Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

LAMIVUDINE-ZIDOVUDINE TEVA

zidovudine and lamivudine

λαμηβuδηνε-ζηδοβuδηνε τεβα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
150+300 / TAB 47.78 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)

  1. Θεραπεία της λοίμωξης από τον Ιό της Ανοσολογικής Ανεπάρκειας του Ανθρώπου (HIV)

    Στην αντιρετροϊκή θεραπεία συνδυασμού

    • B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη

LAMIVUDINE-ZIDOVUDINE TEVA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Στοματική
Χορήγηση:
Δύο φορές την ημέρα, με ή χωρίς φαγητό
Δόση έναρξης:
Ένα δισκίο δύο φορές την ημέρα
  • Ενήλικοι και έφηβοι βάρους τουλάχιστον 30 kg
    ΔόσηΈνα δισκίο
  • Παιδιά βάρους μεταξύ 21 kg έως 30 kg
    ΔόσηΜισό δισκίο το πρωί και ένα ολόκληρο δισκίο το βράδυ
    Φαρμακοκινητική υπερέκθεση στη ζιδοβουδίνη μπορεί να εμφανισθεί, επομένως απαιτείται στενή παρακολούθηση της ασφάλειας. Εάν εμφανισθεί γαστρεντερική δυσανεξία, μπορεί να εφαρμοστεί εναλλακτικό δοσολογικό σχήμα με μισό δισκίο δύο φορές την ημέρα.
  • Παιδιά βάρους 14 έως 21 kg
    ΔόσηΜισό δισκίο δύο φορές την ημέρα
  • Παιδιά βάρους μικρότερου των 14 kg
    Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα δισκία Zidovudine And Lamivudine, επειδή οι δόσεις δεν μπορούν να ρυθμιστούν κατάλληλα. Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη θα πρέπει να λαμβάνονται ως ξεχωριστά σκευάσματα. Υπάρχουν διαθέσιμα πόσιμα διαλύματα λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης.
  • Ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία
    Υπάρχουν διαθέσιμα πόσιμα διαλύματα λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης. Τα δισκία μπορούν να θρυμματισθούν και να προστεθούν σε μια μικρή ποσότητα ημιστερεάς τροφής ή υγρού, που πρέπει να καταπίνεται ολόκληρη αμέσως.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα εξειδικευμένα στοιχεία. Ιδιαίτερη προσοχή λόγω πιθανής μείωσης της νεφρικής λειτουργίας και αλλαγών στις αιματολογικές παραμέτρους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη λαμιβουδίνη, ζιδοβουδίνη ή σε οποιοδήποτε από τα συστατικά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Παθολογικά χαμηλός αριθμός ουδετεροφίλων (<0,75 x 109/L)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Παθολογικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (< 7,5 g/dL ή 4,65 mmol/L)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ρύθμιση δοσολογίας
    ΠληθυσμόςΣε περιπτώσεις όπου η ρύθμιση της δοσολογίας είναι απαραίτητη
    Συνιστάται χορήγηση ξεχωριστών σκευασμάτων λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης
  • Συγχορήγηση σταβουδίνης και ζιδοβουδίνης
    προσοχή
    Θα πρέπει να αποφεύγεται
  • Ευκαιριακές λοιμώξεις και επιπλοκές της HIV λοίμωξης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν το Zidovudine And Lamivudine ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παραμείνουν σε στενή κλινική παρακολούθηση από ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με HIV λοίμωξη
  • Αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (Αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Zidovudine And Lamivudine
    Θα πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά οι αιματολογικές παράμετροι. Επειδή η ρύθμιση της δοσολογίας με το Zidovudine And Lamivudine δεν είναι δυνατόν να γίνει, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ξεχωριστά παρασκευάσματα λαμιβουδίνης και ζιδοβουδίνης
  • Παγκρεατίτιδα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ελάμβαναν λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη
    Η θεραπεία με το Zidovudine And Lamivudine θα πρέπει να διακοπεί αμέσως αν τα κλινικά σημεία, συμπτώματα ή μη φυσιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις υποδηλώνουν την ύπαρξη παγκρεατίτιδας
  • Γαλακτική οξέωση
    Η θεραπεία με ζιδοβουδίνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανισθεί συμπτωματική υπεργαλακταιμία και μεταβολική/γαλακτική οξέωση, προοδευτική ηπατομεγαλία, ή ραγδαία αυξανόμενα επίπεδα αμινοτρανσφερασών
  • Χορήγηση ζιδοβουδίνης σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΟποιοσδήποτε ασθενής (ιδιαίτερα παχύσαρκες γυναίκες) με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο και ηπατική στεάτωση (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων φαρμακευτικών προϊόντων και αλκοόλης). Ασθενείς που έχουν επίσης μολυνθεί από ηπατίτιδα C και κάνουν θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα και ριμπαβιρίνη.
    Χρειάζεται προσοχή
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in utero
    ΠληθυσμόςΟποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα
    Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
  • Λιποατροφία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ζιδοβουδίνη και προϊόντα που περιέχουν ζιδοβουδίνη (Zidovudine And Lamivudine και Trizivir)
    Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται τακτικά για σημεία λιποατροφίας. Εάν υπάρχει υποψία για ανάπτυξη λιποατροφίας, θα πρέπει να γίνεται μετάβαση σε ένα εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
    ΠληθυσμόςΚατά τη διάρκεια της αντιρετροϊικής θεραπείας
    Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης
    ΠληθυσμόςHIV οροθετικοί ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART)
    Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται
  • Ηπατική νόσος σε ασθενείς με HIV/HBV/HCV
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργής ηπατίτιδας κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας
    Ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την κοινή πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσους, πρέπει να εξετάζεται η παροδική ή οριστική διακοπή της θεραπείας.
  • Συγχορήγηση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C
    Δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας
  • Οστεονέκρωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART)
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση
  • Συγχορήγηση με άλλα προϊόντα λαμιβουδίνης ή εμτρισιταβίνης
    αντένδειξη
    Το Zidovudine And Lamivudine δεν πρέπει να λαμβάνεται
  • Συνδυασμός λαμιβουδίνης με κλαδριβίνη
    προσοχή
    Δεν συνιστάται
  • Χορήγηση σε άτομα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30-49 mL/min)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παρατεταμένη κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 mL/min που λαμβάνουν Zidovudine And Lamivudine
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη λαμιβουδίνη, ιδίως αιματολογικές τοξικότητες. Εάν εμφανιστεί νέα ή επιδεινούμενη ουδετεροπενία ή αναιμία, το Zidovudine And Lamivudine θα πρέπει να διακόπτεται και τα επιμέρους συστατικά να χρησιμοποιούνται.
  • Περιεκτικότητα σε Νάτριο
    Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Η αλληλεπίδραση δεν μελετήθηκε.
  • αντένδειξη
    In vitro ανταγωνισμός της αντι-HIV δράσης μεταξύ σταβουδίνης και ζιδοβουδίνης μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα και των δύο φαρμάκων.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται.
  • παρακολούθηση
    Ζιδοβουδίνη AUC 750 mg δύο φορές την ημέρα με φαγητό/200 mg τρεις φορές την ημέρα 33%. Ατοβακόνη AUC .
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Δεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • Ζιδοβουδίνη AUC 500 mg δύο φορές την ημέρα/100 mg κάθε 4 ώρες 12%.
    ΣύστασηΞεχωριστή χορήγηση Zidovudine And Lamivudine και κλαριθρομυκίνης με διαφορά τουλάχιστον 2 ωρών.
  • Τριμεθοπρίμη/σουλφομεθοξαζόλη (Κο-τριμοξαζόλη)
    προσοχή
    Λαμιβουδίνη: AUC 40% (160mg/800mg άπαξ ημερησίως για 5 ημέρες/300mg μονή δόση) (αναστολή του οργανικού κατιονικού μεταφορέα). Τριμεθοπρίμη: AUC . Σουλφομεθοξαζόλη: AUC . Η αλληλεπίδραση με ζιδοβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας του Zidovudine And Lamivudine, εκτός αν ο ασθενής έχει νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία). Όταν απαιτείται η συγχορήγηση με κο-τριμοξαζόλη, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κλινικά. Οι υψηλές δόσεις τριμεθοπρίμης/σουλφομεθοξαζόλης για τη θεραπεία της πνευμονίας από Pneumocystis jirovecii (PCP) και της τοξοπλάσμωσης δεν έχουν μελετηθεί και θα πρέπει να αποφεύγονται.
  • παρακολούθηση
    Ζιδοβουδίνη AUC 400 mg άπαξ ημερησίως/200 mg τρεις φορές την ημέρα 74% (αναστολή της UGT). Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • προσοχή
    Ζιδοβουδίνη AUC 600mg άπαξ ημερησίως/200 mg τρεις φορές την ημέρα 48% (επαγωγή της UGT). Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
  • Πιθανότητα ελαφράς μείωσης των συγκεντρώσεων ζιδοβουδίνης στο πλάσμα μέσω επαγωγής της UGT. Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΑνεπαρκή δεδομένα για σύσταση ρύθμισης της δοσολογίας.
  • Φαινυντοΐνη
    παρακολούθηση
    Φαινυντοΐνη AUC . Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση των συγκεντρώσεων της φαινυντοΐνης. Καθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.
  • παρακολούθηση
    Ζιδοβουδίνη AUC 250 mg ή 500 mg τρεις φορές την ημέρα/100 mg τρεις φορές την ημέρα 80% (αναστολή της UGT). Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με ζιδοβουδίνη είναι απίθανη. Η ρανιτιδίνη αποβάλλεται μερικώς μόνο από το σύστημα νεφρικών μεταφορέων οργανικών κατιόντων. Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • Κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση με ζιδοβουδίνη είναι απίθανη. Η σιμετιδίνη αποβάλλεται μερικώς μόνο από το σύστημα νεφρικών μεταφορέων οργανικών κατιόντων. Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση δοσολογίας.
  • αντένδειξη
    In vitro η λαμιβουδίνη αναστέλλει την ενδοκυτταρική φωσφορυλίωση της κλαδριβίνης που οδηγεί σε δυνητικό κίνδυνο απώλειας της αποτελεσματικότητας της κλαδριβίνης. Ορισμένα κλινικά ευρήματα επίσης υποστηρίζουν μία πιθανή αλληλεπίδραση. Η αλληλεπίδραση με ζιδοβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΕπομένως η συγχορήγηση λαμιβουδίνης και κλαδριβίνης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • παρακολούθηση
    Ζιδοβουδίνη AUC 30 έως 90 mg άπαξ ημερησίως/200 mg κάθε 4 ώρες 43%. Μεθαδόνη AUC . Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η ρύθμιση της δοσολογίας της μεθαδόνης είναι απίθανη στους περισσότερους ασθενείς. Περιστασιακά μπορεί να χρειασθεί επαναρύθμιση της δόσης της μεθαδόνης.
  • Προβενεσίδη
    παρακολούθηση
    Ζιδοβουδίνη AUC 500 mg τέσσερις φορές την ημέρα/2mg/kg τρεις φορές την ημέρα 106% (αναστολή της UGT). Η αλληλεπίδραση με λαμιβουδίνη δεν μελετήθηκε.
    ΣύστασηΚαθώς είναι διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, η κλινική σημασία δεν είναι γνωστή. Παρακολούθηση για σημεία τοξικότητας από τη ζιδοβουδίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Διάλυμα σορβιτόλης (3,2 g, 10,2 g, 13,4 g)
    προσοχή
    Λαμιβουδίνη: AUC  14%; 32%; 36%. Cmax  28%; 52%, 55%.
    ΣύστασηΌπου είναι δυνατόν, να αποφεύγεται η χρόνια συγχορήγηση Zidovudine And Lamivudine με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν σορβιτόλη ή άλλες πολυαλκοόλες οσμωτικής δράσης ή μονοσακχαριδικές αλκοόλες (π.χ., ξυλιτόλη, μαννιτόλη, λακτιτόλη, μαλτιτόλη). Να εξετάζεται το ενδεχόμενο συχνότερης παρακολούθησης του ιικού φορτίου του HIV-1 όταν η χρόνια συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί.
  • αντένδειξη
    Επίταση της αναιμίας. Ο ακριβής μηχανισμός δεν έχει διευκρινισθεί.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης δε συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης σε συνδυαστικό θεραπευτικό σχήμα ART, εάν αυτό χρησιμοποιείται ήδη. Αυτό θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό αναιμίας επαγόμενης από τη ζιδοβουδίνη.
  • Δυνητικά νεφροτοξικά ή μυελοκατασταλτικά φάρμακα (π.χ. συστηματική χορήγηση πενταμιδίνης, δαψόνη, πυριμεθαμίνη, κο-τριμοξαζόλη, αμφοτερικίνη, φλουκυτοκίνη, γκανσικλοβίρη, ιντερφερόνη, βινκριστίνη, βινβλαστίνη, δοξορουμπισίνη)
    προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών από τη ζιδοβουδίνη.
    ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση Zidovudine And Lamivudine με οποιοδήποτε από αυτά τα φάρμακα είναι απαραίτητη, τότε θα πρέπει να λαμβάνονται επιπλέον μέτρα ελέγχου της νεφρικής λειτουργίας και των αιματολογικών παραμέτρων και εφόσον χρειασθεί θα πρέπει να μειωθεί η δοσολογία ενός ή περισσοτέρων παραγόντων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Θρομβοκυτταροπενία
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
  • Λευκοπενία
  • Απλαστική αναιμία
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
  • Πανκυτταροπενία με μυελική υποπλασία
Μεταβολισμός
  • Γαλακτική οξέωση
  • Ανορεξία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Παραισθησία
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Σπασμοί
  • Διαταραχή γεύσης
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Άγχος
  • Κατάθλιψη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Απώλεια της νοητικής οξύτητας
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Ρινικά συμπτώματα
  • Δύσπνοια
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Παγκρεατίτιδα
  • Μετεωρισμός
  • Υπέρχρωση στοματικού βλεννογόνου
  • Δυσπεψία
Μυοσκελετικό
  • Κράμπες
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκές ανωμαλίες
  • Ραβδομυόλυση
  • Μυαλγία
  • Μυοπάθεια
Εργαστηριακές
  • Αύξηση αμυλάσης ορού
  • Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
  • Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στο αίμα
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
  • Ηπατομεγαλία με στεάτωση
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Αγγειοοίδημα
  • Κνησμός
  • Υπέρχρωση ονύχων
  • Υπέρχρωση δέρματος
  • Κνίδωση
  • Εφίδρωση
Γενικές
  • Αίσθημα κόπωσης
  • Αδιαθεσία
  • Πυρετός
  • Αδυναμία
  • Γενικευμένο άλγος
  • Ρίγη
  • Θωρακικό άλγος
Λοιμώξεις
  • Γριππώδες σύνδρομο
Καρδιά
  • Καρδιομυοπάθεια
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Συχνουρία
Αναπαραγωγικό
  • Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα κόπωσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Αδιαθεσία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στο αίμα
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κράμπες
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκές ανωμαλίες
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινικά συμπτώματα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Γενικευμένο άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Πανκυτταροπενία με μυελική υποπλασία
    Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Παροδικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Απώλεια της νοητικής οξύτητας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αύξηση αμυλάσης ορού
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Γαλακτική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Γριππώδες σύνδρομο
    Λοιμώξεις
    Σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχή γεύσης
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Εφίδρωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Ηπατομεγαλία με στεάτωση
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Καρδιομυοπάθεια
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ρίγη
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ραβδομυόλυση
    Μυοσκελετικό
    Σπάνιες
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Συχνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση δέρματος
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση ονύχων
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση στοματικού βλεννογόνου
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Η χρήση της ζιδοβουδίνης σε εγκύους γυναίκες έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά το ποσοστό μετάδοσης του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο. Δεν υποδεικνύει δυσμορφική τοξικότητα. Υπάρχει πιθανότητα αναστολής της αντιγραφής του κυτταρικού DNA και διαπλακουντιακής καρκινογένεσης σε ζώα, με άγνωστη κλινική σημασία. Πιθανότητα μιτοχονδριακής δυσλειτουργίας. Αξιολόγηση επανεμφάνισης ηπατίτιδας εάν διακοπεί η λαμιβουδίνη.
  • Γαλουχία
    Συνιστάται οι γυναίκες που ζουν με τον ιό HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV. Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα.
  • Γονιμότητα
    Ούτε η ζιδοβουδίνη ούτε η λαμιβουδίνη έχουν δείξει στοιχεία διαταραχής της γονιμότητας σε μελέτες με άρρενες και θήλεις αρουραίους. Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση τους στην ανθρώπινη γυναικεία γονιμότητα. Στους άνδρες η ζιδοβουδίνη δεν έχει δείξει ότι επηρεάζει τον αριθμό, τη μορφολογία ή την κινητικότητα του σπέρματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Υποστηρικτική θεραπεία. Παρακολούθηση για τοξικότητα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί αιμοκάθαρση.
ΑιμοκάθαρσηΜερικώς
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας του δισκίου
Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική (Ε460),
γλυκολικό νατριούχο άμυλο,
κολλοειδές διοξείδιο πυριτίου,
στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη του δισκίου
Υπρομελλόζη (Ε464),
διοξείδιο τιτανίου (Ε171),
πολυαιθυλενογλυκόλη 400,
πολυσορβικό 80
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιικά για τη θεραπεία των λοιμώξεων από τον HIV, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: J05AR01.

Μηχανισμός δράσης

Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη είναι νουκλεοσιδικά ανάλογα με δράση έναντι του HIV. Επιπρόσθετα η λαμιβουδίνη έχει δράση έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV). Και τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα μεταβολίζονται ενδοκυττάρια προς τα ενεργά συστατικά τους 5’ -τριφωσφορική λαμιβουδίνη (ΤP) και 5’-ΤΡ ζιδοβουδίνη αντίστοιχα. Ο βασικός τρόπος δράσης τους είναι ο τερματισμός της αλυσίδας της ιικής αντίστροφης μεταγραφής. Η λαμιβουδίνη-TP και η ζιδοβουδίνη-TP έχουν εκλεκτική ανασταλτική δράση έναντι της αντιγραφής του HIV-1 και HIV-2 in vitro. Η λαμιβουδίνη είναι επίσης δραστική έναντι κλινικά ενεργών στελεχών του HIV ανθεκτικών στη ζιδοβουδίνη. Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με λαμιβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη και νεβιραπίνη). Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με ζιδοβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη και ιντερφερόνη άλφα).

Η αντοχή του HIV-1 έναντι της λαμιβουδίνης οφείλεται σε μία μετάλλαξη M184V, η οποία οδηγεί στην υποκατάσταση ενός αμινοξέος, κοντά στο ενεργό κέντρο της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) του ιού. Η μετάλλαξη αυτή εμφανίζεται τόσο in vitro, όσο και σε ασθενείς μολυσμένους με HIV-1 οι οποίοι έχουν αντιμετωπισθεί με αντιρετροϊικό σχήμα που περιέχει λαμιβουδίνη. Τα στελέχη με την συγκεκριμένη μετάλλαξη έχουν σημαντικά ελαττωμένη ευαισθησία στη λαμιβουδίνη και παρουσιάζουν μειωμένο αναπαραγωγικό δυναμικό in vitro. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι στελέχη του ιού ανθεκτικά στη ζιδοβουδίνη μπορεί να καταστούν ευαίσθητα στον παράγοντα αυτόν όταν ταυτόχρονα αποκτήσουν αντοχή έναντι της λαμιβουδίνης. H κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων παραμένει πάντως αδιευκρίνιστη. Στοιχεία in vitro, τείνουν να υποδείξουν ότι η συνέχιση της λαμιβουδίνης σε αντιρετροϊκό σχήμα, παρά την ανάπτυξη της μετάλλαξης M184V, μπορεί να παρέχει υπολειπόμενη αντιρετροϊκή δράση (πιθανώς μέσω εξασθένησης της ιϊκής λειτουργικότητας). Η κλινική συσχέτιση αυτών των ευρημάτων δεν έχει τεκμηριωθεί. Πράγματι, τα διαθέσιμα κλινικά στοιχεία είναι πολύ περιορισμένα και καθιστούν αδύνατη την εξαγωγή αξιόπιστων συμπερασμάτων αναφορικά με τα παραπάνω δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει πάντοτε να προτιμάται η έναρξη ευαίσθητων νουκλεοσιδικών αναλόγων αναστολέων ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTIs) έναντι της διατήρησης της θεραπείας με λαμιβουδίνη. Επομένως, η διατήρηση της θεραπείας με λαμιβουδίνη παρά την εμφάνιση της μετάλλαξης M184V, θα πρέπει να εξετάζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άλλοι δραστικοί NRTI’s. Η διασταυρούμενη αντοχή έναντι άλλων νουκλεοσιδικών αντιρετροϊκών λόγω της μετάλλαξης M184V του γονιδίου της RT είναι περιορισμένη. Η ζιδοβουδίνη και η σταβουδίνη διατηρούν την αντιρετροϊκή δραστικότητα τους επί στελεχών του HIV-1 ανθεκτικών στη λαμιβουδίνη. Επίσης, τα στελέχη με την μετάλλαξη Μ184V παραμένουν ευαίσθητα στην αβακαβίρη. Τα μεταλλαγμένα Μ184V RT στελέχη παρουσιάζουν λιγότερο από 4 φορές μειωμένη ευαισθησία στην διδιανοσίνη, αλλά η κλινική σημασία των ευρημάτων αυτών παραμένει άγνωστη. Ο έλεγχος της ευαισθησίας in vitro δεν έχει τυποποιηθεί και τα αποτελέσματα ποικίλουν ανάλογα με τους παράγοντες μεθοδολογίας. Η λαμιβουδίνη δείχνει χαμηλή κυτταροτοξικότητα in vitro στο περιφερικά λεμφοκύτταρα, στα καθηλωμένα λεμφοκύτταρα και μονοκυταρικά μακροφάγα και σε μια ποικιλία πρώιμων κυττάρων του νωτιαίου μυελού. Αντίσταση στα ανάλογα θυμιδίνης (ένα εκ των οποίων είναι η ζιδοβουδίνη), είναι γνωστή και αποδίδεται από τη σταδιακή συνάθροιση έως 6 ειδικών μεταλλάξεων στην αντίστροφη μεταγραφάση του HIV στα κωδικόνια 41, 67, 70, 210, 215 και 219. Οι ιοί αποκτούν φαινοτυπική αντίσταση στα ανάλογα της θυμιδίνης μέσω συνδυασμού μεταλλάξεων στα κωδικόνια 41 και 215, ή από την συνάθροιση τουλάχιστον 4 έως 6 μεταλλάξεων. Αυτές οι μεταλλάξεις των αναλόγων θυμιδίνης από μόνες τους δεν προκαλούν διασταυρούμενη αντίσταση υψηλού επιπέδου σε κανένα από τα άλλα νουκλεοσίδια, επιτρέποντας έτσι την επακόλουθη χρήση άλλων εγκεκριμένων αναστολέων ανάστροφης μεταγραφάσης. Δύο τρόποι μεταλλάξεων πολυφαρμακευτικής αντίστασης, ο πρώτος χαρακτηριζόμενος από μεταλλάξεις της αντίστροφης μεταγραφάσης του HIV στα κωδικόνια 62, 75, 77, 116 και 151 και ο δεύτερος που αφορά σε μία Τ69S μετάλλαξη και εισαγωγή ενός ζεύγους 6-βάσεων στην ίδια θέση, έχουν σαν αποτέλεσμα ανάπτυξη φαινοτυπικής αντίστασης στο AZT, όπως επίσης και σε άλλους εγκεκριμένους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης. Ο κάθε ένας από αυτούς τους δύο τρόπους μεταλλάξεων πολυνουκλεοσιδικής αντοχής περιορίζει σημαντικά τις μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές.

Κλινική εμπειρία

Σε κλινικές δοκιμές η λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη απέδειξε ότι μειώνει το ιικό φορτίο του HIV-1 και αυξάνει τον αριθμό των CD4 κυττάρων. Τα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λαμιβουδίνη σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου και της θνησιμότητας. Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως στα πλαίσια αντιρετροϊκής θεραπείας με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες της ίδιας ομάδας (NRTIs) ή με διαφορετικές ομάδες (PIs, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης). Πολλαπλή φαρμακευτική αντορετροϊκή θεραπεία που περιέχει λαμιβουδίνη έδειξε να είναι αποτελεσματική σε ασθενείς που δεν έχουν ξαναλάβει αντιρετροϊκή θεραπεία, όπως επίσης και σε ασθενείς που παρουσιάζονται με ιούς που περιέχουν Μ184V μεταλλάξεις. Τα δεδομένα από κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη επιβραδύνουν την εμφάνιση στελεχών ανθεκτικών στη ζιδοβουδίνη σε άτομα τα οποία δεν έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε αντιρετροϊκή αγωγή. Άτομα που λαμβάνουν λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη μαζί ή χωρίς επιπρόσθετη συγχορήγηση αντιρετροϊκών θεραπειών και ήδη έχουν εμφανίσει τον μεταλλαγμένο ιό Μ184V επίσης παρουσιάζουν καθυστέρηση στην εμφάνιση των μεταλλάξεων που παρέχουν αντίσταση στη ζιδοβουδίνη και σταβουδίνη (Μεταλλάξεις Αναλόγων Θυμιδίνης; ΜΑΘ). Η σχέση μεταξύ in vitro ευαισθησίας του HIV στη λαμιβουδίνη και στη ζιδοβουδίνη και η κλινική ανταπόκριση στη θεραπεία που περιέχει λαμιβουδίνη/ζιδοβουδίνη παραμένει υπό διερεύνηση. Η λαμιβουδίνη σε δόση 100 mg μία φορά την ημέρα έχει δειχθεί επίσης αποτελεσματική για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με χρόνια λοίμωξη HBV (για λεπτομέρειες κλινικών μελετών βλέπε τις συνταγογραφικές πληροφορίες του Zeffix). Πάντως για τη θεραπεία της HIV λοίμωξης μόνο η δόση των 300 mg λαμιβουδίνης ημερησίως (σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες) φάνηκε να είναι αποτελεσματική. Η λαμιβουδίνη δεν έχει ειδικά διερευνηθεί σε ασθενείς με HIV που έχουν παράλληλα μολυνθεί με HBV.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη απορροφώνται ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται από το στόμα στους ενήλικους κυμαίνεται μεταξύ 80 και 85% και της ζιδοβουδίνης μεταξύ 60-70%. Μια μελέτη βιοϊσοδυναμίας συνέκρινε το Zidovudine And Lamivudine με λαμιβουδίνη 150 mg και ζιδοβουδίνη 300 mg σε δισκία χορηγούμενα μαζί. Η επίδραση της τροφής στο ρυθμό και στην έκταση της απορρόφησης μελετήθηκαν επίσης. Το Zidovudine And Lamivudine βρέθηκε ότι ήταν βιοϊσοδύναμο των λαμιβουδίνη 150 mg και ζιδοβουδίνη 300 mg, όταν δόθηκαν σε ξεχωριστά δισκία, χορηγούμενα σε ασθενείς σε κατάσταση νηστείας. Μετά τη χορήγηση μιας δόσεως Zidovudine And Lamivudine σε υγιείς εθελοντές, οι μέσες (CV) τιμές Cmax της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης ήταν 1,6 µg/ml (32%) και 2,0 µg/ml (40%) αντίστοιχα και οι τιμές για AUC ήταν 6,1 µg.h/ml (20%) και 2,4 µg.h/ml (29%) αντίστοιχα. Οι διάμεσες τιμές tmax (εύρος) της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης ήταν 0,75 (0,50-2,00) ώρες και 0,50 (0,25-2,00) ώρες αντίστοιχα. Η έκταση της απορρόφησης της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης (AUC) και οι υπολογιζόμενοι χρόνοι ημίσειας ζωής μετά τη χορήγηση του Zidovudine And Lamivudine με τροφή ήταν παρόμοια με εκείνη στους ασθενείς υπό νηστεία, όμως οι ρυθμοί απορρόφησης (Cmax, tmax) επιβραδύνθηκαν. Με βάση αυτά τα δεδομένα, το Zidovudine And Lamivudine μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή. Η χορήγηση θρυμματισμένων δισκίων με μια μικρή ποσότητα ημιστερεάς τροφής ή υγρού δεν αναμένεται να έχει επίδραση στην φαρμακευτική ποιότητα και επομένως δεν αναμένεται να μεταβάλλει το κλινικό αποτέλεσμα. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται σε φυσικοχημικά και φαρμακοκινητικά δεδομένα με την προϋπόθεση ότι ο ασθενής θρυμματίζει και μεταφέρει το 100% του δισκίου και ότι το καταπίνει αμέσως.

Κατανομή

Μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης με λαμιβουδίνη και ζιδοβουδίνη έδειξαν ότι ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 1,3 και 1,6 l/kg αντίστοιχα. Η λαμιβουδίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική επάνω από τα όρια της θεραπευτικής δοσολογίας και επιδεικνύει περιορισμένη δέσμευση στην κύρια πρωτεΐνη του πλάσματος αλβουμίνη (≤ 36% με την αλβουμίνη του ορού σε in vitro μελέτες). H σύνδεση της ζιδοβουδίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 34-38%. Δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με το Zidovudine And Lamivudine που να οφείλονται στην παρεκτόπιση από τις θέσεις της πρωτεϊνικής σύνδεσης. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη διαπερνούν το κεντρικό νευρικό σύστημα (KNΣ) και διεισδύουν στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η μέση αναλογία συγκέντρωσης της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό/ορό, 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση από το στόμα, ήταν περίπου 0,12 και 0,5 αντίστοιχα. H πραγματική έκταση διείσδυσης στο ΚΝΣ της λαμιβουδίνης και η σχέση με οποιαδήποτε κλινική αποτελεσματικότητα είναι άγνωστη.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός της λαμιβουδίνης αποτελεί ελάσσονα οδό απέκκρισης. Η λαμιβουδίνη αποβάλλεται αναλλοίωτη κυρίως με νεφρική κάθαρση. Η πιθανότητα των μεταβολικών αλληλεπιδράσεων της λαμιβουδίνης με άλλα φάρμακα είναι μικρή λόγω του περιορισμένου ηπατικού μεταβολισμού (5-10%) και της χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης. Το 5’-γλυκουρoνίδιο της ζιδοβουδίνης είναι ο βασικός μεταβολίτης και στον ορό και στα ούρα και αντιπροσωπεύει περίπου το 50-80% της χορηγούμενης δόσης που αποβάλλεται με νεφρική κάθαρση. Η 3’-αμινο-3’-δεοξυθυμιδίνη (ΑΜΤ) έχει αποδειχθεί ότι είναι ο μεταβολίτης της ζιδοβουδίνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.

Αποβολή

O παρατηρηθείς χρόνος ημίσειας αποβολής της λαμιβουδίνης είναι περίπου 18 έως 19 ώρες. Η μέση συστηματική κάθαρση της λαμιβουδίνης είναι περίπου 0,32 l/h/kg, με κύρια νεφρική κάθαρση (>70%) μέσω του οργανικού κατιονικού συστήματος μεταφοράς. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια έδειξαν ότι η αποβολή της λαμιβουδίνης επηρεάζεται από τη νεφρική δυσλειτουργία. Απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤30 mL/min (βλέτε Δοσολογία). Από μελέτες ενδοφλέβιας χορήγησης ζιδοβουδίνης, ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό είναι 1,1 ώρες και η μέση συστηματική κάθαρση είναι 1,6 l/h/kg. H νεφρική κάθαρση της ζιδοβουδίνης υπολογίζεται σε 0,34 l/h/kg, υποδηλώνοντας σπειραματική διήθηση και ενεργή σωληναριακή απέκκριση από τους νεφρούς. Οι συγκεντρώσεις της ζιδοβουδίνης αυξάνουν σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια.

Φαρμακοκινητική σε παιδιά

Σε παιδιά ηλικίας μεγαλύτερης των 5-6 μηνών, το φαρμακοκινητικό προφίλ της ζιδοβουδίνης είναι παρόμοιο με αυτό των ενηλίκων. Η ζιδοβουδίνη απορροφάται καλά από το έντερο και σε όλα τα δοσολογικά επίπεδα που μελετήθηκε σε ενήλικες και παιδιά, η βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου μεταξύ 60-74% με μέση τα 65%. Τα επίπεδα Cssmax ήταν 4,45 M (1,19 g/mL) μετά από δόση 120 mg ζιδοβουδίνης (σε διάλυμα)/m2 εμβαδού επιφανείας σώματος και 7,7 M (2.06 g/mL) σε 180 mg/m2 εμβαδού επιφανείας σώματος. Σε παιδιά οι δόσεις 180 mg/m2 τέσσερις φορές ημερησίως, έδωσαν παρόμοια συστηματική έκθεση (24ωρη AUC 40,0 h M ή 10,7 h g/mL) με τις δόσεις των 200 mg έξη φορές ημερησίως σε ενήλικες (40,7 h M ή 10,9 h g/mL). Σε έξι παιδιά ηλικίας 2 έως 13 ετών με HIV λοίμωξη αξιολογήθηκε η φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα ενώ οι ασθενείς ελάμβαναν 120 mg/m2 ζιδοβουδίνης τρεις φορές την ημέρα και στη συνέχεια μετά την αλλαγή σε 180 mg/m2 δύο φορές την ημέρα. Οι συστηματικές εκθέσεις (ημερήσια AUC και Cmax) στο πλάσμα από σχήμα δις ημερησίως εμφανίσθηκαν ισοδύναμες με εκείνες από την ίδια συνολική ημερήσια δόση χορηγούμενη σε τρεις διαιρεμένες δόσεις [Bergshoeff, 2004]. Γενικά η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων. Ωστόσο, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα (περίπου 55-65%) μειώθηκε σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 12 ετών. Επιπλέον, οι τιμές της συστηματικής κάθαρσης ήταν μεγαλύτερες σε νεότερους παιδιατρικούς ασθενείς και μειώθηκαν με την ηλικία, προσεγγίζοντας τις τιμές ενηλίκων περίπου στην ηλικία των 12 ετών. Λόγω αυτών των διαφορών, η συνιστώμενη δόση λαμιβουδίνης σε παιδιά (ηλικίας μεγαλύτερης των τριών μηνών και βάρους μικρότερου των 30 kg) είναι 4 mg/kg δύο φορές την ημέρα. Η δόση αυτή θα επιτύχει μέση AUC0-12 που κυμαίνεται περίπου από 3.800 έως 5.300 ng.h/mL. Πρόσφατα ευρήματα δείχνουν ότι η έκθεση σε παιδιά ηλικίας < 6 ετών μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 30% συγκριτικά με άλλες ηλικιακές ομάδες. Προς το παρόν αναμένονται περαιτέρω στοιχεία σχετικά με αυτό το θέμα. Επί του παρόντος τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποδεικνύουν ότι η λαμιβουδίνη είναι λιγότερο αποτελεσματική σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Φαρμακοκινητική κατά την κύηση

Η φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης και της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια με εκείνη των γυναικών που δεν ήταν έγκυες.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιικά για τη θεραπεία των λοιμώξεων από τον HIV, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: J05AR01. ### Μηχανισμός δράσης Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη είναι νουκλεοσιδικά ανάλογα με δράση έναντι του HIV. Επιπρόσθετα η λαμιβουδίνη έχει…

Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιικά για τη θεραπεία των λοιμώξεων από τον HIV, συνδυασμοί, Κωδικός ATC: J05AR01. ### Μηχανισμός δράσης Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη είναι νουκλεοσιδικά ανάλογα με δράση έναντι του HIV. Επιπρόσθετα η λαμιβουδίνη έχει…

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Η λαμιβουδίνη και η ζιδοβουδίνη απορροφώνται ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα της λαμιβουδίνης όταν χορηγείται από το στόμα στους ενήλικους κυμαίνεται μεταξύ 80 και 85% και της ζιδοβουδίνης μεταξύ 60-70%. Μια…

info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

zidovudine and lamivudine

Κωδικός ATC5

J05AR01

Κάτοχος Άδειας

Teva
pill