Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C07CA03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

PINDOLOL + OTHER DIURETICS

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία Γενικός πληθυσμός Η συνήθης θεραπευτική δόση του Viskaldix είναι μισό ή ένα δισκίο (10 mg πινδολόλης και 5 mg κλοπαμίδης) ημερησίως με το πρωινό. Σε περίπτωση ανεπαρκούς ελέγχου της αρτηριακής πίεσης με τη δοσολογία αυτή μετά από θεραπεία 2 έως 3 εβδομάδων, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σε έως 2 δισκία σε δύο διαιρεμένες δόσεις, μία το πρωί και μία το μεσημέρι. Η μέγιστη ημερήσια δόση του Viskaldix είναι 20 mg πινδολόλης και 10 mg κλοπαμίδης. Σε ανθεκτικές περιπτώσεις, η προσθήκη ενός αντιυπερτασικού αγγειοδιασταλτικού παράγοντα μπορεί να συνιστάται. Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία/ Ηπατική Δυσλειτουργία Οι ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία (ήπια έως μέτρια) μπορεί συνήθως να αντιμετωπίζονται με κανονικές δόσεις. Ωστόσο, το Viskaldix δε συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3). Παιδιατρικοί ασθενείς Εφόσον η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Viskaldix δεν έχει τεκμηριωθεί σε παιδιά, το Viskaldix δεν ενδείκνυται για παιδιατρική χρήση. Ηλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών ή μεγαλύτεροι) Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η ανοχή του Viskaldix επηρεάζεται σε ηλικιωμένους ασθενείς (65 ετών ή μεγαλύτερους). Η δοσολογία δε χρειάζεται να προσαρμοστεί σε αυτούς τους ασθενείς, ωστόσο, λόγω του διουρητικού συστατικού, οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, καθώς παράγοντες που συσχετίζονται μερικές φορές με τη γήρανση, όπως η πτωχή διατροφή ή η διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, μπορεί να επηρεάζουν έμμεσα τη δοσολογία ή την ανοχή (βλ. παράγραφο 4.4). Τρόπος χορήγησης Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται από του στόματος μαζί με φαγητό.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερευαισθησία Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις που προκαλούνται από άλλους παράγοντες μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές σε ασθενείς που λαμβάνουν β-αποκλειστές, ιδιαίτερα μη εκλεκτικούς β-αποκλειστές, και ενδέχεται να είναι ανθεκτικές σε κανονικές δόσεις αδρεναλίνης. Όποτε είναι δυνατό, οι β-αποκλειστές θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για αναφυλαξία. Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε άλλα φάρμακα της κατηγορίας της θειαζίδης (π.χ. υδροχλωροθειαζίδη) είναι πιθανότερες σε ασθενείς με αλλεργία και άσθμα. Καρδιαγγειακό σύστημα Σε αντίθεση με τους β-αποκλειστές χωρίς ενδογενή συμπαθομιμητική δραστηριότητα (ISA), η πινδολόλη είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσει φαινόμενο υποτροπής (rebound) μετά από απότομη διακοπή της χρόνιας θεραπείας, που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συχνότητας. Ωστόσο, αν η διακοπή της θεραπείας κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται η δόση του Viskaldix να μειώνεται σταδιακά. Οι ασθενείς με αρχόμενη ή έκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να αντιρροπούνται επαρκώς πριν από τη θεραπεία με πινδολόλη αλλά το Viskaldix δε ενδείκνυται για τη θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας. Ηλεκτρολύτες Η θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά έχει συσχετιστεί με διαταραχές των ηλεκτρολυτών. Το επίπεδο καλίου στον ορό θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Viskaldix. Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να προκαλέσουν νέα εμφάνιση υπονατριαιμίας ή να επιδεινώσουν προϋπάρχουσα υπονατριαιμία. Σε ασθενείς με σοβαρή υπονατριαιμία και/ή υποογκαιμία, μπορεί να παρουσιαστεί υπόταση σε σπάνιες περιπτώσεις μετά την έναρξη της θεραπείας με διουρητικά. Τα θειαζιδικά διουρητικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από διόρθωση κάθε προϋπάρχουσας υπονατριαιμίας και/ή υποογκαιμίας και με την κατάλληλη παρακολούθηση στους ηλικιωμένους ασθενείς. Συνιστώνται τακτικοί έλεγχοι των συγκεντρώσεων του νατρίου στον ορό. Οι θειαζίδες, όπως η κλοπαμίδη, μειώνουν την αποβολή ασβεστίου στα ούρα και μπορεί να προκαλέσουν ελαφρά αύξηση του ασβεστίου του ορού επί απουσίας γνωστών διαταραχών του μεταβολισμού του ασβεστίου. Το Viskaldix θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με υπερκαλιαιμία. Το Viskaldix θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα, καθώς μπορεί να προκληθεί περαιτέρω αύξηση του ουρικού οξέος στον ορό. Ηλικιωμένοι ασθενείς Οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Μία υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης ή του καρδιακού ρυθμού μπορεί να ελαττώσει την παροχή αίματος σε ζωτικά όργανα σε ανεπαρκή επίπεδα. Διαβητικοί ασθενείς Συνιστάται προσοχή όταν οι β-αποκλειστές χορηγούνται σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητική θεραπεία, καθώς κατά την παρατεταμένη νηστεία μπορεί να εκδηλωθεί υπογλυκαιμία και μερικά από τα συμπτώματά της (ταχυκαρδία, τρόμος) μπορεί να συγκαλυφθούν. Ωστόσο, οι ασθενείς μπορούν να εκπαιδευτούν ώστε να αναγνωρίζουν την εφίδρωση ως το κύριο σύμπτωμα της υπογλυκαιμίας κατά τη θεραπεία με β-αποκλειστές. Τα θειαζιδικά διουρητικά, όπως η κλοπαμίδη, ενδέχεται να αλλάξουν την ανοχή της γλυκόζης, ιδιαίτερα στη διάρκεια της χρόνιας θεραπείας με υψηλές δόσεις και σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου (π.χ. παχυσαρκία, διαβήτης). Συγχορήγηση με αναστολείς των διαύλων ασβεστίου Λόγω του κινδύνου καρδιακής ανακοπής, σε ασθενή που λαμβάνει ήδη θεραπεία με έναν β-αποκλειστή δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια ή από του στόματος ένας αναστολέας των διαύλων ασβεστίου του τύπου της βεραπαμίλης. Αναισθησία Κατά τη διάρκεια γενικής αναισθησίας σε ασθενείς που χρειάζονται β- αποκλειστή, η προσεκτική παρακολούθηση της καρδιαγγειακής λειτουργίας είναι ουσιώδης. Όταν ο β-αποκλεισμός διακόπτεται πριν τη γενική αναισθησία, η δοσολογία του Viskaldix θα πρέπει να μειώνεται προοδευτικά. Περιφερική αγγειακή νόσος Η θεραπεία με ένα β-αποκλειστή συσχετίζεται συχνά με επιδείνωση των συμπτωμάτων προϋπάρχουσας περιφερικής αγγειακής νόσου. Ωστόσο, λόγω των συμπαθομιμητικών επιδράσεων της πινδολόλης στους β -υποδοχείς (αγγειοδιαστολή), οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τα περιφερικά αγγεία (ψυχρά άκρα) παρουσιάζονται μόνο σπάνια στη διάρκεια της θεραπείας με Viskaldix. Ψωρίαση Καθώς οι β-αποκλειστές ενδέχεται να επιδεινώσουν τη ψωρίαση, το Viskaldix θα πρέπει να συνταγογραφείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου σε ασθενείς με ιστορικό ψωρίασης. Υπερθυρεοειδισμός Καθώς οι β-αποκλειστές μπορεί να συγκαλύψουν ορισμένα κλινικά σημεία του υπερθυρεοειδισμού (π.χ. ταχυκαρδία), αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά ως προς τη θυρεοειδική λειτουργία. Φαιοχρωμοκύττωμα Σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύττωμα, η θεραπεία πρέπει να αρχίζει πρώτα με έναν α-αποκλειστή και να ακολουθεί ένας β-αποκλειστής. Οφθαλμοβλεννογονοδερματικό σύνδρομο Η πλήρης ανάπτυξη οφθαλμοβλεννογονοδερματικού συνδρόμου δεν έχει αναφερθεί με την πινδολόλη. Ωστόσο, έχουν παρατηρηθεί μερικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου αυτού, όπως ξηροφθαλμία και δερματικό εξάνθημα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα απέδραμαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της πινδολόλης και αλλαγής σε άλλο θεραπευτικό παράγοντα.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Πινδολόλη Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί Αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) Η ταυτόχρονη χρήση με β-αποκλειστές δε συνιστάται. Θεωρητικά είναι πιθανό να εκδηλωθεί σημαντική υπέρταση για έως 14 ημέρες μετά από διακοπή του αναστολέα MAO. Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη Αντιδιαβητικοί παράγοντες Οι β-αποκλειστές μπορεί να παρεμβάλλονται στη συνήθη αιμοδυναμική απάντηση στην υπογλυκαιμία και να προκαλέσουν αύξηση στην αρτηριακή πίεση που συσχετίζεται με σοβαρή βραδυκαρδία. Παρότι η κλινική σημασία αυτών των επιδράσεων με την πινδολόλη είναι προφανώς μικρή στους περισσότερους διαβητικούς ασθενείς, οι β-αποκλειστές θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασταθείς διαβητικούς ασθενείς οι οποίοι είναι επιρρεπείς σε επεισόδια υπογλυκαιμίας (βλ. παράγραφο 4.4). Αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου Η εμπειρία έχει δείξει ότι η ταυτόχρονη χρήση από του στόματος β-αποκλειστών και διυδροπυριδινικών ανταγωνιστών του ασβεστίου μπορεί να είναι χρήσιμη στην υπέρταση ή στη στηθάγχη. Ωστόσο, λόγω της πιθανής επίδρασής τους στο σύστημα καρδιακής αγωγιμότητας και στη συσταλτικότητα, η ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση πρέπει να αποφεύγεται. Η από του στόματος θεραπεία απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση, ιδιαίτερα όταν ο β-αποκλειστής συνδυάζεται με έναν ανταγωνιστή ασβεστίου του τύπου της βεραπαμίλης. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα σοβαρής μείωσης της αρτηριακής πίεσης με την ταυτόχρονη χορήγηση παραγώγων διυδροπυριδίνης, όπως η νιφεδιπίνη με πινδολόλη, σε ασθενείς με λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια. Αντιαδρενεργικοί παράγοντες Η αντιυπερτασική δράση των α-αδρενεργικών αποκλειστών, όπως η γουανεθιδίνη, η βετανιδίνη, η ρεσερπίνη, η α-μεθυλντόπα ή η κλονιδίνη μπορεί να ενισχυθεί από τους β-αποκλειστές. Όταν διακόπτεται η θεραπεία σε ασθενείς που λαμβάνουν β-αποκλειστή και κλονιδίνη ταυτόχρονα, οι β-αποκλειστές θα πρέπει να διακόπτονται βαθμιαία μερικές ημέρες πριν τη διακοπή της κλονιδίνης ώστε να μειωθεί ο δυνητικός κίνδυνος μίας υπερτασικής κρίσης από τη διακοπή της κλονιδίνης. Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) Η ταυτόχρονη χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων, περιλαμβανομένων των αναστολέων της COX-2, με ένα β-αποκλειστή μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική του δράση, πιθανά λόγω της αναστολής της νεφρικής σύνθεσης προσταγλανδίνης και της κατακράτησης νατρίου και υγρών που προκαλείται από τα ΜΣΑΦ. Φαινοθειαζίνες Η ταυτόχρονη χρήση με β-αποκλειστές μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης των επιμέρους συστατικών στο πλάσμα. Συμπαθομιμητικά φάρμακα Η ταυτόχρονη χορήγηση συμπαθομιμητικών φαρμάκων, όπως η αδρεναλίνη, η νοραδρεναλίνη, η ισοπρεναλίνη, η εφεδρίνη, η φαινυλεφρίνη φαινυλπροπανολαμίνη ή τα παράγωγα της ξανθίνης με ένα μη εκλεκτικό β- αποκλειστή μπορεί να αυξήσει την αγγειοσυσπαστική απάντηση με αποτέλεσμα την ανάπτυξη υπέρτασης λόγω ανταγωνιστικών επιδράσεων. Αναισθητικοί παράγοντες Οι β-αποκλειστές και ορισμένα αναισθητικά μπορεί να έχουν αθροιστική δράση στις καρδιοκατασταλτικές τους επιδράσεις. Ωστόσο, η συνέχιση της χρήσης β- αποκλειστών στη διάρκεια της αναισθησίας μειώνει τον κίνδυνο καρδιακών αρρυθμιών και υπέρτασης (βλ. παράγραφο 4.4). Οι αναισθητικοί παράγοντες που προκαλούν μυοκαρδιακή καταστολή, όπως το κυκλοπροπάνιο και το τριχλωροαιθυλένιο, συνιστάται να αποφεύγονται. Αντιαρρυθμικοί παράγοντες Η ταυτόχρονη χορήγηση β-αποκλειστών με αντιαρρυθμικούς παράγοντες κατηγορίας Ι, όπως η δισοπυραμίδη, η τοκαϊνίδη, η φλεκαϊνίδη ή η αμιωδαρόνη μπορεί να έχουν ενισχυτική επίδραση στο χρόνο κολπικής αγωγιμότητας και να επάγουν αρνητική ινότροπη δράση. Παρότι αυτή η ενισχυτική επίδραση είναι χαμηλή για την πινδολόλη, η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων με αντιαρρυθμικούς παράγοντες δεν μπορεί να αποκλειστεί. Γλυκοσίδες δακτυλίτιδας Οι β-αποκλειστές και οι γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας μπορεί να έχουν αθροιστική δράση στην κατασταλτική δράση τους στη μυοκαρδιακή αγωγιμότητα, ιδιαίτερα μέσω του κολποκοιλιακού κόμβου, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη βραδυκαρδίας ή καρδιακού αποκλεισμού. Αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας Η ταυτόχρονη χορήγηση με β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσει την αγγειοσυσπαστική δράση των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας. Σιμετιδίνη Η σιμετιδίνη είναι ένας μέτριος αναστολέας πολλαπλών κυτοχρωμικών ενζύμων, όπως τα CYP2D6, CYP3A4, CYP2C19, CYP2E1, CYP2C9 και CYP1A2. Η ταυτόχρονη χορήγηση σιμετιδίνης μπορεί να αναστείλει τον ηπατικό μεταβολισμό της πινδολόλης με αποτέλεσμα την αύξηση των συγκεντρώσεων της πινδολόλης στο πλάσμα. Κλοπαμίδη Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη Φάρμακα που προκαλούν παράταση του διαστήματος QTc Συνιστάται προσοχή όταν χορηγούνται φάρμακα ανάλογα της θειαζίδης με παράταση του διαστήματος QTc, όπως αντιαρρυθμικοί παράγοντες (αμιωδαρόνη, κινιδίνη, δοφετιλίδη, δισοπυραμίδη, ιβουτιλίδη, πιμοζίδη, προκαϊναμίδη), αντιψυχωσικά (χλωροπρομαζίνη, δροπεριδόλη, αλοπεριδόλη, μεσοριδαζίνη, θειοριδαζίνη, αμιναζίνη), αντιισταμινικά (αστεμιζόλη, τερφεναδίνη), ανθελονοσιακά (χλωροκίνη, κινίνη, αλοφαντρίνη), σισαπρίδη, αντιβιοτικά (κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη), δομπεριδόνη, προμπουκόλη, σοταλόλη, μεθαδόνη, κετανσερίνη, βεπριδίλη. Λίθιο Γενικά, τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να μειώσουν τη νεφρική κάθαρση του λιθίου. Η ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδών με λίθιο μπορεί να απαιτεί μείωση της δόσης του λιθίου. Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα του καλίου ορού Η υποκαλιαιμική δράση της κλοπαμίδης μπορεί να αυξηθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση κορτικοστεροειδών, αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης, αμφοτερικίνης Β, καρβενοξολόνης και καθαρτικού. Μη αντιρροπούμενες καρδιακές αρρυθμίες είναι πιθανότερο να εμφανιστούν επί παρουσίας υποκαλιαιμίας προκαλούμενης από θειαζιδικά διουρητικά. Από του στόματος αντιπηκτικά Η ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδών με αντιπηκτικά φάρμακα μπορεί να μειώσει την αντιπηκτική δράση. Αντιδιαβητικοί παράγοντες Η συγχορήγηση ινσουλίνης και από του στόματος αντιδιαβητικών φαρμάκων με θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της δράσης της ινσουλίνης και των από του στόματος αντιδιαβητικών. Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης Η υποτασική δράση της πρώτης δόσης των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, όπως η καπτοπρίλη, είναι έντονη σε ασθενείς με υπονατριαιμία ή υποογκαιμία προκαλούμενη από διουρητικά. Η καπτοπρίλη θα πρέπει να δίνεται σε χαμηλότερες δόσεις έναρξης για να μειώνεται ο κίνδυνος. Μυοχαλαρωτικά Τα διουρητικά ενδέχεται να παρατείνουν τη δράση των παραγώγων κουραρίου, πιθανώς λόγω της έλλειψης καλίου. Συνιστάται παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του καλίου στον ορό πριν από την έναρξη της θεραπείας με μυοχαλαρωτικά προς αποφυγή αυξημένης ανταπόκρισης στη μυοχάλαση. Ελαττωμένη αποβολή ταυτόχρονα χορηγούμενων νεφρικά απεκκρινόμενων φαρμάκων Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να μειώσουν την κάθαρση νεφρικά απεκκρινόμενων φαρμάκων και μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω μεγαλύτερης έκθεσης στο επηρεαζόμενο φαρμάκου. Για παράδειγμα, μπορεί να παρουσιαστεί υπερευαισθησία στην αλλοπουρινόλη, πιθανώς λόγω της αυξημένης ημιζωής της οξιπουρινόλης (ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης). Τοξική δράση της αμανταδίνης μπορεί, επίσης, να εμφανιστεί λόγω αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Η μείωση της νεφρικής απέκκρισης των κυτταροτοξικών παραγόντων (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη) μπορεί να ενισχύσει τις μυελοκατασταλτικές τους δράσεις. Διαζοξίδη Καθώς τα θειαζιδικά διουρητικά προκαλούν υπεργλυκαιμία ως ανεπιθύμητη ενέργεια, μπορεί να υπάρχει αθροιστική δράση στην υπεργλυκαιμία που προκαλείται από διαζοξίδη. Αντιχολινεργικοί παράγοντες Η βιοδιαθεσιμότητα της κλοπαμίδης μπορεί να αυξηθεί από αντιχολινεργικούς παράγοντες, όπως η προπανθελίνη, η ατροπίνη, η βιπεριδίνη κ.λπ. πιθανώς λόγω της μείωσης της γαστρεντερικής κινητικότητας και του ρυθμού κένωσης του στομάχου. Ιοντοανταλλακτικές ρητίνες Οι μη απορροφήσιμες ιοντοανταλλακτικές ρητίνες, όπως η χολεστυραμίνη ή η κολεστιπόλη μειώνουν την απορρόφηση των θειαζιδικών διουρητικών. Μπορεί να παρατηρηθεί μείωση στη φαρμακολογική δράση. Ως εκ τούτου, η ταυτόχρονη χορήγηση του Viskaldix, είτε με χολεστυραμίνη, είτε με κολεστιπόλη θα πρέπει να αποφεύγεται. Βιταμίνη D και άλατα ασβεστίου Καθώς τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να μειώσουν την απέκκριση ασβεστίου με τα ούρα, η ταυτόχρονη χορήγηση κλοπαμίδης με βιταμίνη D και ασβέστιο μπορεί να ενισχύσει την αύξηση του ασβεστίου στον ορό. Κυκλοσπορίνη Η παράλληλη θεραπεία με κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης υπερουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας. Σκιαγραφικοί παράγοντες που περιέχουν ιώδιο Τα ιωδιούχα σκιαγραφικά μέσα μπορούν να προκαλέσουν οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά θεωρούνται ως υψηλού κινδύνου και συνιστάται η ενυδάτωση πριν τη χορήγηση του ιωδιούχου προϊόντος.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου (Πίνακας 1) έχουν προκύψει από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του Viskaldix. Επειδή οι αντιδράσεις αυτές αναφέρονται εθελοντικά από έναν πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί αξιόπιστα η συχνότητα εμφάνισης, η οποία για το λόγο αυτό κατηγοριοποιείται ως άγνωστη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου παρατίθενται σύμφωνα με τις κατηγορίες συστήματος οργάνων κατά MedDRA. Εντός κάθε οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου (άγνωστης συχνότητας) Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Λευκοπενία, θρομβοπενία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Διαταραχές ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία) Ψυχιατρικές διαταραχές Ψυχικές διαταραχές (κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις), διαταραχές ύπνου (παρόμοιες με εκείνες που παρατηρούνται με άλλους β-αποκλειστές και συνδυασμούς τους) Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη, κεφαλαλγία, τρόμος Καρδιακές διαταραχές Καρδιακή ανεπάρκεια, διαταραχές αγωγιμότητας, βραδυκαρδία Αγγειακές διαταραχές Υπόταση, ορθοστατική υπόταση, συμπτώματα περιφερικής αγγειακής νόσου (περιφερική ψυχρότητα, φαινόμενο Raynaud) Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Βρογχόσπασμος, δύσπνοια Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Γαστρεντερικές διαταραχές, ναυτία, έμετος Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Δερματικές αντιδράσεις, υπεριδρωσία, επιδείνωση της ψωρίασης Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυϊκές κράμπες, μυϊκή αδυναμία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία Όταν επιβεβαιώνεται η κύηση, οι γυναίκες θα πρέπει να ενημερώνουν αμέσως το γιατρό τους. Η δοσολογία του Viskaldix θα πρέπει να μειώνεται βαθμιαία μέχρι τη διακοπή. Κύηση Το Viskaldix δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3). Τα θειαζιδικά διουρητικά, όπως η κλοπαμίδη, μπορεί να επηρεάσουν τη ροή του αίματος στον πλακούντα με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εμβρυικής ανάπτυξης. Το Viskaldix και τα συστατικά του, πινδολόλη και κλοπαμίδη, δεν ήταν τερατογόνα σε μελέτες σε ποντίκια, αρουραίους, και/ή κουνέλια σε δόσεις που ήταν τουλάχιστον 100 φορές μεγαλύτερες των αναμενόμενων ανθρώπινων δόσεων του Viskaldix. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τη γέννηση με την πινδολόλη και την κλοπαμίδη σε δόσεις των 10 mg/kg/ημέρα και 200 mg/kg/ημέρα, αντίστοιχα, που αντιστοιχούν σε δόσεις 25 και 1000 φορές μεγαλύτερες από τις ανθρώπινες δόσεις του Viskaldix (βλ. παράγραφο 5.3). Θηλασμός Καθώς οι δραστικές ουσίες που περιέχονται στο Viskaldix περνούν στο μητρικό γάλα, το Viskaldix δεν πρέπει να χορηγείται στη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3). Γονιμότητα Δεν υπάρχουν στοιχεία ανεπιθύμητων επιδράσεων του Viskaldix στην ανθρώπινη γονιμότητα. Σε αρουραίους, το Viskaldix (πινδολόλη και κλοπαμίδη) δεν προκάλεσε καθόλου ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα ή στην αναπαραγωγική ικανότητα σε δόσεις των 10 και 200 mg/kg, αντίστοιχα, που είναι 25 και 1000 φορές η ανθρώπινη δόση πινδολόλης και κλοπαμίδης, αντίστοιχα, από χρήση Viskaldix. Αν και οι επιδράσεις στα ζώα δεν είναι πάντοτε προγνωστικές των ανθρώπινων επιδράσεων, σε επίπεδα δόσης των 30 mg πινδολόλης/kg και μεγαλύτερα, οι θηλυκοί αρουραίοι παρατηρήθηκε ότι ζευγάρωναν λιγότερο συχνά από τα ζώα χωρίς θεραπεία (βλ. παράγραφο 5.3).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Συνδυασμός β-αποκλειστή και θειαζιδικού διουρητικού, κωδικός ATC: C07CA03. Μηχανισμός δράσης (ΜΟΑ) / Φαρμακοδυναμική (PD) ΤΟ Viskaldix είναι ένας συνδυασμός του φαρμάκου αποκλεισμού των β- αδρενεργικών υποδοχέων πινδολόλη και του θειαζιδικού διουρητικού κλοπαμίδη. Και τα δύο συστατικά μειώνουν την αρτηριακή πίεση αλλά με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο συνδυασμός είναι αποτελεσματικός και καλά ανεκτός, ότι και τα δύο συστατικά συμβάλλουν σε αυτή τη δράση, καθώς και ότι είναι πιο αποτελεσματικός από ότι το κάθε συστατικό μόνο του. Η πινδολόλη είναι ένας ισχυρός ανταγωνιστής των β-αδρενεργικών υποδοχέων (β-αποκλειστής). Αποκλείει αμφότερους του β

  • και β -αδρενεργικούς υποδοχείς για περισσότερες από 24 ώρες μετά τη χορήγηση. Έχει αμελητέα σταθεροποιητική της μεμβράνης δράση. Ως β-αποκλειστής, η πινδολόλη προστατεύει την καρδιά από τη διέγερση των β-αδρενεργικών υποδοχέων από κατεχολαμίνες στη διάρκεια της φυσικής άσκησης και του ψυχικού στρες και επίσης μειώνει τη συμπαθητική δράση στην καρδιά κατά την ανάπαυση. Η ενδογενής συμπαθομιμητική δραστηριότητά της (ISA), όμως, προσφέρει στην καρδιά βασική διέγερση παρόμοια με εκείνη που προκαλείται από τη φυσιολογική συμπαθητική δραστηριότητα ηρεμίας, με αποτέλεσμα να μην καταστέλλεται υπερβολικά ούτε η καρδιακή συχνότητα και συσταλτικότητα ηρεμίας ούτε η ενδοκαρδιακή αγωγιμότητα. Ο κίνδυνος βραδυκαρδίας είναι, ως εκ τούτου, μικρός και η μη-αυξημένη καρδιακή παροχή δενπεριορίζεται. Η πινδολόλη είναι ένας β-αποκλειστής με κλινικά σημαντική αγγειοδιασταλτική δράση. Αυτό προκύπτει από την ISA που ασκείται στους β

αδρενεργικούς υποδοχείς στα αιμοφόρα αγγεία. Η υψηλή αγγειακή αντίσταση σε εγκατεστημένη υπέρταση μειώνεται από την πινδολόλη. Η αιμάτωση ιστών και οργάνων δεν διαταράσσεται και ενδέχεται ακόμα και να βελτιωθεί. Σε αντίθεση με τις δυνητικά ανεπιθύμητες μεταβολές στο προφίλ των λιποπρωτεϊνών αίματος που παρατηρούνται κατά τη θεραπεία με άλλους β- αποκλειστές και θειαζιδικά διουρητικά (μείωση του λόγου HDL/LDL), η αναλογία των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (HDL) προς τις λιποπρωτεΐνες χαμηλής πυκνότητας (LDL) παραμένει αμετάβλητη κατά τη μακροχρόνια θεραπεία με Viskaldix, λόγω της έντονης ISA της πινδολόλης. Η ISA της πινδολόλης που ασκείται στο βρογχικό λείο μυ επίσης μειώνει τον κίνδυνο βρογχόσπασμου σε μη-ασθματικά άτομα με αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Η κλοπαμίδη είναι ένα θειαζιδικό αλατο-διουρητικό που ανήκει στην κατηγορία των παραγώγων της σουλφοναμίδης. Αυξάνει την απομάκρυνση του νατρίου και του χλωρίου αναστέλλοντας την επαναπορρόφησή τους στα νεφρικά σωληνάρια και αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε αυξημένη απέκκριση νερού. Η διουρητική δράση είναι ανάλογη της δοσολογίας. Εκδηλώνεται 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση και είναι μέγιστη μετά από 3 έως 6 ώρες. Η μέση διάρκεια δράσης είναι 12 έως 18 ώρες, ανάλογα με τη δοσολογία. Όπως και σε άλλα διουρητικά, ο μηχανισμός δράσης της κλοπαμίδης στη μείωση της αρτηριακής πίεσης δεν είναι γνωστός, αλλά μπορεί να σχετίζεται με μία ελάττωση στον όγκο αίματος ή μία επίδραση στο λείο μυ των αρτηριδίων, που μειώνει την περιφερική αντίσταση. Η κλοπαμίδη, στη δόση που υπάρχει στο Viskaldix, βοηθά να ελαττωθεί η αρτηριακή πίεση χωρίς να προκαλείται υπερβολική διούρηση. Έχει φανεί ότι η χορήγησή της σε συνδυασμό με πινδολόλη αποφεύγει την υπερβολική απέκκριση καλίου και μαγνησίου. Οι χαμηλές θεραπευτικές δόσεις αμφοτέρων των φαρμάκων αντανακλούν τη μεγάλη ισχύ και βιοδιαθεσιμότητά τους. Η τελευταία, που είναι αποτέλεσμα μίας σχεδόν πλήρους απορρόφησης και μίας αμελητέας ηπατικής δράσης πρώτης διόδου, μειώνει τις επιμέρους διακυμάνσεις των επιπέδων στο πλάσμα και έτσι οδηγεί σε σταθερές θεραπευτικές επιδράσεις σε μία δεδομένη δοσολογία. Μία σαφής αντιυπερτασική δράση του συνδυασμού παρατηρείται συχνά μετά από μερικές ημέρες, αλλά 2 έως 3 εβδομάδες θεραπείας μπορεί να είναι απαραίτητες για την επίτευξη της πλήρους δράσης.

Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Πινδολόλη Μετά από χορήγηση από το στόμα, η πινδολόλη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως (≥ 95%) από τον πεπτικό σωλήνα με αμελητέα επίδραση πρώτης διόδου (< 13%). Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση από το στόμα είναι περίπου 87-92%. Επίπεδα πλάσματος 10 έως 30 νανογραμμάρια (ng)/mL συσχετίζονται με τη θεραπευτική της αποτελεσματικότητα. Μετά από χορήγηση μίας απλής δόσης πινδολόλης 5 mg, η μέση μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (C max ) της πινδολόλης ήταν 33,1 ± 5,2 ng/mL (T max 1-2 ώρες). Κλοπαμίδη Μετά από χορήγηση από το στόμα, η κλοπαμίδη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως (≥ 90%) από τον πεπτικό σωλήνα με αμελητέα επίδραση πρώτης διόδου. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση από το στόμα είναι περίπου 85%. Μετά από χορήγηση μίας απλής δόσης κλοπαμίδης 5 mg, η μέση μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος (C max ) της κλοπαμίδης ήταν 63 ± 9 ng/mL (T max 1-2 ώρες). Κατανομή Πινδολόλη Η πινδολόλη κατανέμεται εκτενώς και ταχέως σε ολόκληρο το σώμα με μέσο όγκο κατανομής 2-3 L/kg. Περίπου 40% του φαρμάκου είναι συνδεδεμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Η κινητική της απέκκρισης έχει γενικά περιγραφεί ως μονοεκθετική φθίνουσα συνάρτηση χρησιμοποιώντας ένα τμήμα φαρμακοκινητικής. Η πινδολόλη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και περνά στο γάλα σε μικρές ποσότητες. Η διαπλακουντιακή κατανομή της πινδολόλης δεν είναι στερεοεκλεκτική. Η κύηση ενδέχεται να μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική κινητική διάθεση της πινδολόλης, υποδηλώνοντας μία αύξηση στην κατανομή όγκου και στην ολική κάθαρση. Κλοπαμίδη Η κλοπαμίδη κατανέμεται ταχέως σε ολόκληρο το σώμα με μέσο όγκο κατανομής 1,5 L/kg. Περίπου 46% του φαρμάκου είναι συνδεδεμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Μεταβολισμός Πινδολόλη Περίπου 60 έως 70% της πινδολόλης μεταβολίζεται στο ήπαρ σχηματίζοντας ανενεργούς υδροξυλιωμένους μεταβολίτες, που απεκκρίνονται μέσω των νεφρών και του ήπατος ως γλυκουρονίδια και θειικοί αιθέρες. Κλοπαμίδη Η κλοπαμίδη μεταβολίζεται μέσω υδροξυλίωσης. Το σύνολο όλων των υδροξυλιωμένων μεταβολιτών και δύο συζευγμένων υδροξυλιωμένων παραγώγων έφτασε περίπου σε 29%. Αποβολή Πινδολόλη Η ημιζωή αποβολής της πινδολόλης είναι 3 έως 4 ώρες και το φάρμακο έχει συστηματική κάθαρση μεταξύ 400 και 500 mL/min. Μετά από χορήγηση από το στόμα, 30 έως 40% του φαρμάκου απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Οι ανενεργοί πολικοί μεταβολίτες απεκκρίνονται με ημιζωή αποβολής 8 ωρών. Το κλάσμα που αποβάλλεται στη χολή είναι περίπου 6-8%. Κλοπαμίδη Η ημιζωή αποβολής της κλοπαμίδης είναι περίπου 6 ώρες και το φάρμακο έχει συστηματική κάθαρση περίπου 165 mL/min. Περίπου 33% της δόσης από του στόματος απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα. Η απέκκριση του φαρμάκου γίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Αναλογικότητα δόσης Παρατηρήθηκε μία αύξηση της έκθεσης ανάλογη της δόσης στο φάσμα δόσεων μεταξύ 5 και 20 mg για αμφότερα τα συστατικά. Επίδραση φύλου Δεν υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που να δηλώνουν πιθανή διαφορά στην αποβολή της πινδολόλης ή της κλοπαμίδης μεταξύ ανδρικού και γυναικείου πληθυσμού, ειδικές για το φύλο συστάσεις για τη δοσολογία του Viskaldix ενδέχεται να μην είναι απαραίτητες. Επίδραση της τροφής Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην απορρόφηση της πινδολόλης με ή χωρίς τροφή. Ωστόσο, λόγω πιθανών γαστρικών διαταραχών που συσχετίζονται με την κλοπαμίδη, συνιστάται η χορήγηση μετά από φαγητό (βλ. παράγραφο 4.2). Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Ο πληθυσμός των ηλικιωμένων μπορεί να παρουσιάσει υψηλότερες συγκεντρώσεις πινδολόλης και κλοπαμίδης στο πλάσμα ως συνδυαστικό αποτέλεσμα μειωμένου μεταβολισμού των φαρμάκων στους ηλικιωμένους, μειωμένης ηπατικής ροής αίματος και ελαττωμένης νεφρικής αποβολής (βλ. παράγραφο 4.2). Νεφρική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (ήπια έως μέτρια) μπορούν συνήθως να αντιμετωπίζονται με κανονικές δόσεις. Ωστόσο, το Viskaldix δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3). Η ημιζωή της πινδολόλης στο πλάσμα είναι αυξημένη έως 11,5 ώρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ηπατική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (ήπια έως μέτρια) μπορούν συνήθως να αντιμετωπίζονται με κανονικές δόσεις. Ωστόσο, το Viskaldix δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3). Η ημιζωή της πινδολόλης στο πλάσμα είναι αυξημένη έως 30 ώρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα, σε ασθενείς με κίρρωση ήπατος. Ευαισθησία εθνικότητας Παρότι η επίδραση της ευαισθησίας της εθνικότητας και της φυλής στη φαρμακοκινητική της πινδολόλης και της κλοπαμίδης δεν έχει μελετηθεί συστηματικά, από όσο είναι γνωστό ο μεταβολισμός της πινδολόλης ή της κλοπαμίδης δεν διέπεται από γενετικούς παράγοντες.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

oral

Μορφή

tablet
science