Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 5 / TAB | 11.77 € | |
| 7.5 / TAB | 12.69 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Συμπτωματική αγωγή της χρόνιας σταθερής στηθάγχης στη στεφανιαία νόσο
σε: ενήλικες με φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό και καρδιακή συχνότητα ≥ 70 παλμούς ανά λεπτό (bpm)
σε ενήλικες οι οποίοι έχουν δυσανεξία ή αντένδειξη στη χρήση των β-αποκλειστών ή σε συνδυασμό με β-αποκλειστές σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη βέλτιστη δόση β-αποκλειστή.
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας ΙΙ έως IV κατά NYHA, με συστολική δυσλειτουργία
σε: ενήλικες ασθενείς με φλεβοκομβικό ρυθμό και καρδιακή συχνότητα ≥ 75 bpm
σε συνδυασμό με τυπική αγωγή συμπεριλαμβανομένης της αγωγής με β-αποκλειστή ή όταν η αγωγή με β-αποκλειστή αντενδείκνυται ή δεν γίνεται ανεκτή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
IVABRADINE UNI-PHARMA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα, μία φορά το πρωί και μία το βράδυ, κατά τη διάρκεια των γευμάτων
- Δόση έναρξης: 5 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για χρόνια σταθερή στηθάγχη, η δόση έναρξης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς < 75 ετών. Μετά από 3-4 εβδομάδες, εάν ο ασθενής είναι συμπτωματικός, η αρχική δόση ανεκτή και η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας > 60 bpm, η δόση μπορεί να αυξηθεί στην επόμενη υψηλότερη δόση. Η δόση συντήρησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Εάν η καρδιακή συχνότητα μειωθεί κάτω από 50 bpm ή εμφανιστούν συμπτώματα βραδυκαρδίας, η δόση πρέπει να τιτλοποιηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης δόσης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα. Για χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, η συνήθης δόση έναρξης είναι 5 mg δύο φορές την ημέρα. Μετά από δύο εβδομάδες, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα αν η καρδιακή συχνότητα > 60 bpm, ή να μειωθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα αν η καρδιακή συχνότητα < 50 bpm ή σε περίπτωση συμπτωμάτων βραδυκαρδίας. Εάν η καρδιακή συχνότητα είναι μεταξύ 50 και 60 bpm, διατηρείται η δόση των 5 mg δύο φορές την ημέρα. Σε ηλικιωμένους ≥ 75 ετών, συνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα πριν την τιτλοποίηση.
-
Ενήλικες (Χρόνια σταθερή στηθάγχη)Δόση5 mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση7,5 mg δύο φορές την ημέραΗ δόση έναρξης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 75 ετών. Μετά από 3-4 εβδομάδες, εάν ο ασθενής είναι συμπτωματικός, η αρχική δόση ανεκτή και η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας > 60 bpm, η δόση μπορεί να αυξηθεί. Εάν η καρδιακή συχνότητα μειωθεί κάτω από 50 bpm ή εμφανιστούν συμπτώματα βραδυκαρδίας, η δόση πρέπει να μειωθεί, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης δόσης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα. Η αγωγή διακόπτεται εάν η καρδιακή συχνότητα παραμένει < 50 bpm ή τα συμπτώματα επιμένουν.
-
Ενήλικες (Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια)Δόση5 mg δύο φορές την ημέραΗ συνήθης συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 5 mg δύο φορές την ημέρα. Μετά από δύο εβδομάδες, η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα αν η καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία παραμένει > 60 bpm, ή να μειωθεί στα 2,5 mg δύο φορές την ημέρα αν η καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία είναι σταθερά < 50 bpm ή σε περίπτωση συμπτωμάτων βραδυκαρδίας. Εάν η καρδιακή συχνότητα είναι μεταξύ 50 και 60 bpm, διατηρείται η δόση των 5 mg δύο φορές την ημέρα. Η αγωγή διακόπτεται εάν η καρδιακή συχνότητα παραμένει < 50 bpm ή τα συμπτώματα βραδυκαρδίας επιμένουν.
-
ΗλικιωμένοιΔόση2,5 mg δύο φορές την ημέραΓια ασθενείς ≥ 75 ετών, συνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα πριν την τιτλοποίηση.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης > 15 ml/min)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική ανεπάρκεια (Κάθαρση κρεατινίνης < 15 ml/min)Να χρησιμοποιείται προσεκτικά.
-
Ήπια ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχή.
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΑντενδείκνυται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε παιδιά < 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί για τη χρόνια σταθερή στηθάγχη. Για τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία χαμηλότερη από 70 παλμούς ανά λεπτόΠληθυσμόςπριν την αγωγή
-
Καρδιογενής καταπληξία
-
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Σοβαρή υπότασηΠληθυσμός<90/50 mmHg
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
-
Φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός
-
Ασταθής ή οξεία καρδιακή ανεπάρκεια
-
Εξάρτηση από βηματοδότηΠληθυσμόςκαρδιακή συχνότητα που επιβάλλεται αποκλειστικά από το βηματοδότη
-
Ασταθής στηθάγχη
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 3ου βαθμού
-
Συνδυασμός με ισχυρούς αναστολείς του κυτοχρώματος P450 3A4Πληθυσμόςόπως αζολικά αντιμυκητιασικά (κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη), μακρολιδικά αντιβιοτικά (κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη χορηγούμενη από του στόματος, ζοσαμυκίνη, τελιθρομυκίνη), αναστολείς HIV πρωτεάσης (νελφιναβίρη, ριτοναβίρη) και νεφαζοδόνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοκινητικές)
-
Συνδυασμός με βεραπαμίλη ή διλτιαζέμηΠληθυσμόςπου είναι μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 με ιδιότητες μείωσης της καρδιακής συχνότητας (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Κύηση
-
Γαλουχία
-
Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης οι οποίες δεν χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Απουσία οφέλους στις κλινικές εκβάσειςΠληθυσμόςασθενείς με συμπτωματική χρόνια σταθερή στηθάγχηΗ ιβαμπραδίνη ενδείκνυται μόνο για τη συμπτωματική αγωγή της χρόνιας σταθερής στηθάγχης, γιατί η ιβαμπραδίνη δεν έχει οφέλη για τις καρδιαγγειακές εκβάσεις (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή καρδιαγγειακός θάνατος).
-
Καρδιακές αρρυθμίες (Ταχυαρρυθμία)Πληθυσμόςασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή άλλες καρδιακές αρρυθμίες που επηρεάζουν τη λειτουργία του φλεβοκόμβουΗ ιβαμπραδίνη δεν είναι αποτελεσματική στη θεραπευτική αγωγή ή πρόληψη των καρδιακών αρρυθμιών και πιθανώς χάνει την αποτελεσματικότητά της όταν εκδηλώνεται ταχυαρρυθμία (π.χ. κοιλιακή ή υπερκοιλιακή ταχυκαρδία). Συνεπώς, η ιβαμπραδίνη δεν συνιστάται.
-
Κολπική μαρμαρυγήΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν αγωγή με ιβαμπραδίνηΕίναι αυξημένος ο κίνδυνος εκδήλωσης κολπικής μαρμαρυγής. Συνιστάται να παρακολουθούνται κλινικά σε τακτική βάση οι ασθενείς για την εμφάνιση κολπικής μαρμαρυγής (εμμένουσας ή παροξυσμικής), ενώ πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και ΗΚΓ παρακολούθηση εφόσον υπάρχει κλινική ένδειξη. Εάν εκδηλωθεί, πρέπει να επανεξετάζεται προσεκτικά η σχέση οφέλους - κινδύνου της εξακολούθησης της αγωγής.
-
Διαταραχές της ενδοκοιλιακής επαγωγής και κοιλιακός δυσυγχρονισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, που συνοδεύεται από διαταραχές της ενδοκοιλιακής επαγωγής (αποκλεισμός αριστερού σκέλους, αποκλεισμός δεξιού σκέλους) και κοιλιακό δυσυγχρονισμόΠρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου βαθμούΠληθυσμόςασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό 2ου βαθμούΗ ιβαμπραδίνη δεν συνιστάται.
-
Χαμηλή καρδιακή συχνότηταΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που πριν την έναρξη της αγωγής έχουν καρδιακή συχνότητα χαμηλότερη από 70 παλμούς ανά λεπτό σε ηρεμία (bpm)Η ιβαμπραδίνη δεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Χαμηλή καρδιακή συχνότητα (κατά τη διάρκεια αγωγής)ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγήΕάν κατά τη διάρκεια της αγωγής η καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία μειωθεί σταθερά κάτω από 50 bpm ή εάν ο ασθενής εκδηλώσει συμπτώματα που σχετίζονται με βραδυκαρδία, πρέπει να μειωθεί σταδιακά η δόση ή να διακοπεί η αγωγή.
-
Συνδυασμός με αποκλειστές διαύλων ασβεστίουΑντένδειξηΗ ταυτόχρονη χορήγηση της ιβαμπραδίνης με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου που μειώνουν την καρδιακή συχνότητα όπως η βεραπαμίλη ή η διλτιαζέμη αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΗ καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να είναι σταθερή, πριν εξεταστεί η χορήγηση της ιβαμπραδίνης.
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια λειτουργικής κατάταξης IV κατά NYHAΗ ιβαμπραδίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή, λόγω των περιορισμένων δεδομένων σε αυτόν τον πληθυσμό.
-
Εγκεφαλικό επεισόδιοΗ χρήση της ιβαμπραδίνης δεν συνιστάται αμέσως μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία γι’ αυτές τις περιπτώσεις.
-
Οπτική λειτουργίαΗ ιβαμπραδίνη επηρεάζει τη λειτουργία του αμφιβληστροειδή. Αν εμφανιστεί μη αναμενόμενη επιδείνωση της οπτικής λειτουργίας, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της αγωγής.
-
Οπτική λειτουργίαΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθειαΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να ασκείται.
-
ΥπότασηΜε προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια υπότασηΤα στοιχεία που υπάρχουν είναι περιορισμένα και συνεπώς η ιβαμπραδίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Κολπική μαρμαρυγή - Καρδιακές αρρυθμίες (Καρδιοανάταξη)Πληθυσμόςασθενείς που ακολουθούν αγωγή με ιβαμπραδίνηΤο ενδεχόμενο μη επείγουσας καρδιοανάταξης με συνεχόμενο ρεύμα θα πρέπει να εξετάζεται 24 ώρες μετά την τελευταία δόση ιβαμπραδίνης.
-
Συγγενές σύνδρομο QT ή αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το διάστημα QTΠληθυσμόςασθενείς με συγγενές σύνδρομο QT ή που ακολουθούν αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία επιμηκύνουν το διάστημα QTΗ χρήση ιβαμπραδίνης πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, απαιτείται στενή καρδιολογική παρακολούθηση.
-
Υπερτασικοί ασθενείς που χρειάζονται αλλαγές στην αντιυπερτασική αγωγή τουςΠληθυσμόςασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΌταν πραγματοποιούνται αλλαγές στη θεραπεία, η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται ανά τακτά διαστήματα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, με ανεπάρκεια ολικής λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το διάστημα QT (Καρδιαγγειακά: κινιδίνη, δισοπυραμίδη, μπεπριδίλη, σοταλόλη, ιβουτιλίδη, αμιοδαρόνη. Μη καρδιαγγειακά: πιμοζίδη, ζιπρασιδόνη, σερτινδόλη, μεφλοκίνη, αλοφαντρίνη, πενταμιδίνη, σιζαπρίδη, ερυθρομυκίνη με ενδοφλέβια χορήγηση)προσοχήΗ επιμήκυνση του QT μπορεί να επιδεινωθεί από τη μείωση της καρδιακής συχνότητας, αυξάνοντας τον κίνδυνο αρρυθμιών.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση πρέπει να αποφεύγεται. Εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, απαιτείται στενή καρδιολογική παρακολούθηση.
-
Διουρητικά που μειώνουν το κάλιο (θειαζιδικά διουρητικά και διουρητικά της αγκύλης)προσοχήΗ υποκαλιαιμία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αρρυθμιών. Ο συνδυασμός υποκαλιαιμίας και βραδυκαρδίας αποτελεί παράγοντα προδιάθεσης για την εμφάνιση σοβαρών αρρυθμιών.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (αζολικά αντιμυκητιασικά [κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη], μακρολιδικά αντιβιοτικά [κλαριθρομυκίνη, ερυθρομυκίνη από του στόματος, ζοσαμυκίνη, τελιθρομυκίνη], αναστολείς της HIV πρωτεάσης [νελφιναβίρη, ριτοναβίρη], νεφαζοδόνη)αντένδειξηΑύξηση των συγκεντρώσεων ιβαμπραδίνης στο πλάσμα, κίνδυνος υπερβολικής βραδυκαρδίας (έως 7-8 φορές αύξηση της έκθεσης).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης της ιβαμπραδίνης (AUC κατά 2-3 φορές) και επιπλέον μείωση της καρδιακής συχνότητας κατά 5 bpm.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης της ιβαμπραδίνης (AUC κατά 2-3 φορές) και επιπλέον μείωση της καρδιακής συχνότητας κατά 5 bpm.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση αντενδείκνυται.
-
Χυμός γκρέιπφρουτδεν συνιστάταιΗ έκθεση στην ιβαμπραδίνη διπλασιάστηκε.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται η κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. φλουκοναζόλη)προσοχήΜπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις ιβαμπραδίνης.ΣύστασηΜπορεί να επιτραπεί με δόση έναρξης 2,5 mg δύο φορές την ημέρα και εφόσον η καρδιακή συχνότητα ηρεμίας είναι > 70 bpm, με παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας.
-
Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά, φαινυτοΐνη, Hypericum perforatum [St John’s Wort])προσοχήΜπορεί να μειώσουν την έκθεση και τη δραστικότητα της ιβαμπραδίνης (π.χ. St John’s Wort υποδιπλασιάζει την AUC).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης της ιβαμπραδίνης. Η λήψη St John’s Wort πρέπει να περιορίζεται.
-
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων (ομεπραζόλη, λανσοπραζόλη), σιλδεναφίλη, αναστολείς της HMG CoA ρεδουκτάσης (σιμβαστατίνη), διϋδροπυριδινικού τύπου αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (αμλοδιπίνη, λασιδιπίνη), διγοξίνη, βαρφαρίνηπαρακολούθησηΔεν έχουν αποδείξει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική και φαρμακοδυναμική της ιβαμπραδίνης ή η ιβαμπραδίνη δεν επηρεάζει κλινικά σημαντικά τη φαρμακοκινητική τους.
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ, β-αποκλειστές, διουρητικά, παράγοντες αντι-αλδοστερόνης, νιτρικά μακράς και βραχείας διάρκειας δράσης, αναστολείς HMG CoA ρεδουκτάσης, φιμπράτες, αναστολείς αντλίας πρωτονίων, αντιδιαβητικά από του στόματος, ασπιρίνη και άλλα αντι-αιμοπεταλιακά φαρμακευτικά προϊόνταπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν ανησυχητικές ενδείξεις σε κλινικές μελέτες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Υπερουριχαιμία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Συγκοπή
- Ίλιγγος
- Φωτοψίες
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Οπτική διαταραχή
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμού
- Παρατεταμένο διάστημα QT στο ΗΚΓ
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Κολπική μαρμαρυγή
- Αίσθημα παλμών
- Υπερκοιλιακές έκτακτες συστολές
- Παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου βαθμού
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 3ου βαθμού
- Σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου
- Μη ρυθμιζόμενη αρτηριακή πίεση
- Υπόταση
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Μυϊκοί σπασμοί
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αίσθημα αδυναμίας
- Αίσθημα κόπωσης
- Αίσθημα κακουχίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΦωτοψίεςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμούΚαρδιά
-
ΣυχνέςΜη ρυθμιζόμενη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠαρατεταμένο διάστημα QT στο ΗΚΓΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα αδυναμίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κόπωσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου βαθμούΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός 3ου βαθμούΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβουΚαρδιά
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΟι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης, θα πρέπει κατά τη διάρκεια της αγωγής, να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα (βλ. Αντενδείξεις)
-
Κύησηη ιβαμπραδίνη αντενδείκνυται κατά την κύηση (βλ. Αντενδείξεις)Δεν υπάρχουν ή είναι περιορισμένα τα στοιχεία για τη χρήση της ιβαμπραδίνης σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Οι μελέτες αυτές έχουν δείξει εμβρυοτοξικότητα και τερατογενετικές επιδράσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
Γαλουχίαη ιβαμπραδίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Οι γυναίκες που χρήζουν θεραπείας με ιβαμπραδίνη, θα πρέπει να διακόψουν τη γαλουχία και να επιλέξουν εναλλακτικό τρόπο διατροφής του παιδιού.Μελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν ότι η ιβαμπραδίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΜελέτες σε αρουραίους δεν έχουν δείξει επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή και παρατεταμένη βραδυκαρδία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
καρδιακή θεραπεία, άλλα καρδιακά σκευάσματα, κωδικός ATC: C01EB17.
Μηχανισμός δράσης
Η ιβαμπραδίνη είναι αμιγής παράγοντας μείωσης της καρδιακής συχνότητας, που δρα με εκλεκτική και ειδική αναστολή του ρεύματος Ιf του καρδιακού βηματοδότη, το οποίο ελέγχει την αυτόματη διαστολική εκπόλωση στο φλεβόκομβο και ρυθμίζει την καρδιακή συχνότητα. Οι καρδιακές επιδράσεις είναι ειδικές για το φλεβόκομβο, χωρίς επίδραση στους χρόνους ενδοκολπικής, κολποκοιλιακής ή ενδοκοιλιακής αγωγής, ούτε στη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου ή την κοιλιακή επαναπόλωση. Η ιβαμπραδίνη μπορεί επίσης να αλληλεπιδράσει με το αμφιβληστροειδικό ρεύμα Ιh που μοιάζει πολύ με το καρδιακό Ιf. Συμμετέχει στη χρονική διακριτική ικανότητα του οπτικού συστήματος, περιορίζοντας την αμφιβληστροειδική απόκριση σε ερεθίσματα έντονου φωτός. Κάτω από συνθήκες πυροδότησης (π.χ. ταχείες μεταβολές της φωτεινότητας), η μερική αναστολή του Ιh από την ιβαμπραδίνη προκαλεί τα φωτεινά φαινόμενα που μπορεί να εμφανίζουν περιστασιακά οι ασθενείς. Τα φωτεινά φαινόμενα (φωτοψίες) περιγράφονται ως παροδική αυξημένη φωτεινότητα σε περιορισμένη περιοχή του οπτικού πεδίου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η κύρια φαρμακοδυναμική ιδιότητα της ιβαμπραδίνης στους ανθρώπους είναι η ειδική δοσοεξαρτώμενη μείωση της καρδιακής συχνότητας. Η ανάλυση της μείωσης της καρδιακής συχνότητας με δόσεις έως 20 mg δύο φορές την ημέρα υποδεικνύει μία τάση προς εμφάνιση επιπέδου κόρου (πλατώ), η οποία συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο σοβαρής βραδυκαρδίας κάτω από 40 bmp (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στις συνήθεις συνιστώμενες δόσεις, η μείωση της καρδιακής συχνότητας είναι περίπου 10 bmp σε ηρεμία και κατά την άσκηση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του καρδιακού φορτίου έργου και της κατανάλωσης οξυγόνου από το μυοκάρδιο. Η ιβαμπραδίνη δεν επηρεάζει την ενδοκαρδιακή αγωγή, τη συσταλτικότητα (απουσία αρνητικής ινοτρόπου δράσης) ή την κοιλιακή επαναπόλωση:
- σε κλινικές ηλεκτροφυσιολογικές μελέτες, η ivabradine δεν είχε καμιά επίδραση στους χρόνους κολποκοιλιακής ή ενδοκοιλιακής αγωγής ή στα διορθωμένα διαστήματα QT
- σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας [LVEF] μεταξύ 30 και 45%), η ivabradine δεν είχε καμιά βλαβερή επίδραση στο LVEF.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αντιστηθαγχική και αντι-ισχαιμική αποτελεσματικότητα της ιβαμπραδίνης μελετήθηκε σε πέντε διπλές τυφλές τυχαιοποιημένες μελέτες (τρεις έναντι εικονικού φαρμάκου και από μία έναντι ατενολόλης και αμλοδιπίνης). Στις μελέτες αυτές συμπεριλήφθηκαν συνολικά 4.111 ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχη, εκ των οποίων οι 2.617 έλαβαν ιβαμπραδίνη. Η ιβαμπραδίνη 5 mg δύο φορές ημερησίως αποδείχτηκε αποτελεσματική στις παραμέτρους της δοκιμασίας κόπωσης μέσα σε 3 έως 4 εβδομάδες αγωγής. Η αποτελεσματικότητα επιβεβαιώθηκε με τα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Συγκεκριμένα, το επιπρόσθετο όφελος πάνω από τα 5 mg δύο φορές την ημέρα τεκμηριώθηκε σε ελεγχόμενη μελέτη αναφοράς έναντι ατενολόλης: η συνολική διάρκεια άσκησης κατά την ύφεση αυξήθηκε περίπου κατά 1 λεπτό μετά από ένα μήνα αγωγής με 5 mg δύο φορές την ημέρα και βελτιώθηκε περαιτέρω κατά σχεδόν 25 δευτερόλεπτα μετά από επιπλέον διάστημα 3 μηνών με υποχρεωτική τιτλοποίηση στα 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Στη μελέτη αυτή, τα αντιστηθαγχικά και αντι-ισχαιμικά οφέλη της ιβαμπραδίνης επιβεβαιώθηκαν σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω. Η αποτελεσματικότητα των 5 και των 7,5 mg δύο φορές την ημέρα ήταν σταθερή σε όλες τις μελέτες, όσον αφορά στις παραμέτρους της δοκιμασίας κόπωσης (συνολική διάρκεια άσκησης, χρόνος έως την εκδήλωση περιοριστικής στηθάγχης, χρόνος έως την εκδήλωση στηθάγχης και χρόνος έως την κατάσπαση του διαστήματος ST κατά 1 mm) και συνδέθηκε με μείωση κατά 70% περίπου του ποσοστού στηθαγχικών κρίσεων. Η χορήγηση ιβαμπραδίνης δύο φορές την ημέρα παρείχε ομοιόμορφη αποτελεσματικότητα καθ’ όλο το 24ωρο. Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που περιέλαβε 889 ασθενείς, η ιβαμπραδίνη που χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ατενολόλη 50 mg μία φορά ημερησίως (o.d) έδειξε επιπλέον αποτελεσματικότητα σε όλες τις παραμέτρους ΔΚ στο κατώτερο σημείο της δραστικότητας του φαρμάκου (12 ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση). Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που περιέλαβε 725 ασθενείς, η ιβαμπραδίνη δεν έδειξε επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα όταν συνδυάστηκε με αμλοδιπίνη στη φάση ύφεσης της δραστικότητας του φαρμάκου (12 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος), ενώ αντίθετα καταδείχθηκε επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα στη φάση αιχμής (3-4 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος). Σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που περιέλαβε 1277 ασθενείς, η ιβαμπραδίνη κατέδειξε στατιστικά σημαντική επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα όσον αφορά την ανταπόκριση στη θεραπεία (οριζόμενη ως μείωση κατά τουλάχιστον 3 κρίσεων στηθάγχης την εβδομάδα ή / και αύξησης του χρόνου έως 1 mm του τμήματος ST κατάπτωσης τουλάχιστον κατά 60 δευτερόλεπτα κατά τη διάρκεια ενός ηλεκτρικού σήματος ETT) πάνω από την αμλοδιπίνη 5 mg μία φορά ημερησίως (o.d.) ή νιφεδιπίνη GITS 30 mg o.d. (12 ώρες μετά την από του στόματος λήψη ιβαμπραδίνης) για περίοδο θεραπείας 6 εβδομάδων (OR = 1,3, 95% CI [1,0-1,7], p = 0,012). Η ιβαμπραδίνη δεν παρουσίασε επιπρόσθετη αποτελεσματικότητα σε δευτερεύοντα τελικά σημεία των παραμέτρων της ΕΤΤ στο ελάχιστο της δραστικότητας του φαρμάκου, ενώ επιδείχθηκε πρόσθετη αποτελεσματικότητα στην κορυφή (3-4 ώρες μετά την πρόσληψη της ιβαμπραδίνης από το στόμα). Η αποτελεσματικότητα της ιβαμπραδίνης διατηρήθηκε πλήρως καθ’ όλο το τρίμηνο ή τετράμηνο διάστημα αγωγής μεταξύ των μελετών αποτελεσματικότητας. Δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις φαρμακολογικής ανοχής (απώλεια αποτελεσματικότητας) κατά τη διάρκεια της αγωγής ούτε φαινόμενα αναζωπύρωσης (rebound) κατά την αιφνίδια διακοπή της αγωγής. Η αντιστηθαγχική και αντι-ισχαιμική δράση της ιβαμπραδίνης συνδέθηκε με δοσοεξαρτώμενες μειώσεις της καρδιακής συχνότητας και σημαντική μείωση του γινομένου συχνότητας-πίεσης (καρδιακή συχνότητα x συστολική αρτηριακή πίεση) σε ηρεμία και κατά την άσκηση. Οι επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση και την περιφερική αγγειακή αντίσταση ήταν πολύ μικρές και όχι κλινικά σημαντικές. Σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με ιβαμπραδίνη για τουλάχιστον ένα έτος (n=713) διαπιστώθηκε ότι διατηρείται η μείωση της καρδιακής συχνότητας. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση στο μεταβολισμό της γλυκόζης ή των λιπιδίων. Η αντιστηθαγχική και αντι-ισχαιμική αποτελεσματικότητα της ιβαμπραδίνης διατηρήθηκε στους διαβητικούς ασθενείς (n=457), με παρόμοιο προφίλ ασφάλειας συγκριτικά με το συνολικό πληθυσμό. Μια μεγάλη μελέτη έκβασης, η BEAUTIFUL, πραγματοποιήθηκε σε 10.917 ασθενείς με στεφανιαία νόσο και δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (LVEF <40%) σε συνδυασμό με τη βέλτιστη θεραπεία υποβάθρου και με το 86,9% των ασθενών να λαμβάνουν β-αποκλειστές. Το κύριο σύνθετο κριτήριο αποτελεσματικότητας ήταν ο καρδιαγγειακός θάνατος, νοσηλεία για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή νοσηλεία για νέα εμφάνιση ή επιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας. Η μελέτη δεν έδειξε διαφορά στο ποσοστό του πρωτεύοντος σύνθετου τελικού σημείου στην ομάδα της ιβαμπραδίνης σε σύγκριση με την ομάδα που ελάμβανε εικονικό φάρμακο (σχετικός κίνδυνος ivabradine: εικονικό φάρμακο 1,00, p=0,945). Σε μία post-hoc υποομάδα ασθενών με συμπτωματική στηθάγχη κατά την τυχαιοποίηση (n=1507), δεν εξακριβώθηκε κάποιο σήμα που αφορούσε την ασφάλεια όσον αφορά τον καρδιαγγειακό θάνατο, τη νοσηλεία για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή την καρδιακή ανεπάρκεια (ιβαμπραδίνη 12.0% έναντι εικονικού φαρμάκου 15.5%, p=0.05). Μία μεγάλη μελέτη έκβασης, η SIGNIFY, πραγματοποιήθηκε σε 19.102 ασθενείς με στεφανιαία νόσο και χωρίς κλινική εκδήλωση καρδιακής ανεπάρκειας (ΚΕΑΚ > 40%), επιπρόσθετα της βέλτιστης τυπικής αγωγής. Χρησιμοποιήθηκε θεραπευτικό σχήμα υψηλότερο της εγκεκριμένης δοσολογίας για τη νόσο [εναρκτήρια δόση 7,5 mg b.i.d. (5 mg b.i.d, εάν ηλικία ≥ 75 ετών) και τιτλοποίηση έως 10 mg b.i.d]. Το κύριο σύνθετο κριτήριο αποτελεσματικότητας ήταν καρδιαγγειακός θάνατος ή μη μοιραίο ΕΜ. Η μελέτη δεν έδειξε διαφορά στη συχνότητα του πρωτεύοντος τελικού σημείου μεταξύ των ομάδων ivabradine και εικονικού φαρμάκου (σχετικός κίνδυνος ivabradine/εικονικό φάρμακο 1,08, p=0,197). Βραδυκαρδία αναφέρθηκε στο 17,9% των ασθενών της ομάδας ivabradine (2,1% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου). Βεραπαμίλη, διλτιαζέμη ή ισχυρούς αναστολείς του CYP 3A4 έλαβε το 7,1% των ασθενών, κατά τη διάρκεια της μελέτης. Παρατηρήθηκε μικρή στατιστικά σημαντική αύξηση του πρωτεύοντος τελικού σημείου σε προκαθορισμένη υπο-ομάδα ασθενών με στηθάγχη κατηγορίας ΙΙ κατά CCS ή υψηλότερης κατά την έναρξη (n=12049) (ετήσια ποσοστά 3,4% έναντι 2,9%, σχετικός κίνδυνος ivabradine/εικονικό φάρμακο 1,18, p=0,018), αλλά όχι στην υπο-ομάδα του συνολικού πληθυσμού με στηθάγχη κατηγορίας ≥ I κατά CCS (n=14286) (σχετικός κίνδυνος ivabradine/εικονικό φάρμακο 1,11, p=0,110). Η υψηλότερη της εγκεκριμένης δόσης που χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη δεν ερμηνεύει πλήρως αυτά τα ευρήματα. Η μελέτη SHIFT ήταν μία μεγάλη πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη έκβασης που πραγματοποιήθηκε σε 6505 ενήλικες ασθενείς με σταθερή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (για ≥ 4 εβδομάδες), κατηγορίας ΙΙ έως IV κατά ΝΥΗΑ, με μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (ΚΕΑΚ ≤ 35%) και καρδιακή συχνότητα σε ηρεμία ≥70 bpm. Οι ασθενείς λάμβαναν τυπική αγωγή που περιελάμβανε β-αποκλειστές (89%), αναστολείς του ΜΕΑ ή/και ανταγωνιστές αγγειοτασίνης ΙΙ (91%), διουρητικά (83%) και παράγοντες αντι-αλδοστερόνης (60%). Στην ομάδα ivabradine, το 67% των ασθενών λάμβανε 7,5 mg δύο φορές την ημέρα. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 22,9 μήνες. Η αγωγή με ιβαμπραδίνη συνδέθηκε με μέση μείωση της καρδιακής συχνότητας κατά 15 bpm σε σχέση με την αρχική τιμή των 80 bpm. Η διαφορά της καρδιακής συχνότητας μεταξύ των δυο ομάδων ιβαμπραδίνης και εικονικού φαρμάκου ήταν 10.8 bpm στις 28 ημέρες, 9.1 bpm στους 12 μήνες και 8.3 bpm στους 24 μήνες Η μελέτη απέδειξε κλινικά και στατιστικά σημαντική μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 18% στο ποσοστό του πρωτεύοντος σύνθετου τελικού σημείου καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηλείας λόγω επιδεινωθείσας καρδιακής ανεπάρκειας (σχετικός κίνδυνος: 0.82, 95%CI [0.75; 0.90] - p<0.0001) εμφανή μέσα σε 3 μήνες από την έναρξη της αγωγής. Η μείωση του απόλυτου κινδύνου ήταν 4,2%. Τα αποτελέσματα του πρωτεύοντος τελικού σημείου καθοδηγούνται κυρίως από τα τελικά σημεία που αφορούν την καρδιακή ανεπάρκεια, νοσηλεία λόγω επιδεινωθείσας καρδιακής ανεπάρκειας, (απόλυτος κίνδυνος μειωμένος κατά 4,7%) και θάνατοι λόγω καρδιακής ανεπάρκειας (απόλυτος κίνδυνος μειωμένος κατά 1,1%).
Θεραπευτική δράση στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο, τα επιμέρους σημεία του και τα δευτερεύοντα τελικά σημεία
| Ivabradine (N=3241) n (%) | Placebo (N=3264) n (%) | Σχετικός κίνδυνος [95% CI] | p-value | |
|---|---|---|---|---|
| Πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο | 793 (24.47) | 937 (28.71) | 0.82 [0.75; 0.90] | <0.0001 |
| Επιμέρους σημεία του σύνθετου τελικού σημείου: | ||||
| - Καρδιαγγειακός θάνατος | 449 (13.85) | 491 (15.04) | 0.91 [0.80; 1.03] | 0.128 |
| - Νοσηλεία λόγω επιδεινωθείσας ΚΑ | 514 (15.86) | 672 (20.59) | 0.74 [0.66; 0.83] | <0.0001 |
| Άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία: | ||||
| - Θάνατος κάθε αιτιολογίας | 503 (15.52) | 552 (16.91) | 0.90 [0.80; 1.02] | 0.092 |
| - Θάνατος λόγω ΚΑ | 113 (3.49) | 151 (4.63) | 0.74 [0.58;0.94] | 0.014 |
| - Νοσηλεία κάθε αιτιολογίας | 1231 (37.98) | 1356 (41.54) | 0.89 [0.82;0.96] | 0.003 |
| - Νοσηλεία κ/α αιτιολογίας | 977 (30.15) | 1122 (34.38) | 0.85 [0.78; 0.92] | 0.0002 |
Η μείωση του πρωτεύοντος τελικού σημείου παρατηρούνταν σταθερά ανεξάρτητα από φύλο, κατηγορία ΝΥΗΑ, καρδιακή ανεπάρκεια ισχαιμικής ή μη ισχαιμικής αιτιολογίας και προηγούμενο ιστορικό διαβήτη ή υπέρτασης. Στην υπο-ομάδα ασθενών με ΚΣ ≥ 75 bpm (n=4150), παρατηρήθηκε μεγαλύτερη μείωση στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο της τάξης του 24% (σχετικός κίνδυνος: 0.76, 95%CI [0.68;0.85] - p<0.0001) και για τα άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου κάθε αιτιολογίας (σχετικός κίνδυνος: 0.83, 95%CI [0.72;0.96] - p=0.0109) και του καρδιαγγειακού θανάτου (σχετικός κίνδυνος: 0.83, 95%CI [0.71;0.97] - p=0.0166). Σε αυτή την υπο-ομάδα ασθενών, το προφίλ ασφάλειας της ιβαμπραδίνης είναι σύμφωνο με το αντίστοιχο στο συνολικό πληθυσμό. Μία σημαντική επίδραση παρατηρήθηκε στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο στο σύνολο της ομάδας των ασθενών που λάμβαναν αγωγή με β-αποκλειστή (σχετικός κίνδυνος: 0.85, 95%CI [0.76;0.94]). Στην υπο-ομάδα των ασθενών με ΚΣ ≥ 75 bpm και με συνιστώμενη δόση-στόχο του β-αποκλειστή, δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντικό όφελος στο πρωτεύον σύνθετο τελικό σημείο (σχετικός κίνδυνος: 0.97, 95%CI [0.74;1.28]) και σε άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία, συμπεριλαμβανομένων της νοσηλείας λόγω επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας (σχετικός κίνδυνος: 0.79, 95% CI [0.56;1.10]) ή θανάτου από καρδιακή ανεπάρκεια (σχετικός κίνδυνος: 0.69, 95% CI [0.31;1.53]). Σημειώθηκε σημαντική βελτίωση της κατηγορίας ΝΥΗΑ στην τελευταία καταγραφόμενη τιμή, βελτιώθηκαν 887 (28%) ασθενείς με την ιβαμπραδίνη έναντι 776 (24%) ασθενών με εικονικό φάρμακο (p=0.001). Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη 97 ασθενών, τα στοιχεία που συλλέχθηκαν κατά τις ειδικές οφθαλμολογικές εξετάσεις, με στόχο την τεκμηρίωση της λειτουργίας των συστημάτων κωνίων και ραβδίων και της ανιούσας οπτικής οδού (δηλ. ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα, στατικά και κινητικά οπτικά πεδία, έγχρωμη όραση, οπτική οξύτητα), σε ασθενείς που λάμβαναν, για 3 χρόνια, ιβαμπραδίνη, λόγω χρόνιας σταθερής στηθάγχης, δεν έδειξαν τοξικότητα του αμφιβληστροειδούς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή, ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 116 παιδιατρικούς ασθενείς (17 ηλικίας [6-12 [μηνών, 36 ηλικίας [1-3 [ετών και 63 ηλικίας [3-18 [ετών) με ΧΚΑ και διατατική μυοκαρδιοπάθεια (Δ.Μ.) επιπλέον της βέλτιστης βασικής αγωγής. 74 έλαβαν ivabradine (σχέση 2:1). Η αρχική δόση ήταν 0,02 mg/kg bid στην ηλικιακή υποομάδα [6-12 [μηνών, 0,05 mg/kg bid στην ηλικιακή υποομάδα [1-3 [ετών και στην ηλικιακή υποομάδα [3-18 [ετών εφόσον <40 kg, και 2,5 mg bid στην ηλικιακή υποομάδα [3-18 [ετών και εφόσον ≥ 40 kg. Η δόση προσαρμοζόταν ανάλογα με την ανταπόκριση στη θεραπεία και οι μέγιστες δόσεις ήταν 0,2 mg/kg bid, 0,3 mg/kg bid και 15 mg bid αντίστοιχα. Στη μελέτη αυτή, η ιβαμπραδίνη χορηγήθηκε από του στόματος σε υγρή μορφή ή σε δισκίο, δύο φορές την ημέρα. Η απουσία φαρμακοκινητικής διαφοράς μεταξύ των δύο φαρμοκοτεχνικών μορφών είχε αποδειχτεί σε μια ανοικτή τυχαιοποιημένη δύο περιόδων διασταυρούμενη μελέτη, σε 24 ενήλικες υγιείς εθελοντές. Μια μείωση 20% της καρδιακής συχνότητας, χωρίς βραδυκαρδία, επετεύχθη στο 69,9% των ασθενών στην ομάδα της ιβαμπραδίνης έναντι 12,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου στην περίοδο της τιτλοποίησης από 2 έως 8 εβδομάδες (Λόγος πιθανοτήτων: E = 17,24, 95% CI [5,91; 50,30]). Οι μέσες δοσολογίες της ιβαμπραδίνης που επέτρεψαν μια μείωση του ΣΚ 20%, ήταν 0,13 ± 0,04 mg/kg bid, 0,10 ± 0,04 mg/kg bid και 4,1 ± 2,2 mg bid στις ηλικιακές υποομάδες [1-3 [ετών, [3-18 [ετών και <40 kg και [3-18 [ετών και ≥ 40 kg, αντίστοιχα. Η μέση τιμή του ΚΕΑΚ αυξήθηκε από 31,8% έως 45,3% στο μήνα 12 στην ομάδα της ιβαμπραδίνης, έναντι 35,4% έως 42,3% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Υπήρξε μια βελτίωση στην κατάταξη κατά NYHA στο 37,7% των ασθενών με ιβαμπραδίνη έναντι 25,0% στην ομάδα με το εικονικό φάρμακο. Οι βελτιώσεις αυτές δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Το προφίλ ασφάλειας στη διάρκεια ενός έτους, ήταν παρόμοιο με αυτό που περιγράφεται για ενήλικες ασθενείς με ΧΚΑ. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις της ιβαμπραδίνης στην ανάπτυξη, εφηβεία και γενικά στην εξέλιξη καθώς και η μακροπρόθεσμη επίδραση της θεραπείας με ιβαμπραδίνη στην παιδική ηλικία για τη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας δεν έχουν μελετηθεί. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την ιβαμπραδίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της στηθάγχης και της στεφανιαίας νόσου. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την ιβαμπραδίνη σε παιδιά ηλικίας από 0 έως κάτω από 6 μηνών για τη θεραπεία της χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, η ιβαμπραδίνη αποδεσμεύεται ταχέως από τα δισκία και είναι ιδιαίτερα υδατοδιαλυτή (>10 mg/ml). Η ιβαμπραδίνη είναι S-εναντιομερές χωρίς να έχει αποδειχθεί βιομετατροπή in vivo. Το N-απομεθυλιωμένο παράγωγο της ιβαμπραδίνης έχει ταυτοποιηθεί ως ο κύριος ενεργός μεταβολίτης σε ανθρώπους.
Απορρόφηση και βιοδιαθεσιμότητα
Η ιβαμπραδίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν εξ ολοκλήρου μετά την από του στόματος χορήγηση, με τα ανώτερα επίπεδα στο πλάσμα να επιτυγχάνονται μέσα σε 1 ώρα, κάτω από συνθήκες νηστείας. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα των επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων είναι περίπου 40%, λόγω του φαινομένου πρώτης διόδου στα έντερα και το ήπαρ. Η τροφή καθυστερεί την απορρόφηση κατά 1 ώρα περίπου και αυξάνει την έκθεση στο πλάσμα κατά 20 έως 30%. Συνιστάται η λήψη του δισκίου κατά τη διάρκεια των γευμάτων για να μειώνεται η ατομική διακύμανση ως προς την έκθεση (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Η ιβαμπραδίνη συνδέεται κατά 70% περίπου με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι σχεδόν 100 l σε ασθενείς. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από χρόνια χορήγηση της συνιστώμενης δόσης των 5 mg δύο φορές την ημέρα είναι 22 ng/ml (CV=29%). Η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 10 ng/ml (CV=38%) στη σταθεροποιημένη κατάσταση.
Βιομετατροπή
Η ιβαμπραδίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ και το έντερο με οξείδωση μέσω του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 (CYP3A4) μόνο. Ο κύριος δραστικός μεταβολίτης είναι το Ν-απομεθυλιωμένο παράγωγο (S 18982) με έκθεση περίπου 40% της αντίστοιχης του μητρικού μορίου. Ο μεταβολισμός αυτού του δραστικού μεταβολίτη εμπλέκει επίσης το CYP3A4. Η ιβαμπραδίνη παρουσιάζει χαμηλή συγγένεια με το CYP3A4, δεν δείχνει σημεία κλινικά σημαντικής επαγωγής ή αναστολής του CYP3A4, συνεπώς θεωρείται απίθανο να μεταβάλλει το μεταβολισμό ή τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα των υποστρωμάτων του CYP3A4. Αντίθετα, ισχυροί αναστολείς ή επαγωγείς μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της ιβαμπραδίνης στο πλάσμα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απομάκρυνση
Η ιβαμπραδίνη απομακρύνεται με κύρια ημιπερίοδο ζωής 2 ωρών (70-75% της AUC) στο πλάσμα και αποτελεσματική ημιπερίοδο ζωής 11 ωρών. Η συνολική κάθαρση είναι περίπου 400 ml/min και η νεφρική κάθαρση είναι περίπου 70 ml/min. Η απέκκριση των μεταβολιτών γίνεται από τα κόπρανα και τα ούρα σε παρόμοια έκταση. Περίπου το 4% της από του στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η κινητική της ιβαμπραδίνης είναι γραμμική για ένα εύρος δόσης από του στόματος μεταξύ 0,5 και 24mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Δεν έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές διαφορές (AUC και Cmax) μεταξύ ηλικιωμένων (≥ 65 ετών) ή υπερηλίκων ασθενών (≥ 75 ετών) και του συνολικού πληθυσμού (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Οι επιπτώσεις της νεφρικής δυσλειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης από 15 έως 60 ml/min) στη φαρμακοκινητική της ιβαμπραδίνης είναι ελάχιστες, σε σχέση με τη μικρή συμβολή της νεφρικής κάθαρσης (περίπου 20%) στη συνολική απομάκρυνση τόσο της ιβαμπραδίνης όσο και του κύριου μεταβολίτη της S18982 (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ήπια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh έως 7), η αδέσμευτη AUC της ιβαμπραδίνης και ο κύριος δραστικός μεταβολίτης ήταν περίπου 20% υψηλότερα από ότι σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για να εξαχθούν συμπεράσματα σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το φαρμακοκινητικό προφίλ της ιβαμπραδίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ηλικίας από 6 μηνών έως κάτω από 18 ετών, είναι παρόμοιο με τη φαρμακοκινητική που περιγράφεται για τους ενήλικες, όταν εφαρμόζεται σχήμα τιτλοποίησης βασισμένο στην ηλικία και στο βάρος.
Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (ΦΚ/ΦΔ)
Η ανάλυση της σχέσης ΦΚ/ΦΔ έδειξε ότι η καρδιακή συχνότητα μειώνεται σχεδόν γραμμικά με την αύξηση των συγκεντρώσεων ιβαμπραδίνης και S 18982 στο πλάσμα για δόσεις έως 15-20 mg δύο φορές την ημέρα. Σε υψηλότερες δόσεις, η μείωση της καρδιακής συχνότητας δεν είναι πλέον ανάλογη με τις συγκεντρώσεις ιβαμπραδίνης στο πλάσμα και τείνει προς ένα επίπεδο κόρου (πλατώ). Υψηλές εκθέσεις σε ιβαμπραδίνη, που μπορούν να εμφανισθούν όταν η ιβαμπραδίνη χορηγείται σε συνδυασμό με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, μπορεί να προκαλέσουν υπερβολική μείωση της καρδιακής συχνότητας, παρ’ ότι ο κίνδυνος αυτός είναι μειωμένος με τους μέτριους αναστολείς CYP3A4 (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Η σχέση ΦΚ/ΦΔ της ιβαμπραδίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ηλικίας από 6 μηνών έως κάτω από 18 ετών, είναι παρόμοια με τη σχέση ΦΚ/ΦΔ που περιγράφεται για τους ενήλικες.