Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09BX03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

RAMIPRIL, AMLODIPINE + HYDROCHLOROTHIAZIDE(ραμιπριλ, αμλοδιπινε ανδ χυδροκχλοροτχιαζιδε)

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: Ραμιπριλάτη: 13-17 ώρες (για δόσεις 5-10 mg), μεγαλύτερος για χαμηλότερες δόσεις. Αμλοδιπίνη: 35-50 ώρες. Υδροχλωροθειαζίδη: 6-25 ώρες (αλλά 6-15 ώρες στην τελική φάση αποβολής).

2.1 ημέρες ΠΧΠ (SPC)
Οδός χορήγησης oral Μορφή caps Σκευάσματα σε κυκλοφορία 1 Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

10.4 ημέρες arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του RAMI-AMLO PLUS και καλύπτουν 4 από 4 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. θεραπεία της υπέρτασης

    σε: ασθενείς οι οποίοι ελέγχονται επαρκώς με τα μεμονωμένα συστατικά, χορηγούμενα ταυτόχρονα στο ίδιο επίπεδο δόσης όπως στον συνδυασμό, αλλά ως ξεχωριστά δισκία

    • I10 Ιδιοπαθής υπέρταση

Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ Πηγή: ΠΧΠ του RAMI-AMLO PLUS
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
μία φορά τη μέρα, την ίδια ώρα της ημέρας, με ή χωρίς λήψη τροφής
Τιτλοποίηση:
Η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα με ξεχωριστή τιτλοποίηση των δόσεων των επιμέρους συστατικών.
  • Ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικά
    Συνιστάται προσοχή. Η νεφρική λειτουργία και το επίπεδο του ορού σε κάλιο πρέπει να παρακολουθούνται.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται, γιατί η ποσότητα της ραμιπρίλης ξεπερνά την μέγιστη επιτρεπόμενη δόση γι’ αυτή την περίπτωση.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    ΔόσηΗ δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα με ξεχωριστή τιτλοποίηση των δόσεων των επιμέρους συστατικών.
    Η ημερήσια δόση θα πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης. Η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου του ορού θα πρέπει να παρακολουθούνται. Σε περίπτωση επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, η χορήγηση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide θα πρέπει να διακόπτεται και τα συστατικά του θα πρέπει να δίνονται σε επαρκώς προσαρμοσμένες δόσεις.
  • Ασθενείς σε αιμοκάθαρση
    Δόση5 mg/10 mg/25 mg
    Μέγ. δόση5 mg/10 mg/25 mg
    Η χορήγηση θα πρέπει να γίνει λίγες ώρες μετά την αιμοκάθαρση.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Μέγ. δόση10 mg/10 mg/25 mg
    Απαιτείται προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της συχνότερης παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης, ειδικά στη μέγιστη δόση, λόγω της μεγαλύτερης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα σε πολύ ηλικιωμένους και ευπαθείς ασθενείς.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)
    Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του προϊόντος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην αμλοδιπίνη ή άλλους διυδροπυριδινικούς ΑΔΑ (αναστολείς διαύλων ασβεστίου), στη ραμιπρίλη ή άλλο αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικό Ένζυμου της Αγγειοτενσίνης), στην υδροχλωροθειαζίδη ή σε άλλα θειαζιδικά διουρητικά, στις σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς ΜΕΑ ή ανταγωνιστές υποδοχέα αγγειοτενσίνης ΙΙ (AIIRAs).
  • Καταπληξία (συμπεριλαμβανομένης καρδιογενούς καταπληξίας).
  • 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
  • Εξωσωματικές θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
  • Σημαντική αμφίπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε έναν και μόνο λειτουργικό νεφρό.
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min)
  • Ασθενείς με υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις.
  • Σε ασθενείς με αιμοδυναμικά ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
  • Ανουρία.
  • Παρεμπόδιση της οδού εκροής της αριστερής κοιλίας (π.χ. υψηλού βαθμού στένωση της αορτής).
  • Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία sacubitril/valsartan. H ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril / valsartan
  • Η συγχορήγηση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide με προϊόντα που περιέχουν αλισκερίνη, αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1.73 m2)
  • Ηπατική δυσλειτουργία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Άλατα λιθίου
    αντένδειξη
    Η απέκκριση του λιθίου μπορεί να μειωθεί, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η τοξικότητά του.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται. Προσεκτική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό.
  • Μεμβράνες υψηλής ροής σε αιμοδιύλιση ή αιμοδιήθηση (π.χ. πολυακρυλονιτρίλιο)
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων.
    ΣύστασηΕάν απαιτείται τέτοια θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση ενός διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοδιύλισης ή κάποιου αντιυπερτασικού παράγοντα διαφορετικής κατηγορίας.
  • Σακουμπιτρίλη, Βαλσαρτάνη
    αντένδειξη
    Αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΗ θεραπεία με ραμιπρίλη δεν θα πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να περάσουν 36 ώρες από την τελευταία λήψη δόσης σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης. Η σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να λαμβάνεται μέχρι να περάσουν 36 ώρες από την τελευταία δόση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide.
  • Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτ
    προσοχή
    Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης μπορεί να αυξηθεί, με αποτέλεσμα την αύξηση των επιπτώσεων της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η χορήγηση αμλοδιπίνης με γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), ακετυλοσαλικυλικό οξύ
    προσοχή
    Μείωση της αντιϋπερτασικής δράσης της ραμιπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης. Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και υπερκαλιαιμίας.
  • Άλατα καλίου, ηπαρίνη, διουρητικά που κατακρατούν κάλιο, άλλες δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (π.χ. ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ, τριμεθοπρίμη, σε σταθερή δόση συνδυασμό με σουλφαμεθοξαζόλη, τακρόλιμους, κυκλοσπορίνη)
    προσοχή
    Μπορεί να εμφανιστεί υπερκαλιαιμία.
    ΣύστασηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά) και άλλες ουσίες που μπορεί να μειώσουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νιτρικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνης, αλφουζοσίνης, δοξαζοσίνης, πραζοσίνης, ταμσουλοσίνης, τεραζοσίνης)
    προσοχή
    Ενίσχυση του κινδύνου υπότασης.
  • Αγγειοσυσταλτικά συμπαθητικομιμητικά, άλλες ουσίες (π.χ. ισοπροτερενόλη, δοβουταμίνη, ντοπαμίνη, επινεφρίνη)
    προσοχή
    Μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση της ραμιπρίλης.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
  • Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά, άλλες ουσίες που πιθανόν μεταβάλλουν τον αριθμό των κυττάρων του αίματος
    προσοχή
    Αυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης (με ραμιπρίλη)
    προσοχή
    Μπορεί να εμφανιστούν υπογλυκαιμικές αντιδράσεις.
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
  • Αναστολείς mTOR (π.χ. temsirolimus, everolimus, sirolimus) ή αναστολείς DPP-IV (βιλνταγλιπτίνη)
    προσοχή
    Πιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας.
  • Αναστολείς νεπριλυσίνης (NEΠ) (π.χ. ρασεκαδοτρίλη)
    προσοχή
    Πιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
  • Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά αζόλια, μακρολίδια όπως ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη)
    προσοχή
    Μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη.
    ΣύστασηΜπορεί να απαιτείται κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δοσολογίας, ιδίως σε ηλικιωμένους.
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, υπερικό/βαλσαμόχορτο)
    προσοχή
    Η συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλλει.
    ΣύστασηΗ αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται και να λαμβάνεται υπόψη η ρύθμιση της δόσης τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4.
  • Δαντρολένιο (έγχυση)
    προσοχή
    Κίνδυνος εμφάνισης υπερκαλιαιμίας, θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιογενής καταπληξία.
    ΣύστασηΣυνιστάται η αποφυγή συγχορήγησης σε ασθενείς ευαίσθητους στην κακοήγη υπερθερμία και στη διαχείριση της κακοήθους υπερθερμίας.
  • προσοχή
    77% αύξηση της έκθεσης σε σιμβαστατίνη.
    ΣύστασηΠεριορίστε τη δόση σιμβαστατίνης στα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς με αμλοδιπίνη.
  • Κυκλοσπορίνη (με αμλοδιπίνη)
    παρακολούθηση
    Παρατηρήθηκε μεταβλητή μέγιστη συγκέντρωση κυκλοσπορίνης (κατά μέσο όρο 0% - 40%) σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού.
    ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης των επιπέδων κυκλοσπορίνης σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού στην αμλοδιπίνη, ενώ θα πρέπει να γίνονται μειώσεις της δόσης κυκλοσπορίνης ανάλογα με τις ανάγκες.
  • προσοχή
    Κίνδυνος αυξημένων επιπέδων Tacrolimus στο αίμα.
    ΣύστασηΑπαιτείται παρακολούθηση των επιπέδων του στο αίμα και παρακολούθηση της δοσολογίας του, όταν κρίνεται απαραίτητο.
  • Αναστολείς mTOR (sirolimus, temsirolimus, everolimus)
    προσοχή
    Η αμλοδιπίνη μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε mTOR αναστολείς.
  • Φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υποκαλιαιμία (π.χ. καλιουρητικά διουρητικά, διεγερτικά καθαρτικά, γλυκοκορτικοειδή, τετρακοζακτίδη, αμφοτερικίνη Β (ενδοφλεβίως))
    προσοχή
    Υποκαλιαιμία, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (torsades de pointes) και αυξημένη τοξικότητα συγκεκριμένων φαρμάκων (π.χ. διγοξίνη).
  • Φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπονατριαιμία (π.χ. δεσμοπρεσσίνη, αντικαταθλιπτικά που εμποδίζουν την επαναπρόσληψη σεροτονίνης, καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαμαζεπίνη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης υπονατριαιμίας.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και ακετυλοσαλικυλικό οξύ (με υδροχλωροθειαζίδη)
    προσοχή
    Οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι και/ή αφυδατωμένα άτομα) και μείωση της αντιυπερτασικής δράσης.
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας στην αρχή της θεραπείας, καθώς και επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης (με υδροχλωροθειαζίδη)
    προσοχή
    Μπορεί να προκύψουν αντιδράσεις υπεργλυκαιμίας. Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να μειώσει το αποτέλεσμα των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
    ΣύστασηΣυνιστάται πολύ στενή παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος στην αρχική φάση της συγχορήγησης.
  • Από στόματος αντιπηκτικά (με υδροχλωροθειαζίδη)
    προσοχή
    Η αποτελεσματικότητα των αντιπηκτικών μπορεί να μειωθεί.
  • Δραστικές ουσίες που παρατείνουν το διάστημα QT και αντιαρρυθμικά, πιθανόν να προκαλέσουν torsade de pointes
    προσοχή
    Η προαρρυθμική τους τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων των Torsade de Points, μπορεί να αυξηθεί ή η αντιαρρυθμική τους δράση να μειωθεί με την παρουσία διαταραχών των ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία).
    ΣύστασηΠαρακολουθήστε το κάλιο του ορού πριν και διεξάγετε κλινική, ηλεκτρολυτική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.
  • Δακτυλίτιδα
    προσοχή
    Η υποκαλιαιμία προάγει τις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας.
    ΣύστασηΔιορθώστε τυχόν υποκαλιαιμία εκ των προτέρων και πραγματοποιήστε κλινική, ηλεκτρολυτική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.
  • Διουρητικά που συγκρατούν το κάλιο (μόνα ή σε συνδυασμό)
    προσοχή
    Μπορεί να εμφανιστεί υποκαλιαιμία ή υπερκαλιαιμία (ιδιαίτερα σε νεφρική ανεπάρκεια και διαβήτη).
    ΣύστασηΕλέγξτε το κάλιο του ορού, εκτελέστε ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εάν χρειάζεται, επανεξετάστε τη θεραπεία.
  • Άλατα ασβεστίου και φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το ασβέστιο του ορού
    προσοχή
    Αύξηση της συγκέντρωσης ασβεστίου του ορού σε συνδυασμό με μειωμένη αποβολή ασβεστίου στα ούρα.
    ΣύστασηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση του ασβεστίου του ορού.
  • Φάρμακα που προκαλούν ορθοστατική υπόταση (π.χ. νιτρικά, αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5, α-αποκλειστές, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά φαινοθειαζίνες, αγωνιστές ντοπαμίνης, λεβοντόπα, βακλοφένη, αμιφοστίνη)
    προσοχή
    Ορθοστατική υπόταση.
  • Κίνδυνος εμφάνισης συμπτωματικής υπονατριαιμίας λόγω αθροιστικής δράσης με την υδροχλωροθειαζίδη.
    ΣύστασηΚλινική και βιολογική παρακολούθηση.
  • Συμπλοκοποιητές χολικού οξέος (π.χ. Χολεστυραμίνη)
    προσοχή
    Μειώνουν τη γαστρεντερική απορρόφηση των θειαζιδικών διουρητικών.
    ΣύστασηΧορήγηση της θειαζίδης 2-4 ώρες πριν ή 6 ώρες μετά τον απομονωτή χολής. Διατηρήστε μια συνεπή ακολουθία χορήγησης. Παρακολουθήστε την αρτηριακή πίεση και αυξήστε τη δόση της θειαζίδης, εάν είναι απαραίτητο.
  • Σκιαγραφικά που περιέχουν ιώδιο
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης οξείας νεφρικής δυσλειτουργίας σε περίπτωση αφυδάτωσης.
    ΣύστασηΕπανενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
  • Κυκλοσπορίνη (με υδροχλωροθειαζίδη)
    προσοχή
    Κίνδυνος αύξησης της κρεατινιναιμίας, εμφάνισης υπερουριναιμίας και αρθρίτιδας.
  • Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) ή ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs)
    προσοχή
    Κίνδυνος αιφνίδιας αρτηριακής υπότασης και/ή οξείας νεφρικής ανεπάρκειας κατά την έναρξη ή την αύξηση της δόσης.
    ΣύστασηΕίτε διακόψτε το διουρητικό πριν ξεκινήσετε τη θεραπεία με τον ανταγωνιστή της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή ΜΕΑ, είτε χορηγήστε αρχικά μειωμένες δόσεις και αυξήστε σταδιακά. Παρακολουθήστε τη νεφρική λειτουργία.
  • ARBs, αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός του RAAS)
    αντένδειξη
    Υψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
  • Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
  • Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Λευκοπενία
  • Ανεπάρκεια μυελού των οστών
  • Ακοκκιοκυττάρωση
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Απλαστική αναιμία
  • Πανκυτταροπενία
Διαταραχές του Αιμοποιητικού και του Λεμφικού Συστήματος
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή ακοκκιοκυττάρωσης)
  • Θρομβοκυτοπενία (μερικές φορές με πορφύρα)
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
  • Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Αντίδραση υπερευαισθησίας
Διαταραχές του Ανοσοποιητικού Συστήματος
  • Νεκρωτική αγγειοπάθεια
Διαταραχές του Ενδοκρινικού Συστήματος
  • Σύνδρομο ακατάλληλης έκκρισης των αντιδιουρητικών ορμονών (SIADH)
Μεταβολισμός
  • Αυξημένο κάλιο αίματος
  • Ανορεξία
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπερλιπιδαιμία
  • Υπερουριχαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Απώλεια όρεξης
  • Αύξηση σωματικού βάρους
  • Μείωση σωματικού βάρους
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Γλυκοζουρία
  • Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
  • Επιδείνωση πρωτεϊνουρίας
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Διαταραχή ούρησης
  • Νυκτουρία
  • Διάμεση νεφρίτιδα
  • Διαταραχή νεφρικής λειτουργίας
Διαταραχές του Μεταβολισμού και της Θρέψης
  • Επιδείνωση του μεταβολικού διαβήτη
  • Υποχλωριαιμική αλκάλωση
  • Μειωμένο νάτριο του αίματος
Ψυχιατρικές
  • Καταθλιπτική διάθεση
  • Άγχος
  • Νευρικότητα
  • Ανησυχία
  • Κατάσταση σύγχυσης
  • Αϋπνία
  • Κατάθλιψη
  • Σύγχυση
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Διαταραχή του ύπνου συμπεριλαμβανομένης της υπνηλίας
  • Εναλλαγές της διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Ίλιγγος
  • Παραισθησία
  • Αγευσία
  • Δυσγευσία
  • Τρόμος
  • Διαταραχή ισορροπίας
  • Συγκοπή
  • Υποαισθησία
  • Υπερτονία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Εξωπυραμιδική διαταραχή
  • Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
  • Παροσμία
Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
  • Υπνηλία (ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας)
  • Εγκεφαλική ισχαιμία συμπεριλαμβανομένου του ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και του παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου
Γενικές
  • Αίσθημα καύσου
  • Περιφερικό οίδημα
  • Οίδημα
  • Θωρακικό άλγος
  • Κόπωση
  • Εξασθένιση
  • Πυρεξία
  • Πόνος
  • Δυσφορία
  • Ασθένεια
  • Πυρετός
Οφθαλμικές
  • Οπτικές διαταραχές
  • Διπλωπία
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Αποκόλληση χοριοειδούς
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Διαταραχές της όρασης συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης
  • Οξεία μυωπία
  • Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Δυσλειτουργία ακοής
Αυτί
  • Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
  • Ισχαιμία του μυοκαρδίου συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή του εμφράγματος του μυοκαρδίου
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Αίσθημα παλμών
  • Βραδυκαρδία
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
  • Κολπική μαρμαρυγή
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Έξαψη
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Αγγειίτιδα
Αγγειακές διαταραχές
  • Μειωμένη ορθοστατική πίεση του αίματος
  • Αγγειακή στένωση
  • Υποαιμάτωση
  • Φαινόμενο του Raynaud
Δέρμα
  • Δερματική αγγειίτιδα
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Υπεριδρωσία
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Κνίδωση
  • Ονυχόλυση
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Πεμφιγοειδές εξάνθημα
  • Λειχηνοειδές εξάνθημα
  • Ενάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Πορφύρα
  • Δυσχρωματισμός δέρματος
  • Αυξημένη εφίδρωση
Αναπνευστικό
  • Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
  • Ιγμορίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Ρινική συμφόρηση
  • Βήχας
  • Ρινίτιδα
  • Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
Λοιμώξεις
  • Βρογχίτιδα
Διαταραχές του Αναπνευστικού Συστήματος, του Θώρακα και του Μεσοθωρακίου
  • Βρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης του άσθματος
  • Αναπνευστική δυσφορία (συμπεριλαμβανομένης πνευμονίτιδας και πνευμονικού οιδήματος)
Γαστρεντερικό
  • Φλεγμονή του γαστρεντερικού
  • Διαταραχές πέψης
  • Κοιλιακή δυσφορία
  • Δυσπεψία
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηροστομία
  • Γλωσσίτιδα
  • Κοιλιακοί σπασμοί
  • Υπερπλασία ούλων
  • Αφθώδης στοματίτιδα
Διαταραχές του Γαστρεντερικού Συστήματος
  • Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν αναφερθεί εξαιρετικά σπάνια με τους αναστολείς του ΜΕΑ)
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας συμπεριλαμβανομένης της γαστρίτιδας
  • Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου (συμπεριλαμβανομένων της διάρροιας και της δυσκοιλιότητας)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
Ήπαρ
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Ηπατοκυτταρική βλάβη
  • Ίκτερος
  • Ηπατίτιδα
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
  • Ενδοηπατική χολόσταση
Διαταραχές του Ήπατος και των Χοληφόρων
  • Χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (θανατηφόρος έκβαση έχει υπάρξει σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις)
Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
  • Αγγειοοίδημα (πολύ σπάνια)
  • Η παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση.
  • Πεμφίγος
  • Επιδεινωμένη ψωρίαση
  • Ψωριασική δερματίτιδα
  • Οίδημα Quincke
  • Αντίδραση τύπου ερυθηματώδους λύκου
  • Ενεργοποίηση ερυθηματώδους λύκου
  • Νεκρωτική και τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
  • Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου)
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκές κράμπες
  • Οσφυαλγία
Διαταραχές του Μυοσκελετικού Συστήματος και του Συνδετικού Ιστού
  • Οίδημα σφυρών
Διαταραχές των Νεφρών και των Ουροφόρων Οδών
  • Νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας
  • Αυξημένη συχνότητα διούρησης
Αναπαραγωγικό
  • Ανικανότητα
  • Παροδική ανικανότητα στύσης
  • Γυναικομαστία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Η χρήση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Η χρήση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης.
    Για τη ραμιπρίλη, ένας μικρός κίνδυνος τερατογένεσης κατά το πρώτο τρίμηνο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, προκαλεί εμβρυοτοξικότητα και νεογνική τοξικότητα. Για την αμλοδιπίνη, η ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί και συνιστάται χρήση μόνο αν δεν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική. Για την υδροχλωροθειαζίδη, τα δεδομένα είναι περιορισμένα κατά το πρώτο τρίμηνο. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, πιθανόν να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία, αναπτυξιακή καθυστέρηση, ίκτερο, ηλεκτρολυτικές ανισορροπίες. Αντενδείκνυται σε οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία.
  • Γαλουχία
    Το Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
    Η ραμιπρίλη και η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα, με πιθανές επιδράσεις στο θηλάζον νήπιο. Οι θειαζίδες έχουν συσχετιστεί με μείωση ή αναστολή της γαλουχίας. Η αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, με την επίδραση στα βρέφη να είναι άγνωστη. Η απόφαση διακοπής/συνέχισης θηλασμού ή θεραπείας πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος.
  • Γονιμότητα
    Για την αμλοδιπίνη, αναφέρθηκαν αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων σε ορισμένους ασθενείς και ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα αρσενικών σε μελέτη σε αρουραίους. Για την υδροχλωροθειαζίδη, δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση στη γονιμότητα στους ανθρώπους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή
  • σημαντική υπόταση
  • καταπληξία
  • βραδυκαρδία
  • διαταραχές ηλεκτρολυτών
  • νεφρική ανεπάρκεια
  • έντονη περιφερική αγγειοδιαστολή
  • αντανακλαστική ταχυκαρδία
  • περιφερική υπόταση
  • μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα
  • οξεία κατακράτηση ούρων
  • μείωση ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υποχλωριαιμία, υπονατριαιμία)
  • αφυδάτωση
  • ναυτία
  • υπνηλία
  • μυϊκοί σπασμοί
  • αρρυθμία
Αντιμετώπιση
Συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τον χρόνο κατάποσης και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Μπορεί να είναι χρήσιμη η πλύση στομάχου και η πρωτογενής αποτοξίνωση με προσροφητικά (ενεργός άνθρακας για αμλοδιπίνη εντός 2 ωρών). Για κλινικά σημαντική υπόταση απαιτείται ενεργή καρδιαγγειακή υποστήριξη (παρακολούθηση καρδιακής/αναπνευστικής λειτουργίας, ανύψωση άκρων, προσοχή σε όγκο υγρών και παραγωγή ούρων). Μπορεί να εξεταστεί η χορήγηση α1-αδρενεργικών αγωνιστών (νορεπινεφρίνη, ντοπαμίνη) ή αγγειοτενσίνης ΙΙ, και αγγειοσυσταλτικών. Το ενδοφλεβίως χορηγούμενο γλυκονικό ασβέστιο μπορεί να είναι ευεργετικό στην αναστροφή των επιδράσεων του αποκλεισμού των διαύλων ασβεστίου. Αποκατάσταση ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών, με σταδιακή διόρθωση της υπονατριαιμίας.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Συμπτώματα από τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, όπως η ζάλη, μπορεί να εξασθενήσουν την ικανότητα συγκέντρωσης και αντίδρασης, αποτελώντας κίνδυνο για χειρισμό οχήματος ή μηχανήματος. Αυτό μπορεί να εμφανιστεί στην αρχή της θεραπείας ή με αλλαγή αγωγής. Μετά την πρώτη δόση ή αυξήσεις δόσης, δε συνιστάται η οδήγηση και ο χειρισμός μηχανών για αρκετές ώρες.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης

Μηχανισμός δράσης της ραμιπρίλης Η ραμιπριλάτη, ο δραστικός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλη, αναστέλλει το ένζυμο διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάση Ι (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτενσίνης – ΜΕΑ). Το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτενσίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτενσίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή. Επειδή η αγγειοτασίνη ΙΙ διεγείρει επίσης την απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης.

Μηχανισμός δράσης της αμλοδιπίνης Η αμλοδιπίνη είναι ένας αναστολέας της εισόδου των ιόντων ασβεστίου της ομάδας της διυδροπυριδίνης (αναστολέας των βραδέων διαύλων ασβεστίου ή ανταγωνιστής των ιόντων ασβεστίου) και αναστέλλει την δια μέσου της κυτταρικής μεμβράνης είσοδο ιόντων ασβεστίου προς το εσωτερικό των καρδιακών κυττάρων και των λείων μυϊκών ινών. Ο μηχανισμός της αντιϋπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται σε άμεση επίδραση στη χαλάρωση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων. Μειώνει το ολικό ισχαιμικό φορτίο διαστέλλοντας τα περιφερικά αρτηρίδια (μείωση μεταφορτίου) και τους κύριους κλάδους των στεφανιαίων αρτηριών και των στεφανιαίων αρτηριολίων, αυξάνοντας τη διανομή οξυγόνου στο μυοκάρδιο.

Μηχανισμός δράσης της υδροχλωροθειαζίδης Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα βενζοθειαζιδικό διουρητικό που δρα κυρίως στο περιφερικό σωληνάριο του νεφρού, αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση του νατρίου και του χλωρίου στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια. Η αυξημένη νεφρική αποβολή αυτών των ιόντων συνοδεύεται από αυξημένη αποβολή ούρων. Η αναστολή της επαναρρόφησης NaCl οδηγεί επίσης σε έμμεση διέγερση της επαναρρόφησης Ca2+. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας μειώνεται η νεφρική αποβολή ασβεστίου. Οι πιθανοί μηχανισμοί της αντιυπερτασικής δράσης της περιλαμβάνουν την τροποποίηση του ισοζυγίου του νατρίου, τη μείωση του εξωκυττάριου όγκου ύδατος και πλάσματος, την αλλαγή στην αντίσταση των νεφρικών αγγείων, καθώς και τη μειωμένη ανταπόκριση στη νορεπινεφρίνη και την αγγειοτενσίνη II.

Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα

Αντιυπερτασικές ιδιότητες (Ραμιπρίλη) Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης εμφανίζεται 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση, με μέγιστη δράση 3-6 ώρες και παραμονή για 24 ώρες. Το μέγιστο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα συνεχούς αγωγής είναι ορατό μετά από 3-4 εβδομάδες. Ξαφνική διακοπή δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.

Αντιυπερτασικές ιδιότητες (Αμλοδιπίνη) Σε ασθενείς με υπέρταση η άπαξ ημερήσια δόση εξασφαλίζει κλινικά σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου. Λόγω της βραδείας έναρξης της δράσης του φαρμάκου, δεν παρατηρείται απότομη υπόταση. Η αμλοδιπίνη δεν έχει συσχετισθεί με οποιαδήποτε ανεπιθύμητη μεταβολική επίδραση ή μεταβολές στα λιπίδια του ορού και είναι κατάλληλη για χρήση σε ασθενείς με άσθμα, διαβήτη και ουρική αρθρίτιδα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις (Υδροχλωροθειαζίδη) Η έναρξη της διούρησης εμφανίζεται περίπου 2 ώρες μετά τη λήψη, με μέγιστη δράση στις 4 ώρες και παραμονή για 6-12 ώρες. Η έναρξη του αντιυπερτασικού αποτελέσματος εμφανίζεται μετά από 3-4 ημέρες και μπορεί να διαρκέσει έως και μία εβδομάδα μετά τη διακοπή. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα είναι δοσοεξαρτώμενο σε δόσεις από 12,5 mg/ημέρα έως 50-75 mg/ημέρα. Εάν ξεπεραστεί κάποια συγκεκριμένη δόση, το θεραπευτικό αποτέλεσμα παραμένει αμετάβλητο, ενώ οι ανεπιθύμητες ενέργειες αυξάνονται. Σε ασθενείς με νεφρογενή σακχαρώδη διαβήτη, η υδροχλωροθειαζίδη μειώνει την παραγωγή ούρων και αυξάνει την ωσμοτικότητα των ούρων. Δεν είναι αποτελεσματική σε ασθενείς με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min).

Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (Υδροχλωροθειαζίδη) Βάσει επιδημιολογικών μελετών, έχει παρατηρηθεί συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος, εξαρτώμενη από την αθροιστική δόση. Παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου, καθώς και για τον καρκίνο των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Ραμιπρίλη

Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε μία ώρα. Η έκταση της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ύπαρξη τροφής. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από του στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες. Η κατάσταση ισορροπίας των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης επιτυγχάνεται περίπου στην τέταρτη ημέρα της αγωγής.

Κατανομή Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.

Μεταβολισμός Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη ραμιπριλάτη και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, το δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.

Απέκκριση Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Η συγκέντρωση ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνεται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού με το ΜΕΑ και του βραδέως διαχωρισμού της από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις πλάσματος. Μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, ο «αποτελεσματικός» χρόνος ημιζωής για τις συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης ήταν 13 έως 17 ώρες για τις δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Η νεφρική απέκκριση της ραμιπριλάτης είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και η απέκκριση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα που μειώνονται πιο αργά από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη καθυστέρησε λόγω μειωμένης δράσης των ηπατικών εστερασών και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα αυξήθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από αυτές που εμφανίζονται σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.

Γαλουχία Μία εφάπαξ από στόματος δόση 10 mg ραμιπρίλης επέφερε επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της που δεν εντοπίζονταν στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.

Αμλοδιπίνη

Απορρόφηση, κατανομή, δέσμευση από τις πρωτεΐνες του πλάσματος Μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων από το στόμα, η αμλοδιπίνη απορροφάται καλώς και δημιουργούνται μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου μεταξύ 6-12 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπολογίστηκε ότι κυμαίνεται μεταξύ 64 και 80%. Ο όγκος κατανομής του φαρμάκου είναι περίπου 21 l/Kg. Μελέτες in vitro απέδειξαν ότι περίπου 97,5% της κυκλοφορούσης αμλοδιπίνης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.

Βιομεταβολισμός/αποβολή Η τελική ημιπερίοδος ζωής της αποβολής από το πλάσμα είναι περίπου 35-50 ώρες. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο ποσοστό στο ήπαρ, μετατρεπόμενη σε αδρανείς μεταβολίτες και αποβάλλεται στα ούρα σε ποσοστό 10% υπό αναλλοίωτη μορφή και 60% υπό μορφή μεταβολιτών.

Χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της αμλοδιπίνης, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής της AUC κατά περίπου 40-60%.

Χρήση σε Ηλικιωμένους Ο χρόνος επιτεύξεως των μέγιστων συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών. Η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειωθεί με αποτέλεσμα την αύξηση της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) και του τελικού χρόνου ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου στους υπερήλικες ασθενείς. Η αύξηση της AUC και της ημιπεριόδου ζωής της αποβολής του φαρμάκου σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ήταν αναμενόμενη για την υπό μελέτη ηλικιακή ομάδα ασθενών.

Υδροχλωροθειαζίδη

Απορρόφηση Μετά από μια από στόματος δόση υδροχλωροθειαζίδης, η απορρόφηση είναι ταχεία (Tmax περίπου 2 ώρες). Η αύξηση της μέσης AUC είναι γραμμική και ανάλογη της δόσης στο θεραπευτικό εύρος. Η επίδραση της τροφής στην απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης έχει ελάχιστη κλινική σημασία. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωροθειαζίδης είναι 70% μετά από χορήγηση από το στόμα. Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης διαταράσσεται. Η συνεχόμενη χορήγηση δε μεταβάλλει τον μεταβολισμό της υδροχλωροθειαζίδης.

Κατανομή Η υδροχλωροθειαζίδη συσσωρεύεται στα ερυθροκύτταρα. Έχει αναφερθεί δέσμευση πρωτεΐνης πλάσματος περίπου 40-70%, και ένας φαινόμενος όγκος κατανομής υπολογίζεται σε 4-8 L/kg. Ο χρόνος ημιζωής ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό από το ένα άτομο στο άλλο: είναι μεταξύ 6 και 25 ωρών.

Μεταβολισμός Η υδροχλωροθειαζίδη υφίσταται αμελητέο ηπατικό μεταβολισμό και δεν έχει αποδειχθεί ότι επάγει ή αναστέλλει οποιαδήποτε ισοένζυμα του CYP450.

Αποβολή Η υδροχλωροθειαζίδη αποβάλλεται από το πλάσμα κυρίως ως αναλλοίωτη, με χρόνο ημιζωής περίπου 6 έως 15 ώρες στην τελική φάση αποβολής. Σε 72 ώρες, το 60 έως 80% μιας μεμονωμένης δόσης από το στόμα αποβάλλεται στα ούρα, 95% αναλλοίωτη. Σε νεφρική και καρδιακή ανεπάρκεια, η κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης από τους νεφρούς μειώνεται και αυξάνεται η ημιζωή διάθεσης. Το ίδιο ισχύει και για τους ηλικιωμένους, με περαιτέρω αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα.

Ηπατική Ανεπάρκεια Δεν έχουν σημειωθεί σχετικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης σε κίρρωση του ήπατος. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ηπατικό κώμα ή προκώμα. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή σε ασθενείς με προοδευτική ηπατική ασθένεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης

Μηχανισμός δράσης Μηχανισμός δράσης της ραμιπρίλης Η ραμιπριλάτη, ο δραστικός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλη, αναστέλλει το ένζυμο διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάση Ι (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτενσίνης – ΜΕΑ). Το ένζυμο αυτό καταλύει τη…

Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης Μηχανισμός δράσης της ραμιπρίλης Η ραμιπριλάτη, ο δραστικός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλη, αναστέλλει το ένζυμο διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάση Ι (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτενσίνης – ΜΕΑ). Το ένζυμο αυτό καταλύει τη…

Φαρμακοκινητική

Ραμιπρίλη Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε μία ώρα. Η έκταση της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την…