Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A01AC03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

HYDROCORTISONE

Κορτιζόλη

Kατά την σύγκριση των διαφόρων κορτικοστεροειδών φαρμάκων λαμβάνεται υπόψη η αντιφλεγμονώδης ισχύς τους (δηλ. η γλυκοκορτικοειδής ιδιότητα) σε σχέση με την αλατοκορτικοειδή (Πίνακας 6.2) t6.2.jpg: H ισχυρή αντιφλεγμονώδης ιδιότητα θεωρείται πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από …

Chemical structure of HYDROCORTISONE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Tοπική θεραπεία ελκώδους κολίτιδας, ορθοσιγμοειδίτιδας.
medication
SPC-SOLU-CORTEF

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια, ενδομυϊκή, ενδοφλέβια έγχυση.
Χορήγηση:
Η αρχική δόση χορηγείται σε διάστημα 30 δευτερολέπτων έως 10 λεπτών. Επαναλήψεις σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών.
Δόση έναρξης:
100 έως 500 mg ενδοφλεβίως
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να επαναληφθεί ανάλογα με την ανταπόκριση και την κλινική κατάσταση. Σε οξείες καταστάσεις μπορεί να απαιτηθούν μεγαλύτερες δόσεις. Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά.
  • βρέφη και παιδιά
    Η δόση μπορεί να μειωθεί, αλλά καθορίζεται από τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς, παρά από την ηλικία ή το βάρος. Δεν θα πρέπει να είναι μικρότερη των 25 mg ημερησίως.
  • ασθενείς με ηπατική νόσο
    Μπορεί να υπάρξει αυξημένη επίδραση, απαιτείται χορήγηση μειωμένης δόσης.
block
SPC-SOLU-CORTEF

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
  • Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών.
warning
SPC-SOLU-CORTEF

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ασθενείς που βρίσκονται σε καταστάσεις στρες
  • Δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια
  • Επιδείνωση υποκείμενων παθήσεων
    Πληθυσμόςσε ασθενείς με άσθμα
  • Λοιμώξεις
    Η χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να συγκαλύψει ορισμένα κλινικά σημεία λοίμωξης και νέες λοιμώξεις μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Πιθανόν να παρουσιαστεί μειωμένη αντίσταση κατά των λοιμώξεων και ανικανότητα του οργανισμού να περιορίσει τις λοιμώξεις όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή. Λοιμώξεις με κάποιο παθογόνο, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων από ιούς, βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα ή έλμινθες, σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, μπορεί να σχετίζονται με τη χρήση κορτικοστεροειδών, μόνων ή σε συνδυασμό με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες που επηρεάζουν την κυτταρική ανοσία, τη χυμική ανοσία ή τη λειτουργία των ουδετερόφιλων. Οι λοιμώξεις αυτές μπορεί να είναι ήπιες, αλλά μπορούν να είναι και σοβαρές ακόμα και θανατηφόρες σε μερικές περιπτώσεις. Με αυξανόμενες δόσεις κορτικοστεροειδών, ο ρυθμός εμφάνισης λοιμωδών επιπλοκών αυξάνει.
  • Αμοιβαδίτιδα
    Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι’ αυτό συνιστάται να αποκλειστεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη, πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια.
  • Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις
    Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτόν το λόγο δε θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων, εκτός και αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Οφθαλμικές επιπλοκές
    Η παρατεταμένη χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου και μπορεί να υποβοηθήσει την εγκατάσταση δευτεροπαθούς οφθαλμικής λοίμωξης που οφείλεται σε μύκητες ή ιούς. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με οφθαλμικό έρπητα λόγω κινδύνου πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς και γλαυκώματος.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις αναφυλακτικών αντιδράσεων ή αντιδράσεων υπερευαισθησίας, σε παρεντερική κυρίως χορήγηση κορτικοστεροειδών. Σε χορήγηση κορτικοστεροειδών πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ιδίως αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.
  • Μετα-έμφραγμα μυοκαρδίου
    Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.
  • Επιδράσεις στα ηλεκτρολύτες
    Μέτριες ή μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος και αυξημένη αποβολή καλίου. Υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να συμβούν τα φαινόμενα αυτά με τα συνθετικά ανάλογα, εκτός αν χορηγούνται σε υψηλές δόσεις. Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός της χρήσης του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου. Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.
  • Φυματίωση
    Αν θεωρηθεί ότι ενδείκνυται χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης, απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών, γιατί μπορεί να υπάρξει επανενεργοποίηση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χημειοπροφύλαξη.
  • Σαρκώμα Kaposi
    Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση.
  • Σοβαρές παθολογικές καταστάσεις
    Θα πρέπει όμως πάντα να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το προσδοκώμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι: γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, οφθαλμικός έρπης, γλαύκωμα, οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, ψυχώσεις, αμέσως πριν και μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό, καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μυασθένεια.
  • Ηπατική νόσος
    Η υδροκορτιζόνη ενδέχεται να εμφανίσει αυξημένη δράση σε ασθενείς με ηπατική νόσο, καθώς ο μεταβολισμός και η αποβολή της υδροκορτιζόνης είναι σημαντικά μειωμένοι σε αυτούς τους ασθενείς.
  • Ψυχικές επιδράσεις
    Μπορεί να παρουσιαστεί ψυχική απορρύθμιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κορτικοστεροειδή που κυμαίνεται από ευφορία, αϋπνία, αλλαγή της ψυχικής διάθεσης, διαταραχές της προσωπικότητας και βαριά κατάθλιψη μέχρι εμφανείς ψυχωσικές εκδηλώσεις. Επίσης, προϋπάρχουσα συγκινησιακή αστάθεια ή τάση προς ψύχωση μπορεί να επιδεινωθούν με τη χορήγηση κορτικοστεροειδών.
  • Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
    Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή έχει συσχετιστεί με κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
    Συνήθως κατά τη μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων.
  • Κρίση φαιοχρωμοκυτώματος
    Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμα μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση του οφέλους έναντι του κινδύνου.
  • Οξεία μυοπάθεια
    Ενδέχεται να παρατηρηθούν αυξήσεις της κινάσης της κρεατίνης. Μπορεί να απαιτηθούν εβδομάδες έως χρόνια για την κλινική βελτίωση ή ίαση μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών.
  • Ελκώδης κολίτιδα
    Τα συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών, μπορεί να είναι ελάχιστα ή να μην υπάρχουν.
  • Λιπώδης εμβολή
    Σαν πιθανή επιπλοκή της υπερκορτιζολαιμίας.
  • Θρομβοεμβολικές διαταραχές
    Ως αποτέλεσμα, τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που εμφανίζουν θρομβοεμβολικές διαταραχές και σε άτομα με προδιαθεσικούς παράγοντες για θρομβοεμβολικές διαταραχές.
  • Σηπτική καταπληξία
    Δε συνιστάται η τακτική χρήση τους στη σηπτική καταπληξία. Εντούτοις, μετα-αναλύσεις και μία ανασκόπηση προτείνουν ότι μεγαλύτερης διάρκειας σχήματα (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων κορτικοστεροειδών ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα, ειδικά σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.
  • Τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις
    Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν ενδείκνυνται και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία τραυματικών εγκεφαλικών κακώσεων. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με τη θεραπεία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη.
  • Χρήση σε Παιδιά
    Παιδιά που βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιμώξεις σε σχέση με υγιή παιδιά. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βαρύτερη ή ακόμη και θανατηφόρα πορεία σε παιδιά υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή. Παιδιά ή ενήλικες που δεν έχουν προσβληθεί από τα ανωτέρω νοσήματα, αλλά βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν να εκτίθενται σε ανεμοβλογιά και ιλαρά, και αν τυχόν εκτεθούν σε αυτά τα νοσήματα, να συμβουλεύονται γιατρό. Σε περίπτωση έκθεσης στα νοσήματα αυτά, πιθανόν να ενδείκνυται η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη εναντίον του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρος (VZIG) ή με έτοιμη προς χρήση ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG), ανάλογα με την περίπτωση. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιιικά φάρμακα. Τα κορτικοειδή προκαλούν επιβράδυνση της ανάπτυξης των νηπίων, παιδιών και εφήβων. Η σωματική ανάπτυξη των νηπίων και των παιδιών που ακολουθούν παρατεταμένη θεραπεία με κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή.
  • Ηλικιωμένοι και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες
    Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες των κορτικοστεροειδών και ειδικά οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, τάση ανάπτυξης φλεγμονών και λέπτυνση του δέρματος, μπορεί να έχουν περισσότερο σοβαρές συνέπειες σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες κυρίως κατά τη μακροχρόνια χορήγηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται στενή παρακολούθηση του ασθενούς.
  • Καταστολή άξονα ΥΥΕ
    Η μακροχρόνια χορήγηση γλυκοκορτικοειδών οδηγεί σε καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια (ΥΥΕ), δηλαδή σε αναστολή της φλοιοεπινεφριδικής λειτουργίας. Ο βαθμός της αναστολής αυτής εξαρτάται από τη δόση, την ισχύ του χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς, τη συχνότητα και τη διάρκεια χορήγησής του στη διάρκεια του 24ώρου, την ημιπερίοδο ζωής του στους ιστούς και τη συνολική χρονική διάρκεια της θεραπείας. Σημειώνεται ότι η κατασταλτική ενέργεια των γλυκοκορτικοειδών στον άξονα ΥΥΕ είναι εντονότερη και πιο παρατεταμένη, όταν χορηγούνται τις νυκτερινές ώρες. Σε φυσιολογικά άτομα, 1 mg δεξαμεθαζόνης χορηγούμενης τη νύχτα αναστέλλει την έκκριση της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης της υπόφυσης για 24 ώρες.
  • Σύνδρομο στέρησης
    Αιφνίδια ή απότομη μείωση της δόσης των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται να προκαλέσει "σύνδρομο στέρησης" που χαρακτηρίζεται από οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια με μυϊκή αδυναμία, υπόταση, υπογλυκαιμία, ναυτία, εμέτους, ανησυχία, μυαλγίες, αρθραλγίες ή υποτροπή των συμπτωμάτων της θεραπευόμενης νόσου.
  • Βενζυλική αλκοόλη
    Να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση που είναι απαραίτητο και εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πιθανές εναλλακτικές. Αν χορηγείται σε υψηλές ποσότητες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση). Πρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας. Τα προϊόντα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε πρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννητα εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο.
swap_horiz
SPC-SOLU-CORTEF

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Επαγωγείς των μικροσωμιακών ηπατικών ενζύμων (π.χ. βαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη)
    Αύξηση του μεταβολισμού των γλυκοκορτικοστεροειδών.
    ΣύστασηΠροσαρμογή της δόσης των γλυκοκορτικοστεροειδών επί προσθήκης ή διακοπής των επαγωγέων.
  • Οιστρογόνα
    Μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα υδροκορτιζόνης μέσω αύξησης της τρανσκορτίνης.
    ΣύστασηΡύθμιση δόσης γλυκοκορτικοστεροειδών.
  • Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες (π.χ. ινδομεθακίνη)
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους.
  • Πιθανότητα μείωσης συγκέντρωσης στο αίμα. Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους σε ασθενείς με ιστορικό. Πιθανή αύξηση συγκέντρωσης στο πλάσμα και σπάνια δηλητηρίαση κατά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών.
  • Φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία (π.χ. θειαζίδες, φουροσεμίδη, αιθακρινικό οξύ, αμφοτερικίνη Β)
    Ενίσχυση της απώλειας καλίου. Κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού σε συνδυασμό με δακτυλίτιδα.
    ΣύστασηΣυχνός έλεγχος καλίου ορού.
  • Αντιχολινεστερασικοί παράγοντες (π.χ. αμβενόνιο, νεοστιγμίνη, πυριδοστιγμίνη)
    Έντονη αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια Gravis.
    ΣύστασηΔιακοπή αναστολέων χολινεστεράσης τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη κορτικοστεροειδών.
  • Εμβόλια και ανατοξίνες
    Μειωμένη ανταπόκριση. Πολλαπλασιασμός μικροοργανισμών σε ζωντανά εμβόλια. Επιδείνωση νευρολογικών αντιδράσεων.
    ΣύστασηΑποφυγή εμβολιασμού κατά της ευλογιάς. Γενικά αναβολή εμβολιασμών/ανατοξινοθεραπειών. Επαρκής ανοσολογική ανταπόκριση πρέπει να επιβεβαιωθεί.
  • Αντιπηκτικά από του στόματος (κουμαρινικά)
    Προσοχή
    Σπανίως αύξηση πηκτικότητας αίματος, απαιτείται αύξηση δόσης αντιπηκτικών. Μείωση ή ενίσχυση δράσης.
  • Μείωση δραστικότητας γλυκοκορτικοστεροειδών.
  • Οινόπνευμα
    Ενίσχυση ελκογόνου δράσης.
  • Ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος
    Προκαλούν υπεργλυκαιμία, απορρύθμιση σακχαρώδους διαβήτη.
    ΣύστασηΑπαιτείται αύξηση δόσεων ινσουλίνης/αντιδιαβητικών.
sick
SPC-SOLU-CORTEF

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Λοίμωξη συγκεκαλυμμένη
  • Ευκαιριακή λοίμωξη (από οποιοδήποτε παθογόνο, σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, από ήπια έως θανατηφόρος)
  • Λοίμωξη (που μετατρέπεται σε ενεργή, συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης της φυματίωσης)
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
  • Σάρκωμα Kaposi (έχει αναφερθεί ότι παρουσιάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Λευκοκυττάρωση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, βρογχόσπασμος, οίδημα λάρυγγα, κνίδωση)
  • Μπορεί να καταστείλει αντιδράσεις σε δερματικές δοκιμασίες
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
  • Καταστολή του άξονα υπόφυσης-επινεφριδίων
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Κατακράτηση νατρίου
  • Κατακράτηση υγρών
  • Αλκάλωση υποκαλιαιμική
  • Ανοχή γλυκόζης διαταραγμένη
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Ψυχική διαταραχή/ψυχωσικές εκδηλώσεις (Ευφορική συναισθηματική διάθεση, Αϋπνία, Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης, Μεταβολή προσωπικότητας, Κατάθλιψη, Επιδείνωση προϋπάρχουσας Συναισθηματικής Αστάθειας ή Ψυχωσική συμπεριφορά)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη
  • Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
  • Σπασμοί
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Καταρράκτης υποκαψικός
  • Εξόφθαλμος
  • Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
Καρδιακές διαταραχές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική (σε ευπαθείς ασθενείς)
Αγγειακές διαταραχές
  • Θρόμβωση
  • Υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Πνευμονική εμβολή
  • Σύνδρομο βαριάς αναπνοής (Gasping)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Πεπτικό έλκος (με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία)
  • Γαστρορραγία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Οισοφαγίτιδα
  • Διάτρηση του εντέρου
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Πετέχειες
  • Εκχυμώσεις
  • Ατροφία δέρματος
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
  • Μυοπάθεια
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Οστεονέκρωση
  • Οστεοπόρωση
  • Παθολογικό κάταγμα
  • Καθυστερημένη ανάπτυξη
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Έμμηνος ρύση ακανόνιστη
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Καθυστερημένη επούλωση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Ενδοφθάλμια πίεση αυξημένη
  • Ανοχή υδατανθράκων μειωμένη
  • Αύξηση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη (ή των από στόματος υπογλυκαιμικών φαρμάκων σε διαβητικούς ασθενείς)
  • Κάλιο αίματος μειωμένο
  • Ισοζύγιο αζώτου αρνητικό (οφειλόμενο σε καταβολισμό των πρωτεϊνών)
  • Ασβέστιο ούρων αυξημένο
  • Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη
  • Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη
  • Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Συμπιεστικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης
  • Ρήξη τένοντα (ιδιαίτερα του Αχίλλειου τένοντα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Λοίμωξη συγκεκαλυμμένη
    Μη Γνωστή
  • Ευκαιριακή λοίμωξη (από οποιοδήποτε παθογόνο, σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, από ήπια έως θανατηφόρος)
    Μη Γνωστή
  • Λοίμωξη (που μετατρέπεται σε ενεργή, συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης της φυματίωσης)
    Μη Γνωστή
  • Σάρκωμα Kaposi
    Μη Γνωστή
  • Λευκοκυττάρωση
    Μη Γνωστή
  • Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, βρογχόσπασμος, οίδημα λάρυγγα, κνίδωση)
    Μη Γνωστή
  • Μπορεί να καταστείλει αντιδράσεις σε δερματικές δοκιμασίες
    Μη Γνωστή
  • Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
    Μη Γνωστή
  • Καταστολή του άξονα υπόφυσης-επινεφριδίων
    Μη Γνωστή
  • Κατακράτηση νατρίου
    Μη Γνωστή
  • Κατακράτηση υγρών
    Μη Γνωστή
  • Αλκάλωση υποκαλιαιμική
    Μη Γνωστή
  • Ανοχή γλυκόζης διαταραγμένη
    Μη Γνωστή
  • Ψυχική διαταραχή/ψυχωσικές εκδηλώσεις (Ευφορική συναισθηματική διάθεση, Αϋπνία, Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης, Μεταβολή προσωπικότητας, Κατάθλιψη, Επιδείνωση προϋπάρχουσας Συναισθηματικής Αστάθειας ή Ψυχωσική συμπεριφορά)
    Μη Γνωστή
  • Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη
    Μη Γνωστή
  • Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
    Μη Γνωστή
  • Σπασμοί
    Μη Γνωστή
  • Επισκληρίδια λιπωμάτωση
    Μη Γνωστή
  • Καταρράκτης υποκαψικός
    Μη Γνωστή
  • Εξόφθαλμος
    Μη Γνωστή
  • Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
    Μη Γνωστή
  • Καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική (σε ευπαθείς ασθενείς)
    Μη Γνωστή
  • Θρόμβωση
    Μη Γνωστή
  • Υπέρταση
    Μη Γνωστή
  • Πνευμονική εμβολή
    Μη Γνωστή
  • Σύνδρομο βαριάς αναπνοής (Gasping)
    Μη Γνωστή
  • Πεπτικό έλκος (με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία)
    Μη Γνωστή
  • Γαστρορραγία
    Μη Γνωστή
  • Παγκρεατίτιδα
    Μη Γνωστή
  • Οισοφαγίτιδα
    Μη Γνωστή
  • Διάτρηση του εντέρου
    Μη Γνωστή
  • Πετέχειες
    Μη Γνωστή
  • Εκχυμώσεις
    Μη Γνωστή
  • Ατροφία δέρματος
    Μη Γνωστή
  • Μυοπάθεια
    Μη Γνωστή
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μη Γνωστή
  • Οστεονέκρωση
    Μη Γνωστή
  • Οστεοπόρωση
    Μη Γνωστή
  • Παθολογικό κάταγμα
    Μη Γνωστή
  • Καθυστερημένη ανάπτυξη
    Μη Γνωστή
  • Έμμηνος ρύση ακανόνιστη
    Μη Γνωστή
  • Καθυστερημένη επούλωση
    Μη Γνωστή
  • Ενδοφθάλμια πίεση αυξημένη
    Μη Γνωστή
  • Ανοχή υδατανθράκων μειωμένη
    Μη Γνωστή
  • Αύξηση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη (ή των από στόματος υπογλυκαιμικών φαρμάκων σε διαβητικούς ασθενείς)
    Μη Γνωστή
  • Κάλιο αίματος μειωμένο
    Μη Γνωστή
  • Ισοζύγιο αζώτου αρνητικό (οφειλόμενο σε καταβολισμό των πρωτεϊνών)
    Μη Γνωστή
  • Ασβέστιο ούρων αυξημένο
    Μη Γνωστή
  • Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη
    Μη Γνωστή
  • Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη
    Μη Γνωστή
  • Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη
    Μη Γνωστή
  • Συμπιεστικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης
    Μη Γνωστή
  • Ρήξη τένοντα (ιδιαίτερα του Αχίλλειου τένοντα)
    Μη Γνωστή
  • Τύφλωση μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής
    Σπάνιες
  • Αύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματος
    Μη Γνωστή
  • Υποδερματική ή δερματική ατροφία
    Μη Γνωστή
  • Στείρο απόστημα
    Μη Γνωστή
  • Έξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση)
    Μη Γνωστή
pregnant_woman
SPC-SOLU-CORTEF

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Γονιμότητα
    Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν τη γονιμότητα
  • Κύηση
    τα συγκεκριμένα φάρμακα θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εγκυμοσύνη... μόνο εάν κριθεί ότι τα οφέλη από τη θεραπεία υπερτερούν των πιθανών κινδύνων
  • Γαλουχία
    τα συγκεκριμένα φάρμακα θα πρέπει να χορηγούνται... σε μητέρες που θηλάζουν... μόνο εάν κριθεί ότι τα οφέλη από τη θεραπεία υπερτερούν των πιθανών κινδύνων
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η υδροκορτιζόνη συνδέεται με τον κυτταροπλασματικό υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών. Μετά τη σύνδεση στον υποδοχέα, το νεοσχηματισθέν σύμπλεγμα υποδοχέα-συνδέτη μεταφέρεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου συνδέεται με πολλά στοιχεία απόκρισης γλυκοκορτικοειδών…
monitor_heart
SPC-SOLU-CORTEF

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή. Κωδικός ATC: H02AB09 Τα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατοκορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε…
biotech
SPC-SOLU-CORTEF

Φαρμακοκινητική

expand_more
Μετά την ενδοφλέβια ένεση της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης η εκδήλωση των αποτελεσμάτων γίνεται εμφανής εντός μίας ώρας και διαρκεί για διάφορη χρονική περίοδο. Μόνο το ελεύθερο κλάσμα των κορτικοστεροειδών είναι φαρμακολογικά ενεργό ή μεταβολίζεται. Ο…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η υδροκορτιζόνη μεταβολίζεται σε 6-βητα υδροκορτιζόλη μέσω CYP3A, 5-βητα τετραϋδροκορτιζόλη μέσω 3-οξο-5-βητα-στεροειδούς 4-δεϋδρογενάσης, 5-άλφα τετραϋδροκορτιζόλη μέσω 3-οξο-5-άλφα-στεροειδούς 4-δεϋδρογενάσης 2, κορτιζόνη μέσω της ισοενζύμης 1 της…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more
Το Solu-Cortef μπορεί να χορηγηθεί με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση ή με ενδοφλέβια έγχυση. Η προτιμώμενη μέθοδος για αρχική επείγουσα χορήγηση είναι η ενδοφλέβια ένεση. Oι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με τη χορήγηση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για το μικρότερο χρονικό διάστημα. Η αρχική δόση μπορεί να κυμαίνεται από 100 έως 500 mg ενδοφλεβίως, ανάλογα με την κλινική κατάσταση χορηγουμένη ενδοφλεβίως σε διάστημα 30 δευτερολέπτων έως 10 λεπτών. Η δόση αυτή είναι δυνατόν να επαναληφθεί σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών ανάλογα με την ανταπόκριση και την κλινική κατάσταση του ασθενούς. Ενώ η δόση για τα βρέφη και τα παιδιά είναι δυνατό να μειωθεί, εν τούτοις αυτή καθορίζεται μάλλον από την σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς παρά από την ηλικία ή το βάρος του σώματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πάντως, όμως, δε θα πρέπει να είναι μικρότερη των 25 mg ημερησίως. Σε ασθενείς με ηπατική νόσο μπορεί να υπάρξει μία αυξημένη επίδραση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η χορήγηση μειωμένης δόσης. Μπορεί να απαιτηθούν μεγαλύτερες δόσεις υδροκορτιζόνης για τη βραχυχρόνια αντιμετώπιση σοβαρών, οξέων καταστάσεων. Γενικά η θεραπεία με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών πρέπει να συνεχίζεται μόνο μέχρις ότου η κατάσταση του ασθενούς σταθεροποιηθεί, συνήθως όχι πέραν των 48 έως 72 ωρών. Όταν η θεραπεία με υψηλές δόσεις υδροκορτιζόνης επιβάλλεται να συνεχιστεί πέραν των 48-72 ωρών, είναι δυνατόν να επέλθει υπερνατριαιμία. Σε αυτές τις καταστάσεις μπορεί να είναι επιθυμητό να αντικατασταθεί το Solu-Cortef με ένα κορτικοστεροειδές, όπως η μεθυλπρεδνιζολόνη, η οποία προκαλεί μικρή ή καμία κατακράτηση νατρίου. Διαδοχικές δόσεις μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς, κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική του κατάσταση. Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή είναι συμπληρωματική και δεν υποκαθιστά την ειδική θεραπεία. Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά αναλόγως του χρόνου διάρκειας της θεραπείας. Σε χρόνιες καταστάσεις, εάν επέλθει μια περίοδος ύφεσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
block

Αντενδείξεις

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
  • Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούς αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more

Κορτικοστεροειδή και στρες Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή και βρίσκονται σε καταστάσεις στρες, απαιτούν αυξημένη δόση ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο της στρεσσογόνου καταστάσεως.

Δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια Η προκαλούμενη από το φάρμακο δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια είναι δυνατή να ελαχιστοποιηθεί με σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Αυτός ο τύπος σχετικής ανεπάρκειας μπορεί να επιμείνει για μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ως εκ τούτου, σε οποιαδήποτε κατάσταση στρες που θα προκύψει στην περίοδο αυτή, πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση θεραπείας.

Επιδείνωση υποκείμενων παθήσεων Σε σπάνιες περιπτώσεις, μείωση ή διακοπή των από του στόματος χορηγουμένων κορτικοστεροειδών μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενες παθήσεις που συνοδεύονται από ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg Strauss) σε ασθενείς με άσθμα.

Λοιμώξεις Η χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να συγκαλύψει ορισμένα κλινικά σημεία λοίμωξης και νέες λοιμώξεις μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της χρήσης τους. Πιθανόν να παρουσιαστεί μειωμένη αντίσταση κατά των λοιμώξεων και ανικανότητα του οργανισμού να περιορίσει τις λοιμώξεις όταν χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή. Λοιμώξεις με κάποιο παθογόνο, συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων από ιούς, βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα ή έλμινθες, σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, μπορεί να σχετίζονται με τη χρήση κορτικοστεροειδών, μόνων ή σε συνδυασμό με άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες που επηρεάζουν την κυτταρική ανοσία, τη χυμική ανοσία ή τη λειτουργία των ουδετερόφιλων. Οι λοιμώξεις αυτές μπορεί να είναι ήπιες, αλλά μπορούν να είναι και σοβαρές ακόμα και θανατηφόρες σε μερικές περιπτώσεις. Με αυξανόμενες δόσεις κορτικοστεροειδών, ο ρυθμός εμφάνισης λοιμωδών επιπλοκών αυξάνει.

Αμοιβαδίτιδα Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να ενεργοποιήσουν λανθάνουσα αμοιβάδωση. Γι’ αυτό συνιστάται να αποκλειστεί η λανθάνουσα ή η εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη, πριν αρχίσει η θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε κάθε ασθενή με ανεξήγητη διάρροια.

Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να επιδεινώσουν τις συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις και γι’ αυτόν το λόγο δε θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εμφάνιση τέτοιων λοιμώξεων, εκτός και αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων που οφείλονται στην αμφοτερικίνη Β. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις όπου η ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β και υδροκορτιζόνης επέφερε καρδιακή διόγκωση και συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Οφθαλμικές επιπλοκές Η παρατεταμένη χρήση των κορτικοστεροειδών μπορεί να προκαλέσει οπίσθιο υποκαψικό καταρράκτη, γλαύκωμα με πιθανή βλάβη του οπτικού νεύρου και μπορεί να υποβοηθήσει την εγκατάσταση δευτεροπαθούς οφθαλμικής λοίμωξης που οφείλεται σε μύκητες ή ιούς. Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με οφθαλμικό έρπητα λόγω κινδύνου πιθανής διάτρησης του κερατοειδούς και γλαυκώματος.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις αναφυλακτικών αντιδράσεων ή αντιδράσεων υπερευαισθησίας, σε παρεντερική κυρίως χορήγηση κορτικοστεροειδών. Σε χορήγηση κορτικοστεροειδών πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ιδίως αν ο ασθενής έχει ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακα.

Μετα-έμφραγμα μυοκαρδίου Αναφορές στη βιβλιογραφία παρουσιάζουν μια προφανή σχέση μεταξύ της χρήσης κορτικοστεροειδών και ρήξης τοιχώματος της αριστερής κοιλίας, μετά από πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Γι’ αυτό το λόγο, η θεραπεία με κορτικοστεροειδή θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή σε τέτοιους ασθενείς.

Επιδράσεις στα ηλεκτρολύτες Μέτριες ή μεγάλες δόσεις υδροκορτιζόνης ή κορτιζόνης μπορεί να προκαλέσουν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος και αυξημένη αποβολή καλίου. Υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να συμβούν τα φαινόμενα αυτά με τα συνθετικά ανάλογα, εκτός αν χορηγούνται σε υψηλές δόσεις. Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός της χρήσης του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου. Όλα τα κορτικοστεροειδή αυξάνουν την απέκκριση του ασβεστίου.

Φυματίωση Η χρήση κορτικοστεροειδών σε ενεργό φυματίωση πρέπει να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις κεραυνοβόλου ή κεχροειδούς φυματίωσης, στις οποίες τα κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της νόσου σε συνδυασμό με την κατάλληλη αντιφυματική θεραπεία. Αν θεωρηθεί ότι ενδείκνυται χρήση κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης, απαιτείται στενή παρακολούθηση των ασθενών, γιατί μπορεί να υπάρξει επανενεργοποίηση της νόσου. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβάλλονται σε χημειοπροφύλαξη.

Σαρκώμα Kaposi Έχει αναφερθεί η εμφάνιση σαρκώματος Kaposi σε υπό αγωγή με κορτικοστεροειδή. Η διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση.

Σοβαρές παθολογικές καταστάσεις Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε σημαντικό αριθμό νοσημάτων και παθολογικών καταστάσεων. Θα πρέπει όμως πάντα να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το προσδοκώμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Οι σημαντικότερες από αυτές είναι: γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, οφθαλμικός έρπης, γλαύκωμα, οστεοπόρωση, σακχαρώδης διαβήτης, ψυχώσεις, αμέσως πριν και μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό, καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μυασθένεια.

Ηπατική νόσος Η υδροκορτιζόνη ενδέχεται να εμφανίσει αυξημένη δράση σε ασθενείς με ηπατική νόσο, καθώς ο μεταβολισμός και η αποβολή της υδροκορτιζόνης είναι σημαντικά μειωμένοι σε αυτούς τους ασθενείς.

Ψυχικές επιδράσεις Μπορεί να παρουσιαστεί ψυχική απορρύθμιση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κορτικοστεροειδή που κυμαίνεται από ευφορία, αϋπνία, αλλαγή της ψυχικής διάθεσης, διαταραχές της προσωπικότητας και βαριά κατάθλιψη μέχρι εμφανείς ψυχωσικές εκδηλώσεις. Επίσης, προϋπάρχουσα συγκινησιακή αστάθεια ή τάση προς ψύχωση μπορεί να επιδεινωθούν με τη χορήγηση κορτικοστεροειδών.

Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια Η θεραπεία με κορτικοστεροειδή έχει συσχετιστεί με κεντρική ορώδη χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς.

Επισκληρίδια λιπωμάτωση Υπάρχουν αναφορές επισκληρίδιας λιπωμάτωσης σε ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή, συνήθως κατά τη μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων.

Κρίση φαιοχρωμοκυτώματος Μετά από συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών, έχει αναφερθεί κρίση φαιοχρωμοκυτώματος, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρος. Τα κορτικοστεροειδή θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμα μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση του οφέλους έναντι του κινδύνου.

Οξεία μυοπάθεια Οξεία μυοπάθεια, πιο συχνά εμφανιζόμενη σε ασθενείς με διαταραχές της νευρομυϊκής διαβίβασης (π.χ., μυασθένεια gravis) ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αντιχολινεργικά φάρμακα, όπως νευρομυϊκοί αποκλειστές (π.χ., πανκουρόνιο), έχει αναφερθεί με τη χρήση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών. Η οξεία αυτή μυοπάθεια είναι γενικευμένης μορφής, μπορεί να εμπλέκει τους οφθαλμικούς και αναπνευστικούς μύες και μπορεί να οδηγήσει σε τετραπληγία. Ενδέχεται να παρατηρηθούν αυξήσεις της κινάσης της κρεατίνης. Μπορεί να απαιτηθούν εβδομάδες έως χρόνια για την κλινική βελτίωση ή ίαση μετά τη διακοπή των κορτικοστεροειδών.

Ελκώδης κολίτιδα Τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα εφόσον υπάρχει πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνος λοίμωξη, εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση, ή ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος, νεφρική ανεπάρκεια. Τα συμπτώματα περιτοναϊκού ερεθισμού που ακολουθούν γαστρεντερική διάτρηση σε ασθενείς που παίρνουν μεγάλες δόσεις κορτικοστεροειδών, μπορεί να είναι ελάχιστα ή να μην υπάρχουν.

Λιπώδης εμβολή Λιπώδης εμβολή έχει αναφερθεί σαν πιθανή επιπλοκή της υπερκορτιζολαιμίας.

Θρομβοεμβολικές διαταραχές Με τη χρήση κορτικοστεροειδών έχουν αναφερθεί περιστατικά θρόμβωσης, συμπεριλαμβανομένης της φλεβικής θρομβοεμβολής. Ως αποτέλεσμα, τα κορτικοστεροειδή πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς που εμφανίζουν θρομβοεμβολικές διαταραχές και σε άτομα με προδιαθεσικούς παράγοντες για θρομβοεμβολικές διαταραχές.

Σηπτική καταπληξία Ο ρόλος των κορτικοστεροειδών στη σηπτική καταπληξία είναι αμφιλεγόμενος, καθώς στις αρχικές μελέτες αναφέρθηκαν τόσο ευεργετικές όσο και επιβλαβείς επιδράσεις. Πιο πρόσφατα, η συμπληρωματική χορήγηση κορτικοστεροειδών έχει προταθεί ότι είναι ωφέλιμη σε ασθενείς με εγκατεστημένη σηπτική καταπληξία που παρουσιάζουν επινεφριδική ανεπάρκεια. Ωστόσο, δε συνιστάται η τακτική χρήση τους στη σηπτική καταπληξία. Μία συστηματική ανασκόπηση της βραχυχρόνιας χορήγησης υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών δεν υποστήριξε τη χρήση τους. Εντούτοις, μετα-αναλύσεις και μία ανασκόπηση προτείνουν ότι μεγαλύτερης διάρκειας σχήματα (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων κορτικοστεροειδών ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα, ειδικά σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.

Τραυματικές εγκεφαλικές κακώσεις Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν ενδείκνυνται και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία τραυματικών εγκεφαλικών κακώσεων. Μία πολυκεντρική μελέτη ανέδειξε αυξημένη θνησιμότητα στις 2 εβδομάδες και στους 6 μήνες μετά την κάκωση, σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με τη θεραπεία με νατριοηλεκτρική μεθυλπρεδνιζολόνη.

Χρήση σε Παιδιά Παιδιά που βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα είναι περισσότερο επιρρεπή σε λοιμώξεις σε σχέση με υγιή παιδιά. Η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, για παράδειγμα, μπορεί να έχουν βαρύτερη ή ακόμη και θανατηφόρα πορεία σε παιδιά υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδή. Παιδιά ή ενήλικες που δεν έχουν προσβληθεί από τα ανωτέρω νοσήματα, αλλά βρίσκονται υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών, πρέπει να προειδοποιούνται να αποφεύγουν να εκτίθενται σε ανεμοβλογιά και ιλαρά, και αν τυχόν εκτεθούν σε αυτά τα νοσήματα, να συμβουλεύονται γιατρό. Σε περίπτωση έκθεσης στα νοσήματα αυτά, πιθανόν να ενδείκνυται η θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη εναντίον του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρος (VZIG) ή με έτοιμη προς χρήση ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG), ανάλογα με την περίπτωση. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας με αντιιικά φάρμακα. Τα κορτικοειδή προκαλούν επιβράδυνση της ανάπτυξης των νηπίων, παιδιών και εφήβων. Η σωματική ανάπτυξη των νηπίων και των παιδιών που ακολουθούν παρατεταμένη θεραπεία με κορτικοστεροειδή πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή.

Ηλικιωμένοι και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες Οι συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες των κορτικοστεροειδών και ειδικά οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, τάση ανάπτυξης φλεγμονών και λέπτυνση του δέρματος, μπορεί να έχουν περισσότερο σοβαρές συνέπειες σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες κυρίως κατά τη μακροχρόνια χορήγηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται στενή παρακολούθηση του ασθενούς.

Προσοχή στη χορήγηση - Καταστολή άξονα ΥΥΕ Η μακροχρόνια χορήγηση γλυκοκορτικοειδών οδηγεί σε καταστολή του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια (ΥΥΕ), δηλαδή σε αναστολή της φλοιοεπινεφριδικής λειτουργίας. Ο βαθμός της αναστολής αυτής εξαρτάται από τη δόση, την ισχύ του χορηγούμενου κορτικοστεροειδούς, τη συχνότητα και τη διάρκεια χορήγησής του στη διάρκεια του 24ώρου, την ημιπερίοδο ζωής του στους ιστούς και τη συνολική χρονική διάρκεια της θεραπείας. Σημειώνεται ότι η κατασταλτική ενέργεια των γλυκοκορτικοειδών στον άξονα ΥΥΕ είναι εντονότερη και πιο παρατεταμένη, όταν χορηγούνται τις νυκτερινές ώρες. Σε φυσιολογικά άτομα, 1 mg δεξαμεθαζόνης χορηγούμενης τη νύχτα αναστέλλει την έκκριση της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης της υπόφυσης για 24 ώρες.

Σύνδρομο στέρησης Αιφνίδια ή απότομη μείωση της δόσης των γλυκοκορτικοειδών ενδέχεται να προκαλέσει “σύνδρομο στέρησης” που χαρακτηρίζεται από οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια με μυϊκή αδυναμία, υπόταση, υπογλυκαιμία, ναυτία, εμέτους, ανησυχία, μυαλγίες, αρθραλγίες ή υποτροπή των συμπτωμάτων της θεραπευόμενης νόσου.

Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις για τα περιεχόμενα έκδοχα - Βενζυλική αλκοόλη Η ενδοφλέβια χορήγηση του συντηρητικού βενζυλική αλκοόλη έχει συσχετισθεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θάνατο σε παιδιατρικούς ασθενείς συμπεριλαμβανομένων των νεογέννητων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από καταστολή κεντρικού νευρικού συστήματος, μεταβολική οξέωση, σπασμωδικές αναπνοές, καρδιαγγειακή ανεπάρκεια και αιματολογικές ανωμαλίες («δυσπνοϊκό σύνδρομο/Gasping Syndrome»). Παρόλο που οι ενδεδειγμένες θεραπευτικές δόσεις αυτού του προϊόντος παρέχουν συνήθως ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης σημαντικά μικρότερες από εκείνες που αναφέρθηκαν σε σχέση με το «δυσπνοϊκό σύνδρομο», η ελάχιστη ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης στην οποία ενδέχεται να παρουσιαστεί τοξικότητα, δεν είναι γνωστή. Να χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση που είναι απαραίτητο και εφόσον δεν υπάρχουν άλλες πιθανές εναλλακτικές. Αν χορηγείται σε υψηλές ποσότητες, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση). Πρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας. Τα προϊόντα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε πρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννητα εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more
Επαγωγείς των μικροσωμιακών ηπατικών ενζύμων: Φάρμακα όπως τα βαρβιτουρικά, η φαινυτοΐνη και η ριφαμπικίνη, τα οποία επάγουν τα ηπατικά ένζυμα μπορεί να αυξήσουν το μεταβολισμό των γλυκοκορτικοστεροειδών και ως εκ τούτου σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με σταθερές δόσεις γλυκοκορτικοστεροειδών μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης επί προσθήκης ή διακοπής της χορήγησης των φαρμάκων αυτών. Οιστρογόνα: Τα οιστρογόνα μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα της υδροκορτιζόνης, πιθανώς λόγω αύξησης των πυκνοτήτων της τρανσκορτίνης. Η δράση άλλων γλυκοκορτικοστεροειδών που δεσμεύονται από την τρανσκορτίνη θα μπορούσε να αυξηθεί και ως εκ τούτου μπορεί να απαιτηθεί να ρυθμιστούν οι δόσεις τους αν προστεθούν ή διακοπούν οιστρογόνα σε ένα εφαρμοζόμενο σταθερό θεραπευτικό σχήμα γλυκοκορτικοστεροειδών. Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες: Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που επηρεάζουν την ακεραιότητα του πεπτικού επιθηλίου, όπως η ινδομεθακίνη, με κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πρόκλησης γαστρεντερικού έλκους. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε συνδυασμό με γλυκοκορτικοστεροειδή σε ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχές πηκτικότητας. Παρ’ ότι η ταυτόχρονη θεραπεία με σαλικυλικά και κορτικοστεροειδή δεν φαίνεται να αυξάνει τη συχνότητα εμφάνισης ή τη βαρύτητα του γαστρεντερικού έλκους, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η δυνατότητα εμφάνισης της εν λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας σε ασθενείς με ιστορικό πεπτικού έλκους. Η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο αίμα μπορεί να μειωθεί όταν χορηγούνται ταυτοχρόνως με κορτικοστεροειδή. Παρομοίως, όταν διακόπτεται η θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε ασθενείς που λαμβάνουν σαλικυλικά η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί, ενώ έχει αναφερθεί σπανίως και δηλητηρίαση διά σαλικυλικών. Η ταυτόχρονη χρήση σαλικυλικών και κορτικοστεροειδών πρέπει να γίνεται με προσοχή. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα και τα δύο φάρμακα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για ανεπιθύμητες ενέργειες οφειλόμενες σε οποιοδήποτε από τα φάρμακα αυτά. Φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία: Τα καλιοδιουρητικά (π.χ. θειαζίδες, φουροσεμίδη, αιθακρινικό οξύ) καθώς και άλλα φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία όπως η αμφοτερικίνη Β μπορεί να ενισχύσουν την απώλεια καλίου που προκαλείται από τα γλυκοκορτικοστεροειδή σε μεγάλες δόσεις, ενώ σε ταυτόχρονη χορήγηση με δακτυλίτιδα υπάρχει κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού (από καλιοπενία). Το κάλιο του ορού του αίματος πρέπει να ελέγχεται συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν γλυκοκορτικοστεροειδή και φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία. Αντιχολινεστερασικοί παράγοντες: Αλληλεπίδραση μεταξύ γλυκοκορτικοστεροειδών και αντιχολινεστερασικών παραγόντων, όπως το αμβενόνιο, η νεοστιγμίνη ή η πυριδοστιγμίνη (και προφανώς τα οργανοφωσφορικά αντιχολινεστερασικά φυτοφάρμακα) μπορεί να προκαλέσουν έντονη αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια Gravis. Εφόσον είναι δυνατόν, οι αναστολείς της χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή. Εμβόλια και ανατοξίνες: Λόγω του ότι τα κορτικοστεροειδή αναστέλλουν την ανοσολογική αντίδραση, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια που περιέχουν ζωντανούς ή αδρανοποιημένους μικροοργανισμούς. Επιπρόσθετα, τα κορτικοστεροειδή μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών που περιέχονται σε αραιωμένα εμβόλια, ενώ δόσεις μεγαλύτερες των φυσιολογικών μπορεί να επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια. Κατά τη διάρκεια θεραπείας με κορτικοστεροειδή οι ασθενείς δεν πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφόσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός σε ασθενή που υποβάλλεται σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή, μπορεί να χρειαστεί η επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης, καθώς και η επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή ανατοξινών. Αντιπηκτικά από του στόματος: Σπανίως έχει αναφερθεί ότι η κορτιζόνη αυξάνει την πηκτικότητα του αίματος και ως εκ τούτου αυξάνει και την απαιτούμενη δόση αντιπηκτικών σε ασθενείς που λαμβάνουν σταθερή δόση των φαρμάκων αυτών από το στόμα. Τα γλυκοκορτικοστεροειδή μειώνουν ή ενισχύουν τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών. Άλλες αλληλεπιδράσεις: Με εφεδρίνη μειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών, με το οινόπνευμα ενισχύεται η ελκογόνος δράση τους ενώ με την ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματος απαιτείται αύξηση των δόσεών τους, διότι τα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπεργλυκαιμία και απορρυθμίζουν το σακχαρώδη διαβήτη.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι τυπικές για όλα τα συστηματικά κορτικοστεροειδή. Η εισαγωγή τους στη λίστα δεν υποδεικνύει απαραίτητα πως η συγκεκριμένη αντίδραση έχει παρατηρηθεί με το συγκεκριμένο σκεύασμα.

Πίνακας Ανεπιθύμητων Ενεργειών

Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Μη Γνωστή (Δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοίμωξη συγκεκαλυμμένη, Ευκαιριακή λοίμωξη (από οποιοδήποτε παθογόνο, σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, από ήπια έως θανατηφόρος), Λοίμωξη (που μετατρέπεται σε ενεργή, συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης της φυματίωσης)
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) Μη Γνωστή
Σάρκωμα Kaposi (έχει αναφερθεί ότι παρουσιάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή)
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Μη Γνωστή
Λευκοκυττάρωση
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Μη Γνωστή
Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας και των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, βρογχόσπασμος, οίδημα λάρυγγα, κνίδωση),
Μπορεί να καταστείλει αντιδράσεις σε δερματικές δοκιμασίες
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Μη Γνωστή
Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing, Καταστολή του άξονα υπόφυσης-επινεφριδίων
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Μη Γνωστή
Κατακράτηση νατρίου, Κατακράτηση υγρών, Αλκάλωση υποκαλιαιμική, Ανοχή γλυκόζης διαταραγμένη,
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Ψυχιατρικές διαταραχές Μη Γνωστή
Ψυχική διαταραχή/ψυχωσικές εκδηλώσεις (Ευφορική συναισθηματική διάθεση, Αϋπνία, Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης, Μεταβολή προσωπικότητας, Κατάθλιψη, Επιδείνωση προϋπάρχουσας Συναισθηματικής Αστάθειας ή Ψυχωσική συμπεριφορά)
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Μη Γνωστή
Ενδοκρανιακή πίεση αυξημένη, Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση, Σπασμοί, Επισκληρίδια λιπωμάτωση
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Οφθαλμικές διαταραχές Μη Γνωστή
Καταρράκτης υποκαψικός, Εξόφθαλμος, Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Καρδιακές διαταραχές Μη Γνωστή
Καρδιακή ανεπάρκεια συμφορητική (σε ευπαθείς ασθενείς)
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Αγγειακές διαταραχές Μη Γνωστή
Θρόμβωση, Υπέρταση
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Μη Γνωστή
Πνευμονική εμβολή Σύνδρομο βαριάς αναπνοής (Gasping)
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του γαστρεντερικού Μη Γνωστή
Πεπτικό έλκος (με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία), Γαστρορραγία, Παγκρεατίτιδα, Οισοφαγίτιδα, Διάτρηση του εντέρου
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Μη Γνωστή
Πετέχειες, Εκχυμώσεις, Ατροφία δέρματος
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών Μη Γνωστή
Μυοπάθεια, Μυϊκή αδυναμία, Οστεονέκρωση, Οστεοπόρωση, Παθολογικό κάταγμα, Καθυστερημένη ανάπτυξη
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Μη Γνωστή
Έμμηνος ρύση ακανόνιστη
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Μη Γνωστή
Καθυστερημένη επούλωση
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Παρακλινικές εξετάσεις Μη Γνωστή
Ενδοφθάλμια πίεση αυξημένη, Ανοχή υδατανθράκων μειωμένη, Αύξηση των απαιτήσεων σε ινσουλίνη (ή των από στόματος υπογλυκαιμικών φαρμάκων σε διαβητικούς ασθενείς), Κάλιο αίματος μειωμένο, Ισοζύγιο αζώτου αρνητικό (οφειλόμενο σε καταβολισμό των πρωτεϊνών), Ασβέστιο ούρων αυξημένο, Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη, Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη
Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα Συχνότητα
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Μη Γνωστή
Συμπιεστικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης, Ρήξη τένοντα (ιδιαίτερα του Αχίλλειου τένοντα)

Οι ακόλουθες επιπλέον ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται με την παρεντερική θεραπεία με κορτικοστεροειδή:

  • Σπάνιες περιπτώσεις τύφλωσης μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής.
  • Αύξηση ή ελάττωση της χρωστικής του δέρματος
  • Υποδερματική ή δερματική ατροφία
  • Στείρο απόστημα.
  • Έξαρση μετά την ένεση (μετά από ενδοαρθρική χρήση).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες απευθείας στον:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more

Γονιμότητα

Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν τη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).

Εγκυμοσύνη

Τα κορτικοστεροειδή διαπερνούν εύκολα το φραγμό του πλακούντα. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται στη μητέρα σε υψηλές δόσεις, ενδέχεται να προκαλέσουν δυσπλασίες στο έμβρυο. Τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες οι οποίες έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας. Δεν υπάρχουν γνωστές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια και τη στιγμή του τοκετού. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ. παράγραφο 4.4).

Θηλασμός

Τα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Μπορεί να προκαλέσουν αναστολή της ανάπτυξης του θηλάζοντος βρέφους. Καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς μελέτες στην αναπαραγωγή σε ανθρώπους που λαμβάνουν γλυκοκορτικοειδή, τα συγκεκριμένα φάρμακα θα πρέπει να χορηγούνται κατά την εγκυμοσύνη, σε μητέρες που θηλάζουν ή σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας μόνο εάν κριθεί ότι τα οφέλη από τη θεραπεία υπερτερούν των πιθανών κινδύνων για τη μητέρα και το έμβρυο ή το βρέφος.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή. Κωδικός ATC: H02AB09 Τα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατοκορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε καταστάσεις έλλειψης ή ανεπάρκειας τους, είτε σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Τα συνθετικά παράγωγα των κορτικοστεροειδών έχουν ιδιότητες ανάλογες με τη δομή τους και διαφέρουν ως προς την απόλυτη δοσολογία. Με βάση τη δόση είναι περισσότερο ισχυροί αντιφλεγμονώδεις παράγοντες σε σύγκριση με τα φυσικά κορτικοστεροειδή. Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη είναι λευκή ή σχεδόν λευκή άοσμη υγροσκοπική κόνις. Είναι ευδιάλυτη στο νερό και στην αλκοόλη, δυσδιάλυτη στην ακετόνη και αδιάλυτη στο χλωροφόρμιο. Η χημική ονομασία είναι μετά νατρίου άλας του 21-ηλεκτρικού εστέρα της 11β, 17α- διϋδροξυ-πρεγνενο-4-διόνης-3,20, και το μοριακό της βάρος είναι 484,52. Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη είναι ένα αντιφλεγμονώδες φλοιοεπινεφριδικό στεροειδές. Ο ευδιάλυτος στο ύδωρ αυτός νατριοηλεκτρικός εστέρας της υδροκορτιζόνης επιτρέπει την άμεση ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων υδροκορτιζόνης εντός μικρού όγκου διαλυτικού μέσου και είναι ιδιαίτερα χρήσιμος όπου απαιτούνται ταχέως υψηλές πυκνότητες υδροκορτιζόνης στο αίμα. Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη έχει τις ίδιες μεταβολικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις με την υδροκορτιζόνη. Οι δύο ουσίες έχουν την ίδια βιολογική δραστικότητα, όταν χορηγούνται παρεντερικά και σε ισογραμμοριακές ποσότητες. Ο λόγος της δραστικότητας της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης και της νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, όπως αποδεικνύεται από τον αριθμό των ηωσινόφιλων, είναι τουλάχιστον 1:4. Αυτό συμφωνεί με τη σχετική δραστικότητα της μεθυλπρεδνιζολόνης και της υδροκορτιζόνης σε από του στόματος χορήγηση.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-SOLU-CORTEF
expand_more
Μετά την ενδοφλέβια ένεση της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης η εκδήλωση των αποτελεσμάτων γίνεται εμφανής εντός μίας ώρας και διαρκεί για διάφορη χρονική περίοδο. Μόνο το ελεύθερο κλάσμα των κορτικοστεροειδών είναι φαρμακολογικά ενεργό ή μεταβολίζεται. Ο μεταβολισμός πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ και σε μικρότερη έκταση στα νεφρά. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα. Η απέκκριση της χορηγηθείσας δόσεως συμπληρώνεται εντός 12 ωρών. Έτσι, εάν απαιτούνται σταθερά υψηλές πυκνότητες στο αίμα, οι ενέσεις πρέπει να γίνονται ανά 4 έως 6 ώρες. Επίσης το σκεύασμα αυτό απορροφάται ταχέως και κατά την ενδομυϊκή χορήγηση και απεκρίνεται με τον ίδιο τρόπο ο οποίος παρατηρείται και στην ενδοφλέβια ένεση.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

6-8 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

95%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
5754
Μοριακός τύπος
C21H30O5
Μοριακό βάρος
362.5
IUPAC
(8S,9S,10R,11S,13S,14S,17R)-11,17-dihydroxy-17-(2-hydroxyacetyl)-10,13-dimethyl-2,6,7,8,9,11,12,14,15,16-decahydro-1H-cyclopenta[a]phenanthren-3-one
InChIKey
JYGXADMDTFJGBT-VWUMJDOOSA-N
Κατάταξη MeSH
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.

Σχετικά Εργαλεία

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Νόσος Crohn Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Γαστρεντερολογικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Κορτικοστεροειδή από το ορθό) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

📋 Ελκώδης Κολίτιδα Θεραπευτικό Πρωτόκολλο Συνταγογράφησης — Υπ. Υγείας, Ιανουάριος 2024
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Β3 H02AB09
    Βαριά προσβολή (ανεξαρτήτως έκτασης) — εισαγωγή στο νοσοκομείο