DROSPIRENONE
Δροσπιρενόνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Προγεσταγόνα και οιστρογόνα, σταθερός συνδυασμός Κωδικός ATC: G03AA12 Δείκτης Pearl για αποτυχία της μεθόδου: 0,09 (άνω αμφότερο όριο εμπιστοσύνης 95%: 0,32).
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): EMA/PRAC review of CHCs & VTE risk (2013–2014, final recommendations)· FSRH (Faculty of Sexual & Reproductive Healthcare) UK Guidance: CHC 2019· WHO MEC. Σχετικός κίνδυνος αναφέρεται έναντι levonorgestrel-COC.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Καθημερινά περίπου την ίδια ώρα, 21 συνεχόμενες ημέρες, ακολουθούμενη από 7ήμερο διάστημα χωρίς δισκία
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο την ημέρα
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤο Estrofix ενδείκνυται μόνο μετά την έναρξη της εμμήνου ρύσεως. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδεικνύουν ότι η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε αυτή τη νεαρή ηλικιακή ομάδα είναι διαφορετική από εκείνη που είναι γνωστή σε γυναίκες ηλικίας άνω των 18 ετών.
-
ΗλικιωμένοιΤο Estrofix δεν ενδείκνυται μετά την εμμηνόπαυση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΤο Estrofix αντενδείκνυται σε γυναίκες με σοβαρές ηπατικές ασθένειες (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΤο Estrofix αντενδείκνυται σε γυναίκες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στα δραστικά συστατικά ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Παρουσία ή κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘE)
-
Φλεβική θρομβοεμβολή - τρέχουσα ΦΘE (σε αντιπηκτικά) ή ιστορικό (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση [ΕΒΦΘ] ή πνευμονική εμβολή [ΠE])
-
Γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για φλεβική θρομβοεμβολή (π.χ. αντίσταση στην APC, Παράγοντας V Leiden, έλλειψη αντιθρομβίνης ΙΙΙ, έλλειψη πρωτεΐνης C, έλλειψη πρωτεΐνης S)
-
Σημαντική χειρουργική επέμβαση με παρατεταμένη ακινητοποίηση
-
Υψηλός κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής λόγω της παρουσίας πολλαπλών παραγόντων κινδύνου
-
Παρουσία ή κίνδυνος αρτηριακής θρομβεμβολής (ΑΘΕ)
-
Αρτηριακή θρομβοεμβολή - τρέχουσα αρτηριακή θρομβοεμβολή, ιστορικό αρτηριακής θρομβοεμβολής (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή πρόδρομες καταστάσεις (π.χ. στηθάγχη)
-
Νόσος των αγγείων του εγκεφάλου - τρέχον εγκεφαλικό επεισόδιο, ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή πρόδρομη κατάσταση (π.χ. παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, ΠΙΕ)
-
Γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για αρτηριακή θρομβοεμβολή (π.χ. υπερομοκυστεϊναιμία, αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα)
-
Ιστορικό ημικρανίας με εστιακά νευρολογικά συμπτώματα
-
Υψηλός κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής εξαιτίας πολλαπλών παραγόντων κινδύνου ή με την παρουσία ενός σοβαρού παράγοντα κινδύνου
-
Σακχαρώδης διαβήτης με αγγειακά συμπτώματα
-
Σοβαρή υπέρταση
-
Σοβαρή δυσλιποπρωτεϊναιμία
-
Παρουσία ή ιστορικό σοβαρής ηπατικής νόζου, εφόσον οι τιμές της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επανέλθει στο φυσιολογικό
-
Σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια
-
Παρουσία ή ιστορικό ηπατικών όγκων (καλοήθεις ή κακοήθεις)
-
Ύπαρξη ή υποψία κακοήθειας που επηρεάζεται από στεροειδή του φύλου (π.χ. των γεννητικών οργάνων ή των μαστών)
-
Αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία
-
Ταυτόχρονη χρήση με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ομπιτασβίρη/παριταπρεβίρη/ριτοναβίρη και ντασαμπουβίρη, φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη ή σοφοσμπουβίρη/βελπατασβίρη/βοξιλαπρεβίρη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Παράγοντες κινδύνουΠληθυσμόςΓυναίκεςΣυζήτηση με τον γιατρό για καταλληλότητα του Estrofix. Σε επιδείνωση/έξαρση/πρώτη εμφάνιση, επικοινωνία με τον γιατρό για απόφαση διακοπής.
-
Υποψία ή επιβεβαιωμένη φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ) ή αρτηριακή θρομβοεμβολή (ΑΘΕ)ΠληθυσμόςΓυναίκεςΔιακοπή της χρήσης του CHC. Εάν έχει ξεκινήσει αντιπηκτική θεραπεία, έναρξη επαρκούς εναλλακτικής αντισύλληψης.
-
Χειρουργική επέμβαση ή παρατεταμένη ακινητοποίησηΠληθυσμόςΓυναίκεςΔιακοπή Estrofix τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση. Να μην επαναληφθεί έως δύο εβδομάδες μετά την πλήρη κινητοποίηση. Χρήση άλλης μεθόδου αντισύλληψης.
-
Κληρονομική προδιάθεση για φλεβική θρομβοεμβολήΠληθυσμόςΓυναίκες με ύποπτο οικογενειακό ιστορικό ΦΘΕ (π.χ. πριν τα 50)Παραπομπή σε ειδικό για συμβουλή πριν τη χρήση οποιουδήποτε CHC.
-
ΚάπνισμαΠληθυσμόςΓυναίκεςΝα συμβουλεύονται να μην καπνίζουν εάν επιθυμούν να χρησιμοποιούν CHC.
-
ΚάπνισμαΠληθυσμόςΓυναίκες άνω των 35 ετών που συνεχίζουν να καπνίζουνΝα συμβουλεύονται έντονα να χρησιμοποιήσουν διαφορετική μέθοδο αντισύλληψης.
-
ΗμικρανίαΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν CHC με αύξηση στη συχνότητα ή τη σοβαρότητα της ημικρανίαςΆμεση διακοπή του CHC.
-
Κληρονομική προδιάθεση για αρτηριακή θρομβοεμβολήΠληθυσμόςΓυναίκες με ύποπτο οικογενειακό ιστορικό ΑΘΕ (π.χ. πριν τα 50)Παραπομπή σε ειδικό για συμβουλή πριν τη χρήση οποιουδήποτε CHC.
-
ΥπερτριγλυκεριδαιμίαΠληθυσμόςΓυναίκες με υπερτριγλυκεριδαιμία ή με σχετικό οικογενειακό ιστορικόΔιατρέχουν αυξημένο κίνδυνο παγκρεατίτιδας.
-
Αρτηριακή πίεσηΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν COC με κλινικά σημαντικές αυξήσεις στην αρτηριακή πίεσηΆμεση διακοπή των COC.
-
ΥπέρτασηΠληθυσμόςΓυναίκες με προϋπάρχουσα υπέρταση όπου οι αυξημένες τιμές αρτηριακής πίεσης δεν ανταποκρίνονται σε αντιϋπερτασική θεραπείαΔιακοπή λήψης του COC. Μπορεί να ξαναρχίσει εάν επιτευχθούν φυσιολογικές τιμές ΑΠ με αντιϋπερτασική αγωγή.
-
Διαταραχές ηπατικής λειτουργίαςΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν COCΔιακοπή χρήσης COC μέχρι οι δείκτες ηπατικής λειτουργίας να επανέλθουν στο φυσιολογικό.
-
Υποτροπή χολοστατικού ίκτερου ή/και κνησμούΠληθυσμόςΓυναίκες με ιστορικό χολοστατικού ίκτερου/κνησμού κατά την κύηση ή προηγούμενη χρήση στεροειδών του φύλουΑπαιτεί τη διακοπή των COC.
-
ΧλόασμαΠληθυσμόςΓυναίκες με προδιάθεση για χλόασμαΑποφυγή έκθεσης στον ήλιο ή σε υπεριώδη ακτινοβολία ενώ λαμβάνουν COC.
-
Καταθλιπτική διάθεση και κατάθλιψηΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικάΝα αναφέρουν στον γιατρό τυχόν αλλαγές διάθεσης και συμπτώματα κατάθλιψης.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Προστασία από λοιμώξειςΠληθυσμόςΓυναίκεςΤα από του στόματος αντισυλληπτικά δεν προστατεύουν από λοιμώξεις που οφείλονται στον ιό HIV (AIDS) και από άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
-
Μειωμένη αποτελεσματικότηταΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν COCΝα γνωρίζουν ότι η αποτελεσματικότητα μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση παράλειψης δισκίων, διαταραχών του γαστρεντερικού συστήματος ή ταυτόχρονης φαρμακευτικής αγωγής.
-
Ανώμαλη αιμορραγίαΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν COCΑξιολόγηση μετά από περίπου τρεις κύκλους. Εάν οι ανωμαλίες επιμένουν, διερεύνηση μη ορμονικών αιτιών, κακοήθειας ή εγκυμοσύνης.
-
Απουσία αιμορραγίας απόσυρσηςΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν COC και απουσιάζει η αιμορραγία απόσυρσηςΕάν δεν έχει ληφθεί σύμφωνα με τις οδηγίες ή απουσιάζει σε δύο κύκλους, αποκλεισμός εγκυμοσύνης πριν συνεχιστεί η χρήση.
-
Όγκοι ήπατοςΠληθυσμόςΧρήστριες COCΣε περιπτώσεις έντονου πόνου στην άνω κοιλία, διόγκωσης του ήπατος ή ενδείξεις ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ηπατικού όγκου.
-
Καρκίνος του τραχήλου της μήτραςΠληθυσμόςΓυναίκες με μακροχρόνια χρήση COCΑυξημένος κίνδυνος, αν και ο συσχετισμός με COC αμφισβητείται.
-
Καρκίνος του μαστούΠληθυσμόςΓυναίκες που χρησιμοποιούν COCΕλαφρά αυξημένος σχετικός κίνδυνος διάγνωσης.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΓυναίκεςΤα εξωγενή οιστρογένα μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν τα συμπτώματα του κληρονομικού και του επίκτητου αγγειοοιδήματος.
-
Επιδείνωση προϋπαρχουσών καταστάσεωνΠληθυσμόςΓυναίκες με ενδογενή κατάθλιψη, επιληψία, νόσο του Crohn και ελκώδη κολίτιδαΈχει αναφερθεί επιδείνωση κατά τη χρήση COC.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που επάγουν μικροσωμικά ένζυμα (βραχυπρόθεσμη θεραπεία)προσοχήΑύξηση της κάθαρσης των ορμονών του φύλου, μειωμένη αποτελεσματικότητα των COC, αιμορραγία εκ διαφυγής ή/και αποτυχία αντισυλληπτικής μεθόδουΣύστασηΠροσωρινή χρήση μεθόδου φραγμού ή άλλης αντισυλληπτικής μεθόδου επιπλέον του COC, καθ' όλη τη διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας και για 28 ημέρες μετά τη διακοπή της. Εάν η φαρμακευτική θεραπεία συνεχίζεται μετά το τέλος της συσκευασίας του COC, η επόμενη συσκευασία COC να ξεκινήσει αμέσως, χωρίς το σύνηθες ελεύθερο δισκίων διάστημα.
-
Φάρμακα που επάγουν μικροσωμικά ένζυμα (μακροχρόνια θεραπεία)προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COCΣύστασηΣυνιστάται άλλη αξιόπιστη, μη ορμονική αντισυλληπτική μέθοδος.
-
ΒαρβιτουρικάπροσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
ΦελβαμάτηπροσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
St. John's Wort (Υπερικόν το διάτρητον / Βαλσαμόχορτο)προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα των COC λόγω επαγωγής ενζύμωνΣύστασηΓια βραχυπρόθεσμη χρήση, χρήση μεθόδου φραγμού για 28 ημέρες μετά τη διακοπή. Για μακροχρόνια, μη ορμονική μέθοδος.
-
Αναστολείς πρωτεάσης του HIV / Μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης / Αναστολείς HCVπροσοχήΜπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τη συγκέντρωση των οιστρογόνων ή των προγεστερονών στο πλάσμα, με κλινικά σημαντικά αποτελέσματαΣύστασηΔιαβούλευση συνταγογραφικών πληροφοριών των συγχορηγούμενων φαρμάκων HIV/HCV. Σε περίπτωση αμφιβολίας, χρήση πρόσθετης αντισυλληπτικής μεθόδου.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις του οιστρογόνου ή της προγεστερόνης ή και των δύο στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΑύξησε την AUC της δροσπιρενόνης (2,7 φορές) και της αιθινυλοιστραδιόλης (1,4 φορές)
-
Ετορικοξίμπη (60-120 mg/ημέρα)παρακολούθησηΑύξησε τις συγκεντρώσεις της αιθινυλοιστραδιόλης 1,4 έως 1,6 φορές
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξηθούν οι συγκεντρώσεις της
-
παρακολούθησηΜπορεί να μειωθούν οι συγκεντρώσεις της
-
αμελητέαΑπίθανη κλινικά σχετική αλληλεπίδραση της δροσπιρενόνης με το μεταβολισμό κυτοχρώματος Ρ450
-
Θεοφυλλίνη (υπόστρωμα CYP1A2)παρακολούθησηΑσθενής αύξηση της συγκέντρωσής της στο πλάσμα
-
Τιζανιδίνη (υπόστρωμα CYP1A2)παρακολούθησηΜέτρια αύξηση της συγκέντρωσής της στο πλάσμα
-
Ομπιτασβίρη, παριταπρεβίρη, ριτοναβίρη, ντασαμπουβίρη με ή χωρίς ριμπαβιρίνη, Γκλεκαπρεβίρη, πιμπρεντασβίρη, Σοφοσμπουβίρη, βελπατασβίρη, βοξιλαπρεβίρηαντένδειξηΑυξήσεις των τρανσαμινασών (ALT) (>5x ULN)ΣύστασηΜετάβαση σε εναλλακτική μέθοδο αντισύλληψης (προγεσταγόνο μόνο ή μη ορμονικές) πριν την έναρξη των θεραπευτικών σχημάτων. Το Estrofix μπορεί να ξαναρχίσει 2 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
-
Ανταγωνιστές της αλδοστερόνης ή καλιοσυνηρητικά διουρητικάπαρακολούθησηΔεν έχει μελετηθεί η συγχορήγηση. Υπό εξέταση το κάλιο του ορού.ΣύστασηΠρέπει να εξετάζεται το κάλιο του ορού κατά τη διάρκεια του πρώτου θεραπευτικού κύκλου.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Επιδείνωση των συμπτωμάτων του κληρονομικού και του επίκτητου αγγειοοιδήματος
- Καταθλιπτική διάθεση
- Αύξηση γενετήσιας ορμής
- Μείωση γενετήσιας ορμής
- Κεφαλαλγία
- Ημικρανία
- Επιληψία
- Χορεία του Sydenham
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Παροδικά ισχαιμικά επεισόδια
- Υποακοΐα
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Φλεβική θρομβοεμβολή
- Αρτηριακή θρομβοεμβολή
- Φλεβική θρόμβωση
- Φλεβικές θρομβοεμβολικές διαταραχές
- Αρτηριακές θρομβοεμβολικές διαταραχές
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Πνευμονική εμβολή
- Άσθμα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Νόσος του Crohn
- Ελκώδης κολίτιδα
- Ακμή
- Αλωπεκία
- Έκζεμα
- Κνησμός
- Οζώδες ερύθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Έρπης κυήσεως
- Χλόασμα
- Διαταραχές εμμήνου ρύσεως
- Μηνορραγία
- Μαστοδυνία
- Ευαισθησία μαστού
- Κολπικές εκκρίσεις
- Διεύρυνση μαστού
- Κολπικές μολύνσεις
- Εκκρίσεις των μαστών
- Μύωμα μήτρας
- Αιμορραγία εκ διαφυγής
- Αιδοιοκολπική καντιντίαση
- Αποτυχία της αντισυλληπτικής μεθόδου
- Κατακράτηση υγρών
- Μεταβολές σωματικού βάρους
- Πορφυρία
- Ηπατικοί όγκοι
- Καρκίνος μαστού
- Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο
- Χολοστατικός ίκτερος
- Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑιδοιοκολπική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΕυαισθησία μαστούΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚολπικές εκκρίσειςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜαστοδυνίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜεταβολές σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑύξηση γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιεύρυνση μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπικές μολύνσειςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜείωση γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥποακοΐαΑυτί
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΑρτηριακή θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΦλεβική θρομβοεμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΈρπης κυήσεωςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομοΑίμα
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία εκ διαφυγήςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑποτυχία της αντισυλληπτικής μεθόδουΔιαταραχές των μαστών και του αναπαραγωγικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑρτηριακές θρομβοεμβολικές διαταραχέςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΕκκρίσεις των μαστώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕλκώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση των συμπτωμάτων του κληρονομικού και του επίκτητου αγγειοοιδήματοςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπιληψίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατικοί όγκοιΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΚαρκίνος μαστούΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΜύωμα μήτραςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΝόσος του CrohnΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟζώδες ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαροδικά ισχαιμικά επεισόδιαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠορφυρίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΦλεβικές θρομβοεμβολικές διαταραχέςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΧλόασμαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΧορεία του SydenhamΝευρικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση του Estrofix δεν ενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης.Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της λήψης του Estrofix, απαιτείται άμεση διακοπή της χρήσης του σκευάσματος. Εκτεταμένες επιδημιολογικές μελέτες δεν έχουν υποδείξει αυξημένο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών σε νεογέννητα γυναικών που έκαναν χρήση COC πριν την κύηση, αλλά ούτε και τερατογεννητική δράση από την κατά λάθος λήψη COC κατά τη διάρκεια της κύησης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Με βάση αυτά τα στοιχεία στα ζώα δεν μπορούν να αποκλειστούν ανεπιθύμητες ενέργειες που οφείλονται στην ορμονική δράση των δραστικών συστατικών. Ωστόσο, η γενικότερη εμπειρία με τη χρήση των COC κατά τη διάρκεια της κύησης δε δίνει αποδεικτικά στοιχεία για την εμφάνιση μίας πραγματικής ανεπιθύμητης δράσης στους ανθρώπους. Τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χρήση του Estrofix κατά τη διάρκεια της κύησης είναι πολύ περιορισμένα ώστε να επιτρέψουν συμπεράσματα αναφορικά με τις αρνητικές επιδράσεις του Estrofix στην κύηση, στην υγεία του εμβρύου ή του νεογνού. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν διαθέσιμα σχετικά επιδημιολογικά στοιχεία. Θα πρέπει να εξετάζεται ο αυξημένος κίνδυνος ΦΘΕ κατά την περίοδο μετά τον τοκετό, όταν γίνεται εκ νέου έναρξη χρήσης του Estrofix (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Γαλουχίαη χρήση των COC δεν πρέπει γενικά να συνιστάται μέχρι η θηλάζουσα μητέρα να απογαλακτίσει πλήρως το παιδί της.Ο θηλασμός ενδέχεται να επηρεαστεί από τα COC, καθώς μπορεί να μειώσουν την ποσότητα και να μεταβάλουν τη σύνθεση του μητρικού γάλακτος. Μικρές ποσότητες των στεροειδών αντισυλληπτικών και/ή των μεταβολιτών τους μπορεί να απεκκρίνονται με το γάλα κατά τη χρήση COC. Οι ποσότητες αυτές μπορεί να έχουν επίδραση στο παιδί.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Προγεσταγόνα και οιστρογόνα, σταθερός συνδυασμός Κωδικός ATC: G03AA12 Δείκτης Pearl για αποτυχία της μεθόδου: 0,09 (άνω αμφότερο όριο εμπιστοσύνης 95%: 0,32). Γενικός δείκτης Pearl (αποτυχία μεθόδου + αποτυχία ασθενούς): 0,57 (άνω αμφότερο όριο εμπιστοσύνης 95%: 0,90).
Μηχανισμός δράσης
Η αντισυλληπτική δράση του Estrofix βασίζεται στην αλληλεπίδραση διαφόρων παραγόντων, οι σημαντικότεροι από τους οποίους φαίνεται να είναι η αναστολή της ωορρηξίας και οι μεταβολές στο ενδομήτριο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Estrofix είναι ένα συνδυασμένο από του στόματος αντισυλληπτικό που περιέχει αιθινυλοιστραδιόλη και το προγεστερινοειδές δροσπιρενόνη. Σε θεραπευτική δόση, η δροσπιρενόνη έχει επίσης αντιανδρογονικές και ήπιες αντιαλατοκορτικοειδείς ιδιότητες. Δεν έχει οιστρογονική, γλυκοκορτικοειδή και αντιγλυκοκορτικοειδή δράση. Αυτό δίνει στη δροσπιρενόνη ένα φαρμακολογικό προφίλ που μοιάζει πολύ με της φυσικής ορμόνης προγεστερόνη. Υπάρχουν ενδείξεις από κλινικές μελέτες ότι οι ήπιες αντιαλατοκορτικοειδείς ιδιότητες του Estrofix έχουν ως αποτέλεσμα μια ήπια αντιαλατοκορτικοειδή επίδραση.
Δροσπιρενόνη
Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από το στόμα, η δροσπιρενόνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως. Μετά από εφάπαξ χορήγηση επιτυγχάνονται μέγιστα επίπεδα της δραστικής ουσίας στον ορό, περίπου 38 ng/ml, σε περίπου 1-2 ώρες μετά τη λήψη. Η βιοδιαθεσιμότητα της δροσπιρενόνης είναι μεταξύ 76 και 85%. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν έχει επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα της δροσπιρενόνης.
Κατανομή Μετά από χορήγηση από το στόμα, τα επίπεδα της δροσπιρενόνης στον ορό μειώνονται με τελικό χρόνο ημιζωής 31 ωρών. Η δροσπιρενόνη δεσμεύεται στον ορό από την αλβουμίνη και δεν δεσμεύεται από τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου (SHBG) ή τη σφαιρίνη που δεσμεύει τα κορτικοειδή (CBG). Μόνο το 3-5% της ολικής συγκέντρωσης της δραστικής ουσίας στον ορό είναι παρόν ως ελεύθερο στεροειδές. Η αύξηση της SHBG που προκαλείται από την αιθινυλοιστραδιόλη δεν επηρεάζει τη δέσμευση της δροσπιρενόνης με τις πρωτεΐνες του ορού. Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής της δροσπιρενόνης είναι 3,7 ± 1,2 l/kg.
Βιομετασχηματισμός Μετά από χορήγηση από το στόμα, η δροσπιρενόνη μεταβολίζεται σε μεγάλο ποσοστό. Οι κύριοι μεταβολίτες στο πλάσμα είναι η μορφή οξέος της δροσπιρενόνης, που παράγεται από το άνοιγμα του δακτυλίου της λακτόνης, και η 4,5-διυδρο-3-θειική-δροσπιρενόνη, που παράγεται από αναγωγή και ακόλουθη θειοποίηση. Η δροσπιρενόνη ακολουθεί επίσης οξειδωτικό μεταβολισμό από το CYP3A4. Η δροσπιρενόνη έχει επιδείξει ασθενή έως μέτρια ικανότητα αναστολής του κυτοχρώματος Ρ450 CYP1A1, CYP2C9, CYP2C19 και CYP3A4 in vitro.
Αποβολή Ο ρυθμός μεταβολικής κάθαρσης της δροσπιρενόνης στον ορό είναι 1,5 ± 0,2 ml/min/kg. Η δροσπιρενόνη απεκκρίνεται μόνο σε ελάχιστες ποσότητες σε αμετάβλητη μορφή. Οι μεταβολίτες της δροσπιρενόνης απεκκρίνονται με τα κόπρανα και τα ούρα, με λόγο απέκκρισης περίπου 1,2 έως 1,4. Ο χρόνος ημιζωής της απέκκρισης των μεταβολιτών με τα ούρα και τα κόπρανα είναι περίπου 40 ώρες.
Συνθήκες Σταθεροποιημένης Κατάστασης Κατά τη διάρκεια ενός κύκλου αγωγής, οι μέγιστες συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της δροσπιρενόνης στον ορό, που είναι περίπου 70 ng/ml, επιτυγχάνονται μετά από περίπου 8 ημέρες αγωγής. Τα επίπεδα της δροσπιρενόνης στον ορό συσσωρεύτηκαν με συντελεστή περίπου 3, ως συνέπεια του λόγου του τελικού χρόνου ημιζωής και του μεσοδιαστήματος των δόσεων.
Ειδικοί Πληθυσμοί
Επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας Σε σταθεροποιημένη κατάσταση, τα επίπεδα της δροσπιρενόνης στον ορό σε γυναίκες με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης CLcr, 50-80 mL/min) ήταν συγκρίσιμα με εκείνα των γυναικών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Τα επίπεδα της δροσπιρενόνης στον ορό ήταν κατά μέσο όρο 37% υψηλότερα στις γυναίκες με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr, 30-50 mL/min), σε σύγκριση με τις γυναίκες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. H θεραπεία με δροσπιρενόνη έγινε καλά ανεκτή και από τις γυναίκες με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η θεραπεία με δροσπιρενόνη δεν έδειξε κάποια κλινικά σημαντική επίδραση στη συγκέντρωση του καλίου στον ορό.
Επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας Σε μία μελέτη εφάπαξ δόσης, σε εθελόντριες με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία παρατηρήθηκε μείωση περίπου 50% στην από του στόματος κάθαρση (CL/F), σε σύγκριση με εκείνες που είχαν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η μείωση που παρατηρήθηκε στην κάθαρση της δροσπιρενόνης, σε εθελόντριες με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, δε μεταφράστηκε σε κάποια εμφανή διαφορά όσον αφορά στη συγκέντρωση του καλίου στον ορό. Ακόμη και σε παρουσία διαβήτη και συγχορηγούμενης θεραπείας με σπειρονολακτόνη (δύο παράγοντες που μπορούν να προδιαθέσουν την ασθενή σε υπερκαλιαιμία), δεν παρατηρήθηκε αύξηση της συγκέντρωσης του καλίου στον ορό πέραν του ανώτερου ορίου του φυσιολογικού εύρους. Συμπεραίνεται ότι η δροσπιρενόνη είναι καλά ανεκτή σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh B).
Ομάδες διαφορετικής εθνικότητας Δεν έχουν παρατηρηθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στην φαρμακοκινητική της δροσπιρενόνης ή της αιθινυλοιστραδιόλης μεταξύ Γιαπωνέζων και Καυκάσιων γυναικών.
Αιθινυλοιστραδιόλη
Απορρόφηση Η αιθινυλοιστραδιόλη απορροφάται ταχέως και πλήρως μετά από χορήγηση από το στόμα. Μετά από χορήγηση 30 µg μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της τάξης των 100 pg/mL επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών μετά την κατάποση. Η αιθινυλοιστραδιόλη υφίσταται ένα εκτεταμένο φαινόμενο πρώτης διόδου, το οποίο εμφανίζει μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ατόμων. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 45%.
Κατανομή Η αιθινυλοιστραδιόλη έχει φαινομενικό όγκο κατανομής από 5 l / kg και η σύνδεσή της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 98%. Η αιθινυλοιστραδιόλη διεγείρει την ηπατική σύνθεση της SHBG και της σφαιρίνης που δεσμεύει κορτικοειδή (CBG). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με 30 μg αιθινυλοιστραδιόλης η συγκέντρωση της SHBG στο πλάσμα αυξάνεται από 70 έως περίπου 350 nmol/l. Η αιθινυλοιστραδιόλη περνάει σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα (0,02% της δόσης).
Βιομετασχηματισμός Η αιθινυλοιστραδιόλη υπόκειται σε σημαντικό πρώτης διόδου εντερικό και ηπατικό μεταβολισμό. Η αιθινυλοιστραδιόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης αλλά σχηματίζεται μια μεγάλη ποικιλία υδροξυλιωμένων και μεθυλιωμένων μεταβολιτών και αυτά είναι παρόντα ως ελεύθεροι μεταβολίτες και ως σύμπλοκα με γλυκουρονίδια και θειϊκά. Ο ρυθμός της μεταβολικής κάθαρσης της αιθινυλοιστραδιόλης είναι περίπου 5 ml/min/kg. In vitro, η αιθινυλοιστραδιόλη είναι ένας αντιστρεπτός αναστολέας των CYP2C19, CYP1A1 και CYP1A2, καθώς επίσης και αναστολέας μηχανισμού δράσης των CYP3A4/5, CYP2C8 και CYP2J2.
Αποβολή Η αιθινυλοιστραδιόλη δεν απεκκρίνεται σε αμετάβλητη μορφή σε σημαντική ποσότητα. Οι μεταβολίτες της αιθινυλοιστραδιόλης απεκκρίνονται με τα ούρα και τη χολή σε λόγο 4:6. Ο χρόνος ημιζωής της απέκκρισης των μεταβολιτών είναι περίπου 1 ημέρα. Ο χρόνος ημιζωής είναι 20 ώρες.
Συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης Οι συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης επιτυγχάνονται κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του κύκλου αγωγής και τα επίπεδα της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό συσσωρεύονται με συντελεστή περίπου 1,4 έως 2,1.
Δροσπιρενόνη Απορρόφηση Μετά από χορήγηση από το στόμα, η δροσπιρενόνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως. Μετά από εφάπαξ χορήγηση επιτυγχάνονται μέγιστα επίπεδα της δραστικής ουσίας στον ορό, περίπου 38 ng/ml, σε περίπου 1-2 ώρες μετά τη λήψη. Η…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Αρτηριακή πίεση · Πριν την έναρξη ή επανέναρξη
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Κατά τη διάρκεια του πρώτου θεραπευτικού κύκλου | Νεφρική ανεπάρκεια και αυξημένο κάλιο ορού με καλιοσυντηρητικά φάρμακα |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Προσεκτικά, ιδιαίτερα κατά το αρχικό στάδιο της χρήσης COC | Γυναίκες με διαβήτη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η δροσπιρενόνη αναστέλλει την ωρίμανση των ωοθυλακίων και την ωορρηξία, αποτρέποντας την εγκυμοσύνη. Έχει αντι-ανδρογονικές δράσεις, βελτιώνοντας την ακμή και τη δασυτριχίαση. Όταν συνδυάζεται με την αιθινυλιστραδιόλη, έχει δειχθεί ότι έχει ευνοϊκές επιδράσεις στο λιπιδαιμικό προφίλ του πλάσματος. Λόγω της ομοιότητάς της με την φυσική προγεστερόνη, η δροσπιρενόνη πιστεύεται ότι σχετίζεται με χαμηλότερη επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με προγεστερονικά αντισυλληπτικά, όπως ευαισθησία στο στήθος και διακυμάνσεις της διάθεσης.
Σημείωση σχετικά με τον κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής και τις αντι-μινεραλοκορτικοειδείς δράσεις
Όπως και με άλλα από του στόματος αντισυλληπτικά, ο κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής και καρδιαγγειακών συμβαμάτων μπορεί να αυξηθεί κατά τη λήψη δροσπιρενόνης. Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα υψηλότερος σε καπνίστριες και γυναίκες ηλικίας 35 ετών και άνω. Οι γυναίκες που λαμβάνουν αυτό το φάρμακο πρέπει να συμβουλεύονται να μην καπνίζουν. Επιπλέον, η δροσπιρενόνη, λόγω των αντι-μινεραλοκορτικοειδών δράσεών της, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας. Ασθενείς με υψηλό κίνδυνο υπερκαλιαιμίας δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο. Συμβουλευτείτε τις επίσημες οδηγίες χορήγησης για λεπτομερείς και ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τους καρδιαγγειακούς και άλλους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση της δροσπιρενόνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η δροσπιρενόνη και η αιθινυλιστραδιόλη σε συνδυασμό καταστέλλουν την απελευθέρωση της ωχρινοτρόπου ορμόνης (FSH) και της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), αποτρέποντας την ωορρηξία. Άλλες αλλαγές που προκαλούνται από αυτό το φάρμακο και μπορεί να βοηθήσουν στην πρόληψη της εγκυμοσύνης περιλαμβάνουν αλλαγές στη σύσταση της τραχηλικής βλέννας, παρεμποδίζοντας την κίνηση των σπερματοζωαρίων, και μειώνοντας την πιθανότητα εμφύτευσης του εμβρύου.
Η δροσπιρενόνη είναι ανάλογο της διουρητικής σπιρονολακτόνης, η οποία ασκεί αντι-μινεραλοκορτικοειδή δραστηριότητα, αναστέλλοντας τους υποδοχείς αλδοστερόνης, γεγονός που αυξάνει την απέκκριση νατρίου και νερού. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η χορήγηση δροσπιρενόνης οδηγεί σε αντι-ανδρογονική δραστηριότητα. Αυτή η δραστηριότητα βοηθά στην αντίσταση στις επιδράσεις των φυσικών ανδρογόνων, αναστέλλοντας τη σύνδεση της διυδροτεστοστερόνης (DHT) με τον υποδοχέα της και παρεμποδίζοντας τη σύνθεση ανδρογόνων στις ωοθήκες, βοηθώντας στη θεραπεία της ακμής και της δασυτριχίασης. Η δροσπιρενόνη μπορεί επίσης να μειώσει το επίπεδο του οιδήματος στον σμηγματογόνο αδένα κατά το δεύτερο μισό του εμμηνορροϊκού κύκλου, όταν εμφανίζεται συχνά η ακμή.
Τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά (COCs) δρουν μέσω καταστολής των γοναδοτροπινών. Αν και ο κύριος μηχανισμός αυτής της δράσης είναι η αναστολή της ωορρηξίας, άλλες αλλαγές περιλαμβάνουν αλλαγές στη τραχηλική βλέννα (που αυξάνει τη δυσκολία εισόδου σπέρματος στη μήτρα) και στο ενδομήτριο (που μειώνει την πιθανότητα εμφύτευσης).
Η δροσπιρενόνη είναι ανάλογο της σπιρονολακτόνης με αντι-μινεραλοκορτικοειδή δραστηριότητα. Προκλινικές μελέτες σε ζώα και in vitro έδειξαν ότι η δροσπιρενόνη δεν έχει ανδρογονική, οιστρογονική, γλυκοκορτικοειδή ή αντι-γλυκοκορτικοειδή δραστηριότητα. Προκλινικές μελέτες σε ζώα έδειξαν επίσης ότι η δροσπιρενόνη έχει αντι-ανδρογονική δραστηριότητα.
Η ακμή vulgaris είναι μια δερματική πάθηση με πολυπαραγοντική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένης της ανδρογονικής διέγερσης της παραγωγής σμήγματος. Ενώ ο συνδυασμός αιθινυλιστραδιόλης και δροσπιρενόνης αυξάνει τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου (SHBG) και μειώνει την ελεύθερη τεστοστερόνη, η σχέση μεταξύ αυτών των αλλαγών και της μείωσης της σοβαρότητας της ακμής προσώπου σε κατά τα άλλα υγιείς γυναίκες με αυτή την πάθηση δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο αντίκτυπος της αντι-ανδρογονικής δραστηριότητας της δροσπιρενόνης στην ακμή είναι άγνωστος.
…. Οι φαρμακολογικές ιδιότητες της δροσπιρενόνης διερευνήθηκαν in vitro μέσω πειραμάτων δέσμευσης σε υποδοχείς και ενεργοποίησης μεταγραφής και in vivo σε κατάλληλα ζωικά μοντέλα. Σε ποιοτική συμφωνία με την προγεστερόνη, η ένωση δεσμεύεται ισχυρά στους υποδοχείς προγεστερόνης και μινεραλοκορτικοειδών και με χαμηλότερη συγγένεια στους υποδοχείς ανδρογόνων και γλυκοκορτικοειδών. Δεν ανιχνεύεται δέσμευση στον οιστρογονικό υποδοχέα. Οι ορμονο-στεροειδείς αγωνιστικές και ανταγωνιστικές δραστηριότητες της προγεστερόνης και της δροσπιρενόνης συγκρίθηκαν σε πειράματα ενεργοποίησης μεταγραφής. Μεμονωμένοι στεροειδείς υποδοχείς εκφράστηκαν τεχνητά μαζί με ένα γονίδιο αναφοράς σε κατάλληλες κυτταρικές σειρές. Και οι δύο ορμόνες δεν μπόρεσαν να προκαλέσουν καμία αγωνιστική δραστηριότητα μέσω του υποδοχέα ανδρογόνων. Αντιθέτως, τόσο η προγεστερόνη όσο και η δροσπιρενόνη αντέδρασαν έντονα στην ανδρογονικά διεγερμένη μεταγραφική ενεργοποίηση. Ομοίως, και οι δύο ενώσεις ενεργοποίησαν πολύ ασθενώς τον υποδοχέα μινεραλοκορτικοειδών, αλλά παρουσίασαν ισχυρή αλδοστερονική ανταγωνιστική δράση. Η δροσπιρενόνη δεν προκάλεσε γλυκοκορτικοειδή υποδοχέα-οδηγούμενη ενεργοποίηση μεταγραφής. Η προγεστερόνη ήταν ασθενής αγωνιστής σε αυτόν τον τομέα. Η δροσπιρενόνη ασκεί ισχυρή προγεσταγονική και αντι-γοναδοτροπική δραστηριότητα, η οποία μελετήθηκε σε διάφορα ζωικά είδη. Προάγει αποτελεσματικά τη διατήρηση της εγκυμοσύνης σε ωοθηκτομημένες αρουραίους, αναστέλλει την ωορρηξία σε αρουραίους και ποντίκια και διεγείρει τον ενδομητρικό μετασχηματισμό σε κουνέλια. Επιπλέον, η δροσπιρενόνη παρουσιάζει ισχυρή αντι-γοναδοτροπική, δηλαδή, μειωτική της τεστοστερόνης, δραστηριότητα σε αρσενικά πιθήκους cynomolgus. Η προγεσταγονική ισχύς της δροσπιρενόνης βρέθηκε στην περιοχή της νορεθιστερόνης ακετάτης. Η πλειοψηφία των κλινικά χρησιμοποιούμενων προγεσταγόνων είναι ανδρογονική. Η δροσπιρενόνη, όπως η προγεστερόνη, δεν έχει ανδρογονική αλλά μάλλον αντι-ανδρογονική δράση. Αυτή η ιδιότητα αποδείχθηκε σε ευνουχισμένους, υποκατεστημένους με προπιονική τεστοστερόνη αρσενικούς αρουραίους με δοσο-εξαρτώμενη αναστολή της ανάπτυξης των δευτερογενών φύλων (σπερματοδόχοι κύστεις, προστάτης). Σε αυτό το μοντέλο, η ισχύς της δροσπιρενόνης ήταν περίπου το ένα τρίτο αυτής της κυπροτερόνης ακετάτης. Η δροσπιρενόνη, όπως η προγεστερόνη, παρουσιάζει αντι-μινεραλοκορτικοειδή δραστηριότητα, η οποία προκαλεί μέτρια αυξημένη απέκκριση νατρίου και νερού. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό χαρακτηριστικό που δεν έχει περιγραφεί για κανένα άλλο συνθετικό προγεσταγόνο στο παρελθόν. Η δροσπιρενόνη είναι οκτώ έως δέκα φορές πιο αποτελεσματική από αυτή την άποψη από τη σπιρονολακτόνη. Η νατριουρητική δράση ήταν ανιχνεύσιμη για τουλάχιστον τρεις εβδομάδες μετά από ημερήσια θεραπεία αρουραίων με δόση 10 mg/ζώο. Η δροσπιρενόνη είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε οιστρογονική, γλυκοκορτικοειδή ή αντι-γλυκοκορτικοειδή δραστηριότητα. Συνοπτικά, η δροσπιρενόνη, όπως η προγεστερόνη, συνδυάζει ισχυρή προγεσταγονική με αντι-μινεραλοκορτικοειδή και αντι-ανδρογονική δραστηριότητα στην ίδια δοσολογική περιοχή.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της δροσπιρενόνης είναι περίπου 76% λόγω φαινομένων πρώτης διόδου. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση της δροσπιρενόνης επιτυγχάνεται εντός 1 έως 2 ωρών μετά τη χορήγηση από του στόματος και εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 60 και 87 ng/mL. Μια ευρωπαϊκή μονογραφία συνταγογράφησης για τον συνδυαστικό σκεύασμα αιθινυλιστραδιόλης και δροσπιρενόνης υποδεικνύει ότι η δροσπιρενόνη απορροφάται πλήρως και ταχέως. Αναφέρει Cmax 21,9 ng/ml, που επιτυγχάνεται περίπου 1 ώρα μετά τη χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα κυμαίνεται μεταξύ 76% και 85%.
Διάφοροι μεταβολίτες της δροσπιρενόνης μετρώνται στα ούρα και τα κόπρανα. Η απέκκριση της δροσπιρενόνης από τον οργανισμό ολοκληρώνεται σχεδόν μετά από 10 ημέρες από τη χορήγηση, όταν ανιχνεύονται αμελητέες ποσότητες μη αλλοιωμένης δροσπιρενόνης τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Μεταξύ 38% και 47% των μεταβολιτών αναγνωρίζονται ως γλυκουρονίδια και θειικά συζεύγματα στα ούρα. Στα κόπρανα, περίπου 17% έως 20% των αναγνωρίσιμων μεταβολιτών βρίσκονται ως γλυκουρονίδια και θειικά άλατα.
Ο όγκος κατανομής της δροσπιρενόνης εκτιμάται σε 4 L/kg, σύμφωνα με την ετικέτα της FDA για το Yaz. Οι πληροφορίες συνταγογράφησης από τον συνδυασμό αιθινυλιστραδιόλης και δροσπιρενόνης εκτιμούν τον όγκο κατανομής σε εύρος 3,7-4,2 L/kg.
Η δροσπιρενόνη απομακρύνεται ταχέως, συνήθως εντός 2-3 ημερών από τη χορήγηση του τελευταίου ενεργού δισκίου. Ο ρυθμός κάθαρσης της δροσπιρενόνης ορού κυμαίνεται από 1,2-1,5 ml/min/kg, ωστόσο, αυτή η τιμή μπορεί να ποικίλλει έως και 25% ανάλογα με τον ασθενή.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της δροσπιρενόνης (DRSP) από ένα μονοθεραπευτικό δισκίο είναι περίπου 76%. Οι συγκεντρώσεις DRSP και EE στον ορό έφτασαν τα μέγιστα επίπεδα εντός 1-2 ωρών μετά τη χορήγηση του Gianvi.
Οι φαρμακοκινητικές της DRSP είναι δοσο-αναλογικές μετά από εφάπαξ δόσεις που κυμαίνονται από 1-10 mg. Μετά από ημερήσια χορήγηση του Gianvi, παρατηρήθηκαν σταθερές συγκεντρώσεις DRSP μετά από 8 ημέρες. Υπήρχε περίπου 2 έως 3 φορές συσσώρευση στις τιμές Cmax και AUC (0-24 ώρες) του DRSP στον ορό μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων Gianvi.
Ο ρυθμός απορρόφησης των DRSP και EE μετά από εφάπαξ χορήγηση ενός σκευάσματος παρόμοιου με το Gianvi ήταν πιο αργός υπό συνθήκες λήψης τροφής (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά), με τη Cmax στον ορό να μειώνεται κατά περίπου 40% και για τα δύο συστατικά. Ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης της DRSP παρέμεινε αμετάβλητη.
Τα επίπεδα DRSP και EE στον ορό μειώνονται σε δύο φάσεις. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της DRSP είναι περίπου 4 L/kg και αυτός της EE αναφέρεται ότι είναι περίπου 4-5 L/kg.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η δροσπιρενόνη μεταβολίζεται εκτενώς. Οι δύο κύριοι ανενεργείς μεταβολίτες που έχουν αναγνωριστεί είναι η όξινη μορφή της δροσπιρενόνης που παράγεται από το άνοιγμα του δακτυλίου λακτόνης της, γνωστή ως M11, και η 4,5-διυδρο-δροσπιρενόνη-3-σουλφάτη (M14). Η δροσπιρενόνη υφίσταται επίσης οξειδωτικό μεταβολισμό μέσω του ηπατικού ενζύμου κυτοχρώματος CYP3A4.
Οι δύο κύριοι μεταβολίτες της DRSP που ανιχνεύθηκαν στο ανθρώπινο πλάσμα αναγνωρίστηκαν ως η όξινη μορφή της DRSP που παράγεται από το άνοιγμα του δακτυλίου λακτόνης και η 4,5-διυδροδροσπιρενόνη-3-σουλφάτη. Αυτοί οι μεταβολίτες αποδείχθηκε ότι δεν είναι φαρμακολογικά ενεργοί. Σε in vitro μελέτες με μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος, η DRSP μεταβολίστηκε μόνο σε μικρό βαθμό, κυρίως από το Κυτοχρώμα P450 3A4 (CYP3A4).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημιζωής της δροσπιρενόνης στον ορό εκτιμάται σε 30 ώρες. Ο χρόνος ημιζωής για την απέκκριση των μεταβολιτών της δροσπιρενόνης στα ούρα και τα κόπρανα είναι περίπου 40 ώρες.
Οι συγκεντρώσεις DRSP στον ορό χαρακτηρίζονται από φάση τελικής κατανομής με χρόνο ημιζωής περίπου 30 ώρες μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
N295J34A25
DROSPIRENONE
Χημική Δομή [CS] - Συγγενή Προγεστερόνης
Καθορισμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Προγεσταγόνο
Η δροσπιρενόνη είναι Προγεσταγόνο.