλητότητα μεταξύ ατόμων και την υπολειμματική μεταβλητότητα.
Σε σταθερή κατάσταση, η μέση μετρούμενη συγκέντρωση μεθυλπρεδνιζολόνης στο πλάσμα ήταν 12,3+/-7,0 μg/ml και 1,74+/-0,85 μg/ml στο CSF. Τα επίπεδα της μεθυλπρεδνιζολόνης στο CSF μπορούσαν να μοντελοποιηθούν ως μέρος του περιφερικού διαμερίσματος. Αυτή η μελέτη έδειξε ότι οι συγκεντρώσεις της μεθυλπρεδνιζολόνης στο CSF ήταν επαρκώς υψηλές μετά από IV χορήγηση και αντικατόπτριζαν τις συγκεντρώσεις του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα. Τα επίπεδα της μεθυλπρεδνιζολόνης στο σάλιο ήταν περίπου 32% του επιπέδου στο πλάσμα και μπορεί να χρησιμεύουν ως εύκολα προσβάσιμη σωματική υγρό για την παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου.
Το φθοριούχο νάτριο (6-8 mg/ml) αναστέλλει την υδρόλυση της μεθυλπρεδνιζολόνης ακετατικής σε μεθυλπρεδνιζολόνη. Παρουσιάζεται μια μέθοδος HPLC για ταυτόχρονο προσδιορισμό υδροκορτιζόνης, μεθυλπρεδνιζολόνης και μεθυλπρεδνιζολόνης ακετατικής στο πλάσμα. Ανάλυση δειγμάτων πλάσματος (που περιέχουν NaF) για μεθυλπρεδνιζολόνη ακετατική δεν δείχνει σημαντική αλλαγή στη συγκέντρωση κατά τη διάρκεια παρατεταμένων περιόδων αποθήκευσης στους -20 °C.
Η in vitro υδρόλυση της μεθυλπρεδνιζολόνης ακετατικής στους 37 °C σε ανθρώπινο ολικό αίμα είναι ταχεία (μέσος t1/2 = 19 λεπτά).
Σε μία γάτα, οι βιοδιαθεσιμότητες της μεθυλπρεδνιζολόνης ακετατικής χορηγούμενης ενδοορθικά ήταν 13% και της μεθυλπρεδνιζολόνης (αλκοόλης) χορηγούμενης ενδοορθικά ήταν 26%, σε σχέση με ενδοφλέβια χορήγηση μεθυλπρεδνιζολόνης. Στην ίδια γάτα, οι βιοδιαθεσιμότητες της μεθυλπρεδνιζολόνης ακετατικής χορηγούμενης από του στόματος ήταν 93% και της μεθυλπρεδνιζολόνης ήταν 82%, σε σχέση με ενδοφλέβια χορήγηση μεθυλπρεδνιζολόνης.
Όλα τα δείγματα που συλλέχθηκαν μετά από χορήγηση από του στόματος μεθυλπρεδνιζολόνης ακετατικής σε ανθρώπινο άτομο περιείχαν μόνο μεθυλπρεδνιζολόνη (αλκοόλη), υποδεικνύοντας υδρόλυση του φαρμάκου κατά την απορρόφηση μέσω της γαστρεντερικής μεμβράνης ή/και στο ήπαρ. Εάν ο εστέρας είχε τον ίδιο χρόνο ημιζωής στο αίμα in vivo όπως μετρήθηκε in vitro, θα ήταν ανιχνεύσιμος στο πλάσμα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη METHYLPREDNISOLONE (σύνολο 7), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η μεθυλπρεδνιζολόνη είναι 76,8% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες στο πλάσμα και δεν δεσμεύεται σημαντικά στην κορτικοστεροειδή-δεσμευτική πρωτεΐνη. Η μεθυλπρεδνιζολόνη δεσμεύεται στην ανθρώπινη αλβουμίνη ορού στο πλάσμα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της μεθυλπρεδνιζολόνης θεωρείται ότι διαμεσολαβείται κυρίως από τις 11β-υδροξυστεροειδείς δεϋδρογενάσες και τις 20-κετοστεροειδείς αναγωγάσες.
ΜΕΤΑΒ. ΤΟΥ 6ΑLPHA-METHYLPREDNISOLONE NA SUCCINATE ΣΕ ΑΡΟΥΡΑΙΟΥΣ. ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ; 6ΑLPHA-METHYLPREDNISOLONE, 6ΑLPHA-METHYL-11BETA,17ΑLPHA,20BETA- TRIHYDROXY-1,4-PREGNADIEN-3-ONE,21-OIC ACID, & 6ΑLPHA-METHYL-11BETA,17ΑLPHA,20,21-TETRAHYDROXY-1,4-PREGNADIEN-3-ONE 21-SUCCINATE.
Η πρεδνιζόνη, η πρεδνιζολόνη και η μεθυλπρεδνιζολόνη χορηγούνται επί του παρόντος σε συσχέτιση με κυκλοσπορίνη Α στη μετεγχειρητική θεραπεία ασθενών σε μεταμόσχευση. Στόχος αυτής της εργασίας ήταν να αξιολογηθούν οι επιδράσεις αυτών των κορτικοστεροειδών στην έκφραση διαφόρων μορφών κυτοχρωμάτων p450, συμπεριλαμβανομένων των p450 1A2, 2D6, 2E1 και 3A, και στη δραστηριότητα οξείδωσης της κυκλοσπορίνης Α σε ανθρώπινο ήπαρ. Για το σκοπό αυτό, ανθρώπινα ηπατοκύτταρα που απομονώθηκαν από λοβεκτομές διατηρήθηκαν σε καλλιέργεια σε μέσο χωρίς ορό, σε πιάτα επικαλυμμένα με κολλαγόνο, για 96-144 ώρες, απουσία ή παρουσία 50-100 uM κορτικοστεροειδών, ριφαμπικίνης ή δεξαμεθαζόνης. Για να προσομοιωθεί πιο στενά το τρέχον κλινικό πρωτόκολλο, οι καλλιέργειες ηπατοκυττάρων αντιμετωπίστηκαν επίσης συνδυαστικά με κορτικοστεροειδή και κυκλοσπορίνη Α ή κετοκοναζόλη (ένας εκλεκτικός αναστολέας των κυτοχρωμάτων p450 3A).
Η δραστηριότητα οξείδωσης της κυκλοσπορίνης Α, η ενδοκυτταρική κατακράτηση οξειδωμένων μεταβολιτών της κυκλοσπορίνης Α εντός των ηπατοκυττάρων, η συσσώρευση πρωτεϊνών κυτοχρωμάτων p450 και των αντίστοιχων μηνυμάτων, και η de novo σύνθεση και οι χρόνοι ημιζωής αυτών των κυτοχρωμάτων p450 μετρήθηκαν παράλληλα σε αυτές τις καλλιέργειες.
Τα αποτελέσματά μας, που ελήφθησαν από επτά διαφορετικές καλλιέργειες ηπατοκυττάρων, έδειξαν ότι:
- η δεξαμεθαζόνη και η πρεδνιζόνη, αλλά όχι η πρεδνιζολόνη ή η μεθυλπρεδνιζολόνη, ήταν επαγωγείς του κυτοχρώματος p450 3A, σε επίπεδο συσσώρευσης πρωτεΐνης και mRNA, καθώς και δραστηριότητας οξείδωσης της κυκλοσπορίνης Α, η οποία είναι γνωστό ότι καταλύεται κυρίως από αυτά τα κυτοχρώματα p450.
- αν και τα κορτικοστεροειδή είναι γνωστό ότι μεταβολίζονται στο ανθρώπινο ήπαρ, ιδιαίτερα από το κυτόχρωμα p450 3A, η μερική ή ολική αναστολή αυτού του κυτοχρώματος p450 από κυκλοσπορίνη ή κετοκοναζόλη, αντίστοιχα, δεν επηρέασε την επαγωγική αποτελεσματικότητα αυτών των μορίων.
- τα κορτικοστεροειδή δεν επηρέασαν τον χρόνο ημιζωής του κυτοχρώματος p450 3A ή τη συσσώρευση άλλων μορφών κυτοχρωμάτων p450, συμπεριλαμβανομένων των 1A2, 2D6 και 2E1.
- η χρόνια θεραπεία των κυττάρων με κυκλοσπορίνη δεν επηρέασε τη συσσώρευση του κυτοχρώματος p450 3A.
- όλα τα κορτικοστεροειδή ήταν ανταγωνιστικοί αναστολείς της οξείδωσης της κυκλοσπορίνης Α σε μικροσώματα ανθρώπινου ήπατος, με τιμές Ki 61 +/- 12, 125 +/- 25, 190 +/- 38 και 210 +/- 42 uM για δεξαμεθαζόνη, πρεδνιζολόνη, πρεδνιζόνη και μεθυλπρεδνιζολόνη, αντίστοιχα.
- η χρόνια θεραπεία των κυττάρων με κορτικοστεροειδή δεν επηρέασε την απέκκριση οξειδωμένων μεταβολιτών της κυκλοσπορίνης από τα κύτταρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Η μεθυλπρεδνιζολόνη έχει χρόνο ημιζωής 2,3 ώρες.
Ο IV ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΟΥ 80 ΛΕΠΤΑ ΣΕ ΣΚΥΛΟΥΣ.
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙΖΩΗΣ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ 3-4 ΩΡΕΣ.
ΜΕΛΕΤΗ ΜΟΝΗΣ ΔΟΣΗΣ ΣΕ 12 ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΑΡΡΕΝΕΣ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ. ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΙΖΩΗΣ 2,39 ΩΡΕΣ.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση του ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση της ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και διαθέτουν έντονη αντι-φλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού στον τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
- Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν μέσω διαφόρων μηχανισμών, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που προκαλείται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
X4W7ZR7023
METHYLPREDNISOLONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κορτικοστεροειδές
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμόνης Κορτικοστεροειδούς
Η μεθυλπρεδνιζολόνη είναι ένα Κορτικοστεροειδές. Ο μηχανισμός δράσης της μεθυλπρεδνιζολόνης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέων Ορμόνης Κορτικοστεροειδούς.
METHYLPREDNISOLONE
Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμόνης Κορτικοστεροειδούς [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση του ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση της ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και διαθέτουν έντονη αντι-φλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού στον τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
- Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν μέσω διαφόρων μηχανισμών, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που προκαλείται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-moderate H02AB04Τελική ειλεΐτιδα — μέτρια προσβολήL1, μέτρια έξαρσηΔοσολογία: 32–48 mg/ημέρα → μείωση 4 mg/εβδομάδα · Σταδιακή απόσυρση
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Β3 H02AB04Βαριά προσβολή (ανεξαρτήτως έκτασης) — εισαγωγή στο νοσοκομείο