BULEVIRTIDE
Μπουλεβιρτίδη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιιικά για συστημική χρήση, λοιπά αντιιικά.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
K74 Ίνωση και κίρρωση του ήπατος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αντιρροπούμενη ηπατική νόσος
-
B18 Χρόνια ιογενής ηπατίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας D
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως
- Δόση έναρξης: 2 mg άπαξ ημερησίως
-
Ενήλικες ασθενείςΔόση2 mg
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΗλικίας 3 ετών και άνω με βάρος τουλάχιστον 10 kg με αντιρροπούμενη ηπατική νόσο. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί σε κλινικές μελέτες. Βασίζεται στα μοντέλα και την προσομοίωση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής του πληθυσμού.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 10 kg έως < 25 kgΔόση1 mg
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 25 kg έως < 35 kgΔόση1,5 mg
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 35 kg και άνωΔόση2 mg
-
ΗλικιωμένοιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς > 65 ετών.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία Α κατά Child-Pugh-Turcotte)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με μη αντιρροπούμενη κίρρωσηΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γονότυπος HDV και HBVΔεν είναι γνωστό εάν ο γονότυπος του HDV ή του HBV επηρεάζει την κλινική αποτελεσματικότητα του bulevirtide.
-
Μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσοςΠληθυσμόςασθενείς με μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσοΗ χρήση δεν συνιστάται.
-
Συλλοίμωξη με τον HBVΠληθυσμόςασθενείς με υποκείμενη λοίμωξη HBVΗ υποκείμενη λοίμωξη HBV πρέπει να αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές θεραπείας.
-
Επιδείνωση της ηπατίτιδας μετά τη διακοπή της θεραπείαςΗ διακοπή της θεραπείας μπορεί να προκαλέσει επανενεργοποίηση των λοιμώξεων HDV και HBV και επιδείνωση της ηπατίτιδας.
-
Συλλοίμωξη με ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) και ιό της ηπατίτιδας C (HCV)Πληθυσμόςασθενείς με συλλοίμωξη από HIV ή HCVΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
ΝάτριοΤο φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά ml, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΜπορούν να αναστείλουν τη δράση του bulevirtide στο πολυπεπτίδιο NTCP.ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συνιστάται.
-
Θειική-3-οιστρόνη, φλουβαστατίνη, ατορβαστατίνη, πιταβαστατίνη, πραβαστατίνη, ροσουβαστατίνη, θυρεοειδικές ορμόνες (υποστρώματα NTCP)προσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση.ΣύστασηΑπαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση. Εάν είναι εφικτό, η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται.
-
Ατορβαστατίνη, βοσεντάνη, δοσεταξέλη, φεξοφεναδίνη, γκλεκαπρεβίρη, γλυβουρίδη (γλιμπενκλαμίδη), γραζοπρεβίρη, νατεγλινίδη, πακλιταξέλη, παριταπρεβίρη, πιταβαστατίνη, πραβαστατίνη, ρεπαγλινίδη, ροσουβαστατίνη, σιμεπρεβίρη, σιμβαστατίνη, ολμεσαρτάνη, τελμισαρτάνη, βαλσαρτάνη, βοξιλαπρεβίρη (υποστρώματα OATP1B1, 3)προσοχήIn vitro, παρατηρήθηκε αναστολή των μεταφορέων OATP1B1/3 από το bulevirtide σε υψηλές συγκεντρώσεις. Η κλινική σημασία είναι άγνωστη.ΣύστασηΑπαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση. Εάν είναι εφικτό, η συγχορήγηση πρέπει να αποφεύγεται.
-
Κυκλοσπορίνη, καρβαμαζεπίνη, σιμβαστατίνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους (φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη, ευαίσθητα υποστρώματα CYP3A4)προσοχήΑύξηση περίπου 40% της μερικής AUC2-4h της συγχορηγούμενης μιδαζολάμης (υπόστρωμα CYP3A4) σε συνδυασμό με υψηλές δόσεις bulevirtide και τενοφοβίρης.ΣύστασηΑπαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ηωσινοφιλία
- Υπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης (Όχι συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ναυτία
- Ολικά χολικά άλατα αυξημένα (Πολύ συχνές)
- Κνησμός
- Αρθραλγία
- Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (Πολύ συχνές)
- Γριπώδης συνδρομή (Συχνές)
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΟλικά χολικά άλατα αυξημέναΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησία, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασηςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΣαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του bulevirtide κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όπως και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του bulevirtide σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό εάν το bulevirtide απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με bulevirtide λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την επίδραση του bulevirtide στη γονιμότητα του ανθρώπου. Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση του bulevirtide στη γονιμότητα του άρρενος ή του θήλεος.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιιικά για συστημική χρήση, λοιπά αντιιικά. Κωδικός ATC: J05AX28
Μηχανισμός δράσης
Το bulevirtide αναστέλλει την είσοδο του HBV και του HDV στα ηπατοκύτταρα δεσμεύοντας και αδρανοποιώντας το πολυπεπτίδιο NTCP, έναν μεταφορέα χολικών αλάτων που λειτουργεί ως βασικός υποδοχέας εισόδου του HBV/HDV.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του bulevirtide διερευνήθηκε σε μία μελέτη Φάσης 3 και δύο μελέτες Φάσης 2. Σε αυτές τις μελέτες συμμετείχαν ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από HDV και ενεργή ηπατίτιδα. Ο πληθυσμός αυτών των τριών μελετών ήταν κυρίως Καυκάσιοι, με επικρατέστερο τον γονότυπο 1 του HDV.
Μελέτη MYR301 Στη Μελέτη 301, 100 από τους 150 ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από HDV τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν άμεση θεραπεία με bulevirtide 2 mg μία φορά την ημέρα (N=49) ή να λάβουν όψιμη θεραπεία μετά από 48 εβδομάδες (N=51). Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε ανάλογα με την παρουσία ή την απουσία αντιρροπούμενης κίρρωσης.
Από τους 49 ασθενείς στην ομάδα άμεσης θεραπείας, η μέση ηλικία ήταν τα 44 έτη, το 61% ήταν άνδρες, το 84% ήταν Λευκοί και το 16% ήταν Ασιάτες. Από τους 51 ασθενείς στην ομάδα όψιμης θεραπείας, η μέση ηλικία ήταν τα 41 έτη, το 51% ήταν άνδρες, το 78% ήταν Λευκοί και το 22% ήταν Ασιάτες. Και οι 100 ασθενείς είχαν λοίμωξη από γονότυπο 1 του HDV.
Τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη ήταν εξισορροπημένα μεταξύ των ομάδων άμεσης και όψιμης θεραπείας. Από τους ασθενείς που έλαβαν 2 mg bulevirtide κατά την έναρξη της μελέτης, τα μέσα επίπεδα HDV RNA στο πλάσμα ήταν 5,1 log10 IU/ml, τα μέσα επίπεδα ALT ήταν 108 U/L, το 47% των ασθενών είχε ιστορικό κίρρωσης και το 53% είχε εμπειρία θεραπείας με ιντερφερόνη. Κατά τη διάρκεια της μελέτης (έως την Εβδομάδα 48), το 63% αυτών των ασθενών έλαβε ταυτόχρονη θεραπεία σύμφωνα με το πρότυπο περίθαλψης για την υποκείμενη λοίμωξη από HBV: τα πιο συχνά συγχορηγούμενα φάρμακα ήταν προϊόντα που περιείχαν φουμαρική δισοπροξιλική τενοφοβίρη ή αλαφεναμιδική τενοφοβίρη (49%) και εντεκαβίρη (14%).
Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τις ιολογικές και βιοχημικές εκβάσεις για την άμεση θεραπεία με bulevirtide 2 mg μία φορά την ημέρα και την όψιμη θεραπεία την Εβδομάδα 48.
| Εβδομάδα 48α | |
|---|---|
| Bulevirtide 2 mg (Άμεση θεραπεία) (N=49) | |
| Μη ανιχνεύσιμοβ HDV RNA ή μείωση στο HDV RNA κατά ≥ 2 log10 IU/ml και ομαλοποίηση ALTγ | 45%δ |
| Μη ανιχνεύσιμοβ HDV RNA ή μείωση στο HDV RNA κατά ≥ 2 log10 IU/ml | 71%ε |
| Ομαλοποίηση ALTγ | 51% |
α. Για το πρώτο καταληκτικό σημείο, για τις ελλείπουσες τιμές, χρησιμοποιήθηκε η τελευταία παρατήρηση που προωθήθηκε (LOCF) εάν σχετιζόταν με COVID-19, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, ελλείπουσα τιμή = αποτυχία. Για το δεύτερο και το τρίτο καταληκτικό σημείο, ελλείπουσα τιμή = αποτυχία. β. < κατώτερο όριο ποσοτικοποίησης LLOQ (ο στόχος δεν ανιχνεύθηκε) γ. Ορίζεται ως τιμή ALT εντός του φυσιολογικού εύρους: Για τα ρωσικά κέντρα, ≤ 31 U/L για τις γυναίκες και ≤ 41 U/L για τους άνδρες. Για όλα τα άλλα κέντρα, ≤ 34 U/L για τις γυναίκες και ≤ 49 U/L για τους άνδρες. δ. Τιμή p < 0,0001. ε. Χωρίς έλεγχο πολλαπλότητας.
Μελέτη MYR202 Στη Μελέτη MYR202, 56 από τους 118 ασθενείς με χρόνια λοίμωξη από HDV και συνεχιζόμενη αναπαραγωγή του ιού, οι οποίοι είχαν εμπειρία θεραπείας με ιντερφερόνη, είχαν κάποια αντένδειξη στην ιντερφερόνη ή ήταν κιρρωτικοί, τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη bulevirtide 2 mg + TDF (N=28) ή μόνο TDF (N=28) για 24 εβδομάδες. Την Εβδομάδα 24, το 21% των ασθενών στην ομάδα του bulevirtide 2 mg + TDF πέτυχε συνδυασμένη ανταπόκριση, το 54% πέτυχε μη ανιχνεύσιμο HDV RNA (οριζόμενο ως < όριο ανίχνευσης [LOD], όπου το LOD ήταν 14 IU/ml) ή μείωση κατά ≥ 2 log10 IU/ml, ενώ το 43% πέτυχε ομαλοποίηση ALT. Την Εβδομάδα 24, κανένας ασθενής από την ομάδα του TDF δεν πέτυχε συνδυασμένη ανταπόκριση, το 4% πέτυχε μη ανιχνεύσιμο HDV RNA ή μείωση στο HDV RNA κατά ≥ 2 log10 IU/ml, ενώ το 7% πέτυχε ομαλοποίηση ALT (ως φυσιολογικά επίπεδα ALT ορίστηκαν τα ≤ 31 U/L για τις γυναίκες και τα ≤ 41 U/L για τους άνδρες).
Μελέτη MYR203 Στη Μελέτη MYR203, συνολικά 15 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με bulevirtide 2 mg ημερησίως επί 48 εβδομάδες. Με τόσο περιορισμένα δεδομένα, η εικόνα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας δεν διέφερε ουσιαστικά από αυτήν των ασθενών που έλαβαν θεραπεία για 24 εβδομάδες. Δύο ασθενείς εμφάνισαν ιολογική παροξυσμική απόκριση, πιθανόν σχετιζόμενη με τη μη τήρηση της φαρμακευτικής αγωγής.
Ανοσογονικότητα
Το bulevirtide έχει τη δυνατότητα να επάγει αντισώματα κατά του φαρμάκου (ADA), όπως αυτά ανιχνεύονται στις κλινικές μελέτες με χρήση μιας δοκιμασίας ενζυµο-συζευγµένης ανοσοπροσρόφησης (ELISA). Στις Μελέτες MYR203 και MYR301, οι συνολικά 64 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με bulevirtide 2 mg ως μονοθεραπεία για 48 εβδομάδες ήταν επιλέξιμοι για αξιολόγηση του επιπολασμού ADA. Οι 18 από αυτούς τους ασθενείς (28,1%) ήταν θετικοί για επιπολασμό ADA, εκ των οποίων 3 ασθενείς (4,7%) ήταν θετικοί για ADA κατά την έναρξη της μελέτης.
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η φαρμακοκινητική, η ασφάλεια ή η αποτελεσματικότητα του bulevirtide μεταβλήθηκαν στους συγκεκριμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
(βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές) για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του bulevirtide χαρακτηρίστηκαν μετά από ενδοφλέβια και υποδόρια χορήγηση. Με τις υψηλότερες δόσεις η έκθεση του bulevirtide αυξήθηκε δυσανάλογα ενώ η φαινόμενη κάθαρση και ο φαινόμενος όγκος κατανομής του μειώθηκαν.
Κατανομή
Ο εκτιμώμενος όγκος κατανομής είναι μικρότερος από τον συνολικό όγκο νερού του σώματος. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro είναι υψηλή, με ποσοστό μεγαλύτερο του 99% του bulevirtide να δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Δεν διενεργήθηκε καμία μελέτη βιομετασχηματισμού του bulevirtide. Το bulevirtide είναι γραμμικό πεπτίδιο αποτελούμενο από L-αμινοξέα και αναμένεται να αποδομηθεί σε μικρότερα πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα. Δεν αναμένεται κανένας ενεργός μεταβολίτης.
Βάσει των αποτελεσμάτων των μελετών αλληλεπίδρασης in vitro, το bulevirtide δεν αναστέλλει τα CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 και CYP3A4.
Δεν παρατηρήθηκε επαγωγή των CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4 από το bulevirtide in vitro.
Βάσει των μελετών in vitro, δεν αναμένεται καμία κλινικά συναφής αλληλεπίδραση με τους πιο συχνούς μεταφορείς εκροής (MDR1, BCRP, BSEP, MATE1 και MATE2K) και μεταφορείς πρόσληψης (OATP2B1, OAT1, OAT3, OCT1 και OCT2). Εντοπίστηκε μια ειδική in vitro αλληλεπίδραση με τα πολυπεπτίδια μεταφοράς οργανικών ανιόντων, OATP1B1 και OATP1B3 με τιμές IC50 0,5 και 8,7 µM, αντίστοιχα.
Αποβολή
Δεν ανιχνεύθηκε απέκκριση του bulevirtide από τα ούρα σε υγιείς εθελοντές. Η αποβολή μέσω δέσμευσης στον μεταφορέα στόχο (πολυπεπτίδιο NTCP) θεωρείται η βασική οδός. Τόσο η κατανομή όσο και η αποβολή μετά από πολλαπλές δόσεις μειώθηκαν σε σύγκριση με τις τιμές που μετρήθηκαν μετά την πρώτη δόση. Τα ποσοστά συσσώρευσης με τη δόση των 2 mg για την Cmax και την AUC ήταν περίπου διπλάσια. Σταθερή κατάσταση θεωρείται ότι επιτυγχάνεται εντός των πρώτων εβδομάδων χορήγησης της θεραπείας. Μετά την καταγραφή μέγιστων συγκεντρώσεων, τα επίπεδα στο πλάσμα μειώθηκαν, με t1/2 4-7 ώρες.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με το bulevirtide σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με το bulevirtide σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική του bulevirtide σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν έχει αξιολογηθεί σε κλινική μελέτη. Οι δοσολογικές συστάσεις για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 ετών και άνω με βάρος τουλάχιστον 10 kg βασίζονται στην έκθεση με αντιστοίχιση της παιδιατρικής συγκέντρωσης του bulevirtide με τις συγκεντρώσεις που παρατηρούνται σε ενήλικες με λοίμωξη από HDV που υποβάλλονται σε θεραπεία με bulevirtide 2 mg άπαξ ημερησίως. Οι προσομοιωμένες εκθέσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση της δοσολογίας bulevirtide με βάση το βάρος (βλ. Δοσολογία) άπαξ ημερησίως με υποδόρια ένεση σε παιδιατρικούς ασθενείς προβλέπεται να βρίσκονται εντός των ασφαλών και αποτελεσματικών εκθέσεων που σχετίζονται με τα 2 mg bulevirtide άπαξ ημερησίως με υποδόρια ένεση σε ενήλικες.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιιικά για συστημική χρήση, λοιπά αντιιικά. Κωδικός ATC: J05AX28 ### Μηχανισμός δράσης Το bulevirtide αναστέλλει την είσοδο του HBV και του HDV στα ηπατοκύτταρα δεσμεύοντας και αδρανοποιώντας το πολυπεπτίδιο NTCP, έναν…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | προσεκτικά | Μετά τη διακοπή της θεραπείας |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | προσεκτικά | Μετά τη διακοπή της θεραπείας |
| HBV DNA | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | στενή | Συλλοίμωξη με HBV |
| Ιικό φορτίο HBV DNA | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | προσεκτικά | Μετά τη διακοπή της θεραπείας |
| Ιικό φορτίο HDV RNA | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | προσεκτικά | Μετά τη διακοπή της θεραπείας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βουλευρτιδη αναστέλλει την είσοδο του ιού της Ηπατίτιδας D (HDV) στα κύτταρα. Είναι αποτελεσματική στη μείωση των επιπέδων του RNA του ιού της Ηπατίτιδας D (HDV) και στη βελτίωση της ηπατικής φλεγμονής σε περιπτώσεις λοίμωξης από Ηπατίτιδα D.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο συν-μεταφορέας νατριούχου ταυροχολικού αμινοξέος (NTCP) μεταφέρει χολικά οξέα σε μορφή άλατος νατρίου στο ήπαρ από την πυλαία κυκλοφορία. Αποτελεί σημαντικό συστατικό της εντεροηπατικής κυκλοφορίας.
Ο ιός της Ηπατίτιδας D πολλαπλασιάζεται ανεξάρτητα εντός των ηπατικών κυττάρων, αλλά απαιτεί την επιφανειακή ουσία του ιού της Ηπατίτιδας Β (HBsAg) για να αναπαραχθεί.
Οι ιοί της Ηπατίτιδας Β και D εισέρχονται στα ηπατοκύτταρα μέσω της πρόσδεσης του NTCP (συν-μεταφορέας νατριούχου ταυροχολικού αμινοξέος) στην πρωτεΐνη S1 της επιφάνειας του ιού της Ηπατίτιδας Β.
Η βουλευρτιδη προσδένεται και στη συνέχεια αδρανοποιεί τους υποδοχείς του ιού της Ηπατίτιδας Β (HBV) και HDV στα ηπατοκύτταρα. Η βουλευρτιδη αναστέλλει τη θέση πρόσδεσης του NTCP, εμποδίζοντας έτσι την είσοδο των ιών στα κύτταρα. Αυτό αποτρέπει την ιογενή είσοδο και τον πολλαπλασιασμό, μειώνοντας τα συμπτώματα της λοίμωξης από Ηπατίτιδα D.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Τα ανθρώπινα φαρμακοκινητικά δεδομένα για τη βουλευρτιδη είναι περιορισμένα στη βιβλιογραφία.
Σε αρουραίους, η βουλευρτιδη που χορηγήθηκε με υποδόρια ένεση απορροφήθηκε ταχέως με Cmax 4 έως 6 ώρες. Η εκτιμώμενη βιοδιαθεσιμότητα είναι 85% στους ανθρώπους, και αναμένεται η επίτευξη σταθερών συγκεντρώσεων εντός εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας.
Η AUC για τη βουλευρτιδη μετά από υποδόρια δόση 2mg βρέθηκε να είναι περίπου 46 ng/ml.h με Tmax 0,5 ώρες.
Η απέκκριση μέσω της πρόσδεσης στον στόχο (NTCP) αναμένεται να είναι η κύρια οδός απέκκρισης για τη βουλευρτιδη. Σε υγιείς εθελοντές, η βουλευρτιδη δεν ανιχνεύθηκε στα ούρα.
Ο όγκος κατανομής της βουλευρτιδης εκτιμάται ότι είναι μικρότερος από το συνολικό νερό του σώματος. Σε ζώα, η βουλευρτιδη κατανέμεται στο ήπαρ, στο γαστρεντερικό σωλήνα, στους νεφρούς και στην ουροδόχο κύστη.
Η κάθαρση (CL/F) της βουλευρτιδης μετά από υποδόρια χορήγηση σε υγιείς εθελοντές κυμάνθηκε από 7,98 L/h (±2,02) έως 62 L/h (±16,7), ανάλογα με τη χορηγούμενη δόση. Η κάθαρση της βουλευρτιδης μειώνεται καθώς η δόση αυξάνεται.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συν-πλασματική Πρωτεϊνική Δέσμευση
Η πρωτεϊνική δέσμευση της βουλευρτιδης στο πλάσμα είναι >99%, και δεσμεύεται κυρίως με αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Μέχρι σήμερα, δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες μεταβολισμού για τη βουλευρτιδη. Αναμένεται να καταβολίζεται από πεπτιδάσες σε μικρότερα πεπτίδια και αμινοξέα, χωρίς ενεργούς μεταβολίτες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της βουλευρτιδης κυμαίνεται μεταξύ 4 και 7 ωρών σε υγιείς ενήλικες.