VANDETANIB
Βανδετανίμπη
### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική Kατηγορία**: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικών κινασών, Κωδικός ATC: L01ΕX04 **Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις** Η βανδετανίμπη αποτελεί ισχυρό αναστολέα της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα-2 του …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C73 Κακόηθες νεόπλασμα του θυρεοειδούς αδένα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μυελοειδής καρκίνος του θυρεοειδούς
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μια φορά ημερησίως, την ίδια ώρα περίπου κάθε ημέρα
- Δόση έναρξης: 300 mg μια φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Σε ενήλικες: Σε περίπτωση εμφάνισης τοξικότητας βαθμού 3 ή μεγαλύτερου σύμφωνα με τα CTCAE ή παράτασης του διαστήματος QTc στο ΗΚΓ, η χορήγηση βανδετανίμπης διακόπτεται προσωρινά και επανέναρξη με μειωμένη δόση (300 mg μπορεί να μειωθεί σε 200 mg, και στη συνέχεια σε 100 mg) όταν η τοξικότητα έχει παρέλθει ή βελτιωθεί σε βαθμού 1. Σε παιδιατρικούς ασθενείς: Σε περίπτωση εμφάνισης τοξικότητας βαθμού 3 ή μεγαλύτερου σύμφωνα με τα CTCAE ή παράτασης του διαστήματος QTc στο ΗΚΓ, η χορήγηση βανδετανίμπης διακόπτεται προσωρινά και επανέναρξη με μειωμένη δόση (όπως ορίζεται στον Πίνακα 1) όταν η τοξικότητα έχει παρέλθει ή βελτιωθεί σε βαθμού 1. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αρχική δόση, συνεχίζουν με μειωμένη δόση (γ στον Πίνακα 1). Οι ασθενείς που λαμβάνουν αυξημένη δόση, συνεχίζουν με αρχική δόση (α στον Πίνακα 1). Εάν εμφανιστεί επιπλέον συμβάν τοξικότητας βαθμού 3 ή μεγαλύτερου, η χορήγηση διακόπτεται οριστικά.
-
Ενήλικες ασθενείς με ΜΚΘΔόση300 mgμια φορά ημερησίως, λαμβανόμενη με ή χωρίς τροφή την ίδια ώρα περίπου κάθε ημέρα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με ΜΚΘΗ χορήγηση της δόσης για παιδιατρικούς ασθενείς θα πρέπει να γίνεται με βάση την επιφάνεια σώματος (BSA) σε mg/m2. Στους παιδιατρικούς ασθενείς που αντιμετωπίζονται με Βανδετανίμπη καθώς και στους φροντιστές των ασθενών πρέπει να χορηγείται ο οδηγός δοσολογίας καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη σωστή δόση που πρέπει να ληφθεί με την αρχική συνταγή και κάθε μεταγενέστερη προσαρμογή της δόσης. Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα και οι τροποποιήσεις της δόσης παρουσιάζονται στον Πίνακα 1. Σε κλινικές μελέτες σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις βανδετανίμπης άνω των 150 mg/m2.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετώνΤο Βανδετανίμπη δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Βανδετανίμπη σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας κάτω των 9 ετών με κληρονομικό ΜΚΘΔεν υπάρχει εμπειρία (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης. Τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη βανδετανίμπη σε ασθενείς με ΜΚΘ ηλικίας άνω των 75 ετών είναι περιορισμένα.
-
Ενήλικες με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται τροποποίηση της αρχικής δόσης.
-
Ενήλικες με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔόση200 mgΗ αρχική δόση θα πρέπει να μειωθεί σε 200 mg. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των 200 mg δεν έχουν ωστόσο τεκμηριωθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ενήλικες με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ βανδετανίμπη δεν συνιστάται για χρήση, δεδομένου ότι τα στοιχεία είναι περιορισμένα και η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται μεταβολή της αρχικής δόσης.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΘα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η μειωμένη δόση, όπως ορίζεται στον Πίνακα 1. Από τον ιατρό απαιτείται εξατομικευμένη αντιμετώπιση των ασθενών, ιδιαίτερα των παιδιατρικών ασθενών με χαμηλή BSA.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ βανδετανίμπη δεν συνιστάται.
-
Ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΗ βανδετανίμπη δεν συνιστάται για χρήση (χολερυθρίνη ορού υψηλότερη κατά 1,5 φορές από το ανώτατο όριο του εύρους αναφοράς (ULRR). Το κριτήριο αυτό δεν ισχύει για ασθενείς με νόσο Gilbert και τιμή αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT), ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) ή αλκαλικής φωσφατάσης (ALP) υψηλότερη κατά 2,5 φορές το ULRR, ή υψηλότερη κατά 5,0 φορές το ULRR αν σύμφωνα με την κρίση του ιατρού σχετίζεται με ηπατικές μεταστάσεις), εφόσον τα δεδομένα από ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα και η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα από εθελοντές υποδεικνύουν ότι δεν απαιτείται μεταβολή της αρχικής δόσης σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Συγγενές σύνδρομο παρατεταμένου διαστήματος QTc
-
Διάστημα QTc υψηλότερο των 480 msecΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ταυτόχρονη χρήση με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QTc και/ή προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Τorsades de pointes)
-
Θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Περιορισμός της θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείς με μυελοειδή καρκίνο του θυρεοειδούςΗ θεραπεία με βανδετανίμπη πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς που έχουν αντικειμενική ανάγκη θεραπείας, δηλαδή με συμπτωματική-επιθετική πορεία της νόσους. Ο ρυθμός της μεταβολής των επιπέδων των βιοχημικών δεικτών (κάλσιτονίνης, CEA) και ο ρυθμός μεταβολής του μεγέθους του όγκου μπορεί να βοηθήσουν στην επιλογή ασθενών και του βέλτιστου χρόνου έναρξης της θεραπείας.
-
Παράταση διαστήματος QTc και Κοιλιακή Ταχυκαρδία Δίκην Ριπιδίου (Torsades de Pointes)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΔεν πρέπει να γίνεται έναρξη θεραπείας σε ασθενείς των οποίων το διάστημα QTc του ΗΚΓ είναι άνω των 480 msec. Δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Οι ηλεκτρολύτες (Κ, Ca, Mg) πρέπει να διατηρούνται εντός του φυσιολογικού εύρους. Εάν το QTc αυξηθεί σημαντικά αλλά παραμείνει κάτω από 500 msec, θα πρέπει να αναζητηθεί η συμβουλή καρδιολόγου. Οι ασθενείς που εμφανίζουν μια μόνο τιμή διορθωμένου διαστήματος QTc ≥500 msec θα πρέπει να διακόπτουν τη λήψη βανδετανίμπης. Η δοσολογία μπορεί να ξαναρχίσει σε χαμηλότερη δόση αφού επιβεβαιωθεί η επαναφορά του διαστήματος QTc στα προ της θεραπείας επίπεδα και έχει πραγματοποιηθεί διόρθωση πιθανής διαταραχής των ηλεκτρολυτών.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων που παρατείνουν το QTcΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ συγχορήγηση της βανδετανίμπης με ουσίες που παρατείνουν το διάστημα QTc αντενδείκνυται ή δεν συνιστάται. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση της βανδετανίμπης με την ονδανσετρόνη.
-
Σύνδρομο αναστρέψιμης οπίσθιας εγκεφαλοπάθειας (PRES)ΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν σπασμούς, κεφαλαλγία, οπτικές διαταραχές, σύγχυση ή διαταραγμένη ψυχική κατάστασηΠρέπει να πραγματοποιείται μαγνητική τομογραφία (MRI) εγκεφάλου σε κάθε ασθενή που παρουσιάζει σπασμούς, σύγχυση ή διαταραγμένη ψυχική κατάσταση.
-
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARs) και άλλες δερματικές αντιδράσεις (TEN, SJS, φωτοευαισθησία)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά. Εάν υπάρχει υποψία SJS ή TEN, η θεραπεία πρέπει να αναστέλλεται. Εάν επιβεβαιωθεί, η θεραπεία διακόπτεται οριστικά. Συνιστάται προσοχή κατά την έκθεση στον ήλιο (προστατευτική ενδυμασία, αντηλιακή προστασία). Οι ήπιες έως μέτριες δερματικές αντιδράσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με συμπτωματική θεραπεία, ή με μείωση ή προσωρινή διακοπή χορήγησης της δόσης.
-
ΔιάρροιαΠληθυσμόςΑσθενείς με διάρροιαΣυνιστώνται συνήθεις αντιδιαρροϊκοί παράγοντες. Εάν εκδηλωθεί σοβαρού βαθμού διάρροια (βαθμού 3-4 κατά CTCAE), η βανδετανίμπη πρέπει να διακοπεί μέχρι να βελτιωθεί η διάρροια, και στη συνέχεια να ξαναρχίσει σε μειωμένη δόση.
-
ΑιμορραγίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσειςΗ χορήγηση βανδετανίμπης πρέπει να γίνεται με προσοχή, δεδομένου ότι έχει αναφερθεί ενδοκρανιακή αιμορραγία.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν καρδιακή ανεπάρκειαΠροσωρινή ή μόνιμη διακοπή της θεραπείας μπορεί να είναι απαραίτητη.
-
ΥπέρτασηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εκδήλωση υπέρτασης και να αντιμετωπίζονται. Εφόσον δεν μπορεί να ελεγχθεί, η βανδετανίμπη δεν θα πρέπει να επαναχορηγηθεί μέχρι να ελεγχθεί η αρτηριακή πίεση. Μπορεί να κριθεί απαραίτητη η μείωση της δόσης.
-
Επιπλοκές στην επούλωση τραυμάτωνΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής διακοπής της βανδετανίμπης για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από μία εκλεκτική χειρουργική επέμβαση. Η απόφαση για συνέχιση μετά από μείζονα χειρουργική διαδικασία πρέπει να βασίζεται στην κλινική κρίση για την επαρκή επούλωση.
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠριν την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να πραγματοποιείται οδοντιατρικός έλεγχος. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για την τήρηση καλής στοματικής υγιεινής. Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία πρέπει να αναστέλλεται τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν από προγραμματισμένη οδοντιατρική επέμβαση ή επεμβατικές οδοντιατρικές πράξεις, ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν παράγοντες που σχετίζονται με την οστεονέκρωση (π.χ. διφωσφονικά). Η διακοπή της βανδετανίμπης πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν οστεονέκρωση.
-
Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματοςΟ κίνδυνος πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΕνδέχεται να είναι απαραίτητη η προσωρινή διακοπή, προσαρμογή ή οριστική διακοπή της δόσης. Η αρχική δόση της βανδετανίμπης θα πρέπει να μειώνεται στα 200 mg στους ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥30 έως <50 ml/min). Η βανδετανίμπη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση μικρότερη από 30 ml/min).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη ορού υψηλότερη κατά 1,5 φορές από το ανώτατο φυσιολογικό όριο)Η βανδετανίμπη δεν συνιστάται για χρήση.
-
Αυξήσεις της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν βανδετανίμπηΣυνιστάται η περιοδική παρακολούθηση των επιπέδων της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης.
-
Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD)ΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα από το αναπνευστικό (δύσπνοια, βήχα, πυρετό)Εάν ο ασθενής παρουσιάσει συμπτώματα από το αναπνευστικό, η θεραπεία με βανδετανίμπη θα πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά άμεση διερεύνηση. Εφόσον επιβεβαιωθεί ILD, η βανδετανίμπη θα πρέπει να διακοπεί μόνιμα.
-
Επαγωγείς του CYP3A4ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΗ ταυτόχρονη χρήση της βανδετανίμπης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (όπως ριφαμπικίνη, βαλσαμόχορτο, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη) θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Επίπεδα CTN χαμηλότερα των 500 pg/mlΠληθυσμόςΑσθενείς με επίπεδα CTN χαμηλότερα των 500 pg/mlΗ χρήση σε ασθενείς με CTN < 500 pg/ml θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά λόγω των κινδύνων που σχετίζονται με τη χρήση της βανδετανίμπης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείςΔεν διατίθενται μακροχρόνια δεδομένα για την ασφάλεια σε παιδιατρικούς ασθενείς.
-
Κάρτα προειδοποίησης ασθενούςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΒανδετανίμπηΟι συνταγογράφοι πρέπει να είναι εξοικειωμένοι με τα Έγγραφα Πληροφόρησης των Ιατρών και τις Κατευθυντήριες Οδηγίες Διαχείρισης της θεραπείας. Πρέπει να συζητούν τους κινδύνους με τον ασθενή. Η Κάρτα Προειδοποίησης Ασθενούς θα δίνεται στον ασθενή με κάθε συνταγή.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Η έκθεση δεν επηρεάστηκε (υπόστρωμα CYP3A4).
-
προσοχήΑύξηση AUC(0-t) κατά 74% και Cmax κατά 50%. Μείωση CLR κατά 52%.ΣύστασηΣυνιστάται κατάλληλη κλινική και/ή εργαστηριακή παρακολούθηση. Μπορεί να χρειαστεί χαμηλότερη δόση μετφορμίνης.
-
προσοχήΑύξηση AUC(0-t) κατά 23% και Cmax κατά 29%. Η επίδραση βραδυκαρδίας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο παράτασης του QTc και Torsades de pointes.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική και/ή εργαστηριακή παρακολούθηση (π.χ. ΗΚΓ). Μπορεί να χρειαστεί χαμηλότερη δόση διγοξίνης.
-
ΔαβιγατράνηπαρακολούθησηΠιθανή αλληλεπίδραση ως υπόστρωμα P-gp.ΣύστασηΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
-
προσοχήΜείωση έκθεσης βανδετανίμπης κατά 40%.ΣύστασηΗ χορήγηση της βανδετανίμπης με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Cmax βανδετανίμπης μειώθηκε κατά 15%, AUC (0-t) δεν επηρεάστηκε.ΣύστασηΔεν απαιτείται αλλαγή στη δόση.
-
Cmax και AUC (0-t) βανδετανίμπης δεν επηρεάστηκαν.ΣύστασηΔεν απαιτείται αλλαγή στη δόση.
-
ΣιζαπρίδηαντένδειξηΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Ενδοφλέβια ερυθρομυκίνη (IV)αντένδειξηΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
ΑρσενικόαντένδειξηΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Αντιαρρυθμικά Κατηγορίας ΙΑ και ΙΙΙαντένδειξηΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
προσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
ΑλοφαντρίνηπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
ΠενταμιδίνηπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
ΛουμεφαντρίνηπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν δεν υπάρχει εναλλακτική, με επιπλέον παρακολούθηση QTc, εκτίμηση ηλεκτρολυτών και έλεγχο διάρροιας.
-
προσοχήΜικρή αθροιστική επίδραση στην παράταση του διαστήματος QTc (10 ms).ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Εάν συγχορηγηθεί, απαιτείται προσεκτικότερη παρακολούθηση ηλεκτρολυτών ορού και ΗΚΓ, και επιθετική αντιμετώπιση τυχόν μη φυσιολογικών εξετάσεων.
-
Ανταγωνιστές της βιταμίνης ΚπαρακολούθησηΠιθανότητα αλληλεπίδρασης και αυξημένος κίνδυνος θρόμβωσης.ΣύστασηΣυνιστάται αυξημένη συχνότητα παρακολούθησης του INR.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουρολοίμωξη
- Πνευμονία
- Σηψαιμία
- Γρίπη
- Κυστίτιδα
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λαρυγγίτιδα
- Θυλακίτιδα
- Δοθιήνας
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Πυελονεφρίτιδα
- Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
- Εκκολπωματίτιδα
- Κυτταρίτιδα
- Απόστημα κοιλιακού τοιχώματος
- Σκωληκοειδίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Κολίτιδα
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Δυσφαγία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρίτιδα
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Παγκρεατίτιδα
- Περιτονίτιδα
- Ειλεός
- Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
- Ακράτεια κοπράνων
- Υποθυρεοειδισμός
- Μειωμένη όρεξη
- Υποκαλιαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Αφυδάτωση
- Υπονατριαιμία
- Πλημμελής θρέψη
- Υπασβεστιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Δυσαισθησία
- Ζάλη
- Τρόμος
- Λήθαργος
- Απώλεια συνείδησης
- Διαταραχές ισορροπίας
- Δυσγευσία
- Σπασμός
- Κλόνος
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας
- Θαμπή όραση
- Δομική μεταβολή κερατοειδούς
- Διαταραχή όρασης
- Όραση δίκην φωτοστεφάνου
- Φωτοψία
- Γλαύκωμα
- Επιπεφυκίτιδα
- Ξηροφθαλμία
- Κερατινοπάθεια
- Καταρράκτης
- Διαταραχές προσαρμογής
- Παράταση του διαστήματος QTc στο ΗΚΓ
- Αυξημένη αιμοσφαιρίνη
- Αυξημένη αμυλάση ορού
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Οξεία καρδιακή ανεπάρκεια
- Διαταραχές καρδιακής συχνότητας
- Διαταραχές καρδιακού ρυθμού
- Κοιλιακή αρρυθμία
- Καρδιακή ανακοπή
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Torsades de pointes
- Υπέρταση
- Υπερτασική κρίση
- Ισχαιμικό αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
- Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί
- Επίσταξη
- Αιμόπτυση
- Πνευμονίτιδα
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Πνευμονία από εισρόφηση
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Χολολιθίαση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Εξάνθημα
- Ακμή
- Ξηροδερμία
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Διαταραχή ονύχων
- Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
- Αλωπεκία
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Οστεονέκρωση
- Οστεονέκρωση γνάθου
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρολιθίαση
- Δυσουρία
- Αιματουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Πολλακιουρία
- Επιτακτική ούρηση
- Χρωματουρία
- Ανουρία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Πόνος
- Οίδημα
- Καθυστερημένη επούλωση
- Αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) και ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΠαράταση του διαστήματος QTc στο ΗΚΓΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΌραση δίκην φωτοστεφάνουΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιμόπτυσηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) και ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ονύχωνΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιαταραχή όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔοθιήναςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔομική μεταβολή κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπιτακτική ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΙσχαιμικό αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιοΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚερατινοπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚυστίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠυελονεφρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠόνοςΓενικές
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερτασική κρίσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΦωτοψίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑκράτεια κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑνευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοίΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπόστημα κοιλιακού τοιχώματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένα επίπεδα αιμοσφαιρίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αιμοσφαιρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμυλάση ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΔιάτρηση γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές καρδιακής συχνότηταςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές καρδιακού ρυθμούΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές προσαρμογήςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕκκολπωματίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚαθυστερημένη επούλωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚλόνοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΟξεία καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριτονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠλημμελής θρέψηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΠνευμονία από εισρόφησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΣκωληκοειδίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣπασμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣταφυλοκοκκική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧρωματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςTorsades de pointesΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωση γνάθουΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειαςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΕάν η βανδετανίμπη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει βανδετανίμπη, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο εμβρυικών ανωμαλιών, ή αποβολής. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί σε έγκυες γυναίκες μόνον εφόσον το πιθανό όφελος για τη μητέρα αντισταθμίζει τον κίνδυνο για το έμβρυο.Τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βανδετανίμπης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι περιορισμένα. Όπως αναμένεται από τις φαρμακολογικές της δράσεις, η βανδετανίμπη έχει δείξει σημαντικές επιδράσεις σε όλα τα στάδια της αναπαραγωγής θηλυκών επίμυων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βανδετανίμπη.Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βανδετανίμπης σε γυναίκες που θηλάζουν. Η βανδετανίμπη και/ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα επίμυων και ανιχνεύονται στο πλάσμα κουταβιών μετά από χορήγηση σε επίμυες που θηλάζουν (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓονιμότηταΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και οι γόνινοι άνδρες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων μηνών μετά από την τελευταία δόση.Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της βανδετανίμπης στη γονιμότητα στον άνθρωπο. Τα αποτελέσματα από μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι η βανδετανίμπη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα των αρρένων και θηλέων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι επιδράσεις στην αναπαραγωγή σε παιδιατρικούς ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με βανδετανίμπη δεν είναι γνωστές.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εξάνθημα
- διάρροια
- υπέρταση
- παράταση του QTc
- κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική Kατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικών κινασών, Κωδικός ATC: L01ΕX04
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η βανδετανίμπη αποτελεί ισχυρό αναστολέα της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα-2 του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα (vascular endothelial growth factor receptor [VEGFR-2], επίσης γνωστού ως kinase insert domain containing receptor [KDR]), του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (epidermal growth factor receptor [EGFR]) και του ογκογονιδίου RET. Η βανδετανίμπη είναι επίσης υπο-μικρομοριακός αναστολέας της τυροσινικής κινάσης του αγγειακού ενδοθηλιακού υποδοχέα-3.
Η βανδετανίμπη αναστέλλει τη μετανάστευση, τον πολλαπλασιασμό και την επιβίωση των ενδοθηλιακών κυττάρων καθώς και το σχηματισμό νέων αιμοφόρων αγγείων, που διεγείρονται από το VEGF, σε in vitro μοντέλα αγγειογένεσης. Επιπλέον, η βανδετανίμπη αναστέλλει την επαγόμενη από τον επιδερμικό αυξητικό παράγοντα (EGF) τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα EGF σε καρκινικά κύτταρα και ενδοθηλιακά κύτταρα. Η βανδετανίμπη αναστέλλει τον εξαρτώμενο από τον υποδοχέα EGF πολλαπλασιασμό των κυττάρων και την επιβίωση των κυττάρων in vitro. Η βανδετανίμπη αναστέλλει επίσης τόσο το φυσικό τύπο (wild type) όσο και την πλειοψηφία των μεταλλαγμένων, ενεργοποιημένων μορφών του RET και αναστέλλει in vitro σε σημαντικό βαθμό τον πολλαπλασιασμό των κυτταρικών σειρών ΜΚΘ.
Η in vivo χορήγηση βανδετανίμπης μείωσε την επαγόμενη από τον όγκο αγγειογένεση, τη διαπερατότητα των αγγείων του όγκου και την πυκνότητα των μικροαγγείων του όγκου, ενώ ανέστειλε την ανάπτυξη του όγκου σε αριθμό ανθρώπινων μοντέλων αλλομοσχευμάτων καρκίνου του πνεύμονα σε ποντικούς χωρίς θύμο αδένα. Η βανδετανίμπη επίσης ανέστειλε in vivo την ανάπτυξη αλλομοσχευμάτων όγκων ΜΚΘ.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της βανδετανίμπης στον τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ΜΚΘ είναι άγνωστος.
Κλινική αποτελεσματικότητα σε ενήλικες
Κλινικά δεδομένα για το ΜΚΘ Πραγματοποιήθηκε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη (Μελέτη 58) προκειμένου να καταδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των 300 mg βανδετανίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Η μελέτη αυτή συμπεριέλαβε 331 ασθενείς με ανεγχείρητο τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό ΜΚΘ. Εντάχθηκαν μόνο ασθενείς με CTN ≥ 500 pg/mL (συμβατικές μονάδες) ή ≥ 146.3 pmol/L (διεθνείς πρότυπες μονάδες). Από τους ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη, 10 ασθενείς υπό βανδετανίμπη και 4 υπό εικονικό φάρμακο (4% του συνόλου των ασθενών) είχαν κατάσταση λειτουργικής ικανότητας σύμφωνα με τoν Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO PS) ≥ 2, ενώ 28 (12,1%) των ασθενών υπό βανδετανίμπη και 10 (10,1%) υπό εικονικό φάρμακο είχαν καρδιακή δυσλειτουργία. Η καρδιακή δυσλειτουργία ορίστηκε ως ασθενείς με προηγούμενη καρδιαγγειακή ανωμαλία.
Ο κύριος στόχος της μελέτης αυτής ήταν να καταδειχθεί βελτίωση στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (progression-free survival, PFS) με τη βανδετανίμπη έναντι του εικονικού φαρμάκου. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η αξιολόγηση του συνολικού ποσοστού αντικειμενικής ανταπόκρισης (objective response rate, ORR), του ποσοστού ελέγχου της νόσου (disease control rate, DCR) οριζόμενου ως μερική ανταπόκριση (partial response, PR) ή πλήρης ανταπόκριση (complete response, CR) ή σταθερή νόσος (stable disease, SD) που διαρκεί για τουλάχιστον 24 εβδομάδες, της διάρκειας της ανταπόκρισης (duration of response, DOR), του χρόνου έως την επιδείνωση του πόνου με βάση τη βαθμολογία του χειρότερου πόνου της συνοπτικής κλίμακας εκτίμησης πόνου (brief pain inventory, BPI), και της συνολικής επιβίωσης (overall survival, OS). Το κύριο καταληκτικό σημείο που αφορούσε στην PFS, καθώς και τα ORR και DCR βασίστηκαν σε κεντρική, ανεξάρτητη τυφλοποιημένη ανασκόπηση των απεικονιστικών δεδομένων. Επίσης, ως δευτερεύον καταληκτικό σημείο εκτιμήθηκε η βιοχημική ανταπόκριση με τη βανδετανίμπη έναντι του εικονικού φαρμάκου, μέσω μέτρησης της CTN και του CEA.
Οι ασθενείς έλαβαν βανδετανίμπη ή εικονικό φάρμακο μέχρι την εμφάνιση αντικειμενικής εξέλιξης της νόσου. Με την εμφάνιση αντικειμενικής εξέλιξης της νόσου βάσει της εκτίμησης του ερευνητή, οι ασθενείς αποσύρθηκαν από την τυφλοποιημένη θεραπεία της μελέτης και τους δόθηκε η επιλογή λήψης βανδετανίμπης ανοιχτής επισήμανσης. Εικοσιοκτώ από τους 231 ασθενείς (12,1%) υπό βανδετανίμπη και 3 από τους 99 (3,0%) υπό εικονικό φάρμακο διέκοψαν τη θεραπεία λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητου συμβάντος. Σε δεκατέσσερις από τους 28 ασθενείς (50%) που διέκοψαν τη λήψη βανδετανίμπης λόγω εμφάνισης ανεπιθύμητου συμβάντος δεν προηγήθηκε μείωση της δόσης. Σε πέντε από τους 6 ασθενείς (83%) με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που έλαβαν βανδετανίμπη η δόση μειώθηκε σε 200 mg λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας. Σε 1 ασθενή απαιτήθηκε περαιτέρω μείωση της δόσης στα 100 mg.
Το αποτέλεσμα της κύριας ανάλυσης της PFS έδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση της PFS για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στη βανδετανίμπη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (Λόγος Κινδύνου (HR) =0,46, 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης (CI) = 0,31-0,69, p=0,0001).
Η διάμεση PFS για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε βανδετανίμπη δεν επιτεύχθηκε. Ωστόσο, με βάση το στατιστικό μοντέλο των δεδομένων που παρατηρήθηκαν έως και το 43ο εκατοστημόριο, η διάμεση PFS προβλέπεται ότι είναι 30,5 μήνες με 95% διάστημα εμπιστοσύνης 25,5 έως 36,5 μηνών. Η διάμεση PFS για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο ήταν 19,3 μήνες. Στους 12 μήνες, η αναλογία των εν ζωή ασθενών χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 192 (83%) για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε βανδετανίμπη και 63 (63%) για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο. Στην ομάδα της βανδετανίμπης, συνολικά 73 (32%) ασθενείς επιδεινώθηκαν, εκ των οποίων οι 64 (28%) εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου βάσει των κριτηρίων εκτίμησης της ανταπόκρισης επί συμπαγών όγκων (response evaluation criteria in solid tumours, RECIST) και οι 9 (4%) απεβίωσαν απουσία επιδείνωσης. Οι εναπομείναντες 158 ασθενείς (68%) «περικόπηκαν» στην ανάλυση της PFS. Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, συνολικά 51 (51%) ασθενείς παρουσίασαν εξέλιξη της νόσου, εκ των οποίων οι 46 (46%) εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου βάσει των κριτηρίων RECIST και οι 5 (5%) απεβίωσαν χωρίς να προηγηθεί εξέλιξη της νόσου. Οι εναπομείναντες 49 ασθενείς (49%) «περικόπηκαν» στην ανάλυση της PFS.
Σχήμα 1: Καμπύλη Kaplan Meier της PFS
PFS
^
|
| ____
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
| /
|-------/---------
| /
| /
| /
| /
| /
| /
|/ ------------------
+----------------------> μήνες
0 6 12 18 24 30 36
n-βανδετανίμπη
231 196 169 140 40 1 0
n-εικονικό
φάρμακο
100 71 57 45 13 0 0
____ βανδετανίμπη 300 mg, —— εικονικό φάρμακο, άξονας ψ=PFS, άξονας χ=διάρκεια σε μήνες, n-βανδετανίμπη=αριθμός ασθενών σε κίνδυνο-βανδετανίμπη, n-εικονικό φάρμακο=αριθμός ασθενών σε κίνδυνο-εικονικό φάρμακο
| N | Διάμεση PFS | HR | 95% CI | τιμή p | |
|---|---|---|---|---|---|
| Βανδετανίμπη 300 mg | 73/231 (32%) | Δεν επιτεύχθηκε (προβλεπόμενη 30,5 μήνες) | 0,46 | 0,31, 0,69 | 0,0001 |
| Εικονικό φάρμακο | 51/100 (51%) | 19,3 μήνες |
Η κατάσταση επιβίωσης και η διάμεση τελική ολική επιβίωση (81,6 μήνες στο σκέλος της βανδετανίμπης και 80,4 μήνες στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου) ήταν παρόμοια και στα δύο σκέλη της θεραπείας. Δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στην τελική ολική επιβίωση (OS) (HR 0,99, 95,002% CI 0,72, 1,38, ρ=0,9750). Τα αποτελέσματα θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή λόγω του υψηλού ποσοστού των ασθενών του σκέλους του εικονικού φαρμάκου που μετέβησαν στο ανοιχτής-επισήμανσης σκέλος της βανδετανίμπης (79,0% [79/100] των ασθενών).
Οι περισσότεροι (95% των ασθενών) είχαν μεταστατική νόσο. Δεκατέσσερις ασθενείς που έλαβαν βανδετανίμπη και 3 που έλαβαν εικονικό φάρμακο είχαν μόνο ανεγχείρητη τοπικά προχωρημένη νόσο. Η κλινική εμπειρία με τη βανδετανίμπη σε ασθενείς με ανεγχείρητη τοπικά προχωρημένη νόσο χωρίς μετάσταση είναι περιορισμένη.
Παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικά πλεονεκτήματα για τη βανδετανίμπη στα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία που αφορούσαν στο ποσοστό ανταπόκρισης, το ποσοστό ελέγχου της νόσου και τη βιοχημική ανταπόκριση.
Πίνακας 3: Σύνοψη των άλλων ευρημάτων αποτελεσματικότητας της μελέτης 58
| N | Ποσοστό ανταπόκρισης | ORβ | 95% CI | τιμή p | |
|---|---|---|---|---|---|
| ORRα | |||||
| Βανδετανίμπη 300 mg | 104/231 | 45% | 5,48 | 2,99, 10,79 | < 0,0001 |
| Εικονικό φάρμακο | 13/100 | 13% | |||
| DCRα | |||||
| Βανδετανίμπη 300 mg | 200/231 | 87% | 2,64 | 1,48, 4,69 | 0,001 |
| Εικονικό φάρμακο | 71/100 | 71% | |||
| Ανταπόκριση βάσει CTN | |||||
| Βανδετανίμπη 300 mg | 160/231 | 69% | 72,9 | 26,2, 303,2 | < 0,0001 |
| Εικονικό φάρμακο | 3/100 | 3% | |||
| Ανταπόκριση βάσει CEA | |||||
| Βανδετανίμπη 300 mg | 119/231 | 52% | 52,0 | 16,0, 320,3 | < 0,0001 |
| Εικονικό φάρμακο | 2/100 | 2% | |||
| ΟΛΙΚΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ | |||||
| Βανδετανίμπη 300 mg | 116/231 | 81,6 μήνες | 0,99 | 0,72, 1,38 | 0,9750 |
| Εικονικό φάρμακο | 52/100 | 80,4 μήνες |
α Συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης = πλήρεις + μερικές ανταποκρίσεις. Ποσοστό ελέγχου της νόσου =ποσοστό ανταπόκρισης + σταθερή νόσος στις 24 εβδομάδες. Η ανάλυση πρόθεσης θεραπείας (ITT) περιλαμβάνει ασθενείς που έλαβαν βανδετανίμπη ανοιχτής επισήμανσης πριν την εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την κεντρική επιτροπή. β OR=Λόγος Πιθανοτήτων. Τιμή > 1 είναι υπέρ της βανδετανίμπης. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας μοντέλο λογιστικής παλινδρόμησης με τη θεραπεία ως μόνο παράγοντα. γ HR= Λόγος Κινδύνου (Hazard Ratio). Τιμή <1 είναι υπέρ της βανδετανίμπης. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας δοκιμασία log rank με τη θεραπεία ως μόνο παράγοντα. N=Αριθμός συμβάντων/αριθμός τυχαιοποιημένων ασθενών,
Στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα παρατηρήθηκε για τη βανδετανίμπη για το δευτερεύον καταληκτικό σημείο του χρόνου έως την επιδείνωση του πόνου (που προκύπτει ως σύνθετο καταληκτικό σημείο χρησιμοποιώντας τη βαθμολογία χειρότερου πόνου κατά BPI και την αναφερόμενη από τον ασθενή χρήση αναλγητικών οπιοειδών) (βανδετανίμπη 49%, εικονικό φάρμακο 57% HR 0,61, CI 0,43-0,87, p <0,006: 8 έναντι 3 μηνών). Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές που παρατηρήθηκαν για το διερευνητικό καταληκτικό σημείο της διάρροιας (καταγραφόμενης ως συχνότητα κενώσεων).
Κατάσταση μετάλλαξης του ογκογονιδίου RET
Κατάσταση μετάλλαξης του ογκογονιδίου RET στη Μελέτη 58 Στη Μελέτη 58, ο έλεγχος της μετάλλαξης RET πραγματοποιήθηκε αρχικά χρησιμοποιώντας τον προσδιορισμό Συστήματος Ανίχνευσης Μεταλλάξεων Ανθεκτικών στην Ενίσχυση (Amplification Refractory Mutation System, ARMS), που βασίζεται στην αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) για τη μετάλλαξη M918T και άμεση αλληλούχηση DNA για μεταλλάξεις στα εξώνια 10, 11, 13, 14, 15 και 16 (θέση της μετάλλαξης M918T) για όλους τους σποραδικούς ασθενείς, των οποίων το DNA ήταν διαθέσιμο (297/298). Για την εκ νέου ανάλυση δειγμάτων που στερούνται της μετάλλαξης M918T, οι αλληλουχίες RET εμπλουτίστηκαν χρησιμοποιώντας ένα προσαρμοσμένο αντιδραστήριο Agilent SureSelect και αναλύθηκε η αλληλουχία τους σε έναν προσδιοριστή αλληλουχίας Illumina. Η επεξεργασία δεδομένων και η αυτοματοποιημένη κλήση παραλλαγών RET διεξήχθησαν με τη χρήση του αγωγού Broad Genome Analysis ToolKit (GATK) με μη αυτόματη επιμέλεια οποιωνδήποτε δύσκολων περιπτώσεων χρησιμοποιώντας το Broad Integrative Genomics Viewer (IGV).
Αρχικά, σε 79 ασθενείς δεν είχε ταυτοποιηθεί η μετάλλαξη M918T. Από αυτούς τους 79 ασθενείς, οι 69 είχαν αρκετό δείγμα ιστού για να επιτραπεί μια νέα εκ των υστέρων ανάλυση της κατάστασης μετάλλαξης RET με βάση νέες διαθέσιμες δοκιμασίες. Οι περισσότεροι ασθενείς επαναταξινομήθηκαν ως ασθενείς με μετάλλαξη RET (52/69) και σε 17/69 ασθενείς δεν ανιχνεύθηκε μετάλλαξη RET (M918T ή άλλη) (11 με βανδετανίμπη και 6 με εικονικό φάρμακο). Οι ασθενείς που επαναταξινομήθηκαν ως ασθενείς με μετάλλαξη RET (N = 52) συγκεντρώθηκαν με τους 187 ασθενείς που αρχικά αναγνωρίστηκαν ως ασθενείς με μετάλλαξη RET, οδηγώντας σε συνολικό αριθμό 239 ασθενών με μετάλλαξη RET (172 έλαβαν θεραπεία με βανδετανίμπη και 67 έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο). Τα αποτελέσματα βασίστηκαν σε μια τυφλή κεντρική ανασκόπηση της απεικόνισης.
Πίνακας 4: Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με μετάλλαξη RET
| Καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας (βανδετανίμπη έναντι εικονικού φαρμάκου) | Ασθενείς με μετάλλαξη του ογκογονιδίου RET (n=239) | Καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας, διάστημα εμπιστοσύνης |
|---|---|---|
| Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης | 51,7% έναντι 14,9% | PFS HR (95%) 0,46 (0,29, 0,74) |
| Ποσοστό PFS 2 ετών | 55,7% έναντι 40,1% |
Κλινική αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικούς ασθενείς: Σε μία Φάσης I/II μονοκεντρική, ανοικτή, μονού σκέλους μελέτη (Μελέτη IRUSZACT0098) αξιολογήθηκε η δράση της βανδετανίμπης σε 16 ασθενείς με μη εξαιρέσιμο, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό κληρονομικό ΜΚΘ. Τα χαρακτηριστικά των ασθενών κατά την έναρξη της μελέτης ήταν τα εξής: μέση ηλικία 14,2 έτη (εύρος 9-17 έτη), 50% θήλεις, 50% άρρενες, 93,8% λευκοί, 26,7% ισπανικής καταγωγής και 6,3% μαύροι. Οι περισσότεροι ασθενείς (81,3%) είχαν υποβληθεί σε μερική ή ολική θυρεοειδεκτομή πριν από την ένταξη στη μελέτη. Η αρχική δόση βανδετανίμπης ήταν 100 mg/m2/ημέρα για όλους τους ασθενείς εκτός από έναν που ξεκίνησε θεραπεία με 150 mg/m2/ημέρα. Αφότου διαπιστώθηκε καλή ανοχή στους πρώτους 1 ή 2 κύκλους θεραπείας (1 κύκλος = 28 ημέρες), οι υπόλοιποι ασθενείς συνέχισαν τη θεραπεία με 100 mg/m2. Η κύρια έκβαση ως προς την αποτελεσματικότητα ήταν το ORR σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST v 1.0. Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης που παρατηρήθηκε ήταν 43,8%, το σύνολο του οποίου συνίστατο σε μερικές ανταποκρίσεις. Το 31,3% των ασθενών είχαν σταθερή νόσο για τουλάχιστον 8 εβδομάδες. Το Ποσοστό Ελέγχου της Νόσου, συμπεριλαμβανομένης της βέλτιστης ανταπόκρισης ή της Σταθερής Νόσου για διάστημα >24 εβδομάδων ήταν 75,0%. Σε αυτή τη μελέτη δεν υπάρχει εμπειρία με το Βανδετανίμπη σε ασθενείς ηλικίας 5-8 ετών.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση βανδετανίμπης, η απορρόφηση είναι βραδεία με τις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος να επιτυγχάνονται συνήθως σε διάμεσο χρόνο 6 ωρών, με εύρος 4-10 ώρες, μετά τη χορήγηση. Η βανδετανίμπη συσσωρεύεται περίπου κατά το οκταπλάσιο μετά από πολλαπλή χορήγηση, ενώ η σταθεροποιημένη κατάσταση (steady state) επιτυγχάνεται μετά από περίπου 2 μήνες.
Κατανομή Η βανδετανίμπη συνδέεται με την ανθρώπινη λευκωματίνη ορού και την άλφα-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη με την πρωτεϊνική σύνδεση in vitro να είναι περίπου 90%. Σε ex vivo δείγματα πλάσματος από ασθενείς με ορθοκολικό καρκίνο σε έκθεση σταθεροποιημένης κατάστασης μετά από 300 mg μια φορά ημερησίως, η μέση πρωτεϊνική σύνδεση ήταν 93,7% (εύρος 92,2 έως 95,7%). Η φαρμακοκινητική της βανδετανίμπης στη δόση των 300 mg σε ασθενείς με ΜΚΘ χαρακτηρίζεται από όγκο κατανομής περίπου 7450 l.
Βιομετασχηματισμός Μετά από του στόματος χορήγηση 14C-βανδετανίμπης, η αναλλοίωτη βανδετανίμπη και οι μεταβολίτες Ν-οξείδιο βανδετανίμπης και Ν-απομεθυλιωμένη βανδετανίμπη ανιχνεύτηκαν στο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα. Ένα συζευγμένο γλυκουρονίδιο ανιχνεύθηκε ως ήσσονος σημασίας μεταβολίτης μόνο στα απεκκρίματα. Η Ν-απομεθυλιωμένη βανδετανίμπη σχηματίζεται κυρίως από το CYP3A4 και το Ν-οξείδιο της βανδετανίμπης από τα ένζυμα της μονο-οξυγενάσης (FMO1 και FMO3), που περιέχουν φλαβίνη. Η Ν-απομεθυλιωμένη βανδετανίμπη και το Ν-οξείδιο βανδετανίμπης ανιχνεύονται στην κυκλοφορία σε συγκεντρώσεις περίπου 11% και 1,4% εκείνων της βανδετανίμπης.
Αποβολή Η φαρμακοκινητική της βανδετανίμπης στη δόση των 300 mg σε ασθενείς με ΜΚΘ χαρακτηρίζεται από κάθαρση περίπου 13,2 L/h και χρόνο ημίσειας ζωής πλάσματος περίπου 19 ημερών. Εντός περιόδου 21 ημερών μετά από εφάπαξ δόση 14C- βανδετανίμπης, ανακτήθηκε περίπου 69% από την οποία 44% στα κόπρανα και 25% στα ούρα. Η απέκκριση της δόσης ήταν βραδεία και περαιτέρω έκκριση μετά τις 21 ημέρες θα αναμενόταν με βάση το χρόνο ημίσειας ζωής πλάσματος.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Μια φαρμακοκινητική μελέτη εφάπαξ δόσης σε εθελοντές υπέδειξε ότι η έκθεση στη βανδετανίμπη είναι ενισχυμένη (έως 1,5, 1,6 και 2 φορές) σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, συγκριτικά με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (βλ. Δοσολογία, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Μια φαρμακοκινητική μελέτη εφάπαξ δόσης σε εθελοντές υπέδειξε ότι η ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρέασε την έκθεση στη βανδετανίμπη. Τα δεδομένα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη ορού υψηλότερη κατά 1,5 φορές από το ανώτατο φυσιολογικό όριο) είναι περιορισμένα (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επίδραση της τροφής Η έκθεση στη βανδετανίμπη δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Φαρμακοκινητική στον παιδιατρικό πληθυσμό Οι παράμετροι φαρμακοκινητικής της βανδετανίμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΜΚΘ ηλικίας 9-17 ετών ήταν παρόμοιες με τις παραμέτρους σε ενήλικες. Η έκθεση στη βανδετανίμπη σε παιδιά ηλικίας 5-8 ετών με σχετιζόμενες με γλοίωμα ενδείξεις ήταν συγκρίσιμη με την έκθεση σε ασθενείς με ΜΚΘ ηλικίας 9-18 ετών. Η χορήγηση 100 mg/m2/ημέρα στο πλαίσιο της υποδεικνυόμενης δοσολογίας (συνάρτηση της BSA) σε παιδιατρικούς ασθενείς οδηγεί σε παρόμοια έκθεση με εκείνην που επιτυγχάνεται σε ενήλικες με 300 mg ημερησίως.
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική Kατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικών κινασών, Κωδικός ATC: L01ΕX04 Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η βανδετανίμπη αποτελεί ισχυρό αναστολέα της τυροσινικής κινάσης…
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση βανδετανίμπης, η απορρόφηση είναι βραδεία με τις μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος να επιτυγχάνονται συνήθως σε διάμεσο χρόνο 6 ωρών, με εύρος 4-10 ώρες, μετά τη χορήγηση. Η βανδετανίμπη…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) · πριν την έναρξη, 1, 3, 6, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, μετά κάθε 3 μήνες για τουλάχιστον ένα έτος. Επίσης, κατά την περίοδο μετά τη μείωση της δόσης λόγω παράτασης QTc και διακοπής της δόσης για διάστημα μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων. Συχνή παρακολούθηση πρέπει να συνεχιστεί.
- Διάστημα QTc · πριν την έναρξη, 1, 3, 6, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, μετά κάθε 3 μήνες για τουλάχιστον ένα έτος. Επίσης, κατά την περίοδο μετά τη μείωση της δόσης λόγω παράτασης QTc και διακοπής της δόσης για διάστημα μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων. Συχνή παρακολούθηση πρέπει να συνεχιστεί.
- Κάλιο ορού (K⁺) · πριν την έναρξη, 1, 3, 6, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, μετά κάθε 3 μήνες για τουλάχιστον ένα έτος. Επίσης, κατά την περίοδο μετά τη μείωση της δόσης λόγω παράτασης QTc και διακοπής της δόσης για διάστημα μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων.
- Ασβέστιο ορού (Ca) · πριν την έναρξη, 1, 3, 6, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, μετά κάθε 3 μήνες για τουλάχιστον ένα έτος. Επίσης, κατά την περίοδο μετά τη μείωση της δόσης λόγω παράτασης QTc και διακοπής της δόσης για διάστημα μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων.
- Μαγνήσιο ορού (Mg) · πριν την έναρξη, 1, 3, 6, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, μετά κάθε 3 μήνες για τουλάχιστον ένα έτος. Επίσης, κατά την περίοδο μετά τη μείωση της δόσης λόγω παράτασης QTc και διακοπής της δόσης για διάστημα μεγαλύτερο των δύο εβδομάδων.
- Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) · πριν την έναρξη, 1, 3, 6, 12 εβδομάδες μετά την έναρξη, μετά κάθε 3 μήνες για τουλάχιστον ένα έτος
- Οδοντιατρικός έλεγχος · Πριν την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκειά της
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | επιπλέον παρακολούθηση | Διάρροια, αφυδάτωση, ηλεκτρολυτική διαταραχή, νεφρική δυσλειτουργία |
| Αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | περιοδικά | — |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | επιπλέον παρακολούθηση | Διάρροια, αφυδάτωση, ηλεκτρολυτική διαταραχή, νεφρική δυσλειτουργία |
| συχνότερα | Διάρροια |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | παρακολούθηση | — |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Διάστημα QT | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | στενή παρακολούθηση | Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥30 έως <50 ml/min) |
| Διάστημα QTc | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | συχνότερα | Διάρροια |
| Διορθωμένο διάστημα QT (QTc) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | επιπλέον παρακολούθηση | Διάρροια, αφυδάτωση, ηλεκτρολυτική διαταραχή, νεφρική δυσλειτουργία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Το ZD-6474 είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός αναστολέας των τυροσινικών κινασών VEGFR (υποδοχέας του αυξητικού παράγοντα αγγειακής ενδοθηλίου), EGFR (υποδοχέας του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα) και RET (αναδιατεταγμένος κατά τη μεταφάνεια).
Η σηματοδότηση που εξαρτάται από VEGFR και EGFR είναι κλινικά επικυρωμένες οδοί στον καρκίνο, συμπεριλαμβανομένου του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (NSCLC).
Η δραστηριότητα RET είναι σημαντική σε ορισμένους τύπους καρκίνου του θυρεοειδούς, και τα πρώιμα δεδομένα με βαντετανίμπη σε μυελοειδή καρκίνο του θυρεοειδούς οδήγησαν σε ορφανική ονομασία φαρμάκου από τις ρυθμιστικές αρχές στις ΗΠΑ και την ΕΕ.
- In vitro, η βαντετανίμπη ανέστειλε την κίνηση της φωσφορυλίωσης της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα που διεγείρεται από τον επιδερμικό αυξητικό παράγοντα (EGF) σε καρκινικά κύτταρα και ενδοθηλιακά κύτταρα, καθώς και την κίνηση της φωσφορυλίωσης της τυροσινικής κινάσης που διεγείρεται από τον VEGF σε ενδοθηλιακά κύτταρα.
- Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η βαντετανίμπη αναστέλλει τη δραστηριότητα της τυροσινικής κινάσης των οικογενειών EGFR και VEGFR, RET, BRK, TIE2, και μελών των οικογενειών υποδοχέων EPH και Src. Αυτές οι τυροσινικές κινάσες υποδοχέων εμπλέκονται τόσο στη φυσιολογική κυτταρική λειτουργία όσο και σε παθολογικές διεργασίες όπως η ογκογένεση, η μετάσταση, η αγγειογένεση του όγκου και η διατήρηση του μικροπεριβάλλοντος του όγκου.
- Επιπλέον, ο N-δεσμεθυλιωμένος μεταβολίτης του φαρμάκου, που αντιπροσωπεύει 7 έως 17.1% της έκθεσης στη βαντετανίμπη, έχει παρόμοια ανασταλτική δράση με την μητρική ένωση για τους υποδοχείς VEGF (KDR και Flt-1) και EGFR.
Η ογκογονική μετατροπή της τυροσινικής κινάσης RET /αναδιατεταγμένη κατά τη μεταφάνεια/ είναι ένα συχνό χαρακτηριστικό του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς (MTC). Η βαντετανίμπη είναι ένας αναστολέας δέσμευσης ATP των κινασών RET, του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (EGFR) και των υποδοχέων του αυξητικού παράγοντα ενδοθηλίου. Σε αυτή τη μελέτη, μελετήθηκε ο μηχανισμός δράσης της βαντετανίμπης σε ανθρώπινες κυτταρικές σειρές MTC TT και MZ-CRC-1, που φέρουν την μετάλλαξη RET κυστεΐνη 634 σε τρυπτοφάνη (C634W) και μεθειονίνη 918 σε θρεονίνη (M918T) αντίστοιχα.
Η βαντετανίμπη παρήγαγε αμβλύνον ανασταλτικό αποτέλεσμα στην κυτταρική διαίρεση MTC και στη φωσφορυλίωση RET, Shc και p44/p42 μιτογόνου-ενεργοποιούμενης πρωτεΐνης κινάσης (MAPK). Η μονομερής μείωση του υποδοχέα μέσω RNA παρεμβολής έδειξε ότι τα κύτταρα MTC εξαρτώνταν από την RET για τη διαίρεσή τους. Η υιοθετημένη έκφραση του ανθεκτικού στη βαντετανίμπη μεταλλαγμένου RET V804M ανέκτησε τη διαίρεση των κυττάρων TT υπό αγωγή με βαντετανίμπη, δείχνοντας ότι η RET είναι ένας βασικός στόχος της βαντετανίμπης σε αυτά τα κύτταρα MTC. Μετά την αναστολή της RET, η υιοθετημένη διέγερση του EGFR ανέκτησε μερικώς τη διαίρεση των κυττάρων TT, τη σηματοδότηση MAPK και την έκφραση γονιδίων σχετικών με τον κυτταρικό κύκλο. Αυτό υποδηλώνει ότι η ταυτόχρονη αναστολή της RET και του EGFR από τη βαντετανίμπη μπορεί να υπερνικήσει τον κίνδυνο τα κύτταρα MTC να ξεφύγουν από τον αποκλεισμό της RET μέσω αντισταθμιστικής υπερενεργοποίησης του EGFR.
Η αναδιατεταγμένη κατά τη μεταφάνεια (RET) εκφράζεται ευρέως στα νευροβλαστώματα (NB) και συμβάλλει εν μέρει στην υψηλή μεταστατική ικανότητα και επιβίωση των NB. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να διερευνηθεί εάν η βαντετανίμπη (αναστολέας RET) αναστέλλει τη διαίρεση, τη μετανάστευση και την εισβολή των κυττάρων NB in vitro. Αξιολογήθηκαν in vitro οι επιδράσεις της βαντετανίμπης στην κυτταρική διαίρεση, την απόπτωση και τον κυτταρικό κύκλο, καθώς και στη φωσφορυλίωση RET των κυττάρων SK-N-SH και SH-SY5Y. Η ικανότητα μετανάστευσης και εισβολής των κυττάρων NB που έλαβαν αγωγή με βαντετανίμπη αναλύθηκε χρησιμοποιώντας δοκιμασίες μετανάστευσης και εισβολής κυττάρων Transwell, αντίστοιχα. Χρησιμοποιήθηκαν qPCR, Western blotting και ανοσοφθορισμός για την ανίχνευση επιπέδων mRNA και πρωτεΐνης σε κυτταρικές σειρές NB που έλαβαν αγωγή με βαντετανίμπη.
Τα δεδομένα μας έδειξαν ότι η βαντετανίμπη αναστέλλει τη διαίρεση των κυττάρων SK-N-SH και SH-SY5Y και ότι αυτή η αναστολή μεσολαβείται από την επαγωγή διακοπής του κυτταρικού κύκλου στη φάση G1 σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις και από απόπτωση σε υψηλότερες συγκεντρώσεις. Παρουσία βαντετανίμπης, η μετανάστευση και η εισβολή των δύο κυτταρικών σειρών NB μειώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (p<0.01).
Επιπλέον, τα δεδομένα μας έδειξαν ότι τα επίπεδα έκφρασης mRNA του υποδοχέα χημειοκίνης C-X-C τύπου 4 (CXCR4) και της μεταλλοπρωτεΐνάσης 14 (MMP14) στις κυτταρικές σειρές NB που έλαβαν αγωγή με βαντετανίμπη ήταν σημαντικά χαμηλότερα από αυτά στα κύτταρα που έλαβαν αγωγή με φορέα (p<0.01) και παρόμοια αποτελέσματα λήφθηκαν για τα επίπεδα πρωτεΐνης, όπως προσδιορίστηκε με Western blotting και ανοσοφθορισμό.
Η βαντετανίμπη μπορεί να αναστέλλει τη διαίρεση, τη μετανάστευση και την εισβολή των κυτταρικών σειρών NB in vitro. Οι πιθανοί μηχανισμοί για την αναστολή της μετανάστευσης και εισβολής NB από τη βαντετανίμπη μπορεί να αποδοθούν εν μέρει στην ικανότητα της βαντετανίμπης να καταστέλλει την έκφραση των CXCR4 και MMP14 σε ανθρώπινες κυτταρικές σειρές NB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Αργή - οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από μέσο όρο 6 ωρών. Σε πολλαπλές δόσεις, η βαντετανίμπη συσσωρεύεται περίπου 8 φορές, με την κατάσταση ισορροπίας να επιτυγχάνεται μετά από περίπου 3 μήνες.
Περίπου το 69% ανακτήθηκε 21 ημέρες μετά από εφάπαξ δόση βαντετανίμπης. Το 44% βρέθηκε στα κόπρανα και το 25% στα ούρα.
Vd περίπου 7450 L.
Η βαντετανίμπη συνδέεται με ανθρώπινη λευκωματίνη ορού και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη με in vitro πρωτεϊνική πρόσδεση περίπου 90%. Σε ex vivo δείγματα πλάσματος από ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου σε κατάσταση ισορροπίας μετά από 300 mg μία φορά την ημέρα, το μέσο ποσοστό πρωτεϊνικής πρόσδεσης ήταν 94%.
Εντός 21 ημερών μετά από εφάπαξ δόση 14C-βαντετανίμπης, ανακτήθηκε περίπου 69% με 44% στα κόπρανα και 25% στα ούρα. Η απέκκριση της δόσης ήταν αργή και αναμένεται περαιτέρω απέκκριση πέραν των 21 ημερών με βάση τον χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα.
Η βαντετανίμπη δεν ήταν υπόστρωμα της hOCT2 που εκφράζεται σε κύτταρα HEK293. Η βαντετανίμπη αναστέλλει την πρόσληψη του εκλεκτικού δείγματος υπόστρωματος OCT2 14C-κρεατινίνη από κύτταρα HEK-OCT2, με μέση IC50 2.1 μg/mL. Αυτή είναι υψηλότερη από τις συγκεντρώσεις βαντετανίμπης στο πλάσμα (0.81 μg/mL) που παρατηρήθηκαν μετά από πολλαπλές δόσεις 300 mg. Η αναστολή της νεφρικής απέκκρισης της κρεατινίνης από τη βαντετανίμπη εξηγεί τις αυξήσεις στην κρεατινίνη του πλάσματος που παρατηρούνται σε ανθρώπους που λαμβάνουν βαντετανίμπη.
Μετά από από του στόματος χορήγηση του Caprelsa, η απορρόφηση είναι αργή με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να επιτυγχάνονται τυπικά σε μέσο όρο 6 ωρών, εύρος 4-10 ωρών, μετά τη χορήγηση. Η βαντετανίμπη συσσωρεύεται περίπου 8 φορές σε πολλαπλές δόσεις με την κατάσταση ισορροπίας να επιτυγχάνεται σε περίπου 3 μήνες. Η έκθεση στη βαντετανίμπη δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Η πρωτεϊνική πρόσδεση της 14C-βαντετανίμπης στο πλάσμα ποντικών, αρουραίων, κουνελιών, σκύλων και ανθρώπων ήταν μέτρια, από 83 έως 90%. Η κατανομή στους ιστούς της βαντετανίμπης ή/και των μεταβολιτών σε χρωματιστούς και μη χρωματιστούς αρσενικούς αρουραίους μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση ήταν αργή αλλά εκτεταμένη, και συμβατή με το πρότυπο κατανομής μιας λιπόφιλης ένωσης. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις της βαντετανίμπης ή/και των μεταβολιτών της παρατηρήθηκαν στην πλειονότητα των ιστών στις 6-8 ώρες μετά τη χορήγηση. Η κατανομή της ραδιενέργειας στον εγκέφαλο ήταν εμφανής. Παρατηρήθηκε κατακράτηση ραδιενέργειας σε χρωματιστούς ιστούς, υποδηλώνοντας συγγένεια με τη μελανίνη. Παρατηρήθηκε σημαντική κατανομή ραδιενέργειας στο γάλα θηλαζουσών αρουραίων και στη συνέχεια στο πλάσμα των θηλαζόντων νεογνών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ανέπαφη βαντετανίμπη και οι μεταβολίτες βαντετανίμπη N-οξείδιο και N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπη ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα. Η N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπη παράγεται κυρίως από CYP3A4, και το βαντετανίμπη-N-οξείδιο παράγεται κυρίως από ένζυμα φλαβίνης-περιεχόμενης μονοοξυγενάσης FMO1 και FMO3.
Ο μεταβολισμός της βαντετανίμπης φάνηκε να είναι παρόμοιος στα τοξικολογικά είδη, αρουραίο και σκύλο, καθώς και σε ποντικό και άνθρωπο. Οι 2 κύριοι μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν στα εκκρίματα ήταν η N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπη και το βαντετανίμπη-N-οξείδιο. Σε ποντικό, αναγνωρίστηκε επίσης ένας μικρός μεταβολίτης ως O-δεσαλκυλ-βαντετανίμπη γλυκουρονίδιο. Ένα συζυγές γλυκουρονιδίου ανιχνεύθηκε επίσης στα ανθρώπινα ούρα. Ο μεταβολισμός, καθώς και η χολική απέκκριση, φαίνεται να είναι οι πιο σημαντικοί για την εξάλειψη της βαντετανίμπης σε προκλινικά είδη.
Μελέτες αναγνώρισης CYP in vitro υποδηλώνουν ότι η CYP3A4 εμπλέκεται στον σχηματισμό της N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπης. Το βαντετανίμπη-N-οξείδιο σχηματίζεται μέσω των FMO1 και FMO3 (FMO=φλαβίνη μονοοξυγενάση). Και τα δύο αυτά ένζυμα βρίσκονται επίσης στα νεφρά, υποδεικνύοντας ότι η νεφρική απέκκριση μπορεί να συμβάλλει στην κάθαρση της βαντετανίμπης.
Μετά από από του στόματος χορήγηση 14C-βαντετανίμπης, ανέπαφη βαντετανίμπη και οι μεταβολίτες βαντετανίμπη N-οξείδιο και N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπη ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα. Ένα συζυγές γλυκουρονιδίου παρατηρήθηκε ως μικρός μεταβολίτης μόνο στα εκκρίματα. Η N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπη παράγεται κυρίως από CYP3A4 και το βαντετανίμπη-N-οξείδιο από ένζυμα φλαβίνης-περιεχόμενης μονοοξυγενάσης FMO1 και FMO3. Η N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπη και το βαντετανίμπη-N-οξείδιο κυκλοφορούν σε συγκεντρώσεις περίπου 7-17% και 1.4-2.2%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τη βαντετανίμπη.
… Στο πλάσμα, οι συγκεντρώσεις της συνολικής ραδιενέργειας ήταν υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις της βαντετανίμπης σε όλες τις χρονικές στιγμές, υποδεικνύοντας την παρουσία κυκλοφορούντων μεταβολιτών. Ανέπαφη βαντετανίμπη και 2 αναμενόμενοι μεταβολίτες (N-δεσμεθυλ-βαντετανίμπη και βαντετανίμπη N-οξείδιο) ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα. Ένας περαιτέρω ιχνηλάτης μικρού μεταβολίτη (συζυγές γλυκουρονιδίου) βρέθηκε στα ούρα και τα κόπρανα. … Ανέπαφη βαντετανίμπη και οι μεταβολίτες N-δεσμεθυλ και N-οξείδιο ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Μέση τιμή ημίσειας ζωής 19 ημέρες.
… Το Caprelsa στη δόση 300 mg σε ασθενείς με μυελοειδή καρκίνο του θυρεοειδούς (MTC) χαρακτηρίζεται από … μέση τιμή πλασματικής ημίσειας ζωής 19 ημερών.
… Η βαντετανίμπη απορροφήθηκε και απεκκρίθηκε αργά με ημίσεια ζωή περίπου 10 ημερών μετά από εφάπαξ από του στόματος δόσεις.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
YO460OQ37K
VANDETANIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Κινάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεϊνικών Κινασών
Η Βαντετανίμπη είναι Αναστολέας Κινάσης. Ο μηχανισμός δράσης της βαντετανίμπης είναι ως Αναστολέας Πρωτεϊνικών Κινασών.
YO460OQ37K
VANDETANIB
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Κινάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεϊνικών Κινασών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2
Η Βαντετανίμπη είναι Αναστολέας Κινάσης. Ο μηχανισμός δράσης της βαντετανίμπης είναι ως Αναστολέας Πρωτεϊνικών Κινασών, και Αναστολέας P-Γλυκοπρωτεΐνης, και Αναστολέας Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2.
VANDETANIB
Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]; Αναστολείς Πρωτεϊνικών Κινασών [MoA]; Αναστολέας Κινάσης [EPC]; Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]