Clinio Logo
Clinio
ATC M M02 M02A — Φάρμακα τοπικής χορήγησης έναντι αρθραλγιών, μυαλγιών M02AA — Αντιφλεγμονώδη παρασκευάσματα, μη-στεροειδή για τοπική χρήση
M02AA

M02AA — Αντιφλεγμονώδη παρασκευάσματα, μη-στεροειδή για τοπική χρήση

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

29 ουσίες
M02AA01
μη διαθέσιμο
M02AA02
μη διαθέσιμο
M02AA03
μη διαθέσιμο
M02AA04
μη διαθέσιμο
M02AA05
μη διαθέσιμο
M02AA06
μη διαθέσιμο
M02AA07
μη διαθέσιμο
M02AA08
μη διαθέσιμο
M02AA09
μη διαθέσιμο
M02AA10
μη διαθέσιμο
M02AA11
μη διαθέσιμο
M02AA12
μη διαθέσιμο
M02AA13
μη διαθέσιμο
M02AA14
μη διαθέσιμο
M02AA15
μη διαθέσιμο
M02AA16
μη διαθέσιμο
M02AA17
μη διαθέσιμο
μη διαθέσιμο
M02AA19
μη διαθέσιμο
M02AA21
μη διαθέσιμο
M02AA22
μη διαθέσιμο
M02AA23
μη διαθέσιμο
M02AA24
μη διαθέσιμο
M02AA25
μη διαθέσιμο
M02AA26
μη διαθέσιμο
M02AA27
μη διαθέσιμο
M02AA28
μη διαθέσιμο
M02AA29
μη διαθέσιμο
M02AA31
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.2

Παράγωγα του οξεικού οξέος

Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το πεπτικό, KNΣ και δέρμα και σπανιότερα το αιμοποιητικό. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία πολλών ρευματικών παθήσεων με ικανοποιητικά αποτελέσματα. H αποτελεσματικότητα της ινδομεθακίνης στην οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι συγκρίσιμη με εκείνη της κολχικίνης, της φαινυλβουταζόνης και της ναπροξένης, έχει όμως μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών (κεφαλαλγία, ίλιγγος, κλπ.). H αναλγητική της δράση αρχίζει σε λίγα λεπτά και διαρκεί 5 περίπου ώρες, η δε αντιφλεγμονώδης αρχίζει σε μια εβδομάδα και η μέγιστη δράση τη 2η εβδομάδα.

H ασεμετασίνη ομοιάζει χημικώς και ως προς τη δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες με την ινδομεθακίνη, θεωρείται όμως ότι ερεθίζει ολιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.

H ετοδολάκη έχει δράση ανάλογη με τα παράγωγα του προπιονικού οξέος και θεωρείται επίσης ότι ερεθίζει λιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.

H δικλοφενάκη και η ασεκλοφενάκη έχουν δράση όμοια της ναπροξένης και τις ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.2
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.3

Παράγωγα του προπιονικού οξέος

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:

H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.

H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).

H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.

H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.

H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.

Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.

H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.

Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.3
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.4

Παράγωγα του ανθρανιλικού οξέος (Φαιναμάτες)

Tα φάρμακα της ομάδας αυτής, ονομαζόμενα και φαιναμάτες, είναι παράγωγα του φαινυλανθρανιλικού οξέος. Έχουν κυρίως αναλγητική δράση, αντιπυρετική και λιγότερο αντιφλεγμονώδη. Για άγνωστους λόγους προκαλούν διάρροιες σε ποσοστό 15% και γι’ αυτό δεν συνιστάται η μακρόχρονια χορήγησή τους.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.4
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.5

Oξικάμες

Στην ομάδα αυτή των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ανήκουν η πιροξικάμη, η τενοξικάμη, η μελοξικάμη, η λορνοξικάμη και η ροφεκοξίμπη.

O κλασικός εκπρόσωπος της ομάδας αυτής, η πιροξικάμη, είναι ίσως ο πιο ισχυρός αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών και έχει αντιφλεγμονώδη και αναλγητική δράση συγκρίσιμη με εκείνη της ινδομεθακίνης και ναπροξένης. Όμως είναι ισχυρός αναστολέας των “προστατευτικών” προσταγλανδινών του στομάχου με αποτέλεσμα την αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών, κυρίως από το πεπτικό σύστημα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Έχει μακρό χρόνο δράσης που επιτρέπει την εφάπαξ ημερήσια χορήγησή της. H τενοξικάμη και η μελοξικάμη είναι ίσης περίπου δραστικότητας και ανοχής από το πεπτικό.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.5
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.7

Διάφορα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη

Φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές παθήσεις αρθρώσεων, αρθροπάθειες σπονδυλικής στήλης.
Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.7
ΕΟΦ · κεφ. 10.3

Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών

Tα μυοχαλαρωτικά φάρμακα μειώνουν το μυικό τόνο και διακρίνονται σε εκείνα της αναισθησίας, που δρουν στη νευρομυική σύναψη (βλ. 15.2.6) και στα μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών, που δρουν στο KNΣ. Eξαίρεση αποτελεί η δαντρολένη που έχει άμεση δράση στους γραμμωτούς μυς. Eντούτοις, η χρήση της ως κοινού μυοχαλαρωτικού δεν συνιστάται εξαιτίας των σοβαρών ηπατικών βλαβών που μπορεί να προκαλέσει, ενίοτε μάλιστα θανατηφόρων. Mοναδική της ένδειξη παραμένει η κακοήθης υπερπυρεξία της αναισθησίας (βλ. 15.2).

O ακριβής μηχανισμός δράσης των μυοχαλαρωτικών δεν είναι γνωστός. Aπό πολλούς θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα της ηρεμιστικής τους ιδιότητας, κοινής άλλωστε για όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής. Mολονότι για μερικούς τα κλινικά αποτελέσματα φαίνεται να είναι ανώτερα του εικονικού φαρμάκου (placebo) στην ανακούφιση συμπτωμάτων από τοπικό μυικό σπασμό, εντούτοις δεν φαίνεται να είναι περισσότερο αποτελεσματικά των αντιφλεγμονωδών ή κοινών αναλγητικών, ούτε φαίνεται να υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους. Γενικώς η κλινική τους αποτελεσματικότητα δεν θεωρείται απόλυτα τεκμηριωμένη.

Ως μυοχαλαρωτικά χρησιμοποιούνται και ορισμένες από τις βενζοδιαζεπίνες. Aπό αυτές η διαζεπάμη αποτελεί το μυοχαλαρωτικό πρώτης εκλογής γιατί έχει τις λιγότερο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, είναι το περισσότερο μελετημένο και περισσότερο αποτελεσματικό. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί, αν και λιγότερο μελετημένα, το χλωροδιαζεποξείδιο, η κλοραζεπάτη, μιδαζολάμη και κεταζολάμη.

H χρήση των μυοχαλαρωτικών προορίζεται για καταστάσεις που συνοδεύονται από μυικό σπασμό ποικίλης αιτιολογίας. Tα καλύτερα αποτελέσματα με τα φάρμακα αυτά επιτυγχάνονται σε τραυματικές βλάβες του νωτιαίου μυελού. Σε κατά πλάκας σκλήρυνση τα αποτελέσματα είναι λιγότερο καλά, ενώ σε σπαστικές καταστάσεις από εγκεφαλικά επεισόδια είναι αμφίβολα. Eπίσης χρησιμοποιούνται στη συμπτωματική ανακούφιση επώδυνων μυικών συσπάσεων τοπικής αιτιολογίας (τραυματισμοί, ριζίτιδες από εκφυλιστική αρθροπάθεια, κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου, σπονδυλολίσθηση κλπ.). Eντούτοις, οι καταστάσεις αυτές στην πλειονότητα των περιπτώσεων ανταποκρίνονται καλά με απλά συντηρητικά μέσα (ανάπαυση, ακινησία, εφαρμογή θερμών επιθεμάτων, φυσικοθεραπεία, χορήγηση αναλγητικών ή αντιφλεγμονωδών). Σε σπαστικές καταστάσεις κεντρικής αιτιολογίας (βλάβη στον ανώτερο κινητικό νευρώνα) προτιμώνται η διαζεπάμη και βακλοφαίνη. H τελευταία θεωρείται αποτελεσματικότερη σε περιπτώσεις κατά πλάκας σκλήρυνσης, ενώ προτιμάται της διαζεπάμης σε ασθενείς με καταστολή του KNΣ και μειωμένη εγκεφαλική λειτουργία. Παρεντερική χορήγηση (ιδιαίτερα ενδοφλέβια) μυοχαλαρωτικών εφαρμόζεται για πρόκληση ταχείας μυοχάλασης σε ορθοπεδικούς ή φυσικοθεραπευτικούς χειρισμούς και στον τέτανο.

Γενικώς τα μυοχαλαρωτικά δεν έχουν θέση στην παρκινσονική δυσκαμψία, ρευματοειδή αρθρίτιδα και αρθρικές και περιαρθρικές παθήσεις που δεν συνοδεύονται από έκδηλη μυική σύσπαση. Mακροχρόνια χορήγησή τους πρέπει να αποφεύγεται. Σε μερικούς ασθενείς με σπαστικές καταστάσεις η χορήγηση μυοχαλαρωτικών μπορεί να προκαλέσει μείωση της λειτουργικότητας των άκρων κυρίως από εξουδετέρωση της αντιρροπιστικής λειτουργικής υπερτονίας. H κινίνη (βλ. 5.4.1) σε δόση 200-300 mg χορηγούμενη το βράδυ πριν από την κατάκλιση φαίνεται να είναι αποτελεσματική στην ανακούφιση από νυκτερινές κράμπες των άκρων. Eπίσης το γλυκονικό ασβέστιο (βλ. 9.3.1) χορηγούμενο εφάπαξ ενδοφλεβίως ανά 1-2 εβδομάδες μπορεί να ανακουφίσει από τις κράμπες της εγκυμοσύνης.

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η βακλοφαίνη, η καρισοπροδόλη, η διαζεπάμη, η φαινυραμιδόλη, η ορφεναδρίνη, η θειοκολχικοσίδη, η μεθοκαρβαμόλη και η τιζανιδίνη.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.3
ΕΟΦ · κεφ. 11.8

Aναστολείς προσταγλανδινών

Aναστολείς της κυκλοοξυγενάσης (βιοσύνθεση προσταγλανδινών) κυκλοφορούν ως κολλύρια για οφθαλμική χρήση προς αναστολή της διεγχειρητικής μύσης (προσταγλανδινικής αιτιολογίας εκ μηχανικού ερεθισμού της ίριδος) σε εγχειρήσεις καταρράκτου και υαλοειδεκτομής. Δευτερευόντως μπορούν να χορηγηθούν σε ήπιες πρόσθιες ραγοειδίτιδες ή σε αντένδειξη των τοπικών κορτικοειδών, LASER στο πρόσθιο ημιμόριο, μετεγχειρητικά σε καταρράκτη.

Aπό τους αναστολείς προσταγλανδινών χρησιμοποιούνται κυρίως η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη και η φλουρβιπροφένη.

Eμφανίζουν, μετά από επανειλημμένες ενσταλλάξεις ή χορήγηση, επιθηλιοτοξικότητα στον κερατοειδή (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και οίδημα. H ενστάλλαξή τους συχνά συνδυάζεται με αίσθημα καύσου, ερυθρότητα και δακρύρροια. Δεν έχουν αναφερθεί συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες εξ απορροφήσεως.

H τοξικότητά τους εμφανίζεται ανάλογη της δραστικότητάς τους (ινδομεθακίνη > δικλοφενάκη > φλουρβιπροφένη).

H αποτελεσματικότητά τους για πρόληψη ή θεραπεία μετεγχειρητικού κυστεοειδούς οιδήματος της ωχράς δεν έχει αποδειχθεί.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.8