EXFORGE HCT
valsartan, amlodipine and hydrochlorothiazide
εξφοργε hcτ
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10+160+12,5 / TAB | 13.32 € | |
| 10+160+25 / TAB | 14.56 € | |
| 5+160+12,5 / TAB | 11.56 € | |
| 5+160+25 / TAB | 13.49 € | |
| 10 / TAB | 21.71 € |
EXFORGE HCT — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος χρήση
- Χορήγηση: την ίδια ώρα της ημέρας και κατά προτίμηση το πρωί
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίο την ημέραΜέγ. δόση10 mg/320 mg/25 mgΗ δόση θα πρέπει να βασίζεται στις δόσεις των μεμονωμένων συστατικών του συνδυασμού κατά την περίοδο της αλλαγής. Μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.
-
Ασθενείς με ανουρίαΑντενδείκνυται
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <30 ml/min/1,73 m2)Αντενδείκνυται
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της αρχικής δόσης
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόστασηΜέγ. δόση80 mg βαλσαρτάνηςΤο Amlodipine+Valsartan+Hydrochlorothiazide/Valsartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν είναι κατάλληλο σε αυτή την ομάδα ασθενών. Κατά την αλλαγή, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη διαθέσιμη δόση αμλοδιπίνης σε συνδυασμό.
-
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσοΣυνιστάται προσοχή, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση (10 mg/320 mg/25 mg).
-
Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)Συνιστάται προσοχή, συμπεριλαμβανομένου του συχνότερου ελέγχου της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση (10 mg/320 mg/25 mg). Κατά την αλλαγή, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη διαθέσιμη δόση αμλοδιπίνης σε συνδυασμό.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)Δεν υπάρχει σχετική χρήση για την ένδειξη της ιδιοπαθούς υπέρτασης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε λοιπά σουλφοναμιδικά παράγωγα, σε παράγωγα των διυδροπυριδινών ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
-
Ηπατική δυσλειτουργία, χολική κίρρωση ή χολόσταση
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (Ρυθμός Σπειραματικής Διήθησης- GFR <30 ml/min/1,73 m2), ανουρία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμία
-
Υπερασβεστιαιμία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υπερτασική κρίσηπροσοχήΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αμλοδιπίνης σε υπερτασική κρίση δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπονατριαιμία ή/και μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο (π.χ. όσοι λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών)Το φάρμακο θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από διόρθωση τυχόν προϋπάρχουσας υπονατριαιμίας ή/και μειωμένου ενδοαγγειακού όγκου. Εάν εμφανιστεί σοβαρή υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε ύπτια θέση και εάν είναι απαραίτητο, να του χορηγείται φυσιολογικός ορός σε ενδοφλέβια έγχυση. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί μόλις σταθεροποιηθεί η αρτηριακή πίεση του ασθενούς.
-
Υπερκαλιαιμίαδεν συνιστάταιΗ ταυτόχρονη χρήση με συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου (ηπαρίνη κτλ), δεν συνιστάται.
-
ΥποκαλιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καταστάσεις αυξημένης απώλειας καλίου (νεφροπάθειες με απώλεια καλίου, προνεφρική (καρδιογενή) νεφρική δυσλειτουργία)Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινάει μόνο μετά την αντιμετώπιση της υποκαλιαιμίας και οποιασδήποτε συνυπάρχουσας υπομαγνησιαιμίας. Τα θειαζιδικά διουρητικά θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Αν η υποκαλιαιμία αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια θεραπείας, το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται μέχρι τη διόρθωση και σταθεροποίηση των επιπέδων του καλίου.
-
Υπονατριαιμία (σοβαρή ή ταχεία)προσοχήΗ θεραπεία με υδροχλωροθειαζίδη θα πρέπει να ξεκινάει μόνο μετά την αντιμετώπιση της προϋπάρχουσας υπονατριαιμίας. Σε περίπτωση που αναπτύσσεται σοβαρή ή ταχεία υπονατριαιμία, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί μέχρι η νατριαιμία να φτάσει στα φυσιολογικά επίπεδα.
-
ΑζωθαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νεφρική νόσοΤα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να επισπεύσουν την αζωθαιμία. Το φάρμακο αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, ανουρία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. Αντενδείξεις). Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (GFR ≥30 ml/min/1,73 m2).
-
Στένωση των νεφρικών αρτηριώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση σε μονήρη νεφρόΤο φάρμακο θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, καθώς η ουρία αίματος και η κρεατινίνη ορού μπορεί να αυξηθεί.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν πρόσφατα σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με την ασφάλεια της χρήσης του φαρμάκου.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόστασηΗ μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 80 mg βαλσαρτάνης και επομένως, το φάρμακο δεν είναι κατάλληλο σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
-
ΑγγειοοίδημαπροσοχήΤο φάρμακο πρέπει να διακοπεί αμέσως σε ασθενείς που αναπτύσσουν αγγειοοίδημα και δεν πρέπει να χορηγείται εκ νέου.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΕυπαθή άτομα, ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΕίναι πιθανό να παρατηρηθούν μεταβολές της νεφρικής λειτουργίας. Η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ και ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης έχει συνδεθεί με ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωθαιμία και (σπάνια) με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και/ή θάνατο. Οι αναστολείς διαύλων ασβεστίου (όπως η αμλοδιπίνη) θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνητότητας.
-
Στεφανιαία νόσος / Μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και στεφανιαία νόσο, ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση (10 mg/320 mg/25 mg)Η αξιολόγηση των ασθενών πρέπει πάντα να περιλαμβάνει εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας. Συνιστάται προσοχή, εφόσον τα διαθέσιμα δεδομένα σε αυτούς τους πληθυσμούς ασθενών είναι περιορισμένα.
-
Στένωση της αορτικής και της μιτροειδούς βαλβίδαςπροσοχήΕνδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας ή σημαντική αορτική στένωση που δεν είναι υψηλού βαθμού.
-
ΚύησηαντενδείκνυταιΟι Ανταγωνιστές των Υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ) δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με ΑΥΑΙΙ θα πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςδεν συνιστάταιΟι ασθενείς δεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με τον ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ βαλσαρτάνη, καθώς το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης δεν είναι ενεργοποιημένο. Το φάρμακο δεν συνιστάται.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΤα θειαζιδικά διουρητικά, συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης, μπορεί να προκαλέσουν εξάρσεις ή ενεργοποιήσουν τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.
-
Διαταραχές ανοχής στη γλυκόζηπροσοχήΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείςΤα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να μεταβάλουν την ανοχή στη γλυκόζη. Ενδέχεται να απαιτηθούν αναπροσαρμογές της δόσης της ινσουλίνης ή των λαμβανόμενων από το στόμα υπογλυκαιμικών παραγόντων.
-
Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων και ουρικού οξέοςΤα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα αυτά στον ορό.
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμία / Ουρική αρθρίτιδααντενδείκνυταιΤο φάρμακο αντενδείκνυται σε συμπτωματική υπερουριχαιμία. Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα ουρικού οξέος ορού και να προκαλέσει ή να επιδεινώσει υπερουριχαιμία καθώς και να επισπεύσει την εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας σε ευαίσθητους ασθενείς.
-
ΥπερασβεστιαιμίααντενδείκνυταιΤο φάρμακο αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερασβεστιαιμία και μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο μετά τη διόρθωση οποιασδήποτε προϋπάρχουσας υπερασβεστιαιμίας. Το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται εάν αναπτυχθεί υπερασβεστιαιμία κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Λανθάνων υπερπαραθυρεοειδισμόςΟι θειαζίδες θα πρέπει να διακοπούν πριν τη διεξαγωγή ελέγχων της λειτουργίας του παραθυρεοειδούς.
-
ΦωτοευαισθησίαπροσοχήΣε περίπτωση που παρουσιαστεί φωτοευαισθησία, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας. Εάν κριθεί απαραίτητη η εκ νέου χορήγηση, συνιστάται η προστασία περιοχών που εκτίθενται στον ήλιο ή σε τεχνητή UVA (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Οφθαλμικές διαταραχές (αποκόλληση χοριοειδούς, οξεία παροδική μυωπία, οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργίας στις σουλφοναμίδες ή την πενικιλίνη (παράγοντες κινδύνου)Η κύρια θεραπεία είναι η διακοπή της υδροχλωροθειαζίδης όσο το δυνατόν ταχύτερα. Έγκαιρη ιατρική ή χειρουργική θεραπεία μπορεί να χρειαστεί αν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει ανεξέλεγκτη.
-
ΥπερευαισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν εμφανίσει προηγούμενη υπερευαισθησία σε άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, ασθενείς με αλλεργία και άσθμα (πιθανότερες αντιδράσεις στην υδροχλωροθειαζίδη)Θα πρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Χρήση σε ηλικιωμένουςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών και άνω), ιδιαίτερα στη μέγιστη δόση (10 mg/320 mg/25 mg)Συνιστάται προσοχή, συμπεριλαμβανομένου του συχνότερου ελέγχου της αρτηριακής πίεσης.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)δεν συνιστάταιΗ ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, ΑΥΑΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Εάν θεωρείται απολύτως απαραίτητη, μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος (NMSC)προσοχήΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο, να ελέγχουν το δέρμα τους για νέες βλάβες και να αναφέρουν ύποπτες. Συνιστάται η λήψη προληπτικών μέτρων (περιορισμένη έκθεση στον ήλιο/UVA, χρήση προστασίας). Οι ύποπτες βλάβες πρέπει να εξετάζονται ιστολογικά. Σε ασθενείς με ιστορικό NMSC, ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και κίνδυνος τοξικότηταςΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο και άλλες ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίουπαρακολούθησηΑύξηση επιπέδων καλίου στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται συχνή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στο πλάσμα.
-
Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση βιοδιαθεσιμότητας αμλοδιπίνης, με αποτέλεσμα αύξηση αντιυπερτασικού αποτελέσματοςΣύστασηΔεν συνιστάται η χορήγηση.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη, αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, μακρολίδια, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη)παρακολούθησηΣημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνηΣύστασηΜπορεί να απαιτείται κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δοσολογίας, ιδίως στους ηλικιωμένους.
-
Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, φωσφαινυτοΐνη, πριμιδόνη, ριφαμπικίνη, υπερικόν το διάτρητον)παρακολούθησηΠοικιλία στη συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΘα πρέπει να παρακολουθείται η αρτηριακή πίεση και να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο ρύθμισης της δόσης τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την ταυτόχρονη φαρμακευτική χορήγηση, ιδιαιτέρως με ισχυρούς επαγωγείς.
-
προσοχήΑύξηση 77% της έκθεσης στη σιμβαστατίνη με 10 mg αμλοδιπίνης και 80 mg σιμβαστατίνηςΣύστασηΣυνιστάται να περιοριστεί η δόση της σιμβαστατίνης σε 20 mg ημερησίως.
-
Δαντρολένιο (έγχυση)αντένδειξηΚίνδυνος υπερκαλιαιμίας, θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιογενής καταπληξία σε ζώαΣύστασηΣυνιστάται η αποφυγή συγχορήγησης σε ασθενείς επιρρεπείς σε κακοήγη υπερθερμία και στην αντιμετώπιση της κακοήθους υπερθερμίας.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, ακετυλοσαλικυλικού οξέος (>3 g/ημέρα) και μη εκλεκτικών ΜΣΑΦπαρακολούθησηΕξασθένηση αντιυπερτασικής δράσης, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας, αύξηση καλίου ορούΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη και επαρκής ενυδάτωση.
-
Αναστολείς του μεταφορέα πρόσληψης (ριφαμπικίνη, κυκλοσπορίνη) ή του μεταφορέα εκροής (ριτοναβίρη)παρακολούθησηΑύξηση της συστηματικής έκθεσης στη βαλσαρτάνη
-
Οινόπνευμα, βαρβιτουρικά ή ναρκωτικάπροσοχήΕνίσχυση της ορθοστατικής υπότασης
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών της αμανταδίνης
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντες και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν την κινητικότητα του στομάχουπροσοχήΑύξηση βιοδιαθεσιμότητας θειαζιδικών διουρητικών (από αντιχολινεργικά), ή μείωση (από προκινητικά)
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (π.χ. ινσουλίνη, λαμβανόμενοι από το στόμα αντιδιαβητικοί παράγοντες), ΜετφορμίνηπροσοχήΜεταβολή ανοχής στη γλυκόζη, κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης με μετφορμίνη λόγω νεφρικής ανεπάρκειαςΣύστασηΜπορεί να είναι απαραίτητη η αναπροσαρμογή της δοσολογίας του αντιδιαβητικού. Η μετφορμίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Β-αναστολείς και διαζοξίδηπροσοχήΑύξηση κινδύνου υπεργλυκαιμίας, ενίσχυση υπεργλυκαιμικής επίδρασης διαζοξίδης
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου υπερουριχαιμίας και επιπλοκών ουρικής αρθρίτιδας
-
Κυτταροτοξικοί παράγοντες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΜείωση νεφρικής αποβολής κυτταροτοξικών παραγόντων και ενίσχυση μυελοκατασταλτικών επιδράσεων
-
Γλυκοσίδες δακτυλίτιδαςπροσοχήΕυνοϊκή εκδήλωση καρδιακών αρρυθμιών λόγω υποκαλιαιμίας ή υπομαγνησιαιμίας
-
Σκιαγραφικοί παράγοντες ιωδίουπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδάτωσηΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατωθούν εκ νέου πριν από τη χορήγηση.
-
Ρητίνες ανταλλαγής ιόνων (χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη)προσοχήΜείωση απορρόφησης θειαζιδικών διουρητικώνΣύστασηΧορήγηση υδροχλωροθειαζίδης τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 4-6 ώρες μετά τις ρητίνες.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το επίπεδο του καλίου στον ορό (καλιουρητικά διουρητικά, κορτικοστεροειδή, υπακτικά, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, πενικιλλίνη G, παράγωγα σαλικυλικού οξέος, αντιαρρυθμικά)παρακολούθησηΑύξηση της υποκαλιαιμικής επίδρασης της υδροχλωροθειαζίδηςΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το επίπεδο του νατρίου στον ορό (αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αντιεπιληπτικά)προσοχήΕνίσχυση της υπονατριαιμικής δράσης των διουρητικώνΣύστασηΕνδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη μακροχρόνια χορήγηση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να προκαλέσουν πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία (torsades de pointes) (ιδίως αντιαρρυθμικά κλάσεως Ια και ΙΙΙ και μερικά αντιψυχωσικά)προσοχήΚίνδυνος υποκαλιαιμίας και επακόλουθη torsades de pointesΣύστασηΗ υδροχλωροθειαζίδη πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας (προβενεσίδη, σουλφινοπυραζόνη, αλλοπουρινόλη)προσοχήΑναπροσαρμογές δόσεων ουρικοζουρητικών, αυξημένη επίπτωση αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόληΣύστασηΕνδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογές των δόσεων των ουρικοζουρητικών. Μπορεί να χρειαστεί αύξηση της δόσης της προβενεσίδης ή της σουλφινοπυραζόνης.
-
ΜεθυλντόπαπροσοχήΑιμολυτική αναιμία
-
Μη εκπολωτικά χαλαρωτικά των σκελετικών μυών (π.χ. τουβοκουραρίνη)προσοχήΕνίσχυση της δράσης των παραγώγων του κουραρίου
-
Άλλα αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΕνίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης
-
Αμίνες που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νοραδρεναλίνη, αδρεναλίνη)προσοχήΜείωση της ανταπόκρισης στις αγγειοσυσπαστικές αμίνες
-
Βιταμίνη D και άλατα ασβεστίουπροσοχήΕνίσχυση της αύξησης του ασβεστίου του ορού, κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας
-
Διπλός αποκλεισμός του ΣΡΑΑ με ΑΥΑ, αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένηαντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβάντων (υπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία, οξεία νεφρική βλάβη), αυξημένος κίνδυνος καρδιαγγειακού θανάτου και εγκεφαλικού επεισοδίουΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, ιδίως σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Αιμολυτική αναιμία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης μειωμένα
- Θρομβοπενία, μερικές φορές με πορφύρα
- Υπερευαισθησία
- Ανορεξία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερλιπιδαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Μείωση σωματικού βάρους
- Υποχλωριαιμική αλκάλωση
- Επιδείνωση της διαβητικής μεταβολικής κατάστασης
- Κατάθλιψη
- Διακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσης
- Σύγχυση
- Αϋπνία/διαταραχές ύπνου
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Εξωπυραμιδικό σύνδρομο
- Κεφαλαλγία
- Υπερτονία
- Λήθαργος
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Τρόμος
- Υπαισθησία
- Ίλιγγος
- Ζάλη θέσης, ζάλη προσπάθειας
- Περιφερική νευροπάθεια, νευροπάθεια
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής-γωνίας
- Μείωση οπτικής οξύτητας
- Οπτική διαταραχή
- Αποκόλληση χοριοειδούς
- Εμβοή
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αρρυθμίες (συμπεριλαμβάνεται η βραδυκαρδία, η κοιλιακή ταχυκαρδία και η κολπική μαρμαρυγή)
- Έξαψη
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Ρινίτιδα
- Ερεθισμός του λαιμού
- Αναπνευστική δυσχέρεια, πνευμονικό οίδημα, πνευμονίτιδα
- Κοιλιακή δυσφορία, άλγος στην άνω κοιλιακή χώρα
- Μεταβολή εντερικών συνηθειών
- Απόπνοια
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Υπερπλασία ούλων
- Ναυτία
- Παγκρεατίτιδα
- Έμετος
- Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της χολερυθρίνης αίματος
- Ενδοηπατική χολόσταση, ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Εξάνθημα
- Υπερίδρωση
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κνησμός
- Πορφύρα
- Αποχρωματισμός δέρματος
- Κνίδωση
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Δερματικές αντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκο, επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου
- Νεκρωτική αγγειίτιδα και τοξική επιδερμική νέκρωση
- Οίδημα Quincke
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Μυϊκός σπασμός
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυαλγία
- Άλγος στα άκρα
- Οίδημα στις αρθρώσεις
- Οίδημα σφυρών
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αύξηση ουρίας αίματος
- Αύξηση ουρικού οξέος αίματος
- Αύξηση καλίου αίματος
- Διαταραχή ούρησης
- Νυκτουρία
- Πολλακιουρία
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Γλυκοζουρία
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Αβασία, διαταραχή βαδίσματος
- Δυσφορία, αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Μη καρδιακό θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Άλγος
- Πυρεξία
- Αύξηση λιπιδίων
- Μείωση καλίου αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑύξηση λιπιδίωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑύξηση ουρικού οξέος αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜείωση καλίου αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημα σφυρώνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποχλωριαιμική αλκάλωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑβασία, διαταραχή βαδίσματοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπόπνοιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνία/διαταραχές ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑύξηση καλίου αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία, αίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΖάλη θέσης, ζάλη προσπάθειαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορία, άλγος στην άνω κοιλιακή χώραΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜείωση οπτικής οξύτηταςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜείωση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜεταβολή εντερικών συνηθειώνΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜη καρδιακό θωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα στις αρθρώσειςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔερματικές αντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκο, επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση της διαβητικής μεταβολικής κατάστασηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστική δυσχέρεια, πνευμονικό οίδημα, πνευμονίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρρυθμίες (συμπεριλαμβάνεται η βραδυκαρδία, η κοιλιακή ταχυκαρδία και η κολπική μαρμαρυγή)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της χολερυθρίνης αίματοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΕνδοηπατική χολόσταση, ίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενία, μερικές φορές με πορφύραΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝεκρωτική αγγειίτιδα και τοξική επιδερμική νέκρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθεια, νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία ούλωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης μειωμέναΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑποκόλληση χοριοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΟίδημα QuinckeΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΟξύ γλαύκωμα κλειστής-γωνίαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση του Amlodipine+Valsartan+Hydrochlorothiazide/Valsartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της κύησης λόγω της βαλσαρτάνης και της υδροχλωροθειαζίδης. Η αμλοδιπίνη συνιστάται μόνο αν δεν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική. Η έκθεση σε ΑΥΑΙΙ κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο προκαλεί εμβρυοτοξικότητα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την εμβρυο-πλακουντική άρδευση και να προκαλέσει ίκτερο, διαταραχές ηλεκτρολυτών και θρομβοπενία.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα (3-7%, μέγ. 15%) με άγνωστη επίδραση στα βρέφη. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη βαλσαρτάνη. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες, αλλά σε υψηλές δόσεις μπορεί να αναστείλει την παραγωγή γάλακτος. Δεν συνιστάται η χρήση του συνδυασμού. Εάν χρησιμοποιηθεί, να χορηγείται στη χαμηλότερη δυνατή δοσολογία. Προτείνονται εναλλακτικές θεραπείες, ειδικά για νεογέννητα ή πρόωρα βρέφη.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΔεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για τον συνδυασμό. Η βαλσαρτάνη δεν εμφάνισε ανεπιθύμητες ενέργειες σε αρουραίους. Η αμλοδιπίνη μπορεί να προκαλέσει αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων και ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα αρσενικών αρουραίων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, άλλοι συνδυασμοί, κωδικός ATC: C09DΧ01.
Μηχανισμός δράσης
Το Amlodipine+Valsartan+Hydrochlorothiazide/Valsartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide συνδυάζει τρεις αντιυπερτασικές ουσίες με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης προκειμένου να ελεγχθεί η αρτηριακή πίεση των ασθενών με ιδιοπαθή υπέρταση: η αμλοδιπίνη ανήκει στην ομάδα των ανταγωνιστών του ασβεστίου, η βαλσαρτάνη στην ομάδα των ανταγωνιστών της αγγειοτενσίνης ΙΙ και η υδροχλωροθειαζίδη ανήκει στην ομάδα των θειαζιδικών διουρητικών. Ο συνδυασμός αυτών των ουσιών έχει αθροιστική αντιυπερτασική επίδραση.
Αμλοδιπίνη Η αμλοδιπίνη αναστέλλει τη διαμεμβρανική είσοδο των ιόντων ασβεστίου στον καρδιακό και στον αγγειακό λείο μυ. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται στην χάλαση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων, που προκαλεί μείωση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων και της αρτηριακής πίεσης.
Βαλσαρτάνη Η βαλσαρτάνη είναι ένας χορηγούμενος από του στόματος δραστικός, ισχυρός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Δρα εκλεκτικά στον υπότυπο υποδοχέα AT1, που είναι υπεύθυνος για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ.
Υδροχλωροθειαζίδη Το σημείο δράσης των θειαζιδικών διουρητικών βρίσκεται κυρίως στο άπω εσπειραμένο νεφρικό σωληνάριο. Ο τρόπος δράσης των θειαζιδών είναι μέσω της αναστολής του συμμεταφορέα Na+Cl- ίσως με τον ανταγωνισμό για το σημείο Cl-, επηρεάζοντας, ως εκ τούτου, τους μηχανισμούς επαναπορρόφησης ηλεκτρολυτών: άμεσα με την αύξηση της αποβολής νατρίου και χλωρίου σε ίσο βαθμό κατά προσέγγιση και έμμεσα, μέσω της διουρητικής δράσης, που μειώνει τον όγκο του πλάσματος, με συνακόλουθες αυξήσεις της δράσης της ρενίνης στο πλάσμα, της έκκρισης αλδοστερόνης και της έκκρισης καλίου μέσω των ούρων και μείωση του καλίου του ορού.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αμλοδιπίνη Πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η αμλοδιπίνη συνδέεται σε σημεία σύνδεσης τόσο των διυδροπυριδινών όσο και των μη-διυδροπυριδινών. Οι συσταλτικές διαδικασίες του καρδιακού και αγγειακού λείου μυός εξαρτώνται από την είσοδο των εξωκυττάριων ιόντων ασβεστίου σε αυτά τα κύτταρα διαμέσου συγκεκριμένων διαύλων ιόντων. Μετά από χορήγηση θεραπευτικών δόσεων σε υπερτασικούς ασθενείς, η αμλοδιπίνη προκαλεί αγγειοδιαστολή, οδηγώντας σε μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και σε όρθια θέση. Αυτές οι μειώσεις της αρτηριακής πίεσης δεν συνοδεύονται από σημαντική μεταβολή του καρδιακού ρυθμού ή των επιπέδων κατεχολαμινών στο πλάσμα με χρόνια χορήγηση. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα συσχετίζονται με το αποτέλεσμα και σε νέους και σε ηλικιωμένους ασθενείς. Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι θεραπευτικές δόσεις της αμλοδιπίνης οδήγησαν σε μείωση των νεφρικών αγγειακών αντιστάσεων και σε αύξηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης και της δραστικής νεφρικής ροής πλάσματος, χωρίς μεταβολή του κλάσματος διήθησης ή πρωτεϊνουρία. Όπως και με άλλους αναστολείς των διαύλων ασβεστίου, οι αιμοδυναμικές μετρήσεις της καρδιακής λειτουργίας σε ηρεμία και κατά τη διάρκεια άσκησης (ή βηματοδότησης) σε ασθενείς με φυσιολογική κοιλιακή λειτουργία που λαμβάνουν αμλοδιπίνη έχουν δείξει γενικά μικρή αύξηση του καρδιακού δείκτη χωρίς σημαντική επίδραση στο λόγο dP/dt ή στην τελοδιαστολική πίεση ή τον τελοδιαστολικό όγκο της αριστερής κοιλίας. Σε αιμοδυναμικές μελέτες, η αμλοδιπίνη δεν έχει συσχετιστεί με αρνητική ινότροπο δράση όταν χορηγήθηκε στο εύρος θεραπευτικών δόσεων σε υγιή ζώα και ανθρώπους, ακόμα και όταν συγχορηγήθηκε με βήτα αποκλειστές σε ανθρώπους. Η αμλοδιπίνη δεν μεταβάλλει τη λειτουργία του φλεβοκόμβου ή την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα σε υγιή ζώα ή ανθρώπους. Σε κλινικές μελέτες όπου η αμλοδιπίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με βήτα αποκλειστές σε ασθενείς είτε με υπέρταση είτε με στηθάγχη, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις σε ηλεκτροκαρδιογραφικές παραμέτρους. Η αμλοδιπίνη έχει μελετηθεί σε ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχη, αγγειοσυσπαστική στηθάγχη και αγγειογραφικά τεκμηριωμένη στεφανιαία νόσο.
Βαλσαρτάνη Η χορήγηση βαλσαρτάνης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε πτώση της αρτηριακής πίεσης χωρίς να επηρεάζει τον καρδιακό ρυθμό.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος Βάσει των διαθέσιμων δεδομένων από επιδημιολογικές μελέτες, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος εξαρτώμενη από αθροιστική δόση υδροχλωροθειαζίδης. Διενεργήθηκε μελέτη σε πληθυσμό όπου περιλαμβάνονται 71.533 ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 8.629 ασθενείς με καρκίνωμα του πλακώδους επιθηλίου έναντι πληθυσμού μαρτύρων όπου περιλαμβάνονται 1.430.833 και 172.462 υποκείμενα, αντίστοιχα. Η χρήση υψηλής δόσης υδροχλωροθειαζίδης (≥50.000 mg αθροιστικά) συσχετίστηκε με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 1,29 (95% ΔΕ: 1,23-1,35) για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και 3,98 (95% ΔΕ: 3,68-4,31) για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου. Τόσο για το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα όσο και για το καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης. Στο πλαίσιο άλλης μελέτης καταδείχθηκε πιθανή συσχέτιση μεταξύ του καρκίνου των χειλιών (καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου) και της έκθεσης στην υδροχλωροθειαζίδη: 633 περιστατικά καρκίνου των χειλιών συγκρίθηκαν με 63.067 μάρτυρες, με τη χρήση στρατηγικής δειγματοληψίας στην ομάδα ατόμων σε κίνδυνο. Καταδείχθηκε σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης με προσαρμοσμένη αναλογία πιθανοτήτων 2,1 (95% ΔΕ: 1,7-2,6) που αυξανόταν σε 3,9 (3,0-4,9) στην περίπτωση υψηλής δόσης (~25.000 mg) και με αναλογία πιθανοτήτων 7,7 (5,7-10,5) για την υψηλότερη αθροιστική δόση (~100.000 mg) (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Γραμμικότητα
Η αμλοδιπίνη, η βαλσαρτάνη και η υδροχλωροθειαζίδη παρουσιάζουν γραμμική φαρμακοκινητική.
Αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη
Μετά την από του στόματος χορήγηση συνδυασμού αμλοδιπίνης/ βαλσαρτάνης/ υδροχλωροθειαζίδης σε φυσιολογικούς, υγιείς ενηλίκους, οι μέγιστες συγκεντρώσεις αμλοδιπίνης, βαλσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 6-8 ώρες, 3 ώρες και 2 ώρες αντίστοιχα. Το ποσοστό και ο βαθμός της απορρόφησης της αμλοδιπίνης, της βαλσαρτάνης και της υδροχλωροθειαζίδης από το Amlodipine+Valsartan+Hydrochlorothiazide/Valsartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide είναι ίδιοι όπως όταν χορηγούνται ως μεμονωμένες δοσολογικές μορφές.
Αμλοδιπίνη
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση θεραπευτικών δόσεων μονοθεραπείας αμλοδιπίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 6-12 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα υπολογίζεται ότι κυμαίνεται μεταξύ 64% και 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από την λήψη τροφής.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 21 l/kg. Μελέτες in vitro με την αμλοδιπίνη έδειξαν ότι το 97,5% περίπου του κυκλοφορούντος φαρμάκου δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε εκτεταμένο βαθμό (περίπου 90%) στο ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες.
Αποβολή Η απομάκρυνση της αμλοδιπίνης από το πλάσμα είναι διφασική, με τελικό χρόνο ημιζωής για την απομάκρυνση 30 έως 50 ώρες. Τα επίπεδα σταθερής κατάστασης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από συνεχή χορήγηση για 7-8 ημέρες. Το 10% της αρχικής αμλοδιπίνης και το 60% των μεταβολιτών της αμλοδιπίνης απεκκρίνονται στα ούρα.
Βαλσαρτάνη
Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση μονοθεραπείας βαλσαρτάνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 23%. Η τροφή μειώνει την έκθεση (όπως μετράται μέσω της AUC) στη βαλσαρτάνη κατά 40% περίπου και τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) κατά 50% περίπου, αν και 8 ώρες περίπου μετά τη δόση οι συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα είναι παρόμοιες για την ομάδα των ασθενών που έλαβαν τροφή και για την ομάδα αυτών που δεν έλαβαν. Ωστόσο, αυτή η μείωση της AUC δεν συνοδεύεται από κλινικά σημαντική μείωση της θεραπευτικής δράσης, και επομένως η βαλσαρτάνη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής της βαλσαρτάνης σε σταθερή κατάσταση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 17 λίτρα, υποδεικνύοντας ότι η βαλσαρτάνη δεν κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς. Η βαλσαρτάνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με πρωτεΐνες ορού (94-97%), και κυρίως λευκωματίνη ορού.
Βιομετασχηματισμός Η βαλσαρτάνη δεν μετατρέπεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς μόνο το 20% περίπου της δόσης ανιχνεύεται ως μεταβολίτες. Ένας υδροξυμεταβολίτης έχει εντοπιστεί στο πλάσμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις (λιγότερο από το 10% της AUC της βαλσαρτάνης). Αυτός ο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά μη δραστικός.
Αποβολή Η βαλσαρτάνη εμφανίζει κινητική πολυεκθετικής εξασθένισης (t½α <1 ώρας και t½β περίπου 9 ώρες). Η βαλσαρτάνη αποβάλλεται κατά κύριο λόγο από τα κόπρανα (περίπου το 83% της δόσης) και τα ούρα (περίπου το 13% της δόσης), κυρίως ως αναλλοίωτο φάρμακο. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση της βαλσαρτάνης στο πλάσμα είναι περίπου 2 l/h και η νεφρική της κάθαρση είναι 0,62 l/h (περίπου το 30% της ολικής κάθαρσης). Η ημιζωή της βαλσαρτάνης είναι 6 ώρες.
Υδροχλωροθειαζίδη
Απορρόφηση Η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης έπειτα από μία δόση από το στόμα, είναι ταχεία (Tmax περίπου 2 ώρες). Η αύξηση της μέσης AUC είναι γραμμική και ανάλογη της δόσης στο θεραπευτικό εύρος. Η επίδραση της τροφής στην απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης, εάν υπάρχει, έχει ελάχιστη κλινική σημασία. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωροθειαζίδης είναι 70% μετά από χορήγηση από το στόμα.
Κατανομή Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 4-8 l/kg. Η κυκλοφορούσα υδροχλωροθειαζίδη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με πρωτεΐνες ορού (40-70%), και κυρίως λευκωματίνη ορού. Η υδροχλωροθειαζίδη συσσωρεύεται επίσης στα ερυθροκύτταρα σε επίπεδα περίπου 3 φορές από εκείνα στο πλάσμα.
Βιομετασχηματισμός Η υδροχλωροθειαζίδη αποβάλλεται κυρίως ως αμετάβλητη ουσία.
Αποβολή Η υδροχλωροθειαζίδη αποβάλλεται από το πλάσμα με χρόνο ημίσειας ζωής κατά μέσο όρο 6 έως 15 ώρες κατά την τελική φάση της αποβολής. Δεν υπάρχει καμία αλλαγή στην κινητική της υδροχλωροθειαζίδης με την επαναληπτική δοσολογία και η συσσώρευση είναι ελάχιστη όταν η δόση χορηγείται άπαξ ημερησίως. Ποσοστό μεγαλύτερο του 95% της απορροφούμενης δόσης αποβάλλεται ως αναλλοίωτη ουσία στα ούρα. Η νεφρική κάθαρση συνίσταται από παθητική διήθηση και ενεργή απέκκριση στο νεφρικό σωληνάριο.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας κάτω των 18 ετών) Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής όσον αφορά τον παιδιατρικό πληθυσμό.
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω) Ο χρόνος έως τις μέγιστες συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος για τους νέους και τους ηλικιωμένους ασθενείς. Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειώνεται, κάτι που προκαλεί αυξήσεις στην περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) και την ημιζωή απομάκρυνσης. Η μέση συστηματική AUC της βαλσαρτάνης είναι μεγαλύτερη κατά 70% στους ηλικιωμένους ασθενείς από ότι στους νέους, επομένως απαιτείται προσοχή όταν αυξάνεται η δοσολογία. Η συστηματική έκθεση στην βαλσαρτάνη είναι ελαφρώς αυξημένη στους ηλικιωμένους σε σχέση με τους νέους, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι αυτό παρουσιάζει οποιαδήποτε κλινική σημασία. Περιορισμένα δεδομένα δείχνουν ότι η συστηματική κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης είναι μειωμένη και στους υγιείς και στους υπερτασικούς ηλικιωμένους σε σχέση με νεαρούς υγιείς εθελοντές. Εφόσον τα τρία συστατικά είναι εξίσου καλά ανεκτά σε νέους και ηλικιωμένους ασθενείς, συνιστώνται κανονικά δοσολογικά σχήματα (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία. Όπως αναμένεται για μια ένωση που η νεφρική της κάθαρση αντιστοιχεί μόλις στο 30% της ολικής κάθαρσης στο πλάσμα, δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ της νεφρικής λειτουργίας και της συστηματικής έκθεσης στη βαλσαρτάνη. Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία μπορούν, επομένως, να λάβουν τη συνήθη αρχική δόση (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Με την παρουσία νεφρικής δυσλειτουργίας, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και οι τιμές AUC της υδροχλωροθειαζίδης αυξάνονται και ο ρυθμός απέκκρισης από τα ούρα μειώνεται. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια βαρύτητα νεφρικής δυσλειτουργίας, έχει παρατηρηθεί 3-πλάσια αύξηση στην AUC της υδροχλωροθειαζίδης. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία έχει παρατηρηθεί 8-πλάσια αύξηση στην AUC. Το Amlodipine+Valsartan+Hydrochlorothiazide/Valsartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ανουρία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (βλ. Αντενδείξεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα είναι διαθέσιμα σχετικά με τη χορήγηση της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της αμλοδιπίνης με συνεπακόλουθη αύξηση της AUC κατά 40-60% περίπου. Κατά μέσο όρο, σε ασθενείς με ήπια έως μέτριας βαρύτητας χρόνια ηπατική νόσο, η έκθεση (μετρηθείσα με τιμές AUC) στη βαλσαρτάνη είναι δύο φορές μεγαλύτερη από αυτή των υγιών εθελοντών (προσαρμοσμένη ως προς την ηλικία, το φύλο και το σωματικό βάρος). Λόγω του συστατικού της βαλσαρτάνης, το Amlodipine+Valsartan+Hydrochlorothiazide/Valsartan, Amlodipine And Hydrochlorothiazide αντενδείκνυται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).