Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

ICLUSIG

ponatinib

ηcλuσηγ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
15 / TAB 2762.66 €
30 / TAB 4684.33 €
45 / TAB 4386.61 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • C91 Λεμφοειδής λευχαιμία

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία θετική για το χρωμόσωμα Φιλαδέλφειας

  • C92 Μυελοειδής λευχαιμία

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια μυελογενής λευχαιμία

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

ICLUSIG — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Άπαξ ημερησίως, με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
45 mg άπαξ ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Σε ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που έχουν επιτύχει μοριακή ανταπόκριση (MR2), εξετάζεται μείωση της δόσης σε 15 mg άπαξ ημερησίως. Εάν υπάρξει απώλεια ανταπόκρισης, η δόση μπορεί να κλιμακωθεί εκ νέου σε μια προηγούμενα ανεκτή δόση 30 mg ή 45 mg άπαξ ημερησίως.
  • Ενήλικες
    Δόση45 mg
    Άπαξ ημερησίως
  • Ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που έχουν επιτύχει μοριακή ανταπόκριση (MR2, ≤ 1% BCR-ABL1IS)
    Δόση15 mg
    Εξετάζεται μείωση της δόσης σε 15 mg άπαξ ημερησίως. Σε απώλεια ανταπόκρισης, μπορεί να κλιμακωθεί εκ νέου σε 30 mg ή 45 mg.
  • Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)
    Πιθανότερο να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Μπορούν να λάβουν τη συνιστώμενη δόση έναρξης. Συνιστάται προσοχή.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Μυελοκαταστολή
    σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ΧΜΛ επιταχυνόμενης φάσης (ΕΦ-ΧΜΛ), ΧΜΛ βλαστικής φάσης (ΒΦ-ΧΜΛ) ή Ph+ ALL
    Προσωρινή παύση του Πονατινίμπη ή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία)
  • Αρτηριακή απόφραξη
    θανατηφόρο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, προηγούμενης επαναγγείωσης ή εγκεφαλικού
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος της αγωγής υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου)· πριν την έναρξη, αξιολόγηση καρδιαγγειακής κατάστασης και αντιμετώπιση παραγόντων κινδύνου· συνεχής παρακολούθηση
  • Αρτηριακή απόφραξη
    Διακοπή αμέσως σε περίπτωση αρτηριακής απόφραξης. Απόφαση επανέναρξης με στάθμιση οφέλους/κινδύνων (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες)
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
    σοβαρή
    Διακοπή αμέσως σε περίπτωση θρομβοεμβολής. Απόφαση επανέναρξης με στάθμιση οφέλους/κινδύνων (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες)
  • Αποφράξεις των αγγείων του αμφιβληστροειδή
    Εάν παρουσιαστεί μειωμένη όραση ή θάμβος όρασης, οφθαλμολογική εξέταση (συμπεριλαμβανομένης βυθοσκόπησης)
  • Υπέρταση
    Παρακολούθηση και αντιμετώπιση αρτηριακής πίεσης σε κάθε επίσκεψη. Διακοπή προσωρινά εάν η υπέρταση δεν βρίσκεται υπό έλεγχο. Σε σημαντική επιδεινούμενη/ασταθή/ανθεκτική υπέρταση, διακοπή και αξιολόγηση για στένωση νεφρικής αρτηρίας
  • Ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με παράγοντες κινδύνου όπως υπέρταση ή ιστορικό ανευρύσματος
    Προσεκτική στάθμιση κινδύνου πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    θανατηφόρο και σοβαρή
    Παρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας, αντιμετώπιση κλινικά. Εξέταση διακοπής ponatinib σε σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες)
  • Παγκρεατίτιδα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας ή αλκοολισμού, ασθενείς με σοβαρή ή πολύ σοβαρή υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μπορεί να απαιτείται διακοπή ή μείωση της δόσης. Εάν αυξήσεις λιπάσης με κοιλιακά συμπτώματα, προσωρινή διακοπή και εκτίμηση για παγκρεατίτιδα (βλ. Δοσολογία)
  • Ηπατοτοξικότητα (Αύξηση ALT, AST, χολερυθρίνης, αλκαλικής φωσφατάσης)
    θανατηφόρο
    Πραγματοποίηση εξετάσεων για τη λειτουργία του ήπατος πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Αιμορραγία
    σοβαρή, θανατηφόρα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ΕΦ-ΧΜΛ, ΒΦ-ΧΜΛ και Ph+ ALL, ασθενείς με θρομβοπενία βαθμού 3/4
    Διακοπή Πονατινίμπη και αξιολόγηση για σοβαρή ή βαριά αιμορραγία
  • Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
    ΠληθυσμόςΧρόνιοι φορείς του ιού HBV
    Εξέταση για HBV πριν την έναρξη. Συμβουλή ειδικών για θετικούς ασθενείς. Στενή παρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα ενεργού λοίμωξης HBV
  • Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟΑΕ)
    Διακοπή θεραπείας με Πονατινίμπη. Συνέχιση θεραπείας μόνο εφόσον το συμβάν υποχωρήσει και όφελος > κίνδυνος
  • Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα (CYP3A αναστολείς/επαγωγείς)
    Προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση με μέτριους και ισχυρούς αναστολείς του CYP3A και μέτριους και ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
  • Αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα (αντιθρομβωτικά)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικών επεισοδίων
    Προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση με αντιθρομβωτικούς παράγοντες (βλ. Μυελοκαταστολή και Αιμορραγία)
  • Παράταση του QT
    Δεν μπορεί να αποκλειστεί κλινικά σημαντική επίδραση στο διάστημα QT
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές)
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με εκτιμώμενη κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/λεπτό ή με νεφρική νόσο τελικού σταδίου
    Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση (βλ. Δοσολογία)
  • Λακτόζη (έκδοχο)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, δυσλειτουργία λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ισχυροί αναστολείς CYP3A (π.χ. κλαριθρομυκίνη, ινδιναβίρη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, τελιθρομυκίνη, τρολεανδομυκίνη, βορικοναζόλη, χυμός γκρέιπφρουτ)
    προσοχή
    Αύξηση των συγκεντρώσεων του ponatinib στον ορό
    ΣύστασηΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης έναρξης του Πονατινίμπη σε 30 mg
  • Ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, ριφαμπουτίνη, ριφαμπικίνη, βαλσαμόχορτο)
    αντένδειξη
    Μείωση των συγκεντρώσεων του ponatinib στον ορό
    ΣύστασηΝα αποφεύγεται η συγχορήγηση, εκτός εάν το όφελος υπερβαίνει τον κίνδυνο. Να αναζητηθούν εναλλακτικές επιλογές.
  • Υποστρώματα P-gp (π.χ. διγοξίνη, δαβιγατράνη, κολχικίνη, πραβαστατίνη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση των συγκεντρώσεων των υποστρωμάτων στο πλάσμα, αύξηση θεραπευτικής δράσης και ανεπιθύμητων ενεργειών
    ΣύστασηΣυνιστάται αυστηρή κλινική επιτήρηση
  • Υποστρώματα BCRP (π.χ. μεθοτρεξάτη, ροσουβαστατίνη, σουλφασαλαζίνη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση των συγκεντρώσεων των υποστρωμάτων στο πλάσμα, αύξηση θεραπευτικής δράσης και ανεπιθύμητων ενεργειών
    ΣύστασηΣυνιστάται αυστηρή κλινική επιτήρηση
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (Πολύ συχνές)
  • έρπης ζωστήρας (Συχνές)
Λοιμώξεις
  • Πνευμονία
  • Σηψαιμία
  • Θυλακίτιδα
  • Κυτταρίτιδα
Αίμα
  • Αναιμία
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
  • αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος (Πολύ συχνές)
  • αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος (Πολύ συχνές)
  • πανκυτταροπενία (Συχνές)
  • εμπύρετη ουδετεροπενία (Συχνές)
  • αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος (Συχνές)
  • αριθμός λεμφοκυττάρων μειωμένος (Συχνές)
  • μυελοκαταστολή (Συχνές)
Ενδοκρινικό
  • Υποθυρεοειδισμός
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
  • μειωμένη όρεξη (Πολύ συχνές)
  • υπερτριγλυκεριδαιμία (Πολύ συχνές)
  • υπερχοληστερολαιμία (Πολύ συχνές)
  • υπερουριχαιμία (Συχνές)
  • υποφωσφαταιμία (Συχνές)
  • μείωση σωματικού βάρους (Συχνές)
  • δυσλιπιδαιμία (Συχνές)
  • διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (Συχνές)
  • αυξημένη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (Συχνές)
  • αύξηση σωματικού βάρους (Συχνές)
  • σύνδρομο λύσης όγκου (Συχνές)
Μεταβολισμός
  • Αφυδάτωση
  • Κατακράτηση υγρών
  • Υπασβεστιαιμία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • αϋπνία (Πολύ συχνές)
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Ημικρανία
  • Υποαισθησία
  • Παραισθησία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο (Συχνές)
  • εγκεφαλικό έμφρακτο (Συχνές)
  • περιφερική νευροπάθεια (Συχνές)
  • υπεραισθησία (Συχνές)
  • παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (Συχνές)
  • διαταραχή προσωπικού νεύρου (Συχνές)
  • στένωση καρωτίδας (Συχνές)
  • στένωση εγκεφαλικής αρτηρίας (Όχι συχνές)
  • εγκεφαλική αιμορραγία (Όχι συχνές)
  • ενδοκράνια αιμορραγία (Όχι συχνές)
  • σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (Όχι συχνές)
Γενικές
  • Λήθαργος
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
  • Άλγος
  • Ρίγη
  • Γριππώδης συνδρομή
Οφθαλμικές
  • Θαμπή όραση
  • Ξηροφθαλμία
Οφθαλμικές διαταραχές
  • περικογχικό οίδημα (Συχνές)
  • οίδημα βλεφάρου (Συχνές)
  • επιπεφυκίτιδα (Συχνές)
  • διαταραχή της όρασης (Συχνές)
  • άλγος του οφθαλμού (Συχνές)
  • απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς (Συχνές)
  • θρόμβωση φλέβας του αμφιβληστροειδούς (Όχι συχνές)
  • απόφραξη αρτηρίας του αμφιβληστροειδούς (Όχι συχνές)
Καρδιακές διαταραχές
  • καρδιακή δυσλειτουργία (Συχνές)
  • έμφραγμα μυοκαρδίου (Συχνές)
  • συμφορητική καρδιακή δυσλειτουργία (Συχνές)
  • πάθηση στεφανιαίας αρτηρίας (Συχνές)
  • στηθάγχη (Συχνές)
  • περικαρδιακή συλλογή (Συχνές)
  • κολπική μαρμαρυγή (Συχνές)
  • μείωση κλάσματος εξώθησης (Συχνές)
  • οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (Συχνές)
  • κολπικός πτερυγισμός (Συχνές)
  • δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας (Συχνές)
  • υπερτροφία αριστερής κοιλίας (Συχνές)
  • φλεβοκομβική βραδυκαρδία (Συχνές)
  • ταχυκαρδία (Συχνές)
  • αυξημένο αμινοτελικό άκρο του πρόδρομου εγκεφαλικού νατριουρητικού πεπτιδίου (Συχνές)
  • ασταθής στηθάγχη (Συχνές)
  • ισχαιμία του μυοκαρδίου (Συχνές)
  • έκτακτες υπερκοιλιακές συστολές (Συχνές)
  • έκτακτες κοιλιακές συστολές (Συχνές)
  • ηλεκτροκαρδιογράφημα με παρατεταμένο QT (Συχνές)
  • χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (Συχνές)
  • αυξημένο εγκεφαλικό νατριουρητικό πεπτίδιο (Συχνές)
  • καρδιακή δυσφορία (Όχι συχνές)
  • ισχαιμική καρδιομυοπάθεια (Όχι συχνές)
  • στεφανιαιος αρτηριόσπασμος (Όχι συχνές)
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Έξαψη
  • Εκχύμωση
Αγγειακές διαταραχές
  • περιφερική αποφρακτική αρτηριοπάθεια (Συχνές)
  • περιφερική ισχαιμία (Συχνές)
  • περιφερική αρτηριακή στένωση (Συχνές)
  • διαλείπουσα χωλότητα (Συχνές)
  • εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (Συχνές)
  • ερυθρότητα (Συχνές)
  • υπερτασική κρίση (Συχνές)
  • κακή περιφερική κυκλοφορία (Όχι συχνές)
  • έμφρακτο σπληνός (Όχι συχνές)
  • φλεβική εμβολή (Όχι συχνές)
  • φλεβική θρόμβωση (Όχι συχνές)
  • στένωση νεφρικής αρτηρίας (Όχι συχνές)
  • ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί (Μη γνωστές)
Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές του μεσοθωρακίου
  • δύσπνοια (Πολύ συχνές)
  • βήχας (Πολύ συχνές)
  • πνευμονική εμβολή (Συχνές)
  • υπεζωκοτική συλλογή (Συχνές)
  • δυσφωνία (Συχνές)
  • πνευμονική υπέρταση (Συχνές)
  • στοματοφαρυγγικό άλγος (Συχνές)
  • παραγωγικός βήχας (Συχνές)
Αναπνευστικό
  • Επίσταξη
Γαστρεντερικές διαταραχές
  • κοιλιακό άλγος (Πολύ συχνές)
  • αύξηση λιπάσης (Πολύ συχνές)
  • παγκρεατίτιδα (Συχνές)
  • αύξηση αμυλάσης αίματος (Συχνές)
  • στοματίτιδα (Συχνές)
  • κοιλιακή διάταση (Συχνές)
  • κοιλιακή δυσφορία (Συχνές)
  • γαστρική αιμορραγία (Συχνές)
  • γαστρικό έλκος (Συχνές)
  • αιμορραγία των ούλων (Συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ναυτία
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
  • Γαστρίτιδα
Ηπατοχολικές διαταραχές
  • αύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσης (Πολύ συχνές)
  • αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (Πολύ συχνές)
  • αύξηση χολερυθρίνης αίματος (Συχνές)
  • αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος (Συχνές)
  • αύξηση γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράσης (Συχνές)
  • αυξημένες τρανσαμινάσες (Συχνές)
  • ηπατοτοξικότητα (Συχνές)
  • ηπατική ανεπάρκεια (Όχι συχνές)
  • ίκτερος (Όχι συχνές)
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Ξηροδερμία
  • Ερύθημα
  • Αλωπεκία
  • Υπερκεράτωση
  • Έκζεμα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • κνησμός (Πολύ συχνές)
  • κνησμώδες εξάνθημα (Συχνές)
  • αποφολιδωτικό εξάνθημα (Συχνές)
  • αποφολίδωση δέρματος (Συχνές)
  • νυχτερινή εφίδρωση (Συχνές)
  • υπερίδρωση (Συχνές)
  • πετέχεια (Συχνές)
  • δερματικό άλγος (Συχνές)
  • αποφολιδωτική δερματίτιδα (Συχνές)
  • υπέρχρωση του δέρματος (Συχνές)
  • υποδερματίτιδα (συμπεριλαμβανομένου του οζώδους ερυθήματος) (Συχνές)
  • δερματίτιδα (Συχνές)
  • εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες (Συχνές)
  • δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή (Συχνές)
  • ερυθηματώδες εξάνθημα (Συχνές)
  • εξάνθημα κηλιδώδες (Συχνές)
  • εξάνθημα βλατιδώδες (Συχνές)
  • πολύμορφο ερύθημα (Συχνές)
  • αλλεργική δερματίτιδα (Συχνές)
  • θήλωμα δέρματος (Συχνές)
  • δερματίτιδα ψωριασική (Συχνές)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • οστικός πόνος (Πολύ συχνές)
  • αρθραλγία (Πολύ συχνές)
  • πόνος στα άκρα (Πολύ συχνές)
  • οσφυαλγία (Πολύ συχνές)
  • μυϊκοί σπασμοί (Πολύ συχνές)
  • αυχεναλγία (Συχνές)
  • μυοσκελετικός πόνος του θώρακα (Συχνές)
  • μυϊκή αδυναμία (Συχνές)
  • μυοσκελετική δυσκαμψία (Συχνές)
  • σπονδυλικό άλγος (Συχνές)
  • τενοντίτιδα (Συχνές)
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Μυοσκελετικός πόνος
  • Θωρακικό άλγος
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • στυτική δυσλειτουργία (Συχνές)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
  • ασθένεια (Πολύ συχνές)
  • περιφερικό οίδημα (Πολύ συχνές)
  • μη καρδιακός θωρακικός πόνος (Συχνές)
  • ψηλαφητή μάζα (Συχνές)
  • οίδημα του προσώπου (Συχνές)
  • αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ασθένεια
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση αλανινικής αμινοτρανσφεράσης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση λιπάσης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένος αριθμός ουδετεροφίλων
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Οστικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Υπερτριγλυκεριδαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπερχοληστερολαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Έμφραγμα μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Έρπης ζωστήρας
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αιμορραγία ούλων
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αποφολίδωση δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αποφολιδωτικό εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Απόφραξη φλέβας αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυχεναλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση αμυλάσης αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση γάμμα-γλουταμυλτρανσφεράσης
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αύξηση χολερυθρίνης αίματος
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Βλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γαστρική αιμορραγία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γαστρικό έλκος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γριππώδης συνδρομή
    Γενικές
    Συχνές
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Δερματίτιδα ακμής
    Δέρμα
    Συχνές
  • Δερματικό άλγος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Διαλείπουσα χωλότητα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Διαταραχή όρασης
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας
    Καρδιά
    Συχνές
  • Δυσλιπιδαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσφωνία
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εγκεφαλικό έμφρακτο
    Νευρικό
    Συχνές
  • Εκχύμωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ερυθηματώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερυθρότητα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ημικρανία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ηπατοτοξικότητα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Θυλακίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Ισχαιμία μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Συχνές
  • Καρδιακή δυσλειτουργία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Κατακράτηση υγρών
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακή διάταση
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κοιλιακή δυσφορία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Συχνές
  • Κολπικός πτερυγισμός
    Καρδιά
    Συχνές
  • Κυτταρίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Λήθαργος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Μείωση κλάσματος εξώθησης
    Καρδιά
    Συχνές
  • Μείωση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων
    Αίμα
    Συχνές
  • Μη καρδιακός θωρακικός πόνος
    Γενικές
    Συχνές
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Νυκτερινή εφίδρωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Οίδημα βλεφάρου
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Δέρμα
    Συχνές
  • Οζώδες ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο
    Καρδιά
    Συχνές
  • Πάθηση στεφανιαίας αρτηρίας
    Καρδιά
    Συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Παραγωγικός βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Συχνές
  • Περικαρδιακή συλλογή
    Καρδιά
    Συχνές
  • Περικογχικό οίδημα
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Περιφερική αποφρακτική αρτηριοπάθεια
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Περιφερική αρτηριακή στένωση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Περιφερική ισχαιμία
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Συχνές
  • Πετέχειες
    Δέρμα
    Συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Πνευμονική εμβολή
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Πνευμονική υπέρταση
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Σηψαιμία
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Στοματοφαρυγγικό άλγος
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Στυτική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Συμφορητική καρδιακή δυσλειτουργία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Τενοντίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Υπέρχρωση δέρματος
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπεζωκοτική συλλογή
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Υπερίδρωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπεραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερκεράτωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπερουριχαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπερτασική κρίση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υποδερματίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Υποφωσφαταιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ψηλαφητή μάζα
    Γενικές
    Συχνές
  • άλγος του οφθαλμού
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • έκτακτες κοιλιακές συστολές
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • έκτακτες υπερκοιλιακές συστολές
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • ασταθής στηθάγχη
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
    Συχνές
  • αυξημένο αμινοτελικό άκρο του πρόδρομου εγκεφαλικού νατριουρητικού πεπτιδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • αυξημένο εγκεφαλικό νατριουρητικό πεπτίδιο
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • δερματίτιδα ψωριασική
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη
    Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
    Συχνές
  • διαταραχή προσωπικού νεύρου
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • ηλεκτροκαρδιογράφημα με παρατεταμένο QT
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • θήλωμα δέρματος
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • μυελοκαταστολή
    Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • σπονδυλικό άλγος
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • στένωση καρωτίδας
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • υπερτροφία αριστερής κοιλίας
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Έμφρακτο σπληνός
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Απόφραξη αρτηρίας αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ενδοκράνια αιμορραγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Θρόμβωση φλέβας του αμφιβληστροειδούς
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ισχαιμική καρδιομυοπάθεια
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κακή περιφερική κυκλοφορία
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Καρδιακή δυσφορία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Στένωση εγκεφαλικής αρτηρίας
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Στένωση νεφρικής αρτηρίας
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Στεφανιαίος αρτηριόσπασμος
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Φλεβική εμβολή
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • ανευρύσματα και αρτηριακοί διαχωρισμοί
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
    Αποφεύγεται
    Συνιστάται στις γυναίκες σε ηλικία αναπαραγωγής που λαμβάνουν Πονατινίμπη να μην μείνουν έγκυες και στους άντρες που λαμβάνουν Πονατινίμπη να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Είναι άγνωστο εάν το ponatinib επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των συστημικών ορμονικών αντισυλληπτικών. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται εναλλακτική ή πρόσθετη μέθοδος αντισύλληψης.
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση του Πονατινίμπη στις έγκυες. Οι μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Το Πονατινίμπη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο όταν είναι απόλυτα αναγκαίο. Εάν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο που διατρέχει το έμβρυο.
  • Θηλασμός
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν το Πονατινίμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοδυναμικής και τοξικολογίας, δεν αποκλείεται η πιθανότητα απέκκρισης στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Πονατινίμπη.
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα στον άνθρωπο σε σχέση με την επίδραση του ponatinib στη γονιμότητα. Σε αρουραίους, η χορήγηση ponatinib έδειξε επιδράσεις στη γονιμότητα των θηλυκών, ενώ η γονιμότητα των αρσενικών δεν επηρεάστηκε (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η κλινική συσχέτιση αυτών των ευρημάτων για τη γονιμότητα του ανθρώπου είναι άγνωστη.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • πνευμονία
  • συστηματική φλεγμονώδη αντίδραση
  • κολπική μαρμαρυγή
  • ασυμπτωματική, μέτρια περικαρδιακή συλλογή
Αντιμετώπιση
ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται και να χορηγείται κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Ανεπιθύμητες ενέργειες όπως λήθαργος, ζάλη και θαμπή όραση έχουν σχετιστεί με το Πονατινίμπη. Επομένως, συνιστάται προσοχή κατά την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Μονοϋδρική λακτόζη
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη
Αμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο
Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο
Στεατικό μαγνήσιο
Επικάλυψη δισκίου
Τάλκης
Πολυαιθυλενογλυκόλη 4000
Πολυβινυλαλκοόλη
Διοξείδιο τιτανίου (E171)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EA05 To ponatinib είναι ένας ισχυρός καθολικός αναστολέας της BCR-ABL με δομικά στοιχεία, όπως ένας τριπλός δεσμός άνθρακα-άνθρακα, που επιτρέπουν τη δέσμευση υψηλής συνάφειας στο εγγενές BCR-ABL και τις μεταλλαγμένες μορφές της κινάσης ABL. Το ponatinib αναστέλλει την ενεργότητα της τυροσινικής κινάσης της ABL και της μεταλλαγμένης μορφής T315I της ABL με τιμές IC50 της τάξης του 0,4 και του 2,0 nM, αντίστοιχα. Σε κυτταρικές δοκιμασίες, το ponatinib κατόρθωσε να υπερισχύσει της αντοχής στις ουσίες imatinib, dasatinib και nilotinib με μεσολάβηση από τις μεταλλάξεις της περιοχής κινάσης BCR-ABL. Σε προκλινικές μελέτες μεταλλαξιγένεσης, η τιμή 40 nM προσδιορίστηκε ως η συγκέντρωση του ponatinib που είναι επαρκής για να αναστείλει τη βιωσιμότητα των κυττάρων που εκφράζουν όλες τις εξεταζόμενες μεταλλαγμένες μορφές της BCR-ABL σε ποσοστό > 50% (συμπεριλαμβανομένης της T315I) καθώς και να καταστείλει την εμφάνιση μεταλλαγμένων κλώνων. Σε μια δοκιμασία επιταχυνόμενης μεταλλαξιγένεσης βάσει κυττάρων, δεν ανιχνεύτηκε καμία μετάλλαξη της BCR-ABL η οποία θα μπορούσε να επιφέρει αντοχή στην τιμή συγκέντρωσης 40 nM του ponatinib. Το ponatinib οδήγησε σε συρρίκνωση όγκου και παρατεταμένη επιβίωση στα ποντίκια που έφεραν όγκους που εξέφραζαν την εγγενή μορφή της BCR-ABL ή τη μεταλλαγμένη μορφή T315I της BCR-ABL. Σε δόσεις των 30 mg ή περισσότερο, οι ελάχιστες συγκεντρώσεις του ponatinib στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση συνήθως υπερβαίνουν τα 21 ng/ml (40 nM). Σε δόσεις των 15 mg ή περισσότερο, 32 από τους 34 ασθενείς (94%) έδειξαν μείωση κατά ≥ 50% της φωσφορυλίωσης της πρωτεΐνης που μοιάζει με CRK (CRKL), ενός βιολογικού δείκτη της αναστολής της BCR-ABL, σε μονοπύρηνα κύτταρα στο περιφερικό αίμα. Το ponatinib αναστέλλει την ενεργότητα άλλων κλινικά σχετικών κινασών με τιμές IC50 κάτω από 20 nM και έχει επιδείξει κυτταρική ενεργότητα έναντι των RET, FLT3 και KIT και των μελών των οικογενειών κινάσης, FGFR, PDGFR και VEGFR.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Δοκιμή PACE Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Πονατινίμπη σε ασθενείς με ΧΜΛ και Ph+ ALL οι οποίοι ήταν ανθεκτικοί ή δυσανεκτικοί σε προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα τυροσινικής κινάσης (TKI) εκτιμήθηκαν σε μια διεθνή, πολυκεντρική δοκιμή ανοιχτής επισήμανσης, μίας ομάδας. Όλοι οι ασθενείς λάμβαναν 45 mg Πονατινίμπη άπαξ ημερησίως με την πιθανότητα αποκλιμάκωσης της δόσης και διακοπής της δόσης ύστερα από συνέχιση και επανααποκλιμάκωση των δόσεων. Οι ασθενείς εντάχθηκαν σε μία από έξι κοόρτες ανάλογα με τη φάση της νόσου (ΧΦ-ΧΜΛ, ΕΦ-ΧΜΛ, ή ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL), την αντοχή ή τη δυσανεξία (R/I) στο dasatinib ή το nilotinib και την παρουσία μετάλλαξης σε T315I. Ως αντοχή στην ΧΦ-ΧΜΛ ορίστηκε η αποτυχία να επιτευχθεί πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (έως 3 μήνες), ελάχιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση (έως 6 μήνες) ή μείζων κυτταρογενετική ανταπόκριση (έως 12 μήνες) στη διάρκεια της θεραπείας με dasatinib ή nilotinib. Οι ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που εμφάνισαν απώλεια ανταπόκρισης ή ανάπτυξη μετάλλαξης στην περιοχή της κινάσης κατά την απουσία πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης ή εξέλιξη σε ΕΦ-ΧΜΛ ή ΒΦ-ΧΜΛ οποιαδήποτε στιγμή κατά τη θεραπεία με dasatinib ή nilotinib θεωρήθηκαν επίσης ανεκτικοί. Ως αντομή στην ΕΦ-ΧΜΛ και την ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL ορίστηκε η αποτυχία να επιτευχθεί είτε μείζων αιματολογική ανταπόκριση (ΕΦ-ΧΜΛ έως 3 μήνες, ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL έως 1 μήνα), η απουσία μείζονος αιματολογικής ανταπόκρισης (οποιαδήποτε στιγμή) ή η ανάπτυξη μετάλλαξης στην περιοχή της κινάσης με απουσία μείζονος αιματολογικής ανταπόκρισης κατά τη θεραπεία με dasatinib ή nilotinib. Ως δυσανεξία ορίστηκε η διακοπή της θεραπείας με dasatinib ή nilotinib λόγω τοξικότητας παρά τη βέλτιστη διαχείριση, απουσία πλήρους κυτταρογενετικής ανταπόκρισης για ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ ή μείζονος αιματολογικής ανταπόκρισης για ασθενείς με ΕΦ-ΧΜΛ, ΒΦ-ΧΜΛ ή Ph+ ALL. Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας στην ΧΦ-ΧΜΛ ήταν η μείζων κυτταρογενετική ανταπόκριση (MCyR), που περιελάμβανε την πλήρη και τη μερική κυτταρογενετική ανταπόκριση (CCyR και PCyR) έως τους 12 μήνες. Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας στην ΧΦ-ΧΜΛ ήταν η πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (CHR) και η μείζων μοριακή ανταπόκριση (MMR). Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας στην ΕΦ-ΧΜΛ και την ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL ήταν η μείζων αιματολογική ανταπόκριση (MaHR), που ορίζεται είτε ως πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (CHR) είτε ως απουσία ενδείξεων λευχαιμίας (NEL). Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας στην ΕΦ-ΧΜΛ και τη ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL ήταν η MCyR και η MMR. Για όλους τους ασθενείς, πρόσθετα δευτερεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν: η επιβεβαιωμένη MCyR, ο χρόνος έως την ανταπόκριση, η διάρκεια ανταπόκρισης, η επιβίωση χωρίς εξέλιξη και η συνολική επιβίωση. Επίσης, διεξάχθηκαν post-hoc αναλύσεις για την αξιολόγηση της σχέσης των βραχυπρόθεσμων εκβάσεων κυτταρογενετικής (MCyR) και μοριακής (MMR) ανταπόκρισης με τις μακροπρόθεσμες εκβάσεις για τις PFS και OS, τη διατήρηση της ανταπόκρισης (MCyR και MMR) μετά από μειώσεις της δόσης και τις PFS και OS ανά κατάσταση επεισοδίου αρτηριακής απόφραξης. Στη δοκιμή εντάχθηκαν 449 ασθενείς από τους οποίους 444 ήταν κατάλληλοι για ανάλυση: 267 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ (Κοόρτη R/I: n = 203, Κοόρτη T315I: n = 64), 83 ασθενείς με ΕΦ-ΧΜΛ (Κοόρτη R/I: n = 65, Κοόρτη T315I: n = 18), 62 ασθενείς με ΒΦ-ΧΜΛ (Κοόρτη R/I: n = 38, Κοόρτη T315I: n = 24) και 32 ασθενείς Ph+ ALL (Κοόρτη R/I: n = 10, Κοόρτη T315I: n = 22). Προηγούμενη MCyR ή καλύτερη ανταπόκριση (MCyR, MMR ή CMR) στο dasatinib ή το nilotinib επιτεύχθηκε μόνο στο 26% των ασθενών με ΧΦ-ΧΜΛ ενώ προηγούμενη MaHR ή καλύτερη ανταπόκριση (MaHR, MCyR, MMR ή CMR) επιτεύχθηκε μόνο στο 21% και το 24% των ασθενών με ΕΦ-ΧΜΛ και ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ALL, αντίστοιχα. Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά αναφοράς περιγράφονται παρακάτω στον Πίνακα 6.

Πίνακας 6 Δημογραφικά στοιχεία και χαρακτηριστικά της νόσου για τη δοκιμή PACE

Χαρακτηριστικά ασθενών κατά την εισαγωγή Συνολικός πληθυσμός ασφάλειας (N = 449)
Ηλικία
Διάμεση, έτη (εύρος) 59 (18 - 94)
Φύλο, n (%)
Άντρες 238 (53%)
Φυλή, n (%)
Ασιατική 59 (13%)
Μαύρη/Αφρικανική Αμερικανική 25 (6%)
Λευκή 352 (78%)
Άλλη 13 (3%)
Κατάσταση απόδοσης κατά ECOG, n (%)
ECOG = 0 ή 1 414 (92%)
Ιστορικό νόσου
Διάμεσος χρόνος από διάγνωση έως πρώτη δόση, έτη (εύρος) 6,09 (0,33 - 28,47)
Αντοχή σε προηγούμενη θεραπεία με TKI α*, n (%) 374 (88%)
Προηγούμενη θεραπεία με TKI - αριθμός θεραπευτικών σχημάτων, n (%)
1 32 (7%)
2 155 (35%)
≥3 262 (58%)
Μετάλλαξη BCR-ABL που ανιχνεύτηκε κατά την εισαγωγή, n (%)β
Καμία 198 (44%)
1 192 (43%)
≥2 54 (12%)
Συννοσηρότητες
Υπέρταση 159 (35%)
Διαβήτης 57 (13%)
Υπερχοληστερολαιμία 100 (22%)
Ιστορικό ισχαιμικής καρδιακής νόσου 67 (15%)
  • από τους 427 ασθενείς που ανέφεραν προηγούμενη θεραπεία TKI με dasatinib ή nilotinib β από τους ασθενείς με μία ή περισσότερες εντοπισθείσες κατά την εισαγωγή στη μελέτη μεταλλάξεις στην περιοχή της κινάσης BCR-ABL. Εντοπίστηκαν 37 μοναδικές μεταλλάξεις

Γενικά, το 55% των ασθενών εμφάνισε μία ή περισσότερες μεταλλάξεις της BCR-ABL στην περιοχή της κινάσης κατά την εισαγωγή και οι πιο συχνές μεταλλάξεις ήταν οι εξής: T315I (29%), F317L (8%), E255K (4%) και F359V (4%). Στο 67% των ασθενών με ΧΦ-ΧΜΛ στην κοόρτη R/I, δεν παρατηρήθηκε καμία μετάλλαξη κατά την εισαγωγή στη μελέτη. Τα αποτελέσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα συνοψίζονται στον Πίνακα 7, στον Πίνακα 8 και στον Πίνακα 9.

Πίνακας 7 Αποτελεσματικότητα του Πονατινίμπη σε ανθεκτικούς και δυσανεκτικούς ασθενείς με ΧΜΛ χρόνιας φάσης

Συνολικά (N = 267) Κοόρτη R/I (N = 203) Κοόρτη T315I (N = 64)
Κυτταρογενετική ανταπόκριση
Μείζων (MCyR) α
% 55% 51% 70%
(95% CI) (49-62) (44-58) (58-81)
Πλήρης (CCyR)
% 46% 40% 66%
(95% CI) (40-52) (33-47) (53-77)
Μείζων Μοριακή Ανταπόκριση β
% 40% 35% 58%
(95% CI) (35-47) (28-42) (45-70)

α Το κύριο καταληκτικό σημείο για τις Κοόρτες ασθενών με ΧΦ-ΧΜΛ ήταν η μείζων κυτταρογενετική ανταπόκριση (MCyR), που συνδυάζει την πλήρη (κανένα ανιχνεύσιμο κύτταρο Ph+) και τη μερική (1% έως 35% κύτταρα Ph+) κυτταρογενετική ανταπόκριση. β Μετρήθηκε στο περιφερικό αίμα. Ορίζεται ως λόγος ≤ 0,1% της BCR-ABL προς τα μεταγραφήματα της ABL στη Διεθνή Κλίμακα (IS) [δηλαδή, ≤ 0,1% BCR-ABLIS. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν μεταγράφημα b2a2/b3a2 (p210)] στο περιφερικό αίμα, που μετρήθηκε με την ποσοτική μέθοδο ανάστροφης τρανσκριπτάσης - αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (qRT PCR). Καταληκτική ημερομηνία βάσης δεδομένων 06 Φεβρουαρίου 2017.

Οι ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που έλαβαν λιγότερους προηγούμενους TKI πέτυχαν υψηλότερη κυτταρογενετική, αιματολογική και μοριακή ανταπόκριση. Από τους ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που έλαβαν προηγουμένως έναν, δύο, τρεις ή τέσσερις προηγούμενους TKI, το 75% (12/16), το 68% (66/97), το 44% (63/142) και 58% (7/12) πέτυχε MCyR ενώ λάμβανε Πονατινίμπη, αντίστοιχα. Η διάμεση ένταση δόσης ήταν 28 mg/ημέρα ή ποσοστό 63% της αναμενόμενης δόσης των 45 mg. Από τους ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ χωρίς καμία μετάλλαξη κατά την εισαγωγή, το 49% (66/136) πέτυχε MCyR. Για κάθε μετάλλαξη της BCR-ABL που ανιχνεύτηκε σε περισσότερους από έναν ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ κατά την εισαγωγή, επιτεύχθηκε MCyR μετά τη θεραπεία με Πονατινίμπη. Σε ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που πέτυχαν MCyR, ο διάμεσος χρόνος έως την MCyR ήταν 2,8 μήνες (εύρος: 1,6 έως 11,3 μήνες) και σε ασθενείς που πέτυχαν MMR, ο διάμεσος χρόνος έως την MMR ήταν 5,5 μήνες (εύρος: 1,8 έως 55,5 μήνες). Κατά το χρόνο της επικαιροποιημένης αναφοράς με ελάχιστο χρόνο παρακολούθησης 64 μηνών για όλους τους συμμετέχοντες ασθενείς, οι διάμεσες διάρκειες των MCyR και MMR δεν είχαν ακόμη επιτευχθεί. Με βάση τις εκτιμήσεις Kaplan-Meier, το 82% (95% CI: [74%-88%]) των ασθενών με ΧΦ-ΧΜΛ (διάμεση διάρκεια θεραπείας: 32,2 μήνες) που πέτυχαν MCyR προβλέπεται ότι θα διατηρήσουν αυτήν την ανταπόκριση έως τους 48 μήνες και το 61% (95% CI: [51%-70%]) των ασθενών με ΧΦ-ΧΜΛ που πέτυχαν MMR προβλέπεται ότι θα διατηρήσουν αυτήν την ανταπόκριση έως τους 36 μήνες. Η πιθανότητα όλων των ασθενών με ΧΦ-ΧΜΛ να διατηρήσουν την MCyR και την MMR δεν μεταβλήθηκε περαιτέρω, όταν η ανάλυση επεκτάθηκε σε 5 έτη. Με ελάχιστο χρόνο παρακολούθησης 64 μηνών, το 3,4% (9/267) των ασθενών με ΧΦ-ΧΜΛ παρουσίασαν μετατροπή της νόσου τους σε ΕΦ-ΧΜΛ ή ΒΦ-ΧΜΛ. Για τους ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ συνολικά (N = 267), καθώς και για τους ασθενείς της ΧΦ-ΧΜΛ R/I Κοόρτης Α (N = 203) και τους ασθενείς της T315I Κοόρτης B (N = 64), η διάμεση OS δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Για τη συνολική ομάδα νόσου ΧΦ-ΧΜΛ, η πιθανότητα επιβίωσης στα 2, 3, 4 και 5 έτη εκτιμάται ίση με 86,0%, 81,2%, 76,9%, και 73,3%, αντίστοιχα, όπως φαίνεται στην Εικόνα 1.

Εικόνα 1- Εκτιμήσεις Kaplan-Meier για τη συνολική επιβίωση στον πληθυσμό ΧΦ-ΧΜΛ (πληθυσμός που έλαβε θεραπεία)

[Διάγραμμα Kaplan-Meier]

Οι ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που πέτυχαν MCyR ή MMR ανταπόκριση εντός του πρώτου χρόνου θεραπείας είχαν στατιστικά σημαντικά βελτιωμένη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) και συνολική επιβίωση (OS) σε σύγκριση με τους ασθενείς που δεν πέτυχαν τους στόχους της θεραπείας. Η επίτευξη MCyR στο χρονικό σημείο αναφοράς των 3 μηνών συσχετίζονταν έντονα και στατιστικά σημαντικά με τις PFS και OS (p< 0,0001 και p = 0,0006, αντίστοιχα). Επιτεύχθηκε στατιστική σημαντικότητα για τη συσχέτιση των PFS και OS με την MCyR στο χρονικό σημείο αναφοράς των 12 μηνών (p = < 0,0001 και p = 0,0012, αντίστοιχα).

Πίνακας 8 Αποτελεσματικότητα του Πονατινίμπη σε ανθεκτικούς ή δυσανεκτικούς ασθενείς με ΧΜΛ προχωρημένης φάσης

ΧΜΛ Επιταχυνόμενης Φάσης Συνολικά (N = 83) ΧΜΛ Επιταχυνόμενης Φάσης R/I (N = 65) ΧΜΛ Επιταχυνόμενης Φάσης T315I (N = 18) ΧΜΛ Βλαστικής Φάσης Συνολικά (N = 62) ΧΜΛ Βλαστικής Φάσης R/I (N = 38) ΧΜΛ Βλαστικής Φάσης T315I (N = 24)
Ποσοστό αιματολογικής ανταπόκρισης
Μείζωνα (MaHR)
% 57% 57% 56% 31% 32% 29%
(95% CI) (45-68) (44-69) (31-79) (20-44) (18-49) (13-51)
Πλήρηςβ (CHR)
% 51% 49% 56% 21% 24% 17%
(95% CI) (39-62) (37-62) (31-79) (12-33) (11-40) (5-37)
Μείζων Κυτταρογενετική Ανταπόκρισηγ
% 39% 34% 56% 23% 18% 29%
(95% CI) (28-50) (23-47) (31-79) (13-35) (8-34) (13-51)

α Το κύριο καταληκτικό σημείο για τις Κοόρτες ΕΦ-ΧΜΛ και ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL ήταν η μείζων αιματολογική ανταπόκριση (MaHR), που συνδυάζει την πλήρη αιματολογική ανταπόκριση και απουσία ενδείξεων λευχαιμίας. β CHR: WBC ≤ ULN ιδρύματος, ANC ≥ 1.000/mm3, αιμοπετάλια ≥ 100.000/mm3, χωρίς βλάστες ή προμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βλάστες μυελού των οστών ≤ 5%, < 5% μυελοκύτταρα συν μεταμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βασεόφιλα < 5% στο περιφερικό αίμα, όχι εξωμυελική συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένης καμίας ηπατομεγαλίας ή σπληνομεγαλίας). γ Η MCyR συνδυάζει τόσο την πλήρη (χωρίς ανιχνεύσιμα κύτταρα Ph+) όσο και τη μερική (1% έως 35% κύτταρα Ph+) κυτταρογενετική ανταπόκριση. Καταληκτική ημερομηνία βάσης δεδομένων 06 Φεβρουαρίου 2017.

Η διάμεση ένταση της δόσης ήταν 32 mg/ημέρα στους ασθενείς με ΕΦ-ΧΜΛ.

Πίνακας 9 Αποτελεσματικότητα του Πονατινίμπη σε ανθεκτικούς ή δυσανεκτικούς ασθενείς Ph+ ALL

Συνολικά (N = 32) Κοόρτη R/I (N = 10) Κοόρτη T315I (N = 22)
Ποσοστό αιματολογικής ανταπόκρισης
Μείζωνα (MaHR)
% 41% 50% 36%
(95% CI) (24-59) (19-81) (17-59)
Πλήρηςβ (CHR)
% 34% 40% 32%
(95% CI) (19-53) (12-74) (14-55)
Μείζων Κυτταρογενετική Ανταπόκρισηγ
% 47% 60% 41%
(95% CI) (29-65) (26-88) (21-64)

α Το κύριο καταληκτικό σημείο για τις Κοόρτες ΕΦ-ΧΜΛ και ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL ήταν η μείζων αιματολογική ανταπόκριση (MaHR), που συνδυάζει την πλήρη αιματολογική ανταπόκριση και απουσία ενδείξεων λευχαιμίας. β CHR: WBC ≤ ULN ιδρύματος, ANC ≥ 1.000/mm3, αιμοπετάλια ≥ 100,000/mm3, χωρίς βλάστες ή προμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βλάστες μυελού των οστών ≤ 5%, < 5% μυελοκύτταρα συν μεταμυελοκύτταρα στο περιφερικό αίμα, βασεόφιλα < 5% στο περιφερικό αίμα, όχι εξωμυελική συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένης καμίας ηπατομεγαλίας ή σπληνομεγαλίας). γ Η MCyR συνδυάζει τόσο την πλήρη (χωρίς ανιχνεύσιμα κύτταρα Ph+) όσο και τη μερική (1% έως 35% κύτταρα Ph+) κυτταρογενετική ανταπόκριση. Καταληκτική ημερομηνία βάσης δεδομένων 06 Φεβρουαρίου 2017

Η διάμεση ένταση της δόσης ήταν 44 mg/ημέρα στους ασθενείς με ΒΦ-ΧΜΛ/Ph+ ALL. Ο διάμεσος χρόνος έως την MaHR σε ασθενείς με ΕΦ-ΧΜΛ, ΒΦ-ΧΜΛ και Ph+ ALL ήταν 0,7 μήνες (εύρος: 0,4 έως 5,8 μήνες), 1,0 μήνας (εύρος 0,4 έως 3,7 μήνες) και 0,7 μήνες (εύρος: 0,4 έως 5,5 μήνες) αντίστοιχα. Κατά το χρόνο της επικαιροποιημένης αναφοράς με ελάχιστο χρόνο παρακολούθησης 64 μηνών για όλους τους συμμετέχοντες ασθενείς, η διάμεση διάρκεια της MaHR για ασθενείς με ΕΦ-ΧΜΛ (διάμεση διάρκεια θεραπείας: 19,4 μήνες), ΒΦ-ΧΜΛ (διάμεση διάρκεια θεραπείας: 2,9 μήνες) και Ph+ ALL (διάμεση διάρκεια θεραπείας: 2,7 μήνες) εκτιμήθηκε ότι ήταν 12,9 μήνες (εύρος: 1,2 έως 68,4 μήνες), 6,0 μήνες (εύρος: 1,8 έως 59,6 μήνες) και 3,2 μήνες (εύρος: 1,8 έως 12,8 μήνες), αντίστοιχα. Για όλους τους ασθενείς στη δοκιμή φάσης 2 PACE, η σχέση έντασης της δόσης-ασφάλειας υπέδειξε ότι υπάρχει σημαντική αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμού ≥ 3 (καρδιακή ανεπάρκεια, αρτηριακή θρόμβωση, υπέρταση, θρομβοπενία, παγκρεατίτιδα, ουδετεροπενία, εξάνθημα, αύξηση ALT, αύξηση AST, αύξηση λιπάσης, μυελοκαταστολή, αρθραλγία) άνω του δοσολογικού εύρους των 15 έως 45 mg μία φορά ημερησίως. Η ανάλυση της σχέσης έντασης της δόσης-ασφάλειας στη δοκιμή φάσης 2 PACE οδήγησε στο συμπέρασμα ότι μετά από προσαρμογή των συμμεταβλητών, η συνολική ένταση της δόσης σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυξημένο κίνδυνο αρτηριακής απόφραξης, με λόγο πιθανοτήτων περίπου ίσο με 1,6 για κάθε αύξηση των 15 mg. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της ανάλυσης λογιστικής παλινδρόμησης των δεδομένων από ασθενείς της δοκιμής φάσης 1, υποδεικνύουν την ύπαρξη σχέσης ανάμεσα στη συστημική έκθεση (AUC) και την εμφάνιση επεισοδίων αρτηριακής θρόμβωσης. Αναμένεται συνεπώς ότι η μείωση της δόσης θα επιφέρει μείωση του κινδύνου εμφάνισης επεισοδίων αγγειακής απόφραξης. Ωστόσο, η ανάλυση υπέδειξε ότι μπορεί να επέλθει «μεταφορά» των υψηλότερων δόσεων, ώστε να χρειαστεί να περάσουν αρκετοί μήνες προτού η μείωση του κινδύνου λόγω της μειωμένης δόσης γίνει αντιληπτή. Άλλες συμμεταβλητές που υποδεικνύουν την ύπαρξη στατιστικά σημαντικής σχέσης με την εμφάνιση επεισοδίων αγγειακής απόφραξης σε αυτή την ανάλυση είναι το ιατρικό ιστορικό ισχαιμίας και η ηλικία.

Μείωση της δόσης σε ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ Στη δοκιμή φάσης 2 PACE, συστήθηκε μείωση των δόσεων μετά από την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε αυτήν τη δοκιμή ενσωματώθηκαν πρόσθετες συστάσεις για την προοπτική μείωση της δόσης σε όλους τους ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ με απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών, με στόχο τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης επεισοδίων αγγειακής απόφραξης. Με ελάχιστο χρόνο παρακολούθησης 48 μηνών και περίπου 2 χρόνια μετά τη σύσταση για προοπτική μείωση της δόσης, συνέχιζαν ακόμα 110 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ. Για την πλειοψηφία αυτών των ασθενών που συνέχιζαν (82/110 ασθενείς, 75%) αναφέρθηκε ότι λάμβαναν 15 mg στην τελευταία δόση, ενώ 24/110 ασθενείς (22%) λάμβαναν 30 mg και 4/110 (4%) λάμβαναν 45 mg. Κατά τον χρόνο εκκίνησης του κλεισίματος της μελέτης (ελάχιστη παρακολούθηση 64 μηνών και περισσότερα από 3 έτη μετά τη σύσταση για προοπτική μείωση της δόσης), 99 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ συνέχιζαν και 77 (78%) από αυτούς τους ασθενείς έλαβαν 15 mg ως την τελευταία τους δόση στη μελέτη.

Ασφάλεια Στη δοκιμή φάσης 2 PACE, 86 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ πέτυχαν MCyR στη δόση των 45 mg, και 45 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ πέτυχαν MCyR μετά από μείωση της δόσης στα 30 mg, κυρίως για λόγους εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. Επεισόδια αγγειακής απόφραξης εμφανίστηκαν σε 44 από τους 131 αυτούς ασθενείς. Τα περισσότερα από αυτά τα περιστατικά εμφανίστηκαν στη δόση κατά την οποία ο ασθενής πέτυχε MCyR, ενώ λιγότερα περιστατικά εμφανίστηκαν μετά από μείωση της δόσης.

Πίνακας 10 Πρώτες ανεπιθύμητες ενέργειες αγγειακής απόφραξης σε ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που πέτυχαν MCyR στα 45 mg ή στα 30 mg (εξαγωγή δεδομένων 7 Απριλίου 2014)

Πιο πρόσφατη δόση κατά την εμφάνιση του πρώτου επεισοδίου αγγειακής απόφραξης
45 mg 30 mg 15 mg
Επίτευξη MCyR στα 45 mg (N = 86) 19 6 0
Επίτευξη MCyR στα 30 mg (N = 45) 1 13 5

Ο διάμεσος χρόνος έως την εμφάνιση των πρώτων καρδιαγγειακών, αγγειοεγκεφαλικών και περιφερικών αγγειακών επεισοδίων αρτηριακής απόφραξης ήταν 351, 611, και 605 ημέρες, αντίστοιχα. Μετά από προσαρμογή για την έκθεση, η συχνότητα εμφάνισης πρώτων επεισοδίων αρτηριακής απόφραξης ήταν υψηλότερη τα πρώτα δύο χρόνια παρακολούθησης και μειώνονταν με μειούμενη ένταση ημερήσιας δόσης (μετά από σύσταση για προοπτική μείωσης της δόσης). Σε αυτόν τον κίνδυνο αρτηριακής απόφραξης ενδέχεται να συμβάλλουν επίσης και παράγοντες άλλοι από τη δόση.

Αποτελεσματικότητα Διατίθενται δεδομένα για τη δοκιμή φάσης 2 PACE σχετικά με τη διατήρηση της ανταπόκρισης (MCyR και MMR) για όλους τους ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που υπέστησαν μείωση της δόσης για οποιαδήποτε αιτία. Ο Πίνακας 11 περιλαμβάνει αυτά τα δεδομένα για τους ασθενείς που πέτυχαν MCyR και MMR στα 45 mg. Παρόμοια δεδομένα διατίθενται για τους ασθενείς που πέτυχαν MCyR και MMR στα 30 mg. Η πλειονότητα των ασθενών που υπέστησαν μείωση της δόσης διατήρησαν την ανταπόκριση (MCyR και MMR) κατά τη διάρκεια της επί του παρόντος διαθέσιμης παρακολούθησης. Ένα ποσοστό ασθενών δεν υπέστη μείωση της δόσης, βάσει της ατομικής αξιολόγησης οφέλους-κινδύνου.

Πίνακας 11 Διατήρηση της ανταπόκρισης σε ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που πέτυχαν MCyR ή MMR στα 45 mg (εξαγωγή δεδομένων 6 Φεβρουαρίου 2017)

Επίτευξη MCyR στα 45 mg (N = 86) Επίτευξη MMR στα 45 mg (N = 63)
Αριθμός ασθενών Διατήρηση MCyR
Καμία μείωση της δόσης 19 13 (68%)
Μείωση της δόσης μόνο στα 30 mg 15 13 (87%)
Μείωση στα 30 mg ≥ 3 μήνες 12 10 (83%)
Μείωση στα 30 mg ≥ 6 μήνες 11 9 (82%)
Μείωση στα 30 mg ≥ 12 μήνες 8 7 (88%)
Μείωση στα 30 mg ≥ 18 μήνες 7 6 (86%)
Μείωση στα 30 mg ≥ 24 μήνες 6 6 (100%)
Μείωση στα 30 mg ≥ 36 μήνες 1 1 (100%)
Οποιαδήποτε μείωση της δόσης στα 15 mg 52 51 (98%)
Μείωση στα 15 mg ≥ 3 μήνες 49 49 (100%)
Μείωση στα 15 mg ≥ 6 μήνες 47 47 (100%)
Μείωση στα 15 mg ≥ 12 μήνες 44 44 (100%)
Μείωση στα 15 mg ≥ 18 μήνες 38 38 (100%)
Μείωση στα 15 mg ≥ 24 μήνες 32 32 (100%)
Μείωση στα 15 mg ≥ 36 μήνες 8 8 (100%)

Η αντιλευχαιμική ενεργότητα του Πονατινίμπη εκτιμήθηκε επίσης σε μια μελέτη κλιμάκωσης δόσης φάσης 1 που περιλάμβανε 65 ασθενείς με ΧΜΛ και Ph+ ALL. Η μελέτη έχει ολοκληρωθεί. Από τους 43 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ, 31 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ πέτυχαν MCyR με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 55,5 μήνες (εύρος από 1,7 έως 91,4 μήνες). Κατά το χρόνο της αναφοράς, 25 ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ ήταν σε MCyR (η διάμεση διάρκεια MCyR δεν είχε επιτευχθεί).

Τυχαιοποιημένη Δοκιμή Ανοιχτής επισήμανσης Φάσης 2 OPTIC Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Πονατινίμπη αξιολογήθηκαν στη δοκιμή φάσης 2 OPTIC, μια δοκιμή βελτιστοποίησης της δόσης. Οι επιλέξιμοι ασθενείς είχαν ΧΦ-ΧΜΛ, των οποίων η νόσος θεωρήθηκε ανθεκτική σε τουλάχιστον 2 προηγούμενους αναστολείς της κινάσης ή έχουν τη μετάλλαξη T315I. Ως αντοχή στη ΧΦ-ΧΜΛ κατά τη λήψη προηγούμενου αναστολέα της κινάσης ορίστηκε η αποτυχία να επιτευχθεί πλήρης αιματολογική ανταπόκριση (έως 3 μήνες), ελάχιστη κυτταρογενετική ανταπόκριση (έως 6 μήνες) ή μείζων κυτταρογενετική ανταπόκριση (έως 12 μήνες), ή ανάπτυξη μετάλλαξης στην περιοχή της κινάσης BCR-ABL1 ή νέα κλωνική εξέλιξη. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν > 1% BCR-ABL1IS (μέσω αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης σε πραγματικό χρόνο) κατά την ένταξη στη δοκιμή. Οι ασθενείς έλαβαν μία από τις τρεις αρχικές δόσεις: 45 mg από του στόματος άπαξ ημερησίως, 30 mg από του στόματος άπαξ ημερησίως ή 15 mg από του στόματος άπαξ ημερησίως. Οι ασθενείς που έλαβαν την αρχική δόση των 45 mg ή 30 mg είχαν υποχρεωτική μείωση της δόσης στα 15 mg άπαξ ημερησίως μετά από την επίτευξη ≤ 1% BCR-ABL1IS. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν μια μοριακή ανταπόκριση βάσει της επίτευξης του ≤ 1% BCR-ABL1IS στους 12 μήνες. Όλοι οι ασθενείς έφτασαν στο χρονικό σημείο (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) των 12 μηνών με το κύριο καταληκτικό σημείο ανάλυσης δεδομένων. Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης για την κοόρτη των 45 mg (N = 94) ήταν 77,9 μήνες (95% CI: 72,4, 84,0). Μόνο τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη συνιστώμενη αρχική δόση των 45 mg περιγράφονται παρακάτω. Συνολικά 282 ασθενείς έλαβαν Πονατινίμπη: 94 έλαβαν αρχική δόση 45 mg, 94 έλαβαν αρχική δόση 30 mg και 94 έλαβαν αρχική δόση 15 mg. Τα βασικά δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών κατά την έναρξη της μελέτης περιγράφονται στον Πίνακα 12 για ασθενείς που έλαβαν αρχική δόση 45 mg.

Πίνακας 12 Δημογραφικά και Νοσολογικά Χαρακτηριστικά για τη δοκιμή OPTIC

Χαρακτηριστικά ασθενούς κατά την ένταξη Πονατινίμπη 45 mg → 15 mg (N = 94)
Ηλικία
Διάμεση ηλικία (εύρος) 46 (19 έως 81)
Φύλο, n (%)
Άρρεν 50 (53%)
Φυλή, n (%)
Λευκός/ή 73 (78%)
Ασιάτης/ισσα 16 (17%)
Άλλο/Άγνωστο 4 (4%)
Μαύρος/η ή Αφροαμερικανός/ή 1 (1%)
Κατάσταση Απόδοσης ECOG, n (%)
ECOG 0 ή 1 93 (99%)
Ιστορικό Νόσου
Διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση έως την πρώτη δόση, έτη (εύρος) 5,5 (1 έως 21)
Αντομή σε προηγούμενο αναστολέα της κινάσης, n (%) 92 (98%)
Παρουσία μίας ή περισσοτέρων μεταλλάξεων στην περιοχή της κινάσης BCR-ABL, n (%) 41 (44%)
Αριθμός προηγούμενων αναστολέων κινάσης, n (%)
1 1 (1%)
2 43 (46%)
≥3 50 (53%)
Μετάλλαξη T315I στην αρχική επίσκεψη αναφοράς 25 (27%)
Συννοσηρότητες
Υπέρταση 29 (31%)
Διαβήτης 5 (5%)
Υπερχοληστερολαιμία 3 (3%)
Ιστορικό ισχαιμικής καρδιακής νόσου 3 (3%)

Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον Πίνακα 13. Το κύριο καταληκτικό σημείο επιτεύχθηκε σε ασθενείς που έλαβαν αρχική δόση 45 mg. Συνολικά, το 44% των ασθενών είχαν μία ή περισσότερες μεταλλάξεις στην περιοχή της κινάσης BCR-ABL, κατά την ένταξη στη μελέτη, με την πιο συχνή να είναι η T315I (27%). Η ανάλυση υποομάδων ασθενών, βάσει της αρχικής κατάστασης της μετάλλαξης T315I, εμφάνισε παρόμοιες τιμές ≤ 1% BCR-ABL1IS στους 2 μήνες σε ασθενείς με και χωρίς T315I T315I(βλ. Πίνακα 13 παρακάτω). Δεν εντοπίστηκαν μεταλλάξεις κατά την ένταξη στη μελέτη για το 54% των ασθενών που έλαβαν την αρχική δόση των 45 mg. Με διάμεση παρακολούθηση 6,5 ετών στους ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ, η αναλογία ασθενών που εμφάνισαν μετατροπή της νόσους τους σε είτε ΕΦ-ΧΜΛ ή ΒΦ-ΧΜΛ ήταν 11,7% και 3,2% αντιστοίχως.

Πίνακας 13 Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με ΧΦ-ΧΜΛ που έλαβαν Πονατινίμπη με αρχική δόση 45 mg στη δοκιμή φάσης 2 OPTIC

Πονατινίμπη 45 mg → 15 mg (N = 93)(α)
Μοριακή ανταπόκριση στους 12 μήνες(β)
Συνολικά ≤ 1% BCR-ABL1IS Ποσοστό 44% (41/93)
% (n/N) (32%, 57%)
(98,3% CI)(γ)
Ασθενείς με μετάλλαξη T315I
% (n/N) 44% (11/25)
(95% CI) (24%, 65%)
Ασθενείς χωρίς μετάλλαξη T315I
% (n/N) 44% (29/66)(δ)
(95% CI) (32%, 57%)
Κυτταρογενετική Ανταπόκριση στους 12 μήνες
Μείζων (MCyR)(ε)
% (n/N) 48% (44/91)(στ)
(95% CI) (38%, 59%)
Ασθενείς με μετάλλαξη T315I
% (n/N) 52% (13/25)
(95% CI) (31%, 72%)
Ασθενείς χωρίς μετάλλαξη T315I
% (n/N) 46% (30/65)(ζ)
(95% CI) (34%, 59%)

(α) Ως πληθυσμός ITT (N = 93) ορίζονται οι ασθενείς που είχαν μεταγραφήματα b2a2/b3a2 BCR ABL1. (β) Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν ποσοστό ≤ 1% BCR-ABL1IS στους 12 μήνες. Ορίζεται ως ποσοστό ≤ 1% BCR ABL προς μεταγραφήματα ABL στη Διεθνή Κλίμακα (IS) [(δηλ., ≤ 1% BCR-ABLIS, οι ασθενείς πρέπει να έχουν το μεταγράφημα b2a2/b3a2 (p210)], σε περιφερικό αίμα που μετρήθηκε από ποσοτική αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης της ανεστραμμένης τρανσκριπτάσης (qRT PCR). (γ) Το 98,3% CI υπολογίζεται με τη χρήση της μεθόδου ακριβούς διωνυμικής κατανομής (Clopper-Pearson). (δ) Από τους 93 ασθενείς, δύο ασθενείς δεν έλαβαν αξιολόγηση μεταλλάξεων στην αρχική επίσκεψη και αποκλείστηκαν από την ανάλυση ανταπόκρισης ανά μετάλλαξη. (ε) Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν MCyR στους 12 μήνες που συνδυάζει δύο πλήρεις (χωρίς ανιχνεύσιμα κύτταρα Ph+) και μερικές (1% έως 35% κύτταρα Ph+ σε τουλάχιστον 20 μεταφάσεις) κυτταρογενετικές ανταποκρίσεις. (στ) Η ανάλυση βασίζεται στον κυτταρογενετικό πληθυσμό ITT (N = 91), που ορίζεται ως οι ασθενείς που έλαβαν κυτταρογενετική αξιολόγηση κατά την αρχική επίσκεψη με τουλάχιστον 20 εξετασμένες μεταφάσεις. Ένας ασθενής που είχε πλήρη κυτταρογενετική ανταπόκριση στην αρχική επίσκεψη αποκλείστηκε από την ανάλυση. (ζ) Από τους 91 ασθενείς, ένας ασθενής δεν έλαβε αξιολόγηση μεταλλάξεων στην αρχική επίσκεψη και αποκλείστηκε από την ανάλυση ανταπόκρισης ανά μετάλλαξη.

Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας περιλαμβάνουν την πλήρη κυτταρογενετική ανταπόκριση (CCyR) στους 12 μήνες, τη μείζονα μοριακή ανταπόκριση (MMR) στους 12 και 24 μήνες, την πλήρη αιματολογική ανταπόκριση στους 3 μήνες, τον χρόνο ανταπόκρισης, τη διάρκεια ανταπόκρισης, τη συντήρηση της ανταπόκρισης, την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) και τη συνολική επιβίωση (OS). Η επιπρόσθετη αξιολόγηση περιλάμβανε τα ποσοστά μοριακής ανταπόκρισης σε κάθε επίσκεψη ασθενούς, σε διαστήματα 3 μηνών για 36 μήνες, βάσει της επίτευξης ≤ 1% BCR-ABL1IS.

  • Στους 12 μήνες, 34% (31/91) και 17% (16/93) των ασθενών πέτυχαν CCyR και MMR, αντιστοίχως. Στους 24 μήνες, 34% (32/93) των ασθενών πέτυχαν MMR. Η διάμεση διάρκεια της MMR δεν είχε επιτευχθεί σε αυτό το χρονικό σημείο.
  • Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας με ponatinib ήταν 31 μήνες.
  • Από τους 45 ασθενείς που έλαβαν μείωση της δόσης από 45 mg σε 15 mg μετά την επίτευξη ≤ 1% BCR-ABL1IS, 25 ασθενείς (55,6%) διατήρησαν την ανταπόκρισή τους στη μειωμένη δόση για τουλάχιστον ένα έτος. Από αυτούς τους 25 ασθενείς, 16 ασθενείς (64%) διατήρησαν την ανταπόκρισή τους στα 15 mg για περισσότερο από 60 μήνες. Η διάμεση διάρκεια της ανταπόκρισης (MR2) δεν επιτεύχθηκε. Οι πιθανότητες συντήρησης της MR2 στους 60 μήνες ήταν 68,8% (95% CI, 53,9, 79,8).
  • Τα ποσοστά μοριακής ανταπόκρισης (≤ 1% BCR-ABLIS) έως τους 60 μήνες ήταν 64,0% (95% CI, 42,5, 82,0) στους ασθενείς με τη μετάλλαξη T315I και 59,1% (95% CI, 46,3, 71,0) στους ασθενείς χωρίς τη μετάλλαξη T315I.
  • Τα ποσοστά μοριακής ανταπόκρισης (≤ 1% BCR-ABL1IS) στους 12 μήνες ήταν μικρότερα στους ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία με ≤ 2 προηγούμενους TKI, σε σύγκριση με τους ασθενείς που είχαν λάβει ≥ 3 προηγούμενους TKI (40% έναντι 48%), αντιστοίχως).

Ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς

Η πιθανότητα παράτασης του διαστήματος QT με το Πονατινίμπη αξιολογήθηκε σε 39 ασθενείς με λευχαιμία οι οποίοι ελάμβαναν 30 mg, 45 mg ή 60 mg Πονατινίμπη μία φορά ημερησίως. Τρία διαδοχικά ΗΚΓ συλλέχθηκαν στην αρχική επίσκεψη αναφοράς και σε σταθερή κατάσταση για να εκτιμηθεί η επίδραση του ponatinib στο διάστημα QT. Δεν ανιχνεύτηκε καμία κλινικά σημαντική αλλαγή στο μέσο διάστημα QTc (δηλαδή, > 20 ms) μετά τις αρχικές τιμές αναφοράς της μελέτης. Επιπλέον, τα μοντέλα φαρμακοκινητικής και φαρμακοδυναμικής δεν δείχνουν καμία σχέση έκθεσης-αντίδρασης, με εκτιμώμενη μέση αλλαγή του QTcF -6,4 ms (ανώτερο διάστημα εμπιστοσύνης -0,9 ms) σε Cmax για την ομάδα των 60 mg.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων αποποιήθηκε την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων μελετών με το Πονατινίμπη σε παιδιά από τη γέννηση έως και λιγότερο από 1 έτους με ΧΜΛ και Ph+ ALL. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων ανέβαλε την υποχρέωση της υποβολής αποτελεσμάτων μελετών με το Πονατινίμπη σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 1 έτους έως λιγότερο από 18 ετών με ΧΜΛ και Ph+ ALL (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του ponatinib παρατηρούνται σχεδόν 4 ώρες μετά την χορήγηση από το στόμα. Εντός του εύρους κλινικά σχετικών δόσεων που εκτιμήθηκαν σε ασθενείς (15 mg έως 60 mg), το ponatinib εμφάνισε ανάλογες προς τη δόση αυξήσεις των Cmax και AUC. Οι γεωμετρικές μέσες τιμές έκθεσης (CV%) Cmax και AUC(0-τ) που επιτεύχθηκαν με ponatinib 45 mg ημερησίως στη σταθερή κατάσταση ήταν 77 ng/ml (50%) και 1296 ng-hr/ml (48%), αντίστοιχα. Ύστερα από ένα γεύμα υψηλών και χαμηλών λιπαρών, οι εκθέσεις του ponatinib στο πλάσμα (Cmax και AUC) δεν ήταν διαφορετικές συγκριτικά με την κατάσταση νηστείας. Το Πονατινίμπη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή. Η συγχορήγηση του Πονατινίμπη με ισχυρό αναστολέα της απέκκρισης γαστρικού οξέος είχε ως αποτέλεσμα μικρή μείωση της τιμής Cmax του ponatinib, χωρίς μείωση της τιμής AUC0-∞.

Κατανομή

Το ponatinib δεσμεύεται εξαιρετικά (> 99%) σε πρωτεΐνες πλάσματος in vitro. Ο λόγος αίματος/πλάσματος του ponatinib είναι 0,96. Το ponatinib δεν εκτοπίζεται από την ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφένης, νιφεδιπίνης, προπρανολόλης, σαλικυλικού οξέος ή βαρφαρίνης. Σε ημερήσιες δόσεις των 45 mg, ο γεωμετρικός μέσος (CV%) εμφανής όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι 1101 l (94%) γεγονός που υποδεικνύει ότι το ponatinib κατανέμεται εκτεταμένα στην εξωαγγειακή περιοχή. Μελέτες in vitro υπέδειξαν ότι το ponatinib δεν αποτελεί υπόστρωμα ή αποτελεί ασθενές υπόστρωμα τόσο για την P-gp όσο και για την πρωτεΐνη αντοχής στον καρκίνο του μαστού, BCRP. Το ponatinib δεν αποτελεί υπόστρωμα για τα ανθρώπινα πολυπεπτίδια μεταφοράς οργανικών ανιόντων OATP1B1, OATP1B3 και για τον μεταφορέα οργανικών κατιόντων OCT-1.

Βιομετασχηματισμός

Το ponatinib μεταβολίζεται σε ανενεργό καρβοξυλικό οξύ από εστεράσες ή/και αμιδάσες και μεταβολίζεται από το CYP3A4 σε N-απομεθυλιωμένο μεταβολίτη που είναι 4 φορές λιγότερο ενεργός από το ponatinib. Το καρβοξυλικό οξύ και ο Ν-απομεθυλιωμένος μεταβολίτης αποτελούν το 58% και το 2% των κυκλοφορούντων επιπέδων του ponatinib, αντίστοιχα. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις στον ορό, το ponatinib δεν ανέστειλε τα OATP1B1 ή OATP1B3, OCT1 ή OCT2, τους μεταφορείς οργανικών ανιόντων OAT1 ή OAT3 ή την αντλία εξόδου χολικών αλάτων (BSEP) in vitro. Επομένως, δεν είναι πιθανό να εμφανιστούν κλινικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα ως αποτέλεσμα της αναστολής εξαιτίας του ponatinib των υποστρωμάτων για τους μεταφορείς αυτούς. In vitro μελέτες υποδεικνύουν ότι είναι απίθανο να εμφανιστούν κλινικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα ως αποτέλεσμα της αναστολής εξαιτίας του ponatinib του μεταβολισμού των υποστρωμάτων για τα CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP3A ή CYP2D6. Μια in vitro μελέτη σε ανθρώπινα ηπατοκύτταρα υπέδειξε ότι είναι απίθανο να εμφανιστούν κλινικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα ως αποτέλεσμα της επαγωγής εξαιτίας του ponatinib του μεταβολισμού των υποστρωμάτων για τα CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A.

Αποβολή

Ύστερα από μονές και πολλαπλές δόσεις 45 mg του Πονατινίμπη, η τελική ημίσεια ζωή αποβολής του ponatinib ήταν 22 ώρες και οι συνθήκες σταθερής κατάστασης επιτεύχθηκαν τυπικά εντός 1 εβδομάδας συνεχούς χορήγησης της δόσης. Με δοσολογία ημερήσιας δόσης, οι εκθέσεις του ponatinib στο πλάσμα αυξάνονται κατά 1,5 φορά περίπου μεταξύ της πρώτης δόσης και της σταθερής κατάστασης. Παρόλο που οι εκθέσεις του ponatinib στο πλάσμα αυξήθηκαν σε επίπεδα σταθερής κατάστασης μέσα από συνεχή χορήγηση της δόσης, μία φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού προβλέπει περιορισμένη αύξηση της φαινομενικής από στόματος κάθαρσης μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες συνεχούς χορήγησης, γεγονός που δεν θεωρείται κλινικά σχετικό. Το ponatinib αποβάλλεται κυρίως μέσω των κοπράνων. Ύστερα από μία από του στόματος δόση του επισημασμένου με [14C] ponatinib, περίπου το 87% της ραδιενεργού δόσης ανακτάται στα κόπρανα και περίπου το 5% στα ούρα. Το αναλλοίωτο ponatinib ανέρχεται σε ποσοστό 24% και σε λιγότερο από το 1% της χορηγούμενης δόσης στα κόπρανα και τα ούρα αντίστοιχα, ενώ το υπόλοιπο της δόσης συνίσταται σε μεταβολίτες.

Νεφρική δυσλειτουργία

Το Πονατινίμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Παρόλο που η νεφρική απέκκριση δεν αποτελεί σημαντική οδό αποβολής του ponatinib, δεν έχει προσδιοριστεί η πιθανότητα επίδρασης στη νεφρική απέκκριση της μέτριας ή σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Μία εφάπαξ δόση 30 mg ponatinib χορηγήθηκε σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική διαταραχή, καθώς και σε υγιείς εθελοντές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η τιμή Cmax του ponatinib σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία ήταν συγκρίσιμη με εκείνη των υγιών εθελοντών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία οι τιμές Cmax και AUC0-∞ του ponatinib ήταν χαμηλότερες και η ημίσεια ζωή αποβολής του ponatinib από το πλάσμα ήταν μεγαλύτερη σε ασθενείς με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία αλλά δεν υπήρχε σημαντική διαφορά από κλινικής άποψης συγκριτικά με τους υγιείς εθελοντές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Δεδομένα in vitro δεν κατέδειξαν καμία διαφορά στη δέσμευση σε πρωτεΐνες του πλάσματος σε δείγματα πλάσματος υγιών εθελοντών και εθελοντών με ηπατική βλάβη (ήπια, μέτρια και βαριά). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην φαρμακοκινητική του ponatinib μεταξύ υγιών εθελοντών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία και ασθενών με διάφορους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας. Δεν απαιτείται μείωση της δόσης έναρξης του Πονατινίμπη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Συνιστάται προσοχή όταν το Πονατινίμπη χορηγείται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Το Πονατινίμπη δεν έχει μελετηθεί σε δόσεις πάνω από 30 mg σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορίες Α, Β και C κατά Childs-Pugh).

Εγγενείς παράγοντες που επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική του ponatinib

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες για την αξιολόγηση των επιδράσεων του φύλου, της ηλικίας, της φυλής και του σωματικού βάρους στη φαρμακοκινητική του ponatinib. Μια ολοκληρωμένη φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού που ολοκληρώθηκε για το ponatinib υποδεικνύει ότι η ηλικία μπορεί να είναι παράγοντας πρόβλεψης της μεταβλητότητας της φαινομενικής από στόματος κάθαρσης του ponatinib (CL/F). Το φύλο, η φυλή και το σωματικό βάρος δεν ήταν παράγοντες πρόβλεψης για την επεξήγηση της μεταβλητότητας της φαρμακοκινητικής του ponatinib μεταξύ ασθενών.

Μηχανισμός δράσης
Η πονατινίμπη είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών. Ο κύριος κυτταρικός στόχος της είναι η πρωτεΐνη της τυροσινικής κινάσης Bcr-Abl, η οποία είναι συνταγματικά ενεργή και προάγει την εξέλιξη της ΧΜΛ. Αυτή η πρωτεΐνη προκύπτει από το συντηγμένο γονίδιο Bcr…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης, κωδικός ATC: L01EA05 To ponatinib είναι ένας ισχυρός καθολικός αναστολέας της BCR-ABL με δομικά στοιχεία, όπως ένας τριπλός δεσμός άνθρακα-άνθρακα, που επιτρέπουν τη…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του ponatinib παρατηρούνται σχεδόν 4 ώρες μετά την χορήγηση από το στόμα. Εντός του εύρους κλινικά σχετικών δόσεων που εκτιμήθηκαν σε ασθενείς (15 mg έως 60 mg), το ponatinib εμφάνισε ανάλογες προς τη δόση αυξήσεις…

Μεταβολισμός
Τουλάχιστον το 64% μιας δόσης πονατινίμπης υφίσταται μεταβολισμό φάσης Ι και φάσης ΙΙ. Οι CYP3A4 και σε μικρότερο βαθμό οι CYP2C8, CYP2D6 και CYP3A5 εμπλέκονται στον μεταβολισμό φάσης Ι της πονατινίμπης in vitro. Η πονατινίμπη μεταβολίζεται επίσης από…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πονατινίμπης είναι άγνωστη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της πονατινίμπης παρατηρούνται εντός 6 ωρών μετά τη χορήγηση του Iclusig από του στόματος. Η τροφή δεν επηρεάζει την απορρόφηση. Η…
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

ponatinib

Κωδικός ATC5

L01EA05
pill