WELLBUTRIN XR(wελλμπuτρην ξρ)
bupropion
Σκευάσματα και τιμές WELLBUTRIN XR
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 150 / TAB | 10.39 € | |
| 300 / TAB | 19.81 € |
WELLBUTRIN XR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων
- F32 Καταθλιπτικό επεισόδιο
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 150 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από 4 εβδομάδες θεραπεία με 150 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 300 mg, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα.
-
ΕνήλικεςΔόση150 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση300 mg μία φορά την ημέραΗ συνιστώμενη αρχική δόση είναι 150 mg, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα. Εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από 4 εβδομάδες θεραπεία με 150 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 300 mg, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα. Πρέπει να υπάρξει ένα διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ διαδοχικών δόσεων. Οι ασθενείς με κατάθλιψη πρέπει να αντιμετωπίζονται για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών. Η αϋπνία μπορεί να μειωθεί, αποφεύγοντας τη λήψη της δόσης πριν την κατάκλιση (με την προϋπόθεση ότι μεσολαβούν τουλάχιστον 24 ώρες μεταξύ των δόσεων). Όταν αλλάζουμε ασθενείς από τα δύο φορές την ημέρα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης βουπροπιόνης σε δισκία Βουπροπιόνη XR, πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να χορηγείται η ίδια ημερήσια δόση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤο Βουπροπιόνη XR δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά ή εφήβους κάτω των 18 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Βουπροπιόνη XR σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηλικιωμένα άτομαΗ αποτελεσματικότητα στα ηλικιωμένα άτομα είναι διφορούμενη. Ακολουθούν το ίδιο δοσολογικό σχήμα με τους ενήλικες. Μεγαλύτερη ευαισθησία σε ορισμένα ηλικιωμένα άτομα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόση150 mg μία φορά την ημέραΘα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Λόγω της αυξημένης μεταβλητότητας στη φαρμακοκινητική ασθενών με ήπια έως μέτρια ανεπάρκεια, η συνιστώμενη δόση σε αυτούς τους ασθενείς είναι 150 mg μία φορά την ημέρα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόση150 mg μία φορά την ημέραΗ βουπροπιόνη και οι δραστικοί μεταβολίτες της μπορεί να συσσωρεύονται σε αυτούς τους ασθενείς σε μεγαλύτερο βαθμό από τον συνηθισμένο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη βουπροπιόνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Ταυτόχρονη χορήγηση οποιουδήποτε άλλου φαρμακευτικού προϊόντος που περιέχει βουπροπιόνη
-
Ενεργός επιληπτική διαταραχή
-
Ιστορικό σπασμών
-
Διεγνωσμένος όγκος στο κεντρικό νευρικό σύστημα
-
Απότομη διακοπή οινοπνευματωδών ποτών
-
Απότομη διακοπή φαρμακευτικών προϊόντων που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο σπασμών κατά τη διακοπή τους (ιδιαίτερα βενζοδιαζεπίνες και προϊόντα τύπου βενζοδιαζεπίνης)
-
Σοβαρή ηπατική κίρρωση
-
Πρόσφατη ή προηγούμενη διάγνωση βουλιμίας
-
Πρόσφατη ή προηγούμενη διάγνωση ψυχογενούς ανορεξίας
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΣπασμοίπροσοχήΝα μην γίνεται υπέρβαση της συνιστώμενης δόσης. Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου που μειώνουν τον ουδό των σπασμών. Το Βουπροπιόνη XR πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση εμφάνισης σπασμών.
-
Αλληλεπιδράσεις - Μεταβολισμός βουπροπιόνηςπροσοχήΧρειάζεται προσοχή όταν η βουπροπιόνη χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μπορεί να επάγουν ή να αναστέλλουν το μεταβολισμό της βουπροπιόνης.
-
Αλληλεπιδράσεις - Αναστολή CYP2D6 (π.χ. με Ταμοξιφένη)προσοχήΣυνιστάται προσοχή όταν συγχορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται από το CYP2D6. Η χρήση βουπροπιόνης θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με ταμοξιφένη.
-
Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωσηπροσοχήΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ιδιαίτερα στα πρώιμα στάδια της θεραπείας και μετά από αλλαγή της δόσης. Οι ασθενείς (και όσοι φροντίζουν τους ασθενείς) πρέπει να είναι ενήμεροι σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης οποιασδήποτε κλινικής επιδείνωσης, αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων και ασυνήθιστων μεταβολών στη συμπεριφορά και να ζητούν άμεση ιατρική συμβουλή εάν εμφανισθούν τέτοια συμπτώματα. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αλλαγής του θεραπευτικού σχήματος περιλαμβανομένης της διακοπής της θεραπείας, σε ασθενείς που παρουσιάζουν εμφάνιση αυτοκτονικού ιδεασμού/συμπεριφοράς.
-
Αυτοκτονικός κίνδυνος σε παιδιά και εφήβουςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και άλλες ψυχιατρικές διαταραχέςΝα λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος αυτοκτονικών σκέψεων και συμπεριφοράς.
-
Νευροψυχιατρικά συμπτώματα περιλαμβανομένης της μανίας και της διπολικής διαταραχήςπροσοχήΠριν την έναρξη της θεραπείας με αντικαταθλιπτικό, οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται επαρκώς για να προσδιορισθεί εάν βρίσκονται σε κίνδυνο διπολικής διαταραχής. Ο έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερές ψυχιατρικό ιστορικό, περιλαμβανομένου του οικογενειακού ιστορικού για αυτοκτονία, διπολική διαταραχή και κατάθλιψη.
-
Ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ΗΣΘ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΗΣΘ ταυτόχρονα με θεραπεία με βουπροπιόνηΧρειάζεται προσοχή λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςπροσοχήΣε περίπτωση εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας, το Βουπροπιόνη XR πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Να διασφαλίζεται συμπτωματική θεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα (τουλάχιστον για μία εβδομάδα).
-
Καρδιαγγειακή νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιαγγειακή νόσοΧρειάζεται προσοχή λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας.
-
Αρτηριακή πίεση / ΥπέρτασηπροσοχήΜία αρχική τιμή της πίεσης πρέπει να λαμβάνεται στην αρχή της θεραπείας και να ελέγχεται στη συνέχεια, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπέρταση. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Βουπροπιόνη XR, αν παρατηρηθεί κλινικά σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Να λαμβάνεται υπόψη η αύξηση της αρτηριακής πίεσης με ταυτόχρονη χρήση διαδερμικού συστήματος νικοτίνης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΧρειάζεται προσοχή. Να παρακολουθούνται στενά για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. αϋπνία, ξηροστομία, σπασμοί) που μπορεί να υποδηλώνουν αυξημένα επίπεδα του φαρμάκου ή των μεταβολιτών του.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. αϋπνία, ξηροστομία, σπασμοί) που μπορεί να υποδηλώνουν αυξημένα επίπεδα του φαρμάκου ή των μεταβολιτών του.
-
Ηλικιωμένα άτομαπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένα άτομαΜεγαλύτερη ευαισθησία σε ορισμένα ηλικιωμένα άτομα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
Παρεμβολή σε εξετάσεις ούρωνπροσοχήΈνα θετικό αποτέλεσμα σε δοκιμασίες για αμφεταμίνες θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με μια πιο ειδική μέθοδο.
-
Μη κατάλληλες οδοί χορήγησηςπροσοχήΤο Βουπροπιόνη XR προορίζεται αποκλειστικά για χρήση από στόματος. Να αποφεύγεται η εισπνοή θρυμματισμένων δισκίων ή η λήψη διαλυμένης βουπροπιόνης με ένεση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)αντένδειξηαυξημένη πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειώνΣύστασηΠρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον 14 ημέρες μεταξύ της διακοπής μη αναστρέψιμων ΜΑΟΙ και της έναρξης θεραπείας με Βουπροπιόνη XR. Για αναστρέψιμους MAOI μία περίοδος 24 ωρών είναι αρκετή.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται κυρίως από το CYP2D6 (π.χ. δεσιπραμίνη, ιμιπραμίνη, ρισπεριδόνη, θειοριδαζίνη, μετοπρολόλη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), προπαφαινόνη, φλεκαϊνίδη)προσοχήμεγάλη αύξηση (2-5 φορές) της Cmax και της AUC της δεσιπραμίνης. Η αναστολή του CYP2D6 συνεχίστηκε τουλάχιστον για 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση βουπροπιόνης.ΣύστασηΗ συγχορήγηση θα πρέπει να αρχίζει με τη μικρότερη δυνατή δόση για το συγχορηγούμενο φάρμακο. Εάν το Βουπροπιόνη XR προστίθεται, το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης του αρχικού φαρμάκου θα πρέπει να εξετασθεί.
-
Φάρμακα που απαιτούν μεταβολική ενεργοποίηση από το CYP2D6 (π.χ. ταμοξιφένη)προσοχήμειωμένη αποτελεσματικότητα
-
παρακολούθησηαύξησε την Cmax και την AUC της σιταλοπράμης κατά 30% και 40% αντίστοιχα
-
προσοχήμπορεί να μειώσει τα επίπεδα της διγοξίνης. Τα επίπεδα της διγοξίνης μπορεί να αυξηθούν με τη διακοπή της βουπροπιόνης.ΣύστασηΟ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για πιθανή τοξικότητα από την διγοξίνη.
-
Φάρμακα που επηρεάζουν το μεταβολισμό της βουπροπιόνης μέσω CYP2B6 (π.χ. υποστρώματα του CYP2B6: κυκλοφωσφαμίδη, ιφωσφαμίδη, αναστολείς του CYP2B6: ορφεναδρίνη, τικλοπιδίνη, κλοπιδογρέλη)προσοχήαύξηση των επιπέδων βουπροπιόνης στο πλάσμα και μείωση των επιπέδων του δραστικού μεταβολίτη υδροξυβουπροπιόνη
-
προσοχήενδέχεται να επηρεάσουν την κλινική αποτελεσματικότητά της και την ασφάλεια τηςΣύστασηΧρειάζεται προσοχή.
-
Φάρμακα που αναστέλλουν τον μεταβολισμό (π.χ. βαλπροϊκό οξύ)προσοχήενδέχεται να επηρεάσουν την κλινική αποτελεσματικότητά της και την ασφάλεια τηςΣύστασηΧρειάζεται προσοχή.
-
προσοχήμείωσε την έκθεση στη βουπροπιόνη και στους κύριους μεταβολίτες της με δοσοεξαρτώμενο τρόπο κατά περίπου 20 έως 80%. Μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν οποιοδήποτε από αυτά τα φάρμακα με βουπροπιόνη μπορεί να χρειάζονται αυξημένες δόσεις βουπροπιόνης αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη συνιστώμενη δόση της βουπροπιόνης.
-
Λεβοντόπα ή Αμανταδίνηπροσοχήμεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. ναυτία, έμετος και νευροψυχιατρικά συμβάματα)
-
Αλκοόλπροσοχήσπάνιες αναφορές ανεπιθύμητων νευροψυχιατρικών συμβαμάτων ή μειωμένης ανοχής της αλκοόληςΣύστασηΗ κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Βουπροπιόνη XR πρέπει να ελαχιστοποιείται ή να αποφεύγεται.
-
Βενζοδιαζεπίνες (εκτός διαζεπάμης)παρακολούθησηΔεν υπήρξε συστηματική αξιολόγηση. Δεν υπάρχει βάση για φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
-
St Johns WortπαρακολούθησηΠεριορισμένη κλινική εμπειρία
-
Διαδερμικό σύστημα νικοτίνης (NTS)προσοχήαύξηση της αρτηριακής πίεσης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, όπως κνίδωση
- δύσπνοια/βρογχόσπασμος
- αρθραλγίες
- πυρετός σε συνδυασμό με εξάνθημα και άλλα συμπτώματα ενδεικτικά επιβραδυνόμενης υπερευαισθησίας (μοιάζουν με ορονοσία)
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Μυαλγία
- Ακούσια μυϊκή σύσπαση
- Ανορεξία
- Απώλεια βάρους
- Διαταραχές της γλυκόζης του αίματος
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Σύγχυση
- Επιθετικότητα
- Εχθρότητα
- Ευερεθιστότητα
- Ανησυχία
- Ψευδαισθήσεις
- Αποπροσωποποίηση
- Παραληρητικές ιδέες
- Ιδεασμός αυτοκτονίας
- Αυτοκτονική συμπεριφορά
- Ψύχωση
- Αδυναμία συγκέντρωσης
- μη φυσιολογικά όνειμα (περιλαμβάνουν εφιάλτες)
- παρανοϊκός ιδεασμός
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Ζάλη
- Διαταραχές γεύσης
- Σπασμοί
- Δυστονία
- Αταξία
- Παρκινσονισμός
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- διαταραχές συντονισμού
- διαταραχές μνήμης
- Οπτική διαταραχή
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Εξάψεις
- Αγγειοδιαστολή
- Ορθοστατική υπόταση
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετος)
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Εφίδρωση
- Πυρετός
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένηση
- παροξυσμός της ψωρίασης
- Συχνοουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Ακράτεια ούρων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑδυναμία συγκέντρωσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκούσια μυϊκή σύσπασηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίεςΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑταξίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές μνήμηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές συντονισμούΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές της γλυκόζης του αίματοςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΔυστονίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΔύσπνοια/βρογχόσπασμοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΕπιδείνωση ψωρίασηςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΕχθρότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαραληρητικές ιδέεςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαρανοϊκός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠυρετός σε συνδυασμό με εξάνθημα και άλλα συμπτώματα ενδεικτικά επιβραδυνόμενης υπερευαισθησίας (μοιάζουν με ορονοσία)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΣυχνοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΙδεασμός αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΨύχωσηΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με βουπροπιόνη και οι εναλλακτικές θεραπείες δεν είναι μια επιλογή.Μερικές επιδημιολογικές μελέτες έχουν αναφέρει συσχέτιση με αυξημένο κίνδυνο ορισμένων συγγενών καρδιαγγειακών δυσπλασιών (ελλείμματα κοιλιακού διαφράγματος, καρδιακές ανωμαλίες του χώρου εξόδου της αριστεράς κοιλίας) μετά την έκθεση στο πρώτο τρίμηνο. Τα ευρήματα δεν είναι συνεπή σε όλες τις μελέτες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα επί της αναπαραγωγής.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΗ βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Η απόφαση για αποχή από τον θηλασμό ή τη θεραπεία θα πρέπει να λαμβάνεται αφού ληφθεί υπόψη το όφελος του θηλασμού για το νεογέννητο/βρέφος και το όφελος της θεραπείας για τη μητέρα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν στοιχεία για την επίδραση της βουπροπιόνης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μια μελέτη επί της αναπαραγωγής σε αρουραίους δεν κατέγραψε ενδείξεις διαταραχών της γονιμότητας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπνηλία
- απώλεια συνείδησης
- ΗΚΓφικές μεταβολές
- διαταραχές αγωγιμότητας (περιλαμβανομένης της παράτασης του διαστήματος QRS)
- αρρυθμίες
- ταχυκαρδία
- παράταση του διαστήματος QTc
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντικαταθλιπτικά, Κωδικός ATC: N06 AX12
Μηχανισμός δράσης
Η βουπροπιόνη είναι εκλεκτικός αναστολέας της νευρωνικής επαναπρόσληψης κατεχολαμινών (νοραδρεναλίνης και ντοπαμίνης) με αμελητέα δράση στην επαναπρόσληψη ινδολαμινών (σεροτονίνης). Δεν αναστέλλει την μονοαμινοξειδάση.
Ο μηχανισμός δράσης της βουπροπιόνης ως αντικαταθλιπτικού είναι άγνωστος. Ωστόσο, φαίνεται ότι η δράση αυτή ασκείται μέσω νοραδρενεργικών και/ή ντοπαμινεργικών μηχανισμών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κλινική αποτελεσματικότητα Η αντικαταθλιπτική δράση της βουπροπιόνης μελετήθηκε σε ένα κλινικό πρόγραμμα που περιλάμβανε συνολικά 1155 ασθενείς σε Βουπροπιόνη XR και 1868 ασθενείς σε Βουπροπιόνη SR με Μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (ΜΚΔ). Επτά από τις μελέτες εξέτασαν την αποτελεσματικότητα του Βουπροπιόνη XR: 3 διεξήχθησαν στην ΕΕ με δόσεις έως 300 mg/ημέρα και 4 διεξήχθησαν στις ΗΠΑ με μία ευέλικτη δοσολογία μέχρι 450 mg/ημέρα. Επιπλέον, 9 μελέτες με το Βουπροπιόνη SR σε ΜΚΔ, θεωρήθηκαν υποστηρικτικές βάσει της βιοϊσοδυναμίας του Βουπροπιόνη XR (μία φορά την ημέρα) με το δισκίο SR (δύο φορές την ημέρα).
Το Βουπροπιόνη XR έδειξε στατιστική ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου, όπως μετρήθηκε από την βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στην Montgomery-Asberg Depression Rating Scale (MADRS) σε 1 από τις 2 πανομοιότυπες μελέτες που χρησιμοποίησαν δόσεις από 150-300 mg. Τα ποσοστά ανταπόκρισης και υποχώρησης των συμπτωμάτων ήταν επίσης στατιστικά σημαντικά υψηλότερα με το Βουπροπιόνη XR συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Σε μία τρίτη μελέτη με ηλικιωμένους ασθενείς, δεν επιτεύχθηκε στατιστική υπεροχή έναντι του εικονικού φαρμάκου, στη βασική παράμετρο, που ήταν η μέση μεταβολή από τις αρχικές τιμές στην MADRS (Last Observation Carried Forward end point), αν και παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές δράσεις σε δευτερογενή (Observed Case) ανάλυση.
Σημαντικό όφελος δείχθηκε στο πρωτεύον τελικό σημείο στις 2 από τις 4 Αμερικανικές μελέτες με το Βουπροπιόνη XR (300-450 mg). Από τις 2 θετικές μελέτες, η μία ήταν ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε ασθενείς με ΜΚΔ και μία ήταν μελέτη ελεγχόμενη με δραστική ουσία σε ασθενείς με ΜΚΔ.
Σε μία μελέτη πρόληψης της υποτροπής, οι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν σε 8 εβδομάδες οξείας αντιμετώπισης με ανοιχτή αγωγή Βουπροπιόνη SR (300 mg/ημέρα) τυχαιοποιήθηκαν σε Βουπροπιόνη SR ή εικονικό φάρμακο για επιπλέον 44 εβδομάδες. Το Βουπροπιόνη SR έδειξε στατιστικά σημαντική υπεροχή συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (P < 0.05) ως προς την εκτίμηση της πρωτεύουσας έκβασης. Η συχνότητα διατήρησης της δράσης κατά τη διάρκεια της περιόδου 44 εβδομάδων διπλής τυφλής παρακολούθησης, ήταν 64% και 48% για το Βουπροπιόνη SR και το εικονικό φάρμακο αντίστοιχα.
Κλινική ασφάλεια Το προοπτικά παρατηρηθέν ποσοστό των καρδιακών γενετικών ανωμαλιών σε εγκυμοσύνες με προγεννητική έκθεση σε βουπροπιόνη στο πρώτο τρίμηνο στο διεθνές μητρώο κυήσεων ήταν 9/675 (1,3%).
Σε μία αναδροπική μελέτη δεν υπήρξε μεγαλύτερη αναλογία συγγενών δυσπλασιών ή καρδιαγγειακών δυσπλασιών σε περισσότερα από χίλια περιστατικά έκθεσης στη βουπροπιόνη κατά το πρώτο τρίμηνο συγκριτικά με τη χρήση άλλων αντικαταθλιπτικών.
Σε μια αναδροπική ανάλυση χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Εθνική Μελέτη Πρόληψης Ελαττωματικών Γεννήσεων, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της εμφάνισης μιας καρδιακής ανωμαλίας του χώρου εξόδου της αριστεράς κοιλίας στο βρέφος και αυτο-αναφερόμενης χρήσης βουπροπιόνης από τη μητέρα στην αρχή της εγκυμοσύνης. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ χρήσης βουπροπιόνης από τη μητέρα και κάθε άλλου είδους καρδιακού ελαττώματος ή με όλες τις κατηγορίες μαζί των ελαττωμάτων καρδιάς.
Μια περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων από τη μελέτη του Ελαττωματικών Γεννήσεων του Κέντρου Επιδημιολογίας Slone δεν διαπίστωσε καμία στατιστικά σημαντική αύξηση των καρδιακών ανωμαλιών του χώρου εξόδου της αριστεράς κοιλίας με τη χρήση βουπροπιόνης από τη μητέρα. Ωστόσο, μια στατιστικά σημαντική συσχέτιση παρατηρήθηκε για ελλείμματα κοιλιακού διαφράγματος μετά τη χρήση βουπροπιόνης μόνο κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου.
Σε μια μελέτη σε υγιείς εθελοντές, δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση των δισκίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης (450 mg/ημερησίως) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ως προς το διάστημα QTcF μετά από χορήγηση 14 ημερών σε σταθερή κατάσταση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση 300 mg υδροχλωρικής βουπροπιόνης μία φορά την ημέρα ως δισκίο ελεγχόμενης αποδέσμευσης σε υγιείς εθελοντές, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) είναι περίπου 160 ng/ml και παρατηρήθηκαν κατά προσέγγιση στις 5 ώρες. Σε σταθεροποιημένη κατάσταση οι τιμές της Cmax και της AUC της υδροξυβουπροπιόνης είναι περίπου 3 και 14 φορές μεγαλύτερες από αυτές της βουπροπιόνης αντίστοιχα. Η Cmax της θρεοϋδροβουπροπιόνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι παρόμοια με αυτή της βουπροπιόνης και η AUC περίπου 5 φορές υψηλότερη, ενώ οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ερυθροϋδρόξυβουρποπιόνης περίπου 5 φορές υψηλότερες, ενώ οι συγκεντρώσεις της ερυθροϋδρόξυβουρποπιόνης στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες με αυτές της βουπροπιόνης. Τα μέγιστα επίπεδα υδροξυβουπροπιόνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 7 ώρες, ενώ αυτά της θρεοϋδροβουπροπιόνης και της ερυθροϋδροβουπροπιόνης επιτυγχάνονται σε 8 ώρες. Οι τιμές της AUC και της Cmax της βουπροπιόνης και των δραστικών μεταβολιτών της υδροξυβουπροπιόνη και θρεοϋδροβουπροπιόνη αυξάνουν ανάλογα με τη δόση, σε ένα εύρος δόσεων από 50-200 mg μετά από χορήγηση μίας δόσης και σε ένα εύρος δόσεων από 300-450 mg/ημέρα μετά από χρόνια δοσολογία.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της βουπροπιόνης δεν είναι γνωστή. Τα στοιχεία απέκκρισης με τα ούρα, ωστόσο, υποδεικνύουν ότι τουλάχιστον το 87% της δόσης βουπροπιόνης απορροφάται.
Η απορρόφηση των δισκίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης βουπροπιόνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ταυτόχρονη λήψη τροφής.
Κατανομή Η βουπροπιόνη κατανέμεται ευρύτατα, με φαινόμενο όγκο κατανομής περίπου 2000 L.
Η βουπροπιόνη, η υδροξυβουπροπιόνη και η θρεοϋδροβουπροπιόνη εμφανίζουν μέτριου βαθμού δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (κατά 84%, 77% και 42% αντίστοιχα).
Η βουπροπιόνη και οι ενεργοί μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η βουπροπιόνη και οι ενεργοί μεταβολίτες διέρχονται επίσης τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα. Μελέτες με Τομογραφία Εκπομπής Ποζιτρονίων σε υγιείς εθελοντές έδειξαν ότι η βουπροπιόνη διεισδύει στο ΚΝΣ και συνδέεται με το ντοπαμινεργικό μεταφορέα επαναπρόσληψης του ραβδωτού σώματος (περίπου κατά 25% σε δόση 150 mg δύο φορές την ημέρα).
Βιομετασχηματισμός Η βουπροπιόνη στον άνθρωπο μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό. Στο πλάσμα ανιχνεύονται τρεις φαρμακολογικά ενεργοί μεταβολίτες: η υδροξυβουπροπιόνη και τα αμινο-αλκοολικά ισομερή, η θρεοϋδροβουπροπιόνη και η ερυθροϋδροβουπροπιόνη. Αυτό ενδέχεται να έχει κλινική σημασία, δεδομένου ότι οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες ή και υψηλότερες από αυτές της βουπροπιόνης. Οι ενεργοί μεταβολίτες μεταβολίζονται περαιτέρω προς ανενεργά παράγωγα (ορισμένα από τα οποία δεν έχουν χαρακτηρισθεί πλήρως και ενδέχεται να αποτελούν μίγματα) που αποβάλλονται με τα ούρα.
In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι η βουπροπιόνη μεταβολίζεται προς τον βασικό ενεργό μεταβολίτη της υδροξυβουπροπιόνης κυρίως από το CYP2B6, ενώ τα CYP1A2, 2A6, 2C9, 3A4 και 2E1 συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό. Αντίθετα, ο σχηματισμός της θρεοϋδροβουπροπιόνης περιλαμβάνει καρβονυλική αναγωγή, αλλά όχι τα ισοένζυμα του κυττοχρώματος P450 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Η πιθανότητα αναστολής του κυττοχρώματος P450 από τη θρεοϋδροβουπροπιόνη και την ερυθροϋδροβουπροπιόνη δεν έχει διερευνηθεί.
Η βουπροπιόνη και η υδροξυβουπροπιόνη είναι αναστολείς του ισοενζύμου CYP2D6, με τιμές Ki 21 και 13.3 μΜ αντίστοιχα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Έχει αποδειχθεί ότι στα πειραματόζωα και με σχετικά μακροπρόθεσμη χορήγηση, η ίδια η βουπροπιόνη επάγει τον μεταβολισμό της. Στον άνθρωπο, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενζυμική επαγωγή της βουπροπιόνης ή της υδροξυβουπροπιόνης, με χορήγηση στις συνιστώμενες δόσεις επί 10 έως 45 ημέρες, είτε σε ασθενείς είτε σε υγιείς εθελοντές.
Απομάκρυνση Στον άνθρωπο μετά την χορήγηση 200 mg ραδιοεπισημασμένης C-βουπροπιόνης από το στόμα, το 87% και 10% της ραδιενεργής δόσης ανακτάται στα ούρα και στα κόπρανα αντίστοιχα. Το ποσοστό της ποσότητας της βουπροπιόνης που αποβάλλεται αυτούσια είναι μόνο 0.5 %, εύρημα συμβατό με τον εκτενή μεταβολισμό του φαρμάκου. Η ραδιοεπισημασμένη ποσότητα ανιχνεύεται στα ούρα με την μορφή ενεργών μεταβολιτών σε ποσοστό μικρότερο του 10%.
Η μέση φαινόμενη κάθαρση μετά από χορήγηση υδροχλωρικής βουπροπιόνης από το στόμα είναι περίπου 200 L/hr και η μέση ημιπερίοδος αποβολής είναι περίπου 20 ώρες.
Η ημιπερίοδος αποβολής της υδροξυβουπροπιόνης είναι περίπου 20 ώρες. Η ημιπερίοδος αποβολής της θρεοϋδροβουπροπιόνης και της ερυθροϋδροβουπροπιόνης είναι μεγαλύτερος (37 και 33 ώρες αντίστοιχα) και οι τιμές AUC σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι 8 και 1.6 φορές υψηλότερες αυτών της βουπροπιόνης αντίστοιχα. Η σταθεροποιημένη κατάσταση για τη βουπροπιόνη και τους μεταβολίτες της επιτυγχάνεται εντός 8 ημερών.
Το αδιάλυτο κέλυφος του δισκίου παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να παραμείνει ανέπαφο κατά την διέλευση από το γαστρεντερικό και να αποβληθεί από τα κόπρανα.
Ειδικές ομάδες ασθενών: Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Ενδέχεται να μειώνεται ο ρυθμός απομάκρυνσης της βουπροπιόνης και των δραστικών κύριων μεταβολιτών της σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Περιορισμένα στοιχεία από ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου ή με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι αυξήθηκε η έκθεση στη βουπροπιόνη και/ή στους μεταβολίτες της (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της βουπροπιόνης και των κυριότερων μεταβολιτών της δε διαφέρει στατιστικά σημαντικά σε άτομα με ήπια έως μέτριας βαρύτητας κίρρωση από αυτή των υγιών εθελοντών, αν και η μεταβλητότητα μεταξύ των ασθενών είναι μεγαλύτερη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική κίρρωση η Cmax και η AUC της βουπροπιόνης αυξήθηκαν σημαντικά (μέση διαφορά περίπου 70% και 3πλάσια αντίστοιχα) και είχαν μεγαλύτερη μεταβλητότητα σε σχέση με τις τιμές τους σε υγιείς εθελοντές. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής ήταν επίσης μεγαλύτερος (περίπου κατά 40%). Για την υδροξυβουπροπιόνη, η μέση Cmax ήταν χαμηλότερη (περίπου κατά 70%), η μέση AUC έτεινε να είναι μεγαλύτερη (περίπου κατά 30%), η μέση Tmax ήταν αργότερα (περίπου κατά 20 ώρες) και οι μέσοι χρόνοι ημίσειας ζωής ήταν μεγαλύτεροι (περίπου 4πλάσιοι) από ό,τι σε υγιείς εθελοντές. Για τη θρεοϋδροβουπροπιόνη και την ερυθροϋδροβουπροπιόνη, η μέση Cmax έτεινε να είναι χαμηλότερη (περίπου κατά 30%), η μέση AUC έτεινε να είναι μεγαλύτερη (περίπου κατά 50%) η μέση Tmax ήταν αργότερα (περίπου κατά 20 ώρες) και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής μεγαλύτερος (περίπου κατά 2πλάσιος) από ό,τι σε υγιείς εθελοντές (βλ. Αντενδείξεις).
Ηλικιωμένα άτομα Τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών στους ηλικιωμένους ποικίλουν. Μία μελέτη με εφάπαξ χορήγηση έδειξε ότι η φαρμακοκινητική της βουπροπιόνης και των μεταβολιτών της δεν διαφέρει μεταξύ των ηλικιωμένων και των ατόμων μικρότερης ηλικίας. Μία άλλη φαρμακοκινητική μελέτη με εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις έδειξε ότι η βουπροπιόνη και οι μεταβολίτες της ενδέχεται να αθροίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στους ηλικιωμένους. Από την κλινική εμπειρία δεν προκύπτουν διαφορές ως προς την ανοχή, μεταξύ ηλικιωμένων και νεώτερων ασθενών, αλλά το ενδεχόμενο μεγαλύτερης ευαισθησίας στους ηλικιωμένους ασθενείς δεν μπορεί να αποκλεισθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
In vitro αποδέσμευση βουπροπιόνης με αλκοόλ Δοκιμασίες in-vitro έδειξαν ότι σε υψηλές συγκεντρώσεις αλκοόλ (έως 40%), η βουπροπιόνη αποδεσμεύεται γρηγορότερα από τη μορφή της ελεγχόμενης αποδέσμευσης (έως 20% διαλύονται σε 2 ώρες) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).