Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 5 / TAB | 15.09 € | |
| 7.5 / TAB | 15.60 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
-
I20 Στηθάγχη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια σταθερή στηθάγχη
IVABRADINE/DEMO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα, μία φορά το πρωί και μία το βράδυ, κατά τη διάρκεια των γευμάτων
- Δόση έναρξης: 5 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για χρόνια σταθερή στηθάγχη: Η δόση έναρξης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς κάτω των 75 ετών. Μετά 3-4 εβδομάδες, εάν ο ασθενής παραμένει συμπτωματικός, η αρχική δόση γίνεται καλά ανεκτή και η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας > 60 bpm, η δόση μπορεί να αυξηθεί στην επόμενη υψηλότερη δόση. Η δόση συντήρησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η καρδιακή συχνότητα μειωθεί < 50 bpm ή εμφανιστούν συμπτώματα βραδυκαρδίας, η δόση πρέπει να τιτλοποιηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης δόσης των 2,5 mg δύο φορές την ημέρα. Για χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια: Η συνήθης συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 5 mg δύο φορές την ημέρα. Μετά 2 εβδομάδες, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα, εάν η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας παραμένει σταθερά > 60 bpm, ή να μειωθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα, εάν η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας είναι σταθερά < 50 bpm ή σε περίπτωση συμπτωμάτων βραδυκαρδίας. Εάν η καρδιακή συχνότητα είναι μεταξύ 50 και 60 bpm, διατηρείται η δόση των 5 mg δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες κάτω των 75 ετών με χρόνια σταθερή στηθάγχηΜέγ. δόση7,5 mg δύο φορές την ημέραΗ δόση έναρξης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5 mg δύο φορές την ημέρα. Μετά 3-4 εβδομάδες, εάν ο ασθενής παραμένει συμπτωματικός, η αρχική δόση γίνεται καλά ανεκτή και η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας > 60 bpm, η δόση μπορεί να αυξηθεί. Εάν η καρδιακή συχνότητα μειωθεί < 50 bpm ή εμφανιστούν συμπτώματα βραδυκαρδίας, η δόση πρέπει να τιτλοποιηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης δόσης των 2,5 mg δύο φορές την ημέρα. Παρακολούθηση καρδιακής συχνότητας. Διακοπή εάν δεν βελτιωθούν τα στηθαγχικά συμπτώματα σε 3 μήνες ή εάν η καρδιακή συχνότητα παραμένει < 50 bpm ή επιμένουν τα συμπτώματα βραδυκαρδίας.
-
Ενήλικες με χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΜέγ. δόση7,5 mg δύο φορές την ημέραΗ αγωγή πρέπει να ξεκινάει μόνο σε ασθενή με σταθερή καρδιακή ανεπάρκεια. Η συνήθης συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 5 mg δύο φορές την ημέρα. Μετά 2 εβδομάδες, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα, εάν η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας παραμένει σταθερά > 60 bpm, ή να μειωθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα, εάν η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας είναι σταθερά < 50 bpm ή σε περίπτωση συμπτωμάτων βραδυκαρδίας. Εάν η καρδιακή συχνότητα είναι μεταξύ 50 και 60 bpm, διατηρείται η δόση των 5 mg δύο φορές την ημέρα. Διακοπή εάν η καρδιακή συχνότητα παραμένει < 50 bpm ή εάν τα συμπτώματα της βραδυκαρδίας επιμένουν.
-
Ηλικιωμένοι (≥ 75 ετών)Δόση2,5 mg δύο φορές την ημέραΧαμηλότερη δόση έναρξης πριν την αύξηση με τιτλοποίηση, εάν χρειαστεί.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (CrCl > 15 ml/min)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (CrCl < 15 ml/min)Να χρησιμοποιείται προσεκτικά.
-
Ήπια ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχή κατά τη χορήγηση.
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΑντενδείκνυται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Δεν έχει τεκμηριωθεί ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία χαμηλότερη από 70 παλμούς ανά λεπτό πριν την αγωγή
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Σοβαρή υπόταση (<90/50 mmHg)
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
-
Φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός
-
Ασταθής ή οξεία καρδιακή ανεπάρκεια
-
Εξάρτηση από βηματοδότη (καρδιακή συχνότητα που επιβάλλεται αποκλειστικά από το βηματοδότη)
-
Ασταθής στηθάγχη
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 3ου βαθμού
-
Συνδυασμός με ισχυρούς αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 (όπως αζολικά αντιμυκητησιακά, μακρολιδικά αντιβιοτικά, αναστολείς HIV πρωτεάσης και νεφαζοδόνη)
-
Συνδυασμός με βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη
-
Κύηση, γαλουχία και γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης οι οποίες δεν χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Απουσία οφέλους στις κλινικές εκβάσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με συμπτωματική χρόνια σταθερή στηθάγχηΗ ivabradine ενδείκνυται μόνο για τη συμπτωματική αγωγή της χρόνιας σταθερής στηθάγχης, καθώς δεν έχει οφέλη για τις καρδιαγγειακές εκβάσεις.
-
Μέτρηση της καρδιακής συχνότηταςπροσοχήΠρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν διαδοχικές μετρήσεις της καρδιακής συχνότητας, ΗΚΓ ή περιπατητική 24ωρη παρακολούθηση, όταν καθορίζεται η καρδιακή συχνότητα, πριν την έναρξη αγωγής με ivabradine και σε ασθενείς υπό αγωγή με ivabradine όταν εξετάζεται η περίπτωση της τιτλοποίησης. Αυτό ισχύει και για ασθενείς με χαμηλή καρδιακή συχνότητα, ιδιαίτερα όταν η καρδιακή συχνότητα μειώνεται κάτω από 50 bpm ή μετά από μείωση της δόσης.
-
Καρδιακές αρρυθμίεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή άλλες καρδιακές αρρυθμίες που επηρεάζουν τη λειτουργία του φλεβοκόμβουΗ ivabradine δεν συνιστάται.
-
Κίνδυνος κολπικής μαρμαρυγήςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που ακολουθούν αγωγή με ivabradine, ιδιαίτερα όσοι λαμβάνουν ταυτόχρονα αμιοδαρόνη ή ισχυρά αντιαρρυθμικά κατηγορίας ΙΣυνιστάται κλινική παρακολούθηση σε τακτική βάση για την εμφάνιση κολπικής μαρμαρυγής (εμμένουσας ή παροξυσμικής) και ΗΚΓ παρακολούθηση εφόσον υπάρχει κλινική ένδειξη. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα. Εάν εκδηλωθεί κολπική μαρμαρυγή, πρέπει να επανεξετάζεται η σχέση οφέλους - κινδύνου της εξακολούθησης της αγωγής.
-
Διαταραχές ενδοκοιλιακής επαγωγής και κοιλιακός δυσυγχρονισμόςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια που συνοδεύεται από αποκλεισμό αριστερού σκέλους, αποκλεισμό δεξιού σκέλους και κοιλιακό δυσυγχρονισμόΠρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου βαθμούπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό 2ου βαθμούΗ ivabradine δεν συνιστάται.
-
Χαμηλή καρδιακή συχνότητα (πριν την αγωγή)αντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που πριν την έναρξη της αγωγής έχουν καρδιακή συχνότητα χαμηλότερη από 70 παλμούς ανά λεπτό σε ηρεμίαΗ ivabradine δεν πρέπει να χορηγείται.
-
Συμπτωματική βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια της αγωγήςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς υπό αγωγήΕάν η καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία μειωθεί σταθερά κάτω από 50 bpm ή εάν ο ασθενής εκδηλώσει συμπτώματα που σχετίζονται με βραδυκαρδία (ζάλη, κόπωση ή υπόταση), πρέπει να μειωθεί σταδιακά η δόση ή να διακοπεί η αγωγή.
-
Συνδυασμός με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου που μειώνουν την καρδιακή συχνότητααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν βεραπαμίλη ή διλτιαζέμηΗ ταυτόχρονη χορήγηση αντενδείκνυται. Η επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα της ivabradine σε συνδυασμό με διϋδροπυριδινικού τύπου αποκλειστές διαύλων ασβεστίου δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA IV)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια λειτουργικής κατάταξης IV κατά ΝΥΗΑΗ ivabradine πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Η καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να είναι σταθερή πριν εξεταστεί η χορήγηση.
-
Εγκεφαλικό επεισόδιοπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς αμέσως μετά από εγκεφαλικό επεισόδιοΗ χρήση της ivabradine δεν συνιστάται.
-
Οπτική λειτουργίαπροσοχήΑν εμφανιστεί μη αναμενόμενη επιδείνωση της οπτικής λειτουργίας, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της αγωγής.
-
Οπτική λειτουργία σε μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθειαΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να ασκείται.
-
Υπόταση (ήπια έως μέτρια)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια υπότασηΗ ivabradine πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Σοβαρή υπότασηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή υπόταση (αρτηριακή πίεση < 90/50 mmHg)Η ivabradine αντενδείκνυται.
-
Μη επείγουσα καρδιοανάταξη σε ασθενείς υπό αγωγή με ivabradineπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς υπό αγωγή με ivabradineΤο ενδεχόμενο μη επείγουσας καρδιοανάταξης με συνεχόμενο ρεύμα θα πρέπει να εξετάζεται 24 ώρες μετά την τελευταία δόση ivabradine.
-
Συγγενές σύνδρομο QT ή συγχορήγηση φαρμάκων που επιμηκύνουν το διάστημα QTπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με συγγενές σύνδρομο QT ή που ακολουθούν αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία επιμηκύνουν το διάστημα QTΗ χρήση ivabradine πρέπει να αποφεύγεται. Εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, απαιτείται στενή καρδιολογική παρακολούθηση.
-
Αλλαγές στην αντιυπερτασική αγωγήπροσοχήΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια υπό αγωγή με ivabradineΌταν πραγματοποιούνται αλλαγές στη θεραπεία, η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται ανά τακτά διαστήματα.
-
Έκδοχα (Λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια λακτάσης κατά Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καρδιαγγειακά φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το διάστημα QT (π.χ. κινιδίνη, δισοπυραμίδη, μπεπριδίλη, σοταλόλη, ιβουτιλίδη, αμιοδαρόνη)προσοχήΕπιδείνωση της επιμήκυνσης του QT λόγω μείωσης της καρδιακής συχνότηταςΣύστασηΝα αποφεύγεται. Εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, απαιτείται στενή καρδιολογική παρακολούθηση.
-
Μη καρδιαγγειακά φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το διάστημα QT (π.χ. πιμοζίδη, ζιπρασιδόνη, σερτινδόλη, μεφλοκίνη, αλοφαντρίνη, πενταμιδίνη, σιζαπρίδη, ερυθρομυκίνη με ενδοφλέβια χορήγηση)προσοχήΕπιδείνωση της επιμήκυνσης του QT λόγω μείωσης της καρδιακής συχνότηταςΣύστασηΝα αποφεύγεται. Εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, απαιτείται στενή καρδιολογική παρακολούθηση.
-
Διουρητικά που μειώνουν το κάλιο (θειαζιδικά διουρητικά και διουρητικά της αγκύλης)προσοχήΑύξηση του κινδύνου σοβαρών αρρυθμιών λόγω υποκαλιαιμίας και βραδυκαρδίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παρατεταμένο QT.ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση με προσοχή.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αζολικά αντιμυκητησιακά [κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη], μακρολιδικά αντιβιοτικά [κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη από του στόματος, ζοσαμυκίνη, τελιθρομυκίνη], αναστολείς της HIV πρωτεάσης [νελφιναβίρη, ριτοναβίρη], νεφαζοδόνη)αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης της ivabradine στο πλάσμα (7-8 φορές), με κίνδυνο υπερβολικής βραδυκαρδίας.ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης της ivabradine (AUC κατά 2-3 φορές) και επιπλέον μείωση της καρδιακής συχνότητας κατά 5 bpm.ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης της ivabradine (AUC κατά 2-3 φορές) και επιπλέον μείωση της καρδιακής συχνότητας κατά 5 bpm.ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΔιπλασιασμός της έκθεσης στην ivabradine.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η κατανάλωση χυμού γκρέιιπφρουτ.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. φλουκοναζόλη)προσοχήΜπορεί να αυξήσουν την έκθεση της ivabradine.ΣύστασηΜπορεί να επιτραπεί με δόση έναρξης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα και εφόσον η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας είναι > 70 bpm, με παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας.
-
Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, Hypericum perforatum [St John’s Wort])προσοχήΜπορεί να μειώσουν την έκθεση και τη δραστικότητα της ivabradine (π.χ. St John’s Wort υποδιπλασιάζει την AUC).ΣύστασηΜπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης της ivabradine. Η λήψη St John’s Wort πρέπει να περιορίζεται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Υπερουριχαιμία
- Κεφαλαλγία
- Ίλιγγος
- Ζάλη πιθανά λόγω βραδυκαρδίας
- Συγκοπή, πιθανά λόγω βραδυκαρδίας
- Φωτοψίες
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Οπτική διαταραχή
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμού
- Παρατεταμένο διάστημα QT στο ΗΚΓ
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Κολπική μαρμαρυγή
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου βαθμού
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 3ου βαθμού
- Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου
- Παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Αίσθημα παλμών, υπερκοιλιακές έκτακτες συστολές
- Μη ρυθμιζόμενη αρτηριακή πίεση
- Υπόταση, πιθανά λόγω βραδυκαρδίας
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Μυϊκές κράμπες
- Αίσθημα αδυναμίας, πιθανά λόγω βραδυκαρδίας
- Αίσθημα κόπωσης, πιθανά λόγω βραδυκαρδίας
- Αίσθημα κακουχίας, πιθανά λόγω βραδυκαρδίας
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΦωτοψίεςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΖάλη πιθανά λόγω βραδυκαρδίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμούΚαρδιά
-
ΣυχνέςΜη ρυθμιζόμενη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠαρατεταμένο διάστημα QT στο ΗΚΓΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα αδυναμίας, πιθανά λόγω βραδυκαρδίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίας, πιθανά λόγω βραδυκαρδίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κόπωσης, πιθανά λόγω βραδυκαρδίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμών, υπερκοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυγκοπή, πιθανά λόγω βραδυκαρδίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπόταση, πιθανά λόγω βραδυκαρδίαςΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου βαθμούΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός 3ου βαθμούΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβουΚαρδιά
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησηςΘα πρέπει κατά τη διάρκεια της αγωγής, να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα στοιχεία για τη χρήση της ivabradine σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, εμβρυοτοξικότητα και τερατογενετικές επιδράσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΜελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν ότι η ivabradine απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Οι γυναίκες που χρήζουν θεραπείας με ivabradine, θα πρέπει να διακόψουν τη γαλουχία και να επιλέξουν εναλλακτικό τρόπο διατροφής του παιδιού.
-
ΓονιμότηταΔεν έχει επίδρασηΜελέτες σε αρουραίους δεν έχουν δείξει επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή και παρατεταμένη βραδυκαρδία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
καρδιακή θεραπεία, άλλα καρδιακά σκευάσματα, κωδικός ATC: C01EB17
Μηχανισμός δράσης
Η ivabradine είναι αμιγής παράγοντας μείωσης της καρδιακής συχνότητας, που δρα με εκλεκτική και ειδική αναστολή του ρεύματος If του καρδιακού βηματοδότη, το οποίο ελέγχει την αυτόματη διαστολική εκπόλωση στο φλεβόκομβο και ρυθμίζει την καρδιακή συχνότητα. Οι καρδιακές επιδράσεις είναι ειδικές για το φλεβόκομβο, χωρίς επίδραση στους χρόνους ενδοκολπικής, κολποκοιλιακής ή ενδοκοιλιακής αγωγής, ούτε στη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου ή την κοιλιακή επαναπόλωση.
Η ivabradine μπορεί επίσης να αλληλεπιδράσει με το αμφιβληστροειδικό ρεύμα Ih που μοιάζει πολύ με το καρδιακό If. Συμμετέχει στη χρονική διακριτική ικανότητα του οπτικού συστήματος, περιορίζοντας την αμφιβληστροειδική απόκριση σε ερεθίσματα έντονου φωτός. Κάτω από συνθήκες πυροδότησης (π.χ. ταχείες μεταβολές της φωτεινότητας), η μερική αναστολή του Ih από την ivabradine προκαλεί τα φωτεινά φαινόμενα που μπορεί να εμφανίζουν περιστασιακά οι ασθενείς. Τα φωτεινά φαινόμενα (φωτοψίες) περιγράφονται ως παροδική αυξημένη φωτεινότητα σε περιορισμένη περιοχή του οπτικού πεδίου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η κύρια φαρμακοδυναμική ιδιότητα της ivabradine στους ανθρώπους είναι η ειδική δοσοεξαρτώμενη μείωση της καρδιακής συχνότητας. Η ανάλυση της μείωσης της καρδιακής συχνότητας με δόσεις έως 20 mg δύο φορές την ημέρα υποδεικνύει μία τάση προς εμφάνιση επιπέδου κόρου (πλατώ), η οποία συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο σοβαρής βραδυκαρδίας κάτω από 40 bmp (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Στις συνήθεις συνιστώμενες δόσεις, η μείωση της καρδιακής συχνότητας είναι περίπου 10 bmp σε ηρεμία και κατά την άσκηση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του καρδιακού φορτίου έργου και της κατανάλωσης οξυγόνου από το μυοκάρδιο.
Η ivabradine δεν επηρεάζει την ενδοκαρδιακή αγωγή, τη συσταλτικότητα (απουσία αρνητικής ινοτρόπου δράσης) ή την κοιλιακή επαναπόλωση:
- σε κλινικές ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες, η ivabradine δεν είχε καμιά επίδραση στους χρόνους κολποκοιλιακής ή ενδοκοιλιακής αγωγής ή στα διορθωμένα διαστήματα QT
- σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας [LVEF] μεταξύ 30 και 45%), η ivabradine δεν είχε καμιά βλαβερή επίδραση στο LVEF.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αντιστηθαγχική και αντι-ισχαιμική αποτελεσματικότητα της ivabradine μελετήθηκε σε πέντε διπλές τυφλές τυχαιοποιημένες μελέτες (τρεις έναντι placebo και από μία έναντι ατενολόλης και αμλοδιπίνης). Στις μελέτες αυτές συμπεριλήφθηκαν συνολικά 4.111 ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχη, εκ των οποίων οι 2.617 έλαβαν ivabradine.
Η ivabradine 5 mg δύο φορές ημερησίως αποδείχτηκε αποτελεσματική στις παραμέτρους της δοκιμασίας κόπωσης μέσα σε 3 έως 4 εβδομάδες αγωγής. Η αποτελεσματικότητα επιβεβαιώθηκε με τα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Συγκεκριμένα, το επιπρόσθετο όφελος πάνω από τα 5 mg δύο φορές την ημέρα τεκμηριώθηκε σε ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς έναντι ατενολόλης: η συνολική διάρκεια άσκησης κατά την ύφεση αυξήθηκε περίπου κατά 1 λεπτό μετά από ένα μήνα αγωγής με 5 mg δύο φορές την ημέρα και βελτιώθηκε περαιτέρω κατά σχεδόν 25 δευτερόλεπτα μετά από επιπλέον διάστημα 3 μηνών με υποχρεωτική τιτλοποίηση στα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Στη μελέτη αυτή, τα αντιστηθαγχικά και αντι-ισχαιμικά οφέλη της ivabradine επιβεβαιώθηκαν σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω. Η αποτελεσματικότητα των 5 και των 7,5 mg δύο φορές την ημέρα ήταν σταθερή σε όλες τις μελέτες, όσον αφορά στις παραμέτρους της δοκιμασίας κόπωσης (συνολική διάρκεια άσκησης, χρόνος έως την εκδήλωση περιοριστικής στηθάγχης, χρόνος έως την εκδήλωση στηθάγχης και χρόνος έως την κατάσπαση του διαστήματος ST κατά 1 mm) και συνδέθηκε με μείωση κατά 70% περίπου του ποσοστού στηθαγχικών κρίσεων. Η χορήγηση ivabradine δύο φορές την ημέρα παρείχε ομοιόμορφη αποτελεσματικότητα καθ’ όλο το 24ωρο.
Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που περιέλαβε 889 ασθενείς, η ivabradine που χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ατενολόλη 50 mg μία φορά ημερησίως (o.d) έδειξε επιπλέον αποτελεσματικότητα σε όλες τις παραμέτρους ΔΚ στο κατώτερο σημείο της δραστικότητας του φαρμάκου (12 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση).
Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που περιέλαβε 725 ασθενείς, η ivabradine δεν έδειξε επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα όταν συνδυάστηκε με αμλοδιπίνη στη φάση ύφεσης της δραστικότητας του φαρμάκου (12 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος), ενώ αντίθετα καταδείχθηκε επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα στη φάση αιχμής (3-4 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος).
Η αποτελεσματικότητα της ivabradine διατηρήθηκε πλήρως καθ’ όλο το τρίμηνο ή τετράμηνο διάστημα αγωγής μεταξύ των μελετών αποτελεσματικότητας. Δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις φαρμακολογικής ανοχής (απώλεια αποτελεσματικότητας) κατά τη διάρκεια της αγωγής ούτε φαινόμενα αναζωπύρωσης (rebound) κατά την αιφνίδια διακοπή της αγωγής. Η αντιστηθαγχική και αντι-ισχαιμική δράση της ivabradine συνδέθηκε με δοσοεξαρτώμενες μειώσεις της καρδιακής συχνότητας και σημαντική μείωση του γινομένου συχνότητας-πίεσης (καρδιακή συχνότητα x συστολική αρτηριακή πίεση) σε ηρεμία και κατά την άσκηση. Οι επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση και την περιφερική αγγειακή αντίσταση ήταν πολύ μικρές και όχι κλινικά σημαντικές.
Σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ivabradine για τουλάχιστον ένα έτος (n=713) διαπιστώθηκε ότι διατηρείται η μείωση της καρδιακής συχνότητας. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στο μεταβολισμό της γλυκόζης ή των λιπιδίων.
Η αντιστηθαγχική και αντι-ισχαιμική αποτελεσματικότητα της ivabradine διατηρήθηκε στους διαβητικούς ασθενείς (n=457), με παρόμοιο προφίλ ασφάλειας συγκριτικά με το συνολικό πληθυσμό.
Μια μεγάλη μελέτη έκβασης, η BEAUTIFUL, πραγματοποιήθηκε σε 10.917 ασθενείς με στεφανιαία νόσο και δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (LVEF <40%) σε συνδυασμό με τη βέλτιστη θεραπεία υποβάθρου και με το 86,9% των ασθενών να λαμβάνουν β-αποκλειστές. Το κύριο σύνθετο κριτήριο αποτελεσματικότητας ήταν ο καρδιαγγειακός θάνατος, νοσηλεία για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή νοσηλεία για νέα εμφάνιση ή επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας. Η μελέτη δεν έδειξε διαφορά στο ποσοστό του πρωτεύοντος σύνθετου τελικού σημείου στην ομάδα της ivabradine σε σύγκριση με την ομάδα που ελάμβανε εικονικό φάρμακο (σχετικός κίνδυνος ivabradine: εικονικό φάρμακο 1,00, p=0,945). Σε μία post-hoc υποομάδα ασθενών με συμπτωματική στηθάγχη κατά την τυχαιοποίηση (n=1507), δεν εξακριβώθηκε κάποιο σήμα που αφορούσε την ασφάλεια όσον αφορά τον καρδιαγγειακό θάνατο, τη νοσηλεία για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή την καρδιακή ανεπάρκεια (ivabradine 12.0% έναντι εικονικού φαρμάκου 15.5%, p=0.05).
Μία μεγάλη μελέτη έκβασης, η SIGNIFY, πραγματοποιήθηκε σε 19102 ασθενείς με στεφανιαία νόσο και χωρίς κλινική εκδήλωση καρδιακής ανεπάρκειας (ΚΕΑΚ > 40%), επιπρόσθετα της βέλτιστης τυπικής αγωγής. Χρησιμοποιήθηκε θεραπευτικό σχήμα υψηλότερο της εγκεκριμένης δοσολογίας για τη νόσο [εναρκτήρια δόση 7,5 mg b.i.d. (5 mg b.i.d, εάν ηλικία ≥ 75 ετών) και τιτλοποίηση έως 10 mg b.i.d]. Το κύριο σύνθετο κριτήριο αποτελεσματικότητας ήταν καρδιαγγειακός θάνατος ή μη μοιραίο ΕΜ. Η μελέτη δεν έδειξε διαφορά στη συχνότητα του πρωτεύοντος τελικού σημείου μεταξύ των ομάδων ivabradine και εικονικού φαρμάκου (σχετικός κίνδυνος ivabradine/εικονικό φάρμακο 1,08, p=0,197). Βραδυκαρδία αναφέρθηκε στο 17,9% των ασθενών της ομάδας ivabradine (2,1% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου). Βεραπαμίλη, διλτιαζέμη ή ισχυρούς αναστολείς του CYP 3A4 έλαβε το 7,1% των ασθενών, κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Παρατηρήθηκε μικρή στατιστικά σημαντική αύξηση του πρωτεύοντος τελικού σημείου σε προκαθορισμένη υπο-ομάδα ασθενών με στηθάγχη κατηγορίας ΙΙ κατά CCS ή υψηλότερης κατά την έναρξη (n=12049) (ετήσια ποσοστά 3,4% έναντι 2,9%, σχετικός κίνδυνος ivabradine/εικονικό φάρμακο 1,18, p=0,018), αλλά όχι στην υπο-ομάδα του συνολικού πληθυσμού με στηθάγχη κατηγορίας ≥ I κατά CCS (n=14286) (σχετικός κίνδυνος ivabradine/εικονικό φάρμακο 1,11, p=0,110).
Η υψηλότερη της εγκεκριμένης δόσης που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη δεν ερμηνεύει πλήρως αυτά τα ευρήματα.
Η μελέτη SHIFT ήταν μία μεγάλη πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη έκβασης που πραγματοποιήθηκε σε 6505 ενήλικες ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (για ≥ 4 εβδομάδες), κατηγορίας ΙΙ έως IV κατά ΝΥΗΑ, με μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (ΚΕΑΚ ≤ 35%) και καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία ≥70 bpm.
Οι ασθενείς λάμβαναν τυπική αγωγή που περιελάμβανε β-αποκλειστές (89%), αναστολείς του ΜΕΑ ή/και ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ (91%), διουρητικά (83%) και παράγοντες αντι-αλδοστερόνης (60%). Στην ομάδα ivabradine, το 67% των ασθενών λάμβανε 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 22,9 μήνες. Η αγωγή με ivabradine συνδέθηκε με μέση μείωση της καρδιακής συχνότητας κατά 15 bpm σε σχέση με την αρχική τιμή των 80 bpm. Η διαφορά της καρδιακής συχνότητας μεταξύ των δυο ομάδων ivabradine και εικονικού φαρμάκου ήταν 10.8 bpm στις 28 ημέρες, 9.1 bpm στους 12 μήνες και 8.3 bpm στους 24 μήνες
Η μελέτη απέδειξε κλινικά και στατιστικά σημαντική μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 18% στο ποσοστό του πρωτεύοντος σύνθετου τελικού σημείου καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηλείας λόγω επιδεινωθείσας καρδιακής ανεπάρκειας (σχετικός κίνδυνος: 0.82, 95%CI [0.75; 0.90] - p<0.0001) εμφανή μέσα σε 3 μήνες από την έναρξη της αγωγής. Η μείωση του απόλυτου κινδύνου ήταν 4,2%. Τα αποτελέσματα του πρωτεύοντος τελικού σημείου καθοδηγούνται κυρίως από τα τελικά σημεία που αφορούν την καρδιακή ανεπάρκεια, νοσηλεία λόγω επιδεινωθείσας καρδιακής ανεπάρκειας, (απόλυτος κίνδυνος μειωμένος κατά 4,7%) και θάνατοι λόγω καρδιακής ανεπάρκειας (απόλυτος κίνδυνος μειωμένος κατά 1,1%).
| Ivabradine (N=3241) n (%) | Placebo (N=3264) n (%) | Σχετικός κίνδυνος [95% CI] | Τιμή p | |
|---|---|---|---|---|
| Πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο | 793 (24.47) | 937 (28.71) | 0.82 [0.75; 0.90] | <0.0001 |
| Επιμέρους σημεία του σύνθετου τελικού σημείου: | - | - | - | - |
| - Καρδιαγγειακός θάνατος | 449 (13.85) | 491 (15.04) | 0.91 [0.80; 1.03] | 0.128 |
| - Νοσηλεία λόγω επιδεινωθείσας ΚΑ | 514 (15.86) | 672 (20.59) | 0.74 [0.66; 0.83] | <0.0001 |
| Άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία: | - | - | - | - |
| - Θάνατος κάθε αιτιολογίας | 503 (15.52) | 552 (16.91) | 0.90 [0.80; 1.02] | 0.092 |
| - Θάνατος λόγω ΚΑ | 113 (3.49) | 151 (4.63) | 0.74 [0.58;0.94] | 0.014 |
| - Νοσηλεία κάθε αιτιολογίας | 1231 (37.98) | 1356 (41.54) | 0.89 [0.82;0.96] | 0.003 |
| - Νοσηλεία κ/α αιτιολογίας | 977 (30.15) | 1122 (34.38) | 0.85 [0.78; 0.92] | 0.0002 |
Η μείωση του πρωτεύοντος τελικού σημείου παρατηρούνταν σταθερά ανεξάρτητα από φύλο, κατηγορία ΝΥΗΑ, καρδιακή ανεπάρκεια ισχαιμικής ή μη ισχαιμικής αιτιολογίας και προηγούμενο ιστορικό διαβήτη ή υπέρτασης.
Στην υπο-ομάδα ασθενών με ΚΣ ≥ 75 bpm (n=4150), παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μείωση στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο της τάξης του 24% (σχετικός κίνδυνος: 0.76, 95%CI [0.68;0.85] - p<0.0001) και για τα άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου κάθε αιτιολογίας (σχετικός κίνδυνος: 0.83, 95%CI [0.72;0.96] - p=0.0109) και του καρδιαγγειακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος: 0.83, 95%CI [0.71;0.97] - p=0.0166). Σε αυτή την υπο-ομάδα ασθενών, το προφίλ ασφάλειας της ivabradine είναι σύμφωνο με το αντίστοιχο στο συνολικό πληθυσμό.
Μία σημαντική επίδραση παρατηρήθηκε στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο στο σύνολο της ομάδας των ασθενών που λάμβαναν αγωγή με β-αποκλειστή (σχετικός κίνδυνος: 0.85, 95%CI [0.76;0.94]). Στην υπο-ομάδα των ασθενών με ΚΣ ≥ 75 bpm και με συνιστώμενη δόση-στόχο του β- αποκλειστή, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντικό όφελος στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο (σχετικός κίνδυνος: 0.97, 95%CI [0.74;1.28]) και σε άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία, συμπεριλαμβανομένων της νοσηλείας λόγω επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας (σχετικός κίνδυνος: 0.79, 95% CI [0.56;1.10]) ή θανάτου από καρδιακή ανεπάρκεια (σχετικός κίνδυνος: 0.69, 95% CI [0.31;1.53]).
Σημειώθηκε σημαντική βελτίωση της κατηγορίας ΝΥΗΑ στην τελευταία καταγραφόμενη τιμή, βελτιώθηκαν 887 (28%) ασθενείς με ivabradine έναντι 776 (24%) ασθενών με εικονικό φάρμακο (p=0.001).
Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη 97 ασθενών, τα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά τις ειδικές οφθαλμολογικές εξετάσεις, με στόχο την τεκμηρίωση της λειτουργίας των συστημάτων κωνίων και ραβδίων και της ανιούσας οπτικής οδού (δηλ. ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα, στατικά και κινητικά οπτικά πεδία, έγχρωμη όραση, οπτική οξύτητα), σε ασθενείς που λάμβαναν, για 3 χρόνια, ιβαμπραδίνη, λόγω χρόνιας σταθερής στηθάγχης, δεν έδειξαν τοξικότητα του αμφιβληστροειδούς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή, ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 116 παιδιατρικούς ασθενείς (17 ηλικίας [6-12 [μηνών, 36 ηλικίας [1-3 [ετών και 63 ηλικίας [3-18 [ ετών) με ΧΚΑ και διατατική μυοκαρδιοπάθεια (Δ.Μ.) επιπλέον της βέλτιστης βασικής αγωγής. 74 έλαβαν ivabradine (σχέση 2:1). Η αρχική δόση ήταν 0,02 mg/kg bid στην ηλικιακή υποομάδα [6-12 [μηνών, 0,05 mg/kg bid στην ηλικιακή υποομάδα [1-3 [ετών και στην ηλικιακή υποομάδα [3-18 [ετών εφόσον <40 kg, και 2,5 mg bid στην ηλικιακή υποομάδα [3-18 [ετών και εφόσον ≥ 40 kg. Η δόση προσαρμοζόταν ανάλογα με την ανταπόκριση στη θεραπεία και οι μέγιστες δόσεις ήταν 0,2 mg/kg bid, 0,3 mg/kg bid και 15 mg bid αντίστοιχα. Στη μελέτη αυτή, η ivabradine χορηγήθηκε από του στόματος σε υγρή μορφή ή σε δισκίο, δύο φορές την ημέρα. Η απουσία φαρμακοκινητικής διαφοράς μεταξύ των δύο φαρμοκοτεχνικών μορφών είχε αποδειχτεί σε μια ανοικτή τυχαιοποιημένη δύο περιόδων διασταυρούμενη μελέτη, σε 24 ενήλικες υγιείς εθελοντές.
Μια μείωση 20% της καρδιακής συχνότητας, χωρίς βραδυκαρδία, επετεύχθη στο 69,9% των ασθενών στην ομάδα της ivabradine έναντι 12,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου στην περίοδο της τιτλοποίησης από 2 έως 8 εβδομάδες (Λόγος πιθανοτήτων: E = 17,24, 95% CI [5,91; 50,30]).
Οι μέσες δοσολογίες της ivabradine που επέτρεψαν μια μείωση του ΣΚ 20%, ήταν 0,13 ± 0,04 mg/kg bid, 0,10 ± 0,04 mg/kg bid και 4,1 ± 2,2 mg bid στις ηλικιακές υποομάδες [1-3 [ετών, [3-18 [ετών και <40 kg και [3-18 [ετών και ≥ 40 kg, αντίστοιχα.
Η μέση τιμή του ΚΕΑΚ αυξήθηκε από 31,8% έως 45,3% στο μήνα 12 στην ομάδα ivabradine, έναντι 35,4% έως 42,3% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Υπήρξε μια βελτίωση στην κατάταξη κατά NYHA στο 37,7% των ασθενών με ivabradine έναντι 25,0% στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο. Οι βελτιώσεις αυτές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές.
Το προφίλ ασφάλειας στη διάρκεια ενός έτους, ήταν παρόμοιο με αυτό που περιγράφεται για ενήλικες ασθενείς με ΧΚΑ.
Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις της ivabradine στην ανάπτυξη, εφηβεία και γενικά στην εξέλιξη καθώς και η μακροπρόθεσμη επίδραση της θεραπείας με ivabradine στην παιδική ηλικία για τη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας δεν έχουν μελετηθεί.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει ivabradine σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της στηθάγχης και της στεφανιαίας νόσου (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Ιβαμπραδίνη σε παιδιά ηλικίας από 0 έως κάτω από 6 μηνών για τη θεραπεία της χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας.
Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, η ivabradine αποδεσμεύεται ταχέως από τα δισκία και είναι ιδιαίτερα υδατοδιαλυτή (>10 mg/ml). Η ivabradine είναι S-εναντιομερές χωρίς να έχει αποδειχθεί βιομετατροπή in vivo. Το N-απομεθυλιωμένο παράγωγο της ivabradine έχει ταυτοποιηθεί ως ο κύριος ενεργός μεταβολίτης σε ανθρώπους.
Απορρόφηση και βιοδιαθεσιμότητα
Η ivabradine απορροφάται ταχέως και σχεδόν εξ ολοκλήρου μετά την από του στόματος χορήγηση, με τα ανώτερα επίπεδα στο πλάσμα να επιτυγχάνονται μέσα σε 1 ώρα, κάτω από συνθήκες νηστείας. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων είναι περίπου 40%, λόγω του φαινομένου πρώτης διόδου στα έντερα και το ήπαρ.
Η τροφή καθυστερεί την απορρόφηση κατά 1 ώρα περίπου και αυξάνει την έκθεση στο πλάσμα κατά 20 έως 30%. Συνιστάται η λήψη του δισκίου κατά τη διάρκεια των γευμάτων για να μειώνεται η ατομική διακύμανση ως προς την έκθεση (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Η ivabradine συνδέεται κατά 70% περίπου με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι σχεδόν 100 l σε ασθενείς. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από χρόνια χορήγηση της συνιστώμενης δόσης των 5 mg δύο φορές την ημέρα είναι 22 ng/ml (CV=29%). Η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 10 ng/ml (CV=38%) σε σταθερή κατάσταση.
Βιομετατροπή
Η ivabradine μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ και το έντερο με οξείδωση μέσω του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 (CYP3A4) μόνο. Ο κύριος δραστικός μεταβολίτης είναι το Ν-απομεθυλιωμένο παράγωγο (S 18982) με έκθεση περίπου 40% της αντίστοιχης του μητρικού μορίου. Ο μεταβολισμός αυτού του δραστικού μεταβολίτη εμπλέκει επίσης το CYP3A4. Η ivabradine παρουσιάζει χαμηλή συγγένεια με το CYP3A4, δεν δείχνει σημεία κλινικά σημαντικής επαγωγής ή αναστολής του CYP3A4, συνεπώς θεωρείται απίθανο να μεταβάλλει το μεταβολισμό ή τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων του CYP3A4. Αντίθετα, ισχυροί αναστολείς ή επαγωγείς μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της ivabradine στο πλάσμα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απομάκρυνση
Η ivabradine απομακρύνεται με κύρια ημιπερίοδο ζωής 2 ωρών (70-75% της AUC) στο πλάσμα και αποτελεσματική ημιπερίοδο ζωής 11 ωρών. Η συνολική κάθαρση είναι περίπου 400 ml/min και η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 70 ml/min. Η απέκκριση των μεταβολιτών γίνεται από τα κόπρανα και τα ούρα σε παρόμοια έκταση. Περίπου το 4% της από του στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η κινητική της ivabradine είναι γραμμική για ένα εύρος δόσης από του στόματος μεταξύ 0,5 και 24 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Δεν έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές διαφορές (AUC και Cmax) μεταξύ ηλικιωμένων (> 65 ετών) ή υπερηλίκων ασθενών (> 75 ετών) και του συνολικού πληθυσμού (βλ. Δοσολογία).
- Νεφρική διαταραχή: Οι επιπτώσεις της νεφρικής διαταραχής (κάθαρση κρεατινίνης από 15 έως 60 ml/min) στη φαρμακοκινητική της ivabradine είναι ελάχιστες, σε σχέση με τη μικρή συμβολή της νεφρικής κάθαρσης (περίπου 20%) στη συνολική απομάκρυνση τόσο της ivabradine όσο και του κύριου μεταβολίτη της S18982 (βλ. Δοσολογία).
- Ηπατική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh έως 7), η αδέσμευτη AUC της ivabradine και ο κύριος δραστικός μεταβολίτης ήταν περίπου 20% υψηλότερα από ότι σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για να εξαχθούν συμπεράσματα σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ivabradine σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ηλικίας από 6 μηνών έως κάτω από 18 ετών, είναι παρόμοιο με τη φαρμακοκινητική που περιγράφεται για τους ενήλικες, όταν εφαρμόζεται σχήμα τιτλοποίησης βασισμένο στην ηλικία και στο βάρος.
Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (ΦΚ/ΦΔ)
Η ανάλυση της σχέσης ΦΚ/ΦΔ έδειξε ότι η καρδιακή συχνότητα μειώνεται σχεδόν γραμμικά με την αύξηση των συγκεντρώσεων ivabradine και S18982 στο πλάσμα για δόσεις έως 15-20 mg δύο φορές την ημέρα. Σε υψηλότερες δόσεις, η μείωση της καρδιακής συχνότητας δεν είναι πλέον ανάλογη με τις συγκεντρώσεις ivabradine στο πλάσμα και τείνει προς ένα επίπεδο κόρου (πλατώ). Υψηλές εκθέσεις σε ivabradine, που μπορούν να εμφανισθούν όταν η ivabradine χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, μπορεί να προκαλέσουν υπερβολική μείωση της καρδιακής συχνότητας, παρ’ όλο που ο κίνδυνος αυτός είναι μειωμένος με τους μέτριους αναστολείς CYP3A4 (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Η σχέση ΦΚ/ΦΔ της ivabradine σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ηλικίας από 6 μηνών έως κάτω από 18 ετών, είναι παρόμοια με τη σχέση ΦΚ/ΦΔ που περιγράφεται για τους ενήλικες.