Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AX28 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BULEVIRTIDE

Μπουλεβιρτίδη

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιιικά για συστημική χρήση, λοιπά αντιιικά.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • K74 Ίνωση και κίρρωση του ήπατος

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αντιρροπούμενη ηπατική νόσος

  • B18 Χρόνια ιογενής ηπατίτιδα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας D

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Υποδόρια
Χορήγηση:
άπαξ ημερησίως
Δόση έναρξης:
2 mg άπαξ ημερησίως
  • Ενήλικες ασθενείς
    Δόση2 mg
  • Παιδιατρικοί ασθενείς
    Ηλικίας 3 ετών και άνω με βάρος τουλάχιστον 10 kg με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί σε κλινικές μελέτες. Βασίζεται στα μοντέλα και την προσομοίωση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής του πληθυσμού.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς 10 kg έως < 25 kg
    Δόση1 mg
  • Παιδιατρικοί ασθενείς 25 kg έως < 35 kg
    Δόση1,5 mg
  • Παιδιατρικοί ασθενείς 35 kg και άνω
    Δόση2 mg
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς > 65 ετών.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α κατά Child-Pugh-Turcotte)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με μη αντιρροπούμενη κίρρωση
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Γονότυπος HDV και HBV
    Δεν είναι γνωστό εάν ο γονότυπος του HDV ή του HBV επηρεάζει την κλινική αποτελεσματικότητα του bulevirtide.
  • Μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσος
    Πληθυσμόςασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο
    Η χρήση δεν συνιστάται.
  • Συλλοίμωξη με τον HBV
    Πληθυσμόςασθενείς με υποκείμενη λοίμωξη HBV
    Η υποκείμενη λοίμωξη HBV πρέπει να αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές θεραπείας.
  • Επιδείνωση της ηπατίτιδας μετά τη διακοπή της θεραπείας
    Η διακοπή της θεραπείας μπορεί να προκαλέσει επανενεργοποίηση των λοιμώξεων HDV και HBV και επιδείνωση της ηπατίτιδας.
  • Συλλοίμωξη με ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) και ιό της ηπατίτιδας C (HCV)
    Πληθυσμόςασθενείς με συλλοίμωξη από HIV ή HCV
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Νάτριο
    Το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης (Όχι συχνές)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ολικά χολικά άλατα αυξημένα (Πολύ συχνές)
Δέρμα
  • Κνησμός
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (Πολύ συχνές)
  • Γριπώδης συνδρομή (Συχνές)
Γενικές
  • Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ολικά χολικά άλατα αυξημένα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Γριπώδης συνδρομή
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του bulevirtide κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όπως και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του bulevirtide σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.
  • Θηλασμός
    Με προσοχή
    Δεν είναι γνωστό εάν το bulevirtide απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με bulevirtide λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση του bulevirtide στη γονιμότητα του ανθρώπου. Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση του bulevirtide στη γονιμότητα του άρρενος ή του θήλεος.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για ενδείξεις τοξικότητας και να παρέχεται η κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ότι έχει αναφερθεί ζάλη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με bulevirtide (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Νάτριο ανθρακικό άνυδρο
Νάτριο ανθρακικό όξινο
Μαννιτόλη
Υδροχλωρικό οξύ (για ρύθμιση του pH)
Νατρίου υδροξείδιο (για ρύθμιση του pH)
10
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιιικά για συστημική χρήση, λοιπά αντιιικά. Κωδικός ATC: J05AX28

Μηχανισμός δράσης

Το bulevirtide αναστέλλει την είσοδο του HBV και του HDV στα ηπατοκύτταρα δεσμεύοντας και αδρανοποιώντας το πολυπεπτίδιο NTCP, έναν μεταφορέα χολικών αλάτων που λειτουργεί ως βασικός υποδοχέας εισόδου του HBV/HDV.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του bulevirtide διερευνήθηκε σε μία μελέτη Φάσης 3 και δύο μελέτες Φάσης 2. Σε αυτές τις μελέτες συμμετείχαν ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από HDV και ενεργή ηπατίτιδα. Ο πληθυσμός αυτών των τριών μελετών ήταν κυρίως Καυκάσιοι, με επικρατέστερο τον γονότυπο 1 του HDV.

Μελέτη MYR301 Στη Μελέτη 301, 100 από τους 150 ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από HDV τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν άμεση θεραπεία με bulevirtide 2 mg μία φορά την ημέρα (N=49) ή να λάβουν όψιμη θεραπεία μετά από 48 εβδομάδες (N=51). Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε ανάλογα με την παρουσία ή την απουσία αντιρροπούμενης κίρρωσης.

Από τους 49 ασθενείς στην ομάδα άμεσης θεραπείας, η μέση ηλικία ήταν τα 44 έτη, το 61% ήταν άνδρες, το 84% ήταν Λευκοί και το 16% ήταν Ασιάτες. Από τους 51 ασθενείς στην ομάδα όψιμης θεραπείας, η μέση ηλικία ήταν τα 41 έτη, το 51% ήταν άνδρες, το 78% ήταν Λευκοί και το 22% ήταν Ασιάτες. Και οι 100 ασθενείς είχαν λοίμωξη από γονότυπο 1 του HDV.

Τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη ήταν εξισορροπημένα μεταξύ των ομάδων άμεσης και όψιμης θεραπείας. Από τους ασθενείς που έλαβαν 2 mg bulevirtide κατά την έναρξη της μελέτης, τα μέσα επίπεδα HDV RNA στο πλάσμα ήταν 5,1 log10 IU/ml, τα μέσα επίπεδα ALT ήταν 108 U/L, το 47% των ασθενών είχε ιστορικό κίρρωσης και το 53% είχε εμπειρία θεραπείας με ιντερφερόνη. Κατά τη διάρκεια της μελέτης (έως την Εβδομάδα 48), το 63% αυτών των ασθενών έλαβε ταυτόχρονη θεραπεία σύμφωνα με το πρότυπο περίθαλψης για την υποκείμενη λοίμωξη από HBV: τα πιο συχνά συγχορηγούμενα φάρμακα ήταν προϊόντα που περιείχαν φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη ή αλαφεναμιδική τενοφοβίρη (49%) και εντεκαβίρη (14%).

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τις ιολογικές και βιοχημικές εκβάσεις για την άμεση θεραπεία με bulevirtide 2 mg μία φορά την ημέρα και την όψιμη θεραπεία την Εβδομάδα 48.

Εβδομάδα 48α
Bulevirtide 2 mg (Άμεση θεραπεία) (N=49)
Μη ανιχνεύσιμοβ HDV RNA ή μείωση στο HDV RNA κατά ≥ 2 log10 IU/ml και ομαλοποίηση ALTγ 45%δ
Μη ανιχνεύσιμοβ HDV RNA ή μείωση στο HDV RNA κατά ≥ 2 log10 IU/ml 71%ε
Ομαλοποίηση ALTγ 51%

α. Για το πρώτο καταληκτικό σημείο, για τις ελλείπουσες τιμές, χρησιμοποιήθηκε η τελευταία παρατήρηση που προωθήθηκε (LOCF) εάν σχετιζόταν με COVID-19, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, ελλείπουσα τιμή = αποτυχία. Για το δεύτερο και το τρίτο καταληκτικό σημείο, ελλείπουσα τιμή = αποτυχία. β. < κατώτερο όριο ποσοτικοποίησης LLOQ (ο στόχος δεν ανιχνεύθηκε) γ. Ορίζεται ως τιμή ALT εντός του φυσιολογικού εύρους: Για τα ρωσικά κέντρα, ≤ 31 U/L για τις γυναίκες και ≤ 41 U/L για τους άνδρες. Για όλα τα άλλα κέντρα, ≤ 34 U/L για τις γυναίκες και ≤ 49 U/L για τους άνδρες. δ. Τιμή p < 0,0001. ε. Χωρίς έλεγχο πολλαπλότητας.

Μελέτη MYR202 Στη Μελέτη MYR202, 56 από τους 118 ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από HDV και συνεχιζόμενη αναπαραγωγή του ιού, οι οποίοι είχαν εμπειρία θεραπείας με ιντερφερόνη, είχαν κάποια αντένδειξη στην ιντερφερόνη ή ήταν κιρρωτικοί, τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη bulevirtide 2 mg + TDF (N=28) ή μόνο TDF (N=28) για 24 εβδομάδες. Την Εβδομάδα 24, το 21% των ασθενών στην ομάδα του bulevirtide 2 mg + TDF πέτυχε συνδυασμένη ανταπόκριση, το 54% πέτυχε μη ανιχνεύσιμο HDV RNA (οριζόμενο ως < όριο ανίχνευσης [LOD], όπου το LOD ήταν 14 IU/ml) ή μείωση κατά ≥ 2 log10 IU/ml, ενώ το 43% πέτυχε ομαλοποίηση ALT. Την Εβδομάδα 24, κανένας ασθενής από την ομάδα του TDF δεν πέτυχε συνδυασμένη ανταπόκριση, το 4% πέτυχε μη ανιχνεύσιμο HDV RNA ή μείωση στο HDV RNA κατά ≥ 2 log10 IU/ml, ενώ το 7% πέτυχε ομαλοποίηση ALT (ως φυσιολογικά επίπεδα ALT ορίστηκαν τα ≤ 31 U/L για τις γυναίκες και τα ≤ 41 U/L για τους άνδρες).

Μελέτη MYR203 Στη Μελέτη MYR203, συνολικά 15 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με bulevirtide 2 mg ημερησίως επί 48 εβδομάδες. Με τόσο περιορισμένα δεδομένα, η εικόνα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας δεν διέφερε ουσιαστικά από αυτήν των ασθενών που έλαβαν θεραπεία για 24 εβδομάδες. Δύο ασθενείς εμφάνισαν ιολογική παροξυσμική απόκριση, πιθανόν σχετιζόμενη με τη μη τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής.

Ανοσογονικότητα

Το bulevirtide έχει τη δυνατότητα να επάγει αντισώματα κατά του φαρμάκου (ADA), όπως αυτά ανιχνεύονται στις κλινικές μελέτες με χρήση μιας δοκιμασίας ενζυµο-συζευγµένης ανοσοπροσρόφησης (ELISA). Στις Μελέτες MYR203 και MYR301, οι συνολικά 64 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με bulevirtide 2 mg ως μονοθεραπεία για 48 εβδομάδες ήταν επιλέξιμοι για αξιολόγηση του επιπολασμού ADA. Οι 18 από αυτούς τους ασθενείς (28,1%) ήταν θετικοί για επιπολασμό ADA, εκ των οποίων 3 ασθενείς (4,7%) ήταν θετικοί για ADA κατά την έναρξη της μελέτης.

Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η φαρμακοκινητική, η ασφάλεια ή η αποτελεσματικότητα του bulevirtide μεταβλήθηκαν στους συγκεκριμένους ασθενείς.

Παιδιατρικός πληθυσμός

(βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές) για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.

Φαρμακοκινητική

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του bulevirtide χαρακτηρίστηκαν μετά από ενδοφλέβια και υποδόρια χορήγηση. Με τις υψηλότερες δόσεις η έκθεση του bulevirtide αυξήθηκε δυσανάλογα ενώ η φαινόμενη κάθαρση και ο φαινόμενος όγκος κατανομής του μειώθηκαν.

Κατανομή

Ο εκτιμώμενος όγκος κατανομής είναι μικρότερος από τον συνολικό όγκο νερού του σώματος. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro είναι υψηλή, με ποσοστό μεγαλύτερο του 99% του bulevirtide να δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός

Δεν διενεργήθηκε καμία μελέτη βιομετασχηματισμού του bulevirtide. Το bulevirtide είναι γραμμικό πεπτίδιο αποτελούμενο από L-αμινοξέα και αναμένεται να αποδομηθεί σε μικρότερα πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα. Δεν αναμένεται κανένας ενεργός μεταβολίτης.

Βάσει των αποτελεσμάτων των μελετών αλληλεπίδρασης in vitro, το bulevirtide δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 και CYP3A4.

Δεν παρατηρήθηκε επαγωγή των CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4 από το bulevirtide in vitro.

Βάσει των μελετών in vitro, δεν αναμένεται καμία κλινικά συναφής αλληλεπίδραση με τους πιο συχνούς μεταφορείς εκροής (MDR1, BCRP, BSEP, MATE1 και MATE2K) και μεταφορείς πρόσληψης (OATP2B1, OAT1, OAT3, OCT1 και OCT2). Εντοπίστηκε μια ειδική in vitro αλληλεπίδραση με τα πολυπεπτίδια μεταφοράς οργανικών ανιόντων, OATP1B1 και OATP1B3 με τιμές IC50 0,5 και 8,7 µM, αντίστοιχα.

Αποβολή

Δεν ανιχνεύθηκε απέκκριση του bulevirtide από τα ούρα σε υγιείς εθελοντές. Η αποβολή μέσω δέσμευσης στον μεταφορέα στόχο (πολυπεπτίδιο NTCP) θεωρείται η βασική οδός. Τόσο η κατανομή όσο και η αποβολή μετά από πολλαπλές δόσεις μειώθηκαν σε σύγκριση με τις τιμές που μετρήθηκαν μετά την πρώτη δόση. Τα ποσοστά συσσώρευσης με τη δόση των 2 mg για την Cmax και την AUC ήταν περίπου διπλάσια. Σταθερή κατάσταση θεωρείται ότι επιτυγχάνεται εντός των πρώτων εβδομάδων χορήγησης της θεραπείας. Μετά την καταγραφή μέγιστων συγκεντρώσεων, τα επίπεδα στο πλάσμα μειώθηκαν, με t1/2 4-7 ώρες.

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με το bulevirtide σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με το bulevirtide σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική του bulevirtide σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινική μελέτη. Οι δοσολογικές συστάσεις για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 ετών και άνω με βάρος τουλάχιστον 10 kg βασίζονται στην έκθεση με αντιστοίχιση της παιδιατρικής συγκέντρωσης του bulevirtide με τις συγκεντρώσεις που παρατηρούνται σε ενήλικες με λοίμωξη από HDV που υποβάλλονται σε θεραπεία με bulevirtide 2 mg άπαξ ημερησίως. Οι προσομοιωμένες εκθέσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση της δοσολογίας bulevirtide με βάση το βάρος (βλ. Δοσολογία) άπαξ ημερησίως με υποδόρια ένεση σε παιδιατρικούς ασθενείς προβλέπεται να βρίσκονται εντός των ασφαλών και αποτελεσματικών εκθέσεων που σχετίζονται με τα 2 mg bulevirtide άπαξ ημερησίως με υποδόρια ένεση σε ενήλικες.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Ο συν-μεταφορέας νατριούχου ταυροχολικού αμινοξέος (NTCP) μεταφέρει χολικά οξέα σε μορφή άλατος νατρίου στο ήπαρ από την πυλαία κυκλοφορία. Αποτελεί σημαντικό συστατικό της εντεροηπατικής κυκλοφορίας. Ο ιός της Ηπατίτιδας D…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιιικά για συστημική χρήση, λοιπά αντιιικά. Κωδικός ATC: J05AX28 ### Μηχανισμός δράσης Το bulevirtide αναστέλλει την είσοδο του HBV και του HDV στα ηπατοκύτταρα δεσμεύοντας και αδρανοποιώντας το πολυπεπτίδιο NTCP, έναν…

Φαρμακοκινητική
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του bulevirtide χαρακτηρίστηκαν μετά από ενδοφλέβια και υποδόρια χορήγηση. Με τις υψηλότερες δόσεις η έκθεση του bulevirtide αυξήθηκε δυσανάλογα ενώ η φαινόμενη κάθαρση και ο φαινόμενος όγκος κατανομής του μειώθηκαν. ###…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Μέχρι σήμερα, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες μεταβολισμού για τη βουλευρτιδη. Αναμένεται να καταβολίζεται από πεπτιδάσες σε μικρότερα πεπτίδια και αμινοξέα, χωρίς ενεργούς μεταβολίτες.
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Τα ανθρώπινα φαρμακοκινητικά δεδομένα για τη βουλευρτιδη είναι περιορισμένα στη βιβλιογραφία. Σε αρουραίους, η βουλευρτιδη που χορηγήθηκε με υποδόρια ένεση απορροφήθηκε ταχέως με Cmax 4 έως 6 ώρες. Η εκτιμώμενη…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) gastroenterologyΗπατική λειτουργία προσεκτικά Μετά τη διακοπή της θεραπείας
Ηπατική λειτουργία (LFTs) gastroenterologyΗπατική λειτουργία προσεκτικά Μετά τη διακοπή της θεραπείας
HBV DNA coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος στενή Συλλοίμωξη με HBV
Ιικό φορτίο HBV DNA coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος προσεκτικά Μετά τη διακοπή της θεραπείας
Ιικό φορτίο HDV RNA coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος προσεκτικά Μετά τη διακοπή της θεραπείας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η βουλευρτιδη αναστέλλει την είσοδο του ιού της Ηπατίτιδας D (HDV) στα κύτταρα. Είναι αποτελεσματική στη μείωση των επιπέδων του RNA του ιού της Ηπατίτιδας D (HDV) και στη βελτίωση της ηπατικής φλεγμονής σε περιπτώσεις λοίμωξης από Ηπατίτιδα D.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Ο συν-μεταφορέας νατριούχου ταυροχολικού αμινοξέος (NTCP) μεταφέρει χολικά οξέα σε μορφή άλατος νατρίου στο ήπαρ από την πυλαία κυκλοφορία. Αποτελεί σημαντικό συστατικό της εντεροηπατικής κυκλοφορίας.

Ο ιός της Ηπατίτιδας D πολλαπλασιάζεται ανεξάρτητα εντός των ηπατικών κυττάρων, αλλά απαιτεί την επιφανειακή ουσία του ιού της Ηπατίτιδας Β (HBsAg) για να αναπαραχθεί.

Οι ιοί της Ηπατίτιδας Β και D εισέρχονται στα ηπατοκύτταρα μέσω της πρόσδεσης του NTCP (συν-μεταφορέας νατριούχου ταυροχολικού αμινοξέος) στην πρωτεΐνη S1 της επιφάνειας του ιού της Ηπατίτιδας Β.

Η βουλευρτιδη προσδένεται και στη συνέχεια αδρανοποιεί τους υποδοχείς του ιού της Ηπατίτιδας Β (HBV) και HDV στα ηπατοκύτταρα. Η βουλευρτιδη αναστέλλει τη θέση πρόσδεσης του NTCP, εμποδίζοντας έτσι την είσοδο των ιών στα κύτταρα. Αυτό αποτρέπει την ιογενή είσοδο και τον πολλαπλασιασμό, μειώνοντας τα συμπτώματα της λοίμωξης από Ηπατίτιδα D.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Τα ανθρώπινα φαρμακοκινητικά δεδομένα για τη βουλευρτιδη είναι περιορισμένα στη βιβλιογραφία.

Σε αρουραίους, η βουλευρτιδη που χορηγήθηκε με υποδόρια ένεση απορροφήθηκε ταχέως με Cmax 4 έως 6 ώρες. Η εκτιμώμενη βιοδιαθεσιμότητα είναι 85% στους ανθρώπους, και αναμένεται η επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων εντός εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας.

Η AUC για τη βουλευρτιδη μετά από υποδόρια δόση 2mg βρέθηκε να είναι περίπου 46 ng/ml.h με Tmax 0,5 ώρες.

Η απέκκριση μέσω της πρόσδεσης στον στόχο (NTCP) αναμένεται να είναι η κύρια οδός απέκκρισης για τη βουλευρτιδη. Σε υγιείς εθελοντές, η βουλευρτιδη δεν ανιχνεύθηκε στα ούρα.

Ο όγκος κατανομής της βουλευρτιδης εκτιμάται ότι είναι μικρότερος από το συνολικό νερό του σώματος. Σε ζώα, η βουλευρτιδη κατανέμεται στο ήπαρ, στο γαστρεντερικό σωλήνα, στους νεφρούς και στην ουροδόχο κύστη.

Η κάθαρση (CL/F) της βουλευρτιδης μετά από υποδόρια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές κυμάνθηκε από 7,98 L/h (±2,02) έως 62 L/h (±16,7), ανάλογα με τη χορηγούμενη δόση. Η κάθαρση της βουλευρτιδης μειώνεται καθώς η δόση αυξάνεται.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Συν-πλασματική Πρωτεϊνική Δέσμευση

Η πρωτεϊνική δέσμευση της βουλευρτιδης στο πλάσμα είναι >99%, και δεσμεύεται κυρίως με αλβουμίνη.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Μέχρι σήμερα, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες μεταβολισμού για τη βουλευρτιδη. Αναμένεται να καταβολίζεται από πεπτιδάσες σε μικρότερα πεπτίδια και αμινοξέα, χωρίς ενεργούς μεταβολίτες.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Ο χρόνος ημίσειας ζωής της βουλευρτιδης κυμαίνεται μεταξύ 4 και 7 ωρών σε υγιείς ενήλικες.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

4-7 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

>99%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 35 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
134687648
Μοριακός τύπος
C248H355N65O72
Μοριακό βάρος
5399.0
IUPAC
(4S)-4-[[(2S)-1-[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-6-amino-2-[[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-1-[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-1-[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-2-[[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-2-[[2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-1-[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-5-amino-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-1-[(2S)-2-[[(2S)-2-[[2-[[(2S)-2-[[(2S)-1-[(2S)-4-amino-2-[[(2S)-1-[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-2-[[(2S)-4-amino-2-[[(2S,3R)-3-hydroxy-2-[[2-(tetradecanoylamino)acetyl]amino]butanoyl]amino]-4-oxobutanoyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]amino]-3-methylbutanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]amino]-4-oxobutanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]acetyl]amino]-3-phenylpropanoyl]amino]-3-phenylpropanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]amino]-3-carboxypropanoyl]amino]-3-(1H-imidazol-4-yl)propanoyl]amino]-5-oxopentanoyl]amino]-4-methylpentanoyl]amino]-3-carboxypropanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]amino]propanoyl]amino]-3-phenylpropanoyl]amino]acetyl]amino]propanoyl]amino]-4-oxobutanoyl]amino]-3-hydroxypropanoyl]amino]-4-oxobutanoyl]amino]-4-oxobutanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]amino]-3-carboxypropanoyl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)propanoyl]amino]-3-carboxypropanoyl]amino]-3-phenylpropanoyl]amino]-4-oxobutanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]amino]-4-oxobutanoyl]amino]hexanoyl]amino]-3-carboxypropanoyl]amino]-3-(1H-imidazol-4-yl)propanoyl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)propanoyl]pyrrolidine-2-carbonyl]amino]-5-[[(2S)-1-[[(2S)-4-amino-1-[[(2S)-6-amino-1-[[(2S)-1-[(2-amino-2-oxoethyl)amino]-3-methyl-1-oxobutan-2-yl]amino]-1-oxohexan-2-yl]amino]-1,4-dioxobutan-2-yl]amino]-1-oxopropan-2-yl]amino]-5-oxopentanoic acid
InChIKey
WQNDXLHKAMIGEX-WOAPPVHJSA-N