Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10 / TAB | 19.54 € | |
| 15 / TAB | 20.49 € | |
| 30 / TAB | 39.60 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
F20 Σχιζοφρένεια
ABELFIZ — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδομυϊκή
- Χορήγηση: μία φορά μηνιαίως
- Δόση έναρξης: 400 mg ενδομυϊκά, σε συνδυασμό με από του στόματος αριπιπραζόλη
-
ΕνήλικεςΔόση400 mg ή 300 mgΗ δόση έναρξης μπορεί να χορηγηθεί με μία ένεση Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg και από του στόματος αριπιπραζόλη 10-20 mg για 14 ημέρες, ή με δύο ξεχωριστές ενέσεις Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg και μία εφάπαξ δόση 20 mg από του στόματος αριπιπραζόλης. Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 400 mg μία φορά μηνιαίως. Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών με τη δόση 400 mg, μπορεί να εξεταστεί η μείωση στα 300 mg.
-
ΗλικιωμένοιΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας σε ασθενείς 65 ετών και άνω δεν έχει αποδειχθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΤα διαθέσιμα δεδομένα είναι ανεπαρκή για να καθοριστούν συγκεκριμένες συστάσεις. Η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται με προσοχή. Πρέπει να προτιμάται η από του στόματος χορήγηση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με χαμηλό μεταβολισμό του CYP2D6Δόση300 mgΈναρξη με μία ένεση: 300 mg ενδομυϊκά και από του στόματος αριπιπραζόλη για 14 ημέρες. Έναρξη με δύο ενέσεις: δύο ξεχωριστές ενέσεις 300 mg ενδομυϊκά και μία εφάπαξ δόση από του στόματος αριπιπραζόλης ίση με την προηγουμένως συνταγογραφημένη. Δόση συντήρησης: 300 mg μία φορά μηνιαίως.
-
Ασθενείς με χαμηλό μεταβολισμό του CYP2D6 και ταυτόχρονη χρήση ισχυρού αναστολέα του CYP3A4Δόση200 mgΈναρξη με μία ένεση: δόση έναρξης 200 mg (βλ. Αλληλεπιδράσεις) και από του στόματος αριπιπραζόλη για 14 ημέρες. Δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί έναρξη με δύο ενέσεις.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 0 έως 17 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Οξεία διέγερση ή σοβαρή ψύχωσηΠληθυσμόςασθενείς σε κατάσταση οξείας διέγερσης ή σοβαρής ψύχωσηςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται όταν απαιτείται ο άμεσος έλεγχος των συμπτωμάτων.
-
Τάσεις αυτοκτονίαςΠληθυσμόςασθενείς υψηλού κινδύνουΗ αντιψυχωσική θεραπεία πρέπει να συνοδεύεται από στενή παρακολούθηση.
-
Καρδιαγγειακές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς με διαγνωσμένη καρδιαγγειακή νόμο (ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ισχαιμική καρδιοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια ή διαταραχές αγωγιμότητας), αγγειοεγκεφαλική νόσο, καταστάσεις που θα προδιέθεταν για την εκδήλωση υπότασης (αφυδάτωση, υποογκαιμία και αγωγή με αντιϋπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα) ή υπέρτασης, συμπεριλαμβανομένης της ταχέως εξελισσόμενης ή της κακοήθουςΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (VTE)Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικάΠρέπει να προσδιορίζονται όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE, πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
Παράταση του διαστήματος QTΠληθυσμόςασθενείς με οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QTΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Όψιμη δυσκινησίαΠληθυσμόςασθενής που παρουσιάσει σημεία και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας ενώ λαμβάνει θεραπείαΠρέπει να εξετασθεί η μείωση της δόσης ή/και η διακοπή της λήψης.
-
Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο (NMS)Πληθυσμόςο ασθενής παρουσιάσει σημεία και συμπτώματα ενδεικτικά του NMS ή εμφανίσει ανεξήγητα υψηλό πυρετό, χωρίς πρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις για NMSΌλα τα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένης της αριπιπραζόλης, πρέπει να διακόπτονται.
-
Επιληπτικές κρίσειςΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό διαταραχής επιληπτικών κρίσεων ή σε ασθενείς που έχουν καταστάσεις που σχετίζονται με επιληπτικές κρίσειςΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ψύχωση που σχετίζεται με άνοιαΠληθυσμόςασθενείς με ψύχωση που σχετίζεται με άνοιαΔεν ενδείκνυται για τη θεραπεία αυτών των ασθενών.
-
ΥπερευαισθησίαΕίναι δυνατό να εκδηλωθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από αλλεργικά συμπτώματα.
-
ΔυσφαγίαΠληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο πνευμονίας από εισρόφησηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Διαταραχές ελέγχου παρορμήσεων (τυχερά παίγνια, σεξουαλική παρόρμηση, ωνιομανία, αδηφαγία, καταναγκαστικές συμπεριφορές)Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αριπιπραζόληΟι συνταγογράφοι να ρωτάνε τους ασθενείς ή τους φροντιστές τους για την ανάπτυξη νέων ή αυξημένων παρορμήσεων. Να ληφθεί υπόψη η μείωση της δόσης ή η διακοπή της χορήγησης εάν αναπτυχθούν τέτοιες παρορμήσεις.
-
Πτώσεις (λόγω υπνηλίας, ορθοστατικής υπότασης, κινητικής και αισθητικής αστάθειας)Πληθυσμόςασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο (π.χ. σε ηλικιωμένους ή εξασθενημένους ασθενείς)Θα πρέπει να δίδεται προσοχή και να λαμβάνεται υπόψη μια μικρότερη δόση έναρξης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΕνίσχυση της δράσης λόγω ανταγωνισμού με τους α1-ανδρενεργικούς υποδοχείς.
-
ΑλκοόλπροσοχήΣυμπίπτουσες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. καταστολή).
-
Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα του ΚΝΣ με κατασταλτικές ενέργειεςπροσοχήΣυμπίπτουσες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. καταστολή).
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν παράταση του QTπροσοχήΠιθανή παράταση του QT.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχέςπροσοχήΠιθανές ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
-
προσοχήΑύξηση της AUC της αριπιπραζόλης κατά 107%, μείωση της AUC και Cmax της δεϋδρο-αριπιπραζόλης.ΣύστασηΠρέπει να γίνονται παρόμοιες μειώσεις στη δόση (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΑναμένονται παρόμοιες επιδράσεις με την κινιδίνη.ΣύστασηΠρέπει να γίνονται παρόμοιες μειώσεις στη δόση (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΑναμένονται παρόμοιες επιδράσεις με την κινιδίνη.ΣύστασηΠρέπει να γίνονται παρόμοιες μειώσεις στη δόση (βλ. Δοσολογία).
-
προσοχήΑύξηση της AUC της αριπιπραζόλης κατά 63% και της Cmax κατά 37%. Αύξηση της AUC της δεϋδρο-αριπιπραζόλης κατά 77% και της Cmax κατά 43%.ΣύστασηΤα ενδεχόμενα οφέλη πρέπει να υπερέχουν των ενδεχόμενων κινδύνων. Μείωση δόσης (βλ. Δοσολογία). Μόλις διακοπεί ο αναστολέας, η δόση της αριπιπραζόλης πρέπει να αυξηθεί στο προηγούμενο επίπεδο.
-
προσοχήΑναμένονται παρόμοιες επιδράσεις με την κετοκοναζόλη.ΣύστασηΠρέπει να γίνονται παρόμοιες μειώσεις στη δόση (βλ. Δοσολογία). Μόλις διακοπεί ο αναστολέας, η δόση της αριπιπραζόλης πρέπει να αυξηθεί στο προηγούμενο επίπεδο.
-
Αναστολείς πρωτεάσης του HIVπροσοχήΑναμένονται παρόμοιες επιδράσεις με την κετοκοναζόλη.ΣύστασηΠρέπει να γίνονται παρόμοιες μειώσεις στη δόση (βλ. Δοσολογία). Μόλις διακοπεί ο αναστολέας, η δόση της αριπιπραζόλης πρέπει να αυξηθεί στο προηγούμενο επίπεδο.
-
παρακολούθησηΠιθανώς αναμενόμενες μέτριες αυξήσεις των συγκεντρώσεων της αριπιπραζόλης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΠιθανώς αναμενόμενες μέτριες αυξήσεις των συγκεντρώσεων της αριπιπραζόλης στο πλάσμα.
-
αντένδειξηΟι γεωμετρικές μέσες τιμές της Cmax και της AUC της αριπιπραζόλης ήταν 68% και 73% χαμηλότερες αντιστοίχως. Παρομοίως, για τη δεϋδρο-αριπιπραζόλη οι γεωμετρικές μέσες τιμές της Cmax και της AUC ήταν 69% και 71% χαμηλότερες αντιστοίχως.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
αντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
αντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
αντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
αντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
αντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
αντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
αντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
ΥπερικόαντένδειξηΜείωση της συγκέντρωσης της αριπιπραζόλης στο αίμα κάτω από τα επίπεδα αποτελεσματικότητας.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg.
-
Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (SSRI/SNRI)προσοχήΣύνδρομο σεροτονίνης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αυξάνουν τις συγκεντρώσεις της αριπιπραζόληςπροσοχήΣύνδρομο σεροτονίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Μειωμένος αριθμός ουτερόφιλων (Όχι συχνές)
- Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων (Όχι συχνές)
- Υπερευαισθησία
- Αλλεργική αντίδραση (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση, αγγειοοίδημα συμπεριλαμβανομένης διογκωμένης γλώσσας, οίδημα γλώσσας, οίδημα προσώπου, κνησμός ή κνίδωση) (Μη γνωστές)
- Μειωμένη προλακτίνη του αίματος (Όχι συχνές)
- Υπεπρολακτιναιμία (Όχι συχνές)
- Αύξηση του σωματικού βάρους (Συχνές)
- Υπερλιπιδαιμία (Όχι συχνές)
- Διαταραχή όρεξης (Όχι συχνές)
- Διαβητικό υπερωσμωτικό κώμα (Μη γνωστές)
- Διαβητική κετοξέωση (Μη γνωστές)
- Ανορεξία (Μη γνωστές)
- Σακχαρώδης Διαβήτης
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερινσουλιναιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Δίψα
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Υπονατριαιμία
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματος
- Διέγερση
- Άγχος
- Ανησυχία
- Αϋπνία
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Ψυχωσική διαταραχή
- Κατάθλιψη
- Συναισθηματική αστάθεια
- Απάθεια
- Διαταραχή ύπνου
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Παραισθήσεις (Όχι συχνές)
- Παραλήρημα (Όχι συχνές)
- Υπερσεξουαλικότητα (Όχι συχνές)
- Αντίδραση πανικού (Όχι συχνές)
- Δυσφορία (Όχι συχνές)
- Τριγμός των οδόντων (Όχι συχνές)
- Μεταβολή διάθεσης (Όχι συχνές)
- Συντελεσθείσα αυτοκτονία (Μη γνωστές)
- Απόπειρα αυτοκτονίας (Μη γνωστές)
- Διαταραχή σχετιζόμενη με τυχερά παίγνια (Μη γνωστές)
- Διαταραχές ελέγχου παρορμήσεων (Μη γνωστές)
- Αδηφαγική διαταραχή (Μη γνωστές)
- Ωνιομανία (Μη γνωστές)
- Πορειομανία (Μη γνωστές)
- Νευρικότητα (Μη γνωστές)
- Επιθετική συμπεριφορά (Μη γνωστές)
- Εξωπυραμιδική διαταραχή (Συχνές)
- Καταστολή (Συχνές)
- Παρκινσονισμός (Όχι συχνές)
- Κινητική διαταραχή (Όχι συχνές)
- Σημείο οδοντωτού τροχού (Όχι συχνές)
- Υπερτονία (Όχι συχνές)
- Ακούσια εκροή σιέλου από το στόμα (Όχι συχνές)
- Παροσμία (Όχι συχνές)
- Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο (Μη γνωστές)
- Γενικευμένη τονική-κλονική επιληπτική κρίση (Μη γνωστές)
- Σύνδρομο σεροτονίνης (Μη γνωστές)
- Διαταραχή λόγου (Μη γνωστές)
- Ακαθησία
- Τρόμος
- Δυσκινησία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυστονία
- Όψιμη δυσκινησία
- Ψυχοκινητική υπερκινητικότητα
- Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
- Βραδυκινησία
- Δυσγευσία
- Οφθαλμοστροφική κρίση (Όχι συχνές)
- Πόνος του οφθαλμού (Όχι συχνές)
- Θολή όραση
- Διπλωπία
- Φωτοφοβία
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές (Όχι συχνές)
- Μειωμένο εύρος κύματος Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματος (Όχι συχνές)
- Αναστροφή εύρους κύματος Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματος (Όχι συχνές)
- Αιφνίδιος θάνατος άγνωστης αιτιολογίας (Μη γνωστές)
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (Μη γνωστές)
- Κοιλιακές αρρυθμίες (Μη γνωστές)
- Παράταση QT (Μη γνωστές)
- Βραδυκαρδία
- Ταχυκαρδία
- Μη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Καρδιακή ανακοπή
- Υπέρταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Περιφερικό οίδημα
- Συγκοπή (Μη γνωστές)
- Φλεβική θρομβοεμβολή (συμπεριλαμβανομένων πνευμονικής εμβολής και εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης) (Μη γνωστές)
- Βήχας
- Πνευμονία από εισρόφηση
- Λόξιγκας (Όχι συχνές)
- Σπασμός στοματοφάρυγγα (Μη γνωστές)
- Λαρυγγόσπασμος (Μη γνωστές)
- Ξηροστομία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Κοιλιακή δυσφορία
- Δυσκοιλιότητα
- Υπερέκκριση σιέλου
- Παγκρεατίτιδα
- Δυσφαγία
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας (Συχνές)
- Συχνές κενώσεις (Συχνές)
- Μη φυσιολογική εξέταση ηπατικής λειτουργίας (Όχι συχνές)
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (Όχι συχνές)
- Αυξημένη γάμμα γλουταμυλοτρανσφεράση (Όχι συχνές)
- Αυξημένη χολερυθρίνη (Όχι συχνές)
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (Όχι συχνές)
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση (Μη γνωστές)
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Αλωπεκία
- Ακμή
- Έκζεμα
- Εξάνθημα
- Ροδόχρους ακμή (Όχι συχνές)
- Δερματική σκλήρυνση (Όχι συχνές)
- Αντίδραση από φωτοευαισθησία (Μη γνωστές)
- Υπερίδρωση (Μη γνωστές)
- Σύνδρομο DRESS (Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστημικά συμπτώματα) (Μη γνωστές)
- Μυοσκελετική δυσκαμψία (Συχνές)
- Μυϊκή ακαμψία (Όχι συχνές)
- Μυϊκές δεσμιδώσεις (Όχι συχνές)
- Άλγος των άκρων (Όχι συχνές)
- Οσφυαλγία (Όχι συχνές)
- Μειωμένο εύρος κίνησης αρθρώσεων (Όχι συχνές)
- Αυχενική ακαμψία (Όχι συχνές)
- Τρισμός (Όχι συχνές)
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκό σφίξιμο
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Ραβδομυόλυση
- Νεφρολιθίαση
- Γλυκοζουρία (Όχι συχνές)
- Κατακράτηση ούρων (Μη γνωστές)
- Ακράτεια ούρων (Μη γνωστές)
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών (Μη γνωστές)
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Πριαπισμός
- Γαλακτόρροια (Μη γνωστές)
- Ευαισθησία μαστού (Μη γνωστές)
- Αιδοιοκολπική ξηρότητα (Μη γνωστές)
- Άλγος στη θέση της ένεσης (Συχνές)
- Σκλήρυνση στη θέση της ένεσης (Συχνές)
- Εξασθένιση (Όχι συχνές)
- Διαταραχή βάδισης (Όχι συχνές)
- Αντίδραση στη θέση της ένεσης (Όχι συχνές)
- Ερύθημα στη θέση της ένεσης (Όχι συχνές)
- Οίδημα στη θέση της ένεσης (Όχι συχνές)
- Δυσφορία στη θέση της ένεσης (Όχι συχνές)
- Κνησμός στη θέση της ένεσης (Όχι συχνές)
- Νωθρότητα (Όχι συχνές)
- Διαταραχή ρύθμισης της θερμοκρασίας (π.χ. υποθερμία, πυρεξία) (Όχι συχνές)
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Θωρακική δυσφορία
- Θωρακικό άλγος
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος (Όχι συχνές)
- Μειωμένη γλυκόζη αίματος (Όχι συχνές)
- Αυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (Όχι συχνές)
- Αυξημένη περιφέρεια μέσης (Όχι συχνές)
- Μειωμένη χοληστερόλη αίματος (Όχι συχνές)
- Μειωμένα τριγλυκερίδια αίματος (Όχι συχνές)
- Διακύμανση γλυκόζης αίματος (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος στη θέση της ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδική διαταραχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣκλήρυνση στη θέση της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΣυχνές κενώσειςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΆλγος άκρωνΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑκούσια εκροή σιέλουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑναστροφή εύρους κύματος Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματοςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑντίδραση πανικούΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑπάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γάμμα γλουταμυλοτρανσφεράσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη περιφέρεια μέσηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυχενική ακαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΒραδυκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔερματική σκλήρυνσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ρύθμισης της θερμοκρασίας (π.χ. υποθερμία, πυρεξία)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή όρεξηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στη θέση της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημα στη θέση της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚινητική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚνησμός στη θέση της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΛόξιγκαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένα τριγλυκερίδια αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γλυκόζη αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένη προλακτίνη του αίματοςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜειωμένη χοληστερόλη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο εύρος κίνησης αρθρώσεωνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜειωμένο εύρος κύματος Τ ηλεκτροκαρδιογραφήματοςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός ουτερόφιλωνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική εξέταση ηπατικής λειτουργίαςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές δεσμιδώσειςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή ακαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκό σφίξιμοΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝωθρότηταΝευρικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟφθαλμοστροφική κρίσηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΡοδόχρους ακμήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΣημείο οδοντωτού τροχούΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο ανήσυχων ποδιώνΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤριγμός των οδόντωνΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤρισμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπεπρολακτιναιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερινσουλιναιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερσεξουαλικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΨυχοκινητική υπερκινητικότηταΝευρικό
-
Όχι συχνέςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑδηφαγική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑιδοιοκολπική ξηρότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑιφνίδιος θάνατος άγνωστης αιτιολογίαςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑλλεργική αντίδραση (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση, αγγειοοίδημα συμπεριλαμβανομένης διογκωμένης γλώσσας, οίδημα γλώσσας, οίδημα προσώπου, κνησμός ή κνίδωση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΓενικευμένη τονική-κλονική επιληπτική κρίσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔιαβητική κετοξέωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαβητικό υπερωσμωτικό κώμαΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΔιακύμανση γλυκόζης αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ελέγχου παρορμήσεωνΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή λόγουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή σχετιζόμενη με τυχερά παίγνιαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕπιθετική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕυαισθησία μαστούΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΚακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΛαρυγγόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαράταση QTΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠνευμονία από εισρόφησηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠορειομανίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣπασμός στοματοφάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣυντελεσθείσα αυτοκτονίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESS (Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστημικά συμπτώματα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο σεροτονίνηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΩνιομανίαΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΤο Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες μόνον εφόσον είναι σαφώς απαραίτητο.Η έκθεση του πλάσματος στην αριπιπραζόλη μετά από εφάπαξ δόση Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη αναμένεται να διατηρείται για έως και 34 εβδομάδες. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την έναρξη της θεραπείας σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, γυναίκες που εξετάζουν το ενδεχόμενο μελλοντικής κύησης ή γυναίκες που θηλάζουν.
-
ΚύησηΤο Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός αν είναι σαφώς απαραίτητο.Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς και καλά ελεγχόμενες δοκιμές με αριπιπραζόλη σε έγκυες γυναίκες. Έχουν αναφερθεί συγγενείς ανωμαλίες˙ ωστόσο, δεν αποδείχθηκε αιτιολογική συσχέτιση με την αριπιπραζόλη. Μελέτες σε ζώα δεν αποκλείουν πιθανή αναπτυξιακή τοξικότητα. Τα νεογέννητα βρέφη που εκτέθηκαν σε αντιψυχωσικά κατά το τρίτο τρίμηνο διατρέχουν κίνδυνο για εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή/και συμπτώματα απόσυρσης (διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια ή διαταραχή στη σίτιση).
-
ΘηλασμόςΟι ασθενείς που επί του παρόντος λαμβάνουν θεραπεία ή έχουν λάβει θεραπεία τις τελευταίες 34 εβδομάδες με Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη, δεν πρέπει να θηλάζουν.Η αριπιπραζόλη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Μια εφάπαξ δόση Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη αναμένεται να παραμένει για έως και 34 εβδομάδες στο πλάσμα, συνεπώς τα βρέφη ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο.
-
ΓονιμότηταΗ αριπιπραζόλη δεν επιβάρυνε τη γονιμότητα.Βάσει δεδομένων από μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- λήθαργος
- αυξημένη αρτηριακή πίεση
- υπνηλία
- ταχυκαρδία
- ναυτία
- έμετος
- διάρροια
- παροδική απώλεια συνείδησης
- εξωπυραμιδικά συμπτώματα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοτρόπα, άλλα αντιψυχωσικά, κωδικός ATC:N05AX12
Μηχανισμός δράσης
Έχει προταθεί ότι η αποτελεσματικότητα της αριπιπραζόλης στη σχιζοφρένεια επιτυγχάνεται με τη μεσολάβηση ενός συνδυασμού από μερικό αγωνισμό στους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2 και της σεροτονίνης 5-ΗΤ1Α και ανταγωνισμό στους υποδοχείς της σεροτονίνης 5-ΗΤ2A. Η αριπιπραζόλη εμφάνισε σε μοντέλα ζώων ανταγωνιστικές ιδιότητες ντοπαμινεργικής υπερδραστηριότητας και αγωνιστικές ιδιότητες ντοπαμινεργικής υποδραστηριότητας. In vitro, η αριπιπραζόλη επέδειξε υψηλή συγγένεια σύνδεσης με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2 και D3, της σεροτονίνης 5-ΗΤ1Α και 5-ΗΤ2Α και μέτρια συγγένεια με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D4, της σεροτονίνης 5-ΗΤ2C και 5-ΗΤ7, καθώς και με τους άλφα-1 αδρενεργικούς και Η1 ισταμινικούς υποδοχείς. Η αριπιπραζόλη επίσης έδειξε μέτρια συγγένεια σύνδεσης με τα σημεία επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, και όχι αξιοσημείωτη συγγένεια με τους μουσκαρινικούς χολινεργικούς υποδοχείς. Οι αλληλεπιδράσεις με υποδοχείς άλλους, εκτός από τους υποτύπους της ντοπαμίνης και της σεροτονίνης, μπορούν να εξηγήσουν μερικές από τις άλλες κλινικές επιδράσεις της αριπιπραζόλης. Από του στόματος δόσεις της αριπιπραζόλης, που κυμαίνονταν από 0,5 mg έως 30 mg και χορηγήθηκαν άπαξ ημερησίως σε υγιή άτομα για 2 εβδομάδες, προκάλεσαν μια δοσοεξαρτώμενη μείωση της δέσμευσης της 11C-raclopride, ενός υποκαταστάτη του υποδοχέα D2/D3, στον κερκοφόρο πυρήνα του εγκεφάλου και στο κέλυφος του φακοειδούς πυρήνα, όπως διαπιστώθηκε με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Θεραπεία συντήρησης της σχιζοφρένειας σε ενήλικες
-
Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg Η αποτελεσματικότητα του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg στη θεραπεία συντήρησης για ασθενείς με σχιζοφρένεια καθορίστηκε μέσα από δύο τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, μακροπρόθεσμες δοκιμές. Η πιλοτική δοκιμή ήταν μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με δραστική ουσία δοκιμή διάρκειας 38 εβδομάδων, σχεδιασμένη να καθορίσει την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και την ανεκτικότητα του παρόντος φαρμακευτικού προϊόντος, το οποίο χορηγήθηκε σε μορφή μηνιαίων ενέσεων, σε σύγκριση με την άπαξ ημερησίως λήψη από του στόματος αριπιπραζόλης σε δισκία 10 έως 30 mg, ως θεραπεία συντήρησης σε ενήλικες ασθενείς με σχιζοφρένεια. Η εν λόγω δοκιμή αποτελούταν από μια φάση διαλογής και 3 φάσεις θεραπείας: φάση μετατροπής, φάση σταθεροποίησης της από του στόματος λήψης και φάση διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με δραστική ουσία. Εξακόσιοι εξήντα δύο ασθενείς, κατάλληλοι για τη διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με δραστική ουσία φάση διάρκειας 38 εβδομάδων, μπήκαν τυχαία σε μία από τις 3 ομάδες θεραπείας, με αναλογία 2:2:1, για να λάβουν μια διπλά-τυφλή θεραπεία: 1) Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg 2) δόση σταθεροποίησης της από του στόματος αριπιπραζόλης 10 έως 30 mg ή 3) ενέσιμη αριπιπραζόλη μακράς δράσης 50 mg/25 mg. Η δόση 50 mg/25 mg ενέσιμης αριπιπραζόλης μακράς δράσης συμπεριλήφθηκε ως χαμηλής δόσης αριπιπραζόλη, προκειμένου να ελεγχθεί η ευαισθησία της δοκιμής για τον σχεδιασμό μη κατωτερότητας. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του πρωταρχικού καταληκτικού σημείου αποτελεσματικότητας, το εκτιμώμενο ποσοστό ασθενών που εμφάνισαν σημεία επικείμενης υποτροπής κατά το τέλος της 26ης εβδομάδας της διπλά-τυφλής, ελεγχόμενης με δραστική ουσία φάσης, έδειξαν ότι η δόση 400 mg/300 mg Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη είναι μη κατώτερη από τα δισκία 10 έως 30 mg της από του στόματος αριπιπραζόλης. Το εκτιμώμενο ποσοστό υποτροπής κατά το τέλος της 26ης εβδομάδας ήταν 7,12% για το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg και 7,76% για από του στόματος αριπιπραζόλη σε δισκία 10 έως 30 mg, μια διαφορά της τάξης του −0,64%. Το ΔΕ 95% (−5,26, 3,99) για τη διαφορά στο εκτιμώμενο ποσοστό ασθενών που εμφάνισαν σημεία επικείμενης υποτροπής κατά το τέλος της 26ης εβδομάδας, εξαιρούσε το προκαθορισμένο περιθώριο μη κατωτερότητας 11,5%. Συνεπώς, το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg είναι μη κατώτερο της σύνθεσης των δισκίων 10 έως 30 mg της από του στόματος αριπιπραζόλης. Το εκτιμώμενο ποσοστό ασθενών που εμφάνισαν σημεία επικείμενης υποτροπής κατά το τέλος της 26ης εβδομάδας για το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg ήταν 7,12%, ποσοστό στατιστικώς σημαντικά χαμηλότερο από την ενέσιμη αριπιπραζόλη μακράς δράσης 50 mg/25 mg (21,80%, p = 0,0006). Ως εκ τούτου, καθορίστηκε η ανωτερότητα του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg έναντι της ενέσιμης αριπιπραζόλης μακράς δράσης 50 mg/25 mg και επαληθεύτηκε η εγκυρότητα του σχεδιασμού της δοκιμής. Οι καμπύλες Kaplan-Meier του χρόνου από την τυχαιοποίηση έως τα σημεία επικείμενης υποτροπής, κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής ελεγχόμενης με δραστική ουσία φάσης 38 εβδομάδων για Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, από τους στόματος αριπιπραζόλη σε δισκία 10 έως 30 mg και ενέσιμης αριπιπραζόλη μακράς δράσης 50 mg/25 mg, φαίνονται στην εικόνα 1. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ARIP IMD 400/300 mg = Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, ARIP 10 έως 30 mg = από του στόματος αριπιπραζόλη, ARIP IMD 50/25 mg = ενέσιμη αριπιπραζόλη μακράς δράσης) Επιπλέον, η μη κατωτερότητα του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, συγκρινόμενου με την από του στόματος αριπιπραζόλη 10 έως 30 mg, υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα της ανάλυσης της βαθμολογίας της Κλίμακας Θετικού και Αρνητικού Συνδρόμου (PANSS).
-
Πίνακας 1 Συνολική βαθμολογία PANSS - μεταβολή από την αρχική τιμή έως την 38η εβδομάδα-LOCF: Τυχαιοποιημένο δείγμα αποτελεσματικότηταςα, β
Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg (n = 266) Από του στόματος αριπιπραζόλη 10 έως 30 mg/ημερησίως (n = 263) Ενέσιμη αριπιπραζόλη μακράς δράσης 50 mg/25 mg (n = 131) Μέση αρχική τιμή (Τ.Α.) 57,9 (12,94) 56,6 (12,65) 56,1 (12,59) Μέση αλλαγή (Τ.Α.) −1,8 (10,49) 0,7 (11,60) 3,2 (14,45) Τιμή p Δ/Υ 0,0272 0,0002 α: Η αρνητική αλλαγή στη βαθμολογία υποδεικνύει βελτίωση. β: Συμπεριλήφθηκαν μόνο ασθενείς που είχαν και αρχική τιμή και τουλάχιστον μία μεταγενέστερη αρχική τιμή. Οι τιμές p προέκυψαν από τη σύγκριση της αλλαγής στην αρχική τιμή, εντός μιας ανάλυσης μοντέλου συμμεταβλητότητας, με τη θεραπεία ως χρονική περίοδο και την αρχική τιμή ως συμμεταβλητή.
Η δεύτερη δοκιμή ήταν τυχαιοποιημένη, με απόσυρση, διπλά-τυφλή δοκιμή διάρκειας 52 εβδομάδων σε ενήλικες ασθενείς στις ΗΠΑ με τρέχουσα διάγνωση σχιζοφρένειας. Η εν λόγω δοκιμή αποτελούνταν από μια φάση διαλογής και 4 φάσεις θεραπείας: φάση μετατροπής, φάση σταθεροποίησης της από του στόματος λήψης, φάση σταθεροποίησης του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg και φάση διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο. Στους ασθενείς που πληρούσαν τις απαιτήσεις της φάσης σταθεροποίησης της από του στόματος λήψης ορίστηκε να λάβουν, με διπλά-τυφλό τρόπο, Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, και ξεκίνησαν μια φάση σταθεροποίησης του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg για χρονικό διάστημα το λιγότερο 12 εβδομάδων και το πολύ 36 εβδομάδων. Οι ασθενείς που ήταν κατάλληλοι για τη διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο φάση, εισήλθαν με τυχαίο τρόπο και σε αναλογία 2:1, σε μια διπλά-τυφλή θεραπεία με Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg ή με εικονικό φάρμακο, αντιστοίχως. Η τελική ανάλυση αποτελεσματικότητας περιελάμβανε 403 τυχαιοποιημένους ασθενείς, από τους οποίους 80 εμφάνισαν επιδείνωση των ψυχωσικών συμπτωμάτων/σημεία επικείμενης υποτροπής. Στην ομάδα λήψης εικονικού φαρμάκου, το 39,6% των ασθενών εμφάνισε σημεία επικείμενης υποτροπής, ενώ στην ομάδα του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg σημεία επικείμενης υποτροπής εμφανίστηκαν στο 10% των ασθενών, συνεπώς οι ασθενείς στην ομάδα λήψης εικονικού φαρμάκου είχαν κατά 5,03 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν σημεία επικείμενης υποτροπής.
-
Προλακτίνη Κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής, ελεγχόμενης με δραστική ουσία φάσης της δοκιμής 38 εβδομάδων, από την αρχική τιμή έως την τελευταία επίσκεψη υπήρξε μια μέση μείωση στα επίπεδα της προλακτίνης για την ομάδα λήψης Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg (−0,33 ng/ml), σε σύγκριση με μια μέση αύξηση για την ομάδα λήψης από του στόματος αριπιπραζόλης σε δισκία 10 έως 30 mg (0,79 ng/ml, p < 0,01). Η συχνότητα εμφάνισης ασθενών που λάμβαναν Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg με επίπεδα προλακτίνης κατά > 1 φορά το ανώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους σε κάθε αξιολόγηση ήταν 5,4%, σε σύγκριση με το 3,5% των ασθενών που λάμβαναν από του στόματος χορηγούμενη αριπιπραζόλη σε δισκία 10 έως 30 mg. Η συχνότητα στους άνδρες ασθενείς ήταν γενικά μεγαλύτερη, από ό,τι στις γυναίκες ασθενείς, σε κάθε ομάδα θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής, ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο φάσης της δοκιμής 52 εβδομάδων, από την αρχική τιμή έως την τελευταία επίσκεψη υπήρξε μια μέση μείωση στα επίπεδα της προλακτίνης για την ομάδα λήψης Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg (−0,38 ng/ml), σε σύγκριση με μια μέση αύξηση για την ομάδα λήψης εικονικού φαρμάκου (1,67 ng/ml). Η συχνότητα εμφάνισης ασθενών που λάμβαναν Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg με επίπεδα προλακτίνης κατά > 1 φορά το ανώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους ήταν 1,9%, σε σύγκριση με το 7,1% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.
Οξεία θεραπεία της σχιζοφρένειας σε ενήλικες Η αποτελεσματικότητα του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg σε περιπτώσεις οξείας υποτροπής σε ενήλικες ασθενείς με σχιζοφρένεια προσδιορίστηκε σε μια βραχυχρόνια μελέτη (διάρκειας 12 εβδομάδων), τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο (n = 339). Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο (μεταβολή στη συνολική βαθμολογία PANSS από την αρχική τιμή έως τη 10η εβδομάδα) κατέδειξε ανωτερότητα του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg (n = 167) έναντι του εικονικού φαρμάκου (n = 172). Όπως και η συνολική βαθμολογία PANSS, οι βαθμολογίες τόσο της θετικής όσο και της αρνητικής υποκλίμακας PANSS κατέδειξαν, επίσης, μια βελτίωση (μείωση) από την αρχική τιμή με την πάροδο του χρόνου.
-
Πίνακας 2 Συνολική βαθμολογία PANSS - μεταβολή από την αρχική τιμή έως τη 10η εβδομάδα: Τυχαιοποιημένο δείγμα αποτελεσματικότητας
Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg Εικονικό φάρμακο Μέση αρχική τιμή (Τ.Α.) 102,4 (11,4) (n=162) 103,4 (11,1) (n=167) Μέση μεταβολή με ΜΕΤ (Τ.Σ.) −26,8 (1,6) (n=99) −11,7 (1,6) (n=81) Τιμή P < 0,0001 Διαφορά θεραπείαςβ (ΔΕ 95%) −15,1 (−19,4, −10,8) α Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση μεικτού μοντέλου επαναλαμβανόμενων μετρήσεων (MMRM). Η ανάλυση περιελάμβανε μόνο ασθενείς οι οποίοι είχαν ενταχθεί με τυχαιοποιημένο τρόπο στη θεραπεία, τους είχε χορηγηθεί τουλάχιστον μία ένεση και τους είχε γίνει αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας στην αρχική τιμή, και τουλάχιστον μία αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας σε μεταγενέστερη αρχική τιμή. β Διαφορά (Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη μείον εικονικό φάρμακο) της μέσης μεταβολής με τη μέθοδο ελάχιστων τετραγώνων από την αρχική τιμή.
Το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg κατέδειξε, επίσης, στατιστικά σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων που εκφράζεται μέσω της μεταβολής στη βαθμολογία της Κλίμακας Γενικής Κλινικής Εικόνας (Clinical Global Impressions Severity, CGI-S) από την αρχική τιμή έως τη 10η εβδομάδα. Η προσωπική και κοινωνική λειτουργικότητα αξιολογήθηκαν με την κλίμακα PSP (Personal and Social Performance - Προσωπική και κοινωνική απόδοση). Η PSP είναι μια εγκεκριμένη κλίμακα που συμπληρώνει ο γιατρός, η οποία αξιολογεί την προσωπική και κοινωνική λειτουργικότητα σε τέσσερις τομείς: κοινωνικά χρήσιμες δραστηριότητες (π.χ. εργασία και σπουδές), προσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, φροντίδα εαυτού, και ενοχλητικές και επιθετικές συμπεριφορές. Υπήρξε μια στατιστικά σημαντική θεραπευτική διαφορά, υπέρ του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο έως τη 10η εβδομάδα (+7,1, p < 0,0001, ΔΕ 95%: 4,1, 10,1 χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο ανάλυσης συνδιακύμανσης (LOCF)). Το προφίλ ασφαλείας ήταν σύμφωνο με αυτό που γνωρίζουμε για το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg. Ωστόσο, υπήρξαν διαφορές, σε σχέση με αυτό που είχε παρατηρηθεί κατά τη χρήση για τη θεραπεία συντήρησης της σχιζοφρένειας. Σε μια βραχυπρόθεσμη (12η εβδομάδα), τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, τα συμπτώματα τα οποία είχαν τουλάχιστον τη διπλάσια συχνότητα εμφάνισης, σε σχέση με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο, ήταν το αυξημένο βάρος και η ακαθησία. Η συχνότητα εμφάνισης της αύξησης βάρους μεταβλήθηκε από ≥ 7%, που ήταν η αρχική τιμή, σε 21,5% έως την τελευταία επίσκεψη (Εβδομάδα 12) κατά τη θεραπεία με Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, σε σύγκριση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου που το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 8,5%. Η ακαθησία ήταν το πιο συχνά παρατηρούμενο εξωπυραμιδικό σύμπτωμα (Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg 11,4% και ομάδα εικονικού φαρμάκου 3,5%).
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη, σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη σχιζοφρένεια (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της αριπιπραζόλης στο κυκλοφορικό σύστημα είναι αργή και παρατεταμένη, κατόπιν της χορήγησης Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, λόγω της χαμηλής διαλυτότητας των σωματιδίων της αριπιπραζόλης. Η μέση ημιζωή απορρόφησης του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg είναι 28 ημέρες. Η απορρόφηση της αριπριπαζόλης μέσω βραδείας ενδομυϊκής αποδέσμευσης ήταν πλήρης, σε σχέση με την τυπική ενδομυϊκή χορήγηση (άμεση αποδέσμευση). Οι προσαρμοσμένες τιμές Cmax της δόσης για τη χορήγηση μέσω βραδείας αποδέσμευσης ήταν περίπου το 5% της Cmax για την τυπική ενδομυϊκή χορήγηση. Κατόπιν χορήγησης μιας εφάπαξ δόσης Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg στον δελτοειδή και τον γλουτιαίο μυ, ο βαθμός της απορρόφησης (AUC) ήταν παρόμοιος και για τις δύο θέσεις ένεσης, αλλά ο ρυθμός της απορρόφησης (Cmax) ήταν υψηλότερος κατόπιν χορήγησης στον δελτοειδή μυ. Κατόπιν πολλαπλών ενδομυϊκών δόσεων, οι συγκεντρώσεις της αριπιπραζόλης στο πλάσμα αυξάνονται σταδιακά, μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα, σε ένα μέσο χρονικό διάστημα tmax 7 ημερών για τον γλουτιαίο μυ και 4 ημερών για τον δελτοειδή μυ. Οι συγκεντρώσεις φτάνουν σε μια σταθεροποιημένη κατάσταση, για έναν τυπικό ασθενή, κατά την τέταρτη δόση και για τις δύο θέσεις χορήγησης. Παρατηρούνται μικρότερες αυξήσεις, από τις αναλογικά με τη δόση αυξήσεις, στις συγκεντρώσεις αριπιπραζόλης και δεϋδρο-αριπιπραζόλης και στις παραμέτρους AUC, μετά από μηνιαίες ενέσεις 300 έως 400 mg Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη.
Κατανομή
Με βάση αποτελέσματα από δοκιμές με χορήγηση από του στόματος αριπιπραζόλης, η αριπιπραζόλη κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα με φαινομενικό όγκο κατανομής 4,9 l/kg, που δείχνει εκτεταμένη εξωαγγειακή κατανομή. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η αριπιπραζόλη και η δεϋδρο-αριπιπραζόλη είναι συνδεδεμένες με τις πρωτεΐνες του ορού σε ποσοστό μεγαλύτερο από 99%, συνδεδεμένες κυρίως με τη λευκωματίνη.
Βιομετασχηματισμός
Η αριπιπραζόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα από το ήπαρ κυρίως με τρεις οδούς βιομετατροπής: αφυδρογόνωση, υδροξυλίωση και Ν-αποαλκυλίωση. Με βάση μελέτες in vitro, τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2D6 είναι υπεύθυνα για την αφυδρογόνωση και υδροξυλίωση της αριπιπραζόλης, και η Ν-αποαλκυλίωση καταλύεται από το CYP3A4. Η αριπιπραζόλη είναι το επικρατέστερο μόριο φαρμακευτικού προϊόντος στη συστηματική κυκλοφορία. Μετά από τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, η δεϋδρο-αριπιπραζόλη, ο ενεργός μεταβολίτης, αντιπροσωπεύει περίπου το 29,1 έως 32,5% του AUC της αριπιπραζόλης στο πλάσμα.
Αποβολή
Μετά από τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg, η μέση τιμή ημιζωής αποβολής της αριπιπραζόλης είναι 46,5 και 29,9 ημέρες αντιστοίχως, πιθανώς λόγω της περιορισμένης κινητικής του ρυθμού απορρόφησης. Μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση αριπιπραζόλης επισημασμένης με [14C], περίπου το 27% της χορηγηθείσας ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και περίπου το 60% στα κόπρανα. Λιγότερο από το 1% της αναλλοίωτης αριπιπραζόλης αποβλήθηκε στα ούρα και περίπου το 18% ανακτήθηκε αναλλοίωτη στα κόπρανα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
Ασθενείς με χαμηλό μεταβολισμό του CYP2D6 Με βάση τη φαρμακοκινητική αξιολόγηση του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg στον πληθυσμό, η συνολική κάθαρση της αριπιπραζόλης ήταν 3,71 l/h στους ασθενείς με φυσιολογικό μεταβολισμό του CYP2D6, και περίπου 1,88 l/h (περίπου 50% χαμηλότερη) σε ασθενείς με χαμηλό μεταβολισμό του CYP2D6 (για τη συνιστώμενη δόση, βλ. Δοσολογία).
Ηλικιωμένοι Μετά τη χορήγηση από του στόματος αριπιπραζόλης, δεν υπάρχουν διαφορές στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης μεταξύ υγιών ηλικιωμένων και νεότερων ενηλίκων. Παρομοίως, δεν υπήρξε κάποια ανιχνεύσιμη επίδραση της ηλικίας, σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg σε πάσχοντες από σχιζοφρένεια.
Φύλο Μετά τη χορήγηση από του στόματος αριπιπραζόλης, δεν υπάρχουν διαφορές στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης μεταξύ υγιών αντρών και γυναικών. Παρομοίως, δεν υπήρξε κάποια ανιχνεύσιμη επίδραση του φύλου, σε μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση του Αριπιπραζόλη Αριπιπραζόλη 400 mg/300 mg σε κλινικές δοκιμές σε πάσχοντες από σχιζοφρένεια.
Κάπνισμα Η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της από του στόματος αριπιπραζόλης στον πληθυσμό δεν αποκάλυψε κάποια ένδειξη για κλινικώς σημαντικές επιδράσεις από το κάπνισμα στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης.
Φυλή Η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής στον πληθυσμό δεν αποκάλυψε κάποια ένδειξη για κλινικώς σημαντικές διαφορές που να συνδέονται με τη φυλή στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε μια μελέτη εφάπαξ δόσης με χορήγηση από του στόματος αριπιπραζόλης, τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της αριπιπραζόλης και της δεϋδρο-αριπιπραζόλης βρέθηκαν να είναι παρόμοια σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική νόσο, συγκρινόμενα με αυτά νεαρών υγιών εθελοντών.
Ηπατική δυσλειτουργία Μελέτη εφάπαξ δόσης με χορήγηση από του στόματος αριπιπραζόλης, σε άτομα με διάφορους βαθμούς κίρρωσης του ήπατος (Child-Pugh κατηγορίες A, B και Γ), δεν αποκάλυψε σημαντική επίδραση ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της αριπιπραζόλης και της δεϋδρο-αριπιπραζόλης, αλλά η μελέτη περιελάμβανε μόνο 3 ασθενείς με κίρρωση του ήπατος κατηγορίας Γ, αριθμός ανεπαρκής για την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη μεταβολική τους ικανότητα.