Σκευάσματα και τιμές RAMI-AMLO PLUS
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10+10+25 / CAP | 9.21 € | |
| 10+5+25 / CAP | 8.16 € | |
| 5+5+12.5 / CAP | 7.57 € | |
| 5+5+25 / CAP | 7.57 € |
RAMI-AMLO PLUS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
θεραπεία της υπέρτασης
σε: ασθενείς οι οποίοι ελέγχονται επαρκώς με τα μεμονωμένα συστατικά, χορηγούμενα ταυτόχρονα στο ίδιο επίπεδο δόσης όπως στον συνδυασμό, αλλά ως ξεχωριστά δισκία
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά τη μέρα, την ίδια ώρα της ημέρας, με ή χωρίς λήψη τροφής
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα με ξεχωριστή τιτλοποίηση των δόσεων των επιμέρους συστατικών.
-
Ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικάΣυνιστάται προσοχή. Η νεφρική λειτουργία και το επίπεδο του ορού σε κάλιο πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, γιατί η ποσότητα της ραμιπρίλης ξεπερνά την μέγιστη επιτρεπόμενη δόση γι’ αυτή την περίπτωση.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΗ δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται εξατομικευμένα με ξεχωριστή τιτλοποίηση των δόσεων των επιμέρους συστατικών.Η ημερήσια δόση θα πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση κρεατινίνης. Η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου του ορού θα πρέπει να παρακολουθούνται. Σε περίπτωση επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, η χορήγηση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide θα πρέπει να διακόπτεται και τα συστατικά του θα πρέπει να δίνονται σε επαρκώς προσαρμοσμένες δόσεις.
-
Ασθενείς σε αιμοκάθαρσηΔόση5 mg/10 mg/25 mgΜέγ. δόση5 mg/10 mg/25 mgΗ χορήγηση θα πρέπει να γίνει λίγες ώρες μετά την αιμοκάθαρση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΜέγ. δόση10 mg/10 mg/25 mgΑπαιτείται προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της συχνότερης παρακολούθησης της αρτηριακής πίεσης, ειδικά στη μέγιστη δόση, λόγω της μεγαλύτερης πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα σε πολύ ηλικιωμένους και ευπαθείς ασθενείς.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του προϊόντος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αμλοδιπίνη ή άλλους διυδροπυριδινικούς ΑΔΑ (αναστολείς διαύλων ασβεστίου), στη ραμιπρίλη ή άλλο αναστολέα του ΜΕΑ (Μετατρεπτικό Ένζυμου της Αγγειοτενσίνης), στην υδροχλωροθειαζίδη ή σε άλλα θειαζιδικά διουρητικά, στις σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος (κληρονομικό, ιδιοπαθές ή λόγω προηγούμενου αγγειοοιδήματος με αναστολείς ΜΕΑ ή ανταγωνιστές υποδοχέα αγγειοτενσίνης ΙΙ (AIIRAs).
-
Καταπληξία (συμπεριλαμβανομένης καρδιογενούς καταπληξίας).
-
2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης
-
Εξωσωματικές θεραπείες που οδηγούν σε επαφή του αίματος με αρνητικά φορτισμένες επιφάνειες
-
Σημαντική αμφίπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση της νεφρικής αρτηρίας σε έναν και μόνο λειτουργικό νεφρό.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min)
-
Ασθενείς με υποτασικές ή αιμοδυναμικά ασταθείς καταστάσεις.
-
Σε ασθενείς με αιμοδυναμικά ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
-
Ανουρία.
-
Παρεμπόδιση της οδού εκροής της αριστερής κοιλίας (π.χ. υψηλού βαθμού στένωση της αορτής).
-
Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία sacubitril/valsartan. H ραμιπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril / valsartan
-
Η συγχορήγηση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide με προϊόντα που περιέχουν αλισκερίνη, αντενδείκνυται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1.73 m2)
-
Ηπατική δυσλειτουργία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλατα λιθίουαντένδειξηΗ απέκκριση του λιθίου μπορεί να μειωθεί, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η τοξικότητά του.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Προσεκτική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό.
-
Μεμβράνες υψηλής ροής σε αιμοδιύλιση ή αιμοδιήθηση (π.χ. πολυακρυλονιτρίλιο)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος σοβαρών αναφυλακτοειδών αντιδράσεων.ΣύστασηΕάν απαιτείται τέτοια θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί η χρήση ενός διαφορετικού τύπου μεμβράνης αιμοδιύλισης ή κάποιου αντιυπερτασικού παράγοντα διαφορετικής κατηγορίας.
-
Σακουμπιτρίλη, ΒαλσαρτάνηαντένδειξηΑυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος.ΣύστασηΗ θεραπεία με ραμιπρίλη δεν θα πρέπει να ξεκινήσει μέχρι να περάσουν 36 ώρες από την τελευταία λήψη δόσης σακουμπιτρίλης/βαλσαρτάνης. Η σακουμπιτρίλη/βαλσαρτάνη δεν πρέπει να λαμβάνεται μέχρι να περάσουν 36 ώρες από την τελευταία δόση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide.
-
Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΗ βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης μπορεί να αυξηθεί, με αποτέλεσμα την αύξηση των επιπτώσεων της μείωσης της αρτηριακής πίεσης.ΣύστασηΔεν συνιστάται η χορήγηση αμλοδιπίνης με γκρέιπφρουτ ή χυμό γκρέιπφρουτ.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), ακετυλοσαλικυλικό οξύπροσοχήΜείωση της αντιϋπερτασικής δράσης της ραμιπρίλης και υδροχλωροθειαζίδης. Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και υπερκαλιαιμίας.
-
Άλατα καλίου, ηπαρίνη, διουρητικά που κατακρατούν κάλιο, άλλες δραστικές ουσίες που αυξάνουν το κάλιο του πλάσματος (π.χ. ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ, τριμεθοπρίμη, σε σταθερή δόση συνδυασμό με σουλφαμεθοξαζόλη, τακρόλιμους, κυκλοσπορίνη)προσοχήΜπορεί να εμφανιστεί υπερκαλιαιμία.ΣύστασηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. διουρητικά) και άλλες ουσίες που μπορεί να μειώσουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νιτρικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναισθητικά, οξεία λήψη οινοπνευματωδών, βακλοφαίνης, αλφουζοσίνης, δοξαζοσίνης, πραζοσίνης, ταμσουλοσίνης, τεραζοσίνης)προσοχήΕνίσχυση του κινδύνου υπότασης.
-
Αγγειοσυσταλτικά συμπαθητικομιμητικά, άλλες ουσίες (π.χ. ισοπροτερενόλη, δοβουταμίνη, ντοπαμίνη, επινεφρίνη)προσοχήΜπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση της ραμιπρίλης.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αλλοπουρινόλη, ανοσοκατασταλτικά, κορτικοστεροειδή, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικά, άλλες ουσίες που πιθανόν μεταβάλλουν τον αριθμό των κυττάρων του αίματοςπροσοχήΑυξημένη πιθανότητα αιματολογικών αντιδράσεων.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης (με ραμιπρίλη)προσοχήΜπορεί να εμφανιστούν υπογλυκαιμικές αντιδράσεις.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος.
-
προσοχήΠιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Αναστολείς νεπριλυσίνης (NEΠ) (π.χ. ρασεκαδοτρίλη)προσοχήΠιθανός αυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά αζόλια, μακρολίδια όπως ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη)προσοχήΜπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη.ΣύστασηΜπορεί να απαιτείται κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δοσολογίας, ιδίως σε ηλικιωμένους.
-
Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, υπερικό/βαλσαμόχορτο)προσοχήΗ συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμα μπορεί να ποικίλλει.ΣύστασηΗ αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται και να λαμβάνεται υπόψη η ρύθμιση της δόσης τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4.
-
Δαντρολένιο (έγχυση)προσοχήΚίνδυνος εμφάνισης υπερκαλιαιμίας, θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιογενής καταπληξία.ΣύστασηΣυνιστάται η αποφυγή συγχορήγησης σε ασθενείς ευαίσθητους στην κακοήγη υπερθερμία και στη διαχείριση της κακοήθους υπερθερμίας.
-
προσοχή77% αύξηση της έκθεσης σε σιμβαστατίνη.ΣύστασηΠεριορίστε τη δόση σιμβαστατίνης στα 20 mg ημερησίως σε ασθενείς με αμλοδιπίνη.
-
Κυκλοσπορίνη (με αμλοδιπίνη)παρακολούθησηΠαρατηρήθηκε μεταβλητή μέγιστη συγκέντρωση κυκλοσπορίνης (κατά μέσο όρο 0% - 40%) σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού.ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης των επιπέδων κυκλοσπορίνης σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού στην αμλοδιπίνη, ενώ θα πρέπει να γίνονται μειώσεις της δόσης κυκλοσπορίνης ανάλογα με τις ανάγκες.
-
προσοχήΚίνδυνος αυξημένων επιπέδων Tacrolimus στο αίμα.ΣύστασηΑπαιτείται παρακολούθηση των επιπέδων του στο αίμα και παρακολούθηση της δοσολογίας του, όταν κρίνεται απαραίτητο.
-
προσοχήΗ αμλοδιπίνη μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε mTOR αναστολείς.
-
Φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υποκαλιαιμία (π.χ. καλιουρητικά διουρητικά, διεγερτικά καθαρτικά, γλυκοκορτικοειδή, τετρακοζακτίδη, αμφοτερικίνη Β (ενδοφλεβίως))προσοχήΥποκαλιαιμία, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (torsades de pointes) και αυξημένη τοξικότητα συγκεκριμένων φαρμάκων (π.χ. διγοξίνη).
-
Φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπονατριαιμία (π.χ. δεσμοπρεσσίνη, αντικαταθλιπτικά που εμποδίζουν την επαναπρόσληψη σεροτονίνης, καρβαμαζεπίνη, οξκαρβαμαζεπίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης υπονατριαιμίας.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα και ακετυλοσαλικυλικό οξύ (με υδροχλωροθειαζίδη)προσοχήΟξεία νεφρική ανεπάρκεια σε ασθενείς σε κίνδυνο (ηλικιωμένοι και/ή αφυδατωμένα άτομα) και μείωση της αντιυπερτασικής δράσης.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας στην αρχή της θεραπείας, καθώς και επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της ινσουλίνης (με υδροχλωροθειαζίδη)προσοχήΜπορεί να προκύψουν αντιδράσεις υπεργλυκαιμίας. Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να μειώσει το αποτέλεσμα των αντιδιαβητικών φαρμάκων.ΣύστασηΣυνιστάται πολύ στενή παρακολούθηση της γλυκόζης του αίματος στην αρχική φάση της συγχορήγησης.
-
Από στόματος αντιπηκτικά (με υδροχλωροθειαζίδη)προσοχήΗ αποτελεσματικότητα των αντιπηκτικών μπορεί να μειωθεί.
-
Δραστικές ουσίες που παρατείνουν το διάστημα QT και αντιαρρυθμικά, πιθανόν να προκαλέσουν torsade de pointesπροσοχήΗ προαρρυθμική τους τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων των Torsade de Points, μπορεί να αυξηθεί ή η αντιαρρυθμική τους δράση να μειωθεί με την παρουσία διαταραχών των ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία).ΣύστασηΠαρακολουθήστε το κάλιο του ορού πριν και διεξάγετε κλινική, ηλεκτρολυτική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.
-
ΔακτυλίτιδαπροσοχήΗ υποκαλιαιμία προάγει τις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας.ΣύστασηΔιορθώστε τυχόν υποκαλιαιμία εκ των προτέρων και πραγματοποιήστε κλινική, ηλεκτρολυτική και ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.
-
Διουρητικά που συγκρατούν το κάλιο (μόνα ή σε συνδυασμό)προσοχήΜπορεί να εμφανιστεί υποκαλιαιμία ή υπερκαλιαιμία (ιδιαίτερα σε νεφρική ανεπάρκεια και διαβήτη).ΣύστασηΕλέγξτε το κάλιο του ορού, εκτελέστε ηλεκτροκαρδιογράφημα και, εάν χρειάζεται, επανεξετάστε τη θεραπεία.
-
Άλατα ασβεστίου και φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν το ασβέστιο του ορούπροσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης ασβεστίου του ορού σε συνδυασμό με μειωμένη αποβολή ασβεστίου στα ούρα.ΣύστασηΑπαιτείται στενή παρακολούθηση του ασβεστίου του ορού.
-
Φάρμακα που προκαλούν ορθοστατική υπόταση (π.χ. νιτρικά, αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5, α-αποκλειστές, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά φαινοθειαζίνες, αγωνιστές ντοπαμίνης, λεβοντόπα, βακλοφένη, αμιφοστίνη)προσοχήΟρθοστατική υπόταση.
-
προσοχήΚίνδυνος εμφάνισης συμπτωματικής υπονατριαιμίας λόγω αθροιστικής δράσης με την υδροχλωροθειαζίδη.ΣύστασηΚλινική και βιολογική παρακολούθηση.
-
Συμπλοκοποιητές χολικού οξέος (π.χ. Χολεστυραμίνη)προσοχήΜειώνουν τη γαστρεντερική απορρόφηση των θειαζιδικών διουρητικών.ΣύστασηΧορήγηση της θειαζίδης 2-4 ώρες πριν ή 6 ώρες μετά τον απομονωτή χολής. Διατηρήστε μια συνεπή ακολουθία χορήγησης. Παρακολουθήστε την αρτηριακή πίεση και αυξήστε τη δόση της θειαζίδης, εάν είναι απαραίτητο.
-
Σκιαγραφικά που περιέχουν ιώδιοπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης οξείας νεφρικής δυσλειτουργίας σε περίπτωση αφυδάτωσης.ΣύστασηΕπανενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
-
Κυκλοσπορίνη (με υδροχλωροθειαζίδη)προσοχήΚίνδυνος αύξησης της κρεατινιναιμίας, εμφάνισης υπερουριναιμίας και αρθρίτιδας.
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) ή ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs)προσοχήΚίνδυνος αιφνίδιας αρτηριακής υπότασης και/ή οξείας νεφρικής ανεπάρκειας κατά την έναρξη ή την αύξηση της δόσης.ΣύστασηΕίτε διακόψτε το διουρητικό πριν ξεκινήσετε τη θεραπεία με τον ανταγωνιστή της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή ΜΕΑ, είτε χορηγήστε αρχικά μειωμένες δόσεις και αυξήστε σταδιακά. Παρακολουθήστε τη νεφρική λειτουργία.
-
ARBs, αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός του RAAS)αντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων όπως η υπόταση, η υπερκαλιαιμία και η μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Λευκοπενία
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Αιμολυτική αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας ή ακοκκιοκυττάρωσης)
- Θρομβοκυτοπενία (μερικές φορές με πορφύρα)
- Αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Αυξημένα αντιπυρηνικά αντισώματα
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αντίδραση υπερευαισθησίας
- Νεκρωτική αγγειοπάθεια
- Σύνδρομο ακατάλληλης έκκρισης των αντιδιουρητικών ορμονών (SIADH)
- Αυξημένο κάλιο αίματος
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Υποκαλιαιμία
- Υπερλιπιδαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Απώλεια όρεξης
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Μείωση σωματικού βάρους
- Γλυκοζουρία
- Αυξημένος αποβαλλόμενος όγκος ούρων
- Επιδείνωση πρωτεϊνουρίας
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Διαταραχή ούρησης
- Νυκτουρία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Διαταραχή νεφρικής λειτουργίας
- Επιδείνωση του μεταβολικού διαβήτη
- Υποχλωριαιμική αλκάλωση
- Μειωμένο νάτριο του αίματος
- Καταθλιπτική διάθεση
- Άγχος
- Νευρικότητα
- Ανησυχία
- Κατάσταση σύγχυσης
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Διαταραχή του ύπνου συμπεριλαμβανομένης της υπνηλίας
- Εναλλαγές της διάθεσης (συμπεριλαμβανομένου του άγχους)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Παραισθησία
- Αγευσία
- Δυσγευσία
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Συγκοπή
- Υποαισθησία
- Υπερτονία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Εξωπυραμιδική διαταραχή
- Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
- Παροσμία
- Υπνηλία (ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας)
- Εγκεφαλική ισχαιμία συμπεριλαμβανομένου του ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και του παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου
- Αίσθημα καύσου
- Περιφερικό οίδημα
- Οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Πυρεξία
- Πόνος
- Δυσφορία
- Ασθένεια
- Πυρετός
- Οπτικές διαταραχές
- Διπλωπία
- Επιπεφυκίτιδα
- Αποκόλληση χοριοειδούς
- Διαταραχές της όρασης συμπεριλαμβανομένης της θαμπής όρασης
- Οξεία μυωπία
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Δυσλειτουργία ακοής
- Εμβοές
- Ισχαιμία του μυοκαρδίου συμπεριλαμβανομένης της στηθάγχης ή του εμφράγματος του μυοκαρδίου
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Βραδυκαρδία
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Υπόταση
- Έξαψη
- Ορθοστατική υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Μειωμένη ορθοστατική πίεση του αίματος
- Αγγειακή στένωση
- Υποαιμάτωση
- Φαινόμενο του Raynaud
- Δερματική αγγειίτιδα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Υπεριδρωσία
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Ονυχόλυση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Πεμφιγοειδές εξάνθημα
- Λειχηνοειδές εξάνθημα
- Ενάνθημα
- Αλωπεκία
- Πορφύρα
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Αυξημένη εφίδρωση
- Μη παραγωγικός ερεθιστικός βήχας
- Ιγμορίτιδα
- Δύσπνοια
- Ρινική συμφόρηση
- Βήχας
- Ρινίτιδα
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Βρογχίτιδα
- Βρογχόσπασμος συμπεριλαμβανομένης της επιδείνωσης του άσθματος
- Αναπνευστική δυσφορία (συμπεριλαμβανομένης πνευμονίτιδας και πνευμονικού οιδήματος)
- Φλεγμονή του γαστρεντερικού
- Διαταραχές πέψης
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Αγγειοοίδημα λεπτού εντέρου
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γλωσσίτιδα
- Κοιλιακοί σπασμοί
- Υπερπλασία ούλων
- Αφθώδης στοματίτιδα
- Παγκρεατίτιδα (θανατηφόρου έκβασης έχουν αναφερθεί εξαιρετικά σπάνια με τους αναστολείς του ΜΕΑ)
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας συμπεριλαμβανομένης της γαστρίτιδας
- Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου (συμπεριλαμβανομένων της διάρροιας και της δυσκοιλιότητας)
- Αυξημένα παγκρεατικά ένζυμα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη συζευγμένη χολερυθρίνη
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατοκυτταρική βλάβη
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Ενδοηπατική χολόσταση
- Χολοστατική ή κυτταρολυτική ηπατίτιδα (θανατηφόρος έκβαση έχει υπάρξει σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις)
- Αγγειοοίδημα (πολύ σπάνια)
- Η παρεμπόδιση των αεροφόρων οδών λόγω αγγειοοιδήματος πιθανόν να έχει θανατηφόρο έκβαση.
- Πεμφίγος
- Επιδεινωμένη ψωρίαση
- Ψωριασική δερματίτιδα
- Οίδημα Quincke
- Αντίδραση τύπου ερυθηματώδους λύκου
- Ενεργοποίηση ερυθηματώδους λύκου
- Νεκρωτική και τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου)
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκές κράμπες
- Οσφυαλγία
- Οίδημα σφυρών
- Νεφρική δυσλειτουργία, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας
- Αυξημένη συχνότητα διούρησης
- Ανικανότητα
- Παροδική ανικανότητα στύσης
- Γυναικομαστία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Η χρήση του Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης.Για τη ραμιπρίλη, ένας μικρός κίνδυνος τερατογένεσης κατά το πρώτο τρίμηνο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, προκαλεί εμβρυοτοξικότητα και νεογνική τοξικότητα. Για την αμλοδιπίνη, η ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί και συνιστάται χρήση μόνο αν δεν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική. Για την υδροχλωροθειαζίδη, τα δεδομένα είναι περιορισμένα κατά το πρώτο τρίμηνο. Κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο, πιθανόν να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία, αναπτυξιακή καθυστέρηση, ίκτερο, ηλεκτρολυτικές ανισορροπίες. Αντενδείκνυται σε οίδημα κύησης, υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία.
-
ΓαλουχίαΤο Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide-Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide Ramipril, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.Η ραμιπρίλη και η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα, με πιθανές επιδράσεις στο θηλάζον νήπιο. Οι θειαζίδες έχουν συσχετιστεί με μείωση ή αναστολή της γαλουχίας. Η αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, με την επίδραση στα βρέφη να είναι άγνωστη. Η απόφαση διακοπής/συνέχισης θηλασμού ή θεραπείας πρέπει να λαμβάνεται με βάση το όφελος.
-
ΓονιμότηταΓια την αμλοδιπίνη, αναφέρθηκαν αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων σε ορισμένους ασθενείς και ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα αρσενικών σε μελέτη σε αρουραίους. Για την υδροχλωροθειαζίδη, δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση στη γονιμότητα στους ανθρώπους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή
- σημαντική υπόταση
- καταπληξία
- βραδυκαρδία
- διαταραχές ηλεκτρολυτών
- νεφρική ανεπάρκεια
- έντονη περιφερική αγγειοδιαστολή
- αντανακλαστική ταχυκαρδία
- περιφερική υπόταση
- μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα
- οξεία κατακράτηση ούρων
- μείωση ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υποχλωριαιμία, υπονατριαιμία)
- αφυδάτωση
- ναυτία
- υπνηλία
- μυϊκοί σπασμοί
- αρρυθμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός δράσης της ραμιπρίλης Η ραμιπριλάτη, ο δραστικός μεταβολίτης του προφαρμάκου ραμιπρίλη, αναστέλλει το ένζυμο διπεπτιδυλκαρβοξυπεπτιδάση Ι (Μετατρεπτικό Ένζυμο της Αγγειοτενσίνης – ΜΕΑ). Το ένζυμο αυτό καταλύει τη μετατροπή της αγγειοτενσίνης Ι στην ισχυρά αγγειοσυσταλτική ουσία αγγειοτενσίνη ΙΙ, όπως επίσης και την αποικοδόμηση της ισχυρά αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης. Ο μειωμένος σχηματισμός της αγγειοτενσίνης ΙΙ και η αναστολή της αποικοδόμησης της βραδυκινίνης οδηγούν στην αγγειοδιαστολή. Επειδή η αγγειοτασίνη ΙΙ διεγείρει επίσης την απελευθέρωση αλδοστερόνης, η ραμιπριλάτη προκαλεί μείωση της έκκρισης αλδοστερόνης.
Μηχανισμός δράσης της αμλοδιπίνης Η αμλοδιπίνη είναι ένας αναστολέας της εισόδου των ιόντων ασβεστίου της ομάδας της διυδροπυριδίνης (αναστολέας των βραδέων διαύλων ασβεστίου ή ανταγωνιστής των ιόντων ασβεστίου) και αναστέλλει την δια μέσου της κυτταρικής μεμβράνης είσοδο ιόντων ασβεστίου προς το εσωτερικό των καρδιακών κυττάρων και των λείων μυϊκών ινών. Ο μηχανισμός της αντιϋπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται σε άμεση επίδραση στη χαλάρωση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων. Μειώνει το ολικό ισχαιμικό φορτίο διαστέλλοντας τα περιφερικά αρτηρίδια (μείωση μεταφορτίου) και τους κύριους κλάδους των στεφανιαίων αρτηριών και των στεφανιαίων αρτηριολίων, αυξάνοντας τη διανομή οξυγόνου στο μυοκάρδιο.
Μηχανισμός δράσης της υδροχλωροθειαζίδης Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα βενζοθειαζιδικό διουρητικό που δρα κυρίως στο περιφερικό σωληνάριο του νεφρού, αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση του νατρίου και του χλωρίου στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια. Η αυξημένη νεφρική αποβολή αυτών των ιόντων συνοδεύεται από αυξημένη αποβολή ούρων. Η αναστολή της επαναρρόφησης NaCl οδηγεί επίσης σε έμμεση διέγερση της επαναρρόφησης Ca2+. Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας μειώνεται η νεφρική αποβολή ασβεστίου. Οι πιθανοί μηχανισμοί της αντιυπερτασικής δράσης της περιλαμβάνουν την τροποποίηση του ισοζυγίου του νατρίου, τη μείωση του εξωκυττάριου όγκου ύδατος και πλάσματος, την αλλαγή στην αντίσταση των νεφρικών αγγείων, καθώς και τη μειωμένη ανταπόκριση στη νορεπινεφρίνη και την αγγειοτενσίνη II.
Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα
Αντιυπερτασικές ιδιότητες (Ραμιπρίλη) Η χορήγηση ραμιπρίλης προκαλεί σημαντική μείωση της περιφερικής αρτηριακής αντίστασης χωρίς αντιρροπιστική αύξηση της καρδιακής συχνότητας. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης εμφανίζεται 1-2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση, με μέγιστη δράση 3-6 ώρες και παραμονή για 24 ώρες. Το μέγιστο αντιυπερτασικό αποτέλεσμα συνεχούς αγωγής είναι ορατό μετά από 3-4 εβδομάδες. Ξαφνική διακοπή δεν προκαλεί ταχεία και απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Αντιυπερτασικές ιδιότητες (Αμλοδιπίνη) Σε ασθενείς με υπέρταση η άπαξ ημερήσια δόση εξασφαλίζει κλινικά σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου. Λόγω της βραδείας έναρξης της δράσης του φαρμάκου, δεν παρατηρείται απότομη υπόταση. Η αμλοδιπίνη δεν έχει συσχετισθεί με οποιαδήποτε ανεπιθύμητη μεταβολική επίδραση ή μεταβολές στα λιπίδια του ορού και είναι κατάλληλη για χρήση σε ασθενείς με άσθμα, διαβήτη και ουρική αρθρίτιδα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις (Υδροχλωροθειαζίδη) Η έναρξη της διούρησης εμφανίζεται περίπου 2 ώρες μετά τη λήψη, με μέγιστη δράση στις 4 ώρες και παραμονή για 6-12 ώρες. Η έναρξη του αντιυπερτασικού αποτελέσματος εμφανίζεται μετά από 3-4 ημέρες και μπορεί να διαρκέσει έως και μία εβδομάδα μετά τη διακοπή. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα είναι δοσοεξαρτώμενο σε δόσεις από 12,5 mg/ημέρα έως 50-75 mg/ημέρα. Εάν ξεπεραστεί κάποια συγκεκριμένη δόση, το θεραπευτικό αποτέλεσμα παραμένει αμετάβλητο, ενώ οι ανεπιθύμητες ενέργειες αυξάνονται. Σε ασθενείς με νεφρογενή σακχαρώδη διαβήτη, η υδροχλωροθειαζίδη μειώνει την παραγωγή ούρων και αυξάνει την ωσμοτικότητα των ούρων. Δεν είναι αποτελεσματική σε ασθενείς με χρόνια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min).
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (Υδροχλωροθειαζίδη) Βάσει επιδημιολογικών μελετών, έχει παρατηρηθεί συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος, εξαρτώμενη από την αθροιστική δόση. Παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου, καθώς και για τον καρκίνο των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Ραμιπρίλη
Απορρόφηση Η ραμιπρίλη χορηγούμενη από του στόματος απορροφάται ταχέως: η μέγιστη συγκέντρωση της ραμιπρίλης στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε μία ώρα. Η έκταση της απορρόφησης είναι τουλάχιστον 56% και δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ύπαρξη τροφής. Η βιοδιαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη ραμιπριλάτη μετά την από του στόματος χορήγηση 2,5 mg και 5 mg ραμιπρίλης είναι 45%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ραμιπριλάτης επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες. Η κατάσταση ισορροπίας των συγκεντρώσεων ραμιπριλάτης επιτυγχάνεται περίπου στην τέταρτη ημέρα της αγωγής.
Κατανομή Η σύνδεση της ραμιπρίλης με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 73% και εκείνη της ραμιπριλάτης περίπου 56%.
Μεταβολισμός Η ραμιπρίλη μεταβολίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη ραμιπριλάτη και στον εστέρα δικετοπιπεραζίνης, το δικετοπιπεραζινικό οξύ και στα γλυκουρονίδια της ραμιπρίλης και της ραμιπριλάτης.
Απέκκριση Η απέκκριση των μεταβολιτών είναι κυρίως νεφρική. Η συγκέντρωση ραμιπριλάτης στο πλάσμα μειώνεται με πολυφασικό τρόπο. Λόγω του ισχυρού, κεκορεσμένου δεσμού με το ΜΕΑ και του βραδέως διαχωρισμού της από το ένζυμο, η ραμιπριλάτη παρουσιάζει μία παρατεταμένη τελική φάση αποβολής σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις πλάσματος. Μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερήσιες δόσεις ραμιπρίλης, ο «αποτελεσματικός» χρόνος ημιζωής για τις συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης ήταν 13 έως 17 ώρες για τις δόσεις των 5-10 mg και μεγαλύτερος για τις χαμηλότερες δόσεις των 1,25-2,5 mg.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Η νεφρική απέκκριση της ραμιπριλάτης είναι μειωμένη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία και η απέκκριση της ραμιπριλάτης από τους νεφρούς συνδέεται αναλογικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης στο πλάσμα που μειώνονται πιο αργά από ότι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ο μεταβολισμός της ραμιπρίλης σε ραμιπριλάτη καθυστέρησε λόγω μειωμένης δράσης των ηπατικών εστερασών και τα επίπεδα ραμιπρίλης στο πλάσμα αυξήθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ραμιπριλάτης σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, δεν είναι διαφορετικές από αυτές που εμφανίζονται σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
Γαλουχία Μία εφάπαξ από στόματος δόση 10 mg ραμιπρίλης επέφερε επίπεδα ραμιπρίλης και του μεταβολίτη της που δεν εντοπίζονταν στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, το αποτέλεσμα πολλαπλών δόσεων δεν είναι γνωστό.
Αμλοδιπίνη
Απορρόφηση, κατανομή, δέσμευση από τις πρωτεΐνες του πλάσματος Μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων από το στόμα, η αμλοδιπίνη απορροφάται καλώς και δημιουργούνται μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου μεταξύ 6-12 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπολογίστηκε ότι κυμαίνεται μεταξύ 64 και 80%. Ο όγκος κατανομής του φαρμάκου είναι περίπου 21 l/Kg. Μελέτες in vitro απέδειξαν ότι περίπου 97,5% της κυκλοφορούσης αμλοδιπίνης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής.
Βιομεταβολισμός/αποβολή Η τελική ημιπερίοδος ζωής της αποβολής από το πλάσμα είναι περίπου 35-50 ώρες. Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο ποσοστό στο ήπαρ, μετατρεπόμενη σε αδρανείς μεταβολίτες και αποβάλλεται στα ούρα σε ποσοστό 10% υπό αναλλοίωτη μορφή και 60% υπό μορφή μεταβολιτών.
Χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της αμλοδιπίνης, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής της AUC κατά περίπου 40-60%.
Χρήση σε Ηλικιωμένους Ο χρόνος επιτεύξεως των μέγιστων συγκεντρώσεων της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών. Η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειωθεί με αποτέλεσμα την αύξηση της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη (AUC) και του τελικού χρόνου ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου στους υπερήλικες ασθενείς. Η αύξηση της AUC και της ημιπεριόδου ζωής της αποβολής του φαρμάκου σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ήταν αναμενόμενη για την υπό μελέτη ηλικιακή ομάδα ασθενών.
Υδροχλωροθειαζίδη
Απορρόφηση Μετά από μια από στόματος δόση υδροχλωροθειαζίδης, η απορρόφηση είναι ταχεία (Tmax περίπου 2 ώρες). Η αύξηση της μέσης AUC είναι γραμμική και ανάλογη της δόσης στο θεραπευτικό εύρος. Η επίδραση της τροφής στην απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης έχει ελάχιστη κλινική σημασία. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωροθειαζίδης είναι 70% μετά από χορήγηση από το στόμα. Σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης διαταράσσεται. Η συνεχόμενη χορήγηση δε μεταβάλλει τον μεταβολισμό της υδροχλωροθειαζίδης.
Κατανομή Η υδροχλωροθειαζίδη συσσωρεύεται στα ερυθροκύτταρα. Έχει αναφερθεί δέσμευση πρωτεΐνης πλάσματος περίπου 40-70%, και ένας φαινόμενος όγκος κατανομής υπολογίζεται σε 4-8 L/kg. Ο χρόνος ημιζωής ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό από το ένα άτομο στο άλλο: είναι μεταξύ 6 και 25 ωρών.
Μεταβολισμός Η υδροχλωροθειαζίδη υφίσταται αμελητέο ηπατικό μεταβολισμό και δεν έχει αποδειχθεί ότι επάγει ή αναστέλλει οποιαδήποτε ισοένζυμα του CYP450.
Αποβολή Η υδροχλωροθειαζίδη αποβάλλεται από το πλάσμα κυρίως ως αναλλοίωτη, με χρόνο ημιζωής περίπου 6 έως 15 ώρες στην τελική φάση αποβολής. Σε 72 ώρες, το 60 έως 80% μιας μεμονωμένης δόσης από το στόμα αποβάλλεται στα ούρα, 95% αναλλοίωτη. Σε νεφρική και καρδιακή ανεπάρκεια, η κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης από τους νεφρούς μειώνεται και αυξάνεται η ημιζωή διάθεσης. Το ίδιο ισχύει και για τους ηλικιωμένους, με περαιτέρω αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα.
Ηπατική Ανεπάρκεια Δεν έχουν σημειωθεί σχετικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης σε κίρρωση του ήπατος. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ηπατικό κώμα ή προκώμα. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή σε ασθενείς με προοδευτική ηπατική ασθένεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).