Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
TYVERB 250MG/TAB
Διακοπή
|
250 / TAB | 1056.31 € |
| 250 / TAB | 915.43 € |
TYVERB — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Τουλάχιστον μία ώρα πριν ή τουλάχιστον μία ώρα μετά το φαγητό. Η χορήγηση πρέπει να τυποποιηθεί σε σχέση με τη λήψη τροφής (π.χ. πάντα μία ώρα πριν το φαγητό).
- Δόση έναρξης: 1250 mg
-
Ενήλικες (με καπεσιταβίνη)Δόση1250 mg άπαξ ημερησίως συνεχόμεναΣυνδυασμός με καπεσιταβίνη 2000 mg/m2/ημέρα (2 δόσεις με ενδιάμεσο διάστημα 12 ωρών, ημέρες 1-14 σε κύκλο 21 ημερών).
-
Ενήλικες (με τραστουζουμάμπη)Δόση1000 mg άπαξ ημερησίως συνεχώςΣυνδυασμός με τραστουζουμάμπη 4 mg/kg εφόδου, ακολουθούμενη από 2 mg/kg ενδοφλεβίως εβδομαδιαία.
-
Ενήλικες (με αναστολέα αρωματάσης)Δόση1500 mg άπαξ ημερησίως συνεχόμεναΣυνδυασμός με αναστολέα αρωματάσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (ήπια έως μέτρια)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (σοβαρή)Συνιστάται προσοχή, καθώς δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση του Λαπατινίμπη στον συγκεκριμένο πληθυσμό.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (μέτρια έως σοβαρή)Η χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω της αυξημένης έκθεσης. Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ανεπαρκή για σύσταση προσαρμογής δόσης. Το Λαπατινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται εάν οι μεταβολές στην ηπατική λειτουργία είναι σοβαρές και δεν πρέπει να επαναχορηγείται.
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση Λαπατινίμπη, καπεσιταβίνης και Λαπατινίμπη/τραστουζουμάμπης. Δεν παρατηρήθηκαν συνολικά διαφορές στην αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του συνδυασμού Λαπατινίμπη και λετροζόλης μεταξύ αυτών των ασθενών και ασθενών ηλικίας <65 ετών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αποτελεσματικότητα σε συνδυασμό με χημειοθεραπείαΤο Λαπατινίμπη σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία είναι λιγότερο αποτελεσματικό από την τραστουζουμάμπη όταν συνδυάζεται με χημειοθεραπεία.
-
Καρδιακή τοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νόσους που θα μπορούσαν να προκαλέσουν εξασθένηση της λειτουργίας της αριστερής κοιλίαςΕφιστάται προσοχή όταν πρόκειται να χορηγηθεί Λαπατινίμπη. Η αξιολόγηση της καρδιακής λειτουργίας (LVEF) πρέπει να διεξάγεται πριν την έναρξη της θεραπείας και να συνεχίζεται κατά τη διάρκειά της. Διακοπή θεραπείας εάν το LVEF μειωθεί σε μη αποδεκτό επίπεδο.
-
Επιμήκυνση του διαστήματος QTcπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε επιμήκυνση του QTc (υποκαλιαιμία, υπομαγνησαιμία, σύνδρομο συγγενούς επιμήκυνσης του QT), συγχορήγηση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το QT, ή συνθήκες που αυξάνουν την έκθεση στη λαπατινίμπηΧρειάζεται προσοχή. Η υποκαλιαιμία και η υπομαγνησαιμία θα πρέπει να διορθώνονται πριν τη θεραπεία.
-
Διάμεση πνευμονοπάθεια και πνευμονίτιδαΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν συμπτώματα πνευμονικής τοξικότητας (δύσπνοια, βήχας, πυρετός) και η θεραπεία να διακόπτεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα τα οποία είναι NCI CTCAE βαθμού 3 ή μεγαλύτερου. Η πνευμονική τοξικότητα μπορεί να είναι σοβαρή και να οδηγεί σε αναπνευστική ανεπάρκεια. Θανατηφόρα περιστατικά έχουν αναφερθεί.
-
ΗπατοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ενδεχόμενο ηπατοτοξικότητας. Η δοσολογία του Λαπατινίμπη θα πρέπει να διακόπτεται εάν οι μεταβολές της ηπατικής λειτουργίας είναι σοβαρές και δεν πρέπει να επαναχορηγείται στους ασθενείς. Συνιστάται προσοχή.
-
ΔιάρροιαΗ διάρροια μπορεί να είναι δυνητικά απειλητική για τη ζωή. Οι ασθενείς θα πρέπει να εκπαιδεύονται να αναφέρουν άμεσα οποιαδήποτε μεταβολή στις εντερικές συνήθειες. Η προληπτική αντιμετώπιση της διάρροιας με αντιδιαρροϊκά φαρμακευτικά προϊόντα είναι σημαντική. Για τα σοβαρά περιστατικά διάρροιας μπορεί να απαιτηθεί χορήγηση ηλεκτρολυτών και υγρών, αντιβιοτικών, καθώς και η προσωρινή ή η οριστική διακοπή της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΕάν υπάρχει υποψία πολύμορφου ερυθήματος ή απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων, όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, ή τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, διακόψτε τη θεραπεία με Λαπατινίμπη.
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με επαγωγείς του CYP3A4αποφεύγεταιΗ παράλληλη θεραπεία με επαγωγείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγεται λόγω του κινδύνου μειωμένης έκθεσης στη λαπατινίμπη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4αποφεύγεταιΗ παράλληλη θεραπεία με ισχυρούς αναστολέις του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγεται λόγω του κινδύνου αυξημένης έκθεσης στη λαπατινίμπη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Κατανάλωση χυμού γκρέιπ φρουταποφεύγεταιΗ κατανάλωση χυμού γκρέιπ φρουτ πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Λαπατινίμπη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συγχορήγηση με υποστρώματα του CYP3A4 και/ή CYP2C8αποφεύγεταιΗ συγχορήγηση Λαπατινίμπη με από του στόματος χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος που είναι υποστρώματα του CYP3A4 και /ή CYP2C8 πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με ουσίες που αυξάνουν το γαστρικό pHαποφεύγεταιΗ ταυτόχρονη χορήγηση με ουσίες που αυξάνουν το γαστρικό pH πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η διαλυτότητα και η απορρόφηση της λαπατινίμπης μπορεί να μειωθούν (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Λαπατινίμπη περιέχει νάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποζακοναζόλη, νεφαζοδόνη)αντένδειξηΑύξηση της συστηματικής έκθεσης στη λαπατινίμπη (κατά 3,6 φορές) και της ημίσειας ζωής (κατά 1,7 φορές)ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4προσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης στη λαπατινίμπηΣύστασηΝα γίνεται με προσοχή και οι κλινικές ανεπιθύμητες ενέργειες να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Γνωστοί επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, ριφαβουτίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη ή Hypericum perforatum [βότανο του Αγίου Ιωάννου])αντένδειξηΜείωση της συστηματικής έκθεσης στη λαπατινίμπη (κατά 72%)ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Αναστολείς Pgp, BCRP (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κινιδίνη, βεραπαμίλη, κυκλοσπορίνη, ερυθρομυκίνη)παρακολούθησηΜπορεί να μεταβάλλουν την έκθεση και/ή την κατανομή της λαπατινίμπηςΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Επαγωγείς Pgp και BCRP (π.χ. ριφαμπίνη και βότανο του Αγίου Ιωάννου)παρακολούθησηΜπορεί να μεταβάλλουν την έκθεση και/ή την κατανομή της λαπατινίμπηςΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Ουσίες που αυξάνουν το γαστρικό pH (π.χ. αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως εσομεπραζόλη)αντένδειξηΜείωση της διαλυτότητας και απορρόφησης της λαπατινίμπης (έκθεση μειώθηκε κατά 27% με εσομεπραζόλη)ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Από του στόματος χορηγούμενα υποστρώματα του CYP3A4 με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος (π.χ. σιζαπρίδη, πιμοζίδη, κινιδίνη)αντένδειξηΑύξηση της AUC της μιδαζολάμης (κατά 45%)ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Υποστρώματα του CYP2C8 με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος (π.χ. ρεπαγλινίδη)αντένδειξηΠιθανή αύξηση της έκθεσης του υποστρώματοςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Ενδοφλέβια πακλιταξέληπροσοχήΑύξηση της έκθεσης της πακλιταξέλης (κατά 23%) λόγω αναστολής CYP2C8 και/ή Pgp, αυξημένη συχνότητα/βαρύτητα διάρροιας και ουδετεροπενίαςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Ενδοφλέβια χορηγούμενο docetaxelπαρακολούθησηΑύξηση της εμφάνισης ουδετεροπενίας επαγόμενης από docetaxel, χωρίς σημαντική επίδραση στην AUC ή Cmax.ΣύστασηΝα παρακολουθείται.
-
Ιρινοτεκάνη (ως μέρος του σχήματος FOLFIRI)προσοχήΑύξηση της AUC του SN-38 (ενεργός μεταβολίτης) κατά 40%ΣύστασηΟι ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της ιρινοτεκάνης.
-
Από του στόματος χορηγούμενη διγοξίνη (υπόστρωμα Pgp με περιορισμένο θεραπευτικό εύρος)προσοχήΑύξηση της AUC της διγοξίνης (περίπου 80%)ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή και να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του υποστρώματος της Pgp.
-
Υποστρώματα της BCRP (π.χ. τοποτεκάνη) και της OATP1B1 (π.χ. ροσουβαστατίνη)παρακολούθησηΔεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η λαπατινίμπη να επηρεάζει τη φαρμακοκινητικήΣύστασηΝα παρακολουθείται.
-
παρακολούθησηΔεν μετέβαλαν σημαντικά τη φαρμακοκινητική τουςΣύστασηΚαμία ειδική σύσταση.
-
Τροφές (ιδίως με λίπος)προσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της λαπατινίμπης (έως 4 φορές)ΣύστασηΗ χορήγηση να τυποποιείται σε σχέση με τη λήψη τροφής (π.χ. πάντα 1 ώρα πριν το φαγητό).
-
Χυμός γκρέιπ φρουταντένδειξηΑναστολή CYP3A4, αύξηση βιοδιαθεσιμότητας λαπατινίμπηςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένης της αναφυλαξίας
- Ανορεξία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
- Κοιλιακή αρρυθμία
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Έξαψη
- Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
- Επίσταξη
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Πνευμονίτιδα
- Διάρροια, που μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωση
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Στοματίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ηπατοτοξικότητα
- Εξάνθημα
- Δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή
- Ξηροδερμία
- Σύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Ρωγμές δέρματος
- Διαταραχές των ονύχων περιλαμβανομένης της παρονυχίας
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN)
- Πόνος στα άκρα
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Κόπωση
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Εξασθένιση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμήΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔιάρροια, που μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωσηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣύνδρομο παλαμοπελματιαίας ερυθροδυσαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓενικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές των ονύχων περιλαμβανομένης της παρονυχίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΗπατοτοξικότηταΉπαρ
-
ΣυχνέςΜειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίαςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΡωγμές δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένης της αναφυλαξίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΠνευμονική αρτηριακή υπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΣοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Λαπατινίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συνιστάται να χρησιμοποιούν επαρκή αντισύλληψη και να αποφεύγουν να μένουν έγκυες όσο λαμβάνουν θεραπεία με Λαπατινίμπη και τουλάχιστον για 5 ημέρες μετά την τελευταία δόση. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του Λαπατινίμπη σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με Λαπατινίμπη και τουλάχιστον για 5 ημέρες μετά την τελευταία δόση.Η ασφαλής χρήση του Λαπατινίμπη κατά τη διάρκεια της γαλουχίας δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν είναι γνωστό εάν η λαπατινίμπη αποβάλλεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε αρουραίους, παρατηρήθηκε καθυστέρηση της ανάπτυξης σε νεογνά που εκτέθηκαν στη λαπατινίμπη μέσω του μητρικού γάλακτος.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του Λαπατινίμπη σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικός παράγων, αναστολείς της τυροσινικής κινάσης του υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2 (HER2), κωδικός ATC: L01EH01.
Μηχανισμός δράσης
Η λαπατινίμπη, μια 4-ανιλινοκιναζολίνη, είναι ένας αναστολέας των ενδοκυτταρικών περιοχών κινάσης της τυροσίνης και των δύο EGFR (ErbB1) και HER2 (ErbB2) υποδοχέων (εκτιμώμενες τιμές Kiapp 3nM και 13nM αντίστοιχα) με βραδύ ρυθμό διαχωρισμού από αυτούς τους υποδοχείς (ημιζωή μεγαλύτερη ή ίση με 300 λεπτά). Η λαπατινίμπη αναστέλλει την κατευθυνόμενη από το ErbB ανάπτυξη των νεοπλασματικών κυττάρων in vitro και σε διάφορα μοντέλα ζώων. Ο συνδυασμός λαπατινίμπης και τραστουζουμάμπης μπορεί να προσφέρει συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης καθώς και πιθανούς μη επικαλυπτόμενους μηχανισμούς αντίστασης. Οι επιδράσεις της λαπατινίμπης στην αναστολή της ανάπτυξης αξιολογήθηκαν σε ρυθμισμένες με τραστουζουμάμπη κυτταρικές σειρές. Η λαπατινίμπη διατήρησε σημαντική δραστικότητα έναντι κυτταρικών σειρών καρκίνου του μαστού με ενίσχυση του HER2 που επιλέχτηκαν για μακροχρόνια ανάπτυξη σε μέσο που περιείχε τραστουζουμάμπη in vitro και ήταν συνεργική σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη σε αυτές τις κυτταρικές σειρές.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Συνδυασμός θεραπείας Λαπατινίμπη και καπεσιταβίνης
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του Λαπατινίμπη σε συνδυασμό με καπεσιταβίνη σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού με καλή κατάσταση λειτουργικότητας αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης ΙΙΙ. Οι ασθενείς που ήταν κατάλληλες για ένταξη παρουσίαζαν τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού με υπερέκφραση του HER2 (ErbB2), ο οποίος παρουσίασε εξέλιξη μετά από προηγούμενη θεραπεία που περιλάμβανε ταξάνες, ανθρακυκλίνες και τραστουζουμάμπη. Το LVEF αξιολογήθηκε σε όλες τις ασθενείς (μέσω ηχοκαρδιογραφήματος [ΗΚΓ] ή ραδιοϊοσοτική κοιλιογραφία [MUGA]) πριν από την έναρξη της θεραπείας με Λαπατινίμπη προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η αρχική τιμή του LVEF βρισκόταν εντός των φυσιολογικών ορίων των κέντρων. Στην κλινική μελέτη, το LVEF παρακολουθήθηκε ανά διαστήματα των οκτώ εβδομάδων περίπου κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Λαπατινίμπη, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι δεν μειώθηκε κάτω από το κατώτερο φυσιολογικό όριο των κέντρων. Η πλειονότητα των περιπτώσεων μείωσης του LVEF (πάνω από 60% των περιστατικών) παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων εννέα εβδομάδων θεραπείας. Ωστόσο τα δεδομένα είναι περιορισμένα όσον αφορά τη μακροχρόνια έκθεση. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε Λαπατινίμπη 1250 mg άπαξ ημερησίως (συνεχώς) συν καπεσιταβίνη (2000 mg/m2/ημέρα τις ημέρες 1-14 κάθε 21 ημέρες) είτε μονοθεραπεία με καπεσιταβίνη (2500 mg/m2/ημέρα τις ημέρες 1-14 κάθε 21 ημέρες). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος έως την εξέλιξη της νόσου (TTP). Οι αξιολογήσεις έγιναν από τους ερευνητές της μελέτης και από ανεξάρτητη επιτροπή ανασκόπησης που δεν γνώριζε τι θεραπεία ελάμβανε η ασθενής. Η μελέτη διεκόπη βάσει των αποτελεσμάτων μιας προκαθορισμένης ενδιάμεσης ανάλυσης που έδειξε βελτίωση του TTP για ασθενείς που έλαβαν Λαπατινίμπη συν καπεσιταβίνη. Επιπρόσθετα 75 ασθενείς εντάχθηκαν στη μελέτη στον χρόνο που μεσολάβησε από τις ενδιάμεσες αναλύσεις και την ολοκλήρωση της εισαγωγής ασθενών. Η ανάλυση των δεδομένων κατά το τέλος της ένταξης από τους ερευνητές παρουσιάζεται στον Πίνακα 1. (Ακολουθούν πίνακες 1, 2 και 3 που περιγράφουν αποτελεσματικότητα)
Επίδραση της λαπατινίπης σε μετάσταση του ΚΝΣ
Η λαπατινίμπη σε όρους αντικειμενικών αποκρίσεων κατέδειξε μέτρια δραστικότητα στην θεραπεία εγκατεστημένων μεταστάσεων του ΚΝΣ. Στην πρόληψη των μεταστάσεων του ΚΝΣ σε πλαίσιο μεταστατικού και πρώιμου καρκίνου του μαστού η παρατηρούμενη δραστικότητα ήταν περιορισμένη. (Ακολουθεί πίνακας 3)
Συνδυασμός θεραπείας Λαπατινίμπη και τραστουζουμάμπης
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της λαπατινίμπης σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή. Επιλέξιμοι ασθενείς ήταν γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού Σταδίου IV με ενίσχυση του ErbB2 γονιδίου (ή υπερέκφρασης της πρωτεΐνης) που είχαν εκτεθεί σε θεραπεία με ανθρακυκλίνες και ταξάνες. Επιπλέον, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, οι ασθενείς έπρεπε να αναφερθούν από τους ερευνητές ως έχοντες σημειώσει πρόοδο της νόσου μετά από το πιο πρόσφατο σχήμα που περιείχε τραστουζουμάμπη στη μεταστατική φάση. Ο διάμεσος αριθμός των προτέρων σχημάτων που περιείχαν τραστουζουμάμπη ήταν τρία. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε από του στόματος λαπατινίμπη 1000 mg άπαξ ημερησίως μαζί με τραστουζουμάμπη 4 mg/kg χορηγούμενη ως ενδοφλέβια (IV) δόση εφόδου, ακολουθούμενη από 2 mg/kg ενδοφλεβίως εβδομαδιαία (Ν = 148), ή από του στόματος λαπατινίμπη 1500 mg άπαξ ημερησίως (Ν = 148). Οι ασθενείς που είχαν αντικειμενική πρόοδο της νόσου μετά την λήψη μονοθεραπείας με λαπατινίμπη τουλάχιστον 4 εβδομάδων ήταν επιλέξιμοι ώστε να μεταβούν στο ερευνητικό σκέλος με θεραπεία συνδυασμού. Από τους 148 ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία, 77 (52%) των ασθενών επιλέχθηκαν τη στιγμή της εξέλιξης της νόσου να λάβουν θεραπεία συνδυασμού. Η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) ήταν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης, με το ποσοστό ανταπόκρισης και την συνολική επιβίωση (OS) ως δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία. Η διάμεση ηλικία των ασθενών ήταν 51 ετών και το 13% ήταν 65 ετών ή μεγαλύτεροι. Ενενήντα τέσσερα τοις εκατό (94%) ήταν Καυκάσιοι. Οι περισσότεροι ασθενείς και στα δύο σκέλη της θεραπείας είχαν σπλαγχνική νόσο (215 [73%] ασθενών συνολικά). Επιπλέον, 150 [50%] των ασθενών ήταν αρνητικοί σε ορμονικούς υποδοχείς. Μια περίληψη των καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας και των δεδομένων συνολικής επιβίωσης παρέχεται στον Πίνακα 4. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης των υποομάδων που βασίζονται σε προκαθορισμένους παράγοντες διαστρωμάτωσης (κατάσταση ορμονικών υποδοχέων) φαίνονται επίσης στον πίνακα 5. (Ακολουθούν πίνακες 4 και 5 που περιγράφουν αποτελεσματικότητα)
Συνδυασμός θεραπείας Λαπατινίμπη και λετροζόλης
Το Λαπατινίμπη μελετήθηκε σε συνδυασμό με λετροζόλη για τη θεραπεία του προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες θετικές σε ορμονικό υποδοχέα (θετικές σε υποδοχέα οιστρογόνου [ER] και / ή θετικές σε υποδοχέα προγεστερόνης [PgR]). Η μελέτη Φάσης III (EGF30008) ήταν τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή και ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο. Η μελέτη περιέλαβε ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία για την μεταστατική τους νόσο. Στον πληθυσμό με υπερέκφραση του HER2, μόνο 2 ασθενείς περιελήφθσαν, οι οποίοι είχαν λάβει προηγουμένως τραστουζουμάμπη, 2 ασθενείς είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με αναστόλέα αρωματάσης και περίπου οι μισοί είχαν λάβει ταμοξιφαίνη. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε λετροζόλη 2,5 mg άπαξ ημερησίως συν Λαπατινίμπη 1500 mg άπαξ ημερησίως ή λετροζόλη με εικονικό φάρμακο. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε ανάλογα με τις εστίες της νόσου και τον χρόνο από τη διακοπή της προηγούμενης επικουρικής αντιοιστρογονικής θεραπείας. Η κατάσταση του HER2 υποδοχέα υπολογίσθηκε αναδρομικά με έλεγχο από κεντρικό εργαστήριο. Από όλους τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στη θεραπεία, 219 ασθενείς είχαν όγκους με υπερέκφραση του HER2 υποδοχέα και αυτός ήταν ο προκαθορισμένος αρχικός πληθυσμός για την ανάλυση της αποτελεσματικότητας. Υπήρχαν 952 ασθενείς με όγκους αρνητικούς στο HER2 και συνολικά 115 ασθενείς των οποίων η κατάσταση του όγκου ως προς το HER2 δεν ήταν επιβεβαιωμένη (δεν υπήρχαν δείγματα όγκου, δεν υπήρχαν αποτελέσματα προσδιορισμού, ή άλλος λόγος). Σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού με υπερέκφραση του HER2, η κατά τον ερευνητή διαπιστωμένη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) ήταν σημαντικά μεγαλύτερη με την λετροζόλη συν Λαπατινίμπη συγκριτικά με την λετροζόλη συν εικονικό φάρμακο. Στον πληθυσμό που ήταν αρνητικός στο HER2, δεν υπήρχε όφελος ως προς την PFS όταν η λετροζόλη συν Λαπατινίμπη συγκρίθηκε με λετροζόλη συν εικονικό φάρμακο (βλέπε Πίνακα 6). (Ακολουθούν πίνακες 6 και 7 που περιγράφουν αποτελεσματικότητα)
Καρδιακή ηλεκτροφυσιολογία
Η επίδραση της λαπατινίμπης στο διάστημα QT αξιολογήθηκε σε μία μονά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, απλής αλληλουχίας (εικονικό φάρμακο και ενεργή θεραπεία) διασταυρούμενη μελέτη σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους (EGF114271) (n=58). Κατά τη διάρκεια της 4ήμερης περιόδου θεραπείας, χορηγήθηκαν τρεις δόσεις εικονικού φαρμάκου με διαφορά 12 ωρών το πρωί και το βράδυ της Ημέρας 1 και το πρωί της Ημέρας 2. Ακολούθησε χορήγηση τριών δόσεων λαπατινίμπης 2000 mg με τον ίδιο τρόπο. Μετρήσεις που περιελάμβαναν ηλεκτροκαρδιογραφήματα (ΗΚΓ) και δείγματα φαρμακοκινητικής ελήφθησαν κατά την έναρξη και στα ίδια χρονικά σημεία της Ημέρας 2 και Ημέρας 4. Στον αξιολογήσιμο πληθυσμό (n=37), το μέγιστο μέσο ΔΔQTcF (90% CI) το οποίο ήταν 8,75 ms (4,08, 13,42) παρατηρήθηκε 10 ώρες μετά την κατάποση της τρίτης δόσης λαπατινίμπης 2000 mg. Το ΔΔQTcF υπερέβη το κατώφλιο των 5 ms και το ανώτερο όριο 90% CIs υπερέβη το κατώφλιο των 10 ms σε πολλαπλά χρονικά σημεία. Τα αποτελέσματα του πληθυσμού φαρμακοδυναμικής (n=52) ήταν σύμφωνα με εκείνα από τον αξιολογήσιμο πληθυσμό (το μέγιστο ΔΔQTcF (90% CI) των 7,91 ms (4,13, 11,68) παρατηρήθηκε 10 ώρες μετά την κατάποση της τρίτης δόσης λαπατινίμπης 2000 mg). Υπάρχει μία θετική συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της λαπατινίμπης στο πλάσμα και του ΔΔQTcF. Η λαπατινίμπη παρήγαγε μέγιστη μέση συγκέντρωση 3920 (3450-4460) ng/ml (γεωμετρικό μέσο /95%CI), υπερβαίνοντας το γεωμετρικό μέσο και τις τιμές CI 95% που παρατηρήθηκαν όταν ακολουθήθηκαν τα εγκεκριμένα δοσολογικά σχήματα. Μια επιπλέον αύξηση στην μέγιστη έκθεση στη λαπατινίμπη μπορεί να αναμένεται όταν η λαπατινίμπη λαμβάνεται επανειλημμένα με φαγητό (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές) ή ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Όταν η λαπατινίμπη λαμβάνεται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 μπορεί να αναμένεται ότι το διάστημα QTc θα παραταθεί κατά 16,1 ms (12,6-20,3 ms) όπως φάνηκε από πρόβλεψη βασισμένη σε μοντέλο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επιδράσεις της τροφής στην έκθεση σε λαπατινίμπη
Η βιοδιαθεσιμότητα και ως εκ τούτου οι συγκεντρώσεις λαπατινίμπης στο πλάσμα αυξάνονται με την τροφή, σε σχέση με το περιεχόμενο και τον χρόνο του γεύματος. Η χορήγηση λαπατινίμπης μία ώρα μετά από γεύμα έχει ως αποτέλεσμα περίπου 2-3 φορές υψηλότερη συστηματική έκθεση, συγκριτικά με τη χορήγηση μία ώρα πριν από γεύμα (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοκινητικές).
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Λαπατινίμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην θεραπεία του καρκίνου του μαστού (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος χορήγηση της λαπατινίμπης είναι άγνωστη, αλλά είναι μη πλήρης και μεταβλητή (70% περίπου συντελεστής μεταβλητότητας στην AUC). Συγκεντρώσεις στον ορό εμφανίζονται μετά από διάμεση χρονική υστέρηση 0,25 ώρες (εύρος 0 έως 1,5 ώρες). Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της λαπατινίμπης επιτυγχάνεται 4 ώρες περίπου μετά τη χορήγηση. Η ημερήσια χορήγηση 1250 mg οδηγεί σε γεωμετρικές μέσες τιμές (συντελεστής μεταβλητότητας) Cmax σε σταθερή κατάσταση 2,43 (76%) µg/ml και τιμές AUC 36,2 (79%) µg*hr/ml.
Η συστηματική έκθεση στη λαπατινίμπη αυξάνεται όταν χορηγείται με τροφή. Οι τιμές AUC της λαπατινίμπης ήταν περίπου 3 και 4 φορές υψηλότερες (Cmax περίπου 2,5 και 3 φορές υψηλότερη) όταν χορηγείται με γεύμα με χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά (5% λίπος [500 θερμίδες]) ή με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά (50% λίπος [1.000 θερμίδες]), αντίστοιχα συγκριτικά με χορήγηση σε κατάσταση νηστείας. Η συστηματική έκθεση στη λαπατινίμπη επηρεάζεται επίσης από τον χρόνο της χορήγησης σε σχέση με τη λήψη της τροφής. Σχετικά με τη χορήγηση 1 ώρα πριν από ένα πρόγευμα με χαμηλά λιπαρά, οι μέσες τιμές AUC ήταν περίπου 2 και 3 φορές υψηλότερες όταν η λαπατινίμπη χορηγήθηκε 1 ώρα μετά από ένα γεύμα με χαμηλά ή υψηλά λιπαρά αντίστοιχα.
Κατανομή
Η λαπατινίμπη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό (πάνω από 99%) στη λευκωματίνη και την α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η λαπατινίμπη είναι υπόστρωμα για τους μεταφορείς BCRP (ABCG1) και p-γλυκοπρωτεΐνη (ABCB1). Έχει επίσης καταδειχτεί ότι η λαπατινίμπη αναστέλλει in vitro αυτούς τους μεταφορείς εκροής, καθώς και τον μεταφορέα ηπατικής πρόσληψης OATP 1B1, σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις (οι τιμές IC50 ήταν ίσες με 2,3 µg/ml). Η κλινική σημασία αυτών των επιδράσεων στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμακευτικών προϊόντων ή τη φαρμακολογική δραστικότητα άλλων αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων δεν είναι γνωστή.
Βιομετασχηματισμός
Η λαπατινίμπη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό, κυρίως από τα CYP3A4 και CYP3A5, με την ελάσσονα συμβολή των CYP2C19 και CYP2C8, σε πλήθος οξειδωμένων μεταβολιτών, κανένας από τους οποίους δεν αντιπροσωπεύει πάνω από το 14% της δόσης που ανιχνεύεται στα κόπρανα ή το 10% της συγκέντρωσης της λαπατινίμπης στο πλάσμα. Η λαπατινίμπη αναστέλλει τα CYP3A (Ki 0,6 με 2,3 µg/ml) και CYP2C8 (0,3 µg/ml) in vitro σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις. Η λαπατινίμπη δεν αναστέλλει σημαντικά τα παρακάτω ένζυμα σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσωμάτια: CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19 και CYP2D6 ή ένζυμα UGT (in vitro οι τιμές IC50 ήταν μεγαλύτερες ή ίσες με 6,9 µg/ml).
Αποβολή
Η ημίσεια ζωή της λαπατινίμπης όπως μετράται μετά από εφάπαξ δόσεις αυξάνεται με αύξηση της δόσης. Ωστόσο, η ημερήσια χορήγηση της λαπατινίμπης οδηγεί σε επίτευξη σταθερής κατάστασης μέσα σε 6 με 7 ημέρες, καταδεικνύοντας αποτελεσματική ημίσεια ζωή 24 ωρών. Η λαπατινίμπη απομακρύνεται κυρίως μέσω μεταβολισμού από το CYP3A4/5. Η χολική απέκκριση μπορεί επίσης να συμβάλλει στην απομάκρυνση. Η κύρια οδός απέκκρισης της λαπατινίμπης και των μεταβολιτών της είναι στα κόπρανα. Η ανίχνευση αναλλοίωτης λαπατινίμπης στα κόπρανα ανέρχεται σε διάμεσο ποσοστό 27% (εύρος 3 με 67%) μιας δόσης από του στόματος. Λιγότερο από το 2% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης (ως λαπατινίμπη και μεταβολίτες) απεκκρίνεται στα ούρα.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της λαπατινίμπης δεν έχει μελετηθεί ξεχωριστά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της λαπατινίμπης εξετάστηκε σε ασθενείς με μέτρια (n = 8) ή σοβαρή (n = 4) ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογίες Child-Pugh 7-9, ή πάνω από 9 αντίστοιχα) και σε 8 υγιείς συμμετέχουσες της ομάδας ελέγχου. Η συστηματική έκθεση (AUC) στη λαπατινίμπη μετά από εφάπαξ δόση από του στόματος των 100 mg αυξήθηκε κατά 56% και 85% περίπου σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα. Η λαπατινίμπη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).