HYDROCORTISONE(Κορτιζόλη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 1.39-2.15 ώρες
- DrugBank: 6-8 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία κάθε παθολογικής κατάστασης που απαιτεί γρήγορη και ισχυρή δράση κορτικοστεροειδούς
Όταν η από του στόματος θεραπεία δεν είναι εφικτή και η περιεκτικότητα, δοσολογική μορφή και οδός χορήγησης αξιολογούνται ως βάσιμοι λόγοι για τη χρησιμοποίηση της μορφής.
- Παθολογική κατάσταση που απαιτεί γρήγορη και ισχυρή δράση κορτικοστεροειδούς
-
Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια
Η υδροκορτιζόνη ή η κορτιζόνη είναι το φάρμακο εκλογής. Συνθετικά ανάλογα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με αλατοκορτικοστεροειδή, όπου αυτό ενδείκνυται. Στην παιδική ηλικία, η συμπληρωματική θεραπεία με αλατοκορτικοστεροειδή είναι ιδιαίτερης σημασίας, όπου κρίνεται απαραίτητη από τον ενδοκρινολόγο.
- E27 Άλλες διαταραχές των επινεφριδίων
-
Οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκεια
Η υδροκορτιζόνη ή η κορτιζόνη είναι το φάρμακο εκλογής. Η συμπληρωματική θεραπεία με αλατοκορτικοστεροειδή μπορεί να είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται συνθετικά ανάλογα με ασθενή ή χωρίς αλατοκορτικοειδή δράση.
- E27 Άλλες διαταραχές των επινεφριδίων
-
Προεγχειρητική ή σε σοβαρό τραύμα/νόσο
σε: Ασθενείς με γνωστή επινεφριδική ανεπάρκεια ή μη επαρκή φλοιοεπινεφριδική εφεδρεία
- T14 Τραύμα απροσδιόριστης περιοχής του σώματος
- Σοβαρή νόσος
-
Καταπληξία μη ανταποκρινόμενη στη συμβατική θεραπεία
Εάν υφίσταται ή υπάρχει υποψία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας.
- R57 Σοκ, μη ταξινομημένο αλλού
-
Υπερασβεστιαιμία
Σχετιζόμενη με αιματολογική κακοήθεια.
- E83 Διαταραχές του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείων
-
Υποξεία θυρεοειδίτιδα (de Quervain)
Όπου κρίνεται απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό.
- E06 Άλλες θυρεοειδίτιδες
-
Σοβαρή θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια
Όπου κρίνεται απαραίτητο από τον θεράποντα ιατρό.
- H06 Διαταραχές του δακρυϊκού συστήματος και του κόγχου σε νόσους που ταξινομούνται αλλού
-
Μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
- M19 Άλλη οστεοαρθρίτιδα
-
Υμενίτιδα
σε: Ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Συμπεριλαμβανομένης της νεανικής ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
- M06 Άλλη ρευματοειδής αρθρίτιδα
-
Οξεία και υποξεία θυλακίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
-
Επικονδυλίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμε αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
- M77 Άλλες ενθεσοπάθειες
-
Οξεία μη ειδική τενοντοθυλακίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
- M65 Φλεγμονή και άλλες παθήσεις των αρθρικών υμένων και των τενόντων
-
Οξεία ουρική αρθρίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
- M10 Ουρική αρθρίτιδα
-
Ψωριασική αρθρίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
- L40 Ψωρίαση
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
Συμπληρωματική θεραπεία για μικρό χρονικό διάστημα (για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων ή επιπλοκών κατά την οξεία φάση).
- M45 Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
Κατά τη διάρκεια υποτροπής ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
- M32 Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
-
Συστηματική δερματομυοσίτιδα (πολυμυοσίτιδα)
Κατά τη διάρκεια υποτροπής ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
-
Οξεία ρευματική καρδίτιδα
Κατά τη διάρκεια υποτροπής ή ως θεραπεία συντήρησης σε επιλεγμένες περιπτώσεις.
- I01 Οξεία ρευματική καρδιοπάθεια
-
Πέμφιγα
- L10 Πέμφιγα
-
Σοβαρό πολύμορφο ερύθημα (Σύνδρομο Stevens-Johnson)
- L51 Πολύμορφο ερύθημα
-
Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- L26 Αποφολιδωτική δερματίτιδα
-
Πομφολυγώδης ερπητοειδής δερματίτιδα
- L13 Άλλες φυσαλιδώδεις διαταραχές
-
Σοβαρή σμηγματορροϊκή δερματίτιδα
- L21 Σμηγματορροϊκή δερματίτιδα
-
Σοβαρή ψωρίαση
- L40 Ψωρίαση
-
Σπογγοειδής μυκητίαση
- C84 Λέμφωμα Τ-κυττάρων του δέρματος
-
Οξύ οίδημα λάρυγγα
Η αδρεναλίνη είναι το φάρμακο πρώτης εκλογής.
- J38 Άλλες παθήσεις των φωνητικών χορδών και του λάρυγγα, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Βρογχικό άσθμα
- J45 Άσθμα
-
Δερματίτιδα εξ’ επαφής
- L25 Μη καθορισμένη δερματίτιδα εξ επαφής
-
Ατοπική δερματίτιδα
- L20 Ατοπική δερματίτιδα
-
Ορονοσία
- T80 Επιπλοκές μετάγγισης και ενδοφλέβιας έγχυσης
-
Εποχική ή χρόνια αλλεργική ρινίτιδα
- J30 Αγγειοκινητική και αλλεργική ρινίτιδα
-
Φαρμακευτικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- T78 Δυσμενείς επιδράσεις, που δεν ταξινομούνται αλλού
-
Κνιδωτικές αντιδράσεις κατά τη μετάγγιση
- L50 Κνίδωση
-
Οφθαλμικός έρπης ζωστήρας
(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- B02 Έρπης ζωστήρας
-
Ιρίτιδα, ιριδοκυκλίτιδα
- H20 Ιριδοκυκλίτιδα
-
Χοριοαμφιβληστροειδίτιδα
- H30 Χοριοαμφιβληστροειδική φλεγμονή
-
Διάχυτη οπίσθια ραγοειδίτιδα και χοριοειδίτιδα
- H30 Χοριοαμφιβληστροειδική φλεγμονή
-
Οπτική νευρίτιδα
- H46 Οπτική νευρίτιδα
-
Συμπαθητική οφθαλμία
- H44 Διαταραχές του βολβού του ματιού
-
Φλεγμονή του προσθίου τμήματος του οφθαλμικού βολβού
- H20 Ιριδοκυκλίτιδα
-
Αλλεργική επιπεφυκίτιδα
- H10 Επιπεφυκίτιδα
-
Αλλεργικά έλκη του σκληροκερατοειδούς ορίου
- H16 Κερατίτιδα
-
Κερατίτιδα
- H16 Κερατίτιδα
-
Ελκώδης κολίτιδα
Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων ή των επιπλοκών κατά την οξεία ή χρόνια φάση.
- K51 Ελκώδης κολίτιδα
-
Κοκκιωματώδης εντερίτιδα
Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων ή των επιπλοκών κατά την οξεία ή χρόνια φάση.
- K50 Νόσος του Crohn
-
Σαρκοείδωση
- D86 Σαρκοείδωση
-
Βηρυλλίωση
- J63 Πνευμονοκονιώσεις που οφείλονται σε άλλες ανόργανες σκόνες
-
Κεραυνοβόλος ή γενικευμένη πνευμονική φυματίωση
Όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με την κατάλληλη αντιφυματική χημειοθεραπεία.
-
Σύνδρομο LoeYer
Το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλα μέσα.
- Σύνδρομο LoeYer
-
Πνευμονίτιδα από εισρόφηση
- J69 Πνευμονίτιδα λόγω στερεών και υγρών
-
Επίκτητη (αυτοάνομη) αιμολυτική αναιμία
- D59 Επίκτητη αιμολυτική αναιμία
-
Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
σε: Ενήλικες
Μόνο ενδοφλέβια χρήση, η ενδομυϊκή αντενδείκνυται.
- D69 Πορφύρα και άλλες αιμορραγικές καταστάσεις
-
Δευτερογενής θρομβοπενία
σε: Ενήλικες
- D69 Πορφύρα και άλλες αιμορραγικές καταστάσεις
-
Ερυθροβλαστοπενία (RBC αναιμία)
-
Συγγενής (ερυθροειδής) υποπλαστική αναιμία
- D61 Άλλες απλαστικές αναιμίες
-
Λευχαιμίες και λεμφώματα
σε: Ενήλικες
Για την παρηγορητική θεραπεία.
-
Οξεία λευχαιμία
σε: Παιδιά
Για την παρηγορητική θεραπεία.
- C95 Λευχαιμία μη καθορισμένου τύπου κυττάρων
-
Νεφρωσικό σύνδρομο
Χωρίς ουραιμία ιδιοπαθές ή λόγω ερυθηματώδους λύκου.
- N04 Νεφρωσικό σύνδρομο
-
Οξείες εξάρσεις της σκλήρυνσης κατά πλάκας
- G35 Πολλαπλή σκλήρυνση
-
Φυματιώδης μηνιγγίτιδα με υπαραχνοειδή αποκλεισμό ή επικείμενο αποκλεισμό
Όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με την κατάλληλη αντιφυματική χημειοθεραπεία.
- A17 Φυματίωση του νευρικού συστήματος
-
Τριχίνωση με νευρολογική ή μυοκαρδιακή συμμετοχή
- B75 Τριχίνωση
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος SOLU-CORTEF
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση ή ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών
- Δόση έναρξης: 100 έως 500 mg ενδοφλεβίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση αυτή είναι δυνατόν να επαναληφθεί σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών ανάλογα με την ανταπόκριση και την κλινική κατάσταση του ασθενους. Διαδοχικές δόσεις μπορούν να χορηγούνται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς, κατά διαστήματα τα οποία υπαγορεύονται από την ανταπόκριση του ασθενούς και την κλινική του κατάσταση. Η δοσολογία πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί σταδιακά αναλόγως του χρόνου διάρκειας της θεραπείας.
-
ΕνήλικεςΔόση100 έως 500 mgΗ δόση μπορεί να επαναληφθεί σε χρονικά διαστήματα 2, 4 ή 6 ωρών ανάλογα με την ανταπόκριση και την κλινική κατάσταση του ασθενούς.
-
Βρέφη και παιδιάΔόση≥25 mg ημερησίωςΗ δόση καθορίζεται από τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανταπόκριση του ασθενούς παρά από την ηλικία ή το βάρος του σώματος.
-
Ασθενείς με ηπατική νόσοΔόσημειωμένη δόσηΜπορεί να υπάρξει μία αυξημένη επίδραση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη ή κάποιο από τα έκδοχα
-
Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξεις
-
Χορήγηση εμβολίων από ζώντες ή ζώντες, εξασθενημένους μικροοργανισμούςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Καταστάσεις στρεςΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με κορτικοστεροειδήΑπαιτείται αυξημένη δόση ταχέως δρώντων κορτικοστεροειδών, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πάροδο της στρεσσογόνου καταστάσεως.
-
Δευτεροπαθής φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκειαΕλαχιστοποιείται με σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Σε κατάσταση στρες μετά τη διακοπή, πρέπει να αρχίζει εκ νέου χορήγηση. Μείωση ή διακοπή μπορεί να αποκαλύψει υποκείμενες παθήσεις με ηωσινοφιλία (π.χ. σύνδρομο Churg Strauss) σε ασθενείς με άσθμα.
-
Κάλυψη κλινικών σημείων λοίμωξης και εμφάνιση νέων λοιμώξεων
-
Λοιμώξεις (ιογενείς, βακτηριακές, μυκητιασικές, πρωτοζωικές, ελμινθικές)Με αυξανόμενες δόσεις κορτικοστεροειδών, ο ρυθμός εμφάνισης λοιμωδών επιπλοκών αυξάνει.
-
ΑμοιβάδωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεξήγητη διάρροιαΠριν τη θεραπεία, να αποκλειστεί λανθάνουσα ή εν ενεργεία αμοιβαδική λοίμωξη.
-
Συστηματικές μυκητιασικές λοιμώξειςΔεν πρέπει να χορηγούνται, εκτός αν χρειάζονται για τον έλεγχο φαρμακευτικών αντιδράσεων λόγω αμφοτερικίνης Β. Προσοχή με ταυτόχρονη χορήγηση αμφοτερικίνης Β λόγω κινδύνου καρδιακής διόγκωσης και συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας.
-
Οφθαλμικές επιδράσεις (καταρράκτης, γλαύκωμα, δευτεροπαθής οφθαλμική λοίμωξη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με οφθαλμικό έρπηταΧρήση με προσοχή λόγω κινδύνου διάτρησης κερατοειδούς και γλαυκώματος.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις / ΥπερευαισθησίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων σε φάρμακαΝα λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
Ρήξη τοιχώματος αριστερής κοιλίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΘεραπεία με μεγάλη προσοχή.
-
Μεταβολικές διαταραχές (αρτηριακή πίεση, κατακράτηση νατρίου/ύδατος, απώλεια καλίου, απέκκριση ασβεστίου)Μπορεί να απαιτηθεί περιορισμός του άλατος στις τροφές και χορήγηση καλίου.
-
Φυματίωση (ενεργός, λανθάνουσα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό φυματίωση, λανθάνουσα φυματίωση, ή θετική δοκιμασία φυματίνηςΣε ενεργό φυματίωση, περιορισμένη χρήση σε κεραυνοβόλο/κεχροειδή φυματίωση, σε συνδυασμό με αντιφυματική θεραπεία. Σε λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης, απαιτείται στενή παρακολούθηση και χημειοπροφύλαξη σε παρατεταμένη θεραπεία.
-
Σάρκωμα KaposiΗ διακοπή των κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε κλινική ύφεση.
-
Χρήση με προσοχή σε υποκείμενα νοσήματαΠληθυσμόςΑσθενείς με γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, οφθαλμικό έρπητα, γλαύκωμα, οστεοπόρωση, σακχαρώδη διαβήτη, ψυχώσεις, καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, μυασθένεια. Επίσης, αμέσως πριν και μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό.Να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το προσδοκώμενο ευεργετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
-
Αυξημένη δράση σε ηπατική νόσοΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική νόσο
-
Ψυχική απορρύθμιση
-
Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
-
Επισκληρίδια λιπωμάτωσηΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακροχρόνια χρήση υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών
-
Κρίση φαιοχρωμοκυτώματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με πιθανό ή διεγνωσμένο φαιοχρωμοκύτωμαΧορήγηση μόνο μετά από κατάλληλη αποτίμηση οφέλους-κινδύνου.
-
Οξεία μυοπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές νευρομυϊκής διαβίβασης (π.χ. μυασθένεια gravis) ή σε ταυτόχρονη θεραπεία με αντιχολινεργικά φάρμακα (π.χ. νευρομυϊκοί αποκλειστές, πανκουρόνιο)
-
Χρήση με προσοχή σε γαστρεντερικές παθήσεις και νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με ελκώδη κολίτιδα (με πιθανότητα επαπειλούμενης διάτρησης, απόστημα ή άλλη πυογόνο λοίμωξη), εκκολπωματίτιδα, πρόσφατη εντερική αναστόμωση, ενεργό ή λανθάνον πεπτικό έλκος, νεφρική ανεπάρκεια
-
Λιπώδης εμβολή
-
Θρόμβωση και φλεβική θρομβοεμβολήΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν θρομβοεμβολικές διαταραχές και άτομα με προδιαθεσικούς παράγοντες για θρομβοεμβολικές διαταραχέςΧρήση με προσοχή.
-
Χρήση σε σηπτική καταπληξίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σηπτική καταπληξίαΔεν συνιστάται η τακτική χρήση. Ενδέχεται να είναι ωφέλιμη η συμπληρωματική χορήγηση σε ασθενείς με εγκατεστημένη σηπτική καταπληξία και επινεφριδική ανεπάρκεια. Σχήματα μεγαλύτερης διάρκειας (5-11 ημέρες) χαμηλών δόσεων ενδέχεται να μειώνουν τη θνησιμότητα σε ασθενείς με σηπτική καταπληξία εξαρτώμενη από αγγειοσυσπαστικά φάρμακα.
-
Τραυματικές εγκεφαλικές κακώσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με τραυματικές εγκεφαλικές κακώσειςΔεν ενδείκνυνται και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Έχει αναφερθεί αυξημένη θνησιμότητα.
-
Λοιμώξεις (ανεμοβλογιά, ιλαρά) σε παιδιάΠληθυσμόςΠαιδιά (και ενήλικες) υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά κορτικοστεροειδήΠρέπει να αποφεύγουν την έκθεση σε ανεμοβλογιά και ιλαρά. Σε περίπτωση έκθεσης, να συμβουλεύονται γιατρό. Μπορεί να ενδείκνυται θεραπεία με VZIG ή IVIG. Αν εμφανιστεί ανεμοβλογιά, να εξετάζεται θεραπεία με αντιιικά.
-
Επιβράδυνση της ανάπτυξηςΠληθυσμόςΝήπια, παιδιά και έφηβοιΗ σωματική ανάπτυξη πρέπει να παρακολουθείται με προσοχή.
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ηλικιωμένους και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντεςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (οστεοπόρωση, υπέρταση, υποκαλιαιμία, διαβήτης, τάση ανάπτυξης φλεγμονών, λέπτυνση δέρματος)Απαιτείται στενή παρακολούθηση του ασθενούς.
-
Καταστολή άξονα ΥΥΕ (Υποθάλαμος-Υπόφυση-Επινεφρίδια)
-
Σύνδρομο στέρησης / Οξεία φλοιοεπινεφριδική ανεπάρκειαΑποφυγή αιφνίδιας ή απότομης μείωσης της δόσης.
-
Βενζυλική αλκοόλη τοξικότηταΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς (νεογέννητα), άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΝα χρησιμοποιείται μόνο αν απαραίτητο και χωρίς εναλλακτικές. Σε υψηλές ποσότητες, με προσοχή και κατά προτίμηση για βραχυχρόνια θεραπεία σε άτομα με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Τοξικότητα βενζυλικής αλκοόληςΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά και νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος
-
Χρήση προϊόντων με βενζυλική αλκοόλη σε νεογέννηταΠληθυσμόςΠρόωρα ή τελειόμηνα νεογέννηταΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εκτός αν απολύτως απαραίτητο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήμπορεί να αυξήσουν το μεταβολισμό των γλυκοκορτικοστεροειδώνΣύστασηνα απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης επί προσθήκης ή διακοπής της χορήγησης των φαρμάκων αυτών.
-
Οιστρογόναπροσοχήμπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα της υδροκορτιζόνης, πιθανώς λόγω αύξησης των πυκνοτήτων της τρανσκορτίνης. Η δράση άλλων γλυκοκορτικοστεροειδών που δεσμεύονται από την τρανσκορτίνη θα μπορούσε να αυξηθεί.Σύστασημπορεί να απαιτηθεί να ρυθμιστούν οι δόσεις τους αν προστεθούν ή διακοπούν οιστρογόνα σε ένα εφαρμοζόμενο σταθερό θεραπευτικό σχήμα γλυκοκορτικοστεροειδών.
-
Φάρμακα που επηρεάζουν την ακεραιότητα του πεπτικού επιθηλίου (π.χ. ινδομεθακίνη)προσοχήμπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πρόκλησης γαστρεντερικού έλκους.
-
προσοχήπρέπει να χορηγείται με προσοχή σε συνδυασμό με γλυκοκορτικοστεροειδή σε ασθενείς που παρουσιάζουν διαταραχές πηκτικότητας. Η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο αίμα μπορεί να μειωθεί όταν χορηγούνται ταυτοχρόνως με κορτικοστεροειδή. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με κορτικοστεροειδή σε ασθενείς που λαμβάνουν σαλικυλικά η συγκέντρωση των σαλικυλικών στο πλάσμα μπορεί να αυξηθεί, ενώ έχει αναφερθεί σπανίως και δηλητηρίαση διά σαλικυλικών.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα και τα δύο φάρμακα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή για ανεπιθύμητες ενέργειες οφειλόμενες σε οποιοδήποτε από τα φάρμακα αυτά.
-
Φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία (π.χ. καλιοδιουρητικά, αμφοτερικίνη Β)παρακολούθησημπορεί να ενισχύσουν την απώλεια καλίου που προκαλείται από τα γλυκοκορτικοστεροειδή σε μεγάλες δόσεις.ΣύστασηΤο κάλιο του ορού του αίματος πρέπει να ελέγχεται συχνά.
-
Δακτυλίτιδα (σε ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα προκαλούντα υποκαλιαιμία)προσοχήυπάρχει κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού (από καλιοπενία).
-
προσοχήμπορεί να προκαλέσουν έντονη αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια Gravis.ΣύστασηΕφόσον είναι δυνατόν, οι αναστολείς της χολινεστεράσης πρέπει να διακόπτονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη της θεραπείας με γλυκοκορτικοστεροειδή.
-
Εμβόλια και ανατοξίνεςπροσοχήτο φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μειωμένη ανταπόκριση στις ανατοξίνες και στα εμβόλια... μπορεί να προκαλέσουν πολλαπλασιασμό ορισμένων ζωντανών μικροοργανισμών... μπορεί να επιδεινώσουν νευρολογικές αντιδράσεις προκαλούμενες από ορισμένα εμβόλια.ΣύστασηΟι ασθενείς δεν πρέπει να εμβολιάζονται κατά της ευλογιάς. Η συνήθης χρήση εμβολίων ή ανατοξινών πρέπει γενικά να αναβάλλεται μέχρι να διακοπεί η χορήγηση των κορτικοστεροειδών. Εφόσον είναι απαραίτητος ο εμβολιασμός, μπορεί να χρειαστεί η επιβεβαίωση επαρκούς ανοσολογικής ανταπόκρισης, καθώς και η επιπρόσθετη χορήγηση δόσεων των εμβολίων ή ανατοξινών.
-
Αντιπηκτικά από του στόματος (κουμαρινικά)προσοχήη κορτιζόνη αυξάνει την πηκτικότητα του αίματος και ως εκ τούτου αυξάνει και την απαιτούμενη δόση αντιπηκτικών... Τα γλυκοκορτικοστεροειδή μειώνουν ή ενισχύουν τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών.
-
προσοχήμειώνεται η δραστικότητα των γλυκοκορτικοστεροειδών
-
Οινόπνευμαπροσοχήενισχύεται η ελκογόνος δράση τους
-
Ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματοςπροσοχήτα κορτικοστεροειδή προκαλούν υπεργλυκαιμία και απορρυθμίζουν το σακχαρώδη διαβήτηΣύστασηαπαιτείται αύξηση των δόσεών τους
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Συγκεκαλυμμένη λοίμωξη
- Ευκαιριακή λοίμωξη
- Ενεργή λοίμωξη
- Επανενεργοποίηση φυματίωσης
- Σάρκωμα Kaposi (έχει αναφερθεί ότι παρουσιάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή)
- Λευκοκυττάρωση
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Καταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίες
- Βρογχόσπασμος
- Οίδημα λάρυγγα
- Πνευμονική εμβολή
- Σύνδρομο βαριάς αναπνοής
- Κνίδωση
- Πετέχειες
- Εκχυμώσεις
- Ατροφία δέρματος
- Διαταραχή χρωστικής δέρματος
- Υποδερματική ατροφία
- Δερματική ατροφία
- Σύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο Cushing
- Καταστολή άξονα υπόφυσης-επινεφριδίων
- Αύξηση απαιτήσεων σε ινσουλίνη
- Κατακράτηση νατρίου
- Κατακράτηση υγρών
- Υποκαλιαιμική αλκάλωση
- Διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης
- Καθυστέρηση ανάπτυξης
- Μειωμένη ανοχή υδατανθράκων
- Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου
- Ψυχική διαταραχή
- Ψυχωσικές εκδηλώσεις
- Ευφορική συναισθηματική διάθεση
- Αϋπνία
- Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
- Μεταβολή προσωπικότητας
- Κατάθλιψη
- Επιδείνωση προϋπάρχουσας συναισθηματικής αστάθειας
- Ψυχωσική συμπεριφορά
- Αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση
- Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
- Σπασμοί
- Επισκληρίδια λιπωμάτωση
- Υποκαψικός καταρράκτης
- Εξόφθαλμος
- Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
- τύφλωση μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Θρόμβωση
- Υπέρταση
- Πεπτικό έλκος (με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία)
- Γαστρορραγία
- Παγκρεατίτιδα
- Οισοφαγίτιδα
- Διάτρηση εντέρου
- Μυοπάθεια
- Μυϊκή αδυναμία
- Οστεονέκρωση
- Οστεοπόρωση
- Παθολογικό κάταγμα
- Έξαρση μετά την ένεση
- Συμπιεστικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης
- Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
- Καθυστερημένη επούλωση
- Στείρο απόστημα
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
- Μειωμένο κάλιο αίματος
- Αυξημένο ασβέστιο ούρων
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Ρήξη τένοντα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΈξαρση μετά την ένεσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑκανόνιστη έμμηνος ρύσηΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑρνητικό ισοζύγιο αζώτουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑτροφία δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ενδοκρανιακή πίεσηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ασβέστιο ούρωνΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑύξηση απαιτήσεων σε ινσουλίνηΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΓαστρορραγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔερματική ατροφίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάτρηση εντέρουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραγμένη ανοχή γλυκόζηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή χρωστικής δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕκχυμώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕνεργή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕξόφθαλμοςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕπανενεργοποίηση φυματίωσηςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση προϋπάρχουσας συναισθηματικής αστάθειαςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕπισκληρίδια λιπωμάτωσηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕυκαιριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕυφορική συναισθηματική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚαθυστέρηση ανάπτυξηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚαθυστερημένη επούλωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΚαλοήθης ενδοκρανιακή υπέρτασηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση νατρίουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση υγρώνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚαταστολή άξονα υπόφυσης-επινεφριδίωνΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΚαταστολή αντιδράσεων σε δερματικές δοκιμασίεςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΚεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη ανοχή υδατανθράκωνΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜειωμένο κάλιο αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΜεταβολή προσωπικότηταςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα λάρυγγαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαθολογικό κάταγμαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠεπτικό έλκος (με πιθανή διάτρηση και αιμορραγία)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΡήξη τένονταΤραυματισμοί
-
Μη γνωστέςΣάρκωμα Kaposi (έχει αναφερθεί ότι παρουσιάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κορτικοστεροειδή)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣτείρο απόστημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΣυγκεκαλυμμένη λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣυμπιεστικό κάταγμα σπονδυλικής στήληςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο βαριάς αναπνοήςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο προσομοιάζον με το σύνδρομο CushingΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥποδερματική ατροφίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥποκαψικός καταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΨυχική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχωσικές εκδηλώσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχωσική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςτύφλωση μετά από τοπική έγχυση σε βλάβη στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλήςΟφθαλμικές διαταραχές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΜελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι τα κορτικοστεροειδή επηρεάζουν τη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΚύησηΝα χορηγούνται μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.Τα κορτικοστεροειδή διαπερνούν εύκολα το φραγμό του πλακούντα. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει ότι όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται στη μητέρα σε υψηλές δόσεις, ενδέχεται να προκαλέσουν δυσπλασίες στο έμβρυο. Τα βρέφη που γεννιούνται από μητέρες οι οποίες έχουν λάβει σημαντικές δόσεις κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογούνται για σημεία φλοιοεπινεφριδικής ανεπάρκειας. Δεν υπάρχουν γνωστές επιδράσεις των κορτικοστεροειδών κατά τη διάρκεια και τη στιγμή του τοκετού. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓαλουχίαΝα χορηγούνται μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων.Τα κορτικοστεροειδή εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Μπορεί να προκαλέσουν αναστολή της ανάπτυξης του θηλάζοντος βρέφους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή για συστηματική χρήση, αμιγή. Κωδικός ATC: H02AB09
Τα φυσικά γλυκοκορτικοστεροειδή (κορτιζόνη και υδροκορτιζόνη), τα οποία έχουν και αλατοκορτικοειδή δράση, χρησιμοποιούνται ως θεραπεία υποκατάστασης σε καταστάσεις έλλειψης ή ανεπάρκειας τους, είτε σε ποικίλες παθολογικές καταστάσεις. Τα συνθετικά παράγωγα των κορτικοστεροειδών έχουν ιδιότητες ανάλογες με τη δομή τους και διαφέρουν ως προς την απόλυτη δοσολογία. Με βάση τη δόση είναι περισσότερο ισχυροί αντιφλεγμονώδεις παράγοντες σε σύγκριση με τα φυσικά κορτικοστεροειδή. Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη είναι λευκή ή σχεδόν λευκή άοσμη υγροσκοπική κόνις. Είναι ευδιάλυτη στο νερό και στην αλκοόλη, δυσδιάλυτη στην ακετόνη και αδιάλυτη στο χλωροφόρμιο. Η χημική ονομασία είναι μετά νατρίου άλας του 21-ηλεκτρικού εστέρα της 11β, 17α-διϋδροξυ-πρεγνενο-4-διόνης-3,20, και το μοριακό της βάρος είναι 484,52.
Μηχανισμός δράσης
Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη είναι ένα αντιφλεγμονώδες φλοιοεπινεφριδικό στεροειδές. Ο ευδιάλυτος στο ύδωρ αυτός νατριοηλεκτρικός εστέρας της υδροκορτιζόνης επιτρέπει την άμεση ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων υδροκορτιζόνης εντός μικρού όγκου διαλυτικού μέσου και είναι ιδιαίτερα χρήσιμος όπου απαιτούνται ταχέως υψηλές πυκνότητες υδροκορτιζόνης στο αίμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η νατριοηλεκτρική υδροκορτιζόνη έχει τις ίδιες μεταβολικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις με την υδροκορτιζόνη. Οι δύο ουσίες έχουν την ίδια βιολογική δραστικότητα, όταν χορηγούνται παρεντερικά και σε ισογραμμοριακές ποσότητες. Ο λόγος της δραστικότητας της νατριοηλεκτρικής υδροκορτιζόνης και της νατριοηλεκτρικής μεθυλπρεδνιζολόνης, όπως αποδεικνύεται από τον αριθμό των ηωσινόφιλων, είναι τουλάχιστον 1:4. Αυτό συμφωνεί με τη σχετική δραστικότητα της μεθυλπρεδνιζολόνης και της υδροκορτιζόνης σε από του στόματος χορήγηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σωματική ανάπτυξη | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Με προσοχή | Νήπια και παιδιά σε παρατεταμένη θεραπεία |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενή | Ασθενείς με λανθάνουσα φυματίωση ή θετική δοκιμασία φυματίνης |
| Στενή | Ηλικιωμένοι και ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες, κυρίως κατά τη μακροχρόνια χορήγηση | ||
| Κινάση κρεατίνης | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Κατά την εμφάνιση οξείας μυοπάθειας |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις των κορτικοστεροειδών περιλαμβάνουν μειωμένη αγγειοδιαστολή και διαπερατότητα των τριχοειδών, καθώς και μειωμένη μετανάστευση λευκοκυττάρων σε σημεία φλεγμονής. Η δέσμευση των κορτικοστεροειδών στον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών μεσολαβεί αλλαγές στην έκφραση γονιδίων που οδηγούν σε πολλαπλές δευτερογενείς επιδράσεις σε διάστημα ωρών έως ημερών. Τα γλυκοκορτικοειδή αναστέλλουν την απόπτωση και την απομάκρυνση των ουδετερόφιλων από την περιφέρεια. Αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2, η οποία μειώνει τον σχηματισμό παραγώγων του αραχιδονικού οξέος. Αναστέλλουν το NF-Kappa B και άλλους φλεγμονώδεις παράγοντες μεταγραφής. Προωθούν αντιφλεγμονώδη γονίδια όπως η ιντερλευκίνη-10. Χαμηλότερες δόσεις κορτικοστεροειδών παρέχουν αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ υψηλότερες δόσεις είναι ανοσοκατασταλτικές. Υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών για παρατεταμένη περίοδο δεσμεύονται στον υποδοχέα αλατοκορτικοειδών, αυξάνοντας τα επίπεδα νατρίου και μειώνοντας τα επίπεδα καλίου.
Μετά από τοπική εφαρμογή, τα κορτικοστεροειδή παράγουν αντιφλεγμονώδεις, αντι-κνησμώδεις και αγγειοσυσταλτικές δράσεις. Η δραστηριότητα των φαρμάκων πιστεύεται ότι οφείλεται τουλάχιστον εν μέρει στη δέσμευση με έναν στεροειδή υποδοχέα. Τα κορτικοστεροειδή μειώνουν τη φλεγμονή σταθεροποιώντας τις λυσοσωμικές μεμβράνες των λευκοκυττάρων, αποτρέποντας την απελευθέρωση καταστροφικών όξινων υδρολασών από τα λευκοκύτταρα. Αναστέλλουν τη συσσώρευση μακροφάγων σε φλεγμαίνοντες χώρους. Μειώνουν την προσκόλληση λευκοκυττάρων στο ενδοθήλιο των τριχοειδών. Μειώνουν τη διαπερατότητα των τοιχωμάτων των τριχοειδών και τον σχηματισμό οιδήματος. Μειώνουν τα συστατικά του συμπληρώματος. Ανταγωνίζονται τη δραστηριότητα της ισταμίνης και την απελευθέρωση κινίνης από υποστρώματα. Μειώνουν τον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών, την εναπόθεση κολλαγόνου και τον επακόλουθο σχηματισμό ουλώδους ιστού. Και πιθανώς με άλλους μηχανισμούς που είναι ακόμη άγνωστοι. Τα κορτικοστεροειδή, ειδικά τα φθοριωμένα κορτικοστεροειδή, έχουν αντιμιτωτική δράση στους δερματικούς ινοβλάστες και την επιδερμίδα. /Corticosteroids/
Η παραγωγή ειδών δραστικών οξυγόνου (ROS) από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα (PMNL) και μονοπύρηνα κύτταρα (MNC) αναστέλλεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση υδροκορτιζόνης. Αυτό συνδέεται με παράλληλη μείωση του ενδοπυρηνικού NFkappaB, ο οποίος ρυθμίζει τις φλεγμονώδεις αποκρίσεις, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ROS. Τα επίπεδα στο πλάσμα της ιντερλευκίνης-10 (IL-10), ενός αντιφλεγμονώδους και ανοσοκατασταλτικού κυτταροκίνης που παράγεται από κύτταρα TH2, αυξάνονται επίσης μετά από χορήγηση υδροκορτιζόνης. Σε αυτή τη μελέτη, ερευνήσαμε την επίδραση της υδροκορτιζόνης στην υπομονάδα p47(phox), ένα βασικό συστατικό της νικοτιναμιδικής αδενοσινοδιφωσφορικής (NADPH) οξειδάσης, στα MNC και τις φαρμακοδυναμικές αυτής της επίδρασης με την παραγωγή ROS και τα επίπεδα IL-10 στο πλάσμα /ερευνήθηκαν/. Τα επίπεδα πρωτεΐνης της υπομονάδας p47(phox) στα MNC παρουσίασαν προοδευτική μείωση μετά από χορήγηση υδροκορτιζόνης. Έφτασαν στο ναδίρ στις 4 ώρες και αυξήθηκαν στη συνέχεια σε επίπεδο βάσης στις 24 ώρες. Η παραγωγή ROS μειώθηκε επίσης, έφτασε στο ναδίρ μεταξύ 2 και 4 ωρών και επέστρεψε στο επίπεδο βάσης στις 24 ώρες. Οι συγκεντρώσεις IL-10 αυξήθηκαν, κορυφώθηκαν στις 4 ώρες και επανήλθαν στα επίπεδα βάσης στις 24 ώρες. Συμπερασματικά, η καταστολή της υπομονάδας p47(phox) μπορεί να συμβάλλει στην αναστολή της παραγωγής ROS στα MNC μετά από χορήγηση υδροκορτιζόνης. Αυτή η καταστολή συμβαίνει παράλληλα με την καταστολή του NFkappaB και την αύξηση των επιπέδων IL-10 στο πλάσμα. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι η μείωση του ενδοπυρηνικού NFkappaB και η αύξηση της IL-10 μπορεί να προκαλέσουν την ανασταλτική διαμόρφωση στην υπομονάδα p47(phox) και την παραγωγή ROS από τα MNC μετά από χορήγηση υδροκορτιζόνης και άλλων γλυκοκορτικοειδών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η φαρμακοκινητική της υδροκορτιζόνης μπορεί να διαφέρει κατά 10 φορές από ασθενή σε ασθενή. Μετά από από του στόματος χορήγηση υδροκορτιζόνης σε δόση 0,2-0,3 mg/kg/ημέρα, η μέση Cmax και AUC της ελεύθερης κορτιζόλης στο πλάσμα ήταν 32,69 nmol/L και 90,63 h x nmol/L, αντίστοιχα. Η μέση Cmax και AUC της ολικής κορτιζόλης στο πλάσμα ήταν 514,47 nmol/L και 1743,93 h x nmol/L, αντίστοιχα. Μετά από δόση 0,4-0,6 mg/kg/ημέρα, η μέση Cmax και AUC της ελεύθερης κορτιζόλης στο πλάμα ήταν 70,81 nmol/L και 199,11 h x nmol/L. Η μέση Cmax και AUC της ολικής κορτιζόλης στο πλάσμα ήταν 754,94 nmol/L και 2533,02 h x nmol/L, αντίστοιχα. Η τοπική κρέμα υδροκορτιζόνης έχει βιοδιαθεσιμότητα 4-19% με Tmax 24h. Οι υποκλυσμοί υδροκορτιζόνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα 0,810 για αργούς απορροφητές και 0,502 για γρήγορους απορροφητές. Οι αργοί απορροφητές απορροφούν υδροκορτιζόνη με ρυθμό 0,361±0,255/h, ενώ οι γρήγοροι απορροφητές απορροφούν υδροκορτιζόνη με ρυθμό 1,05±0,255/h. Μια δόση 20mg IV υδροκορτιζόνης έχει AUC 1163±277ng*h/mL.
Τα κορτικοστεροειδή αποβάλλονται κυρίως με τα ούρα. Ωστόσο, δεδομένα σχετικά με την ακριβή αναλογία δεν είναι άμεσα διαθέσιμα.
Η ολική υδροκορτιζόνη έχει όγκο κατανομής 39,82L, ενώ το ελεύθερο κλάσμα έχει όγκο κατανομής 474,38L.
Η ολική υδροκορτιζόνη από του στόματος οδό έχει μέση κάθαρση 12,85L/h, ενώ το ελεύθερο κλάσμα έχει μέση κάθαρση 235,78L/h. Μια δόση 20mg IV υδροκορτιζόνης έχει κάθαρση 18,2±4,2L/h.
Μετά από διαδερμική διείσδυση ενός τοπικού κορτικοστεροειδούς, το φάρμακο που απορροφάται συστηματικά ακολουθεί πιθανώς τις μεταβολικές οδούς των συστηματικά χορηγούμενων κορτικοστεροειδών. Τα κορτικοστεροειδή συνήθως μεταβολίζονται στο ήπαρ και απεκκρίνονται από τους νεφρούς. Ορισμένα τοπικά κορτικοστεροειδή και τα μεταβολίτες τους απεκκρίνονται στη χολή. /Topical corticosteroids/
Η τοπική εφαρμογή κορτικοστεροειδών στον βλεννογόνο του ουρογεννητικού ή του κατώτερου πεπτικού σωλήνα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική συστηματική απορρόφηση των φαρμάκων. Σε υγιή άτομα, έως και 30-90% της υδροκορτιζόνης που χορηγείται εν τω ορθώ ως υποκλυσμός μπορεί να απορροφηθεί. Μεγαλύτερες ποσότητες υδροκορτιζόνης μπορεί να απορροφηθούν εν τω ορθώ εάν ο εντερικός βλεννογόνος είναι φλεγμαίνων.
Μετά από τοπική εφαρμογή ενός κορτικοστεροειδούς στις περισσότερες περιοχές του φυσιολογικού δέρματος, ελάχιστες ποσότητες του φαρμάκου φτάνουν στο χόριο και στη συνέχεια στη συστηματική κυκλοφορία. Ωστόσο, η απορρόφηση αυξάνεται σημαντικά όταν το δέρμα έχει χάσει το κεράτινο στρώμα του και μπορεί να αυξηθεί από φλεγμονή ή/και ασθένειες του επιδερμικού φραγμού (π.χ. ψωρίαση, έκζεμα). Τα φάρμακα απορροφώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τον όσχετο, τη μασχάλη, το βλέφαρο, το πρόσωπο και το τριχωτό της κεφαλής παρά από τον πήχη, το γόνατο, τον αγκώνα, την παλάμη και τη σόλα. Ακόμη και μετά το πλύσιμο της περιοχής που υποβάλλεται σε θεραπεία, παρατεταμένη απορρόφηση του κορτικοστεροειδούς συμβαίνει, πιθανώς επειδή το φάρμακο διατηρείται στο κεράτινο στρώμα. /Topical corticosteroids/
Η διαδερμική διείσδυση των κορτικοστεροειδών ποικίλλει μεταξύ των ατομικών ασθενών και μπορεί να αυξηθεί με τη χρήση αποφρακτικών επιδέσμων, με την αύξηση της συγκέντρωσης του κορτικοστεροειδούς και με τη χρήση διαφορετικών οχημάτων. Η χρήση αποφρακτικού επιδέσμου με υδροκορτιζόνη για 96 ώρες ενισχύει σημαντικά τη διαδερμική διείσδυση του φαρμάκου. Ωστόσο, η χρήση του για έως και 24 ώρες δεν φαίνεται να τροποποιεί τη διείσδυση της τοπικά χορηγούμενης υδροκορτιζόνης.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η υδροκορτιζόνη μεταβολίζεται σε 6-βητα υδροκορτιζόλη μέσω CYP3A, 5-βητα τετραϋδροκορτιζόλη μέσω 3-οξο-5-βητα-στεροειδούς 4-δεϋδρογενάσης, 5-άλφα τετραϋδροκορτιζόλη μέσω 3-οξο-5-άλφα-στεροειδούς 4-δεϋδρογενάσης 2, κορτιζόνη μέσω της ισοενζύμης 1 της στεροειδικής 11-β-δεϋδρογενάσης και της ισοενζύμης 2 της στεροειδικής 11-β-δεϋδρογενάσης, και γλυκουρονιδικά προϊόντα. Η κορτιζόνη μεταβολίζεται περαιτέρω σε τετραϋδροκορτιζόνη και διυδροκορτιζόλη.
Έγινε μελέτη στην απορρόφηση εξωγενούς υδροκορτιζόνης και στον σχηματισμό των μεταβολιτών της σε απομονωμένο ήπαρ ατόμων αρουραίων, ακτινοβολημένων και μη, σε συνθήκες επανακυκλοφορούντος perfusate. Δείχθηκε ότι η απορρόφηση της ορμόνης από το ήπαρ των ακτινοβολημένων αρουραίων ήταν πολύ μειωμένη, αλλά η περιεκτικότητα των περισσότερων μεταβολιτών που βρέθηκαν στο perfusate του ακτινοβολημένου ήπατος αυξήθηκε σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Υποτίθεται ότι η ακτινοβολία αναστέλλει τις επακόλουθες μετατροπές των προϊόντων του μεταβολισμού της υδροκορτιζόνης.
Διερευνήθηκε η υποκυτταρική κατανομή της (3)H-υδροκορτιζόνης και των μεταβολιτών της στο ήπαρ και τους νεφρούς ατόμων αρουραίων, ακτινοβολημένων και αλλοξάνης-διαβητικών. Δέκα λεπτά μετά τη χορήγηση αυτής της ορμόνης, βρέθηκαν στο κυτταρόπλασμα, τα μικροσωμάτια, τα μιτοχόνδρια και οι πυρήνες του ήπατος διάφοροι μεταβολίτες (κυρίως τετραϋδροκορτιζόλη) και η μητρική ορμόνη, με τη σχετική περιεκτικότητα μεμονωμένων ενώσεων σε διάφορα υποκυτταρικά κλάσματα να είναι διαφορετική. Στα μιτοχόνδρια, τα μικροσωμάτια και οι πυρήνες του ήπατος αρουραίων με αλλοξάνη-διαβήτη, η συγκέντρωση της τετραϋδροκορτιζόλης ήταν μειωμένη, ενώ αυτή της μητρικής ορμόνης αυξημένη σε σύγκριση με τα φυσιολογικά ζώα. Υποτέθηκε ότι τέτοιες αλλαγές που παρατηρήθηκαν σε διαβητικά ζώα μπορεί να είναι μια από τις αιτίες της αυξημένης ευαισθησίας των διαδικασιών μεταγραφής και μετάφρασης στα γλυκοκορτικοειδή. Στο κυτταρόπλασμα και τα μικροσωμάτια των νεφρών ατόμων, βρέθηκαν κορτιζόνη και τετραϋδροκορτιζόλη. Σε διαβητικά ζώα, ωστόσο, η συγκέντρωση της τετραϋδροκορτιζόλης αυξήθηκε, ενώ η κορτιζόνη ήταν μη ανιχνεύσιμη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η ολική υδροκορτιζόνη από του στόματος οδού έχει χρόνο ημιζωής 2,15h, ενώ το ελεύθερο κλάσμα έχει χρόνο ημιζωής 1,39h. Μια δόση 20mg IV υδροκορτιζόνης έχει τελικό χρόνο ημιζωής 1,9±0,4h.
… Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η υδροκορτιζόνη αποβλήθηκε με συνολική κάθαρση σώματος 18 L/hr και χρόνο ημιζωής 1,7 hr.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
WI4X0X7BPJ
ΥΔΡΟΚΟΡΤΙΖΟΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κορτικοστεροειδές
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης
Η υδροκορτιζόνη είναι ένα Κορτικοστεροειδές. Ο μηχανισμός δράσης της υδροκορτιζόνης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης.
ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΝΗΣΜΟΥ
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΝΗΣΜΟΥ
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
ΑΝΤΙ-ΚΝΗΣΜΙΚΟ ΣΠΡΕΪ
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΑΝΤΙ-ΚΝΗΣΜΙΚΟ
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
ΑΝΤΙ-ΚΝΗΣΜΙΚΟ (ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΝΗΣΜΟΥ)
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
COOL RELIEF GEL ΜΕ ΑΛΟΗ
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
COOLING ITCH RELIEF
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
DRS. HYDROCORTISONE
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΥΔΡΟΚΟΡΤΙΖΟΝΗ
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΥΔΡΟΚΟΡΤΙΖΟΝΗ 0,5%
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΥΔΡΟΚΟΡΤΙΖΟΝΗ 1%
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΥΔΡΟΚΟΡΤΙΖΟΝΗ 2,5%
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
HYDROCORTISONE CONTINUOUS SPRAY
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
HYDROCORTISONE CREAM
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
HYDROCORTISONE CREAM 1%
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
HYDROCORTISONE OINTMENT
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
HYDROCORTISONE WITH ALOE ANTI ITCH
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
HYDROCORTIZONE
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
PS-2896 HYDROCORTISONE CREAM 1%, 0,9G
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
ΥΔΡΟΚΟΡΤΙΖΟΝΗ 2%
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
HYDROCORTISONE LOTION
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
HYDROCORTISONE SPRAY
Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
GLO SKIN BEAUTY REMEDY GEL
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
HYDROCORTSIONE CREAM 1%
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Κορτικοστεροειδούς Ορμόνης [MoA]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Κορτικοστεροειδή από το ορθό) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Β3 H02AB09Βαριά προσβολή (ανεξαρτήτως έκτασης) — εισαγωγή στο νοσοκομείο
Απόσυρση / Deprescribing
Κορτικοστεροειδή – τοπικά
Για ασθενείς που λαμβάνουν επί του παρόντος μακροχρόνια θεραπεία με τοπικά κορτικοστεροειδή, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της ισχύος ή της συχνότητας εφαρμογής (ή και των δύο).
⚠ Η μακροχρόνια συνεχής ή ακατάλληλη χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα εκείνων μέτριας έως υψηλής ισχύος, μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη εξάρσεων αναπήδησης μετά τη διακοπή της θεραπείας (π.χ. δερματίτιδα με έντονη ερυθρότητα, τσούξιμο και κάψιμο που μπορεί να εξαπλωθεί πέρα από την αρχική περιοχή θεραπείας). Αναφέρετε τυχόν ύποπτες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων στο σύστημα Yellow Card, συμπεριλαμβανομένων εκείνων μετά τη διακοπή των τοπικών κορτικοστεροειδών.