Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A01AC03 A07EA02 C05AA01 H02AB09 S01BA02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

HYDROCORTISONE(Κορτιζόλη)

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: 1.39-2.15 ώρες

Άλλες πηγές αναφέρουν:
  • DrugBank: 6-8 ώρες
2.1 ώρες PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών

Δέσμευση πρωτεϊνών

Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.

95% DrugBank
Απέκκριση

Απέκκριση

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.

Νεφρά/Ήπαρ DrugBank
Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

10.8 ώρες arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του SOLU-CORTEF και καλύπτουν 24 από 24 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. Θεραπεία κάθε παθολογικής κατάστασης που απαιτεί γρήγορη και ισχυρή δράση κορτικοστεροειδούς

    Όταν η από του στόματος θεραπεία δεν είναι εφικτή και η περιεκτικότητα, δοσολογική μορφή και οδός χορήγησης αξιολογούνται ως βάσιμοι λόγοι για τη χρησιμοποίηση της μορφής.

    • Παθολογική κατάσταση που απαιτεί γρήγορη και ισχυρή δράση κορτικοστεροειδούς
  2. Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια

    Η υδροκορτιζόνη ή η κορτιζόνη είναι το φάρμακο εκλογής. Συνθετικά ανάλογα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με αλατοκορτικοστεροειδή, όπου αυτό ενδείκνυται. Στην παιδική ηλικία, η συμπληρωματική θεραπεία με αλατοκορτικοστεροειδή είναι ιδιαίτερης σημασίας, όπου κρίνεται απαραίτητη από τον ενδοκρινολόγο.

    • E27 Άλλες διαταραχές των επινεφριδίων
  3. Οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια

    Η υδροκορτιζόνη ή η κορτιζόνη είναι το φάρμακο εκλογής. Η συμπληρωματική θεραπεία με αλατοκορτικοστεροειδή μπορεί να είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται συνθετικά ανάλογα με ασθενή ή χωρίς αλατοκορτικοειδή δράση.

    • E27 Άλλες διαταραχές των επινεφριδίων
  4. Προεγχειρητική ή σε σοβαρό τραύμα/νόσο

    σε: Ασθενείς με γνωστή επινεφριδική ανεπάρκεια ή μη επαρκή φλοιοεπινεφριδική εφεδρεία

    • T14 Τραύμα απροσδιόριστης περιοχής του σώματος
    • Σοβαρή νόσος
  5. Καταπληξία μη ανταποκρινόμενη στη συμβατική θεραπεία

    Εάν υφίσταται ή υπάρχει υποψία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας.

    • R57 Σοκ, μη ταξινομημένο αλλού
  6. Υπερασβεστιαιμία

    Σχετιζόμενη με αιματολογική κακοήθεια.

    • E83 Διαταραχές του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείων
  7. Υποξεία θυρεοειδίτιδα (de Quervain)

    Όπου κρίνεται απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό.

    • E06 Άλλες θυρεοειδίτιδες
  8. Σοβαρή θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια

    Όπου κρίνεται απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό.

    • H06 Διαταραχές του δακρυϊκού συστήματος και του κόγχου σε νόσους που ταξινομούνται αλλού
  9. Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M19 Άλλη οστεοαρθρίτιδα
  10. Υμενίτιδα

    σε: Ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M65 Φλεγμονή και άλλες παθήσεις των αρθρικών υμένων και των τενόντων
    • M19 Άλλη οστεοαρθρίτιδα (πληθυσμός)
  11. Ρευματοειδής αρθρίτιδα

    Συμπεριλαμβανομένης της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M06 Άλλη ρευματοειδής αρθρίτιδα
  12. Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M70 Διαταραχές των μαλακών μορίων που σχετίζονται με χρήση, υπερχρήση και πίεση
    • L73 Άλλες θυλακικές διαταραχές
  13. Επικονδυλίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμε αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M77 Άλλες ενθεσοπάθειες
  14. Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M65 Φλεγμονή και άλλες παθήσεις των αρθρικών υμένων και των τενόντων
  15. Οξεία ουρική αρθρίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M10 Ουρική αρθρίτιδα
  16. Ψωριασική αρθρίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • L40 Ψωρίαση
  17. Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα

    Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).

    • M45 Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
  18. Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος

    Κατά τη διάρκεια υποτροπής ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις.

    • M32 Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
  19. Συστηματική δερματομυοσίτιδα (πολυμυοσίτιδα)

    Κατά τη διάρκεια υποτροπής ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις.

    • M33 Δερματοπολυμυοσίτιδα
    • G72 Άλλες μυοπάθειες
  20. Οξεία ρευματική καρδίτιδα

    Κατά τη διάρκεια υποτροπής ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις.

    • I01 Οξεία ρευματική καρδιοπάθεια
  21. Πέμφιγα

    • L10 Πέμφιγα
  22. Σοβαρό πολύμορφο ερύθημα (Σύνδρομο Stevens-Johnson)

    • L51 Πολύμορφο ερύθημα
  23. Αποφολιδωτική δερματίτιδα

    • L26 Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  24. Πομφολυγώδης ερπητοειδής δερματίτιδα

    • L13 Άλλες φυσαλιδώδεις διαταραχές
  25. Σοβαρή σμηγματορροϊκή δερματίτιδα

    • L21 Σμηγματορροϊκή δερματίτιδα
  26. Σοβαρή ψωρίαση

    • L40 Ψωρίαση
  27. Σπογγοειδής μυκητίαση

    • C84 Λέμφωμα Τ-κυττάρων του δέρματος
  28. Οξύ οίδημα λάρυγγα

    Η αδρεναλίνη είναι το φάρμακο πρώτης εκλογής.

    • J38 Άλλες παθήσεις των φωνητικών χορδών και του λάρυγγα, που δεν ταξινομούνται αλλού
  29. Βρογχικό άσθμα

    • J45 Άσθμα
  30. Δερματίτιδα εξ’ επαφής

    • L25 Μη καθορισμένη δερματίτιδα εξ επαφής
  31. Ατοπική δερματίτιδα

    • L20 Ατοπική δερματίτιδα
  32. Ορονοσία

    • T80 Επιπλοκές μετάγγισης και ενδοφλέβιας έγχυσης
  33. Εποχική ή χρόνια αλλεργική ρινίτιδα

    • J30 Αγγειοκινητική και αλλεργική ρινίτιδα
  34. Φαρμακευτικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας

    • T78 Δυσμενείς επιδράσεις, που δεν ταξινομούνται αλλού
  35. Κνιδωτικές αντιδράσεις κατά τη μετάγγιση

    • L50 Κνίδωση
  36. Οφθαλμικός έρπης ζωστήρας

    (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)

    • B02 Έρπης ζωστήρας
  37. Ιρίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα

    • H20 Ιριδοκυκλίτιδα
  38. Χοριοαμφιβληστροειδίτιδα

    • H30 Χοριοαμφιβληστροειδική φλεγμονή
  39. Διάχυτη οπίσθια ραγοειδίτιδα και χοριοειδίτιδα

    • H30 Χοριοαμφιβληστροειδική φλεγμονή
  40. Οπτική νευρίτιδα

    • H46 Οπτική νευρίτιδα
  41. Συμπαθητική οφθαλμία

    • H44 Διαταραχές του βολβού του ματιού
  42. Φλεγμονή του προσθίου τμήματος του οφθαλμικού βολβού

    • H20 Ιριδοκυκλίτιδα
  43. Αλλεργική επιπεφυκίτιδα

    • H10 Επιπεφυκίτιδα
  44. Αλλεργικά έλκη του σκληροκερατοειδούς ορίου

    • H16 Κερατίτιδα
  45. Κερατίτιδα

    • H16 Κερατίτιδα
  46. Ελκώδης κολίτιδα

    Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων ή των επιπλοκών κατά την οξεία ή χρόνια φάση.

    • K51 Ελκώδης κολίτιδα
  47. Κοκκιωματώδης εντερίτιδα

    Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων ή των επιπλοκών κατά την οξεία ή χρόνια φάση.

    • K50 Νόσος του Crohn
  48. Σαρκοείδωση

    • D86 Σαρκοείδωση
  49. Βηρυλλίωση

    • J63 Πνευμονοκονιώσεις που οφείλονται σε άλλες ανόργανες σκόνες
  50. Κεραυνοβόλος ή γενικευμένη πνευμονική φυματίωση

    Όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με την κατάλληλη αντιφυματική χημειοθεραπεία.

    • A15 Φυματίωση των πνευμόνων, βακτηριολογικά και ιστολογικά επιβεβαιωμένη
    • A19 Οξεία στρατιωτική φυματίωση
  51. Σύνδρομο LoeYer

    Το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλα μέσα.

    • Σύνδρομο LoeYer
  52. Πνευμονίτιδα από εισρόφηση

    • J69 Πνευμονίτιδα λόγω στερεών και υγρών
  53. Επίκτητη (αυτοάνομη) αιμολυτική αναιμία

    • D59 Επίκτητη αιμολυτική αναιμία
  54. Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα

    σε: Ενήλικες

    Μόνο ενδοφλέβια χρήση, η ενδομυϊκή αντενδείκνυται.

    • D69 Πορφύρα και άλλες αιμορραγικές καταστάσεις
  55. Δευτερογενής θρομβοπενία

    σε: Ενήλικες

    • D69 Πορφύρα και άλλες αιμορραγικές καταστάσεις
  56. Ερυθροβλαστοπενία (RBC αναιμία)

    • D60 Επίκτητη καθαρή απλασία ερυθρών αιμοσφαιρίων
    • D64 Άλλες αναιμίες
  57. Συγγενής (ερυθροειδής) υποπλαστική αναιμία

    • D61 Άλλες απλαστικές αναιμίες
  58. Λευχαιμίες και λεμφώματα

    σε: Ενήλικες

    Για την παρηγορητική θεραπεία.

    • C95 Λευχαιμία μη καθορισμένου τύπου κυττάρων
    • C85 Άλλοι και μη καθορισμένοι τύποι μη Hodgkin λεμφώματος
  59. Οξεία λευχαιμία

    σε: Παιδιά

    Για την παρηγορητική θεραπεία.

    • C95 Λευχαιμία μη καθορισμένου τύπου κυττάρων
  60. Νεφρωσικό σύνδρομο

    Χωρίς ουραιμία ιδιοπαθές ή λόγω ερυθηματώδους λύκου.

    • N04 Νεφρωσικό σύνδρομο
  61. Οξείες εξάρσεις της σκλήρυνσης κατά πλάκας

    • G35 Πολλαπλή σκλήρυνση
  62. Φυματιώδης μηνιγγίτιδα με υπαραχνοειδή αποκλεισμό ή επικείμενο αποκλεισμό

    Όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με την κατάλληλη αντιφυματική χημειοθεραπεία.

    • A17 Φυματίωση του νευρικού συστήματος
  63. Τριχίνωση με νευρολογική ή μυοκαρδιακή συμμετοχή

    • B75 Τριχίνωση

Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.

Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ Πηγή: ΠΧΠ του SOLU-CORTEF
Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος SOLU-CORTEF
expand_more
Κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών
Δόση έναρξης:
100 έως 500 mg ενδοφλεβίως
Τιτλοποίηση:
Η δόση αυτή είναι δυνατόν να επαναληφθεί σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών ανάλογα με την ανταπόκριση και την κλινική κατάσταση του ασθενους. Διαδοχικές δόσεις μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς, κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική του κατάσταση. Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά αναλόγως του χρόνου διάρκειας της θεραπείας.
  • Ενήλικες
    Δόση100 έως 500 mg
    Η δόση μπορεί να επαναληφθεί σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών ανάλογα με την ανταπόκριση και την κλινική κατάσταση του ασθενούς.
  • Βρέφη και παιδιά
    Δόση≥25 mg ημερησίως
    Η δόση καθορίζεται από τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς παρά από την ηλικία ή το βάρος του σώματος.
  • Ασθενείς με ηπατική νόσο
    Δόσημειωμένη δόση
    Μπορεί να υπάρξει μία αυξημένη επίδραση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη ή κάποιο από τα έκδοχα
  • Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις
  • Χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Καταστάσεις στρες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με κορτικοστεροειδή
    Απαιτείται αυξημένη δόση ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο της στρεσσογόνου καταστάσεως.
  • Δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια
    Ελαχιστοποιείται με σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Σε κατάσταση στρες μετά τη διακοπή, πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση. Μείωση ή διακοπή μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενες παθήσεις με ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg Strauss) σε ασθενείς με άσθμα.
  • Κάλυψη κλινικών σημείων λοίμωξης και εμφάνιση νέων λοιμώξεων
  • Λοιμώξεις (ιογενείς, βακτηριακές, μυκητιασικές, πρωτοζωικές, ελμινθικές)
    Με αυξανόμενες δόσεις κορτικοστεροειδών, ο ρυθμός εμφάνισης λοιμωδών επιπλοκών αυξάνει.
  • Αμοιβάδωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεξήγητη διάρροια
    Πριν τη θεραπεία, να αποκλειστεί λανθάνουσα ή εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη.
  • Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις
    Δεν πρέπει να χορηγούνται, εκτός αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων λόγω αμφοτερικίνης Β. Προσοχή με ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β λόγω κινδύνου καρδιακής διόγκωσης και συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας.
  • Οφθαλμικές επιδράσεις (καταρράκτης, γλαύκωμα, δευτεροπαθής οφθαλμική λοίμωξη)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με οφθαλμικό έρπητα
    Χρήση με προσοχή λόγω κινδύνου διάτρησης κερατοειδούς και γλαυκώματος.
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις / Υπερευαισθησία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα
    Να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
  • Ρήξη τοιχώματος αριστερής κοιλίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Θεραπεία με μεγάλη προσοχή.
  • Μεταβολικές διαταραχές (αρτηριακή πίεση, κατακράτηση νατρίου/ύδατος, απώλεια καλίου, απέκκριση ασβεστίου)
    Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου.
  • Φυματίωση (ενεργός, λανθάνουσα)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό φυματίωση, λανθάνουσα φυματίωση, ή θετική δοκιμασία φυματίνης
    Σε ενεργό φυματίωση, περιορισμένη χρήση σε κεραυνοβόλο/κεχροειδή φυματίωση, σε συνδυασμό με αντιφυματική θεραπεία. Σε λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης, απαιτείται στενή παρακολούθηση και χημειοπροφύλαξη σε παρατεταμένη θεραπεία.
  • Σάρκωμα Kaposi
    Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση.
  • Χρήση με προσοχή σε υποκείμενα νοσήματα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, οφθαλμικό έρπητα, γλαύκωμα, οστεοπόρωση, σακχαρώδη διαβήτη, ψυχώσεις, καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μυασθένεια. Επίσης, αμέσως πριν και μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό.
    Να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το προσδοκώμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
  • Αυξημένη δράση σε ηπατική νόσο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική νόσο
  • Ψυχική απορρύθμιση
  • Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών
  • Κρίση φαιοχρωμοκυτώματος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμα
    Χορήγηση μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση οφέλους-κινδύνου.
  • Οξεία μυοπάθεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές νευρομυϊκής διαβίβασης (π.χ. μυασθένεια gravis) ή σε ταυτόχρονη θεραπεία με αντιχολινεργικά φάρμακα (π.χ. νευρομυϊκοί αποκλειστές, πανκουρόνιο)
  • Χρήση με προσοχή σε γαστρεντερικές παθήσεις και νεφρική ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ελκώδη κολίτιδα (με πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνο λοίμωξη), εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση, ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος, νεφρική ανεπάρκεια
  • Λιπώδης εμβολή
  • Θρόμβωση και φλεβική θρομβοεμβολή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν θρομβοεμβολικές διαταραχές και άτομα με προδιαθεσικούς παράγοντες για θρομβοεμβολικές διαταραχές
    Χρήση με προσοχή.
  • Χρήση σε σηπτική καταπληξία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σηπτική καταπληξία
    Δεν συνιστάται η τακτική χρήση. Ενδέχεται να είναι ωφέλιμη η συμπληρωματική χορήγηση σε ασθενείς με εγκατεστημένη σηπτική καταπληξία και επινεφριδική ανεπάρκεια. Σχήματα μεγαλύτερης διάρκειας (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.
  • Τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις
    Δεν ενδείκνυνται και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Έχει αναφερθεί αυξημένη θνησιμότητα.
  • Λοιμώξεις (ανεμοβλογιά, ιλαρά) σε παιδιά
    ΠληθυσμόςΠαιδιά (και ενήλικες) υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή
    Πρέπει να αποφεύγουν την έκθεση σε ανεμοβλογιά και ιλαρά. Σε περίπτωση έκθεσης, να συμβουλεύονται γιατρό. Μπορεί να ενδείκνυται θεραπεία με VZIG ή IVIG. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά, να εξετάζεται θεραπεία με αντιιικά.
  • Επιβράδυνση της ανάπτυξης
    ΠληθυσμόςΝήπια, παιδιά και έφηβοι
    Η σωματική ανάπτυξη πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή.
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ηλικιωμένους και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, τάση ανάπτυξης φλεγμονών, λέπτυνση δέρματος)
    Απαιτείται στενή παρακολούθηση του ασθενούς.
  • Καταστολή άξονα ΥΥΕ (Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια)
  • Σύνδρομο στέρησης / Οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια
    Αποφυγή αιφνίδιας ή απότομης μείωσης της δόσης.
  • Βενζυλική αλκοόλη τοξικότητα
    ΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς (νεογέννητα), άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία
    Να χρησιμοποιείται μόνο αν απαραίτητο και χωρίς εναλλακτικές. Σε υψηλές ποσότητες, με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
  • Τοξικότητα βενζυλικής αλκοόλης
    ΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος
  • Χρήση προϊόντων με βενζυλική αλκοόλη σε νεογέννητα
    ΠληθυσμόςΠρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννητα
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εκτός αν απολύτως απαραίτητο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Επαγωγείς των μικροσωμιακών ηπατικών ενζύμων (π.χ. βαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη)
    προσοχή
    μπορεί να αυξήσουν το μεταβολισμό των γλυκοκορτικοστεροειδών
    Σύστασηνα απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης επί προσθήκης ή διακοπής της χορήγησης των φαρμάκων αυτών.
  • Οιστρογόνα
    προσοχή
    μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα της υδροκορτιζόνης, πιθανώς λόγω αύξησης των πυκνοτήτων της τρανσκορτίνης. Η δράση άλλων γλυκοκορτικοστεροειδών που δεσμεύονται από την τρανσκορτίνη θα μπορούσε να αυξηθεί.
    Σύστασημπορεί να απαιτηθεί να ρυθμιστούν οι δόσεις τους αν προστεθούν ή διακοπούν οιστρογόνα σε ένα εφαρμοζόμενο σταθερό θεραπευτικό σχήμα γλυκοκορτικοστεροειδών.
  • Φάρμακα που επηρεάζουν την ακεραιότητα του πεπτικού επιθηλίου (π.χ. ινδομεθακίνη)
    προσοχή
    μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πρόκλησης γαστρεντερικού έλκους.
  • πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε συνδυασμό με γλυκοκορτικοστεροειδή σε ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχές πηκτικότητας. Η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο αίμα μπορεί να μειωθεί όταν χορηγούνται ταυτοχρόνως με κορτικοστεροειδή. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε ασθενείς που λαμβάνουν σαλικυλικά η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί, ενώ έχει αναφερθεί σπανίως και δηλητηρίαση διά σαλικυλικών.
    ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα και τα δύο φάρμακα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για ανεπιθύμητες ενέργειες οφειλόμενες σε οποιοδήποτε από τα φάρμακα αυτά.
  • Φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία (π.χ. καλιοδιουρητικά, αμφοτερικίνη Β)
    παρακολούθηση
    μπορεί να ενισχύσουν την απώλεια καλίου που προκαλείται από τα γλυκοκορτικοστεροειδή σε μεγάλες δόσεις.
    ΣύστασηΤο κάλιο του ορού του αίματος πρέπει να ελέγχεται συχνά.
  • Δακτυλίτιδα (σε ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία)
    προσοχή
    υπάρχει κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού (από καλιοπενία).
  • Αντιχολινεστερασικοί παράγοντες (π.χ. αμβενόνιο, νεοστιγμίνη, πυριδοστιγμίνη)
    προσοχή
    μπορεί να προκαλέσουν έντονη αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια Gravis.
    ΣύστασηΕφόσον είναι δυνατόν, οι αναστολείς της χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή.
  • Εμβόλια και ανατοξίνες
    προσοχή
    το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια... μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών... μπορεί να επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια.
    ΣύστασηΟι ασθενείς δεν πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφόσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός, μπορεί να χρειαστεί η επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης, καθώς και η επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή ανατοξινών.
  • Αντιπηκτικά από του στόματος (κουμαρινικά)
    προσοχή
    η κορτιζόνη αυξάνει την πηκτικότητα του αίματος και ως εκ τούτου αυξάνει και την απαιτούμενη δόση αντιπηκτικών... Τα γλυκοκορτικοστεροειδή μειώνουν ή ενισχύουν τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών.
  • προσοχή
    μειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών
  • Οινόπνευμα
    προσοχή
    ενισχύεται η ελκογόνος δράση τους
  • Ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος
    προσοχή
    τα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπεργλυκαιμία και απορρυθμίζουν το σακχαρώδη διαβήτη
    Σύστασηαπαιτείται αύξηση των δόσεών τους
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Συγκεκαλυμμένη λοίμωξη
  • Ευκαιριακή λοίμωξη
  • Ενεργή λοίμωξη
  • Επανενεργοποίηση φυματίωσης
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
  • Σάρκωμα Kaposi (έχει αναφερθεί ότι παρουσιάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή)
Αίμα
  • Λευκοκυττάρωση
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλαξία
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
  • Καταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες
Αναπνευστικό
  • Βρογχόσπασμος
  • Οίδημα λάρυγγα
  • Πνευμονική εμβολή
  • Σύνδρομο βαριάς αναπνοής
Δέρμα
  • Κνίδωση
  • Πετέχειες
  • Εκχυμώσεις
  • Ατροφία δέρματος
  • Διαταραχή χρωστικής δέρματος
  • Υποδερματική ατροφία
  • Δερματική ατροφία
Ενδοκρινικό
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
  • Καταστολή άξονα υπόφυσης-επινεφριδίων
  • Αύξηση απαιτήσεων σε ινσουλίνη
Μεταβολισμός
  • Κατακράτηση νατρίου
  • Κατακράτηση υγρών
  • Υποκαλιαιμική αλκάλωση
  • Διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης
  • Μειωμένη ανοχή υδατανθράκων
  • Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου
Ψυχιατρικές
  • Ψυχική διαταραχή
  • Ψυχωσικές εκδηλώσεις
  • Ευφορική συναισθηματική διάθεση
  • Αϋπνία
  • Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
  • Μεταβολή προσωπικότητας
  • Κατάθλιψη
  • Επιδείνωση προϋπάρχουσας συναισθηματικής αστάθειας
  • Ψυχωσική συμπεριφορά
Νευρικό
  • Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση
  • Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
  • Σπασμοί
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
Οφθαλμικές
  • Υποκαψικός καταρράκτης
  • Εξόφθαλμος
  • Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
Οφθαλμικές διαταραχές
  • τύφλωση μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής
Καρδιά
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
Αγγειακές
  • Θρόμβωση
  • Υπέρταση
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Πεπτικό έλκος (με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία)
Γαστρεντερικό
  • Γαστρορραγία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Οισοφαγίτιδα
  • Διάτρηση εντέρου
Μυοσκελετικό
  • Μυοπάθεια
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Οστεονέκρωση
  • Οστεοπόρωση
  • Παθολογικό κάταγμα
  • Έξαρση μετά την ένεση
  • Συμπιεστικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης
Αναπαραγωγικό
  • Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
Γενικές
  • Καθυστερημένη επούλωση
  • Στείρο απόστημα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
  • Μειωμένο κάλιο αίματος
  • Αυξημένο ασβέστιο ούρων
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
Τραυματισμοί
  • Ρήξη τένοντα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έξαρση μετά την ένεση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Ατροφία δέρματος
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο ασβέστιο ούρων
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Αύξηση απαιτήσεων σε ινσουλίνη
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Γαστρορραγία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Δερματική ατροφία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Διάτρηση εντέρου
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή χρωστικής δέρματος
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Εκχυμώσεις
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ενεργή λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Εξόφθαλμος
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Επανενεργοποίηση φυματίωσης
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση προϋπάρχουσας συναισθηματικής αστάθειας
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Ευκαιριακή λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Ευφορική συναισθηματική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Θρόμβωση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Καθυστέρηση ανάπτυξης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Καθυστερημένη επούλωση
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Κατακράτηση νατρίου
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Κατακράτηση υγρών
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Καταστολή άξονα υπόφυσης-επινεφριδίων
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Καταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Λευκοκυττάρωση
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη ανοχή υδατανθράκων
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Μειωμένο κάλιο αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Μεταβολή προσωπικότητας
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Οίδημα λάρυγγα
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Οισοφαγίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Οστεοπόρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Παθολογικό κάταγμα
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Πεπτικό έλκος (με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Μη γνωστές
  • Πετέχειες
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική εμβολή
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Ρήξη τένοντα
    Τραυματισμοί
    Μη γνωστές
  • Σάρκωμα Kaposi (έχει αναφερθεί ότι παρουσιάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή)
    Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
    Μη γνωστές
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Στείρο απόστημα
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Συγκεκαλυμμένη λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Συμπιεστικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο βαριάς αναπνοής
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Υποδερματική ατροφία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υποκαλιαιμική αλκάλωση
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υποκαψικός καταρράκτης
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Ψυχική διαταραχή
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ψυχωσικές εκδηλώσεις
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ψυχωσική συμπεριφορά
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • τύφλωση μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Γονιμότητα
    Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν τη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Κύηση
    Να χορηγούνται μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.
    Τα κορτικοστεροειδή διαπερνούν εύκολα το φραγμό του πλακούντα. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται στη μητέρα σε υψηλές δόσεις, ενδέχεται να προκαλέσουν δυσπλασίες στο έμβρυο. Τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες οι οποίες έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας. Δεν υπάρχουν γνωστές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια και τη στιγμή του τοκετού. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Γαλουχία
    Να χορηγούνται μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.
    Τα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Μπορεί να προκαλέσουν αναστολή της ανάπτυξης του θηλάζοντος βρέφους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Η θεραπεία είναι υποστηρικτική και συμπτωματική.
ΑιμοκάθαρσηΝαι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως συγκοπή, ίλιγγος και σπασμοί είναι πιθανές μετά τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Σε τέτοια περίπτωση, οι ασθενείς δε θα πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανές.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
warningΈκδοχα με γνωστή δράση — προσοχή σε δυσανεξίες/αλλεργίες
Ο διαλύτης στη συσκευασία ACT-O-VIAL περιέχει βενζυλική αλκοόλη (9 mg/ml)
Πλήρης κατάλογος (§6.1)
250 mg/φιαλίδιο (2 ml), κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα:
Κόνις: νάτριο φωσφορικό δισόξινο μονοϋδρικό, νάτριο φωσφορικό μονόξινο
Διαλύτης: ύδωρ για ενέσιμα
Διαλύτης (συσκευασία ACT-O-VIAL): βενζυλική αλκοόλη, ύδωρ για ενέσιμα
500 mg/ φιαλίδιο (4 ml), κόνις και διαλύτης για ενέσιμο διάλυμα:
Κόνις: νάτριο φωσφορικό δισόξινο μονοϋδρικό, νάτριο φωσφορικό μονόξινο
Διαλύτης: ύδωρ για ενέσιμα
Διαλύτης (συσκευασία ACT-O-VIAL): βενζυλική αλκοόλη, ύδωρ για ενέσιμα
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή. Κωδικός ATC: H02AB09

Τα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατοκορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε καταστάσεις έλλειψης ή ανεπάρκειας τους, είτε σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Τα συνθετικά παράγωγα των κορτικοστεροειδών έχουν ιδιότητες ανάλογες με τη δομή τους και διαφέρουν ως προς την απόλυτη δοσολογία. Με βάση τη δόση είναι περισσότερο ισχυροί αντιφλεγμονώδεις παράγοντες σε σύγκριση με τα φυσικά κορτικοστεροειδή. Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη είναι λευκή ή σχεδόν λευκή άοσμη υγροσκοπική κόνις. Είναι ευδιάλυτη στο νερό και στην αλκοόλη, δυσδιάλυτη στην ακετόνη και αδιάλυτη στο χλωροφόρμιο. Η χημική ονομασία είναι μετά νατρίου άλας του 21-ηλεκτρικού εστέρα της 11β, 17α-διϋδροξυ-πρεγνενο-4-διόνης-3,20, και το μοριακό της βάρος είναι 484,52.

Μηχανισμός δράσης

Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη είναι ένα αντιφλεγμονώδες φλοιοεπινεφριδικό στεροειδές. Ο ευδιάλυτος στο ύδωρ αυτός νατριοηλεκτρικός εστέρας της υδροκορτιζόνης επιτρέπει την άμεση ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων υδροκορτιζόνης εντός μικρού όγκου διαλυτικού μέσου και είναι ιδιαίτερα χρήσιμος όπου απαιτούνται ταχέως υψηλές πυκνότητες υδροκορτιζόνης στο αίμα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη έχει τις ίδιες μεταβολικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις με την υδροκορτιζόνη. Οι δύο ουσίες έχουν την ίδια βιολογική δραστικότητα, όταν χορηγούνται παρεντερικά και σε ισογραμμοριακές ποσότητες. Ο λόγος της δραστικότητας της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης και της νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, όπως αποδεικνύεται από τον αριθμό των ηωσινόφιλων, είναι τουλάχιστον 1:4. Αυτό συμφωνεί με τη σχετική δραστικότητα της μεθυλπρεδνιζολόνης και της υδροκορτιζόνης σε από του στόματος χορήγηση.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική
Μετά την ενδοφλέβια ένεση της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης η εκδήλωση των αποτελεσμάτων γίνεται εμφανής εντός μίας ώρας και διαρκεί για διάφορη χρονική περίοδο. Μόνο το ελεύθερο κλάσμα των κορτικοστεροειδών είναι φαρμακολογικά ενεργό ή μεταβολίζεται. Ο μεταβολισμός πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ και σε μικρότερη έκταση στα νεφρά. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα. Η απέκκριση της χορηγηθείσας δόσεως συμπληρώνεται εντός 12 ωρών. Έτσι, εάν απαιτούνται σταθερά υψηλές πυκνότητες στο αίμα, οι ενέσεις πρέπει να γίνονται ανά 4 έως 6 ώρες. Επίσης το σκεύασμα αυτό απορροφάται ταχέως και κατά την ενδομυϊκή χορήγηση και απεκκρίνεται με τον ίδιο τρόπο ο οποίος παρατηρείται και στην ενδοφλέβια ένεση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Η υδροκορτιζόνη συνδέεται με τον κυτταροπλασματικό υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών. Μετά τη σύνδεση στον υποδοχέα, το νεοσχηματισθέν σύμπλεγμα υποδοχέα-συνδέτη μεταφέρεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου συνδέεται με πολλά στοιχεία απόκρισης γλυκοκορτικοειδών…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή. Κωδικός ATC: H02AB09 Τα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατοκορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε…
Φαρμακοκινητική
Μετά την ενδοφλέβια ένεση της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης η εκδήλωση των αποτελεσμάτων γίνεται εμφανής εντός μίας ώρας και διαρκεί για διάφορη χρονική περίοδο. Μόνο το ελεύθερο κλάσμα των κορτικοστεροειδών είναι φαρμακολογικά ενεργό ή μεταβολίζεται. Ο…
Μεταβολισμός
Η υδροκορτιζόνη μεταβολίζεται σε 6-βητα υδροκορτιζόλη μέσω CYP3A, 5-βητα τετραϋδροκορτιζόλη μέσω 3-οξο-5-βητα-στεροειδούς 4-δεϋδρογενάσης, 5-άλφα τετραϋδροκορτιζόλη μέσω 3-οξο-5-άλφα-στεροειδούς 4-δεϋδρογενάσης 2, κορτιζόνη μέσω της ισοενζύμης 1 της…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Σωματική ανάπτυξη monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) Με προσοχή Νήπια και παιδιά σε παρατεταμένη θεραπεία
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Στενή Ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης
Στενή Ηλικιωμένοι και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες, κυρίως κατά τη μακροχρόνια χορήγηση
Κινάση κρεατίνης more_horizΆλλο / λοιπά — Κατά την εμφάνιση οξείας μυοπάθειας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Κύριο γλυκοκορτικοειδές που εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων. Το συνθετικό του ανάλογο χρησιμοποιείται, είτε ως ένεση είτε τοπικά, στη θεραπεία φλεγμονών, αλλεργιών, νόσων του συνδετικού ιστού, άσθματος, επινεφριδιακής ανεπάρκειας, shock και ορισμένων νεοπλασματικών καταστάσεων. [PubChem]
DrugBank

Indication

expand_more
Για την ανακούφιση των φλεγμονωδών και κνησμωδών εκδηλώσεων δερματοπαθειών που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή. Χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία ενδοκρινικών (ορμονικών) διαταραχών (ανεπάρκεια επινεφριδίων, νόσος του Addison). Χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία πολλών ανοσολογικών και αλλεργικών διαταραχών, όπως αρθρίτιδα, λύκος, σοβαρή ψωρίαση, σοβαρό άσθμα, ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Η υδροκορτιζόνη είναι το πιο σημαντικό ανθρώπινο γλυκοκορτικοειδές. Είναι απαραίτητη για τη ζωή και ρυθμίζει ή υποστηρίζει ποικίλες σημαντικές καρδιαγγειακές, μεταβολικές, ανοσολογικές και ομοιόστατικές λειτουργίες. Η τοπική υδροκορτιζόνη χρησιμοποιείται για τις αντιφλεγμονώδεις ή ανοσοκατασταλτικές της ιδιότητες για τη θεραπεία φλεγμονών λόγω δερματοπαθειών που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή. Τα γλυκοκορτικοειδή είναι μια κατηγορία στεροειδών ορμονών που χαρακτηρίζονται από την ικανότητα να συνδέονται με τον υποδοχέα της κορτιζόλης και να πυροδοτούν μια ποικιλία σημαντικών καρδιαγγειακών, μεταβολικών, ανοσολογικών και ομοιόστατικών επιδράσεων. Τα γλυκοκορτικοειδή διακρίνονται από τα αλατοκορτικοειδή και τα στεροειδή των φύλων από διαφορετικούς υποδοχείς, κυτταρικούς στόχους και επιδράσεις. Τεχνικά, ο όρος κορτικοστεροειδές αναφέρεται τόσο στα γλυκοκορτικοειδή όσο και στα αλατοκορτικοειδή, αλλά συχνά χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του γλυκοκορτικοειδούς. Τα γλυκοκορτικοειδή καταστέλλουν την κυτταρομεσολαβούμενη ανοσία. Δρουν αναστέλλοντας γονίδια που κωδικοποιούν τις κυτοκίνες IL-1, IL-2, IL-3, IL-4, IL-5, IL-6, IL-8 και TNF-alpha, με την IL-2 να είναι η πιο σημαντική. Η μειωμένη παραγωγή κυτοκινών περιορίζει τον πολλαπλασιασμό των Τ κυττάρων. Τα γλυκοκορτικοειδή καταστέλλουν επίσης την χυμική ανοσία, προκαλώντας στα Β κύτταρα να εκφράζουν χαμηλότερα επίπεδα IL-2 και υποδοχέων IL-2. Αυτό μειώνει τόσο την κλωνική επέκταση των Β κυττάρων όσο και τη σύνθεση αντισωμάτων. Τα μειωμένα επίπεδα IL-2 οδηγούν επίσης σε λιγότερο ενεργοποιημένα Τ λεμφοκύτταρα.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η υδροκορτιζόνη συνδέεται με τον κυτταροπλασματικό υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών. Μετά τη σύνδεση στον υποδοχέα, το νεοσχηματισθέν σύμπλεγμα υποδοχέα-συνδέτη μεταφέρεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου συνδέεται με πολλά στοιχεία απόκρισης γλυκοκορτικοειδών (GRE) στην περιοχή προαγωγής των γονιδίων-στόχων. Ο συνδεδεμένος στο DNA υποδοχέας αλληλεπιδρά στη συνέχεια με βασικούς μεταγραφικούς παράγοντες, προκαλώντας αύξηση της έκφρασης συγκεκριμένων γονιδίων-στόχων. Οι αντιφλεγμονώδεις δράσεις των κορτικοστεροειδών πιστεύεται ότι περιλαμβάνουν τις λιποκορτίνες, πρωτεΐνες που αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2, οι οποίες, μέσω της αναστολής του αραχιδονικού οξέος, ελέγχουν τη βιοσύνθεση των προσταγλανδινών και λευκοτριενών. Συγκεκριμένα, τα γλυκοκορτικοειδή προκαλούν τη σύνθεση λιποκορτίνης-1 (αννεξίνη-1), η οποία στη συνέχεια συνδέεται με τις κυτταρικές μεμβράνες, εμποδίζοντας τη φωσφολιπάση Α2 να έρθει σε επαφή με το υπόστρωμά της, το αραχιδονικό οξύ. Αυτό οδηγεί σε μειωμένη παραγωγή εικοσανοειδών. Η έκφραση της κυκλοοξυγενάσης (τόσο COX-1 όσο και COX-2) επίσης καταστέλλεται, ενισχύοντας την επίδραση. Με άλλα λόγια, τα δύο κύρια προϊόντα της φλεγμονής, οι προσταγλανδίνες και οι λευκοτριένες, αναστέλλονται από τη δράση των γλυκοκορτικοειδών. Τα γλυκοκορτικοειδή διεγείρουν επίσης τη διαφυγή της λιποκορτίνης-1 στον εξωκυττάριο χώρο, όπου συνδέεται με τους υποδοχείς της μεμβράνης των λευκοκυττάρων και αναστέλλει διάφορες φλεγμονώδεις διεργασίες: προσκόλληση επιθηλίου, μετανάστευση, χημειοταξία, φαγοκυττάρωση, αναπνευστική έκρηξη και την απελευθέρωση διαφόρων φλεγμονωδών μεσολαβητών (λυσοσωμικά ένζυμα, κυτοκίνες, ενεργοποιητής του ινολυτικού πλάσματος, χημειοκίνες κ.λπ.) από ουδετερόφιλα, μακροφάγα και μαστοκύτταρα. Επιπλέον, το ανοσοποιητικό σύστημα καταστέλλεται από τα κορτικοστεροειδή λόγω μείωσης της λειτουργίας του λεμφικού συστήματος, μείωσης των συγκεντρώσεων ανοσοσφαιρινών και συμπληρωμάτων, πρόκλησης λεμφοπενίας και παρεμβολής στη σύνδεση αντιγόνου-αντισώματος.
DrugBank

Absorption

expand_more
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή μπορούν να απορροφηθούν από το φυσιολογικό, άθικτο δέρμα. Η φλεγμονή και/ή άλλες παθολογικές διεργασίες στο δέρμα αυξάνουν τη διαδερμική απορρόφηση.
DrugBank

Half life

expand_more
6-8 ώρες
DrugBank

Protein binding

expand_more
95%
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Τα κορτικοστεροειδή μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ και στη συνέχεια απεκκρίνονται από τους νεφρούς. Ορισμένα από τα τοπικά κορτικοστεροειδή και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται επίσης μέσω της χολής.
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
null
DrugBank

Clearance

expand_more
null
DrugBank

Toxicity

expand_more
Οι παρενέργειες περιλαμβάνουν αναστολή της οστικής διαμόρφωσης, καταστολή της απορρόφησης ασβεστίου και καθυστερημένη επούλωση πληγών.

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Νόσος Crohn Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Γαστρεντερολογικών Νοσημάτων

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Κορτικοστεροειδή από το ορθό) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

📋 Ελκώδης Κολίτιδα Θεραπευτικό Πρωτόκολλο Συνταγογράφησης — Υπ. Υγείας, Ιανουάριος 2024
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Β3 H02AB09
    Βαριά προσβολή (ανεξαρτήτως έκτασης) — εισαγωγή στο νοσοκομείο
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Κορτικοστεροειδή – τοπικά

Σταδιακή μείωση CR: Χαμηλό DP: Χαμηλό

Για ασθενείς που λαμβάνουν επί του παρόντος μακροχρόνια θεραπεία με τοπικά κορτικοστεροειδή, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της ισχύος ή της συχνότητας εφαρμογής (ή και των δύο).

⚠ Η μακροχρόνια συνεχής ή ακατάλληλη χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα εκείνων μέτριας έως υψηλής ισχύος, μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη εξάρσεων αναπήδησης μετά τη διακοπή της θεραπείας (π.χ. δερματίτιδα με έντονη ερυθρότητα, τσούξιμο και κάψιμο που μπορεί να εξαπλωθεί πέρα από την αρχική περιοχή θεραπείας). Αναφέρετε τυχόν ύποπτες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων στο σύστημα Yellow Card, συμπεριλαμβανομένων εκείνων μετά τη διακοπή των τοπικών κορτικοστεροειδών.

monitoringΝα είστε σε επαγρύπνηση για τα σημεία και συμπτώματα των αντιδράσεων απόσυρσης τοπικών στεροειδών.
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5754
Μοριακός τύπος
C21H30O5
Μοριακό βάρος
362.5
IUPAC
(8S,9S,10R,11S,13S,14S,17R)-11,17-dihydroxy-17-(2-hydroxyacetyl)-10,13-dimethyl-2,6,7,8,9,11,12,14,15,16-decahydro-1H-cyclopenta[a]phenanthren-3-one
InChIKey
JYGXADMDTFJGBT-VWUMJDOOSA-N
Κατάταξη MeSH
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.